Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 Μαρτίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 Μαρτίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Το κόκκινο της Ανατολής


 
Υπόθεση
Στα πολύβουα Αμπελάκια του 1798 καταφθάνει ένας μυστηριώδης Γάλλος περιηγητής. Ο μεσιέ Λεκλέρ καταλύει στο χάνι του Αυγέρη όπου μένουν και άλλοι ξένοι. Παρά τις επίμονες ερωτήσεις του ιδιοκτήτη, καταφέρνει να κρατήσει τον σκοπό του ταξιδιού του μυστικό και να παραπλανήσει τους ντόπιους για τις αληθινές του προθέσεις. Στο μεταξύ, ληστές ετοιμάζονται να χτυπήσουν μια χρηματαποστολή επειδή οι Αμπελακιώτες δεν δέχτηκαν τον εκβιασμό τους. Χάρη όμως στην τύχη, την παρατηρητικότητα και την υπευθυνότητα ενός αγοριού, η πλούσια πολιτεία θα γλιτώσει από αυτόν και άλλους κινδύνους που την απειλούν. Ο Χρόνης, που μπορεί να βαριέται τα γράμματα αλλά είναι έξυπνος, θαρραλέος και γεμάτος όνειρα για το μέλλον, θα κερδίσει σύντομα την εκτίμηση των συμπατριωτών του και των προεστών για τις πράξεις του. Δεν θα συμβεί το ίδιο και με τον νεαρό Ίβο, που επιστρέφει από το εξωτερικό με νέες ιδέες για τον τρόπο επεξεργασίας του φημισμένου κόκκινου νήματος...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Άννα Γκέρτσου - Σαρρή
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-04-0465-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1991
Σελίδες: 141
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Εξαιρετικό μυθιστόρημα εποχής, που μας μεταφέρει στο "μικρό Παρίσι" των Τεμπών, στα Αμπελάκια του 1798. Καλογραμμένο, με γλώσσα απλή και σκηνές γεμάτες θεατρικότητα, το (βραβευμένο) βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα από μικρούς και μεγάλους. Τα εικοσιτέσσερα μικρής έκτασης κεφάλαια (5-6 σελίδων το καθένα) δεν κουράζουν τον αναγνώστη και κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο ως το τέλος, χάρη στη ζωντάνια των διαλόγων και τις ανατροπές. Η συγγραφέας αναπαράγει με ρεαλισμό τις συνθήκες ζωής του πληθυσμού της υπαίθρου χωρίς να κρύβει την αγάπη της γι' αυτόν, και να μας περνάει μηνύματα για την αξία της συνεργασίας, τον πατριωτισμό και την προστασία του περιβάλλοντος. Εικονογράφηση, κάποιος σχετικός χάρτης ή φωτογραφίες ντοκουμέντων της εποχής δυστυχώς δεν υπάρχουν, στις τελευταίες σελίδες όμως βρίσκουμε μια μικρή λίστα με πηγές που μπορεί να αξιοποιήσει όποιος ενδιαφέρεται να εμβαθύνει στο θέμα. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού (ειδικά της Στ') και του Γυμνασίου.

  • Καλογραμμένη και ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Θεατρικότητα χαρακτήρων, διαλόγων και σκηνών
  • Πληροφορίες για την ζωή στα Αμπελάκια
  • Προβάλλονται ωφέλιμες αξίες όπως αυτή της συνεργασίας

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Υπευθυνότητα, Συνεργασία, Περιβάλλον - Αειφορία, Εκπαίδευση, Ταξίδια, Ανισότητα, Καταναλωτισμός, Αρχαιοκαπηλία, 25 Μαρτίου.

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Χρόνης κρυφακούει στο δάσος τη συνομιλία των κλεφτών.

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Ο Χρόνης έστηνε αυτί στις κουβέντες τους. Μα δε γινόταν καθόλου λόγος για αρχαία. Πήρε τότε αυτός το θάρρος να τους πει για το Φραντσέζο που ‘χε έρθει στ’ Αμπελάκια και γύρευε νομίσματα από τους συντοπίτες του. Μπορεί και κάποιος απ’ εκείνους να είχε βρει ή να ήξερε κάποιον άλλο που είχε βρει. Αλλά τίποτα. Όλοι είχαν τη δικιά του ατυχία. Ποτέ δεν είχαν βρει τέτοιο μέταλλο, στρογγυλό, δουλεύοντας τη γη.

Πριν πάρει να γείρει ο ήλιος, ξανά στα βήματά τους, ανηφόριζαν το δρόμο για το βουνό, για την πόλη τους. Χαρούμενος ξεκίναγε το χάραμα, χαρούμενος γύριζε τ’ απομεσήμερο. Πρώτη του δουλειά, έκοβε δρόμο από την Κρυόβρυση κι έτρεχε στο χάνι να δει το Μάνθο. Κι όποτε ήταν λεύτερος, εκεί κλωθογύριζε. Τα λέγαν με το Μάνθο. Τι έγινε στον κάμπο. Τι έγινε στο χωριό.

Φέρα στο Γάλλο κάμποσα νομίσματα. Κι οι πιο πολλοί ήταν άνθρωποι που είχαν ανέβει από τον κάμπο. Ο μεσιέ Λεκλέρ τα εξέταζε για ώρα στο φως. Κοίταζε τις κεφαλές, την παράσταση που είχαν, τις επιγραφές, και αν οι μορφές και τα γράμματα δεν ήταν ξεκάθαρα, τα γύριζε πίσω. Τα καλά τα κράτησε, πλήρωσε και τους παράδες που είχε υποσχεθεί.

Κι εκεί που όλοι περιμέναν ότι τέλειωσε τη δουλειά του και θα πήγαινε στο καλό, ο Γάλλος εκδήλωσε μεγάλο ενδιαφέρον για τη βιβλιοθήκη τους.  Πρώτα έκανε ένα γύρο στα μοναστήρια. Όμως τούτοι δω οι Αμπελακιώτες είχαν φτιάξει βιβλιοθήκη. Και σπουδαία μάλιστα. ΤΑ μοναστήρια τους τριγύρω δεν είχαν τους θησαυρούς που έβρισκες σ’ όλη την Ελλάδα να τους κατατρώει η μούχλα κι ο σκόρος. Όλα τα παλιά χειρόγραφα και οι πολύτιμοι τόμοι βρίσκονταν τακτοποιημένα στη βιβλιοθήκη τους. Έτσι ο Γάλλος χωνόταν εκεί μέσα, ξεφύλλιζε βιβλία με τις ώρες, και μελετούσε μέχρι που έπεφτε σκοτάδι και δεν έβλεπε πια.

Μετά γύριζε στο πανδοχείο που ήταν γιομάτο από τους ντόπιους. Όσο ο μεσιέ Βίνστον αποτραβιόταν στο δωμάτιό του, τόσο αυτός ανακατωνόταν με τους ντόπιους.

Καθόταν ανάμεσά τους, έπινε τα κρασάκια του και μελετούσε φάτσες. Το διαπεραστικό του μάτι ψυχογραφούσε. Τα ελληνικά του διευκόλυναν.

Ύψωνε την κούπα στο διπλανό του κι άρχιζε την κουβέντα.

- Πώς πήγε η δουλειά, πατριώτη;

- Πώς να πήγε; Να κοπανάς όλη μέρα!

Στα κοπανιστήρια λοιπόν.
Γύριζε στον άλλο.

- Κι εσύ τα ίδια;

- Τα ίδια και χειρότερα! Στα καζάνια όλη μέρα.

- Μπα, βαφέας του λόγου σου; ρωτούσε μ’ ενδιαφέρον ο Γάλλος.

- Α μπα! Όχι! Εγώ με τη φωτιά. Έτσι και ξεχαστεί η φωτιά, καήκαμε ούλοι! Καήκαμε, ε; Χωρίς ξύλα!

Γελούσαν.

Καθώς ο Χρόνης βόηθαγε το Μάνθο να γεμίζουν τις κούπες τους κρασί, τριγυρνούσε ανάμεσά τους. Παρατηρούσε λοιπόν τούτα: ο ξένος γνωριζόταν με τους ντόπιους, αλλά δε διάλεγε τύπους. Άλλαζε τραπέζια. Και, παρά τα καλά του ελληνικά, ο διάλογος ήταν πάντα ο ίδιος. Ο παραπάνω. Κάπως σαν να του φάνηκε ότι ο μεσιέ Λεκλέρ είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση να κάνει παρέα με τους βαφιάδες.

Όμως δεν τον αδικούσε. Αν τον καλορωτούσε κανείς, κι αυτός τον ίδιο θα προτίμαγε. Το βαφιά. Θυμόταν τότε που είχε πάει στον κιρχανά να βρει τον κύρη του. Ατμοί ανεβαίναν κατά την οροφή από τα καζάνια, σαν το λιβάνι στην εκκλησιά. Κι ανάμεσα στους ατμούς έβλεπε τους εργάτες σαν μέσα από ανάριο σύννεφο. Πηγαινοέρχονταν αχνοί, ξεθωριασμένοι. Όμοια ξωτικά. Με τα πρόσωπα υγρά μέσα σε τούτη την καταχνιά, κινούνταν αργά, προσεχτικα.

Οι υπεύθυνοι βαφιάδες όλο μετράγαν. Τόσο, συν τόσο, συν τόσο. Με ζαρωμένα τα φρύδια, προσέχαν μην τυχόν και γίνει λάθος. Κι άλλοι, πάνω απ’ τα καζάνια, με την πουκαμίσα τυλιγμένη ψηλά στα μπράτσα, τα ποντίκια πεταγμένα από τη δύναμη που βάζαν, ανακατώναν τη βαφή. Μη λάχει και βγει το νήμα ανόμοια βαμμένο. Το χειρότερο πόστο. Ο κύρης του έλεγε πάντα «τούτοι δω ζούνε την κόλαση της κοκκιναδικής». Όπως το ‘λεγε ήταν.

Ήταν κι εκείνη η στιγμή! Μια στιγμή που του ‘φερε αναγούλα. Ο κουβάς που χύνουν με το αίμα του βοδιού. Σκοτώνουν ζωντανά για να πετύχουν τούτο το χρώμα το κόκκινο. Και σάμπως τι; Δε σκοτώνουν το Πάσχα ζωντανά και τα μασουλάνε απ’ άκρη σ’ άκρη; Τι τον πείραξε;

Όταν το είπε στον κύρη του, τον αποπήρε αυτός.

- Κι όταν κοινωνάς; Τι είν’ τούτο που πίνει; Κρασί απ’ τη Ραψάνη; Το αίμα του Χριστού πίνεις!

