Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Η Μόμο

Υπόθεση
Ανάμεσα στα χαλάσματα ενός αρχαίου αμφιθεάτρου ζει η Μόμο, ένα 10χρονο χαρισματικό κορίτσι. Κανείς δεν θυμάται πότε εμφανίστηκε, αλλά όλοι το αγαπούν, καθώς ξέρει να ακούει τους γύρω της και η παρουσία της εμπνέει φιλαλήθεια και δημιουργική φαντασία. Κοντά της μαζεύονται καθημερινά πολλά φτωχά παιδιά για να παίξουν, αλλά και ενήλικες, όπως ο Μπέπος - o καλόκαρδος οδοκαθαριστής και ο Τζίτζης ο ξεναγός, που του αρέσει να διηγείται ιστορίες. Όταν στην πόλη κάνουν την εμφάνισή τους οι μυστηριώδεις γκρίζοι κύριοι που ζουν κλέβοντας τον χρόνο των ανθρώπων, οι μεγάλοι γίνονται ξαφνικά απόμακροι, ανταγωνιστικοί και καταλαμβάνονται από άγχος. Η Μόμο κινητοποιείται για να τους αφυπνίσει, αλλά η προσπάθειά της την βάζει στο στόχαστρο των εισβολέων. Μια μεγάλη περιπέτεια ξεκινάει για τη μικρή ηρωίδα, που θα γνωρίσει τα μυστικά του χρόνου αλλά θα χάσει τους φίλους της, οι οποίοι βρίσκονται δέσμιοι ενός σκοτεινού συστήματος. Θα καταφέρει άραγε με τη βοήθεια του μαστρο-Ώρα και της χελώνας Κασσιόπειας να τους απελευθερώσει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Μίχαελ Έντε (Michael Ende)
Μετάφραση: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Μίχαελ Έντε
Τίτλος πρωτοτύπου: Momo
ISBN: 960-7021-01-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1973 (στα ελληνικά 1984)
Σελίδες: 274
Τιμή: από 8 έως 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Ιστοσελίδα με τα βιβλία του συγγραφέα εδώ

Κριτική
Πολυβραβευμένη περιπέτεια φαντασίας με θέμα τον ανθρώπινο χρόνο που μαζί με την ζωή μας κινδυνεύει να χαθεί μέσα στην αστική καθημερινότητα... εκτός κι αν τον μετατρέψουμε σε αγάπη! Πρόκειται για ένα κλασικό αριστούργημα της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας που καθένας αξίζει να διαβάσει. Η μετάφραση από την Κίρα Σίνου είναι υποδειγματική και μας μεταφέρει χωρίς προβλήματα ροής τόσο τις αργές, γεμάτες τρυφερότητα εικόνες, όσο και τις γρήγορες σκηνές δράσης. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη και 21 κεφάλαια (πέντε στο Α' μέρος, επτά στο Β' και εννέα στο Γ'), των 6 - 25 σελίδων, που συνήθως δεν ξεπερνούν σε έκταση τις 10. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ολοκληρωμένοι και δραματικοί, η πλοκή εξελίσσεται γραμμικά πάνω σε φόρμα που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ οι εξελίξεις -και η συγκίνηση- κορυφώνονται στο τελευταίο μέρος μέσα σ' ένα μαγικό σκηνικό. Οι πρώτες σελίδες μπορεί να μην φαίνονται ιδιαίτερα ελκυστικές σε όλους, καθώς η διήγηση ξεκινάει με την περιγραφή του τοπίου όπου διαδραματίζονται τα αρχικά γεγονότα· οι υπομονετικοί αναγνώστες όμως σύντομα ανταμείβονται, αφού τελικά το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε έμπειρους αναγνώστες της Στ' Δημοτικού και του Γυμνασίου, εφήβους αλλά και ενηλίκους, περισσότερο ή λιγότερο φιλοσοφημένους!

