Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Όταν οργίζεται η γη

Υπόθεση
Μια παρέα τριών αγοριών και τριών κοριτσιών που κάνει διακοπές στη Σαντορίνη, ανακαλύπτει σε υποθαλάσσια σπηλιά μια πυξίδα της μινωικής εποχής που κρύβει ένα περιδέραιο. Η Ειρήνη φοράει το κόσμημα και στον μεσημεριανό της ύπνο βλέπει ένα παράξενο όνειρο που την μεταφέρει στην αρχαία Θήρα! Όταν ξυπνάει το διηγείται στους φίλους της, που αποφασίζουν να συνεχίσουν την ιστορία από εκεί που την σταμάτησε. Κάθε ένας από τους έξι νέους γράφει ένα κεφάλαιο.

Στην ιστορία που δημιουργούν, ηρωίδα είναι η Αθηναία Πριήνη, που φιλοξενείται από την οικογένεια του αρχιερέα της Σαντορίνης Άττη. Ζώντας στο παλάτι του, η νεαρή επισκέπτης γνωρίζει τα έθιμα και τις συνήθειες των ντόπιων, τις αντιδικίες τους, αλλά και τη σχέση τους με το ηφαίστειο που σύντομα θα απειλήσει την ίδια τους την ύπαρξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Νίτσα Τζώρτζογλου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-04-0316-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 1978
Σελίδες:155
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Μυθιστόρημα φαντασίας και ιστορικής μυθοπλασίας, που μας ξεναγεί στον προϊστορικό πολιτισμό της Θήρας με βάση τις θεωρίες της δεκαετίας του '70 και τα μέχρι τότε αρχαιολογικά ευρήματα. Με γλώσσα πλούσια σε καλολογικά στοιχεία, ωραίες περιγραφές αλλά πλοκή που δύσκολα θα συγκινήσει τους σημερινούς μαθητές, η συγγραφέας επιχειρεί να μας ταξιδέψει στο 1613 π.Χ., έτος που το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη. Το βιβλίο χωρίζεται σε 11 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (3-20 σελίδων, συνήθως γύρω στις 14) ξετυλίγει την ιστορία του σε αργούς ρυθμούς, ενώ κάποιες φορές οι υπερβολές δεν αποφεύγονται (όπως στη σκηνή του μαχαιρώματος του Ίναχου). Στο τελευταίο κεφάλαιο η έκρηξη του ηφαιστείου οδηγεί σε ραγδαίες εξελίξεις και κάνει την αφήγηση αρκετά πιο δυναμική. Εικονογράφηση δεν υπάρχει, περιλαμβάνονται όμως δύο δισέλιδα με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από ευρήματα που η συγγραφέας εντάσσει με τρόπο στο διήγημα. Παρά τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουν σε κάποια σημεία του βιβλίου, οι φίλοι της ιστορίας και της αρχαιολογίας αξίζει να δώσουν στο βιβλίο αυτό μια ευκαιρία.

  • Πολλά στοιχεία για τον πολιτισμό της Θήρας
  • Περιγραφές πλούσιες σε καλολογικά στοιχεία
  • Έξυπνα συγγραφικά τεχνάσματα

  • Ύφος γραφής που δύσκολα συγκινεί τους σύγχρονους νέους
  • Πλοκή κινείται σε αργούς ρυθμούς
  • Η ιστορική ακρίβεια κάποιων θέσεων αμφισβητείται

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Υπευθυνότητα, Εξουσία, Ιστορία - Αρχαιολογία, Αρχαιοκαπηλία, Σεισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν η Πριήνη παρακολουθεί με αγωνία τον Πελασγό να σαμποτάρει τη φλόγα στο Ιερό της Μητέρας Γης (σ.97-98) και βέβαια όταν η έκρηξη του ηφαιστείου διακόπτει την γιορτή (σ.127-129).

