Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Κάτω από τον ήλιο της Μακεδονίας

Υπόθεση
Τον καιρό που ο Δαρείος εκστρατεύει στη χώρα των Σκυθών (513-512 π.Χ.), στο βασίλειο της Μακεδονίας φτάνει μια αντιπροσωπεία Περσών για να ζητήσει «γη και ύδωρ». Ο βασιλιάς Αμύντας δεν έχει σκοπό να τους φέρει αντίρρηση, όμως ο γιος του Αλέξανδρος δολοφονεί τους πρέσβεις προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά τους! Λίγο αργότερα εμφανίζεται στις Αίγες ο Βουβάρης, γιος του αρχιστράτηγου Μεγάβαζου, στον οποίο οι Μακεδόνες όχι απλώς δηλώνουν υποταγή, αλλά και δίνουν για γυναίκα την βασιλοπούλα Γυγαία. Τα χρόνια περνούν και ο Αλέξανδρος παίρνει τη θέση του Αμύντα στον μακεδονικό θρόνο. Λαμβάνει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες και νικάει στο αγώνισμα του δρόμου. Μετά τη μάχη του Μαραθώνα, κερδίζει τη συμπάθεια των Αθηναίων καθώς τους παρέχει φθηνά ξυλεία για να κατασκευάσουν στόλο. Και όταν η πελώρια στρατιά του Ξέρξη εμφανίζεται, ο Μακεδόνας βασιλιάς την ακολουθεί ως σύμμαχος, φροντίζει όμως κάθε τόσο να δίνει πολύτιμες πληροφορίες στους Έλληνες. Έτσι, μετά τη νίκη στις Πλαταιές, οι Αθηναίοι τον ανακηρύσσουν πανηγυρικά πολίτη και του δίνουν το προσωνύμιο «Φιλέλληνας».

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σόνια Μητραλιά
ISBN: 978-960-04-0643-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1992
Σελίδες: 176
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ  ή εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Άλλο ένα βραβευμένο έργο ιστορικής μυθοπλασίας από την αείμνηστη Κίρα Σίνου. Με γλώσσα απλή, σαφήνεια αλλά και λιτή λογοτεχνικότητα, η συγγραφέας μας διηγείται τα γεγονότα των περσικών πολέμων όπως τα έζησαν οι Έλληνες στο βασίλειο της Μακεδονίας. Κεντρικοί χαρακτήρες ο Αλέξανδρος Α' και ο (μυθιστορηματικός) φίλος του Αλκέτας· κύρια μέριμνα, η ανάδειξη της ελληνικότητας των μακεδονικών πληθυσμών από τα αρχαία χρόνια. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και συνδυάζει όμορφες περιγραφές (π.χ. ο περσικός στόλος σ.86-7) και αφήγηση μαζί με πολλές πληροφορίες για την εποχή· περιέχει ωστόσο και διαλόγους που συχνά μοιάζουν αφύσικοι, θυμίζοντας περισσότερο σύντομες περιλήψεις. Τα είκοσι κεφάλαια δεν ξεπερνούν συνήθως τις 8-10 σελίδες σε μέγεθος και διαβάζονται ξεκούραστα, ενώ καθένα τους συνοδεύεται από μια ολοσέλιδη ασπρόμαυρη ζωγραφιά. Οι δυο χάρτες και οι βιβλιογραφικές παραπομπές μας βοηθούν να κατατοπιστούμε, συνδέουν το κείμενο με την ιστορική πραγματικότητα και εξυπηρετούν όσους αναγνώστες αποφασίσουν να ασχοληθούν περισσότερο με το θέμα. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και του Γυμνασίου αλλά και σε όσους αγαπούν τις ιστορικές περιπέτειες.