  • Συναρπαστική πλοκή
  • Πολυδιάστατοι χαρακτήρες
  • Διαχρονικά μηνύματα και προβληματισμοί

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Χρόνος, Φιλοσοφία, Φαντασία, Περιπέτεια, Καταναλωτισμός, Ζωοφιλία, Αξιοπρέπεια

Εικονογράφηση
Τα 21 μικρά ασπρόμαυρα σχέδια στο κλείσιμο των κεφαλαίων και οι τρεις ολοσέλιδες ζωγραφιές, μία στο ξεκίνημα κάθε μέρους, μπορούμε να πούμε ότι κάπως χάνονται μέσα στις 260 σελίδες του κειμένου, τη στιγμή που η ιστορία δίνει πραγματικά εξαιρετικές ευκαιρίες για εικονογράφηση.
Απόσπασμα
Με τον Τζίτζη τον Ξεναγό οι γκρίζοι κύριοι δε χρειάστηκαν να κοπιάσουν και πολύ.

Το πράμα άρχισε όταν πριν από ένα περίπου χρόνο, λίγο αφού είχε χαθεί τόσο ξαφνικά η Μόμο δίχως μάλιστα ν’ αφήσει κανένα ίχνος, σε κάποια εφημερίδα δημοσιεύτηκε ένα μεγαλούτσικο άρθρο για τον Τζίτζη. «Ο τελευταίος πραγματικός παραμυθάς» έγραφε στο άρθρο. Χώρια απ’ αυτό ανάφερε πού και πότε μπορούσες να τον συναντήσεις και πως ήταν ένα θέαμα που δεν επιτρεπόταν να το χάσει κανείς.

Ύστερα απ’ αυτό πολλοί άνθρωποι άρχισαν να έρχονται όλο και πιο συχνά στο αρχαίο θέατρο για να δουν και ν’ ακούσουν τον Τζίτζη. Ο Τζίτζης δεν είχε φυσικά καμιά αντίρρηση.

Διηγόταν όπως το συνήθιζε, αυτό που του κατέβαινε εκείνη την ώρα στο κεφάλι κι ύστερα έκανε το γύρο του με το πηλήκιο στο χέρι, που κάθε φορά γέμιζε όλο και περισσότερο με κέρματα και χαρτονομίσματα. Σε λίγο μια τεράστια επιχείρηση τον πρόσλαβε σαν υπάλληλο, και εκτός από το μισθό, του πλήρωνε κι ένα μόνιμο ποσό για να έχει το δικαίωμα να τον παρουσιάζει σαν αξιοθέατο. Κουβαλούσαν τους ταξιδιώτες με τα λεωφορεία και δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Τζίτζης αναγκάστηκε να κρατάει ένα κανονικό ωράριο για να προλάβουν να τον ακούσουν όλοι εκείνοι, που είχαν πληρώσει γι’ αυτό.

Από τότε κιόλας η Μόμο είχε αρχίσει να του λείπει πολύ, γιατί οι ιστορίες του δεν είχαν πια πολλή φαντασία, μόλο που αρνιόταν πεισματάρικα να διηγηθεί την ίδια ιστορία για δεύτερη φορά ακόμα και όταν του πρόσφεραν τα διπλά λεπτά.

Ύστερα από λίγους μήνες δεν είχε πια ανάγκη να εμφανίζεται στο αρχαίο θέατρο και να κάνει το γύρο με το πηλήκιο στο χέρι. Τον ζήτησε το ραδιόφωνο και σε λίγο και η τηλεόραση. Διηγόταν εκεί τρεις φορές τη βδομάδα τις ιστορίες του σε εκατομμύρια ακροατές και κέρδιζε ένα σωρό λεπτά.

Στο μεταξύ είχε φύγει από τη γειτονιά του αρχαίου θεάτρου και καθόταν τώρα σε μια τελείως διαφορετική περιοχή της πόλης, εκεί που μένανε όλοι οι πλούσιοι κι όλες οι διασημότητες. Είχε νοικιάσει ένα μεγάλο και μοντέρνο σπίτι που είχε γύρω γύρω ένα περιποιημένο πάρκο. Και δεν έλεγε τον εαυτό του πια Τζίτζη, αλλά Τζιρόλαμο.

Είχε πάψει φυσικά από πολύ καιρό να σοφίζεται, όπως άλλοτε, όλο και καινούριες ιστορίες. Δεν είχε πια τον χρόνο να το κάνει.

