Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Μια μικρή ηρωίδα

Υπόθεση
Σ' ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, στα 1866, ζει ο καπετάν Αντρέας μαζί με τη γυναίκα και τη 12χρονη κόρη τους Λενιώ. Ένας αγγελιοφόρος εμφανίζεται στο σπίτι τους, κυνηγημένος από τους Τούρκους. Η Λενιώ αναλαμβάνει να τον οδηγήσει με ασφάλεια στη Μονή Αρκαδίου, ώστε να παραδώσει το μήνυμά του στον ηγούμενο. Μετά όμως από πολλές περιπέτειες, ο δρομολάτης πέφτει σε ενέδρα και τραυματίζεται βαριά. Η μικρή ηρωίδα δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει μόνη, γνωρίζοντας ότι τα χαρτιά πρέπει να φτάσουν στον προορισμό τους με κάθε θυσία. Ολοκληρώνει την αποστολή της με επιτυχία, κάνοντας τους γονείς της -που ήρθαν να τη βρουν στο μοναστήρι- περήφανους. Ο τόπος γύρω από τη μονή πλημμυρίζει γρήγορα με Τούρκους και κανόνια. Οι Κρητικοί υπερασπιστές γνωρίζουν τη μοίρα που τους περιμένει, είναι όμως αποφασισμένοι να πολεμήσουν για την ελευθερία τους και την ένωση με την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Καζαντζάκη
Εικονογράφηση: Αλέξης Κορογιαννάκης (εξώφυλλο Σπύρος Γούσης)
ISBN: 978-960-03-3030-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 145
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Ιστορική περιπέτεια που ξετυλίγεται με την απλότητα και τους ήπιους τόνους ενός παραμυθιού. Σκοπός της, να μας διηγηθεί τη δραματική θυσία των Κρητών στη Μονή Αρκαδίου. Με γλώσσα λογοτεχνική αλλά και χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στοιχεία από την κρητική ντοπιολαλιά, η συγγραφέας δημιουργεί τελικά μια αρκετά καλογραμμένη ιστορία. Ειδικά στα πρώτα κεφάλαια, οι ατμοσφαιρικές σκηνές εντυπωσιάζουν με την εσωτερική ένταση που εκπέμπουν. Καθώς όμως η αφήγηση αρχίζει να ακολουθεί τη Λενιώ στην περιπέτειά της, τα χαρακτηριστικά του «φιλμ νουάρ» παραχωρούν τη θέση τους σε συνηθισμένες για τον χώρο προσεγγίσεις. Οι χαρακτήρες γίνονται πιο προσιτοί, ενώ εισάγονται απλουστεύσεις που εξυπηρετούν την πλοκή και πιθανόν μάς βοηθούν να υιοθετήσουμε την οπτική του νεαρού κοριτσιού. Το βιβλίο χωρίζεται σε 15 ασύμμετρης έκτασης κεφάλαια (3-24 σελίδων) που διαβάζονται με ενδιαφέρον και χωρίς να κουράζουν. Η εικονογράφηση είναι παρούσα, με 2-3 ασπρόμαυρα σκίτσα μισής ή μίας σελίδας ανά κεφάλαιο. Προτείνουμε το βιβλίο σε μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού, ενώ πιθανόν να το εκτιμήσουν τόσο τα κορίτσια (αφού πρωταγωνίστρια είναι η Λενιώ) όσο και τα αγόρια, λόγω του θέματος και της δράσης του.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Ήπιοι τόνοι και λογοτεχνικότητα
  • Ενδιαφέρον θέμα
  • Προβολή ανθρωπιστικών αξιών

Αξίες - Θέματα
Γενναιότητα, Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν οι Τούρκοι φτάνουν έξω από το σπίτι του καπετάν Αντρέα (κεφ.2)