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Οι μέρες που ακολούθησαν το σαλπάρισμα του τελευταίου πλοίου απ’ τη Στρογγύλη, περνούσαν εφιαλτικές. Μια χούφτα κόσμος είχε απομείνει πια στη ρημαγμένη πολιτεία. Άλλοι τόσοι και λιγότεροι θα είχαν ξεμείνει στα χωριά, σε χτήματα. Και πού ξέρεις; Μπορεί να είχαν φύγει από την ανατολική παραλία. Το ηφαίστειο είχε αποκόψει κάθε επικοινωνία με την άλλη μεριά του νησιού.

Ο Άττης όλο και περίμενε, όλο κι έλπιζε πως κάποιο πανί θα φαινότανε, κάποιο πλοίο θα παραλάβει και τους υπόλοιπους κατοίκους να τους οδηγήσει στη σιγουριά. κι αν το ηφαίστειο είχε ξοδέψει τη μανία του; Αν καταλάγιαζε; Τότε θα γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Πώς θα το ήθελε! Πώς λαχταρούσε να χαρεί τα παιδιά των παιδιών του, να τα πάρει από τα τρυφερά τους χεράκια να τα πάει στο Ιερό Άντρο, όπως άλλοτε τον Λίνο και την Οινόη!

Με πονεμένο ξάφνιασμα γύρισε στο σήμερα… Η πολιτεία είχε γίνει ακατοίκητη. Οι ελαφρόπετρες που σφεντονιζόντανε με δύναμη απ’ τον κρατήρα πέφτανε σα βροχή στις σκεπές, στα πλατώματα, στους δρόμους. Είχανε σχηματίσει παχύ στρώμα που έτριζε απαίσια κάτω από τα πόδια των τολμηρών που κάνανε την αποκοτιά να ξεμυτίσουν από τα ερείπια. Να είσαι ξιπόλητος ήταν πια άχρηστο κι επικίνδυνο. Το χώμα έκαιγε τόσο, που οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να δέσουν τα πόδια με κουρέλια. Η σκωρία και το θειάφι κάνανε τον αγέρα μολυσμένο και δύσκολο στην αναπνοή. Η ζέστη έγινε ανυπόφορη. Διάπυρες μάζες τέφρας σφιχτές και μεγάλες σαν κοτρόνια, τιναζόντανε μ’ απίστευτη δύναμη σπρωγμένες από τ’ αέρια της κάθε έκρηξης και σκάγανε πάνω στα σπίτια σκορπίζοντας φλόγες κι όλεθρο. Τα πλοκάμια της λάβας, κοκκινόχρυσα στην ατέλειωτη νύχτα της τέφρας που είχε σβήσει τον ήλιο, κυλούσαν αργά κι απειλητικά στις πλαγιές καίγοντας καθετί στο φλογισμένο διάβα τους. Ήτανε σα να λέγανε μ’ ανατριχιαστικό τσίριγμα:

- Εδώ είμαστε! Δε μας γλιτώνετε. Όπου και να’ ναι τα φλογάτα νύχια μας θα μπηχτούν στις σάρκες σας. θα σας κάψουμε, θα σας αφανίσουμε, θα σας καταπιούμε!

Τα πάνω πατώματα των σπιτιών είχαν γκρεμίσει Τα περάσματα γέμισαν τούβλα και χαλάσματα. Τα πλακόστρωτα είχαν υποχωρήσει. Τα πιθάρια με τις σοδειές, τσακισμένα απ’ τις βαριές πλάκες που τα κουκούλωσαν, άφηναν τα γεννήματα να ξεχύνονται στις σκόνες. Το χειρότερο ήταν οι ζημιές στις στέρνες. Είχαν ραγίσει από το αδιάκοπο τράνταγμα, αφήνοντας το πολύτιμο νερό να πηγαίνει χαμένο.