  • Απλή γλώσσα, ωραία γραφή
  • Ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Πληροφορίες για τις απαρχές του μακεδονικού βασιλείου

  • Από τους διαλόγους λείπει συχνά η φυσικότητα

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Πατριωτισμός, Συνεργασία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η δολοφονία της πρώτης πρεσβείας των Περσών είναι από τις δυνατότερες σκηνές στο βιβλίο

Εικονογράφηση
Η εικονογράφηση είναι τυπικά παρούσα με μία απλή ολοσέλιδη εικόνα σε κάθε κεφάλαιο αλλά και δύο αρκετά ενδιαφέροντα σχέδια: αυτό με τον Μακεδόνα κυνηγό (βγαλμένο από την παράσταση κυνηγιού στην πρόσοψη του τάφου Β στη μεγάλη τούμπα της Βεργίνας) και εκείνο με την απεικόνιση του μακεδονικού οκτάδραχμου με τον ιππέα και το σκυλάκι (εικόνα κάτω).
Απόσπασμα
Την προσοχή όλων τράβηξε ο Πτολεμαίος. Ο γερο-ηγεμόνας είχε πιει παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε και φώναξε έτσι που ακούστηκε σ’ ολόκληρο τον ανδρώνα:

- Αλέξανδρε, πρέπει να γιορτάσουμε βασιλικά την ενθρόνισή σου. Για να καταλάβουμε ότι δεν είσαι μόνο ο βασιλιάς, αλλά και ο αρχικυνηγός της χώρας μας.

- Έχεις λόγους να αμφιβάλεις ότι είμαι καλός κυνηγός; άναψε πειραγμένος ο νέος. Με βλέπεις μήπως να κάθομαι αντί να πλαγιάζω στο ανάκλιντρο;

- Τι είναι αυτά που λες, Πτολεμαίε, είπε ο Παυσανίας προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Το ξέρεις πολύ καλά ότι το μακεδονικό έθιμο απαγορεύει στους κακούς κυνηγούς να πλαγιάζουν στο ανάκλιντρο την ώρα του συμποσίου. Μόνον εκείνοι που κατάφεραν να σκοτώσουν έναν κάπρο με το δόρυ τους έχουν αυτό το δικαίωμα. Οι άλλοι που τον νίκησαν χρησιμοποιώντας δίχτυ είναι υποχρεωμένοι να μένουν καθιστοί στο ανάκλιντρο για να τους βλέπουν όλοι και να τους ξεχωρίζουν από τους γενναίους κυνηγούς. Είναι γνωστό σε όλους ότι ο Αλέξανδρος μονομάχησε με έναν κάπρο και τον λόγχισε. Τι θέλεις λοιπόν να πεις;

Ο Πτολεμαίος, που παρά τη ζάλη του κατάλαβε ότι παραφέρθηκε, προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά οι κουβέντες που βγήκαν από το στόμα του δεν είχαν νόημα.

- Σίγουρα θα εννοεί το κυνήγι του λιονταριού ο Πτολεμαίος, μίλησε αντί για κείνον ο νέος βασιλιάς. Όσο γι’ αυτό, έχει δίκιο. Δεν έχω κυνηγήσει λιοντάρι ποτέ μου. Το κυνήγι του λιονταριού είναι πραγματικά βασιλικό. Ειδοποιήστε το Λυσίμαχο να σιγουρευτεί ότι υπάρχουν λιοντάρια στον παράδεισο [*κτήμα που προορίζεται αποκλειστικά για βασιλικό κυνήγι] που επιβλέπει.

Ξεκίνησαν δυο μέρες αργότερα. Ο χειμώνας έμπαινε κι η πάχνη κάλυπτε το καταπράσινο ακόμα χορτάρι μ’ ένα λεπτό κρουσταλλιασμένο στρώμα, που έτριζε κάτω από τις οπλές των αλόγων στην πρωινή σιγαλιά. Ο τσουχτερός αέρας τους έκαιγε τα πνευμόνια και τους γέμιζε με τη χαρά τη ζωής. Τ’ άλογά τους, μεθυσμένα κι αυτά από την πρωινή δροσιά, θαρρείς χόρευαν κάτω από τους αναβάτες τους και ξεφυσούσαν χαρούμενα.

