Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα κουκούτσι στο στρατό του Μεγαλέξανδρου


Υπόθεση
Μέρος Α': Στη Θήβα του 335 π.Χ. ένας έμπορος παπουτσιών διαδίδει την παραπλανητική είδηση ότι ο βασιλιάς Αλέξανδρος σκοτώθηκε από τους Γέτες. Τα χαρμόσυνα για τους ντόπιους νέα τον βοηθούν να ξεπουλήσει την πραμάτεια του, παρασύρουν όμως τους Θηβαίους σε επανάσταση που οι Μακεδόνες πνίγουν στο αίμα. Ο 15χρονος Φιλόλαος αφού βλέπει την οικογένειά του να σφάζεται μπροστά στα μάτια του, το σκάει από την ξεθεμελιωμένη πόλη. Λίγο αργότερα πέφτει στα χέρια δουλεμπόρων, που τον πουλούν σ' έναν πλοίαρχο εμπορικού. Κοντά σε αυτόν, ο Φιλόλαος θα μάθει τη ναυσιπλοΐα και θα ανδρωθεί, ελπίζοντας μια μέρα να εκδικηθεί τους Μακεδόνες για τα δεινά που προκάλεσαν στον ίδιο και την πατρίδα του.

Μέρος Β': Το καλοκαίρι του 332 π.Χ. η Τύρος πέφτει μετά από πολιορκία στα χέρια του Αλεξάνδρου. Μέσα στο λιμάνι της βρίσκεται και ο Φιλόλαος, που προσλαμβάνεται από τους Μακεδόνες μαζί με το πλοίο του. Ακολουθεί τον στόλο στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται την όμορφη Ελάφ. Μετά την επιστροφή του στην Τύρο, ζητά και καταφέρνει να μεταταχθεί στο πεζικό με σκοπό να πάρει την εκδίκησή του. Οι συγκυρίες ωστόσο, τον οδηγούν στο νοσοκομείο εκστρατείας του μακεδονικού στρατού, απ' όπου ενημερώνεται για την εξέλιξη της μάχης στα Γαυγάμηλα. Μετά τη νίκη, γνωρίζει τον Αλέξανδρο που έρχεται να επισκεφθεί τους τραυματίες και εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά του. Τα όσα θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες στην Βαβυλώνα και την Περσέπολη, θα τον βοηθήσουν να καταλάβει ότι για την καταστροφή της Θήβας ευθύνεται όχι ο νεαρός βασιλιάς, αλλά ο ανθρώπινος εγωισμός. Η εκδίκηση που ονειρευόταν έχει πια χάσει το νόημά της. Ο Φιλόλαος επιστρέφει στη συνέχεια στην Αίγυπτο, όπου μάταια αναζητά την κοπέλα που αγάπησε. Απαρηγόρητος, συνεχίζει τα ναυτικά ταξίδια για χρόνια, μέχρι που παντρεύεται μια φίλη από τα παλιά και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου εγκαθίσταται στη Θήβα. Συμβάλλει με ευεργεσίες στην ανοικοδόμησή της και δημιουργεί εκεί μια μεγάλη οικογένεια.

Μέρος Γ': 28 χρόνια αργότερα, οι έφοροι της Θήβας ανακαλύπτουν το παρελθόν του στον μακεδονικό στρατό και τη φιλία του με τον Αλέξανδρο. Τον κατηγορούν για προδοσία και η απολογία του δεν τους πείθει. Καταδικάζεται έτσι σε εξορία και καταφεύγει στην Αίγυπτο, όπου θα ξαναβρεί τον εαυτό του και την αγαπημένη του Ελάφ, με την οποία θα περάσει τα τελευταία 30 χρόνια ζωής που του απομένουν.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Παντελής Σταματελόπουλος, Μαρία Ηλιοπούλου
Εικονογράφηση εξωφύλλου: Αλεξάνδρα Ποτηριάδου
ISBN: 978-960-04-1702-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 263
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βιογραφικό μυθιστόρημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στα χρόνια του Αλεξάνδρου. Σε πρώτο επίπεδο μας διηγείται την Οδύσσεια ενός Θηβαίου φυγά, που η πορεία της ζωής του διασταυρώθηκε στα κρίσιμα σημεία της με εκείνη του μεγάλου Μακεδόνα ηγέτη. Σε δεύτερο μας μιλάει για τη φιλοσοφία του ανθρωπισμού και της ανοχής στο διαφορετικό. Στην αρχή και το κλείσιμο των κεφαλαίων, συναντάμε συχνά γραφή πληροφοριακή και περιεκτική, που μοιάζει ν' απευθύνεται σε ενηλίκους. Το κυρίως μέρος της αφήγησης είναι ωστόσο βατό και η γλώσσα ρέει χωρίς προβλήματα. Τόσο η ίδια η ιστορία όσο και η οπτική από την οποία την παρακολουθούμε, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αρκετές σκηνές που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία το συντηρούν, ενώ κατά καιρούς συναντάμε και μικρές εκπλήξεις, όπως π.χ. μια σύντομη περίληψη από το υπόλοιπο της ζωής των χαρακτήρων που δεν θα ξανασυναντήσουμε στο τέλος κάποιων κεφαλαίων. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία άνισα μέρη (με 6, 18 και 3 κεφάλαια αντίστοιχα) με το δεύτερο μέρος του να είναι και το εκτενέστερο, μιας και περιλαμβάνει την εκστρατεία στην Περσία. Οι αρκετές δύσκολες σκηνές που συναντάμε (δολοφονίες, σφαγές, κακοποιήσεις, περιγραφές, κ.ά. σε περίπου 10 σημεία) η παρουσία του ερωτικού στοιχείου, η περίπλοκη σύνταξη, η απουσία εικονογράφησης αλλά και η ίδια η έκταση του κειμένου, το κατατάσσουν χωρίς αμφιβολία στην κατηγορία του εφηβικού μυθιστορήματος. Εμείς το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου αλλά και μεγαλύτερους αναγνώστες, που ενδιαφέρονται για μια εναλλακτική θεώρηση των γεγονότων γύρω από την κατάρρευση της Περσικής Αυτοκρατορίας.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Πολλά στοιχεία για την καθημερινότητα της εποχής
  • Εμποτισμένο με τη φιλοσοφία του παγκόσμιου ανθρωπισμού

  • Αρκετές "δύσκολες" σκηνές
  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, σχετικού παραρτήματος

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Δουλεία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Φιλόλαος προσκυνώντας το μαυσωλείο του Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, νιώθει να ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Άνθρωποι από όλα τα μήκη και πλάτη του ελληνιστικού κόσμου συνέρρεαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για να προσκυνήσουν το σώμα του ιερού νεκρού. Παλαίμαχοι στρατιώτες φρουρούσαν τον τάφο του Αλέξανδρου, με την ίδια πίστη και αφοσίωση που είχαν επιδείξει και στα νιάτα τους, όταν ο βασιλιάς κυρίευε τον κόσμο. Στις αριστοκρατικές γειτονιές, στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου.

Η Αλεξάνδρεια ομόρφαινε και μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κατοικήθηκε η νήσος Φάρος και σιγά σιγά τα σπίτια άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια στις ακτές της Αιγύπτου, απέναντι από το νησί κόσμημα της πόλης.

Η πόλη προεκτεινόταν δεξιά κι αριστερά στην αφρικανική γη με βάση το ιπποδάμειο σύστημα δόμησης. Μεγάλες λεωφόροι διέσχιζαν τη νέα πόλη, που στο απόγειο της δόξας της έφτασε να αριθμεί ένα εκατομμύριο κατοίκους, τέσσερις χιλιάδες  παλάτια, τετρακόσια θέατρα, δύο βιβλιοθήκες και έναν πραγματικό φάρο στη νήσο Φάρο, σύμβολο της υπεροχής της.

Η Αλεξάνδρεια έδινε τα φώτα της στον κόσμο. Πηγή της ενέργειάς της ήταν το σώμα του Αλέξανδρου που κρατούσε στοργικά στην αγκαλιά της.

Τον τάφο του τελευταίου θεού προσκυνούσαν καθημερινά Έλληνες, Αιγύπτιοι και αναρίθμητοι άλλοι ξένοι, με την ελπίδα να αποκτήσουν κι αυτοί λίγη από τη χάρη του Αλέξανδρου.

Τριάντα χρόνια  είχαν περάσει από το θάνατο του ιδρυτή της πόλης, όταν στο ανατολικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας έφτασε με φορτηγό πλοίο από την Αθήνα ο Φιλόλαος. ήταν μεσήλικας, μα η στενοχώρια και η θλίψη τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος.

Η κίνηση στο μεγάλο λιμάνι του έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Εκεί που άλλοτε ήταν βάλτοι και ερημιές, τώρα αντίκριζε χαρά θεού.

«Τι άλλο από θαύμα θα μπορούσε να είναι η λάμψη τούτης εδώ της πόλης!» συλλογίστηκε.

Κίνησε να βρει πανδοχείο για να μείνει. Στον Φάρο ήταν όλα κατειλημμένα. Μπήκε, λοιπόν, μέσα στην τεράστια πόλη και τελικά κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Αρκαδία», κοντά στο ναό του Ερμή. Άφησε τα πράγματά του στο όμορφο δωμάτιο του ξενοδοχείου και έτρεξε να προσκυνήσει κι αυτός το μεγάλο θεό της πόλης.

Ο επιβλητικότερος ναός ήταν ο τάφος του Αλέξανδρου. Δε δυσκολεύτηκε να τον βρει ούτε χρειάστηκε να ρωτήσει κανέναν. Έξω από το μαυσωλείο στάθηκε κι αυτός στην ουρά που είχε σχηματιστεί. άνθρωποι όλων των ηλικιών, των φύλων και των φυλών περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να προσκυνήσουν.

Μπαίνοντας στη μεγάλη αίθουσα του τάφου, τον κατέλαβε δέος. Τέσσερις γέροι στρατιώτες φρουρούσαν το βασιλιά στον ύπνο του. Γύρω από το ανοιχτό χρυσό φέρετρο έκαιγε το λιβάνι. Οι μεθυστικοί καπνοί τύλιξαν τον Φιλόλαο σαν ζεστός μανδύας.

Αντικρίζοντας το ταριχευμένο πρόσωπο του Αλέξανδρου έκλαψε από συγκίνηση. Έκλαψε βουβά, όπως κάθε άλλος προσκυνητής. Λες και δεν ήθελε να ξυπνήσει το βασιλιά. Ο Αλέξανδρος, όμορφος και νέος, έμοιαζε μέσα στον τάφο του σαν να κοιμάται, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ένα χαμόγελο που ο καθένας από τους προσκυνητές εισέπραττε σαν ευλογία.

«Σ’ ευχαριστώ, Αλέξανδρε, για όλα όσα μου χάρισες. Τις εμπειρίες, τα πλούτη, ακόμα και τις πίκρες. Πήρες στα χέρια σου ένα ταπεινό παιδί της Θήβας και το δίδαξες να μπορεί να ζει με το κεφάλι ψηλά. Να ταυτίσει το ωραίο με το καλό και το αγαθό και να κάνει πατρίδα του τον κόσμο. Σ’ ευχαριστώ, θεέ μου, που πήρες τη μικρή ζωή μου και την έκανες μεγάλη…»

Από τη δυνατή συγκίνηση σκόρπισαν οι σκέψεις του Φιλόλαου. ίσως ο Αλέξανδρος να μην ήθελε να ακούσει άλλες ευχαριστίες, ίσως να τον πίεσε να διακόψει την προσευχή ο επόμενος προσκυνητής, που ήθελε κι αυτός να μείνει λίγο μόνος με τον βασιλιά. Χωρίς να το καταλάβει, με δακρυσμένα μάτια, κίνησε να βγει από το μαυσωλείο. Σε μια από τις τεράστιες κολόνες του ναού, δίπλα σε ένα άγαλμα του Αλέξανδρου που τον αναπαρίστανε γυμνό, σε φυσικό μέγεθος, ήταν γραμμένος ο όρκος που είχε δώσει ο μεγάλος στρατηλάτης ένα χρόνο πριν πεθάνει, σε γαμήλιες τελετές κοντά στα Σούσα, μπροστά σε εννέα χιλιάδες αξιωματούχους και προύχοντες από κάθε φυλή: Έλληνες, Πέρσες, Μήδους, Ινδούς, Αιγύπτιους, Φοίνικες και άλλους.