Εικονογράφηση
Δύο - τρία ασπρόμαυρα σκίτσα σε κάθε κεφάλαιο που καταλαμβάνουν μισή ή ολόκληρη σελίδα, συνοδεύουν το κείμενο και συμμετέχουν στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Ζητώ συγνώμη για τις "τσαλακωμένες" εικόνες, αλλά είναι από το βρεγμένο αντίτυπο που διατίθεται προς δανεισμό στη βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου.
Απόσπασμα
Η ιστορία που θα διηγηθώ συνέβηκε, πάει πολύς πολύς καιρός, σ’ ένα ορεινό χωριουδάκι της Κρήτης, απόμερο κι αγνοημένο. Κατάφυτο από χιλιόχρονα πλατάνια και θεόρατες βαλανιδιές, με τ’ αηδόνια και τις πέρδικες να κελαηδούν την άνοιξη στις ρεματιές του, με τα λογής λουλούδια να στολίζουν τις πλαγιές του και τα δροσερά και κρυσταλλένια νερά να κατρακυλούν ολοχρονίς από τα γύρω βουνά, το χωριουδάκι ήταν ένας μικρός χαρούμενος παράδεισος. Λες κι η φύση το ‘χε διαλέξει να σκορπίσει απάνω του τις ομορφιές της.

κι όμως, οι λιγοστοί του κάτοικοι σαν να μην έβλεπαν τις χάρες τους. Οι Κυριακές δε μάζευαν τις νιες και τα παλικάρια στα χοροστάσια να στήσουν το χορό έπειτα από τη λειτουργία. Τα χαρούμενα γερακοκούδουνα της λύρας δεν ακούγονταν. Στο Νησί είχαν ακόμα μια φορά αρχίσει οι αγώνες για τη λευτεριά.

Το μήνυμα «Στ’ άρματα, αδέρφια, λευτεριά ή θάνατος», σαν να το ‘φερνε ο αγέρας στα φτερά του, ξεσήκωνε, όθε διάβαινε, το λαό. Η λαχτάρα της λευτεριάς άναβε πάλι τις καρδιές κι όλοι, σαν ένας, βιάζονταν ποιος πρώτος να λάβει μέρος στον αγώνα.

Εκεί στα βουνά, ωστόσο, τους κάτοικους δεν τους απειλούσε κανένας κίνδυνος. Στα μέρη εκείνα δεν είχε πατήσει ποτέ ποδάρι αγαρηνού και θα μπορούσαν να ζουν ξένοιαστοι, δοσμένοι στα ειρηνικά τους έργα. Τότε όμως θα ‘τανε ψέμα η πατρίδα, ψέμα η αγάπη για τη λευτεριά, ψέμα το χρέος του καθενός ν’ αγωνίζεται εναντίον της σκλαβιάς. κι επειδή δεν είναι ψέμα όλα τούτα, που λέγονται με μια λέξη, «αρετή», στο χωριουδάκι δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς να’ χει κάποιον να πολεμά ή κάποιον σκοτωμένο να τον κλαίει.

Κι όπως σε κάθε κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, πάντα υπάρχουν μερικοί που ξεχωρίζουν από τους άλλους με την αξία τους, έτσι στο χωριουδάκι ξεχώριζε ο καπετάν Αντρέας για τη γνώση και την παλικαριά του. Δεν είχε μεγάλη οικογένεια. Μόνο τη γυναίκα του, τη Μαρίνα, και το Λενιώ του, δώδεκα χρονών κοριτσάκι, με κατάξανθες πλεξούδες και κόκκινα μάγουλα. Ο καπετάν Αντρέας δεν ήτανε κανένας τρανός με τσιφλίκια και κοπάδια. Ήτανε, σαν όλους τους χωριανούς, φτωχονοικοκύρης, με τόση γη δική του, όση για να του δίνει της χρονιάς τη σοδειά, και τόσα πρόβατα, όσα για να ‘χει το γάλα, να πήζει το τυρί του, να βγάζει το βούτυρό του και η κυρα- Μαρίνα να φτιάχνει τις χυλοπίτες και τους τραχανάδες.