Ο Αλέξανδρος πήγαινε μπροστά κουβεντιάζοντας με τους εταίρους του. Είχε φορέσει την καυσία του ψηλά, στην κορφή του κεφαλιού του, ενώ οι ταινίες από το πορφυρό υφασματένιο διάδημα που συγκρατούσε τα μαλλιά του κρέμονταν στην πλάτη του. Ήταν οπλισμένος, όπως και οι συντρόφοι του, με δυο δόρατα. Κάτω από τ’ άλογό του έτρεχε η αγαπημένη του σκυλίτσα, η Φίλη, που τον συνόδευε παντού. Οι φωνές και τα γέλια των νέων ακούγονταν μακριά και όλο και κάποιο ζωάκι πεταγόταν από τα χαμόκλαδα για να φύγει τρομαγμένο από την ανθρώπινη παρουσία. Ο Αλκέτας, που με την ενθρόνιση του Αλέξανδρου είχε γίνει ένας από τους εφτά σωματοφύλακές του, παρακολουθούσε καχύποπτα τα πάντα ολόγυρα προσπαθώντας να πιάσει κάθε ύποπτη κίνηση. Ένιωθε βαριά την ευθύνη του σωματοφύλακα, καθώς οι απόπειρες εναντίον του βασιλιά από συγγενείς που θέλανε ν’ αρπάξουν το θρόνο δεν ήταν πράγμα ασυνήθιστο στη Μακεδονία.

Σε λίγο το έδαφος άρχισε ν’ ανεβαίνει. Μπροστά τους μαύριζε τώρα το δάσος. Ήταν μεγάλο και πυκνό κι έφτανε ως τον καταρράκτη της Έδεσσας. Εδώ βρισκόταν ο κυνηγετικός παράδεισος, ιδιοκτησία κι αυτός του βασιλιά, όπως τα πάντα σχεδόν στη Μακεδονία.

Ο επιστάτης του παράδεισου Λυσίμαχος, ένας ηλιοκαμένος μεσόκοπος άντρας, τους περίμενε σ’ ένα ξέφωτο μαζί με μερικούς κυνηγούς και μεγαλόσωμους μολοσσούς εκπαιδευμένους ειδικά στο κυνήγι του λιονταριού.

- Εντοπίσαμε ένα χάρονα. Αλέξανδρε, είπε. Έχει τη φωλιά του στα βράχια, πιο ψηλά από τον καταρράκτη. Απόψε θα διανυκτερεύσουμε στην Έδεσσα και αύριο θ’ ανεβούμε προς τα κει. Τα σκυλιά ξέρουν τη δουλειά τους και δε θ’ αργήσουν να τον βρουν.

Το χάραμα της άλλης μέρας τους βρήκε να προσπαθούν να οδηγήσουν τ’ άλογά τους ανάμεσα στις χοντρόκορμες βελανιδιές από τα περάσματα που τους έδειχναν οι κυνηγοί του Λυσίμαχου. Τα μεγάλα σκυλιά έτρεχαν μπροστά μυρίζοντας πού και πού χώμα και πέτρες καθώς ψάχνανε για τα χνάρια του λιονταριού. Η μικρή σκυλίτσα του Αλέξανδρου έκανε κι αυτή να τρέξει ξοπίσω τους, μα η φωνή του κυρίου της την ανακάλεσε σε τάξη.

- Στη θέση σου, Φίλη. Εσύ δεν είσαι φτιαγμένη για τέτοια. Τ’ άκουσες;

Και η σκυλίτσα κατεβάζοντας τη φουντωτή ουρά της χώθηκε πάλι κάτω από το άλογο του αφεντικού της.

Κόντευε να μεσημεριάσει όταν τα σκυλιά ξαφνικά βάλθηκαν να γαβγίζουν σαν τρελά.

Ο Λυσίμαχος τράβηξε το χαλινάρι του αλόγου του.

- Το βρήκαν, είπε απλά.

- Εμπρός! φώναξε ο Αλέξανδρος. Ετοιμαστείτε.