Διάβασε ο Φιλόλαος:

Σας εύχομαι, τώρα που τελειώνουν οι πόλεμοι, να είστε ευτυχισμένοι ζώντας ειρηνικά. Όλοι οι θνητοί από εδώ και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός, μονοιασμένοι, για την κοινή προκοπή. Να έχετε την οικουμένη για πατρίδα σας, με νόμους κοινούς, όπου θα κυβερνούν οι άριστοι, ανεξάρτητα από φυλή. Δε χωρίζω τους ανθρώπους, όπως κάνουν οι στενόμυαλοι, σε Έλληνες και βάρβαρους. Δε με ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών ούτε η φυλή στην οποία ανήκουν. Τους διακρίνω με μοναδικό κριτήριο την αρετή. Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο.

Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές, μην καταφύγετε στα όπλα, προσπαθήστε να τις λύσετε ειρηνικά. Στην ανάγκη θα σταθώ διαιτητής σας. Το θεό δεν πρέπει να τον θεωρείτε αυταρχικό κυβερνήτη, αλλά κοινό πατέρα όλων, ώστε η ζωή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τα αδέρφια μέσα στην οικογένεια.

Από τη μεριά μου, όλους σας θεωρώ ίσους, λευκούς και μαύρους. Και θα ήθελα να μην αισθάνεστε απλώς σαν υπήκοοι της κοινοπολιτείας μου, αλλά να νιώθετε όλοι μέτοχοι και συνεταίροι. Όσο περνά από το χέρι μου, θα προσπαθήσω να γίνουν πραγματικότητα αυτά που υπόσχομαι. Αυτό τον όρκο που δώσαμε απόψε με σπονδές κρατήστε τον σαν σύμβολο αγάπης.

- Κι εγώ, Αλέξανδρε, προσυπογράφω τον όρκο σου, και θα τον κρατώ σαν απόδειξη της πίστης μου σ’ εσένα, ψιθύρισε ο Φιλόλαος καθώς φιλούσε το άγαλμα.

Δακρυσμένος ύστερα βγήκε από το μαυσωλείο.

Η πίστη του στη ζωή είχε ανανεωθεί. Αισθάνθηκε τα πόδια του να πατούν και πάλι στέρεα στο έδαφος. Με ενισχυμένη τη βεβαιότητα πως ο δρόμος που είχε ακολουθήσει στη ζωή του και οι επιλογές που είχε κάνει ήταν οι καλύτερες δυνατές, κατηφόρισε προς το λιμάνι. Ένιωθε ελεύθερος, πολίτης του κόσμου, λυτρωμένος από προαιώνια βάρη και κατάρες. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι η κλίμακα του πόνου δεν είχε άλλα σκαλοπάτια για να κατέβει.
«...στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου»
Χάρτης της Αλεξάνδρειας μεταξύ 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ (πηγή)

Σχόλια
Κάτι το οποίο αξίζει να επισημάνουμε, είναι ότι ο όρκος του Αλεξάνδρου που διαβάζουμε στο πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι ούτε όρκος, ούτε του Αλεξάνδρου. Παρότι μεταφέρει ένα πολύ όμορφο μήνυμα οικουμενικής συναδέλφωσης, αποτελεί προϊόν σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας. Συγκεκριμένα, προέρχεται από το έργο "Μέγας Αλέξανδρος, ο πρόδρομος του Ιησού" (1971) του λογοτέχνη (αθλητή, επιστήμονα, πολιτικού, κ.ά.) Χρήστου Ζαλόκωστα. Το τι πραγματικά είπε ο Αλέξανδρος στους 9000 Μακεδόνες του όταν του παραπονέθηκαν ότι μοιράζει αξιώματα σε Πέρσες, μπορούμε να το διαβάσουμε ανατρέχοντας στον Αρριανό. Μετάφραση του αρχαίου αποσπάσματος και περισσότερα σχόλια για τον «όρκο» θα βρείτε εδώ.
Ο Αλέξανδρος με ενδυμασία Βυζαντινού αυτοκράτορα επιθεωρεί το στράτευμά του
(μικρογραφία από τον κώδικα του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου - 14ος αιώνας) (πηγή)
Το αν ο Αλέξανδρος ήταν «καλός» ή «κακός», διαφωτιστής ή σφαγέας, είναι τελικά θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης, γι' αυτό και οι σχετικές συζητήσεις συνήθως οδηγούνται σε αδιέξοδο. Στο παρόν βιβλίο τηρούνται κάποιες ισορροπίες, αφού από τη μια υιοθετείται μια ανθρωπιστική - αντιπολεμική θεώρηση (σ.129 Άμορφη μάζα κρέατος γεμάτη αίματα είναι ο πόλεμος), από την άλλη όμως ούτε θίγεται η προσωπικότητα του Μακεδόνα βασιλιά, ούτε και ανατρέπεται η κοινή λογική. Διαβάζουμε έτσι στη σ. 50:
- Ο Αλέξανδρος (...) απελευθέρωσε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας...
- Ε, όχι και τις απελευθέρωσε...
- Όπως θες πάρ' το. Τις υποδούλωσε λοιπόν, αν έτσι σου αρέσει. Όπως και να 'χει, οι Πέρσες σατράπες εγκατέλειψαν τις πόλεις αυτές και τώρα διοικούνται από εκλεγμένες συνελεύσεις, δημοκρατικά. Αυτό είναι μια αλλαγή. Βέβαια, οι πολίτες τους ίδιους φόρους πληρώνουν, τους οποίους, αντί για το μεγάλο βασιλιά, τους παίρνει τώρα ο Αλέξανδρος.
- Χα! Ωραία αλλαγή...
Ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδι
Ολοκληρώνοντας τα σχόλια, να παρατηρήσουμε με χιουμοριστική διάθεση ότι η θηβαϊκή προφορά του ήρωα προδίδει την καταγωγή του ακόμα και σε τυφλούς, όταν τον ακούνε να μιλάει. Όλοι δηλαδή καταλαβαίνουν από πού έρχεται ο Φιλόλαος. Όλοι... εκτός από τον Αλέξανδρο! 
Διαβάζουμε έτσι στη σ.112
- Πες μου, ποιο είναι το όνομά σου; (...)
- Με λένε Φιλόλαο και είμαι από τη Θήβα.
Ο Μακεδόνας ξαφνιάστηκε.

Αργότερα όμως:
(σ.117) από την προφορά σου καταλαβαίνω ότι είσαι Θηβαίος, έτσι δεν είναι; 
(σ.133) Δεν γνώριζαν προσωπικά τον Φιλόλαο, αλλά από την προφορά κατάλαβαν την καταγωγή του, όπως κάθε Έλληνας θα καταλάβαινε έναν άλλο με το «καλημέρα». 
(σ.139) -Έχουμε μαζί μας εδώ, στη σκηνή, κι έναν Θηβαίο. 
- Το ακούμε... [απαντούν οι τυφλοί]
Ο Αλέξανδρος ζωγραφισμένος από τον Θεόφιλο (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Η εναλλακτική θεώρηση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου από διαφορετικές οπτικές (π.χ. του αντιμακεδόνα ήρωα -σ.136-, των εμπόρων -σ.52- ή των Μήδων -σ.101-) έχει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί στην τάξη. Με αφορμή συγκεκριμένα αποσπάσματα, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους μαθητές της Δ' να ετοιμάσουν μια μικρή περιγραφή για κάποιο από τα γεγονότα του πολέμου, μέσα από τα μάτια ενός απλού Μακεδόνα που ακολουθούσε το ελληνικό στράτευμα, ενός Πέρση στρατιώτη ή κάποιου νεαρού ντόπιου που παρακολουθούσε τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής να συγκρούονται. 

Άλλα στοιχεία που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε για να εμπλουτίσουμε το μάθημα είναι η περιγραφή της πομπής των Παναθηναίων (σ. 209-11), τα σχετικά με την τριήρη και το προσωπικό της (σ.195), αλλά και οι αναφορές στον Βοηδρομιώνα και τον Εκατομβαιώνα (σ.11, 107, 202) με βάση τις οποίες ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον χωρισμό του χρόνου στην αρχαία Ελλάδα.

Τέλος, στα πλαίσια της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες του Φιλόλαου στον χάρτη. Στο Α' μέρος π.χ. θα χαράζαμε την πορεία Θήβα - Κιθαιρώνας - Κόρινθος - Ιάλυσος (Κρήτη / Κάτω Ιταλία / Κυρηναϊκή) Σάμος - Χίος, στο Β' μέρος σειρά θα είχαν πόλεις όπως η Τύρος, η Μέμφιδα, η Βαβυλώνα και η Περσέπολη και στο Γ' η Αλεξάνδρεια.
Ο Θεόφιλος ζωγραφισμένος ως Αλέξανδρος (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ο Καλλίστρατος και η Πολιτεία των Αηδονιών

Υπόθεση
Ο Καλλίστρατος μαθαίνει από τις πέτρες την παράξενη ιστορία της Πολιτείας των Αηδονιών και την διηγείται σε έναν βασιλιά, που κατέκτησε τη χώρα αλλά έχει πέσει σε μελαγχολία, καθώς τα Αηδόνια της την εγκατέλειψαν.

Τρία αδέλφια δούλευαν χαρούμενα στα χωράφια που τους είχε κληροδοτήσει ο πατέρας τους. Όταν τα δύο μεγαλύτερα αποφάσισαν να φύγουν για την πόλη, ο μικρότερος που λεγόταν Ευδόκιμος, έμεινε να δουλεύει τη γη και για τους τρεις. Σύντομα, η αυλή του σπιτιού του γέμισε με αηδόνια που του κρατούσαν συντροφιά τις νύχτες. Ο βασιλιάς, εκτιμώντας την εργατικότητα και το ήθος του Ευδόκιμου τον έκανε γαμπρό του. Μια μέρα, όταν ο μικρός αδελφός βρήκε ένα κασελάκι με χρήματα στο χώμα, ξεκίνησε να βρει τους αδελφούς του στην πόλη για να μοιραστούν τον θησαυρό. Στον δρόμο όμως συνάντησε ληστές που τον έκλεψαν και τον έριξαν σ' ένα πηγάδι. Η περιπέτεια αυτή στάθηκε τελικά αφορμή να ξανασμίξει με τα αδέλφια του, μαζί με τα οποία έβαλαν σε τάξη το βασίλειο. Τα αηδόνια τότε γέμισαν την πολιτεία και έκαναν τους κατοίκους της χαρούμενους, μέχρι τη μέρα που ήρθε ο πόλεμος.