- Ωστόσο, κρασί ήτανε.

Ενώ εδώ χύναν αληθινό αι΄μα από αληθινό ζωντανό.

Συνέχιζε, λοιπόν, την κουβέντα του ο Φραντσέζος.

- Εμείς στο Μονπελιέ βάζουμε ποτάσα.

- Κι εμείς το ίδιο, απαντούσαν κάποιοι.

Έπαιρνε ο Γάλλος το κρασί του, άραζε δίπλα τους και συνέχιζε την κουβέντα.

- Και βάζουμε και κόπρανα.

- Σάμπως εμείς τι βάνουμε;

- Και σκάγανε στα γέλια.

- Στη Ρουέν βγάζουμε και μπλε σαν το δικό σας. Όχι όμως σαν το δικό σας το κόκκινο.

Ησυχία. Κανένας δεν του μιλούσε.

- Και στη Ρουέν και στο Λαγκετόκ ρίχνουνε ποτάσα και κόπρανα, αλλά δε βγαίνει το κόκκινο το δικό σας, επέμενε ο Γάλλος. Πώς το εξηγάς τούτο;

- Δεν το εξηγάς, μεσιέ, του είπε ο Γιώργης ο Δερμέζης. Έτσι είναι.

- Τι πάει να πει «έτσι είναι»!

- Ε, άλλο πράμα. Άλλο Ρουέν, άλλο Αμπελάκια, έκανε ο Γιώργης.

- Τι πάει να πει «άλλο Ρουέν, άλλο Αμπελάκια», έκανε χολωμένος ο Γάλλος.

- Ε, άλλα χώματα, άλλος καιρός…

Πήγε ν’ απαριθμήσει κι άλλους παράγοντες, αλλά δεν έβρισκε.

- Άλλο! Με νόησες;

Ο Γάλλος καλμάρισε. Το σκέφτηκε.

- Έτσι είναι, κούνησε με κατανόηση το κεφάλι.

Ωστόσο δεν καταλάβαινε. Κάποιος συγκεκριμένος λόγος πρέπει να υπήρχε. Τα πάντα έχουν μια λογική εξήγηση. Τούτο το άλικο χρώμα που πετυχαίναν οι Αμπελακιώτες δεν ήταν θέμα μεταφυσικής! Τούτο το προφυρό, που αντιστεκόταν στο χρόνο διατηρώντας την αρχική, εκτυφλωτική του λαμπράδα, έκρυβε μια επιστημονική εξήγηση. Αυτήν που καιρό τώρα αναζητούσε.

Σχόλια
Ο μαθητής μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα αποκτήσει εικόνα για τις συνθήκες ζωής στην ορεινή Θεσσαλία του 18ου-19ου αιώνα: Για τον ρόλο της γυναίκας στην τοπική οικονομία και κοινωνία (σ.77-80), το επίπεδο των ιατρικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών που "απολάμβανε" ο πληθυσμός, την πρωτόγονη κατάσταση του οδικού δικτύου... Θα μάθει επίσης για την τοπική αρχιτεκτονική, την ενδυμασία και κάποιες παραδόσεις (θεμελίωση αρχοντικού σ.25, πανηγύρι σ.117). Τέλος, θα γνωρίσει τη νοοτροπία των ντόπιων (σ.31), την περηφάνια που ένιωθαν για τα επιτεύγματά τους αλλά και τη λαχτάρα τους να μιμηθούν την πρόοδο της Δύσης.

Οι κάθε λογής συζητήσεις στο χάνι του Αυγέρη θα δώσουν στα παιδιά μια ιδέα για το ενδιαφέρον που υπήρχε γύρω από την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη (σ.33), τις ελπίδες που ο υπόδουλος κόσμος στήριζε στον Ναπολέοντα και την αγάπη του για τον Ρήγα, αλλά και τον φόβο μπροστά στον Τούρκο ή τον κοτζαμπάση (σ.50). Τέλος, από το βιβλίο μαθαίνουμε πολλά για το αλιζάρι και την παρασκευή της κόκκινης κλωστής που έκανε τ' Αμπελάκια διάσημα διεθνώς. Ένα εμπεριστατωμένο άρθρο σχετικά με το φυτό αυτό και τις ιδιότητές του έχει δημοσιευτεί από το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες.
αλιζάρι ή ριζάρι και κόκκινο νήμα από τα Αμπελάκια (πηγή)
Χαρακτηριστικό για την εποχή, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τα ελληνικά αρχαία, σχετικά με το οποίο θα βρείτε σχόλια και σε άλλες αναρτήσεις όπως Ο θησαυρός της Τροίας. Το ερώτημα για μια ακόμη φορά είναι αν οι ντόπιοι πληθυσμοί, όντας απαίδευτοι και οικονομικά εξαθλιωμένοι, είχαν ή όχι ευθύνη για το ξεπούλημα των εθνικών θησαυρών στους ξένους αρχαιοκάπηλους. Η τακτική πάντως του "Ο ξένος που ήρθε στο χωριό μας δίνει πέντε παράδες σ' όποιον του φέρει αρχαίο νόμισμα" (σ.30) εξακολουθούσε μέχρι πρόσφατα να είναι αρκετά αποδοτική για εμπόρους και συλλέκτες, όπως είδαμε και Στα ίχνη της Σπασμένης Σάρισας. Φυσικά, δεν είχαν όλοι οι ξένοι επισκέπτες κακές προθέσεις, κάτι που στο βιβλίο αποδίδεται με τον χαρακτήρα του φυσιοδίφη μεσιέ Βίνστον (σ.23). Εδώ διαβάζουμε πώς περιγράφει τα Αμπελάκια του 1801 ο επίσης Άγγλος περιηγητής, Edward Daniel Clarke (για περισσότερα ακολουθήστε τον σύνδεσμο της εικόνας).
http://en.wikipedia.org/wiki/Edward_Daniel_Clarke
Η κοινότητα των Αμπελακίων μπορεί να είχε πλούσια κέρδη (σ. 67 Ούλοι τους εδώ καλοζούνε) και να βασιζόταν στη συνεργασία των κατοίκων, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλοι όσοι ζούσαν εκεί ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη. Ο διαχωρισμός μεταξύ προεστών και χωρικών ήταν σαφής όπως δείχνει και η σκηνή στο πανηγύρι τ' Αϊ Λια που μας θυμίζει λίγο εμφάνιση πολιτικών σε σύγχρονο γλέντι (σ.117) Ανάμεσά τους [στους χωρικούς] κυκλοφορούσαν οι προεστοί δυο δυο, τρεις τρεις, κουβεντιάζοντας. Απαντούσαν στο χαιρετισμό των χωριανών. Οι επιστάτες, πιο θαρρετοί, τους πλησίαζαν, τους μιλούσαν. Τους γνώριζαν και τη φαμίλια όλη. Καταδεχτικά οι πρόκριτοι λέγαν λίγα λόγια και συνέχιζαν. Οι φτωχότεροι φαίνεται μάλιστα πως δέχονταν αδιαμαρτύρητα τη θέση τους, (σ.127 Να 'χουν οι αρχόντοι αγαθά να δίνουν και σε μας) σε αντίθεση με τους μεγαλεμπόρους, που όπως διαβάζουμε πίεζαν διαρκώς για μεγαλύτερα κέρδη και απειλούσαν ακόμα και με διάλυση της Συντροφιάς - κάτι που φυσικά θα ζημίωνε και τους ίδιους. Είναι τελικά το χρήμα ό,τι σημαντικότερο υπάρχει; Όχι. Καλός ο παράς, μα η λευτεριά του έθνους καλύτερη (σ.34) μας απαντάει η συγγραφέας.
ασημένιο γρόσι αξίας 40 παράδων (1757-1774)
Ο χαρακτήρας του Ίβου -που αποτελεί πρότυπο για τον μικρό Χρόνη-, κρύβει εκπλήξεις για τους συγχωριανούς και ανατροπές για τους αναγνώστες. Όταν ο νεαρός κάνει τελικά την πολυαναμενόμενη εμφάνισή του από την Ευρώπη, φέρνει μαζί του νέες ιδέες που αφορούν το περιβάλλον και τη χρήση της τεχνολογίας στην παραγωγή. Μιλάει στους συντοπίτες του και τους προεστούς με πάθος για την αειφορία, προσπαθώντας να τους πείσει να μην καταστρέφουν τα δάση της περιοχής, αφήνοντας τους λόφους γυμνούς. Τους προτρέπει επίσης να εισάγουν στην παραγωγική διαδικασία μηχανές, ώστε να έχουν απόδοση σταθερή και να μπορούν να δίνουν στο αμπελακιώτικο νήμα συγκεκριμένο πάχος. Οι ντόπιοι ωστόσο τον χλευάζουν για την περιβαλλοντική του ευαισθησία και τον περιθωριοποιούν για την μηχανοποίηση που πρεσβεύει, καθώς φοβούνται ότι θα τους οδηγήσει σε ανεργία. Και όχι άδικα. Είναι άλλωστε η εποχή που στην Ευρώπη εμφανίζεται το κίνημα των Λουδιτών, μεταμφιεσμένων εργατών που καταστρέφουν με μανία τις μηχανές των κλωστοϋφαντουργείων, καθώς τις θεωρούν υπεύθυνες για την ανεργία. Ο Λόρδος Βύρωνας θα τους υποστηρίξει με μια ωδή (Ode to the Framers) και ένα τραγούδι για τους Λουδίτες (Song for the Luddites), όμως μέσα σε λίγα χρόνια η αστυνομία θα καταπνίξει -με τη βοήθεια της νομοθεσίας- κάθε τους εξέγερση.
Λουδίτες επί το έργον (Πηγή)
Όπως νωρίτερα στο Κοινό του Μελενίκου, έτσι και τώρα στο Καταστατικό της Συντροφιάς, οι αναγνώστες μπορούν μέσα από το κείμενο να αναγνωρίσουν χωρίς διδακτισμό, την αξία των κανόνων και της συνεργασίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Πώς ξεκίνησαν όλα; Όπως εξηγεί ο άρχοντας Σφόρτζης (σ.68) ένα μεγάλο κακό, μια ξηρασία που τους οδηγούσε στην καταστροφή, έκανε τους κατοίκους των Αμπελακίων να αποφασίσουν να ενωθούν. Έδωσαν λοιπόν όρκο για το στερεόν της ενότητος και το αδύνατον του χωρισμού, και πάλεψαν μαζί στη ζημιά και στη δυστυχία, μέχρι που ήρθαν καλύτερες μέρες. Η ένωση έφερε την προκοπή, ενώ η διχόνοια οδηγεί πάντα σε προβλήματα. Μήπως εδώ υπάρχει ένα (ακόμα) δίδαγμα για την Ελλάδα της κρίσης;
Χρήση στην τάξη
Οι μαθητές καλούνται να εντοπίσουν το δημοφιλές απόφθεγμα Η ισχύς εν τη ενώσει σε διάφορες ξένες γλώσσες (λατινικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, κτλ.) θυρεούς και εμβλήματα και να δημιουργήσουν ένα κολάζ που θα στολίζει την τάξη για το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς. Μπορούν επίσης να συμπληρώσουν τη δημιουργία τους με φράσεις αντίστοιχου νοήματος (όπως το Ὁμονοούντων ἀδελφῶν συμβίωσις παντὸς τείχους ἰσχυροτέρα εἶναι - του Αντισθένη) που θα αναζητήσουν στο διαδίκτυο. Στην αξία της συνεργασίας έχουμε αναφερθεί και σε άλλες αναρτήσεις, όπως π.χ. στους Νικητές, ενώ υλικό για μια πιο σοβαρή συζήτηση θα βρούμε σε διάσπαρτα άρθρα όπως αυτά του Γ. Τσακίρη και του Σ. Καργάκου.