Τ’ άλογα είχαν σηκώσει τα κεφάλια τους κι αφουγκράζονταν. Το φαρί του Αλκέτα, ταραγμένο από τον ξαφνικό θόρυβο, ρουθούνιζε νευρικά. Ο νεαρός σωματοφύλακας το χτύπησε με τις φτέρνες του κι ακολούθησε τους άλλους που ανηφόριζαν την άδεντρη πλαγιά. Σε λίγο έφτασαν στην κορφή. Μπροστά τους ξανοιγόταν ένα πλάτωμα, σχεδόν σαν οροπέδιο, με θάμνους σπαρμένους πού και πού και μεγάλους ανοιχτόχρωμους βράχους.

- Καλά που σκέφτηκε να φέρει τους μολοσσούς ο Λυσίμαχος, μουρμούρισε κοντά στο αυτί του Αλκέτα ο Αλέξανδρος.

Ο χάρονας θα μπορούσε να κρύβεται όλη τη μέρα πίσω απ’ αυτά τα βράχια χωρίς να καταφέρουμε να τον βρούμε. Έχουν το ίδιο ακριβώς χρώμα με το τομάρι του.

Τα σκυλιά μαζεμένα κοντά σ’ έναν από τους μεγαλύτερους βράχους αλυχτούσαν διαπεραστικά κι επίμονα. Ο αρχηγός του κοπαδιού έτρεξε κοντά στο Λυσίμαχο, σαν να τον παρακαλούσε να βιαστεί, κι όρμησε πάλι πίσω κοντά στ’ άλλα σκυλιά. Ο Λυσίμαχος σήκωσε το χέρι του, έγνεψε στους κυνηγούς του και πλησίασε τους σκύλους, που παίρνοντας θάρρος από την παρουσία του έτρεξαν προς το βράχο και τον περικύκλωσαν.

Την ίδια στιγμή ο βράχος λες και σείστηκε από ένα φοβερό βρουχητό και από πίσω του παρουσιάστηκε ένα τεράστιο ζώο. Ήταν ένα αρσενικό λιοντάρι χρυσαφί, με πλούσια μαύρη σχεδόν χαίτη, που σου έδινε να καταλάβεις γιατί οι άνθρωποι το ονόμαζαν βασιλιά των ζώων. Η ουρά του με τη φούντα στην άκρη μαστίγωνε με μανία τα πλευρά το και τα κίτρινα μάτια του καίγανε από το θυμό.

Το λιοντάρι στάθηκε σαν να τους ζύγιαζε. Πότε κοίταζε τους μολοσσούς και πότε τους ανθρώπους, που πηδώντας από τ’ άλογά τους παρότρυναν τα σκυλιά να του ριχτούν. Μα τα σκυλιά ήξεραν καλά τι τα περίμενε αν τολμούσαν, και προτιμούσαν για την ώρα να ζαλίζουν τον εχθρό με το εκνευριστικό γάβγισμά τους. Ακόμα και η μικρούλα Φίλη γρύλιζε και γάβγιζε διαπεραστικά κάτω από την κοιλιά του αλόγου του Αλέξανδρου, του μόνου που δεν είχε ξεπεζέψει, γιατί ο νόμος το απαγόρευε στο βασιλιά για λόγους ασφαλείας.

Ούτε και οι εταίροι επιχείρησαν να επιτεθούν. Η πρώτη κίνηση πρέπει να ήταν του βασιλιά. Το θήραμα ήταν βασιλικό, του ανήκε.

Ο Αλέξανδρος δίσταζε ακόμα. Η θέα το μεγαλόπρεπου ζώου τον είχε γοητέψει και δεν αποφάσιζε να το χτυπήσει.

Μα τελικά το χέρι του πήγε στο δόρυ του και το ψηλάφιζε κιόλας για να το σηκώσει, όταν ο μεγαλύτερος από τους σκύλους, ο αρχηγός του κοπαδιού, έπιασε την κίνηση του, και παίρνοντας κουράγιο όρμησε στο λιοντάρι. Τ’ άλλα σκυλιά τον ακολούθησαν και αλυχτώντας του επιτέθηκαν .Το χρυσαφί ζώο τους περίμενε. Στηρίζοντας το βάρος του στα δυνατά πίσω πόδια του χτύπησε ταυτόχρονα και με τα δυο μπροστινά. Ο αρχηγός των σκύλων κυλίστηκε κάτω ουρλιάζοντας, ενώ ένας άλλος σπάραζε στο χώμα αιμόφυρτος.