Ο βασιλιάς που έκανε τον πόλεμο και ακούει την ιστορία από τον Καλλίστρατο, αναρωτιέται πώς θα γίνει αγαθός σαν τον Ευδόκιμο. Ο παραμυθάς τότε, του διηγείται την παραβολή με την οποία τελειώνει η επί του όρους ομιλία. Ο βασιλιάς μετανιώνει για τις πράξεις του, αποχωρεί από τον κατακτημένο τόπο ώστε να γυρίσουν τα αηδόνια και ζητάει συγχώρεση.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ελληνική Βιβλική Εταιρία
Συγγραφέας: Βασιλική Νευροκοπλή
Εικονογράφηση: Αθηνά Ρομπιέ
ISBN: 978-618-5078-07-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2014
Σελίδες: 43
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ'


Ευχαριστούμε τον εκδοτικό οίκο για την αποστολή των βιβλίων του Καλλίστρατου στο σχολείο μας!

Κριτική
Διδακτικό παραμύθι που μιλάει για τη δύναμη της συγχώρεσης και την αξία της φιλοπονίας. Με γλώσσα απλή και ιδιαίτερη σαφήνεια στην έκφραση, η συγγραφέας μας ταξιδεύει μέσα από την τρίτη περιπέτεια του παραμυθά Καλλίστρατου, σ' έναν κόσμο καλοσύνης γεμάτο με συνετούς και θεοσεβούμενους ήρωες. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία της σειράς (Το χωράφι της καρδιάς και Οι περιπέτειες των χαρισμάτων) η διήγηση χωρίζεται σε τρία διακριτά μέρη: μια εισαγωγή, που μας παρουσιάζει τον Καλλίστρατο να αφηγείται σε ένα διαφορετικό κάθε φορά περιβάλλον τις ιστορίες του, μια παραβολή του Χριστού και τον κυρίως μύθο. Στην Πολιτεία των Αηδονιών παρατηρούμε ωστόσο κάποιες μικρές αλλαγές, αφού η παραβολή τοποθετείται στην τελευταία θέση, το ποιητικό στοιχείο εμφανίζεται περιορισμένο και η εισαγωγή -δυστυχώς- δεν βοηθά ιδιαίτερα όσους δεν γνωρίζουν ήδη τον κεντρικό χαρακτήρα να «μπουν στο κλίμα». Η ποιότητα της έκδοσης είναι  πολυτελής· η εικονογράφηση, σοβαρή και καλοδουλεμένη, συνοδεύει το κείμενο αποδίδοντας την αθωότητα των χαρακτήρων και προσθέτει στην υψηλή αισθητική του βιβλίου. Εμείς, το προτείνουμε περισσότερο στα παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, που αγαπούν τα κλασικά παραμύθια και είναι εξοικειωμένα με τις χριστιανικές παραβολές.

  • Ωραία γλώσσα
  • Υψηλή ποιότητα έκδοσης
  • Προσεγμένη εικονογράφηση
  • Ωφέλιμες αξίες
 
  • Ευθύς διδακτισμός

Αξίες - Θέματα
Σύνεση, Φιλοπονία, Συγχώρεση, Ανθρωπισμός, Οικογενειακοί δεσμοί

Εικονογράφηση
Κλασική, καλοδουλεμένη και σοβαρή, αποδίδει τη θεοσέβεια και την αθωότητα των χαρακτήρων αλλά και το ύφος του κειμένου. Ορισμένα μεγάλα και λεπτομερή σχέδια εντυπωσιάζουν τους μικρούς αναγνώστες και τελικά χαρακτηρίζουν την αισθητική του έργου.
Απόσπασμα
Πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες, καιρός πολύ που ο Καλλίστρατος δεν απάντησε στο δρόμο του ψυχή. Ξαπόσταινε στις ρίζες των δέντρων, ξεδιψούσε στα ρυάκια των ποταμών κι όταν επιθυμούσε ν’ αλλάξει μια κουβέντα με κάποιον, ρωτούσε τις πέτρες να του πουν ποιοι έζησαν στα μέρη τους και ποια ήταν η ζωή τους. Εκείνες, που ήταν για όλους σιωπηλές, για χάρη του καλού παραμυθά έσπαζαν τη σιωπή τους και του έλεγαν ιστορίες ξεχασμένες απ’ τη μνήμη των ανθρώπων. 

Έτσι, ένα γλυκό απόγευμα του φθινοπώρου, μια γερασμένη πέτρα του διηγήθηκε την παράξενη ιστορία της Πολιτείας των Αηδονιών που κάποτε ονομαζόταν απλώς Μεγάλη. Του εκμυστηρεύτηκε ακόμα πως ο τωρινός βασιλιάς της, που κίνησε ολόκληρο πόλεμο να την κατακτήσει μόνο και μόνο για ν’ ακούει τα’ αηδόνια της, δεν τα’ άκουσε ποτέ του. Λίγο πριν πατήσει το πόδι του στο παλάτι, εκείνα πέταξαν μακριά κι αυτός έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Δεν έτρωγε, δεν έπινε, άνθρωπο δεν ήθελε να δει…

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου μόλις που αχνοφέγγιζαν στις βουνοκορφές όταν ο παραμυθάς διάβηκε το κατώφλι του θλιμμένου βασιλιά. Τον βρήκε να κάθεται με μάτια μισόκλειστα στον βελούδινο θρόνο του.

- Ποιος είσαι του λόγου σου; Τον ρώτησε ξαφνιασμένος. Αν είσαι γιατρός να φύγεις. Ο δικός μου πόνος δεν έχει γιατρειά.

- Καλλίστρατο με λένε, βασιλιά μου, και γιατρός δεν είμαι. Ένας παραμυθάς είμαι που είδες πολλούς πόνους να μη γιατρεύονται απ’ τους γιατρούς, αλλά απ’ τα παραμύθια.

Ο βασιλιάς δε μίλησε. Γύρισε απ’ την άλλη το κεφάλι κι έκανε τάχα πως κοιτά μια βαλσαμωμένη νυφίτσα στο περβάζι του παραθύρου. Πόσα χρόνια είχε ν’ ακούσει ένα παραμύθι… Και μόνο στο άκουσμα της λέξης μια αχτίδα φως τρύπωσε στην καρδιά του.

Ο Καλλίστρατος δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Κάθισε οκλαδόν στο καταστόλιστο από υφαντά μιντέρι και με φωνή απαλή σαν χάδι ξεκίνησε να λέει…

«Ήταν κάποτε, άρχοντά μου, τρία αδέρφια εργατικά κι αγαπημένα. Απ’ την αυγή ως το δείλι δούλευαν στα χωράφια που τους είχε αφήσει κληρονομιά ο πατέρας τους. Όταν επέστρεφαν κουρασμένοι στο σπίτι τους, κάθονταν γύρω απ’ το τραπέζι και γέμιζαν τα ποτήρια τους κρασί:

« Ο Θεός να σχωρνά κι εμάς και τους  άλλους και όλον τον κόσμο!» έλεγαν μ’ ένα στόμα.

Αυτό τους είχαν μάθει οι γονείς τους.

Όλα πήγαιναν καλά και τίποτα δεν τους έλειπε, μέχρι τη μέρα που ο μεγαλύτερος, Καλλίνικο τον έλεγαν, αποφάσισε να φύγει για τη Μεγάλη Πολιτεία.

«Εγώ θα πάω να βρω την τύχη μου. Το χωράφι μου χάρισμά σας», τους είπε.

Τ’ αδέρφια του λυπήθηκαν, μα τι να κάνουν;
Αφού είδαν κι απόειδαν πως δεν αλλάζει γνώμη, όρισαν να ξανανταμώσουν σε τρία χρόνια και τον αποχαιρέτησαν.

Έτσι, έφυγε ο Καλλίνικος, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και την ίδια απόφαση πήρε κι ο δεύτερος, ο Αριστείδης.

- Εδώ στην ερημιά που ζούμε, είπε στον Ευδόκιμο, τον μικρότερο αδερφό του, ούτε καλύτερη δουλειά θα βρούμε ούτε και γυναίκα για να παντρευτούμε. Είχε δίκιο ο Καλλίνικος. Θα πάω κι εγώ στη Χώρα. Αν θέλεις, έλα κι εσύ μαζί μου.

- Εγώ τα χωράφια δεν τα’ αφήνω, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου! Όσο για τη γυναίκα που μου όρισε ο Θεός, αν θέλει μπορεί να μου τη φέρει κι ως εδώ. Καλή τύχη, αδερφέ μου!

- Τότε, φεύγω μόνος μου και το χωράφι μου, δικό σου! Είπε ο Αριστείδης κι έφυγε χαρούμενος για τη Μεγάλη Πολιτεία.

Απόμεινε, λοιπόν, ο Ευδόκιμος μονάχος. Δηλαδή, όχι ακριβώς μονάχος, γιατί απ’ την ώρα που έφυγε κι ο δεύτερος αδερφός του, η αυλή του γέμισε αηδόνια που κάθε βράδυ του κρατούσαν συντροφιά γλυκαίνοντας τη μοναξιά του.

Τώρα δούλευε τρεις φορές περισσότερο από πριν, αναπαμό δεν είχε. Μα η αλήθεια είναι πως αυτός αγαπούσε τη γη πιότερο απ’ όσο την αγαπούσαν τ’ αδέρφια του. Αν ήθελε κι ο Θεός να του χαρίσει και μια καλή γυναίκα για να παντρευτεί, τίποτα δε θα του ’λειπε. Σύντομα αποδείχτηκε πως ο Θεός ήθελε, και μάλιστα με το παραπάνω!

Μια μέρα, εκεί που έδενε δεμάτια το σιτάρι για να το πουλήσει στην αγορά, βλέπει να σταματά μπροστά του η βασιλική άμαξα. Μέρες τώρα ο βασιλιάς έψαχνε σ’ όλο το βασίλειο ένα καλό και άξιο παλικάρι για τη μοναχοκόρη του. Δεν ήθελε να της δώσει πριγκιπόπουλο. «Σ’ αυτή τη ζωή», έλεγε, «τίποτα δεν είναι μόνιμο, και πιο πολύ απ’ όλα οι βασιλείες και τα πλούτη τους. Στις αναποδιές, που συχνά φέρνει η ζωή, μόνο όποιος δε φοβάται τη δουλειά τα καταφέρνει». Έτσι ανάθρεψε και την Ειρήνη, τη θυγατέρα του, που από μικρή έμαθε να βοηθά τους υπηρέτες σε όλες τις δουλειές του παλατιού.

Όταν, λοιπόν, ο βασιλιάς είδε πόσο περιποιημένα ήταν τα χωράφια του Ευδόκιμου, κατέβηκε απ’ την άμαξα και τον πλησίασε.

- Ο Θεός να σ’ ευλογεί, παλικάρι μου, του είπε. Δικά σου είναι όλα αυτά τα χωράφια;

- Όχι, άρχοντά μου, απάντησε ο Ευδόκιμος, δικό μου είναι το ένα τρίτο. Τ’ άλλα δυο είναι των αδερφών μου, που έφυγαν στη Μεγάλη Πολιτεία να βρουν την τύχη τους. Μα αν κάποτε γυρίσουν δίχως να τα ‘χουν καταφέρει, εγώ θα τους τα δώσω πάλι πίσω.

Θαύμασε ο βασιλιάς τη δικαιοσύνη του νέου και την καλή του την καρδιά.
Σχόλιο
Ο Θεός να σχωρνά κι εμάς και τους άλλους και όλον τον κόσμο! είναι η φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές και κυριαρχεί στο παραμύθι με τα τρία αδέλφια. Ακόμα και όταν μια συμμορία ληστεύει τον φτωχό μουσικό και πετάει τον Ευδόκιμο στο πηγάδι, εκείνος δεν ζητά εκδίκηση ή έστω δικαιοσύνη, αλλά μόνο συγχώρεση για όσους του έκαναν κακό. Συγνώμη ζητάει και ο βασιλιάς, που, μετανιωμένος στο τέλος της ιστορίας, αποχωρεί από τις κτήσεις του ώστε να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Το μήνυμα που περνάει έτσι στους αναγνώστες, είναι πως ο Θεός φροντίζει για την ηθική ισορροπία, την ανταμοιβή ή την τιμωρία όλων των ανθρώπων.