Η ευημερία στα Αμπελάκια, κάνει τους ντόπιους αγρότες να ψωνίζουν αλόγιστα, ξοδεύοντας μεγάλα ποσά πέρα από τις δυνατότητές τους. Τώρα τελευταία σαν πολλοί Αμπελακιώτες ψουνίζουν τόσα, που όταν κλείσει ο χρόνος θε να 'χουν ξεπεράσει όλα τα μιστά τους (...) Ετούτοι μέχρι πριν λίγο ψουνίζανε το στάρι τους και τα χρειαζούμενα. Τώρα ψουνίζουνε πάνω από τα χρειαζούμενα. διαβάζουμε στη σελ. 69. Επίσης, προτιμούν για τις αγορές τους προϊόντα ξένα, από άλλες περιοχές. Αυτός, που η κάπα από λαρισαίικο πανηγύρι θα 'μενε απαντοχή μέχρι να ξεψυχήσει, ψούνισε κάπα από τη Ζαγορά που κάνει είκοσι γρόσια! (...) Άλλος από τις χαμοκέλες τ' Αϊ-Γιώργη, και γυρεύει μαντίλα για την κυρά του. Μα να 'ναι από τη Βρώπα. Δεν του κάνει ντόπιο πράμα. Ποιο είναι άραγε το μέλλον μιας κοινωνίας που δεν αγοράζει τα ίδια της τα προϊόντα, αλλά υπερχρεώνεται για να αγοράζει ακριβά και εισαγόμενα; Μπορούμε να κάνουμε μια μικρή έρευνα στην τάξη, για να διαπιστώσουμε τι είδους προϊόντα χρησιμοποιούν οι μαθητές μας στην καθημερινή τους ζωή: Τοπικά ή εισαγόμενα; Και τι άραγε φοράνε δάσκαλοι και γονείς;  Σχετικά με τις προοπτικές των δυτικών κοινωνιών που εισάγουν πλέον τα περισσότερα προϊόντα από την Κίνα, μπορείτε να διαβάσετε και την χαριτωμένη έρευνα - οδοιπορικό του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Τζο Μπένετ στο Από πού έρχονται τα σώβρακα;
Στις σελίδες 55-56 ο Χρόνης μπαίνει στο αρχοντικό του Γεωργίου Μαύρου (ή Σβάρτς ή Σφόρτζη) για να συναντήσει τον ιδιοκτήτη του και η συγγραφέας μας χαρίζει ένα πολύ ωραίο πρότυπο περιγραφής κτηρίου, που μπορούμε να αξιοποιήσουμε στο μάθημα της Γλώσσας. Στις εικόνες βλέπουμε πώς μοιάζει σήμερα το υπέροχο αυτό σπίτι - στολίδι και αποκτούμε μια ιδέα για την αρχιτεκτονική των Αμπελακίων κατά τον 18ο αιώνα (Πηγή).

Share/Bookmark

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα

Υπόθεση
Α' Μέρος: Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, λίγο πριν την πτώση της Βασιλεύουσας, παραδίδει στον εξάδελφό του Ανδρόνικο Ζάγαρη το δαχτυλίδι του, και τον διατάζει να φύγει στο Παρίσι για να γλιτώσει.  Τέσσερις γενιές αργότερα, η Σοφία, τρισέγγονη του Ανδρόνικου, ανατρέφει τον γιο της Κωνσταντίνο φροντίζοντας να του δώσει ελληνική παιδεία. Όταν εκείνος ταξιδεύει για ένα πρόβλημα υγείας στη Ρουμανία, κατηχείται από τον Γεννάδιο και στη συνέχεια αποφασίζει να ενταχθεί στον Ιερό Λόχο. Μετά την ήττα των επαναστατών στο Δραγατσάνι, ο Κωνσταντίνος επιχειρεί να βοηθήσει τον Γ. Ολύμπιο, ο οποίος όμως τον διατάζει να φύγει για να σωθεί και να συνεχίσει τον αγώνα από την Ελλάδα.

Β' Μέρος: Ο νεαρός πρωταγωνιστής φτάνει στη Νάουσα του 1822 μεταμφιεσμένος σε καλόγερο και σύντομα τίθεται υπό τις διαταγές του επαναστάτη Ζαφειράκη. Παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, οι Έλληνες της περιοχής αδυνατούν ν' αντιμετωπίσουν τα συνεχόμενα κύματα των τουρκικών επιθέσεων και η μακεδονική πόλη παραδίνεται στην οργή των μουσουλμάνων.

Γ' Μέρος: Ο Κωνσταντίνος, ανάπηρος πλέον χωρίς το δεξί του χέρι, βρίσκεται στο Μεσολόγγι, όπου βοηθάει τον φιλέλληνα γιατρό Μάγιερ στην έκδοση των Ελληνικών Χρονικών. Το Γενάρη του 1823 υποδέχεται τον Λόρδο Βύρωνα με τον οποίο θα γίνουν φίλοι. Μετά τον θάνατο του ποιητή παραμένει στην πόλη και συμμετέχει στην ηρωική έξοδο του 1826. Το δαχτυλίδι φεύγει από το χέρι του και χάνεται στις λάσπες. Δύο χρόνια όμως αργότερα θα το βρει να στολίζει το χέρι του πρώτη κυβερνήτη της Ελλάδας Καποδίστρια, που καταφθάνει στο Ναύπλιο ως σωτήρας.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Αποστολική Διακονία
Συγγραφέας: Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη
Εικονογράφηση: Άννα Μενδρινού - Ιωαννίδου (νέα έκδοση Όλγα Κοτσιρέα)
ISBN: 978-960-31-5012-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1973 (επανέκδοση 2005)
Σελίδες:156 (νέα έκδοση 138)
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Περιέχει συνοδευτικό CD
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένη επική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, στην οποία παρακολουθούμε την ζωή του τελευταίου απογόνου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατά τους χρόνους της επανάστασης του 1821. Η γλώσσα, παρά το κατά σημεία λυρικό ύφος, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, υπάρχουν όμως και αποσπάσματα που μάλλον θα φανούν δύσπεπτα στους σύγχρονους αναγνώστες. Η σαφήνεια λείπει σε ελάχιστες περιπτώσεις (π.χ. στις σελ. 27-29 δεν διευκρινίζεται το πού βρίσκεται ο Αλ. Ραγκαβής), ενώ στα πρώτα κεφάλαια είναι πιθανό η εναλλαγή προσώπων να προκαλέσει σύγχυση. Από την άλλη, η δράση είναι ασταμάτητη σε βαθμό που να θυμίζει χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Μας μεταφέρει στο κέντρο τριών επαναστατικών πυρήνων του ξεσηκωμού και σε ισάριθμες απελπισμένες εξόδους που αντηχούν εκείνη του αυτοκράτορα από τα τείχη της Πόλης το 1453. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη και συνολικά 24 μικρά κεφάλαια με μέγεθος 3-9 σελίδες (συνήθως γύρω στις 5). Η παλιά έκδοση είναι προσεγμένη, με σκληρό εξώφυλλο, όμορφα πρωτογράμματα και «παλαιού τύπου» σκίτσα που θυμίζουν λίγο χαρακτικά. Η νέα έκδοση εκτός από πολύχρωμες ζωγραφιές περιλαμβάνει και CD με τη θεατρική διασκευή του έργου σε μουσική Γιώργου Βούκανου (φιλική συμμετοχή του Χρόνη Αηδονίδη και της Νεκταρίας Καραντζή). Το προτείνουμε στους μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού ενώ σίγουρα θα αρέσει στους φίλους των ηρωικών περιπετειών.

  • Συναρπαστική περιπέτεια - Δυνατές σκηνές που συγκινούν
  • Προβάλλονται αξίες όπως υπευθυνότητα και αλτρουισμός
  • Γνωριμία με ιστορικές προσωπικότητες της εποχής

  • Οι νεαροί αναγνώστες ίσως βρουν το ύφος ανοίκειο

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, 25 Μαρτίου, Ελευθερία, Γενναιότητα, Πατριωτισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Πολλές οι σκηνές που μένουν στο μυαλό, όπως η ανάγνωση του γράμματος του Σούτσου, η υπεράσπιση της Νάουσας από τον Ζαφειράκη και η υποδοχή του Μπάιρον.

Εικονογράφηση
Χαρακτηριστική των περασμένων δεκαετιών, με λιγοστές αλλά εντός κλίματος ολοσέλιδες ζωγραφιές και μικρά σκίτσα στο κλείσιμο κάποιων κεφαλαίων. Στην καινούρια έκδοση, η εικονογράφηση είναι πλούσια και πολύχρωμη, ενώ τις ζωγραφιές συμπληρώνουν χαριτωμένα πρωτογράμματα.
 
Απόσπασμα
Το κρύο τσουχτερό ήταν· είχε σκεπαστεί ως τ’ αυτιά ο Κωνσταντίνος. Ήταν η όμορφη ώρα του πρωινού ύπνου, όταν άκουσε τις ντουφεκιές. Πέταξε τα στρωσίδια από πάνω του, πάτησε πάνω στο Μιχάλη απ’ τη βιάση του, έτρεξε στο παράθυρο. Βαθύ σκοτάδι έξω, πίσσα, μόλις και ξέκρινες το άσπρο του χιονιού. Οι ντουφεκιές γίναν πυκνότερες, ζύγωναν. Άκουσε τον κυρ Λάζαρο να κατεβαίνει τις σκάλες. Κακοντύθηκε ο Κωνσταντίνος, πετάχτηκε κάτω κι αυτός.  Έφτασε τον κυρ Λάζαρο όταν ξεκρέμαγε τα ντουφέκια του.