Ο Αλέξανδρος ζύγιασε το δόρυ του. Έφτασε η ώρα να δράσει. το δόρυ έφυγε σφυρίζοντας από το χέρι του και βρήκε το λιοντάρι στο λαιμό. Η πυκνή χαίτη του λειτούργησε σαν ασπίδα. Το δόρυ δεν του προξένησε παρά ένα επιπόλαιο τραύμα, μα ο πόνος ήταν αρκετός για ν’ αναγκάσει το λιοντάρι να επιτεθεί. Αγνοώντας τα σκυλιά, που βρήκαν την ευκαιρία να κρεμαστούν στα πλευρά του, το λιοντάρι ρίχτηκε στον Αλέξανδρο, τον άρπαξε από το πόδι και τον κατέβασε από το άλογο. Είχε ανοίξει κιόλας το τεράστιο στόμα του, έτοιμο να βυθίσει τα δόντια του στο λαιμό του βασιλιά, καθώς εκείνος προσπαθούσε μάταια να ελευθερώσει το ξίφος που είχε μπερδευτεί στα ρούχα του, όταν κάτω από το άλογό του πετάχτηκε η Φίλη και δάγκωσε το θηρίο στο πόδι. Το λιοντάρι ξαναμμένο από τη μάχη μόλις που κατάλαβε τη δαγκωματιά, και απλά ενοχλημένο την τίναξε από πάνω του, μα τα δευτερόλεπτα αυτά ήταν αρκετά για  το νεαρό βασιλιά που τράβηξε το ξίφος του και το βύθισε στο λαρύγγι του θηρίου. Την ίδια στιγμή ο Αλκέτας έμπηγε το δόρυ του στην πλάτη του λιονταριού.

Οι άλλοι εταίροι τρέξανε να βοηθήσουν το βασιλιά τους να σηκωθεί, ενώ οι μολοσσοί πέσανε πάνω στο λιοντάρι που ακόμα ζούσε.

Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε όρθιος και, δίχως να δώσει σημασία στα αίματα που έτρεχαν από το πόδι του, εκεί που τα νύχια του λιονταριού είχαν ξεσχίσει τη σάρκα του, γονάτισε δίπλα στο αγαπημένο του σκυλί που κειτόταν αναίσθητο στο χώμα. Το ψαχούλεψε προσεκτικά προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ήταν ακόμα ζωντανή.
Το βασίλειο της Μακεδονίας στα χρόνια του Αλεξάνδρου Α'
Σχόλια
Το Κάτω από τον ήλιο της Μακεδονίας εκδίδεται το 1992, και έναν χρόνο αργότερα το Ο Ολυμπιονίκης Μακεδόνας της Καλλιόπης Σφαέλλου, με θέμα παρόμοιο (τη ζωή του Αλέξανδρου του Α'). Η σύμπτωση στις χρονολογίες και τη θεματική δεν είναι τυχαία. Πολλοί συγγραφείς στις αρχές της δεκαετίας του '90 προσπαθούν να μιλήσουν στα παιδιά για την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων, καθώς την βλέπουν να αμφισβητείται. Την εποχή εκείνη το γειτονικό κράτος της ΠΓΔΜ έχει μόλις ανεξαρτητοποιηθεί (1991) και αναζητά ταυτότητα, οικειοποιούμενο προσωπικότητες και σύμβολα όπως το αστέρι της Βεργίνας. Δεν ξέρω πόσο δύσκολο είναι να αποδειχθεί ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν Σλαβομακεδόνας, αφού πέθανε το 323 π.Χ. ενώ οι Σλάβοι εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια τον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ· όπως και να 'χει όμως, οι διπλωμάτες δεν έχουν καταφέρει μετά από ένα τέταρτο του αιώνα να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε το ζήτημα συνεχίζει να δυναμιτίζει τις σχέσεις των δύο κρατών και να προκαλεί ένταση και στις δύο πλευρές των συνόρων.