Είχε αρχίσει να κάνει οικονομία στις εμπνεύσεις του. Από μια και μόνη ιδέα, έβγαζε τώρα καμιά φορά και πέντε διαφορετικές ιστορίες.

Κι όταν ούτε κι αυτό δεν έφτανε για να καλύψει τη ζήτηση που όλο και μεγάλωνε, έκανε κάτι που δεν έπρεπε να το κάνει ποτέ. Διηγήθηκε μια ιστορία που ήταν αποκλειστικά της Μόμο.

Το κοινό την κατάπιε με την ίδια βιασύνη όπως και τις άλλες και την ξέχασε αμέσως. Του ζήτησαν κι άλλες ιστορίες. Ο Τζίτζης είχε σαστίσει τόσο πολύ μ’ αυτόν το ρυθμό, που χωρίς καν να το σκεφτεί, αράδιασε τη μια μετά την άλλη όλες τις ιστορίες που προορίζονταν για τη Μόμο. Κι όταν διηγήθηκε και την τελευταία, ένιωσε ξαφνικά πως ήταν άδειος και κλούβιος και δεν μπορούσε να σοφιστεί πια τίποτ’ άλλο.

Από το φόβο του μην τον εγκαταλείψει η επιτυχία, άρχισε να ξαναλέει όλες τις ιστορίες του, μόνο που έβαζε καινούρια ονόματα και τις άλλαζε κάπως. Και το περίεργο ήταν πως δε φάνηκε να το πρόσεξε κανένας. Η ζήτηση πάντως δεν επηρεάστηκε καθόλου.

Ο Τζίτζης πιάστηκε απ’ αυτό όπως ο πνιγμένος από τα μαλλιά του. Γιατί τώρα ήταν πια πλούσιος και διάσημος… δεν ήταν τάχα αυτό που ονειρευόταν σ’ όλη του τη ζωή;

Καμιά φορά όμως τις νύχτες, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κάτω από το μεταξωτό του πάπλωμα, νοσταλγούσε μια άλλη ζωή, τη ζωή που πέρασε, τότε που μπορούσε να είναι μαζί με τη Μόμο, το γερο-Μπέπο και τα παιδιά και ήξερε ακόμα πραγματικά να διηγείται ιστορίες.

Αλλά πίσω εκεί δεν οδηγούσε πια κανένας δρόμος, γιατί η Μόμο είχε χαθεί και δεν ξαναβρέθηκε. Ο Τζίτζης είχε κάνει μερικές σοβαρές προσπάθειες για να την ξαναβρεί. Αργότερα δεν του έμενε πια καιρός γι’ αυτό. Είχε τώρα τρεις σπουδαίες γραμματείς, που κλείνανε τα συμβόλαιά του, έγραφαν τις ιστορίες του όταν τις υπαγόρευε, φρόντιζαν τη διαφήμισή του και ρύθμιζαν το χρόνο του. Χρόνος όμως για την αναζήτηση της Μόμο δε βρέθηκε ποτέ.

Από τον παλιό Τζίτζη δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστα πράματα. Κάποια μέρα όμως μάζεψε αυτά τα ελάχιστα κι αποφάσισε ν’ ασχοληθεί λιγάκι και με τον εαυτό του. Είχε γίνει πια κάποιος, έτσι είπε στον εαυτό του, που είχε βαρύτητα η φωνή του και που τον άκουγαν εκατομμύρια άνθρωποι. Ποιος άλλος από κείνον θα μπορούσε να πει την αλήθεια στους ανθρώπους; Θα τους έλεγε για τους γκρίζους κυρίους! Και θα τους ανάφερε μάλιστα πως δεν είχε βγάλει από το νου του αυτή την ιστορία και πως παρακαλούσε όλους τους ακροατές του να τον βοηθήσουν στο ψάξιμο της Μόμο.

Αυτή την απόφαση την πήρε μια από κείνες τις νύχτες που νοσταλγούσε τους φίλους του. Κι όταν ξημέρωσε εκείνος καθόταν κιόλας στο μεγάλο του γραφείο για να κρατήσει σημειώσεις για το σχέδιό του. Προτού όμως προλάβει να γράψει και την πρώτη λέξη, το τηλέφωνο κουδούνισε διαπεραστικά. Σήκωσε τ’ ακουστικό, άκουσε και μαρμάρωσε από τη φρίκη του.

