Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Γλυκό τσαμπί σταφύλι

Υπόθεση
Καθώς παίζει, ο μικρός Πετρής οδηγείται από τη νεράιδα της Φαντασίας του σε έναν μαγικό τόπο με τρεις γίγαντες. Εκεί, θα συναντήσει παιδιά από όλο τον κόσμο, απ’ όλες τις φυλές. Όλα μαζί, θα προσπαθήσουν να φέρουν την ειρήνη στη γη παίρνοντας έναν όρκο αιώνιας φιλίας.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Γουμενοπούλου
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 960-16-1055-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002
Σελίδες: 83
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ’

Κριτική
Ένα όμορφο αντιπολεμικό διήγημα για μικρά παιδιά, που πιθανόν βασίστηκε πάνω σε ένα ποίημα της συγγραφέως βραβευμένο από την Unicef το 1979. Η γραφή είναι απλή και κατανοητή και η γραμματοσειρά μεγάλη, αλλά τα κεφάλαια σε κάποιες περιπτώσεις είναι μεγάλα σε έκταση (17 σελίδες) και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να κουράσουν. Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση -ολοσέλιδες ζωγραφιές- είναι παρούσα κάθε 3-4 σελίδες αλλά μάλλον συνοδευτική, χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο στο κείμενο.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά τόσο της Α’ όσο και της Β’ και Γ’ τάξης, με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων να έχουν όπως είναι φυσικό περισσότερα να κερδίσουν από το περιεχόμενο.  

Το βιβλίο μοιάζει να χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, όπου ο Πετρής ταξιδεύει στη βουνοκορφή των γιγάντων, είναι ίσως το λιγότερο ενδιαφέρον, αλλά πιθανότατα απαραίτητο, καθώς μας συστήνει τον ήρωα και το περιβάλλον του, ενώ διαμορφώνει και τις προϋποθέσεις για τη δράση που ακολουθεί. Το δεύτερο μισό είναι πολύ πιο ουσιώδες και κρατάει τους αναγνώστες σε εγρήγορση, καθώς ένα μεγαλόπνοο σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή: Μπορούν τα παιδιά να σταματήσουν τον πόλεμο με όχημα τη Φαντασία;

Η συγγραφέας κινείται στα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και τον ρεαλισμό και τελικά μας δίνει η ίδια απάντηση στο ερώτημα. Δεν είναι εύκολο, αλλά μπορούν. Είτε με μια προσέγγιση πολιτική (την οποία προβάλλει περισσότερο το κείμενο), είτε μέσα από το πρίσμα του χριστιανισμού (στον οποίο γίνεται μια αναφορά στο κλείσιμο).

Δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε ασχολίαστο, το ότι σε κάποια σημεία το ανάγνωσμα μοιάζει αφελές, καθώς αναπαράγονται ξεπερασμένα στερεότυπα (τα γιαπωνεζάκια έχουν σχιστά μάτια και φορούν κιμονό), ενώ αν το ίδιο το κείμενο δεν ήταν αντιρατσιστικό, ορισμένες εκφράσεις (το παιδί που έρχεται από την Αραβία χαρακτηρίζεται «αραπάκι») θα μπορούσαν να μας προβληματίσουν.

Όπως και να έχουν τα πράγματα ωστόσο, πιστεύω ότι τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο έχουν πολλά να ωφεληθούν. Αν τα καθοδηγήσουμε σωστά και σταθούμε μαζί τους σε κάποια από τα μηνύματα του κειμένου, ίσως συνειδητοποιήσουν ότι αυτά είναι οι αυριανοί πολίτες του κόσμου και πως στα χέρια τους βρίσκεται το μέλλον. Ίσως κατανοήσουν ότι οι επιλογές τους έχουν μεγάλη σημασία και πως ακόμα κι αν δεν είναι πάντα εύκολο να επιτύχουν τους στόχους τους, θα πρέπει με οδηγό το όραμα και με τη βοήθεια των φίλων τους να προσπαθούν.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Ειρήνη, Διαφορετικότητα, Φιλία

Απόσπασμα 
Ένα ποτάμι  από ασημένιο φως χύθηκε στο δωμάτιο του Πετρή. Μπρος στο παράθυρο, που μόλις το ‘χε ανοίξει, στεκόταν η μητέρα του και κοίταζε το περιβόλι.
Ύστερα πήγε κοντά του.

- Ένα αγόρι μου, ξύπνα. Ξημέρωσε.

- Στάσου, μαμά, στάσου να σου πω πού πήγα…

Χαμογέλασε. Έτσι ακριβώς χαμογελούσε κάθε φορά που το μικρό αγόρι της ήθελε να της διηγηθεί το όνειρό του.

Μα δεν τον άφησε να το πει σήμερα. Ήταν αργά κι έπρεπε να ετοιμαστεί για το σχολείο.

- Παππού, να δεις πού πήγα, είπε στον παππού του καθώς έφευγε για το σχολείο. Όταν γυρίσω θα σου πω!

Μπήκε στην αυλή του σχολείου την ώρα που χτύπαγε το κουδούνι.

-Να δεις πού πήγα, είπε στον πλαϊνό του καθώς έμπαιναν στη γραμμή.

Ούτε αυτός όμως είχε όρξεη να τον ακούσει. Τον είχε σκουντήσει ο από πίσω του κι ήταν όλος θυμό.

Το μεσημέρι βρήκε τον παππού χμένο στην εφημερίδα. Κι όταν διάβαζε, δεν ήθελε κανείς να τον ενοχλεί.

Στο τραπέζι δεν του έδωσαν σημασία. Μιλούσαν όλοι μαζί. Ο παππούς διαφωνούσε με τον μπαμπά του για κάτι που έγραφε η εφημερίδα. Κι η μητέρα του ήταν σκεφτική και ανήσυχη.

-Να δεις πού πήγα, ξανάπε της μαμάς του τ’ απόγευμα καθώς της έδειχνε την αντιγραφή του.

-Πιο στρογγυλά και λίγο μικρότερα, του απάντησε εκείνη. Και τα μάτια της ήταν το ίδιο ανήσυχα, σαν το μεσημέρι.

Το βράδυ πήγε να κάτσει κοντά στη γιαγιά. Πάντα της αρέσανε τα λόγια. Θα τον άκουγε.

Κι ήξερε αυτή από γίγαντες. Πόσες φορές δεν του είχε πει για γίγαντες και νάνους στα παραμύθια!

-Γιαγιά, να δεις, πήγα στους τρεις γίγαντες!

- Σώπα τώρα να δούμε τηλεόραση. Θα πει για τον πόλεμο.

Ο Πετρής το πήρε απόφαση. Κανείς δε θα μάθαινε το σπουδαίο του νέο. Μα τι πάθανε αλήθεια όλοι τους σήμερα; Άλλοτε μόνο γι’ αυτόν μιλούσαν.

Σαν άρχισε το δελτίο ειδήσεων, τους είδε και τους τέσσερις να καρφώνουν τα μάτια τους πάνω στην τηλεόραση, σαν να μην ξανάδαν τέτοιο πράγμα στη ζωή τους.

Θύμωσε. Πήγε στο δωμάτιό του, έφερε τα λέγκο του, ξάπλωσε στο χαλί κι άρχισε να παίζει. Σε λίγο θα νύχτωνε. Και τότε…

Και πάλι τη Φαντασία του δεν την είδε κανείς σαν παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του. Ούτε σαν της έπιασε το χέρι, ούτε σαν ξεκίνησε να φύγει μαζί της για τη βουνοκορφή των τριών γιγάντων.


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...