Τα μακεδονικά έθιμα που αναφέρονται στο μυθιστόρημα είναι επιβεβαιωμένα, η συγγραφέας όμως μεταφέρει χρονικά στους Περσικούς πολέμους συνήθειες που καταγράφονται από τις πηγές αρκετά αργότερα. Και αυτό γιατί τα στοιχεία μας για την περίοδο πριν από την βασιλεία του Φιλίππου Β' είναι λιγοστά· το ενδιαφέρον των ιστορικών για τη Μακεδονία ήταν ακόμα περιορισμένο, αφού τίποτα σημαντικό δεν φαινόταν να συμβαίνει στα βοσκοτόπια του Βορρά. Είναι πάντως γεγονός ότι οι Μακεδόνες έδιναν από παλιά μεγάλη σημασία στο κυνήγι. Δεν ξέρουμε π.χ. πότε ξεκίνησε η συνήθεια να μην δέχονται ως ισότιμο στη μακεδονική αυλή όποιον δεν είχε σκοτώσει κάπρο χωρίς τη χρήση διχτυού, πάντως από το αρχαίο αυτό έθιμο δεν εξαιρούνταν ούτε οι βασιλιάδες. Έτσι, κατά τα ελληνιστικά χρόνια ούτε ο ίδιος ο Κάσσανδρος δεν είχε δικαίωμα να ξαπλώνει στο ανάκλιντρό του την ώρα του φαγητού, καθώς θεωρείτο "κακός" κυνηγός. Ἡγήσανδρος δέ φησιν οὐδὲ ἔθος εἶναι ἐν Μακεδονίᾳ κατακλίνεσθαί τινα ἐν δείπνῳ, εἰ μή τις ἔξω λίνων ὗν κεντήσειεν: ἕως δὲ τότε καθήμενοι ἐδείπνουν (Αθήναιος, Δειπν. I, 18a). Περισσότερα για το κυνήγι στην αρχαία Μακεδονία στο εμπεριστατωμένο άρθρο του Παναγιώτη Φάκλαρη.

Η σκηνή από την πρόσοψη του μακεδονικού τάφου Β στη μεγάλη τούμπα της Βεργίνας (επάνω όπως σώζεται και κάτω η γραφική απόδοση και ανάλυσή της) αναπαριστά πιθανόν τον Φίλιππο και τον γιο του Αλέξανδρο να κυνηγούν σε μια ιερή περιοχή. Το αν αυτή αποτελεί ένα είδος πάρκου θηραμάτων στο οποίο μόνο ο βασιλιάς επιτρέπεται να κυνηγά, δεν το γνωρίζουμε. Σύμφωνα πάντως με τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο, οι Μακεδόνες είχαν υιοθετήσει τους «παραδείσους» των Περσών βασιλέων και κυνηγούσαν σε αντίστοιχα μέρη.
Οι «δύσκολες» σκηνές στο βιβλίο είναι ελάχιστες, θα μπορούσαν όμως και να λείπουν εντελώς, καθώς δεν πιστεύω πως εξυπηρετούν σε κάτι τη διήγηση. Χαρακτηριστικά, μια τους (σ.90) αναφέρεται στην εικόνα των ξεβρασμένων από τη θάλασσα νεκρών (που τους τρώνε τα τσακάλια) από τον κατεστραμμένο περσικό στόλο στον Άθω· σε άλλα σημεία (σ.140, 153) ζωντανεύουν σκηνές από την πυρπολημένη πόλη της Αθήνας με κατακρεουργημένα σκυλιά να κολυμπούν στο αίμα τους, σφαγμένους άνδρες και κακοποιημένες γυναίκες, ενώ σε μια άλλη περίπτωση (σ.132) περιγράφεται το τέλος του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, όταν το σώμα του έπεσε στα χέρια του Ξέρξη.
Ελληνιστικό ψηφιδωτό που αναπαριστά κυνήγι και φέρει την υπογραφή του καλλιτέχνη Γνώσι·
υποστηρίζεται ότι η μορφή στα αριστερά είναι ο Ηφαιστίωνας και εκείνη δεξιά ο Μ. Αλέξανδρος
Ο πρώτος μήνας της σχολικής χρονιάς, αφιερώνεται από το ιστολόγιό μας στη Μακεδονία, καθώς η αποκάλυψη του μεγαλειώδους ταφικού μνημείου στην Αμφίπολη το επιβάλλει. Το βιβλίο της Κίρας Σίνου ανοίγει την αυλαία, καθώς η ιστορία που περιγράφει προηγείται χρονικά αλλά και περιέχει αναφορές στην πόλη των Εννέα Οδών, που αυτές τις ημέρες έχει την τιμητική της. Στη σελίδα 112 διαβάζουμε λοιπόν: 