Του μίλησε μια παράδοξα άχρωμη, σαν να λέμε, σταχτιά φωνή και την ίδια ώρα κατάλαβε μέσα του ν’ αναβλύζει μια παγωνιά που φαινόταν να προέρχεται από το μεδούλι στα κόκαλά του.

- Μην το κάνεις! είπε η φωνή. Σου το λέμε για το καλό σου!

- Ποιος είστε; ρώτησε η Τζίτζης.

- Το ξέρεις πολύ καλά, αποκρίθηκε η φωνή. Θαρρώ πως δεν υπάρχει λόγος να συστηθούμε. Είναι βέβαια αλήθεια πως ως τα τώρα δεν είχες την ευχαρίστηση να μας γνωρίσεις προσωπικά, αλλά είσαι από καιρό δικός μας, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μη μου πεις πως δεν το ξέρεις!

Τι θέλετε από μένα;

- Αυτό που σκοπεύεις να κάνεις δε μας αρέσει. Κάτσε φρόνιμα και παράτα το.

Ο Τζίτζης μάζεψε όλο το κουράγιο του.

- Όχι, είπε, δε θα τ’ αφήσω έτσι. Δεν είμαι πια ο μικρός άγνωστος, ο Τζίτζης ο Ξεναγός. Είμαι τώρα ένα σημαντικό πρόσωπο. Θα το δούμε αν μπορείτε να τα βάλετε μαζί μου.

Η φωνή γέλασε άτονα και τα δόντια του Τζίτζη άρχισαν ξαφνικά να χτυπούν.

- Δεν είσαι τίποτα, είπε η φωνή. Εμείς σε φτιάξαμε. Δεν είσαι παρά ένα μπαλόνι. Εμείς το φουσκώσαμε. Αν όμως μας στεναχωρέσεις, πάλι εμείς θα σε ξεφουσκώσουμε. Ή μήπως το πιστεύεις στα σοβαρά πως αυτό που είσαι τώρα το χρωστάς στον εαυτό σου και στο ασήμαντο ταλέντο σου.

- Ναι, αυτό πιστεύω, αποκρίθηκε βραχνά ο Τζίτζης.

- Καημένε μου, μικρέ μου Τζίτζη, συνέχισε η φωνή, ήσουνα και παραμένεις ένας φαντασμένος. Κάποτε ήσουνα ο πρίγκιπας Τζιρόλαμο κάτω από τη μάσκα ενός φουκαρατζίκου. Και τι είσαι τώρα; Ο φουκαρατζίκος ο Τζίτζης με τη μάσκα του πρίγκιπα Τζιρόλαμο. Και θα πρέπει να μας ευγνωμονείς γιατί εμείς ήμασταν στο κάτω κάτω εκείνοι που κάναμε τα όνειρά σου να βγουν αληθινά.

- Ψέματα! τραύλισε ο Τζίτζης. Δεν είναι αλήθεια αυτά που λέτε.

- Για δες πράματα, απάντησε η φωνή και γέλασε πάλι άτονα. Να είσαι συ εκείνος που θέλει ν’ αποκαλύψει την αλήθεια! Κάποτε αράδιαζες ένα σωρό όμορφες παροιμίες σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι η αλήθεια. Κακομοίρη μου Τζίτζη, δε θα σου κάνει καλό αν επιχειρήσεις να επικαλεστείς την αλήθεια. Διάσημος έγινες επειδή σε βοηθήσαμε εμείς στις αρλούμπες και τις μπούρδες σου. Δεν είσαι συ ο αρμόδιος για την αλήθεια. Παράτα τα λοιπόν!

- Τι κάνατε τη Μόμο; ψιθύρισε ο Τζίτζης.