Στον ανταριασμένο κάμπο τ’ ουρανού τ’ αστροπελέκια, ποτάμια με χιλιάδες παραπόταμα, γράφανε το πύρινο, αστραπιαίο διάβα τους, αφήνοντας στα θαμπωμένα μάτια μαύρα αχνάρια. Η φωτιά, από το ανοιχτό στόμα του κρατήρα είχε ξεπηδήσει στα σύννεφα και συνέχιζε το λυσσομανητό της. Το στερέωμα μούγκριζε λες κι ήθελε να παραβγεί τα μουγκανητά της γης.

- Μας μάχεται το βουνό, μας οχτρεύεται ο ουρανός; Πού θα βρούμε παρηγοριά;

Μετά ερχότανε η βροχή. Η καταιγίδα έδερνε αλύπητα το νησί, μα δεν της ήταν βολετό να σβήσει τη φλόγα που έκαιγε στα σπλάχνα του.

- Λίγο νερό! λίγο νεράκι!

Οι συφοριασμένοι άνθρωποι βγαίνανε με τα κύπελα στα τεντωμένα τους χέρια να μαζέψουν βροχή. τα φέρνανε με λαχτάρα στα χείλη και τα τραβούσαν αηδιασμένοι. Η πηχτή λάσπη βρομούσε θειάφι. τότε, με κίνδυνο να ζεματιστούν, πλησίαζαν τα χάσματα που τίναζαν πίδακες νερού με την ελπίδα να μαζέψουν λίγο, να το κρυώσουν, να ξεγελάσουν τη δίψα που τους έκαιγε. Ήτανε πιο βρόμικο και πιο γλυφό από το βρόχινο, με την ίδια αηδιαστική μυρουδιά!

Όλοι κοιτούσαν τον Αρχιερέα στα μάτια περιμένοντας συμβουλή και σωτηρία. Ο Άττης ένιωθε την ευθύνη – ασήκωτη ακόμα και για τους τεράστιους ώμους του – να τον συντρίβει. Πώς να βοηθήσει; Την κάθε στιγμή οι νησιώτες πάλευαν με χίλιους κινδύνους. Άλλοι καίγονταν, άλλοι παγιδεύονταν κάτω από ερείπια, άλλοι αρρώσταιναν από την τέφρα που ερέθιζε μάτια και δέρμα. Πάνω απ’ όλα, διψούσαν!

«Η στέρνα! Η μεγάλη στέρνα της ακρόπολης! Αν δεν έχει ραγίσει…» σκέφτηκε ο Άττης, και, σε μια από τις μετρημένες στιγμές ηρεμίας, μάζεψε το λαό. τους μίλησε. Φτάσανε λαχανιασμένοι, αποκαμωμένοι, κουβαλώντας φτωχικά μπογαλάκια. Στα πρώτα βήματα τα πέταξαν. κοιτώντας να γλιτώσουν τη ζωή τους. Το κοπάδι, κυνηγημένο από φωτιά και τέφρα, από ελαφρόπετρες και ζεματιστούς ατμούς, άνοιγε δρόμο για τη μακρινή ακρόπολη. Παρεκτός από νερό, στα χοντρά τείχη της ο Άττης έλπιζε να τους προσφέρει προστασία.

Ο δρόμος ήτανε πολύς κι η λαχτάρα τον έκανε ατέλειωτο. Δρασκελώντας ερείπια, πηδώντας χάσματα, προσπερνώντας σκοτωμένους χωρίς καν να τους βλέπουν, κυνηγημένοι από την ανάσα του καμινιού που ρέκαζε, οι νησιώτες τρέχαν μπροστά απ’ τον Αρχιερέα τους. Ο Πελασγός έτρεχε κι αυτός. Τι να σκεφτότανε άραγε τούτη την ώρα του αφανισμού; τούτη την ώρα που η ζωή του βρέθηκε στα χέρια του ανθρώπου που τόσο μίσησε;

Ο Άττης δεν είχε καιρό για έχθρητες. Πάντα έβλεπε τον αντίπαλό του σαν ένα δυστυχισμένο. Τώρα, ούτε που τον έβλεπε. Νοιαζότανε να σώσει ψυχές! Αν βρίσκανε νερό…