-Βρήκαμε το στρατό του Ξέρξη κοντά στις Εννέα Οδούς. Περνούσαν κιόλας το Στρυμόνα κι όπως μάθαμε, για να έχουν καλούς οιωνούς στο πέρασμά τους, οι ιερείς τους θυσίασαν στον ποταμό άσπρα άλογα. 

- Κρίμα στ' άλογα, είπε ο Αλέξανδρος. Φαντάζομαι ότι οι μάγοι θα φρόντισαν να διαλέξουν τα καλύτερα. 

- Σίγουρα, είπε ο Ορέστης αγέλαστος. Και να' τανε μόνο τα άλογα. Το χειρότερο είναι ότι κάνανε και ανθρώπινες θυσίες. Όταν μάθανε ότι εκείνο το μέρος λεγόταν Εννέα Οδοί, θάψανε εκεί ζωντανούς εννιά αγόρια και εννιά κορίτσια για να εξευμενίσουν τους θεούς τους. Το φαντάζεσαι να σε θάψουν ζωντανό; Κι όμως το συνηθίζουν, λέει, οι Πέρσες. 

- Τρομερό, είπε ο Αλκέτας. Δεκαοχτώ παιδιά! Δεν τους φανταζόμουνα τόσο βάρβαρους τους Πέρσες.

Οι Εννέα Οδοί είναι το σημαντικό σταυροδρόμι που αργότερα εποίκησαν οι Αθηναίοι, ιδρύοντας την Αμφίπολη. Περισσότερα για την ιστορία της μπορούμε να μάθουμε από τη σελίδα Ταξίδι στην Αρχαία Ελλάδα και την wikipedia. Τι άραγε πιστεύουν οι μαθητές μας ότι μπορεί να βρεθεί πίσω από την εμβληματική είσοδο με τις σφίγγες; Ποια είναι η γνώμη τους για το επάγγελμα του αρχαιολόγου; Και μήπως η δημοσιότητα των τελευταίων ημερών γύρω από το μνημείο, μας δίνει μια καλή αφορμή να επισκεφθούμε το αρχαίο νεκροταφείο της περιοχής μας στο ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς;

Χρήση στην τάξη
Μέσα από το κείμενο, οι μαθητές θα ενημερωθούν για την ελληνικότητα των μακεδονικών φύλων (στοιχεία και εδώ), αλλά και για τις διαφορές της κουλτούρας τους σε σχέση με εκείνη του ελληνικού νότου. Στη Μακεδονία, όπως -περίπου- υποστηρίζει το βιβλίο αλλά και αναλυτές (Hammond, Macedonian State σ.159-60, Hammond και Griffith, History of Macedonia σ.154-5), η δουλεία δεν ήταν τόσο διαδεδομένη και οικονομικά σημαντική όσο στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τις βαριές δουλειές έκανε πιθανότατα η αγροτική τάξη και οι υπηρέτες, όμως με δευτερεύουσες εργασίες ασχολούνταν μέχρι και οι γυναίκες από τη βασιλική οικογένεια. Για τους "γαλαζοαίματους" από άλλους πολιτισμούς κάτι τέτοιο φαινόταν αδιανόητο, γι' αυτό και όταν ο Μ. Αλέξανδρος πρόσφερε στη Σισύγαμβη (μητέρα του Δαρείου) πορφυρό ύφασμα ως δώρο, ώστε να μάθει στις κόρες της να υφαίνουν, εκείνη προσβεβλημένη έβαλε τα κλάματα (Κούρτιος 5.2.20).