- Μη σπας γι’ αυτό το όμορφο κούφιο κεφαλάκι σου. Δεν μπορείς πια να τη βοηθήσεις και θα είναι ακόμα χειρότερα αν αρχίσεις να λες αυτές τις ιστορίες για μας. Το μόνο που θα κατορθώσεις είναι να φύγει το ίδιο γρήγορα η μεγάλη σου επιτυχία όπως και ήρθε. Πρέπει φυσικά να πάρεις μόνος σου την απόφασή σου. Δε θα σ’ εμποδίσουμε αν θελήσεις να παραστήσεις τον ήρωα και να καταστραφείς, αν έχει τόση σημασία για σένα η Μόμο. Αλλά ούτε και μπορείς να περιμένεις από μας να συνεχίσουμε να σε προστατεύουμε τη στιγμή που θα δείξεις τόση αγνωμοσύνη. Δεν είναι τάχα πιο ευχάριστο να είσαι πλούσιος και διάσημος;

- Βέβαια, έκανε πνιχτά ο Τζίτζης.

- Τα βλέπεις λοιπόν! Άσε μας ήσυχους, σύμφωνοι; Καλύτερα λέγε στους ανθρώπους αυτά που θέλουν ν’ ακούσουν από σένα.

- Πώς μπορώ να το κάνω αυτό, πρόφερε με δυσκολία ο Τζίτζης, τώρα που τα ξέρω όλα αυτά;

- Θα σου δώσω μια καλή συμβουλή: μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά. Εσύ προσωπικά δεν έχεις καμία σημασία. Αν το δεις έτσι, μπορείς να συνεχίσεις το ίδιο όμορφα όπως και μέχρι τώρα.

- Ναι, ψιθύρισε ο Τζίτζης με τα μάτια του στυλωμένα στο κενό, αν το δει κανείς απ’ αυτήν την πλευρά…

Το τηλέφωνο έκανε ένα κλικ κι ο Τζίτζης έκλεισε τ’ ακουστικό. Έγειρε στην τάβλα του μεγάλου γραφείου του κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του Τρανταζόταν ολόκληρος από βουβούς λυγμούς.

Από κείνη τη μέρα ο Τζίτζης έχασε κάθε αυτοσεβασμό. Παραιτήθηκε από το σχέδιό του και συνέχισε τη δουλειά του όπως και πριν, μα ένιωθε τώρα σαν απατεώνας. Και ήταν πραγματικά. Πρώτα η φαντασία του τον οδηγούσε από κρεμαστά μονοπάτια κι εκείνος την ακολουθούσε ανέμελος. Τώρα όμως έλεγε ψέματα!

Είχε γίνει μια μαριονέτα, ένας καραγκιόζης του κοινού του και το ήξερε καλά. Άρχισε να μισεί τη δουλειά του. Κι έτσι οι ιστορίες γίνονταν όλο και πιο ανόητες και δακρύβρεκτες.