Ξαφνικά το βουνό, σα να κατάλαβε πως η στερνή του λεία πάει να του ξεγλιστρήσει, θύμωσε για τα καλά. Έσφιξε τη θανατερή τανάλια του. Η γης τραντάχτηκε κι οι άνθρωποι, με φυλλοκάρδι τρεμάμενο από το άγριο κι αδάμαστο μουγκρητό της φύσης, σωριάστηκαν…

- Μη σταματάτε! Γρήγορα… Γρήγορα! Μόλις κι ακουγότανε η φωνή του Άττη. Η χούφτα των κυνηγημένων βάλθηκε να τρέχει ξετρελαμένη, σκουντουφλώντας, πέφτοντας. Πίσω τους τ’ απλωμένα χέρια του Αρχιερέα, πάσκιζαν να τους προφυλάξουν σαν τα φτερά της κλώσας που προστατεύουν τα κλωσόπουλα απ’ τα όρνια. Πιο πίσω, η φωτιά…

Ξάφνου η γη με φοβερό πάταγο, σκίστηκε κάτω πα’ τα πόδια τους. Όσοι έπεσαν στο χάσμα δεν ξαναφάνηκαν.

- Από δω! Από δω! ούρλιαζε ο Άττης.

Μετρημένοι ήταν οι δύστυχοι που φτάσανε στην ακρόπολη. Τα τείχη, στεριοχτισμένα μ’ αγκωνάρια θεόρατα, βρισκότανε μακριά από το ηφαίστειο. Δίνανε κάποια ελπίδα… Αφανισμένοι, χωρίς δύναμη, χωρίς πνοή, οι φυγάδες χώθηκαν στην προστασία τους. Ο Άττης τους μέτρησε. Ένιωσε πόνο στην καρδιά. Η Αρεσάνα δεν ήτανε μαζί τους. Ούτε κι ο Πελασγός… Έκανε να ξαναβγεί, να τρέξει πίσω στο χάσμα. Σταμάτησε. Οι ζωντανοί τον είχαν πιότερη ανάγκη. κάτω από το κοκκινωπό φως της φωτιάς που λαμπάδιαζε πήγε στη δεξαμενή. Δεν είχε ραγίσει. Τουλάχιστον θα γλίτωναν τη δίψα. Σοδειές βρέθηκαν πιότερες απ’ ό, τι χρειαζότανε η χούφτα των μισοπεθαμένων φυγάδων.

Περιποιήθηκε τους πληγωμένους και τους γεροντότερους, τους συμβούλεψε να κλείσουν τις μύτες με μουσκεμένα πανιά, για να μη ρουφούν την αποπνικτική τέφρα και τη βρόμα, και ανέβηκε στον πύργο. Όχι πως μπορούσε να δει άλλο από τη μακρινή και θαμπή λάμψη του ηφαιστείου. Η πολιτεία μπροστά του δε φαινότανε, χαμένη σε σύννεφο σκόνης και σκοταδιού. Η τέφρα είχε σκεπάσει τον ήλιο και νόμιζες πως ήταν νύχτα βαθιά. Ποιος να το ’ξερε κι αν δεν ήταν! Ποιος είχε νου να λογαριάσει, ποιος νοιαζότανε;

Δυνατός βήχας έπνιξε τον Άττη. Ακόμα και για τα γερά πλεμόνια του και το πλατύ του στήθος, η τέφρα γινόταν ανυπόφορη. κατέβηκε στη στέρνα, μούσκεψε μεγάλο πανί, κι αφήνοντας μόνο τα μάτια έξω, το έδεσε γύρω απ’ το κεφάλι. Ξανανέβηκε. Τι περίμενε; Δεν θα ‘ξερε να το πει. Η γη βογκούσε, τα τείχη τρέμανε. Για πόσο θ’ άντεχαν; Αν σωριαζόντανε; αν έθαβαν τους ανθρώπους ζωντανούς; Δε σωριάστηκαν όμως.