Η ενδυμασία των Μακεδόνων δεν διέφερε ιδιαίτερα από των άλλων Ελλήνων, με εξαίρεση το χαρακτηριστικό τους καπέλο, την καυσία (που τους προστάτευε από τον καυτό ήλιο), εξαιτίας της οποίας οι Πέρσες τους αποκαλούσαν Yauna takabara, δηλαδή Έλληνες καπελοφόρους. Στις φωτογραφίες επάνω, χάλκινη προτομή ηγεμόνα με καυσία (αρχαιολογικό μουσείο Καλύμνου) και νόμισμα του βασιλιά Αντιαλκίδα του Νικηφόρου (νομισματικό μουσείο της Τράπεζας της Ιαπωνίας). Με τη βοήθεια της έκτης δραστηριότητας από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα βασιλικοί παίδες, οι μαθητές μπορούν να επιχειρήσουν να κατασκευάσουν τη δική τους καυσία χρησιμοποιώντας εφημερίδα και χαρτί γκοφρέ (οδηγίες για τον εκπαιδευτικό εδώ και τετράδιο μαθητών εδώ).


Αμέσως μετά τη συναρπαστική περιγραφή του κυνηγιού, ο Αλέξανδρος αποκαλύπτοντας μια αρκετά σύγχρονη περιβαλλοντική ευαισθησία, απευθύνεται στον φίλο του (σ.65):
- Τι ωραίο ζώο, είπε στον Αλκέτα. Να σου πω κάτι; Από μια μεριά το χάρηκα αυτό το κυνήγι, ήταν συναρπαστικό. Από την άλλη όμως, τι μας έφταιγε; Η λεοντή του θα στολίσει τον ανδρώνα του ανακτόρου, μα άξιζε να του στερήσουμε μόνο γι’ αυτό τη ζωή;
Η συγγραφέας κάνει εδώ ένα σχόλιο για το "χόμπι" του κυνηγιού. Τι πιστεύουν οι μαθητές της τάξης μας; Είναι το κυνήγι μια δραστηριότητα ωφέλιμη για τον άνθρωπο και τη φύση; Αξίζει να στερούμε τη ζωή σε άλλα όντα, μόνο και μόνο για να αποδείξουμε πόσο σπουδαίοι είμαστε; Και πόση άραγε γενναιότητα απαιτείται από έναν σύγχρονο κυνηγό που σκοτώνει τα θηράματά του από εκατοντάδες μέτρα, πατώντας απλώς μία σκανδάλη; Αν οι Μακεδόνες είχαν ανάμεσά τους σύγχρονους κυνηγούς, πιστεύετε ότι θα τους επέτρεπαν να ξαπλώνουν σε ανάκλιντρο ή θα τους άφηναν καθιστούς;
Βασισμένη στον εμπροσθότυπο του μακεδονικού οκταδράχμου, η Κίρα Σίνου επινοεί μια χαριτωμένη και πειστική ιστορία που ενώνει ιππέα, άλογο και σκύλο σε μια κυνηγετική περιπέτεια (βλ. απόσπασμα). Μπορούμε άραγε να σκεφτούμε μια δική μας εκδοχή που οδήγησε στην απεικόνιση αυτή του νομίσματος του Αλεξάνδρου; Παρουσιάζοντας στους μαθητές περισσότερα σχέδια από αρχαία νομίσματα (μπορούμε να επιλέξουμε τη γεωγραφική περιοχή που βρισκόμαστε από τον διαδραστικό χάρτη της συλλογής της Alpha Bank), δημιουργούμε νέες ενδιαφέρουσες ιστορίες και τις συνδυάζουμε μεταξύ τους!

Share/Bookmark