Αλλά αυτό δεν έβλαπτε καθόλου την επιτυχία του, απεναντίας το είπαν καινούριο στυλ και ήταν πολλοί αυτοί που προσπάθησαν να τον μιμηθούν. Έγινε πολύ της μόδας. Αλλά ο Τζίτζης δεν το χαιρόταν αυτό. ήξερε πια σε ποιους τα όφειλε όλα. Δεν είχε κερδίσει τίποτα. Είχε χάσει τα πάντα. Συνέχισε όμως να τρέχει σαν παλαβός με τ’ αυτοκίνητό του από τη μια υποχρέωση στην άλλη, πετούσε με τα πιο γοργά αεροπλάνα και υπαγόρευε ασταμάτητα στις γραμματείς του ιστορίες με καινούρια μορφή. ήταν, αυτό το γράφανε όλες οι εφημερίδες, εξαιρετικά παραγωγικός. Κι έτσι γεννήθηκε από τον Τζίτζη τον ονειροπόλο, ο Τζίτζης ο ψεύτης.
Ταξίδι στο αέναο - Η διπλή σπείρα από τη σκάλα του Μουσείου του Βατικανού,
σχεδιασμένη από τον Giuseppe Momo (πηγή)
Σχόλια
Το βιβλίο είναι κλασικό για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς, ότι στις σελίδες του συναντάμε μια εκδοχή της αιώνιας διαμάχης ανάμεσα στις δυνάμεις της παράδοσης και της εξέλιξης, του καλού και του κακού, όπως παρουσιάζονται εδώ. Το καλό αντιπροσωπεύει η πλευρά της Μόμο, που υπεραμύνεται της αγάπης, της φιλίας και της αλληλεγγύης. Στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκονται οι γκρίζοι κύριοι, που διακατέχονται από μια ποσοτική οπτική του κόσμου και εκμεταλλευόμενοι τα πάθη των ανθρώπων, προσπαθούν να κλέψουν τον χρόνο τους, ανταλλάσσοντάς τον με δόξα, χρήμα και αντικείμενα.
Καθόλου τυχαίο δεν πρέπει να θεωρήσουμε το ότι αυτοί οι σύγχρονοι Μεφιστοφελείς παρουσιάζονται ντυμένοι με κοστούμια, υπακούν τυφλά στις εντολές ενός κεντρικού διοικητικού συμβουλίου και χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως "θα το περάσουμε στις δαπάνες" (σ. 141). Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας αναφέρεται στις μεγάλες ανώνυμες εταιρίες που ήδη στην εποχή του κυριαρχούν στις ζωές των ανθρώπων, λαμβάνοντας αποφάσεις με απόλυτη ψυχρότητα και αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος των μετόχων τους. "Εμείς θα κυβερνήσουμε τον κόσμο", λένε στη σ.224, ενώ ο σεβασμός τους για τον άνθρωπο είναι μηδενικός: "μια ανθρώπινη ζωή είναι κάτι το πολύ ασήμαντο" διαβάζουμε στη σ.137.
40 χρόνια μετά τη διαμάχη της Μόμο με τους γκρίζους κυρίους, η πλάστιγγα φαίνεται να έχει γείρει ολοκληρωτικά υπέρ των τελευταίων... πρόσφατη είδηση μας ενημερώνει ότι ο χρόνος μας ελέγχεται όντως από ειδικούς διαχειριστές που τον αυξομειώνουν κατά βούληση, φροντίζοντας για το καλό... των υπολογιστών. Τα παιδιά έχουν εγκαταλείψει τα παιχνίδια που άφηναν χώρο στη φαντασία (σ. 75) και μοιάζουν πλήρως απορροφημένα από τις οθόνες των tablets τους. Στον κόσμο των μεγάλων, το σύνθημα "ο χρόνος είναι χρήμα" έχει επικρατήσει σε όλους τους χώρους, ακόμα και της εκπαίδευσης. Τέλος, η κοινωνική ζωή βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε καλώδια και κύματα, περιορίζοντας τις πραγματικές μας επαφές στο ελάχιστο. Και λίγη ειρωνεία: με το όνομα Momo κυκλοφορεί πλέον λογισμικό που αφορά σε ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα! ...μήπως τελικά οι γκρίζοι κύριοι όχι μόνο υπάρχουν στ' αλήθεια, αλλά μας κάνουν και πλάκα;
Το κείμενο προειδοποιεί: Ο χρόνος δεν είναι χρήμα, ο χρόνος είναι ζωή, η ζωή μας! Εμείς τελικά επιλέγουμε αν θα τον κάνουμε καπνό ή αγάπη (σ.214). Μήπως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε τις προτεραιότητές μας; Ο Νίνο ο ταβερνιάρης αρχικά προβληματίζεται (σ.85): ...δεν ξέρω πραγματικά τι να κάνω. Αυτό το κάνουν όμως όλοι τώρα... Γιατί να είμαι εγώ ο μόνος που διαφέρει; Λίγο αργότερα όμως, σταματάει να σκέφτεται "ως επαγγελματίας", εγκαταλείπει την ψυχρή απανθρωπιά και την ιδιοτέλεια και κατανοεί ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην ανάπτυξη αλλά στην ευτυχία (σ.86): Όπως φαίνεται δε θα γίνει τίποτα με την προκοπή του μαγαζιού. Τώρα όμως μου αρέσει και πάλι. 
Γέλασε και η γυναίκα του είπε:
- Θα ζήσουμε, Νίνο.