Όπως οι περισσότεροι Κρητικοί, ήτανε ψηλός κι αλαφροκόκαλος. «Έπιανε το λαγό στο τρέξιμο», όπως λένε εκεί. Είχε ωραία χαρακτηριστικά. Φρύδια καλογραμμένα, μεγάλα αστραφτερά μάτια κι έκφραση γαλήνια και σοβαρή. Κι όσο για παλικάρι, κανένας δεν ήτανε καλύτερός του.

Απόψε λοιπόν οι χωριανοί βρίσκονται συναγμένοι στο σπίτι του καπετάν Αντρέα. Ανάμεσά τους είναι και δυο ξενοχωρίτες μαντατοφόροι. Φαίνεται θα τους έφεραν δυσάρεστα μαντάτα, για να ‘ναι όλοι τους έτσι συλλογισμένοι.

«Τα τειχιά της Μονής θα μπορέσουν άραγε ν’ αντέξουν;» ρωτά κάποιος σε μια στιγμή.

«Πάντα άντεχαν», είπε ένας από τους ξένους. «Τώρα όμως, μαζί με τους ντόπιους εχθρούς, ο Σουλτάνος έστειλε και ταχτικό στρατό με κανόνια».

«Το Αρκάδι», πήρε το λόγο ο καπετάν Αντρέας, «δεν πέφτει εύκολα. Χώρια που έχει γερό κάστρο και οι μπαρουταποθήκες του είναι γεμάτες πολεμοφόδια, έχει και υπερασπιστές τα καλύτερα παλικάρια. Και πρώτος απ’ όλους το γούμενο τον Γαβριήλ».

Οι γυναίκες, ακούγοντάς τους από την πλαϊνή κάμαρα, παρατούσαν τ’ αδράχτια και τις ρόκες τους και πρόσεχαν τι λέγανε. Έπειτα ξανάπιαναν τη δουλειά τους και μεταξύ τους κουβέντιαζαν κι εκείνες.

«Πόσοι πάλι θα σκοτωθούν, Χριστέ μου! Ακούσατε τι είπαν; Ο Σουλτάνος έστειλε στρατό».

«Βάλανε, λέει, αρχή να καίνε τα χωριά οι αντίχριστοι! Οι φωτιές φαίνονται μίλια μακριά».

Μια γριούλα, με τα άσπρα μαλλιά της να ξεβγαίνουν από το μαύρο τσεμπέρι της, με τρόπο αυστηρό και σεβάσμιο είπε:
«Και οι τρεις μου γιοι σκοτώθηκαν. Κι είμαι τώρα έρμη και μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο. Μου είπαν κι οι τρεις: Θα πάμε, μάνα, να πολεμήσουμε. και τους αποκρίθηκα: Να πάτε, παιδιά μου. Σκοτώθηκαν κι οι τρεις. Και όσοι άλλοι… αμέτρητα χρόνια… κι η Κρήτη είναι ακόμα σκλαβωμένη».

«Άδικα χάνεται ο κόσμος. Τόσα χρόνια τι κερδίσαμε;»
Η γριούλα την έκοψε:

«Δεν ήθελα να πω αυτό, Κατερίνα. Δε με κατάλαβες. Όταν πολεμά κανείς για τη λευτεριά, ποτέ δεν είναι σίγουρος πως θα τη χαρεί ο ίδιος. Ξέρει όμως πως θα τη χαρούν οι άλλοι και αυτό του φτάνει».

«Έτσι είναι», συμφώνησαν όλες.

Ανάμεσά τους ήτανε και το Λενιώ. Σαν μεγάλη άκουγε προσεχτικά τα λόγια τους και τα ‘βαζε καλά στο νου της.
Ξάφνου ακούστηκε χτύπος στο παραθύρι. Ποιος ήτανε τέτοια ώρα; Μήπως γελάστηκαν; Αλλά όχι, γιατί τώρα χτυπούσαν πιο δυνατά.