Θα ήταν άραγε ευεργετικό ή καταστροφικό να υιοθετήσουν μια τέτοια ηθική οι μαθητές του σήμερα; Τι θα συνέβαινε αν το χριστιανικό μήνυμα απόλυτης συγχώρεσης του βιβλίου γινόταν πράξη στο σχολείο; Θα έφερνε άραγε την αγάπη ανάμεσα στους μαθητές και τα αηδόνια στην αυλή μας, ή μήπως θα επέτρεπε σε φαινόμενα ατιμωρησίας να διογκωθούν, "επιβραβεύοντας" όσους παραβαίνουν τους κανόνες; Είναι προφανές, ότι σε μια ώριμη κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν την ωριμότητα να σέβονται τους κανόνες και να «αγαπούν αλλήλους», η λήψη δρακόντειων μέτρων είναι περιττή. Από τη στιγμή όμως που ο έξω κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και το σχολείο οφείλει να προετοιμάσει τους μαθητές για το μέλλον, η τήρηση ενός πλαισίου κανόνων μέσα από ένα σύστημα ανταμοιβών και ποινών κρίνεται μάλλον απαραίτητη.

Να θυμίσουμε και έναν αντίστοιχο προβληματισμό που τέθηκε στο Άννα και Θεοφανώ, μέσα από έναν διάλογο της Άννας με τον Βασίλειο, αλλά και την συμπεριφορά μιας Ελληνίδας καλόγριας προς τον Σβιατοσλάβ που την οδήγησε στην αιχμαλωσία.

Επιπλέον, η εντύπωση ότι ο Θεός φροντίζει για όλα όταν έρθει η ώρα, είναι προφανές ότι οδηγεί σε μοιρολατρία. Ίσως λοιπόν να ήταν πιο σοφό να επιτρέπουμε στα παιδιά να ελπίζουν στην θεϊκή βοήθεια, παράλληλα όμως με την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας εκ μέρους τους. "Συν Αθηνά και χείρα κίνει" ή "Αϊ-Γιώργη βούθα μου! -Και συ τον πόδα σάλευκε" όπως λέει και η παράδοση.
Χρήση στην Τάξη
Το βιβλίο αξιοποιήθηκε στο πρόγραμμα «Στο σχολείο μου Δημιουργώ, Συμμετέχω και Συνυπάρχω αρμονικά» που πραγματοποίησαν τέσσερα σχολεία μέσω της πλατφόρμας e-twinning, ενώ βραβεύτηκε στα πλαίσια του παγκόσμιου συνεδρίου εκδοτών των Ηνωμένων Βιβλικών Εταιριών που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στη Σεούλ.
Εντυπώσεις των μαθητών για το βιβλίο - από μια παρουσίαση
του τμήματος ένταξης του Δημοτικού Σχολείου Αστυπαλαίας (πηγή)
Στο βιβλίο διαβάζουμε (σ.32) Ο Ευδόκιμος έμεινε να καλλιεργεί, όπως πρώτα, τα χωράφια, ενώ το χρυσάφι δεν το κράτησε κανένας απ' τους τρεις. Το έδωσαν στον φτωχό μουσικό για να το μοιράσει σε όσους είχαν ανάγκη. Αφού τελειώσαμε την ανάγνωση της ιστορίας, ρωτήσαμε τους μαθητές της Β' τάξης τι θα έκαναν αν έβρισκαν ένα σεντούκι με χρήματα, όπως ο Ευδόκιμος. Τα περισσότερα παιδιά απάντησαν ανερυθρίαστα ότι θα αγόραζαν παιχνίδια και ρούχα (!) μετά ωστόσο από σύντομη συζήτηση, ακούστηκαν και ορισμένες φωνές που θεώρησαν ότι καλό θα ήταν μέρος των χρημάτων να μοιραστεί στους φτωχούς. Στη συνέχεια οι μαθητές κλήθηκαν να μπουν στη θέση του φτωχού μουσικού, που του δόθηκαν τα χρήματα. Πώς θα τα διαχειρίζονταν, πόσα θα κρατούσαν και σε ποιους συνανθρώπους τους θα έδιναν πρώτα;

Το τι έκανε ένας άστεγος στις ΗΠΑ όταν του έδωσαν το ποσό των 100 δολαρίων, φαίνεται στο βίντεο που ενεργοποιείται από τον σύνδεσμο στη φωτογραφία.

https://www.youtube.com/watch?v=AUBTAdI7zuY

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Ο κύριος Βρομύλος

Υπόθεση
Η 12χρονη Χλόη Κράμπ (Chloe Croombe) μεγαλώνει σε μια οικογένεια που την κάνει να νιώθει απαίσια. Η μητέρα της είναι πολύ αυστηρή και ενδιαφέρεται μόνο για την πολιτική της καριέρα, ο μπαμπάς της μοιάζει άβουλος και τρομοκρατημένος, ενώ η πολυάσχολη μικρή της αδελφή την υποτιμά διαρκώς με κακεντρεχή σχόλια. Η κατάσταση στο σχολείο δεν είναι καλύτερη, αφού μια συμμορία από συμμαθήτριες την έχει βάλει στο στόχαστρο και την κοροϊδεύει με κάθε ευκαιρία. Αναζητώντας κάποια διέξοδο, το κορίτσι αποφασίζει να παρακούσει τους συντηρητικούς κανόνες της μαμάς και να ανοιχτεί στον κύριο Βρομύλο, έναν άστεγο με συγκλονιστικά αποκρουστική μυρωδιά αλλά αριστοκρατικούς τρόπους. Η φιλία που θα ξεκινήσει ανάμεσα στη Χλόη και τον «πλάνητα» θα φωτίσει τη ζωή της και θα οδηγήσει σε ανατροπές, που δε θα αφήσουν όρθιο τίποτα!
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ντέιβιντ Ουάλιαμς (David Walliams)
Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου
Εικονογράφηση: Κουέντιν Μπλέικ (Sir Quentin Blake)
Τίτλος πρωτοτύπου: Mr Stink
ISBN: 978-618-01-0210-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009 (στα ελληνικά 2013)
Σελίδες: 203
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ', Γυμνάσιο
Διαβάστε τις πρώτες 9 σελίδες της ιστορίας εδώ
Ακούστε ένα δραματοποιημένο απόσπασμα με τη φωνή του συγγραφέα εδώ
Ιστοσελίδα του βιβλίου (περιλαμβάνει παιχνίδι boules με σαπούνια μπάνιου!) εδώ
Ιστότοπος του εικονογράφου εδώ

Κριτική
Μια υπέροχη χιουμοριστική περιπέτεια με κοινωνικές προεκτάσεις, το πρώτο έργο του ταλαντούχου συγγραφέα, ηθοποιού, τηλεοπτικού αστέρα και ακτιβιστή Ουάλιαμς που κυκλοφορεί στη γλώσσα μας. Καλογραμμένη, αστεία αλλά και διδακτική, η ιστορία του καταφέρνει να μας κερδίσει από τις πρώτες σελίδες. Στη Βρετανία, μάλιστα, έχει σημειώσει τρομερή επιτυχία, ενώ ως τηλεταινία με τον συγγραφέα στον ρόλο του πρωθυπουργού, κέρδισε το BAFTA. Η επίσης βραβευμένη μετάφραση είναι πραγματικά καλή (ελάχιστες οι ατέλειες), αφήνει το κείμενο να ρέει και μας μεταφέρει χωρίς απώλειες τη φρεσκάδα της αγγλικής αφήγησης. Τα 26 κεφάλαια (με έκταση 5-10 σελίδες το καθένα) διαβάζονται ευχάριστα· πρόκειται για το είδος του βιβλίου που όταν ξεκινήσεις, δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια! Η εικονογράφηση του βετεράνου Κουέντιν Μπλέικ διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του έργου και είναι παρούσα κάθε 3-4 σελίδες με εμβόλιμα σκίτσα, παρεμβατικά διαγράμματα και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Το προτείνουμε για τις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού και το Γυμνάσιο, στους φίλους του Νταλ και σε όσους θέλουν μια πρώτη γνωριμία με τον «συνεχιστή» του.

  • Καλογραμμένη ιστορία που διαβάζεται μονορούφι
  • Δημιουργική σκέψη, χιούμορ
  • Προβολή αξιών όπως η φιλία, ο ανθρωπισμός και η αξιοπρέπεια
  • Πολύ καλή εικονογράφηση και στήσιμο κειμένου

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Οικογένεια, Αξιοπρέπεια, Ανθρωπισμός, Ανισότητα, Εκφοβισμός, Πολιτική

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η τραγική σκηνή όπου η μητέρα σε μια κρίση κακίας σκίζει την έκθεση της Χλόης, αλλά και η τηλεοπτική εκπομπή που μετατρέπει τον κύριο Βρομύλο σε πρόσωπο της ημέρας!

Εικονογράφηση
Οι ιδιαίτερες και γεμάτες συναισθηματισμό καρικατούρες του Μπλέικ, γίνονται ένα με την ιστορία και συμβάλλουν τόσο στη δημιουργία κλίματος, όσο και στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων.
Απόσπασμα 
Η λαίδη και ο αλήτης ήταν ο τίτλος του άρθρου. Ο κύριος Αυστηρός είχε κρατήσει τον λόγο του και το θέμα του είχε γίνει πρωτοσέλιδο στην πιο μεγάλη εφημερίδα της χώρας. Μαζί με το κείμενο δημοσιευόταν και μια τεράστια φωτογραφία της μητέρας και του κυρίου Βρομύλου. Ο κύριος Βρομύλος χαμογελούσε πλατιά, επιδεικνύοντας τα μαυρισμένα δόντια του. Η μητέρα προσπαθούσε να χαμογελάσει, αλλά κρατούσε το στόμα κλειστό εξαιτίας της μυρωδιάς. Μόλις έφτασε η εφημερίδα μπροστά στην πόρτα τους, όλη η οικογένεια έτρεξε να την πάρει και την καταβρόχθισε με μανία. Η μητέρα ήταν διάσημη! Διάβασε φωναχτά το άρθρο με καμάρι.

Η κυρία Κραμπ μπορεί να μη μοιάζει με επαναστάτρια μέσα στο μπλε κοστούμι της και τις πέρλες της, αλλά μπορεί να μας κάνει να αλλάξουμε τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας. Είναι υποψήφια για τη βουλευτική θέση της περιοχής και, παρόλο που οι πολιτικές της θέσεις είναι σκληρές, η ίδια έκανε το εκπληκτικό βήμα να προσκαλέσει έναν άστεγο να μείνει με την οικογένειά της.

«Ήταν δική μου ιδέα», δήλωσε η κυρία Κραμπ (που προφέρεται Κρόοοοοοαμπ). «Στην αρχή η οικογένειά μου αντιδρούσε έντονα αλλά ένιωθα την ανάγκη να προσφέρω στέγη σε αυτό τον φτωχό, βρόμικο, ψωριάρη, ελεεινά δύσοσμο ζητιάνο και στο βδελυρό λαγωνικό του. Τους αγαπώ και τους δύο πολύ. Είναι μέλη της οικογένειάς μου τώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτούς. Μακάρι να ήταν κι άλλοι άνθρωποι τόσο καλοί σαν κι εμένα που είμαι μια σύγχρονη αγία, όπως λένε κάποιοι. Αν όλες οι οικογένειες της χώρας άφηναν από έναν άστεγο να μείνει μαζί τους, θα λυνόταν το πρόβλημα για πάντα. Α, και μην ξεχάσετε να με ψηφίσετε στις επερχόμενες εκλογές».