Στη σ. 36 διαβάζουμε για την αγάπη που δείχνει στη δουλειά του ο Μπέπος ο οδοκαθαριστής, πριν τον αγγίξει το πνεύμα της Τρόικας: Κι όταν σκούπιζε τους δρόμους το έκανε πολύ αργά, αλλά δίχως να σταματήσει καθόλου. Σε κάθε του βήμα έπαιρνε μια ανάσα και σε κάθε ανάσα τραβούσε μια σκουπισιά. Βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Στο μεταξύ, από καμιά φορά, κοντοστεκόταν για λίγο και κοίταζε συλλογισμένος μπροστά του. Κι έπειτα συνέχιζε: βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Λίγο άσχετο, αλλά για τους φίλους του Asterix ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος... η περιγραφή του Μπέπου (κάτω αριστερά σε στιγμιότυπο από την ταινία) μας παραπέμπει στον βαριεστημένο λεγεωνάριο Κάιους Σπάρους, που στην Ασπίδα της Αρβέρνης καθαρίζει κάθε πλάκα μισή - μισή!
Στην ιστορία της Μόμο, οι φίλοι του συγγραφέα θα συναντήσουν εκτός από την κεντρική φιλοσοφία που διέπει τα έργα του (ανθρωπισμός, σημασία φιλίας, αξία δημιουργικής φαντασίας, κτλ.) και ορισμένες ιδέες που εμφανίζονται ξανά έξι χρόνια αργότερα, στην Ιστορία χωρίς τέλος. Για παράδειγμα, βλέπουμε τον Τζίτζη τον ξεναγό να προειδοποιεί την πρωταγωνίστρια (σ.204) Ένα μονάχα σου λέω Μόμο: το πιο επικίνδυνο πράγμα που υπάρχει στη ζωή είναι τα όνειρα που πραγματοποιούνται, και στο μυαλό μας έρχονται τα σκουληκάκια που εξαιτίας της ευχής τους μεταμορφώθηκαν σε Τρελοπετούμενα - Πανταγελούμενα. Η σημασία του μέτρου και τα αποτελέσματα της απληστίας -που αργότερα θα τυραννήσουν τον Μπαστιάν-, παρουσιάζονται εδώ με την παραβολή για την αυτοκράτειρα Στραπάτσια Αυγουστίνα και τη φάλαινα που δεν έγινε χρυσόψαρο (σ. 44-45) που διηγείται ο Τζίτζης.
Ο Έντε μέσα από το κείμενό του μας μεταδίδει σχόλια και προβληματισμούς γύρω από αρκετά ζητήματα όπως την αστικοποίηση, τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος, την διαχείριση του ανθρώπινου χρόνου στις σύγχρονες κοινωνίες... Ένα από τα βασικά θέματα που θίγει, είναι και αυτό του καταναλωτισμού. Η προσπάθεια του πράκτορα ΒΑΝ/553/γ να "προσηλυτίσει" τη Μόμο με μια σειρά από παιχνίδια που απαιτούν ολοένα και περισσότερα αξεσουάρ (πρέπει να πάρεις κι άλλα πράγματα για την κούκλα σου της εξηγεί στη σ.90) μπορεί να πέφτει στο κενό, όμως δείχνει στον αναγνώστη πώς λειτουργεί το σύστημα της αγοράς. Ακόμα περισσότερα μπορεί να καταλάβει κανείς από την ιστορία του Τζίτζη του ξεναγού (βλ. απόσπασμα), για τον τρόπο που λειτουργεί το star system και συγκεκριμένα τα "πουλέν" των εκδοτικών οίκων: Συγγραφείς ταλαντούχοι και ατάλαντοι, αφού φουσκωθούν σαν μπαλόνια από έμμισθους κριτικούς, λαμπερές εκδηλώσεις, βιτρίνες βιβλιοπωλείων και "βιβλιοφιλικές" ιστοσελίδες, στύβονται για να τροφοδοτήσουν μια γραμμή παραγωγής κειμένων αμφίβολης ποιότητας, για ένα κοινό που καταπίνει λαίμαργα ό,τι κι αν του σερβίρουν. Πρόσωπα και βιβλία που προορίζονται για γρήγορη ανακύκλωση, εμφανίζονται και εξαφανίζονται από τα ράφια μέσα σε λίγα χρόνια, εξυπηρετώντας όχι την πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά τον κύκλο του χρήματος (βλ. γρανάζι). Να αναφέρουμε κλείνοντας, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι απόλυτο, ότι η Μόμο χρειάστηκε 6 χρόνια για να γεννηθεί.
Χρήση στην τάξη
Η Μόμο, χωρίς να διαθέτει κάποια υπερ-δύναμη, καταφέρνει να γίνει όχι μόνο αγαπητή, αλλά σχεδόν απαραίτητη στους γύρω της. Ποιο είναι άραγε το χαρακτηριστικό που την κάνει τόσο πολύτιμη για το κοινωνικό της περιβάλλον; Στην τάξη, διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το ξεκίνημα του βιβλίου (σ.16) μπορούμε να το αναζητήσουμε και στη συνέχεια να αναρωτηθούμε: Πώς μπορώ να γίνω κι εγώ καλός ακροατής; Το κείμενο μας απαντά ότι αυτό που χρειάζεται είναι προσοχή και συμπάθεια για τα προβλήματα των άλλων. Σε αυτό το άρθρο θα βρούμε κάποια γνωρίσματα που ο συντάκτης συνδέει με τους "ελκυστικούς" ανθρώπους. Τοποθετώντας δύο καρέκλες αντικριστά μπροστά στον πίνακα, μπορούμε να αναπαραστήσουμε σκηνές διαλόγου, στις οποίες ο ένας συνομιλητής λέει το πρόβλημά του και ο άλλος πότε είναι παθητικά αδιάφορος σαν να μη διαθέτει χρόνο και πότε συμπάσχει ειλικρινά, όπως η μικρή ηρωίδα. Πώς νιώθουμε όταν μας αγνοούν και πώς όταν ενδιαφέρονται οι άλλοι για όσα λέμε; Είναι άραγε ευκολότερο να επιλύσουμε τις διαφωνίες μας όταν "ακούμε" τους άλλους πραγματικά, όπως συμβαίνει στο βιβλίο; (σ.18-21)