Ο καπετάν Αντρέας σηκώθηκε και πήγε να δει.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ανοίγοντας το παραθύρι.

«Ένας δρομολάτης έχασε το δρόμο και ζητά να τον οδηγήσετε».

Η φωνή ήταν αντρίκεια και σταθερή.

«Καλώς ορίσατε», είπε ο καπετάν Αντρέας και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα.

Μερικά αστέρια τρεμόλαμπαν κι ένα δροσερό αεράκι μπήκε στην κάμαρα. Στο κατώφλι φάνηκε ένας μεγαλόσωμος άντρας.

Είπαμε πως οι Κρητικοί είναι ωραίοι άντρες, όμως η ομορφιά τούτου του ανθρώπου δεν είχε το ταίρι της.

Όλοι σηκώθηκαν να του δώσουν θέση. Αμέσως έπειτα ο καπετάν Αντρέας ρώτησε τον ξένο αν πεινά κι αν διψά και του πρόσφερε το βρισκούμενο: τυρί, κρασί και τηγανισμένα αυγά.

Ο ξένος δέχτηκε τη φιλοξενία του νοικοκύρη με τρόπο απλό κι ευγενικό. Τα λόγια όμως ήταν μετρημένα. Ούτε πού πήγαινε, ούτε πώς βρέθηκε εκεί πάνω. Αλλά ούτε ο καπετάν Αντρέας ούτε κανείς άλλος τον ρώτησε.

Σιγά σιγά άρχισαν τις κουβέντες. Έλεγαν για τις μάχες που γίνονταν, για τα γυναικόπαιδα που έφευγαν από τις πολιτείες με τα βαπόρια και πήγαιναν να σωθούν στην Ελλάδα. Ο ξένος ήτανε για όλα πληροφορημένος. Αλλά όσο και αν όλα τούτα ήτανε γνωστά, στο στόμα του ξένου έπαιρναν, θαρρείς, μεγαλύτερη σημασία.

ήρθε η ώρα να πάνε στα σπίτια τους οι χωριανοί. Σηκώθηκαν, πήραν τις γυναίκες τους, ευχήθηκαν το καλό ξημέρωμα κι έφυγαν. Στου καπετάν Αντρέα έμειναν οι δυο ξενοχωρίτες κι ο άγνωστος περαστικός.

Όταν έμειναν οι τέσσερις μονάχοι, ο ξένος ρώτησε αν οι δρόμοι κατά δω είναι λεύτεροι ή έχουν κλειστεί. Και αν υπάρχουν μονοπάτια να τραβήξει απ’ αυτά.

«Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Βέβαια υπάρχουν πολλά μονοπάτια, αλλά πώς να τα βρει ένας που δεν τα περπάτησε ποτέ;»

Τα διαπεραστικά μάτια του ξένου σταμάτησαν στο γαλήνιο πρόσωπο του καπετάν Αντρέα, έπειτα στους άλλους δυο.

«Αυτό μου φτάνει», είπε ο ξένος και όλοι κατάλαβαν πως ήτανε μαθημένος να μην τον σταματά κανένα εμπόδιο στο δρόμο του. «Φεύγω», είπε και σηκώθηκε. «Πρέπει εκεί που πάω να φτάσω το γρηγορότερο».

«Αυτό εξαρτάται από το μέρος που θέλεις να πας», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Το ξέρω πως όποιος έχει γερά ποδάρια δε λογαριάζει την απόσταση, φτάνει να ‘ναι ο δρόμος καλόβολος. Και κοντινός όμως να ‘ναι, σαν έχει κακοτοπιές…»

«Εμείς οι δρομολάτες», αποκρίθηκε ο ξένος, «όταν δεν είμαστε λεύτεροι να διαλέξουμε τον καλόβολο δρόμο, τραβούμε και τον κακόβολο Μια και πήραμε την απόφαση να φτάσουμε κάπου, πρέπει να φτάσουμε. Βέβαια, είναι μεγάλο αγαθό να περπατά κανείς συντροφεμένος με καλούς και σίγουρους φίλους».