Είναι μεγαλοφυής ιδέα και μπορεί να δώσει στην κυρία Κραμπ ακόμα και θέση υποψηφιότητας για την πρωθυπουργία.

Ο Άστεγος, που είναι γνωστός με το όνομα «κύριος Βρομύλος», έκανε κι αυτός τη δική του δήλωση: «Μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε ακόμα ένα λουκάνικο;».
«Δεν ήταν δική σου ιδέα, μητέρα», είπε απότομα η Χλόη που παραήταν νευριασμένη για να κάνει απλώς μούτρα.

«Τρόπος του λέγειν, αγάπη μου…»

Η Χλόη την κοίταξε άγρια αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.

«Ας το σηκώσει κάποιος. Λογικά για μένα είναι», δήλωσε η μητέρα με ύφος χιλίων καρδιναλίων.

Η Άναμπελ πήγε υπάκουα να σηκώσει το τηλέφωνο. «Οικία Κρόοοοαμπ. Ποιος ομιλεί παρακαλώ;» ρώτησε όπως ακριβώς την είχε ορμηνέψει η μητέρα. Η μητέρα είχε μάλιστα και ειδική φωνή για το τηλέφωνο, λίγο πιο ψηλομύτικη από την κανονική της.

«Ποιος είναι;» ρώτησε η μητέρα.

«Είναι ο πρωθυπουργός», απάντησε η Άναμπελ βάζοντας το χέρι της στο ακουστικό για να μην ακούγεται

«Ο πρωθυπουργός;» έκρωξε η μητέρα. Και εκτοξεύτηκε μέχρι το τηλέφωνο. «Ομιλείτε με την κυρία Κρόοοοαμπ!» είπε με μια απίστευτα γελοία φωνή, πιο ψηλομύτικη κι από την ψηλομύτικη που είχε για τα κανονικά τηλεφωνήματα. «Ναι, σας ευχαριστώ, κύριε πρωθυπουργέ. ήταν πολύ ωραίο το κομμάτι στην εφημερίδα, κύριε πρωθυπουργέ».

Της έτρεχαν τα σάλια πάλι. Ο μπαμπάς ύψωσε τα μάτια στο ταβάνι με απόγνωση.

«Θα χαρώ πολύ να εμφανιστώ στην Ώρα των ερωτήσεων, κύριε πρωθυπουργέ», συνέχισε η μητέρα. Μετά σιώπησε. Η Χλόη μπορούσε να ακούσει ένα μουρμουρητό από την άλλη άκρη της γραμμής και μετά σιωπή.

Η μητέρα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Τι;» γρύλισε στο τηλέφωνο χάνοντας προς στιγμήν και την αυτοκυριαρχία της και την αξιοπρέπειά της.
Η Χλόη κοίταξε ερωτηματικά τον μπαμπά κι αυτός ανασήκωσε τους ώμους του.

«Τι εννοείτε, θέλετε να έρθει και ο άστεγος;» ρώτησε η μητέρα δύστροπα.

Ο μπαμπάς χαμογέλασε. Η Ώρα των ερωτήσεων ήταν ένα σοβαρό τηλεοπτικό πρόγραμμα με πολιτικές συζητήσεις. ήταν η μεγάλη ευκαιρία της μητέρας να λάμψει και προφανώς δεν ήθελε να της το χαλάσει ένας βρομιάρης γερο-αλήτης.

«Ναι», εξακολούθησε η μητέρα, «ξέρω ότι έτσι είναι πιο καλή η ιστορία, αλλά είναι ανάγκη να έρθει και αυτός; Βρομάει τρομερά!»

Ακολούθησε ακόμα μια μικρή παύση όσο μιλούσε ο πρωθυπουργός και το μουρμουρητό από την άλλη άκρη της γραμμής δυνάμωσε. Η Χλόη εντυπωσιάστηκε από τον συνομιλητή της μητέρας της. Όποιος μπορούσε να κάνει τη μητέρα να σταματήσει να μιλάει για λίγο, ήταν όντως ικανός να κυβερνήσει τη χώρα.

«Ναι, ναι, αν αυτό θέλετε, κύριε πρωθυπουργέ, τότε φυσικά αυτό θα γίνει, θα πάρω και τον κύριο Βρομύλο. Σας ευχαριστώ πολύ για το τηλεφώνημα. Παρεμπιπτόντως, κάνω πολύ ωραία, ζουμερή λεμονόπιτα. Αν ποτέ περάσετε από δω, θα χαρώ να σας προσφέρω κανέναν κομμάτι. Όχι; Καλά, χαίρετε… Γεια σας… Γεια σας…»

Έλεγξε μια τελευταία φορά ότι είχε πράγματι κλείσει. «Γεια σας».
Hugh Bonneville (Βρομύλος) και Nell Tiger Free (Χλόη) από την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου (Πηγή)
Σχόλια
«Ο νέος Ρόαλντ Νταλ» γράφει ο Guardian στο εξώφυλλο. «Ο νέος Ρόαλντ Νταλ είναι εδώ», διαβάζουμε και από τους Times στο αφτί του οπισθόφυλλου. Τα σκίτσα του Κουέντιν Μπλέικ παραπέμπουν όσο πιο άμεσα γίνεται στα έργα του αείμνηστου φίλου και επί δεκαετίες συνεργάτη του. Ο τίτλος αλλά και το νεαρό κορίτσι με τον παράξενο συνοδό, αναμφίβολα κάτι μας θυμίζουν. Και ήδη από τις πρώτες αράδες, συναντάμε ένα σωρό στοιχεία από τη γραφή του Νταλ: η θεματική, η επιλογή των ηρώων, η χρήση υπερβολών και αντιθέσεων, το "λερωμένο" χιούμορ... κι όταν στην τρίτη σελίδα διαβάζουμε (σ.13) Τα γένια του ήταν γεμάτα με παλιά κομματάκια αυγών και λουκάνικων και τυριών που είχαν πέσει από το στόμα του χρόνια πριν, άλλο ένα καμπανάκι συνειρμών χτυπάει. Η ιδέα είναι δανεισμένη (λέγε με Έλγιν) από τους Βλακέντιους του Νταλ, όπου επίσης στην εισαγωγή (4η-5η σελίδα -σ.21) διαβάζουμε Και το αποτέλεσμα ήταν, αφού μάλιστα δεν πλενόταν ποτέ, κολλημένα στο μούσι του να φιγουράρουν αμέτρητα υπολείμματα από πρωινά, μεσημεριανά και βραδινά γεύματα. (...) θα βλέπατε ξεραμένα αβγά, σπανάκι, σάλτσα ντομάτα, κροκέτες ψαριού, κομματάκια από συκωτάκια πουλιών και πλήθος ακόμη από τα αηδιαστικά φαγητά που ο κύριος Βλακέντιος συνήθιζε να τρώει. Το μενού βέβαια αλλάζει, αλλά ο προβληματισμός παραμένει: τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Μήπως ο Ουάλιαμς κλείνει το μάτι στους φίλους του Νταλ, εμφυτεύοντας στο έργο του οικείες παραπομπές; Μήπως πίσω απ' αυτό βρίσκονται οι εκδότες, που σκοπό έχουν να δημιουργήσουν έναν πολυαναμενόμενο τεχνητό διάδοχο; Ή απλώς, ως θαυμαστής του Νταλ, ο συγγραφέας υιοθέτησε αυτά τα στοιχεία στη γραφή του με φυσικό τρόπο; Την αλήθεια δεν την ξέρουμε και μάλλον δεν χρειάζεται να την ψάξουμε περισσότερο, αφού τελικά το βιβλίο που διαβάσαμε ήταν πολύ ωραίο! Κρατάμε ωστόσο τους παραπάνω προβληματισμούς στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας για το μέλλον.
ο παλιός Roald Dahl ποζάρει με τα σκυλάκια του (πηγή)
Η κοινωνική κριτική στην ιστορία του κυρίου Βρομύλου είναι έντονη. Πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία τους αστέγους; Πόσο υποκριτής μπορεί να γίνει ένας πολιτικός για να πετύχει τους στόχους του; Μας θεωρούν οι έμποροι στ' αλήθεια τόσο χαζούς; Και πού επιτέλους σταματάει η εξουσία των ΜΜΕ; Αξιακά, ο συγγραφέας πραγματοποιεί επίθεση στους ιδιοτελείς και τους συμφεροντολόγους, που συγκρινόμενοι με τον άστεγο πρωταγωνιστή, αναδεικνύονται τελικά βρομύλοι πρωταθλητές. Σ' ένα επόμενο βέβαια επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί «γιατί το σύστημα επιτρέπει σ' ένα παιδί του να το κατακρίνει;» Είναι και η ευαισθητοποίηση αυτή τελικά μέρος του παιχνιδιού;
ο νέος Ρόαλντ Νταλ ποζάρει με το βιβλίο του (πηγή)
Σε κάποια σημεία, η γλώσσα «ξεφεύγει» κάπως και μας δίνει φράσεις όπως (σ. 169) «ένα μικρό κορίτσι, έναν αλήτη βαμμένο σαν τραβεστί και τον σκύλο του» ή λίγο πιο πέρα (σ.173) «Κύριε πρωθυπουργέ... (...) δε μας χέζετε!» που ωστόσο είναι ελαφρύτερο από το Stick it up your fat bum του πρωτοτύπου και σίγουρα όχι καταστροφικό για μαθητές άνω των 9 ετών - ειδικά αν το στυλ του Νταλ τους εκφράζει και έχουν φτάσει ως εκείνη τη σελίδα του βιβλίου. Καλό είναι ωστόσο να το λάβουμε υπόψη μας, σε περίπτωση που προκύψουν σχετικές απορίες ή αργότερα ακούσουμε τέτοιες φράσεις να επαναλαμβάνονται από τα στόματα των παιδιών. Αντίστοιχα, ίσως θα χρειαζόταν να γίνει μια συζήτηση γύρω από τον χαρακτήρα της κυρίας Κραμπ (που δεν έχει την κράμπα μόνο το όνομα), ώστε οι μικροί αναγνώστες να μην βάλουν όλες τις αυστηρές μαμάδες «στο ίδιο καζάνι». Αν μάλιστα συνειδητοποιήσουμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά που την κάνουν αντιπαθή και εντοπίσουμε αντίστοιχά τους στην δική μας προσωπικότητα, ίσως αξίζει να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε κάποιες αρνητικές μας τάσεις (αυτοβελτίωση).
Με το παρόμοιο θέμα, «νεαρός φοιτητής του Harvard φιλοξενεί στην αυλή του άστεγο άνδρα, που του δίνει ένα μάθημα ζωής», υπάρχει για τους φίλους της 7ης τέχνης και αντίστοιχη χολιγουντιανή ταινία (With Honors, 1994) που επίσης συνδέεται με τα Χριστούγεννα: την εποχή όπου ανάμεσα σε γαλοπούλες, κουραμπιέδες και μελομακάρονα, θυμόμαστε και τους αναξιοπαθούντες. Το συγκινητικό happy end του βιβλίου, με τον κύριο Βρομύλο να φεύγει λέγοντας Η δουλειά μου εδώ, τελείωσε (σ.197), για να δώσει τη βοήθειά του στον επόμενο που θα τολμήσει να τον βάλει στη ζωή του, ίσως θυμίσει σε κάποιους το τέλος του Chocolat με την περιπλανώμενη μάγισσα. Και μια και φτάσαμε την κουβέντα στη σοκολάτα, να αναφέρουμε ότι στο βιβλίο η μικρή Χλόη αντιμετωπίζει πρόβλημα διατροφής (σ.55) το οποίο στην τηλεοπτική μεταφορά δεν παρουσιάζεται - ίσως για να κρατήσει την εικόνα της ηρωίδας γυαλιστερή και συμπαθή στο καλομαθημένο, ευρύ κοινό.
ο Joe Pesci στον ρόλο του άστεγου που φιλοξενεί ο Brendan Fraser
Χρήση στην τάξη
Εκτός από την κοινωνική κριτική, υπάρχουν στο βιβλίο και χρήσιμα μηνύματα για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους. Η Χλόη μαθαίνει να αντιμετωπίζει τους φόβους της και να υπερασπίζεται τον εαυτό της αλλά και τους φίλους της απέναντι σε όσα την τρομοκρατούν. Ο ευγενικός άστεγος στέκεται δίπλα της και ενεργεί όπως ένας καλός δάσκαλος: την ενισχύει να εκφραστεί, την εμπνέει να του διαβάσει τις ιστορίες που έχει επινοήσει και τελικά της προτείνει να ανοίξει τα φτερά της και να γίνει συγγραφέας. Δεν την οδηγεί στον δρόμο που διαλέγει εκείνος, αλλά της επαναλαμβάνει "πρέπει να βρεις τι ευχαριστεί εσένα". Ίσως αποσπάσματα των διαλόγων αυτών στο παγκάκι του πάρκου, μας δώσουν αφορμή να μιλήσουμε για τα όνειρά μας στην τάξη.