- Πάρε κι εσύ, του είπε και του αεροπέταξε ένα.
Βρέθηκαν στην παγωμένη νύχτα μαζί με όλους τους Ναουσαίους, μα οι ντουφεκιές είχαν τελειώσει.

- Αδέρφια, ακούστηκε, θαρρείς, σ’ όλη την πολιτεία η βροντερή φωνή του Ζαφειράκη. Αδέρφια, στ’ όνομα της Αγίας Τριάδας, στ’ όνομα της Πατρίδας μας ξεσηκωνόμαστε. Λευτεριά ή θάνατος, αδέρφια μου!!!

Πού βρέθηκαν τόσες φωνές μαζί να ακουστούν ως πέρα στα βουνά Λευτεριά ή θάνατος! Λευτεριά ή θάνατος! Ήταν τόσες οι φωνές, που ο Ζαφειράκης πια δεν ακούγεται. Μα από στόμα σε στόμα, όλοι το μάθανε. «Όλοι με τα γιορτινά στη μεγάλη μας εκκλησιά, στον Αηδημήτρη μας!». Και το μαντάτο έφτασε τόσο γρήγορα, που σαν γύρισαν πίσω στο σπίτι οι γυναίκες ήταν έτοιμες. Κυριακοντυμένες, τα κοτσίδια της Ανθούσας ένα γύρο στο κεφάλι. Ανέβηκε στο δωμάτιο ο Κωνσταντίνος να συγυριστεί, «καθαρά, σου ‘χω στο μπαούλο απάνω» η μάνα της Ανθούσας του φώναξε, κι όπως ντυνόταν και σκεφτόταν, μια θύμηση σαν καυτό σίδερο τον έτσουξε, του έφερε ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Σήμερα είναι 22 Φεβρουαρίου 1822. Πριν από ένα χρόνο – Θεέ μου, πώς πέρασε κιόλας ένα χρόνος- σαν σήμερα, σημαδιακιά μέρα, είδε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Πρίγκιπά του, να περνάει τον Προύθο. Τον θυμάται να στέκεται, να κοιτάζει προς τη Ρωσία, τον ανθρώπινο δισταγμό του και το περήφανο, αποφασιστικό πάτημά του στην άλλη όχθη, που αντιπροσώπευε την πατρίδα του.

- Αργείς, ο Μιχάλης δεν μπορούσε άλλο πια να περιμένει. Κούμπωσε το τελευταίο του κουμπί, κατέβηκε κάτω, αντάμωσε τον κυρ Λάζαρο, τους γειτόνους. Όλη η Νάουσα τραβούσε για τον Άη Δημήτρη…

Ο πρωτοσύγκελος έκανε τη δοξολογία, κι οι αναπνοές είχαν σταματήσει. Όλοι, κι οι ανήμποροι κι οι γέροντες ήταν πεσμένοι στα γόνατα. Βγήκε από την Ωραία Πύλη ο πρωτοσύγκελος, κρατούσε στις χούφτες του το δισκοπότηρο. «Μετά φόβου θεού…». Πρώτος ο Ζαφεριάκης, μετά ο Γάτσος, ο Καρατάσος, τα παλικάρια τους μετά, ένας ένας από πίσω οι Ναουσαίοι, οι γέροντες, τα παιδιά, έφτασε η σειρά του Κωνσταντίνου. «Τον δούλο του Θεού…», «Κωνσταντίνο» ψιθύρισε, άνοιξε το στόμα του, με λαχτάρα δέχτηκε τη θεία Κοινωνία. Έκανε τον σταυρό του και άφησε τόπο να κοινωνήσει κι ο Μιχάλης. Μισοζαλισμένος βγήκε απ’ την εκκλησία, η λειτουργία είχε τελειώσει, η πόλη άρχισε να πανηγυρίζει. Ήταν λεύτερη. Σήμερα ήταν λεύτερη!

Στον πύργο του Ζαφειράκη είχε σηκωθεί η σημαία τον ελευθέρων ανθρώπων. Και στα πυργάκια, στα τείχη και στις εφτά πύλες της Νάουσας, κι εκεί ίδιες σημαίες σηκώθηκαν. Πήγε κοντύτερα ο Κωνσταντίνος να τις δει. Ο σταυρός στην μια μεριά και η φράση «Ἐν τούτ νίκα» και απ’ την  άλλη μεριά ο φοίνικας με την επιγραφή «Μάχου ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος». Θε μου, πόσο έμοιαζε με τη σημαία των Ιερολοχιτών! Ένιωθε την ανάγκη να βρεθεί μόνος, να συγκεντρωθεί, να μπορέσει να στείλει ένα μήνυμα, έναν χαιρετισμό στον Πρίγκιπά του, που ποιος ξέρει τώρα σε ποια φυλακή θα βρίσκεται. Άκουσε τον Ζαφειράκη να μιλάει στους Ναουσαίους, πήρε τ’ αυτί του πως επιτροπή συστήθηκε από τέσσερις, άκουσε ζητωκραυγές. Προχωρούσε σιγά. Μια-μια μπροστά του ξαναζούσαν οι ώρες, οι μέρες της Μολδοβλαχιάς. Τα νταούλια πήγαν να τον ξαναφέρουν στη γη, είδε πως χορό στήσαν οι άντρες και οι γυναίκες τραγουδούσαν και χτυπούσαν τα χέρια του στο ρυθμό του χασάπικου.

«Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας που όριζε την οικουμένη όλη»

Θεέ μου, αυτό το τραγούδαγε κι η μάνα του, η Σοφία. Τώρα θυμάται, πως του έλεγε, πως είναι Μακεδονίτικο. Τον κυνηγάν χίλιες θύμησες, το Παρίσι, ο Αλέξανδρος, ο Πρίγκιπας, ο νεκρός Δημήτριος Σούτσος, το γράμμα το έστειλε στους δικούς του. «Ευρίσκομαι επί κεφαλής ελευθέρων ανθρώπων, οι οποίοι δεν με φορτώνουν με ματαίους τίτλους, οι οποίοι μου δίδουν το γλυκύ του αδελφού όνομα…». Ζει κι ο Κωνσταντίνος ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους. Γιατί απ’ τη στιγμή που έπαψαν να νιώθουν σκλάβοι, οι Έλληνες είναι κιόλας ελεύθεροι.

- Αλέξανδρε, αδελφέ μου, δεν είσαι κοντά μου να δεις την Πατρίδα, να δεις τους δικούς μας ανθρώπους.

Είχε φτάσει στο ποτάμι, στην Αραπίτσα, και το ποτάμι ήταν φουσκωμένο, αγριεμένο κι έτρεχε με βουητό ν’ ανταμώσει τη θάλασσα, τη μάνα του…

- Λοιπόν παλικάρι, με ζήτησες;
- Ναι, καπετάνιο.
- Και σαν τι θες ελόγου σου από μένα;
- Να με πάρεις μαζί σου.

Ο Ζαφειράκης καθότανε στο μαλακό ντιβάνι και με μισόκλειστα μάτια μέτραγε τον Κωνσταντίνο.
- Ντόπιος δεν είσαι. Μου ‘πε ο κυρ Λάζαρος πως είσαι Ιερολοχίτης. Μα δύσκολες ώρες περνάει η πατρίδα μας, δυσκολότερες ώρες μας περιμένουν. Πρέπει να ξέρω ένα ένα τα παλικάρια μου. Σημάδι έχεις, πως είναι αλήθεια ό, τι μας είπες;

- Έχω, σοβαρά απάντησε ο Κωνσταντίνος.
- Ποιο; Και τι το κρύβεις; Δε θα ‘χαμε τόσην ώρα κουβεντιάσει λόγια του ανέμου.

Ο Κωνσταντίνος, αμίλητος, άνοιξε το δισάκι του και με χέρια που έτρεμαν, στα τυφλά έψαξε και έβγαλε το πανί.

- Η σημαία των Ιερολοχιτών! είπε με βραχνιασμένη φωνή.

Ορθώθηκε ο Ζαφειράκης, έκανε δύο βήματα μπροστά, έπιασε με δέος την σημαία. Δεν τόλμησε να τη χαϊδέψει, όπως το ‘θελε, μα απόμεινε να την κοιτάζει. Πρόσεξε πως η άκρη της είχε ξεραμένο αίμα.

- Σκοτώθηκε ο σημαιοφόρος, εξήγησε ο Κωνσταντίνος.
Ψημένος ο καπετάνιος, είχαν δει κι είχαν δει τα μάτια του, είχε σηκώσει κι αν δεν είχε σηκώσει πίκρες η καρδιά του, είχε πιεί φαρμάκια, μα τέτοιο φαρμάκι, τέτοια πίκρα τον συγκλόνισε. Σα βαλανιδιά χτυπημένη από αστροπελέκι, έγειρε, τρίκλισε και έπιασε κι ασπάστηκε το αίμα. Έκανε ώρα να συνέλθει. Κι όταν γύρισε και μίλησε στον Κωνσταντίνο, ήταν πέτρινο κι αδάκρυτο το πρόσωπό του.

- Ξέρεις, παιδί μου, ποια είναι η κατάσταση εδώ; Απάντηση δεν περίμενε και συνέχισε. Είχαμε στείλει κάποιον, Σάλας τ’ όνομά του, μ’ ένα καράβι, να πάει στα Ψαρά, να πάρει κανόνια, μα δεν πρόκειται να ‘ρθει. Στείλαμε στην Πελοπόννησο γράμματα να μας βοηθήσουν. Μα εκεί έχουν την Τριπολιτσά να πάρουν, έχουν δικές τους αγωνίες, λίγος ο στρατός, πολλοί κάτω οι Τούρκοι, δεν περισσεύουν άντρες να μας στείλουν. Για λεφτά ούτε λόγος να γίνεται, δεν υπάρχουν, είναι χειρότερα εκεί κάτω από μας. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου μας στείλανε μαντάτο πως, μη περιμένουμε να μας βοηθήσουνε, γιατί κι αυτοί τώρα πολεμάνε. Μακριά είμαστε απ’ τη θάλασσα, είμαστε αποκομμένοι από την άλλη Ελλάδα, που επαναστάτησε, με χιλιάδες Τούρκικο στρατό στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Μα είμαστε ένα κορμί οι Έλληνες. Και δεν μπορούμε να μη ζητήσουμε κι εμείς τη λευτεριά μας, όταν ολόκληρο κορμί την αποζητάει.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σου δείξω πεντακάθαρη την κατάσταση. Το δικό μας ξεσήκωμα έχει το χαρακτήρα της αυτοθυσίας, είμαστε σαν εκείνους τους τριακόσιους τους παλιούς τους Σπαρτιάτες, ξέρεις. Δεν είχανε ελπίδα να νικήσουνε, δεν είχανε ψεύτικα όνειρα πως θα διώχνανε τον Πέρση. Ίσως ανόητους να τους φαντάστηκαν μερικοί. Μα είναι λίγοι αυτοί, που έτσι τους φαντάστηκαν. Οι Σπαρτιάτες το ‘ξεραν πως θα νικιόντουσαν, πως θα πεθαίνανε και στάθηκαν εκεί και πολέμησαν .