«Σωστά», είπε ο καπετάν Αντρέας. «Ένας σίγουρος φίλος σε τούτες τις δύσκολες ώρες είναι ό, τι χρειάζεται περισσότερο».
«Μόνο που δεν μπορεί κανένας να ‘ναι σίγουρος ποτέ για το φίλο που ακόμα δεν τον έχει δοκιμάσει».
«Υπάρχουν και φίλοι δολεροί, αυτό είν’ αλήθεια. Και από το καρπερό χωράφι δε λείπει η ήρα κι ούτε είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς το βλαβερό σπόρο από τον χρήσιμο».

«Ο καλός τσοπάνος», απάντησε τότε ο ξένος δίνοντας το χέρι του στον καπετάν Αντρέα, «γνωρίζει τα πρόβατά του, ακόμα κι αν φορούν το τομάρι του λύκου».

Είχε συνεννοηθεί. Τα διφορούμενα λόγια ήτανε πια περιττά.

«Γεια σας, αδέρφια!» είπε ο ξένος κι έδωσε και με τους άλλους δυο το χέρι. «Οι δικοί μας σας στέλνουν χαιρετίσματα».

«Είμαστε μαζί σας στη ζωή και στο θάνατο!»

«Στο Αρκάδι έχουν ανάγκη από ψωμί. Ο γούμενος μηνά να οργανωθούν αποστολές με καρπό. Κρατώ γράμματα από την Αθήνα, που πρέπει να φτάσουν στα χέρια των αρχηγών της επανάστασης το γρηγορότερο. Τώρα πάω ν’ ανταμώσω τον καπετάν Μανούσο, τον αρχηγό της δικής σας περιφέρειας».

Ξάφνου τα μάτια του στυλώθηκαν στη μέσα μεριά της κάμαρας. Κάποιος του άκουγε, κρυμμένος στο σκοτάδι. Ο καπετάν Αντρέας γύρισε να δει τι είχε τραβήξει την προσοχή του ξένου κι αμέσως χαμογέλασε.

«Είναι το Λενιώ μου, το καλό μου το κορίτσι. Έλα, Λενιώ».
Σχόλια
Στις 8 Νοεμβρίου του 1866, 15.000 Τούρκοι στρατιώτες με 30 κανόνια, αρχίζουν την επίθεση στη Μονή Αρκαδίου, μέσα στην οποία βρίσκονται κλεισμένοι 325 οπλισμένοι άνδρες και 639 γυναικόπαιδα. Για ποιον λόγο αποφασίζουν οι αγωνιστές να θυσιαστούν; Παρουσιάζοντας τα κίνητρα για την εθελοθυσία των ηρώων, η συγγραφέας μας παραθέτει στο κεφ. 13 μια σύσκεψη προεστών και καπεταναίων στην οποία ακούγονται τα εξής επιχειρήματα:
  • Ο καπετάν Αντρέας, προτείνει να σταθούν πιστοί στον όρκο τους, να πολεμήσουν και να σκοτωθούν, σίγουροι πως η θυσία μας δε θα πάει χαμένη. Τίθεται λοιπόν θέμα αξιοπιστίας προς τον Θεό και την επαναστατική επιτροπή του νησιού. 
  • Η καπετάνισσα Δασκαλάκαινα συμπληρώνει ότι δεν πολεμούν μόνο αυτοί, αλλά όλο το νησί με σύνθημα: λευτεριά ή θάνατος. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν για τον έναν σκοπό.
  • Όταν κάποιος αντιλέγει ότι ίσως θα έπρεπε να συνθηκολογήσουν για τα 600 γυναικόπαιδα, του απαντούν ότι οι Τούρκοι δεν κρατούν τον λόγο τους. Μάλλον δίκαια, αφού όταν τη μέρα μετά την ανατίναξη ο Ι. Δημακόπουλος συνθηκολόγησε και παραδόθηκε, οι Τούρκοι παρά τις εγγυήσεις εκτέλεσαν τον ίδιο και τους περισσότερους υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει! - αντίστοιχα θυμίζουμε ότι είχαν συμβεί και μετά την άλωση της Αμμοχώστου το 1571.
  • Ο ηγούμενος κλείνει τη σύσκεψη λέγοντας «Οι γενιές που θα 'ρθουνε ας κρίνουνε αν κάμαμε το χρέος μας, όπως το κάμανε κι εκείνοι που ζήσανε πρωτύτερά μας», θέτοντας έτσι θέμα υπευθυνότητας απέναντι στον ίδιο τον Ελληνισμό και τις μελλοντικές γενιές.
Οι ρόλοι των δύο φύλων στην παραδοσιακή Κρήτη του 19ου αιώνα φαίνονται σε αρκετά σημεία, με πιο χαρακτηριστικό αυτό (σ.22): Η γυναίκα του καπετάν Αντρέα έκλεισε πίσω της την πόρτα και στάθηκε να περιμένει τις διαταγές του. Κοντά της το Λενιώ περίμενε κι αυτή τι θα πει ο πατέρας.