Οι εκπαιδευτικοί μπορούν εδώ να βρουν ένα αρχείο zip με 8 δραστηριότητες (κυρίως δημιουργικής γραφής) που μεταφράζονται εύκολα από τα αγγλικά και να τις προσαρμόσουν στις ανάγκες της τάξης τους. Πώς θα σχεδίαζες το διαφημιστικό σου φυλλάδιο αν κατέβαινες για υποψήφιος σαν τη μητέρα της Χλόης; Αντίστοιχα, οι δάσκαλοι των Αγγλικών μπορούν εδώ με περίπου 15 λίρες να αγοράσουν ένα πακέτο δραστηριοτήτων εμπνευσμένων από το κείμενο.

Το βιβλίο μας δίνει φυσικά αφορμή να μιλήσουμε για τους αστέγους και τις ιστορίες τους. Ανθρώπους σαν κι εμάς που βρέθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη στους πέντε δρόμους. Οι εκπαιδευτικοί της Αθήνας που επιθυμούν μια πιο βιωματική προσέγγιση, έχουν την ευκαιρία να περιηγηθούν στο κέντρο της πόλης μέσα από τις Αόρατες Διαδρομές - ξεναγήσεις από αστέγους, που διοργανώνονται από το περιοδικό Σχεδία (κάθε Σάββατο στις 11.00 - τηλ. 213 0231220).
Ξενάγηση από αστέγους (Πηγή)
Στην πράξη, μια καλή ιδέα θα ήταν να διοργανώσουμε χριστουγεννιάτικη αγορά με μεταχειρισμένα παιχνίδια, βιβλία και κατασκευές, ώστε να συγκεντρώσουμε λίγα χρήματα για ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη. Στο δικό μας σχολείο, στα πλαίσια του προγράμματος Πείνα στον Κόσμο, τα παιδιά της Στ' εισάκουσαν την έκκληση των παιδικών χωριών S.O.S και προσφέροντας (όλα) τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει στο περσινό μίνι - Bazaar, αγόρασαν τρόφιμα που παρέδωσαν στα γραφεία της περιοχής. Υπενθυμίζουμε ότι την ίδια στιγμή, υπάρχουν δήμοι στην πολιτισμένη Ευρώπη που τοποθετούν στα παγκάκια κάγκελα, ώστε να αποτρέψουν τους άστεγους από το να κοιμηθούν σε αυτά.
Για να κλείσουμε την ανάρτηση πιο ανάλαφρα, οι μικροί φίλοι της Χλόης και του Βρομύλου, μπορούν να συνδεθούν στην επίσημη ιστοσελίδα του βιβλίου και να παίξουν διάφορα παιχνίδια, ανάμεσά τους και κάτι σαν boules σε μπανιέρα, με αντίπαλο τη Δούκισσα!

Share/Bookmark

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Ψηλά το κεφάλι, δούλε!

Υπόθεση
Γύρω στο 164 π.Χ., ένας Εφέσιος κιθαρωδός και η κόρη του Φιλομήλα, αγοράζονται στο σκλαβοπάζαρο της Περγάμου και μπαίνουν στην υπηρεσία του Ευμένη Β'. Ο βασιλιάς θαμπώνεται από την ομορφιά της κόρης, που λίγους μήνες μετά θα του γεννήσει έναν νόθο γιο, τον Αριστόνικο. Όταν ο Ευμένης πεθαίνει, στο θρόνο ανεβαίνει ο Άτταλος Γ', που υποφέρει από μανία καταδιώξεως. Ο Αριστόνικος βρίσκει τότε μια πρόφαση να φύγει από το παλάτι και γίνεται άρχοντας σε ένα απομακρυσμένο κτήμα. Εκεί, θα γνωρίσει τη δυστυχία των φτωχών και των δούλων. Βαθιά θα τον επηρεάσει επίσης ένα βιβλίο που έχει γράψει ο φιλόσοφος Ιάμβουλος ο Σύρος, στις σελίδες του οποίου περιγράφεται μια πολιτεία απόλυτης ισότητας και δημοκρατίας, χωρίς ατομική ιδιοκτησία και χρήμα. Στο μυαλό του Αριστόνικου γεννιέται η ιδέα να κάνει πράξη αυτή την πολιτεία, και μετά τον θάνατο του Αττάλου Γ', αποφασίζει να βγει στο προσκήνιο. Στο επαναστατικό του κάλεσμα συγκεντρώνονται όλοι οι καταφρονεμένοι της περιοχής, ενώ ο στρατός που οργανώνει μοιάζει αποφασισμένος. Οι νίκες έρχονται η μια μετά την άλλη και η «Πολιτεία του Ηλίου» μεγαλώνει. Στάσεις ξεσπούν παντού στη Μικρά Ασία. Οι πλούσιοι και οι αριστοκράτες πολεμούν τους εξεγερμένους χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που έρχεται βοήθεια από την πανίσχυρη Ρώμη. Εναντίον του Αριστόνικου στέλνεται αρχικά ο Λικίνιος Πούμπλιος Κράσος και μετά την αποτυχία αυτού, ο Μάρκος Περπέρνα. Απέναντι στον πιο οργανωμένο στρατό της εποχής, η μοίρα των επαναστατών είναι προδιαγεγραμμένη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Σύγχρονη Εποχή
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-224-838-6
Έτος 1ης Έκδοσης:1998
Σελίδες: 90
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Άλλη κριτική εδώ (είναι το ίδιο βιβλίο, απλώς ο ήρωας αναφέρεται λανθασμένα ως Αρίσταρχος)
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Συναρπαστικό διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που αναφέρεται στον ξεσηκωμό των δούλων της Περγάμου (133-129 π.Χ.), υπό τον (υποτιθέμενο) τελευταίο απόγονο των Ατταλιδών, Αριστόνικο. Γραμμένο με απλότητα, ελεύθερη γλώσσα και επαναστατικό ενθουσιασμό, το βιβλίο μας παρασύρει στους γρήγορους ρυθμούς του. Οι νεαροί αναγνώστες θα βρουν σε αυτό ψυχαγωγία, γνώσεις, αλλά κυρίως θα προβληματιστούν. Οι ιστορικές πηγές για τον κεντρικό χαρακτήρα είναι περιορισμένες, όμως ο συγγραφέας τις αξιοποιεί με μαεστρία, ενώ δανείζεται στοιχεία από τα έργα του Π. Λεκατσά (Η Πολιτεία του Ήλιου και Οι πόλεμοι των δούλων) και συμπληρώνει τα κενά με τη γνωστή αφηγηματική του δεινότητα. Διαμορφώνεται έτσι μια πλοκή που σε γενικές γραμμές κρατάει το ενδιαφέρον μας αμείωτο ως το τέλος. Το βιβλίο μοιράζεται σε 14 κεφάλαια με έκταση μόλις 2-10 σελίδων το ένα. Το στήσιμο του κειμένου είναι «παλαιού τύπου» (μπετόν) και σίγουρα δεν απευθύνεται σε μαθητές δημοτικού. Οι σκηνές βίας είναι λιγοστές αλλά γλαφυρότατες (σ.59, 65, 79, 86), οπότε αν χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Η εικονογράφηση δυστυχώς είναι απούσα, ενώ δεν συναντάμε και πρόσθετα βοηθητικά στοιχεία όπως κάποιο λεξιλόγιο, έναν χάρτη της περιοχής, το γενεαλογικό δέντρο των Ατταλιδών ή σχετική βιβλιογραφία. Το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου που επιθυμούν να γνωρίσουν πώς απλώθηκε η ρωμαϊκή κυριαρχία στη Μ.Ασία ή σε όσους ενδιαφέρονται για τις απαρχές των ριζοσπαστικών κινημάτων.

Με το ίδιο θέμα ασχολείται το θεατρικό έργο του Κώστα Βάρναλη «Άτταλος ο Τρίτος» και το διήγημα «Ο βασιλιάς της Περγάμου» με συγγραφέα τον Ευστράτιο που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα
  • Κοινωνικός προβληματισμός

  • Έντονος ιδεολογικός χρωματισμός που υιοθετεί ισοπεδωτική διάθεση και προπαγανδιστικό σε κάποια σημεία, ύφος

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Δουλεία, Ανισότητα, Ανθρωπισμός, Περιπέτεια, Φιλοσοφία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όπου η επανάσταση των δούλων ξεκινάει γεμάτη ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Το άλλο κιόλας πρωί ο Αριστόνικος σηκώθηκε πολύ νωρίς. Αφού έφαγε το πρωινό του, κάλεσε κοντά του τους δυο γραμματικούς, που είχε στο κτήμα του.

- Πάρτε, τους λέει, τις γραφίδες σας κι από πέντ’ – έξι περγαμηνές κι ελάτε στο δώμα μου. Έχω κάτι το πολύ σπουδαίο να σας πω να γράψετε…

Σε λίγο ήταν και οι δυο τους εκεί. Είδαν τον αφέντη τους αναστατωμένο. Τα μάτια του είναι πρησμένα από την αϋπνία, αλλά πετούσαν σπίθες. Πριν αρχίσει να τους υπαγορεύει αυτά που ήθελε να γράψουν, τους λέει:

- Φίλοι μου… τη νύχτα που μας πέρασε πήρα μια πολύ τολμηρή απόφαση και σας παρακαλώ, με την εμπιστοσύνη που σας έχω, να μου πείτε αν αυτό που θα κάνω το βρίσκετε σωστό ή όχι.

Οι δυο γραμματικοί του άφησαν πάνω στα μικρά τραπεζάκια τις γραφίδες τους και τον κοίταξαν όλο απορία στα μάτια. Κι ο Αριστόνικος συνέχισε:

- Όπως ξέρετε, οι πολιτείες μας, εδώ κι αιώνες τώρα, είναι συγκροτημένες πάνω στο σύστημα της δουλοκτησίας. Οι έξυπνοι, οι επιτήδειοι και οι δυνατοί γίνονται αφεντικά. Αυτοί έχουν στα χέρια τους τα κτήματα και τα πλούτη και κάθε δικαίωμα κι εξουσία, ενώ οι άλλοι, όσοι βρέθηκαν κάποια στιγμή σε δύσκολη θέση ή αδυναμία γίνονται δούλοι, υποχρεωμένοι να δουλεύουν, κι αυτοί και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, όλη τους τη ζωή στα κτήματα των αφεντικών σαν ζώα, χωρίς να μπορούν να διαμαρτυρηθούν για την κακή μεταχείριση ή τη σκληρότητα των αφεντικών, αφού ακόμα και η ζωή τους είναι στη διάθεση και στα χέρια εκείνων. Κι ακόμα, ξέρουμε όλοι πως η γη είναι μοιρασμένη άδικα. Τεράστιες εκτάσεις κρατούν στα χέρια τους τ’ αφεντικά, οι ολιγαρχικοί που τους λέμε εδώ, ενώ οι αληθινοί ξωμάχοι, όσοι ξέρουν να δουλεύουν τη γη, έχουν από ένα χωραφάκι κι εκείνο κινδυνεύουν να το χάσουν σε κάθε στιγμή, αν τύχει κι αρρωστήσουν αυτοί ή κάποιος απ’ τη φαμίλια τους και βάλουν χρέος στ’ αφεντικά τους.