Στην ώρα των εικαστικών, υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες εικόνες που μπορούμε να αποδώσουμε ζωγραφικά. Οι γκρίζοι κύριοι π.χ. περιγράφονται με αρκετή λεπτομέρεια στις σελίδες 40-42, ενώ η σουρεαλιστική γειτονιά στα όρια του χρόνου (σ.129) με το μνημείο - αβγό και τις σκιές που πέφτουν υπό διαφορετικές γωνίες, μας δίνει επίσης ένα ωραίο θέμα. Ακόμα καλύτερο, θα ήταν να συζητήσουμε για την αστικοποίηση με βάση το απόσπασμα (σ.71) Τα παλιά κτίρια κατεδαφίζονταν και καινούρια χτίζονταν, όπου παραλείπανε οτιδήποτε θεωρούσαν περιττό. Δεν κάνανε πια τον κόπο να χτίσουν τα σπίτια στα μέτρα των ανθρώπων που κάθονταν μέσα. Γιατί τότε θα έπρεπε να χτίζουν συνέχεια διαφορετικά σπίτια. Ήταν πολύ πιο φτηνό να χτίζουν όμοια και προπαντός εξοικονομούσαν χρόνο και στη συνέχεια να αναρωτηθούμε: Πώς θα έμοιαζε άραγε το σπίτι μας, αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να ζούμε σε πολυκατοικία αλλά το χτίζαμε στα δικά μας μέτρα; Καλώντας τα παιδιά να ζωγραφίσουν τον ιδανικό χώρο γι' αυτά, ενεργοποιούμε τη δημιουργική τους φαντασία, τα βοηθάμε να εκφραστούν και αν στο τέλος ενώσουμε τις ζωγραφιές σε μια πολύχρωμη γειτονιά, μπορούμε να ολοκληρώσουμε τη δραστηριότητα μ' ένα σχόλιο για την ομορφιά της διαφορετικότητας.
Στη δική μας γειτονιά βρέθηκαν σπίτια με θόλους και τηλεσκόπια, σπίτια-ρομπότ, καράβια και σπίτια-κάστρα!

Share/Bookmark