Το παραπάνω, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Κρητικοπούλες δεν σηκώνουν στις πλάτες τους μέρος από το βάρος του αγώνα. Όπως διαβάζουμε στις σελίδες 121 και 127 φροντίζουν για τους τραυματίες, την καθαριότητα, τα παιδιά, τα ρούχα, το φαγητό, το νερό και τον ανεφοδιασμό των ανδρών που πολεμούν. Η συμβολή τους λοιπόν, παρουσιάζεται πολύτιμη. Όπως λέει και ο στίχος: Διακόσιοι πενήντα εννιά Κρήτες επολεμούσαν / γέροι, γυναίκες και παιδιά, φυσέκια κουβαλούσαν.
Η αείμνηστη συγγραφέας, παρότι αναφέρεται με αγανάκτηση στη βαρβαρότητα και τις ασυδοσίες των Τούρκων (σ.99), αποφεύγει να πέσει στην παγίδα της μονομέρειας, στην οποία πολλές ιστορικές περιπέτειες παρασύρονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά των κατακτητών, που έχουν κι αυτοί παιδιά και έγνοιες (σσ.28, 42-43). Πιο χαρακτηριστικό σημείο, εκείνο όπου ο Ισμαήλ αγάς (σ. 110-2) παρότι Τουρκοκρητικός ο ίδιος, καλύπτει τον γιο του χριστιανού φίλου του που ζητάει βοήθεια μετά τη δολοφονία ενός Τούρκου. Όπως άλλωστε καταλαβαίνουμε (σ.99), ειδικά οι γυναίκες των δύο στρατοπέδων εκείνη την εποχή δεν είχαν πολλά να χωρίσουν: Χριστιανές ή Οθωμανές, παρέμεναν στο περιθώριο, κλεισμένες ανάλογα με τη θρησκεία τους στο χαρέμι ή στο σπίτι, με τις τελευταίες να μπορούν τουλάχιστον κάθε Κυριακή να βγαίνουν για να εκκλησιαστούν.
 