Κάποτε, παλιότερα, οι παππούδες τους, έλπιζαν στον Αλέξανδρο το Μακεδόνα. Πίστεψαν πως, περνώντας σαν αστραπή με’ απ’ την Ασία, θα γκρέμιζε το παλιό, άδικο και σάπιο δουλοκτητικό σύστημα και θα έφερνε παντού τη δικαιοσύνη και τη λευτεριά. Μα γελάστηκαν. Κι απλώς άλλαξαν αφεντάδες. Τη θέση των Περσών σατραπών την πήραν οι Μακεδόνες στρατηγοί, αυτός τη θέση του μεγάλου Πέρση βασιλιά, ζητώντας μάλιστα να τον προσκυνούνε για θεό, και τα μεγάλα κτήματα μείναν στα χέρια των πλουσίων και των δυνατών. Κι είχε δίκιο ο Τιβέριος Γράκχος όταν έλεγε στη ρωμαϊκή Σύγκλητο: «Τ’ αγρίμια της Ιταλίας έχουν φωλιά, έχουν τρύπα να τρυπώσουν κι έναν τόπο να ξαπλώσουν το κουρασμένο σώμα τους. Όμως, αυτοί που πολεμούνε και πεθαίνουν για την ίδια γη, άλλο εξόν απ’ τον ήλιο και τον αέρα τίποτε δεν έχουν. Μα άστεγοι, δίχως να ‘χουν μια γωνιά ν’ ακουμπήσουν, παραδέρνουν εδώ κι εκεί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Και λένε ψέματα οι στρατηγοί στους στρατιώτες τους όταν τους παρακινούν και τους προστάζουν να πολεμήσουν, για να υπερασπιστούν απ’ τους οχτρούς τα «πάτρια εδάφη», τους τάφους των προγόνων τους και τα ιερά τους. Γιατί κανένας από τα τόσα πλήθη του ρωμαϊκού λαού δεν έχει ούτε πατρικό βωμό ούτε μνημούρι πατρογονικό, αλλά καλείται να πολεμήσει και να σκοτωθεί για τ’ αλλουνού τα πλούτη και την καλοπέραση. Και του λένε πως αυτός είναι κυρίαρχος του κόσμου, ενώ ούτ’ ένα σβώλο γης δεν έχει δικό του…»

Οι δυο γραμματικοί ακούνε με στόμα ανοιχτό τον Αριστόνικο και δεν μπορούνε να καταλάβουν πού επιτέλους το πάει.

- Λοιπόν… συνεχίζει αυτός, θαρρώ πως ήρθε καιρός να δώσουμε ένα τέλος σε όλα αυτά. Τη στιγμή μάλιστα που βλέπουμε ότι τα μεγάλα αφεντικά, από φόβο μη χάσουν τα πλούτη και τα προνόμιά τους, δε διστάζουν να ξεπουλήσουν την πάτρια γη στον οποιοδήποτε ισχυρό ξένο, αδιαφορώντας, αν αυτός γίνει για το λαό ένας αφέντης ακόμα πιο αχόρταγος και σκληρός, όπως έκαμε με τη διαθήκη του ο αδερφός μου ο Άτταλος.

- Ο …αδερφός σου!; ρώτησαν μ’ ένα στόμα οι δυο γραμματικοί.
- Μάλιστα, απάντησε ο Αριστόνικος. Ο Άτταλος ήταν αδερφός μου. Είμαστε και οι δυο παιδιά του Ατταλίδη Ευμένη, αυτός από νόμιμη σύζυγο κι εγώ από τη μητέρα μου τη Φιλομήλα.

- Κανένας δεν το ξέρει αυτό, του λένε οι γραμματικοί.

- Ήρθε καιρός να το μάθουν όλοι. Συνεπώς, καμιά δουλειά δεν έχουν στην πόλη μας οι Ρωμαίοι, τη στιγμή που υπάρχει νόμιμος διάδοχος του θρόνου.

- Μένουμε κατάπληκτοι, αφέντη…

- Και θα μείνετε ακόμα πιο πολύ, όταν ακούσετε τι θα πάω να κάνω.

Κι ο Αριστόνικος ξερόβηξε κι είπε με πιο σταθερή τώρα φωνή:
- Λοιπόν…, ήρθε ο καιρός να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτά τα κοινωνικά καθεστώτα που διαιωνίζουν  την ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Και πρώτα πρώτα να καταργηθεί ο θεσμός της βασιλείας, της μοναρχίας, που θεωρεί όλους τους ανθρώπους άβουλα ζώα και μόνο έναν θεωρεί έξυπνο κι άξιο να κυβερνήσει. Και καλά, αν αυτός ο ένας είναι πραγματικά άξιος. Αν, όμως είναι βλακέντιος ή σκληρός και θεοπάλαβος, όπως ήταν ο αδερφός μου ο Άτταλος – που μάλιστα ήθελε να προσονομάζεται και «ευεργέτης» και «φιλομήτωρ», τρομάρα του, και σκότωνε με τον πιο άγριο τρόπο όποιον υποψιαζόταν πως έφταιγε για το θάνατο της μητέρας του, πέθανε από γηρατειά η γριά, τι, κορακοζώητη θα ήταν ή αιώνια θα ζούσε; - τότε τι γίνεται; Ποιος την πληρώνει; Δίκιο είχε ο Πολύβιος που έλεγε ότι «πάσα μοναρχία το μεν ίσον εχθαίρει, ζητεί δε πάντας υπηκόους είναι», δηλαδή κάθε μοναρχία μισεί την ισότητα και θέλει να είναι όλοι υπήκοοί της.

Έπειτα, ήρθε ο καιρός να καταργήσουμε τη δουλεία. Δε βρίσκετε πως το σύστημα αυτό είναι άδικο κι απάνθρωπο; Οι θεοί έκαμαν άλλους ανθρώπους ελεύθερους κι άλλους δούλους; Δεν είμαστε όλοι παιδιά της μάνας φύσης; Ή μήπως αυτοί που θέλουν να λέγονται ελεύθεροι έχουν κάτι παραπάνω απ’ τους άλλους, κανένα κέρατο, να πούμε; Όλοι έχουν δυο μάτια, δυο χέρια, δυο πόδια… Με τι δικαίωμα οι κύριοι αυτοί, που λέγονται ελεύθεροι, κρατούν όλα τα πλούτη και τα δικαιώματα για λόγου τους και με ποιο δικαίωμα μεταχειρίζονται τους δούλους τους σαν ζώα του βάζουν να δουλεύουν υποχρεωτικά, τους βασανίζουν, τους ατιμάζουν, τους σκοτώνουν, δίχως να δίνουν λόγο σε κανέναν;

- Αφέντη, τα λες εσύ αυτά, που είσαι ελεύθερος; τόλμησε να πει ο ένας απ’ τους γραμματικούς. 

- Ναι, τα λέω εγώ, απάντησε ο Αριστόνικος. Κι είμαι αποφασισμένος να τα καταργήσω.

- Και… θα μείνεις χωρίς δούλους;

- Σε μια πολιτεία ελεύθερη δε χρειάζονται δούλοι. Χρειάζονται άνθρωποι ελεύθεροι, που ν’ αγαπούν τη δουλειά και να θέλουν να βοηθούν το συνάνθρωπό τους. Κι ακόμα… θα καταργήσουμε την ατομική ιδιοκτησία, αυτόν το μεγάλο πειρασμό που φέρνει μες στην ψυχή του ανθρώπου την απληστία. Γιατί όταν το κοινωνικό σύστημα σου δίνει το δικαίωμα να έχεις δικά σου όσα μπορείς περισσότερα, γιατί να μην το κάνεις; Άσχετα, αν για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήσεις ψευτιά, δόλο, απάτη ή βία. Αλλά τι θα πει δικό μου και δικό σου; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να το λες αυτό; Έχουν μήπως τα δάση, τα χωράφια, τα λιβάδια, τα ποτάμια και οι θάλασσες καμιά ταμπελίτσα πάνω τους, που να λέει πως αυτό ανήκει στον τάδε ή στην τάδε; Για όλους δεν είναι η φύση, για όλους δεν είναι τα πλούτη της και οι θησαυροί της;

- Δηλαδή;

- Δηλαδή… από δω κι εμπρός κανένας πια δε θα λέει: «αυτό είναι δικό μου». Θα λέει: «αυτό είναι δικό μας». Δικιά μας η γη, τ’ αμπέλια, τα χωράφια και τα λιβάδια, δικά μας όλα τα ζωντανά που βόσκουν πάνω της κι όλοι οι θησαυροί, χρυσάφι κι ασήμι, που βρίσκονται στα σωθικά της. Όλα θ’ ανήκουν σ’ όλους, όλα θ’ ανήκουν στην πολιτεία, που θα την ονομάσουμε «Πολιτεία του Ήλιου» κι ο καθένας θα παίρνει από τους θησαυρούς της ό,τι του χρειάζεται και τίποτε περισσότερο.

- Α, τι ωραία! είπαν και οι δύο γραμματικοί μ’ ένα στόμα.
Επιγραφή του Ευμένη Β' στο πρόπυλο του ναού της Αθηνάς Πολιάδος Νικηφόρου
από την Πέργαμο (περ.180 π.Χ.), που εκτίθεται στο Pergamon Museum, Βερολίνο
Σχόλιο
Η ελευθερία στην απόδοση των διαλόγων δίνει αμεσότητα και φέρνει τους χαρακτήρες πιο κοντά στον αναγνώστη, όμως κάποιες φορές φτάνει στα όριά της. Διαβάζουμε για παράδειγμα τη φράση Αν, όμως είναι βλακέντιος ή σκληρός και θεοπάλαβος, όπως ήταν ο αδερφός μου ο Άτταλος – που μάλιστα ήθελε να προσονομάζεται και «ευεργέτης» και «φιλομήτωρ», τρομάρα του...που περισσότερο θυμίζει παλιό ελληνικό κινηματογράφο, παρά φαντάζομαι τον τρόπο που ο Αριστόνικος θα απευθυνόταν σε συνομιλητές του. 