Ξέρεις, είπε ο Ζαφειράκης σκεφτικά, είμαστε ένας λαός περίεργος. Από τη στόφα που υφαίνονται τα όνειρα είμαστε. Δεν είναι λίγο να ξέρεις πως θα νικηθείς και να πλένεσαι, να στεφανώνεσαι και να τραβάς να πολεμήσεις! Είμαστε νοικοκυραίοι, χορευταράδες, καλοφαγάδες αν θες, την αγαπάμε τη ζωή. Τι λέω την αγαπάμε! Τη λατρεύουμε τη ζωή. Και όλα αυτά στο λεφτό τα πετάμε για να είμαστε λεύτεροι.

Είσαι πιο νέος, μα άκου με εμένα, που έφαγα τη ζωή με το κουτάλι. Απ’ όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις, οι δυνάμεις της ψυχής είναι αυτές που φέρνουν αποτέλεσμα. Κι εμείς έχουμε μια δύναμη, που ξεκινάει απ’ το πνεύμα μας και μας κάνει στο τέλος, να νικούμε. Γιατί, κι αυτό κομπόδεσέ το στο μυαλό σου, θα νικήσουμε στο τέλος, έστω κι αν λίγοι θα δούμε αυτή τη νίκη.

Ο Ζαφειράκης έκοψε βόλτες με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Και χωρίς να φοβάται τα λόγια συνέχισε.

- Το λοιπόν, ακόμα ζητάς να μείνεις εδώ να πολεμήσεις μαζί μας;

- Τώρα το ζητώ περισσότερο από πριν. Σταθερή ήρθε η απάντηση. Κρυφοκαμάρωσε ο Ζαφειράκης, μα δεν το έδειξε.

- Καλά, είπε, Πήγαινε και θα σε ειδοποιήσω. Άσε μόνο τη σημαία, να καταφέρω να την στείλω κάπου, να φυλαχτεί. Θα ‘ρθουν χρόνοι, που θα προσκυνιέται τούτη η σημαία. Της έριξε μια τελευταία ματιά ο Κωνσταντίνος, την αποχαιρέτησε. Πήγαινε να φύγει, όταν είδε πλατιά την παλάμη του καπετάνιου να του προσφέρεται.

- Καλή τύχη να 'χουμε ή καλό βόλι, όπως λέμε εμείς εδώ. Σφίξαν τα χέρια και χώρισαν...
Το μνημείο στον χώρο θυσίας των γυναικών της Νάουσας,
στη γέφυρα Στουμπάνων πάνω στον παραπόταμο Αραπίτσα
Σχόλιο
Αναφέρουμε παραπάνω πως πιθανότατα το βιβλίο θα αρέσει περισσότερο σε αγόρια και ένας από τους λόγους, είναι ότι στους θηλυκούς χαρακτήρες του κειμένου δίνεται ρόλος αρκετά διακριτικός. Παρότι συνοδεύουν και βοηθάνε τον Κωνσταντίνο σε κάθε φάση της μεγάλης του περιπέτειας, οι κοπέλες που συναντάει σε κάθε σταθμό της ζωής του, μένουν στο παρασκήνιο και αφήνουν τελικά ένα ελαφρύ ίχνος στην ιστορία- σε σύγκριση τουλάχιστον με τους αρσενικούς χαρακτήρες. Εξαίρεση η μητέρα του ήρωα, η οποία μέσα από την παιδεία, την ευθύνη αλλά και το δαχτυλίδι που του κληροδοτεί στο ξεκίνημα, χαράζει ουσιαστικά ολόκληρη την μετέπειτα πορεία του και διαρκώς τον καθοδηγεί. Οι νεαρές αναγνώστριες ωστόσο, θεωρώ πως δύσκολα θα ταυτιστούν με την μαμά Σοφία. 

Μιλώντας για τη μητέρα του ήρωα, κάτι που ίσως χρειάζεται διευκρίνιση είναι το επίθετό της. Στο πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται ότι ο Παλαιολόγος παραδίδει το δαχτυλίδι στον Ανδρόνικο Ζάγαρη, ενώ στο πέμπτο ο Υψηλάντης τον προσφωνεί ως γιο της Σοφίας από το γένος του Ανδρόνικου Ζηλίκη. Η διαφορά στα δύο επίθετα παραμένει και στη νέα έκδοση που κυκλοφορεί.

Οι αξίες και τα ιδανικά που συνοδεύουν τους ήρωες και καθορίζουν τις αποφάσεις τους, θυμίζουν αρκετά τα επικά έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Η ανάγκη που νιώθει ο Κωνσταντίνος (και όχι μόνο) να θυσιάσει τη ζωή του για την πατρίδα, όπως και η φράση που επαναλαμβάνεται στις σ.150-3 «Ένας άνθρωπος μπορεί να πεθάνει... Αλλά η ιδέα της Λευτεριάς θα συνεχίσει να ζει... Οι ιδέες αντέχουν στον θάνατο» μας παραπέμπει στο Εγώ είμαι ένας και θα περάσω... του Για την Πατρίδα, που άλλωστε έχει χρησιμοποιηθεί ως αναφορά και από την Άλκη Ζέη στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου. Μια διαφορά βέβαια με την αυταπάρνηση του Αλεξίου, είναι πως εκείνη είχε ως έναυσμα την εντολή του αυτοκράτορα, ενώ στον Κωνσταντίνο τα κίνητρα είναι εσωτερικά. Και πώς να μην είναι, όταν στις φλέβες του Κωνσταντίνου, ρέει το αίμα του τελευταίου αυτοκράτορα;
Το δαχτυλίδι του Βασιλείου Λακαπηνού ή Λεκαπηνού, το όνομα
του οποίου μας είχε απασχολήσει στο Άννα και Θεοφανώ (Πηγή)
Στο Βουκουρέστι, ο Κωνσταντίνος πηγαίνει στη Σχολή να ακούσει το πρώτο μάθημα του Γεννάδιου, και ακολουθεί μια ατμοσφαιρική σκηνή γεμάτη φλογερό πατριωτισμό. Μια και οι μέρες το επιβάλλουν, ας την παραθέσουμε:

Έλεγε ο Γεννάδιος, κι εκεί μπροστά στον Κωνσταντίνο ήρθε και στήθηκε όλη η δόξα της Ελλάδας, της Αθήνας η λαμπράδα. κι εκεί που 'χε παρασυρθεί από το όνειρο, άκουσε βροντερή τη φωνή του διδασκάλου:
 - Κλείστε τις θύρες!
- Τις θύρες, τις θύρες! φώναξαν μερικοί.

Κοντά στην πόρτα ήταν ο Κωνσταντίνος. Έσπρωξε όλο εκείνο το πλήθος, έκλεισε την πόρτα. Και όταν ξαναγύρισε στη θέση του, είδε έναν αλλιώτικο Γεννάδιο. Μεθυσμένο, όχι πια από το όραμα της παλιάς Αθήνας, αλλά με ιερή οργή, φωτιές να βγαίνουν από τα μάτια του, καυτά τα λόγια του, να λέει τα βάσανα του Γένους. Τους χλευασμούς, το παιδομάζωμα, τον τρόμο, τη σκλαβιά να ανιστοράει, τα τόσα τόσα χρόνια του ζυγού να τα μετράει, και μαζί του όλοι ετούτοι εδώ να τα μετράνε. Και να κλαίει ο Γεννάδιος και να κλαίει όλος ετούτος ο λαός, να κλαίει ο Κωνσταντίνος, να κλαίει ο μικρός Ραγκαβής. Και τα δάκρυα να στεγνώνουν, καθώς η ελπίδα έρχεται τώρα να γλυκάνει τόσο πόνο, τόσα βάσανα. Γι' Ανάσταση μιλάει τώρα ο σοφός, για Φιλική Εταιρεία, για τον Αλέξανδρο τον Υψηλάντη λέει, για καρδιές και καριοφίλια, που καρτεράνε την Άγια Ώρα, να 'ρθει, του Σηκωμού. 

Ήρθε η ώρα, έλεγε ο δάσκαλος, να δείξετε στον κόσμο που σας κοιτάζει και στην Πατρίδα, που ελπίζει σε σας, ότι είστε πραγματικά της παιδιά. Ήρθε η ώρα να δείξετε την ευγνωμοσύνη σας προς την Πατρίδα, που σας γέννησε και να προσφέρετε κάτι ελάχιστο· μικρό αντίδωρο στην τόσο μεγάλη ευεργεσία, να σας κάνει Έλληνες και να προσφέρετε τη ζωή σας γι' αυτή. Η Πατρίδα, αφού σας ευεργέτησε με το να σας γεννήσει Έλληνες, τώρα σας δίνει μια ακόμα πιο μεγάλη ευεργεσία, να πολεμήσετε και να  πεθάνετε γι' αυτήν. Αφού σας έδωσε τη ζωή, τώρα σας προτείνει την αθανασία. Πρόγονοι και πατέρες τριών χιλιάδων ετών, ήρωες, μάρτυρες, σοφοί, στρατηλάτες, σας κοιτάζουν από τον ουρανό για να δουν αν θα φανείτε άξιοί τους και της Πατρίδας. Των Θερμοπυλών, του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών οι ψυχές σας νεύουν και σας ενθαρρύνουν. Του Ιερού Λόχου των Θηβών οι αδελφοί σας, σας φωνάζουν: Μη μας ατιμάσετε! Μιμηθείτε μας! Σας περιμένουμε με αγκαλιές ανοιχτές. Τεσσάρων αιώνων τυραννοκτονίας ήρωες και μάρτυρες, η αθάνατη κλεφτουριά, Ιεράρχες, άρχοντες, προεστοί, διδάσκαλοι, ναυτικοί, σας φωνάζουν: Μάχεσθε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Των παλαιών Αθηνών οι νέοι σας προσκαλούν να ορκισθείτε τον όρκο εκείνων. Γονατίσατε και ορκισθείτε.