Στη σελίδα 100 αναφέρεται ότι οι Κρητικοί για εκατό χρόνια μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους, κανένα σημάδι δεν έδειξαν πως αποζητούσαν ν' αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Η φράση αυτή μπορεί να παρεξηγηθεί, αφού όντως μετά την άλωση του Χάνδακα (1669), το κίνημα του 1692 (Domenico Mocenigo) στα Χανιά και την πτώση του φρουρίου της Σούδας (1715), η πρώτη επαναστατική ενέργεια ήρθε το 1770 με τον ξεσηκωμό του Δασκαλογιάννη. Τα 55 αυτά χρόνια δεν πέρασαν όμως «ήρεμα» για τον λόγο του ότι οι ντόπιοι ήταν ευχαριστημένοι, αλλά επειδή ήταν αποδεκατισμένοι! Διαβάζουμε (εδώ και εδώ) ότι ενώ πριν από την τουρκική κατάκτηση η Κρήτη αριθμούσε 500.000 κατοίκους, αμέσως μετά στο νησί είχαν μείνει μόλις 50.000 χριστιανοί!
Χρήση στην τάξη
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα παιδιά γνωρίζουν την κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, όπως την ζούσαν οι ντόπιοι. Για τη φιλοξενία τους, την κρητική διατροφή (σ.15, 47), την παραδοσιακή τους ενδυμασία (σ.46) και βέβαια τη νοοτροπία τους. Αλλά και για την καταπίεση, τις κλοπές (σ.106, 110), το κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και τις κάθε είδους αυθαιρεσίες που υφίσταντο από τους Οθωμανούς καταπατητές, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να αρπάξουν οτιδήποτε τους άρεσε. Η σκηνή στη σελ. 52 με τον Τούρκο να διαπραγματεύεται με τον κυρ Μανούσο την τιμή για το άχυρο που μόλις του έκλεψε, είναι χαρακτηριστική. Θυμίζει μάλιστα την πολιτική που εφάρμοζε ο σουλτάνος σχετικά με τη μαστίχα Χίου, η οποία μας είχε απασχολήσει στον Λουκή Λάρα. Μπορούμε με τη βοήθεια των μαθητών, να αναπαράγουμε στην τάξη τον διάλογο αυτόν· για να υπάρχει επιπλέον ενδιαφέρον, ο καπετάν Μανούσος καλό είναι κάθε φορά να αντιδρά διαφορετικά, καλύπτοντας μια γκάμα από την πλήρη δουλικότητα, στην απλή συγκατάβαση και τέλος την επαναστατική άρνηση.

«Πρέπει να σου πω τώρα, κυρ Μανούσο, και για κάποια άλλη υπόθεση», άρχισε να λέει ο Τούρκος μόλις μείνανε οι δύο. «Δηλαδή για το άχυρο που 'φερε το κορίτσι. Το λοιπόν αποφασίστηκε να το πάρουμε. Πάλι όμως, αν σου χρειάζεται, να μας πληρώσεις την αξία του. Κατάλαβες; Μιλημένα τιμημένα... Δώσε όσα κάνει και δε μας νοιάζει για το άχυρο.»
«Σωστά, αγά μου, πολύ σωστά», αποκρίθηκε ο καπετάν Μανούσος. «Ό,τι θέλεις. Ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου».
«Ωραία μιλάς, κυρ Μανούσο. Σαν γνωστικός και φρόνιμος που είσαι, μιλάς».
Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις κι αυτό θα μου το χαρίσεις! (Πηγή)
Σε σχέση με το μαρτυρικό Αρκάδι, οι μικρότεροι μαθητές μπορούν να παρακολουθήσουν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ Το Αρκάδι των Αγγέλων και να αποδώσουν την πρόσοψη της Μονής με διάφορα χρώματα και τεχνικές (βλ. εικόνα κάτω). Οι πιο μεγάλοι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν στοιχεία για μια παρουσίαση αξιοποιώντας τα παραπάνω, όπως και πληροφορίες από το διαδίκτυο, βίντεο, 3D animations, τον σχετικό πίνακα του Γκατέρι (Giuseppe Gatteri) αλλά και τραγούδια, όπως το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου του Κ. Μουντάκη ή το Άστραψε και Σκοτείνιασε.

Share/Bookmark