Με πρωτάκουστο υποχθόνιο μούγκρισμα, καινούρια έκρηξη συντάραξε το νησί. Το τράνταγμα τον έριξε κατάχαμα. Τα μάτια του σκοτείνιασαν…. ανασηκώθηκε με προσπάθεια και κοίταξε από τη στενή πολεμίστρα.

- Θεοί!

Κάτω από το μανιτάρι που κόχλαζε πύρινο, το βουνό φάνηκε κολοβωμένο. Η κορφή του είχε κοπεί. Η μύτη του κώνου είχε βουλιάξει στο μανιασμένο χωνευτήρι, ενώ οι μικρότεροι κρατήρες παράστεκαν σαν αναμμένοι δαυλοί. Δεν πρόφτασε να συνέρθει από κατάπληξη και φρίκη, όταν χαλάζι ελαφρόπετρες βάλθηκε να δέρνει λυσσασμένα την ακρόπολη. Αντηχούσαν σαν ποδοβολητό αφηνιασμένων αλόγων, ταύρων, θεριών… ο Άττης δεν ήξερε να πει σαν τι. ζέστη αφόρητη άρχισε να τον πνίγει. Η πύρα από τις ελαφρόπετρες ήτανε τόση, που διαπερνούσε ακόμα και το χοντρό, νοτισμένο απ’ την υγρασία της θάλασσας τείχος.

- Κάτω! Τι γίνεται κάτω;

Περισσότερο κι απ’ τη λαχτάρα, ένιωσε τον τρόμο της μοναξιάς να τον τυλίγει. Θέλησε να βρεθεί ανάμεσα σ’ ανθρώπους. Ν’ αγωνιστεί, να πεθάνει μαζί τους. Πήγε να βγει, να κατέβει την πέτρινη σκάλα. Έξω από την πολεμίστρα, οι ελαφρόπετρες πέφτανε σα ζωντανός, πύρινος τοίχος. Η καυτή ανάσα τους τον ανάγκασε να πισωπατήσει. Ήταν αποκλεισμένος! Αποκλεισμένος κι ολομόναχος! Το τέλος… το τέλος έφτανε ανάμεσα σε μουγκρητά της γης και σε πέτρινη βροχή του ουρανού. Δεν είχε παρά να το περιμένει.. Καλύτερα όχι! Τράβηξε το ιερό, χάλκινο μαχαίρι της θυσίας απ΄ τη ζώνη του. Δοκίμασε με το δάχτυλο την κόψη…