Ο Κωνσταντίνος σαν μέσα σε όνειρο γονάτισε όπως γονάτισαν όλοι. Η φωνή του, βαριά, ενώθηκε με όλες τις άλλες: Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά. Ο Γεννάδιος συνέχισε στην τρομερή σιωπή κι ήταν ίδιο μαχαίρι η φωνή του. Παιδιά της Πατρίδας, φανείτε άξιοι των πατέρων σας. Έφτασε η στιγμή. Σας προσκαλεί η Πατρίδα να την ελευθερώσετε και να απαθανατισθείτε...
Χρήση στην τάξη
Τα ιστορικά ονόματα που παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου είναι πολυάριθμα: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Άνθιμος Γαζής, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Γεώργιος Γεννάδιος, Αλέξανδρος Ν. Σούτσος, Γιωργάκης Ολύμπιος, Ζαφειράκης Θεοδοσίου, Αγγελής Γάτσος, Αναστάσιος Καρατάσος, Λόρδος Μπάιρον, Σπυρίδων Τρικούπης, Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ, Διονύσιος Σολωμός, Ιωάννης Καποδίστριας...

Έχουν άραγε οι μαθητές μας ξανακούσει κάποια από αυτά; Μια πρώτη δραστηριότητα, θα μπορούσε να αφορά στην αναζήτηση στοιχείων για τις παραπάνω προσωπικότητες και στη συνέχεια παρουσίασή τους στην τάξη. Αν η προσέγγιση αυτή σας φαίνεται τετριμμένη και το σχολείο διαθέτει τις απαραίτητες υποδομές, ομάδες μαθητών μπορούν να επιχειρήσουν τη δημιουργία μιας παρουσίασης (powerpoint) που να περιέχει σχετικές φωτογραφίες, πληροφορίες και μια χρονογραμμή.

Από τη στιγμή που οι μαθητές θα έχουν ασχοληθεί αρκετά (περισσότερο ή λιγότερο διαδραστικά) ώστε να κατέχουν κάποια βασικά στοιχεία για το καθένα από τα παραπάνω πρόσωπα, μπορούμε να παίξουμε ένα παιχνίδι από τα πάρτι του παλιού καιρού. Το παιχνίδι ονομάζεται Ποιος είμαι??? και ο κάθε μαθητής πρέπει μέσα από πέντε ερωτήσεις (στις οποίες η απάντηση είναι ναι ή όχι) προς τους συμμαθητές του, να μαντέψει ποιο από τα ονόματα των ηρώων βρίσκεται στο χαρτί που έχει στην πλάτη ή το μέτωπό του.
Στο μάθημα της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τους σταθμούς της πορείας του Κωνσταντίνου σε έναν πολιτικό χάρτη: Παρίσι - Βουκουρέστι - Δραγατσάνι (Drăgăşani)- Νάουσα - Μεσολόγγι - Ναύπλιο. Από πόσες και ποιες σύγχρονες χώρες πέρασε το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα; 

Στα εικαστικά, μια ιδέα θα ήταν να ασχοληθούμε με τον Φοίνικα. Πώς θα αποδίδαμε το μυθικό πτηνό σε μοντέρνα εκδοχή ώστε να ταιριάζει στη σύγχρονη Ελλάδα που προσπαθεί να ορθοποδήσει; Μπορούμε επίσης να μελετήσουμε τον πίνακα «Η έξοδος του Μεσολογγίου» του Θεοδ. Βρυζάκη και να τον αναπαραστήσουμε με δικές μας ζωγραφιές, παντομίμα ή άλλα μέσα. Ο πίνακας, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, ενώνει το πρώτο με το τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, αφού οι κόκκινες περικνημίδες της κεντρικής μορφής, παραπέμπουν στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο!
Ενδιαφέρον όπως πάντα, θα είχε και μια επίσκεψη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή) στο οποίο φυλάσσεται ο μοναδικός επενδύτης ιερολοχίτη που σώζεται στις μέρες μας, όπως και προσωπικά αντικείμενα του Αδαμάντιου Κοραή, αλλά και του φιλέλληνα Λόρδου Μπάιρον, όπως το κρεβάτι εκστρατείας του (στο μουσείο το βλέπουμε διπλωμένο στο μπαουλάκι του). Περισσότερα για τον Ιερό Λόχο, μπορούμε να συναντήσουμε στο ομώνυμο βιβλίο της Βάσας Σολωμού - Ξανθάκη.

Στο μάθημα της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε ποιήματα του Μπάιρον αλλά και του Διονυσίου Σολωμού και να τα απαγγείλουμε στην τάξη. Επίσης, για όποιον αναζητά κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα, ίσως θα είχε ενδιαφέρον να επιχειρήσει με την τάξη του να διαβάσει αποσπάσματα από την εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου και να προσπαθήσει να τα αποδώσει σε νέα ελληνικά. Στην εικόνα, το τελευταίο φύλλο της εφημερίδας πριν μια τουρκική βόμβα καταστρέψει τις εγκαταστάσεις της.

Share/Bookmark

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Μια μικρή ηρωίδα

Υπόθεση
Σ' ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, στα 1866, ζει ο καπετάν Αντρέας μαζί με τη γυναίκα και τη 12χρονη κόρη τους Λενιώ. Ένας αγγελιοφόρος εμφανίζεται στο σπίτι τους, κυνηγημένος από τους Τούρκους. Η Λενιώ αναλαμβάνει να τον οδηγήσει με ασφάλεια στη Μονή Αρκαδίου, ώστε να παραδώσει το μήνυμά του στον ηγούμενο. Μετά όμως από πολλές περιπέτειες, ο δρομολάτης πέφτει σε ενέδρα και τραυματίζεται βαριά. Η μικρή ηρωίδα δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει μόνη, γνωρίζοντας ότι τα χαρτιά πρέπει να φτάσουν στον προορισμό τους με κάθε θυσία. Ολοκληρώνει την αποστολή της με επιτυχία, κάνοντας τους γονείς της -που ήρθαν να τη βρουν στο μοναστήρι- περήφανους. Ο τόπος γύρω από τη μονή πλημμυρίζει γρήγορα με Τούρκους και κανόνια. Οι Κρητικοί υπερασπιστές γνωρίζουν τη μοίρα που τους περιμένει, είναι όμως αποφασισμένοι να πολεμήσουν για την ελευθερία τους και την ένωση με την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Καζαντζάκη
Εικονογράφηση: Αλέξης Κορογιαννάκης (εξώφυλλο Σπύρος Γούσης)
ISBN: 978-960-03-3030-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 145
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Ιστορική περιπέτεια που ξετυλίγεται με την απλότητα και τους ήπιους τόνους ενός παραμυθιού. Σκοπός της, να μας διηγηθεί τη δραματική θυσία των Κρητών στη Μονή Αρκαδίου. Με γλώσσα λογοτεχνική αλλά και χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στοιχεία από την κρητική ντοπιολαλιά, η συγγραφέας δημιουργεί τελικά μια αρκετά καλογραμμένη ιστορία. Ειδικά στα πρώτα κεφάλαια, οι ατμοσφαιρικές σκηνές εντυπωσιάζουν με την εσωτερική ένταση που εκπέμπουν. Καθώς όμως η αφήγηση αρχίζει να ακολουθεί τη Λενιώ στην περιπέτειά της, τα χαρακτηριστικά του «φιλμ νουάρ» παραχωρούν τη θέση τους σε συνηθισμένες για τον χώρο προσεγγίσεις. Οι χαρακτήρες γίνονται πιο προσιτοί, ενώ εισάγονται απλουστεύσεις που εξυπηρετούν την πλοκή και πιθανόν μάς βοηθούν να υιοθετήσουμε την οπτική του νεαρού κοριτσιού. Το βιβλίο χωρίζεται σε 15 ασύμμετρης έκτασης κεφάλαια (3-24 σελίδων) που διαβάζονται με ενδιαφέρον και χωρίς να κουράζουν. Η εικονογράφηση είναι παρούσα, με 2-3 ασπρόμαυρα σκίτσα μισής ή μίας σελίδας ανά κεφάλαιο. Προτείνουμε το βιβλίο σε μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού, ενώ πιθανόν να το εκτιμήσουν τόσο τα κορίτσια (αφού πρωταγωνίστρια είναι η Λενιώ) όσο και τα αγόρια, λόγω του θέματος και της δράσης του.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Ήπιοι τόνοι και λογοτεχνικότητα
  • Ενδιαφέρον θέμα
  • Προβολή ανθρωπιστικών αξιών

Αξίες - Θέματα
Γενναιότητα, Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν οι Τούρκοι φτάνουν έξω από το σπίτι του καπετάν Αντρέα (κεφ.2)

Εικονογράφηση
Δύο - τρία ασπρόμαυρα σκίτσα σε κάθε κεφάλαιο που καταλαμβάνουν μισή ή ολόκληρη σελίδα, συνοδεύουν το κείμενο και συμμετέχουν στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Ζητώ συγνώμη για τις "τσαλακωμένες" εικόνες, αλλά είναι από το βρεγμένο αντίτυπο που διατίθεται προς δανεισμό στη βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου (καλό θα ήταν όσοι δανείζονται βιβλία να τα προσέχουν).
Απόσπασμα
Η ιστορία που θα διηγηθώ συνέβηκε, πάει πολύς πολύς καιρός, σ’ ένα ορεινό χωριουδάκι της Κρήτης, απόμερο κι αγνοημένο. Κατάφυτο από χιλιόχρονα πλατάνια και θεόρατες βαλανιδιές, με τ’ αηδόνια και τις πέρδικες να κελαηδούν την άνοιξη στις ρεματιές του, με τα λογής λουλούδια να στολίζουν τις πλαγιές του και τα δροσερά και κρυσταλλένια νερά να κατρακυλούν ολοχρονίς από τα γύρω βουνά, το χωριουδάκι ήταν ένας μικρός χαρούμενος παράδεισος. Λες κι η φύση το ‘χε διαλέξει να σκορπίσει απάνω του τις ομορφιές της.

κι όμως, οι λιγοστοί του κάτοικοι σαν να μην έβλεπαν τις χάρες τους. Οι Κυριακές δε μάζευαν τις νιες και τα παλικάρια στα χοροστάσια να στήσουν το χορό έπειτα από τη λειτουργία. Τα χαρούμενα γερακοκούδουνα της λύρας δεν ακούγονταν. Στο Νησί είχαν ακόμα μια φορά αρχίσει οι αγώνες για τη λευτεριά.