Ταυτόχρονα, πραγματοποιούνται αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο ώστε αυτό να απλοποιηθεί, εξυπηρετώντας παράλληλα τον μύθο. Έτσι, ο Άτταλος Β', "θείος" του Αριστόνικου και επί 21 ολόκληρα χρόνια βασιλιάς, δεν αναφέρεται πουθενά. Διαβάζουμε δηλαδή (σ.11) πως μετά τον θάνατο του Ευμένη, στον θρόνο της Περγάμου ανέβηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ευμένη, ο Άτταλος Γ'.
Άτταλος Γ' (ή Β') από το Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη
Συναντάμε επίσης ορισμένες αυθαίρετες θέσεις, όπως ότι οι Έλληνες της Μ. Ασίας περίμεναν πως ο Μέγας Αλέξανδρος θα γκρέμιζε το παλιό, άδικο και σάπιο δουλοκτητικό σύστημα και θα έφερνε παντού τη δικαιοσύνη και τη λευτεριά (σ.40). Δεν γνωρίζω αν υπάρχει πηγή που να αναφέρει πως ο Μακεδόνας βασιλιάς ανέλαβε ποτέ τον ρόλο κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Για να διαδοθούν όμως φήμες ότι είχε σκοπό να ανατρέψει το δουλοκτητικό σύστημα στην Ασία, θα έπρεπε προηγουμένως να έχει επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα... πράγμα που δεν συνέβη ποτέ. Για τη λευτεριά των ελληνικών πόλεων πάντως, πολέμησε, ακόμα και αν απέναντί του βρήκε Έλληνες μισθοφόρους. Στη σελίδα 54 ο συγγραφέας ξανακάνει αναφορά στο όνομα του Αλεξάνδρου, κατηγορώντας τον ότι ενώ πλάτυνε τα σύνορα του κράτους των Μακεδόνων, στένεψε την ψυχή και τη μοίρα του ανθρώπου, κάνοντας ακόμα πιο πικρή τη ζωή του, ποδοπατώντας τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, αλυσοδένοντας πιο σφιχτά τους σκλάβους, σφάζοντας τη δικαιοσύνη και την ηθική συνείδηση. Η ισοπεδωτική αυτή επίθεση δεν στηρίζεται σε κάποιο επιχείρημα, αλλά πιθανόν αποτελεί προϊόν ιδεολογικού προσανατολισμού.
Στη σελίδα 61 διαβάζουμε τη διαπίστωση πως Οι πλούσιοι δε διστάζουν να πουλήσουν την ελευθερία της πόλης στους ξένους, προκειμένου να περισώσουν τα πλούτη τους και τα προνόμιά τους, ενώ λίγο αργότερα (σ.69)  πως Οι βασιλιάδες των διαφόρων πόλεων συνασπίστηκαν και άρχισαν να βοηθά ο ένας τον άλλο. Και, πιο πέρα, καλούσαν τη Ρώμη να επέμβει και να τους γλιτώσει από τον κίνδυνο, δίχως ούτε στιγμή να σκέφτονται ότι αυτό αποτελεί εθνική προδοσία. Είναι βέβαια σαφές, ότι οι εσωτερικές έριδες των Ελλήνων ήταν αυτές που έδωσαν την ευκαιρία στους Ρωμαίους να επέμβουν, να τους διχάσουν ακόμα περισσότερο, και τελικά να επιβληθούν στα ελληνιστικά βασίλεια της εποχής.

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, προτού υιοθετήσουμε τέτοιους χαρακτηρισμούς άκριτα, καλό είναι να συνυπολογίσουμε ότι: 
Πρώτον, οι άρχοντες της Περγάμου είχαν πάντα στενή «συνεργασία» με τη Ρώμη και στην προστασία της ουσιαστικά όφειλαν την επιβίωση και την ακμή του βασιλείου τους. Ο ίδιος ο Ευμένης Β', "πατέρας" του Αριστόνικου, είχε πολλές φορές εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της, είχε προειδοποιήσει τη Σύγκλητο για κινήσεις του Φιλίππου Ε' και του Αντιόχου Γ' ενώ πολέμησε στο πλευρό των Ρωμαίων εναντίον όλων των άλλων Ελλήνων. Αποκορύφωμα αυτής της εξάρτησης, ήταν η κληροδότηση του βασιλείου της Περγάμου στη Ρώμη από τον Άτταλο Γ'. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το ότι οι αριστοκράτες της Περγάμου κάλεσαν τους Ρωμαίους σε βοήθεια εναντίον του Αριστόνικου, δεν νομίζω ότι συνιστά ούτε αλλαγή πολιτικής ούτε και προδοσία σε σχέση με την ως τότε στάση τους.

Δεύτερον, ο Αριστόνικος κάλεσε και εκείνος ξένες δυνάμεις για να στερεωθεί στην εξουσία. Πειρατές (σ.54), δούλους από τον Ευφράτη ως τη Συρία (σ.57), εξόριστους, φυγάδες, καταδικασμένους, Θράκες ιππείς, όπως και τους περίφημους τοξότες της Μυσίας (σ.59) που ενώθηκαν μαζί του ενάντια στα «αφεντικά τους φεουδάρχες». Στην δική του όμως περίπτωση, ο συγγραφέας δεν κάνει λόγο για εθνική προδοσία... τον χαρακτηρίζει αντίθετα ελευθερωτή, πρωτολάτη ενός πύρινου χειμάρρου επαναστατημένων που ανατρέπει την παραδομένη τάξη. Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση έχει πιθανότατα και πάλι ιδεολογική βάση.
Κιστοφορικό τετράδραχμο του Αριστόνικου. Στην πίσω όψη διακρίνουμε (κοκ.) την επιγραφή
ΒΑ ΕΥ (Βασιλέως Ευμένους) και το γράμμα Γ, που υποδηλώνει το τρίτο έτος της βασιλείας του
Από τη Ρώμη στην Ασία
Οι μεγάλες στρατιωτικές νίκες των Ρωμαίων τον 2ο αιώνα π.Χ. αύξησαν την διαθέσιμη γη και πολλαπλασίασαν τον αριθμό των δούλων, κάνοντας τους πλούσιους ακόμα πλουσιότερους. Το 135π.Χ., σκλάβοι στην Έννα της Σικελίας ξεσηκώθηκαν ενάντια στον αφέντη τους Δαμόφιλο και τη γυναίκα του Μεγαλλίδα που τους τυραννούσαν απάνθρωπα (αναλυτικότερα εδώ). Για αρχηγό τους διάλεξαν τον Εύνο από τη Συρία, που ήταν προφήτης - θαυματοποιός και με τρικ έβγαζε φωτιές από το στόμα του! Χιλιάδες εξαθλιωμένοι ενώθηκαν με τους επαναστάτες, και ξέσπασε έτσι ο πρώτος (από τους συνολικά τρεις) δουλικός πόλεμος που συντάραξε τον ρωμαϊκό κόσμο.  

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, εκλέγεται το 134 π.Χ. δήμαρχος στη Ρώμη ο Τιβέριος Σεμπρώνιος Γράκχος, που δίπλα του είχε δυο συμβούλους με ριζοσπαστικές ιδέες: τον στωικό φιλόσοφο Βλόσσιο Γάιο από την Κύμη της Καμπανίας και τον ρήτορα Διοφάνη τον Μυτιληναίο. Βασισμένος στις ιδέες τους, ο νέος δήμαρχος αποφάσισε να περιορίσει τις κοινωνικές ανισότητες, ώστε να μειώσει την ένταση ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους. Με αγροτική μεταρρύθμιση ξαναμοίρασε τη γη, αποδυνάμωσε τη Σύγκλητο και πρότεινε να παραχωρηθούν χρήματα από τον θησαυρό της Περγάμου (που το 133 π.Χ. ο Άτταλος Γ' κληροδότησε στη Ρώμη) στους μικρούς καλλιεργητές. Οι φιλολαϊκές πολιτικές του εξόργισαν τους συγκλητικούς, και την ημέρα των επόμενων εκλογών τον δολοφόνησε ο εξάδελφός του και αρχιερέας, Σκιπίων Πόπλιος Κορνήλιος Νασικάς ο Σεραπίων. Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν εκατοντάδες ακόλουθοί του, ανάμεσά τους και ο Διοφάνης· όμως ο Βλόσσιος το έσκασε για την Ασία, όπου βρέθηκε στο πλευρό του γνωστού μας Αριστόνικου!

Ο στωικός φιλόσοφος βρήκε τον επαναστάτη ήδη βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες του Ιάμβουλου και τον ενίσχυσε στην προσπάθειά του να οργανώσει μια Νέα Πολιτεία του Ηλίου, χωρίς πλούσιους και φτωχούς, αφέντες και δούλους. Από τη Ρώμη κατέφθασε τον ίδιο καιρό και ο αιματοβαμμένος ποντίφικας Νασικάς, επικεφαλής επιτροπής λεγάτων... πριν ωστόσο καταφέρει κάτι, δολοφονήθηκε από οπαδούς του Γράκχου. Αποτυχία και θάνατος περίμεναν και τον επόμενο αρχιερέα Κράσσο, που στάλθηκε στην Ασία αλλά ηττήθηκε από τον στρατό των Ηλιουπολιτών. Λύση και στις δύο επαναστάσεις έδωσε τελικά ο ικανότατος ύπατος του 130 π.Χ. Μάρκος Περπέρνα, που, αφού κατατρόπωσε τους εξεγερθέντες δούλους της Σικελίας, θριάμβευσε και στην Πέργαμο, συλλαμβάνοντας τον Αριστόνικο. Δεν πρόλαβε όμως να χαρεί τη νίκη του· αρρώστησε και πέθανε πριν επιστρέψει στη Ρώμη.
Το τέλος του Τιβέριου Γράκχου στη Ρώμη...
και η φυγή του Βλόσσιου στην Ασία (Πλούταρχος)
Οι ιστορικοί στις μέρες μας αντιδικούν για το αν η εξέγερση του Αριστόνικου ήταν αυθεντικά κοινωνική ή αν ο επαναστάτης χρησιμοποίησε τους φτωχούς για να ανέβει στον θρόνο, επειδή δεν κατάφερε να γίνει δεκτός ως νόμιμος διάδοχος. Επιχειρήματα υπάρχουν και από τις δύο πλευρές, σημασία όμως έχει ότι τελικά ο Αριστόνικος κέρδισε μια θέση στην Ιστορία, είτε ως σφετεριστής του περγαμηνού θρόνου, είτε ως ηρωικός μεταρρυθμιστής όπως οι Άγης, Κλεομένης και Τιβέριος Γράκχος.

Χρήση στην τάξη
Με αφορμή το βιβλίο, μπορούμε στην τάξη να παρουσιάσουμε το βασίλειο της Περγάμου. Ποιοι το διοικούσαν και τι πολιτική ακολουθούσαν; Ποια ήταν τα όριά του στην περίοδο που εξετάζουμε; Σε ποια χώρα ανήκει σήμερα; Μπορούμε επίσης να συζητήσουμε για τον θεσμό της δουλείας μέσα στην ιστορία, τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλά και για τα δικαιώματα του παιδιού.
Η φιλορωμαϊκή πολιτική των βασιλέων της, αύξησε σημαντικά
τη δύναμη της Περγάμου μετά τη Συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.)
Μέσα στο κείμενο γίνεται αναφορά σε δύο ουτοπικές πολιτείες, αυτή του Ιάμβουλου (σ.27-30) όπου όλοι είναι ίσοι και ζουν ανέμελοι χωρίς περιουσία μέχρι τα βαθιά τους γεράματα και εκείνη του Ζήνωνα (σ.63) όπου και πάλι σχεδόν όλοι είναι ίσοι, ενώ επιζητούν τη σοφία για να γίνουν ευτυχισμένοι. Πώς θα ονομάζατε τη δική σας ιδανική πολιτεία; Πώς θα λειτουργούσε και ποιοι θα έμεναν σε αυτή; Τι νόμοι θα επικρατούσαν; Και τι θα συνέβαινε σε όποιον τους παραβίαζε;

Καθώς στην Αθήνα επιβιώνουν ακόμα τα έργα του Ευμένη Β' και του Αττάλου Β', θα μπορούσαμε να εμβαθύνουμε στην ιστορία της Περγάμου ή του Αριστόνικου στα πλαίσια μιας επίσκεψης στο μουσείο της αρχαίας αγοράς, την Ακρόπολη ή τη νότια κλιτύ της.

Η στοά Ευμένους βρισκόταν μεταξύ του Ωδείου του
Ηρώδη Αττικού και του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου

στις μέρες μας σώζεται κάπως έτσι

Share/Bookmark