Η λάμψη τον τύφλωσε, χίλιοι κεραυνοί τον κούφαναν, η γης έφευγε κάτω απ’ τα πόδια του. Έχασε τον εαυτό του…
Μια διαφορετική άποψη για τη μορφολογία της Θήρας πριν την έκρηξη του ηφαιστείου,
που έρχεται σε αντίθεση με την επίσημη επιστημονική θέση (πηγή)
Σχόλιο
Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά του Θηραϊκού πολιτισμού που συναντάμε στο μυθιστόρημα (ρουχισμός, κόμμωση, αγγεία, σκεύη, διατροφή) προκύπτουν από ευρήματα και τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Ακρωτήρι. Κάποιες φορές όμως κάνουν την εμφάνισή τους και στοιχεία χωρίς ιστορική βάση, όπως π.χ. ότι τον βασιλιά - αρχιερέα σε κάποιες περιπτώσεις εξέλεγε κάποια γερουσία (σ.66), ότι η απουσία των υποδημάτων ήταν υποχρεωτική (σ.79), ότι οι άνδρες δεν ήξεραν (σ.104) ή ήξεραν (σ.106) να μεταχειρίζονται όπλα, κ.ά. Η ευθύνη ωστόσο για τις αυθαίρετες αυτές πληροφορίες, δεν βαρύνει τη συγγραφέα. Χάρη στο έξυπνο τέχνασμα που χρησιμοποιεί, η αρχαία περιπέτεια δεν φτάνει στον αναγνώστη ως αποτέλεσμα εξαντλητικής ιστορικής έρευνας, αλλά ως γέννημα της φαντασίας έξι νέων, που ανέμελα παίζουν ένα λογοτεχνικό παιχνίδι, διασκεδάζοντας την πλήξη τους - κάπως σαν τους αριστοκράτες της εποχής του Διαφωτισμού. Το αρχικό τέχνασμα, με την Ειρήνη που κοιμάται και ταξιδεύει στο παρελθόν, δανείζεται η Κίρα Σίνου πέντε χρόνια αργότερα (1983) για την ιστορία Τα διαμάντια της μαϊμούς.
η ανασκαφή στο Ακρωτήρι
Σε σχέση με το ζήτημα των ανθρωποθυσιών, που στο μυθιστόρημα προβάλλονται ως κοινή πρακτική, έχουν ήδη γραφτεί αρκετά, ενώ στον βωμό της επιστημονικής αλήθειας έχει «θυσιαστεί» και μια καθηγητική έδρα (του αρχαιολόγου Γιάννη Σακελλαράκη). Όσο κι αν μας είναι ή όχι αρεστό, από τις ανασκαφές στα Ανεμόσπηλια, προκύπτει με σαφήνεια ότι για τον εξευμενισμό σείσμιων θεοτήτων, τέτοιες θυσίες αποτελούσαν πραγματικότητα. Για την αρχαία Θήρα βέβαια δεν έχουμε κάποια αντίστοιχα δεδομένα, όμως ο πολιτισμός της είναι έτσι κι αλλιώς μέρος του μινωικού - μυκηναϊκού. Άλλες ανασκαφές μάλιστα, όπως εκείνες στο Καστέλι Χανίων και την Ελεύθερνα, αλλά και γραπτές πηγές (βλ. εδώ), δείχνουν ότι άνθρωποι στον τόπο μας συνέχισαν να θυσιάζονται και στα κατοπινά χρόνια για διάφορους λόγους και σε διαρκώς μικρότερους αριθμούς. Σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμπολίδη, κάποιες από αυτές τις θυσίες δεν έχουν να κάνουν με μηνύματα προς τους θεούς αλλά απλώς με εκδίκηση:

«Δεν αναφερόμαστε σε ανθρωποθυσίες αλλά στο δίκαιο του πολέμου, σε τελετουργική εκδίκηση. Βρήκαμε δίπλα στην ταφική πυρά ενός πρίγκιπα, ο οποίος έχασε τη ζωή του στη μάχη, το σκελετό ενός άλλου άνδρα που πρέπει να ήταν δεμένος πισθάγκωνα. Εκεί ήταν και ένα μαχαίρι, ένα πελέκι, μία ακονόπετρα. Ίχνη του κρανίου του εντοπίστηκαν αργότερα στα πόδια του πρίγκιπα και ήταν καψαλισμένα από την πυρά, γεγονός που μαρτυρά τη συγχρονία των γεγονότων. Ήταν ένας αιχμάλωτος πολέμου που σφαγιάστηκε σε αντίποινα. Ένας από τους εργάτες της ανασκαφής μου είπε τότε την ιστορία του Στεφανογιάννη, του Κρητικού ήρωα που εκτέλεσαν οι Γερμανοί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Έλληνες συμπολεμιστές του είδαν ποιος Γερμανός τον σκότωσε, μπήκαν νύχτα στον στρατώνα των εχθρών, τον απήγαγαν και τον σκότωσαν πάνω στον τάφο του Στεφανογιάννη για αντίποινα».
Σχηματική αναπαράσταση του «Ιερού της Ανθρωποθυσίας» στα Ανεμόσπηλια της Κρήτης (1700-1650 π.Χ.)
Στο δωμάτιο δεξιά βρέθηκαν καταπλακωμένοι ένας 38χρονος ψηλός άνδρας (1.78), μια κοπέλα και το 18χρονο θύμα
δεμένο στον βωμό, ενώ στον προθάλαμο κάποιος που επιχειρούσε να βγει κρατώντας ένα αγγείο με αίμα -ίσως του θύματος
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, θα μπορούσαμε στα πλαίσια του μαθήματος της γλώσσας, να συγκρίνουμε τη σκηνή της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας (βλ. απόσπασμα) με την περιγραφή των γεγονότων από έναν επιστήμονα (ηφαιστειολόγος Γιώργος Βουγιουκαλάκης - πηγή). Τι ομοιότητες και τι διαφορές μπορούμε να παρατηρήσουμε στο ύφος του κειμένου και στις πληροφορίες που μας δίνονται;