Το μήνυμα «Στ’ άρματα, αδέρφια, λευτεριά ή θάνατος», σαν να το ‘φερνε ο αγέρας στα φτερά του, ξεσήκωνε, όθε διάβαινε, το λαό. Η λαχτάρα της λευτεριάς άναβε πάλι τις καρδιές κι όλοι, σαν ένας, βιάζονταν ποιος πρώτος να λάβει μέρος στον αγώνα.

Εκεί στα βουνά, ωστόσο, τους κάτοικους δεν τους απειλούσε κανένας κίνδυνος. Στα μέρη εκείνα δεν είχε πατήσει ποτέ ποδάρι αγαρηνού και θα μπορούσαν να ζουν ξένοιαστοι, δοσμένοι στα ειρηνικά τους έργα. Τότε όμως θα ‘τανε ψέμα η πατρίδα, ψέμα η αγάπη για τη λευτεριά, ψέμα το χρέος του καθενός ν’ αγωνίζεται εναντίον της σκλαβιάς. κι επειδή δεν είναι ψέμα όλα τούτα, που λέγονται με μια λέξη, «αρετή», στο χωριουδάκι δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς να’ χει κάποιον να πολεμά ή κάποιον σκοτωμένο να τον κλαίει.

Κι όπως σε κάθε κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, πάντα υπάρχουν μερικοί που ξεχωρίζουν από τους άλλους με την αξία τους, έτσι στο χωριουδάκι ξεχώριζε ο καπετάν Αντρέας για τη γνώση και την παλικαριά του. Δεν είχε μεγάλη οικογένεια. Μόνο τη γυναίκα του, τη Μαρίνα, και το Λενιώ του, δώδεκα χρονών κοριτσάκι, με κατάξανθες πλεξούδες και κόκκινα μάγουλα. Ο καπετάν Αντρέας δεν ήτανε κανένας τρανός με τσιφλίκια και κοπάδια. Ήτανε, σαν όλους τους χωριανούς, φτωχονοικοκύρης, με τόση γη δική του, όση για να του δίνει της χρονιάς τη σοδειά, και τόσα πρόβατα, όσα για να ‘χει το γάλα, να πήζει το τυρί του, να βγάζει το βούτυρό του και η κυρα- Μαρίνα να φτιάχνει τις χυλοπίτες και τους τραχανάδες.

Όπως οι περισσότεροι Κρητικοί, ήτανε ψηλός κι αλαφροκόκαλος. «Έπιανε το λαγό στο τρέξιμο», όπως λένε εκεί. Είχε ωραία χαρακτηριστικά. Φρύδια καλογραμμένα, μεγάλα αστραφτερά μάτια κι έκφραση γαλήνια και σοβαρή. Κι όσο για παλικάρι, κανένας δεν ήτανε καλύτερός του.

Απόψε λοιπόν οι χωριανοί βρίσκονται συναγμένοι στο σπίτι του καπετάν Αντρέα. Ανάμεσά τους είναι και δυο ξενοχωρίτες μαντατοφόροι. Φαίνεται θα τους έφεραν δυσάρεστα μαντάτα, για να ‘ναι όλοι τους έτσι συλλογισμένοι.

«Τα τειχιά της Μονής θα μπορέσουν άραγε ν’ αντέξουν;» ρωτά κάποιος σε μια στιγμή.

«Πάντα άντεχαν», είπε ένας από τους ξένους. «Τώρα όμως, μαζί με τους ντόπιους εχθρούς, ο Σουλτάνος έστειλε και ταχτικό στρατό με κανόνια».

«Το Αρκάδι», πήρε το λόγο ο καπετάν Αντρέας, «δεν πέφτει εύκολα. Χώρια που έχει γερό κάστρο και οι μπαρουταποθήκες του είναι γεμάτες πολεμοφόδια, έχει και υπερασπιστές τα καλύτερα παλικάρια. Και πρώτος απ’ όλους το γούμενο τον Γαβριήλ».

Οι γυναίκες, ακούγοντάς τους από την πλαϊνή κάμαρα, παρατούσαν τ’ αδράχτια και τις ρόκες τους και πρόσεχαν τι λέγανε. Έπειτα ξανάπιαναν τη δουλειά τους και μεταξύ τους κουβέντιαζαν κι εκείνες.

«Πόσοι πάλι θα σκοτωθούν, Χριστέ μου! Ακούσατε τι είπαν; Ο Σουλτάνος έστειλε στρατό».

«Βάλανε, λέει, αρχή να καίνε τα χωριά οι αντίχριστοι! Οι φωτιές φαίνονται μίλια μακριά».

Μια γριούλα, με τα άσπρα μαλλιά της να ξεβγαίνουν από το μαύρο τσεμπέρι της, με τρόπο αυστηρό και σεβάσμιο είπε:
«Και οι τρεις μου γιοι σκοτώθηκαν. Κι είμαι τώρα έρμη και μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο. Μου είπαν κι οι τρεις: Θα πάμε, μάνα, να πολεμήσουμε. και τους αποκρίθηκα: Να πάτε, παιδιά μου. Σκοτώθηκαν κι οι τρεις. Και όσοι άλλοι… αμέτρητα χρόνια… κι η Κρήτη είναι ακόμα σκλαβωμένη».

«Άδικα χάνεται ο κόσμος. Τόσα χρόνια τι κερδίσαμε;»
Η γριούλα την έκοψε:

«Δεν ήθελα να πω αυτό, Κατερίνα. Δε με κατάλαβες. Όταν πολεμά κανείς για τη λευτεριά, ποτέ δεν είναι σίγουρος πως θα τη χαρεί ο ίδιος. Ξέρει όμως πως θα τη χαρούν οι άλλοι και αυτό του φτάνει».

«Έτσι είναι», συμφώνησαν όλες.

Ανάμεσά τους ήτανε και το Λενιώ. Σαν μεγάλη άκουγε προσεχτικά τα λόγια τους και τα ‘βαζε καλά στο νου της.
Ξάφνου ακούστηκε χτύπος στο παραθύρι. Ποιος ήτανε τέτοια ώρα; Μήπως γελάστηκαν; Αλλά όχι, γιατί τώρα χτυπούσαν πιο δυνατά.

Ο καπετάν Αντρέας σηκώθηκε και πήγε να δει.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ανοίγοντας το παραθύρι.

«Ένας δρομολάτης έχασε το δρόμο και ζητά να τον οδηγήσετε».

Η φωνή ήταν αντρίκεια και σταθερή.

«Καλώς ορίσατε», είπε ο καπετάν Αντρέας και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα.

Μερικά αστέρια τρεμόλαμπαν κι ένα δροσερό αεράκι μπήκε στην κάμαρα. Στο κατώφλι φάνηκε ένας μεγαλόσωμος άντρας.

Είπαμε πως οι Κρητικοί είναι ωραίοι άντρες, όμως η ομορφιά τούτου του ανθρώπου δεν είχε το ταίρι της.

Όλοι σηκώθηκαν να του δώσουν θέση. Αμέσως έπειτα ο καπετάν Αντρέας ρώτησε τον ξένο αν πεινά κι αν διψά και του πρόσφερε το βρισκούμενο: τυρί, κρασί και τηγανισμένα αυγά.

Ο ξένος δέχτηκε τη φιλοξενία του νοικοκύρη με τρόπο απλό κι ευγενικό. Τα λόγια όμως ήταν μετρημένα. Ούτε πού πήγαινε, ούτε πώς βρέθηκε εκεί πάνω. Αλλά ούτε ο καπετάν Αντρέας ούτε κανείς άλλος τον ρώτησε.

Σιγά σιγά άρχισαν τις κουβέντες. Έλεγαν για τις μάχες που γίνονταν, για τα γυναικόπαιδα που έφευγαν από τις πολιτείες με τα βαπόρια και πήγαιναν να σωθούν στην Ελλάδα. Ο ξένος ήτανε για όλα πληροφορημένος. Αλλά όσο και αν όλα τούτα ήτανε γνωστά, στο στόμα του ξένου έπαιρναν, θαρρείς, μεγαλύτερη σημασία.

ήρθε η ώρα να πάνε στα σπίτια τους οι χωριανοί. Σηκώθηκαν, πήραν τις γυναίκες τους, ευχήθηκαν το καλό ξημέρωμα κι έφυγαν. Στου καπετάν Αντρέα έμειναν οι δυο ξενοχωρίτες κι ο άγνωστος περαστικός.

Όταν έμειναν οι τέσσερις μονάχοι, ο ξένος ρώτησε αν οι δρόμοι κατά δω είναι λεύτεροι ή έχουν κλειστεί. Και αν υπάρχουν μονοπάτια να τραβήξει απ’ αυτά.

«Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Βέβαια υπάρχουν πολλά μονοπάτια, αλλά πώς να τα βρει ένας που δεν τα περπάτησε ποτέ;»

Τα διαπεραστικά μάτια του ξένου σταμάτησαν στο γαλήνιο πρόσωπο του καπετάν Αντρέα, έπειτα στους άλλους δυο.

«Αυτό μου φτάνει», είπε ο ξένος και όλοι κατάλαβαν πως ήτανε μαθημένος να μην τον σταματά κανένα εμπόδιο στο δρόμο του. «Φεύγω», είπε και σηκώθηκε. «Πρέπει εκεί που πάω να φτάσω το γρηγορότερο».

«Αυτό εξαρτάται από το μέρος που θέλεις να πας», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Το ξέρω πως όποιος έχει γερά ποδάρια δε λογαριάζει την απόσταση, φτάνει να ‘ναι ο δρόμος καλόβολος. Και κοντινός όμως να ‘ναι, σαν έχει κακοτοπιές…»

«Εμείς οι δρομολάτες», αποκρίθηκε ο ξένος, «όταν δεν είμαστε λεύτεροι να διαλέξουμε τον καλόβολο δρόμο, τραβούμε και τον κακόβολο Μια και πήραμε την απόφαση να φτάσουμε κάπου, πρέπει να φτάσουμε. Βέβαια, είναι μεγάλο αγαθό να περπατά κανείς συντροφεμένος με καλούς και σίγουρους φίλους».

«Σωστά», είπε ο καπετάν Αντρέας. «Ένας σίγουρος φίλος σε τούτες τις δύσκολες ώρες είναι ό, τι χρειάζεται περισσότερο».
«Μόνο που δεν μπορεί κανένας να ‘ναι σίγουρος ποτέ για το φίλο που ακόμα δεν τον έχει δοκιμάσει».
«Υπάρχουν και φίλοι δολεροί, αυτό είν’ αλήθεια. Και από το καρπερό χωράφι δε λείπει η ήρα κι ούτε είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς το βλαβερό σπόρο από τον χρήσιμο».