Κατά την πρώτη φάση, δημιουργείται μια μεγάλη εκρηκτική στήλη από τέφρα ύψους 35-36 χλμ. Διαρκεί περίπου 4-6 ώρες και τινάζει στον αέρα περίπου 2 κυβ. χλμ. (4,6 δισεκατομμύρια τόνους) μάγματος. Η τεράστια ενέργεια, που ελευθερώνεται από την εξάτμιση του νερού κονιορτοποιεί μεγάλες ποσότητες μάγματος και τις εκτινάσσει με μεγάλες ταχύτητες (80-150 μέτρα ανά δευτερόλεπτο) και θερμοκρασίες (150-200ο C) καλύπτοντας όλη τη Σαντορίνη με λευκή τέφρα. Οι αλλεπάλληλες αυτές εκρήξεις δημιουργούν συχνά έντονα ωστικά κύματα, τα καταστροφικά αποτελέσματα των οποίων έχουν καταγραφεί σε τμήματα οικιών του προϊστορικού οικισμού. Στη δεύτερη εκρηκτική φάση νέφος ατμών και τέφρας κινούνται με υψηλές ταχύτητες ακτινοειδώς γύρω από την περιοχή της έκρηξης.  Κατά την τρίτη φάση η περιοχή καλύπτεται με τεράστια ποσά ηφαιστειακής τέφρας. Κατά την τελευταία φάση εκτοξεύονται παχιά σύννεφα ζεστής κόκκινης τέφρας, η οποία τελικά εναποτίθεται στη γή, ή βυθίζεται στη θάλασσα.  Το όλο συμβάν, από τις πρώτες εκρήξεις μέχρι και τη δημιουργία της καλδέρας, δεν πρέπει να είχε διάρκεια μεγαλύτερη από λίγα (2-3) εικοσιτετράωρα. Ο όγκος του υλικού, που εκτινάχτηκε υπολογίστηκε σε τουλάχιστον 60 km3 μάγματος ή περίπου 150 δισεκατομμύρια τόνων πετρώματος.
οι φάσεις της έκρηξης του 1613 π.Χ.
Περισσότερες πληροφορίες για τον πολιτισμό του Ακρωτηρίου μπορούμε να βρούμε εδώ. Αν οι μαθητές δείξουν ενδιαφέρον, θα μπορούσαμε να ζωγραφίσουμε κάποια από τα θέματα στα έργα της εποχής ή να επισκεφθούμε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να τα θαυμάσουμε από κοντά.
Στις σελίδες 31 και 49 μας περιγράφεται η Σαντορίνη της δεκαετίας του '70, όπως την γνώρισε η συγγραφέας: Στα Φηρά όμως δεν είχε άσφαλτο. Η ανηφόρα ήταν τόση, που μόνο γαϊδουράκια και μουλάρια την ανέβαιναν. Θα μπορούσαμε άραγε να βρούμε πληροφορίες για το πώς έμοιαζε η δική μας πόλη / γειτονιά στη δεκαετία του '70; Στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας, μπορούμε να οργανώσουμε μια μίνι ιστορική έρευνα, με επίσκεψη στο δημαρχείο, αναζήτηση πληροφοριών στις τοπικές αρχές και το διαδίκτυο και συνεντεύξεις από ανθρώπους που έζησαν την εποχή εκείνη.
Η θέα προς Περίσσα από την Αρχαία Θήρα το 1961 (πηγή)

Share/Bookmark