«Ο καλός τσοπάνος», απάντησε τότε ο ξένος δίνοντας το χέρι του στον καπετάν Αντρέα, «γνωρίζει τα πρόβατά του, ακόμα κι αν φορούν το τομάρι του λύκου».

Είχε συνεννοηθεί. Τα διφορούμενα λόγια ήτανε πια περιττά.

«Γεια σας, αδέρφια!» είπε ο ξένος κι έδωσε και με τους άλλους δυο το χέρι. «Οι δικοί μας σας στέλνουν χαιρετίσματα».

«Είμαστε μαζί σας στη ζωή και στο θάνατο!»

«Στο Αρκάδι έχουν ανάγκη από ψωμί. Ο γούμενος μηνά να οργανωθούν αποστολές με καρπό. Κρατώ γράμματα από την Αθήνα, που πρέπει να φτάσουν στα χέρια των αρχηγών της επανάστασης το γρηγορότερο. Τώρα πάω ν’ ανταμώσω τον καπετάν Μανούσο, τον αρχηγό της δικής σας περιφέρειας».

Ξάφνου τα μάτια του στυλώθηκαν στη μέσα μεριά της κάμαρας. Κάποιος του άκουγε, κρυμμένος στο σκοτάδι. Ο καπετάν Αντρέας γύρισε να δει τι είχε τραβήξει την προσοχή του ξένου κι αμέσως χαμογέλασε.

«Είναι το Λενιώ μου, το καλό μου το κορίτσι. Έλα, Λενιώ».
Σχόλια
Στις 8 Νοεμβρίου του 1866, 15.000 Τούρκοι στρατιώτες με 30 κανόνια, αρχίζουν την επίθεση στη Μονή Αρκαδίου, μέσα στην οποία βρίσκονται κλεισμένοι 325 οπλισμένοι άνδρες και 639 γυναικόπαιδα. Για ποιον λόγο αποφασίζουν οι αγωνιστές να θυσιαστούν; Παρουσιάζοντας τα κίνητρα για την εθελοθυσία των ηρώων, η συγγραφέας μας παραθέτει στο κεφ. 13 μια σύσκεψη προεστών και καπεταναίων στην οποία ακούγονται τα εξής επιχειρήματα:
  • Ο καπετάν Αντρέας, προτείνει να σταθούν πιστοί στον όρκο τους, να πολεμήσουν και να σκοτωθούν, σίγουροι πως η θυσία μας δε θα πάει χαμένη. Τίθεται λοιπόν θέμα αξιοπιστίας προς τον Θεό και την επαναστατική επιτροπή του νησιού. 
  • Η καπετάνισσα Δασκαλάκαινα συμπληρώνει ότι δεν πολεμούν μόνο αυτοί, αλλά όλο το νησί με σύνθημα: λευτεριά ή θάνατος. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν για τον έναν σκοπό.
  • Όταν κάποιος αντιλέγει ότι ίσως θα έπρεπε να συνθηκολογήσουν για τα 600 γυναικόπαιδα, του απαντούν ότι οι Τούρκοι δεν κρατούν τον λόγο τους. Μάλλον δίκαια, αφού όταν τη μέρα μετά την ανατίναξη ο Ι. Δημακόπουλος συνθηκολόγησε και παραδόθηκε, οι Τούρκοι παρά τις εγγυήσεις εκτέλεσαν τον ίδιο και τους περισσότερους υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει! - αντίστοιχα θυμίζουμε ότι είχαν συμβεί και μετά την άλωση της Αμμοχώστου το 1571.
  • Ο ηγούμενος κλείνει τη σύσκεψη λέγοντας «Οι γενιές που θα 'ρθουνε ας κρίνουνε αν κάμαμε το χρέος μας, όπως το κάμανε κι εκείνοι που ζήσανε πρωτύτερά μας», θέτοντας έτσι θέμα υπευθυνότητας απέναντι στον ίδιο τον Ελληνισμό και τις μελλοντικές γενιές.
Οι ρόλοι των δύο φύλων στην παραδοσιακή Κρήτη του 19ου αιώνα φαίνονται σε αρκετά σημεία, με πιο χαρακτηριστικό αυτό (σ.22): Η γυναίκα του καπετάν Αντρέα έκλεισε πίσω της την πόρτα και στάθηκε να περιμένει τις διαταγές του. Κοντά της το Λενιώ περίμενε κι αυτή τι θα πει ο πατέρας.

Το παραπάνω, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Κρητικοπούλες δεν σηκώνουν στις πλάτες τους μέρος από το βάρος του αγώνα. Όπως διαβάζουμε στις σελίδες 121 και 127 φροντίζουν για τους τραυματίες, την καθαριότητα, τα παιδιά, τα ρούχα, το φαγητό, το νερό και τον ανεφοδιασμό των ανδρών που πολεμούν. Η συμβολή τους λοιπόν, παρουσιάζεται πολύτιμη. Όπως λέει και ο στίχος: Διακόσιοι πενήντα εννιά Κρήτες επολεμούσαν / γέροι, γυναίκες και παιδιά, φυσέκια κουβαλούσαν.
Η αείμνηστη συγγραφέας, παρότι αναφέρεται με αγανάκτηση στη βαρβαρότητα και τις ασυδοσίες των Τούρκων (σ.99), αποφεύγει να πέσει στην παγίδα της μονομέρειας, στην οποία πολλές ιστορικές περιπέτειες παρασύρονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά των κατακτητών, που έχουν κι αυτοί παιδιά και έγνοιες (σσ.28, 42-43). Πιο χαρακτηριστικό σημείο, εκείνο όπου ο Ισμαήλ αγάς (σ. 110-2) παρότι Τουρκοκρητικός ο ίδιος, καλύπτει τον γιο του χριστιανού φίλου του που ζητάει βοήθεια μετά τη δολοφονία ενός Τούρκου. Όπως άλλωστε καταλαβαίνουμε (σ.99), ειδικά οι γυναίκες των δύο στρατοπέδων εκείνη την εποχή δεν είχαν πολλά να χωρίσουν: Χριστιανές ή Οθωμανές, παρέμεναν στο περιθώριο, κλεισμένες ανάλογα με τη θρησκεία τους στο χαρέμι ή στο σπίτι, με τις τελευταίες να μπορούν τουλάχιστον κάθε Κυριακή να βγαίνουν για να εκκλησιαστούν.
 
Στη σελίδα 100 αναφέρεται ότι οι Κρητικοί για εκατό χρόνια μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους, κανένα σημάδι δεν έδειξαν πως αποζητούσαν ν' αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Η φράση αυτή μπορεί να παρεξηγηθεί, αφού όντως μετά την άλωση του Χάνδακα (1669), το κίνημα του 1692 (Domenico Mocenigo) στα Χανιά και την πτώση του φρουρίου της Σούδας (1715), η πρώτη επαναστατική ενέργεια ήρθε το 1770 με τον ξεσηκωμό του Δασκαλογιάννη. Τα 55 αυτά χρόνια δεν πέρασαν όμως «ήρεμα» για τον λόγο του ότι οι ντόπιοι ήταν ευχαριστημένοι, αλλά επειδή ήταν αποδεκατισμένοι! Διαβάζουμε (εδώ και εδώ) ότι ενώ πριν από την τουρκική κατάκτηση η Κρήτη αριθμούσε 500.000 κατοίκους, αμέσως μετά στο νησί είχαν μείνει μόλις 50.000 χριστιανοί!
Χρήση στην τάξη
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα παιδιά γνωρίζουν την κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, όπως την ζούσαν οι ντόπιοι. Για τη φιλοξενία τους, την κρητική διατροφή (σ.15, 47), την παραδοσιακή τους ενδυμασία (σ.46) και βέβαια τη νοοτροπία τους. Αλλά και για την καταπίεση, τις κλοπές (σ.106, 110), το κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και τις κάθε είδους αυθαιρεσίες που υφίσταντο από τους Οθωμανούς καταπατητές, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να αρπάξουν οτιδήποτε τους άρεσε. Η σκηνή στη σελ. 52 με τον Τούρκο να διαπραγματεύεται με τον κυρ Μανούσο την τιμή για το άχυρο που μόλις του έκλεψε, είναι χαρακτηριστική. Θυμίζει μάλιστα την πολιτική που εφάρμοζε ο σουλτάνος σχετικά με τη μαστίχα Χίου, η οποία μας είχε απασχολήσει στον Λουκή Λάρα. Μπορούμε με τη βοήθεια των μαθητών, να αναπαράγουμε στην τάξη τον διάλογο αυτόν· για να υπάρχει επιπλέον ενδιαφέρον, ο καπετάν Μανούσος καλό είναι κάθε φορά να αντιδρά διαφορετικά, καλύπτοντας μια γκάμα από την πλήρη δουλικότητα, στην απλή συγκατάβαση και τέλος την επαναστατική άρνηση.

«Πρέπει να σου πω τώρα, κυρ Μανούσο, και για κάποια άλλη υπόθεση», άρχισε να λέει ο Τούρκος μόλις μείνανε οι δύο. «Δηλαδή για το άχυρο που 'φερε το κορίτσι. Το λοιπόν αποφασίστηκε να το πάρουμε. Πάλι όμως, αν σου χρειάζεται, να μας πληρώσεις την αξία του. Κατάλαβες; Μιλημένα τιμημένα... Δώσε όσα κάνει και δε μας νοιάζει για το άχυρο.»
«Σωστά, αγά μου, πολύ σωστά», αποκρίθηκε ο καπετάν Μανούσος. «Ό,τι θέλεις. Ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου».
«Ωραία μιλάς, κυρ Μανούσο. Σαν γνωστικός και φρόνιμος που είσαι, μιλάς».
Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις κι αυτό θα μου το χαρίσεις! (Πηγή)
Σε σχέση με το μαρτυρικό Αρκάδι, οι μικρότεροι μαθητές μπορούν να παρακολουθήσουν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ Το Αρκάδι των Αγγέλων και να αποδώσουν την πρόσοψη της Μονής με διάφορα χρώματα και τεχνικές (βλ. εικόνα κάτω). Οι πιο μεγάλοι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν στοιχεία για μια παρουσίαση αξιοποιώντας τα παραπάνω, όπως και πληροφορίες από το διαδίκτυο, βίντεο, 3D animations, τον σχετικό πίνακα του Γκατέρι (Giuseppe Gatteri) αλλά και τραγούδια, όπως το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου του Κ. Μουντάκη ή το Άστραψε και Σκοτείνιασε.

Share/Bookmark