Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ο βασιλιάς Μοναχούλης

Υπόθεση
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα βασίλειο τόσο φτωχό, που οι πάντες, εκτός από το βασιλιά, αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν. Ο βασιλιάς Μοναχούλης απόμεινε μόνος στο ερημικό του βασίλειο και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του. Με το εφευρετικό του μυαλό και με τη φαντασία του άρχισε ένα παιχνίδι που, με πρωταγωνιστή τον ίδιο, έφερε σιγά σιγά τη ζωή στο ερημωμένο παλάτι και τέλος σε όλο το βασίλειο.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ραφαέλ Εστράδα (Rafael Estrada)
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
Εικονογράφηση: Χεσούς Γκαμπάν
ISBN: 960-600-477-5
Τίτλος πρωτοτύπου: El rey Solito
Έτος 1ης Έκδοσης: 1994 (στα ελληνικά 1997)
Σελίδες: 58
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’

Κριτική
Πολύ φοβάμαι ότι μάλλον λείπει το νεύρο και η ουσία από αυτή τη σύντομη ιστοριούλα για μικρά παιδιά. Η ιδέα για τον βασιλιά που μένει μόνος του και επιμένει να κρατήσει το βασίλειό του ζωντανό είναι ίσως πρωτότυπη, ωστόσο η αντισυμβατική υπόθεση είναι γεμάτη συμβάσεις και πιστεύω ότι κάπου χάνεται αυτό που θέλει να μας πει ο συγγραφέας. Ωστόσο, και παρ’ ότι το περιεχόμενο δεν βοηθάει, είναι πιθανό οι μικροί αναγνώστες να καταφέρουν να τελειώσουν το βιβλίο, καθώς το κείμενο είναι σύντομο, δοσμένο σε μορφή (αραιογραμμένων) στίχων, με γραμματοσειρά μετρίου μεγέθους και έγχρωμη εικονογράφηση σε κάθε σελίδα.

Αν το κείμενο το διαβάζουμε εμείς στα παιδιά, ίσως καταφέρουμε να τα κάνουμε να γελάσουν στη σκηνή όπου ο βασιλιάς προσπαθεί να αναπαραστήσει μια σκηνή πολέμου στο κάστρο του και τρέχει εκατέρωθεν των τειχών για να παίξει τους ρόλους του πολιορκούμενου και του πολιορκητή.

Θα το προτείναμε σε παιδιά Α’ και Β’ Δημοτικού, τα οποία επιθυμούν περισσότερο να εξασκηθούν στην ανάγνωση και λιγότερο σε όσα αναζητούν μια συναρπαστική ή διδακτική ιστορία. Παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς αδέλφια και πολλούς φίλους, ίσως θα μπορούσαν να ταυτιστούν με τον ήρωα, αλλά και πάλι το κείμενο δεν τους προτείνει κάποιο τρόπο δράσης που θα απαλύνει τη μοναξιά τους.

Η ιστορία μπορούμε να πούμε ότι αποπνέει έναν αέρα σχιζοφρένειας. Ο βασιλιάς Μοναχούλης μπορεί να μην έχει υπηκόους, αλλά δεν το βάζει κάτω, καθώς αναλαμβάνει ο ίδιος να παίξει όλους τους ρόλους στο βασίλειό του. Θυμίζει λίγο εκείνον τον χαρακτήρα του σταθμάρχη στον Lucky Luke που αλλάζει καπέλο και γίνεται υπάλληλος της τράπεζας για να εξυπηρετήσει τον καουμπόη. Μόνο που στην περίπτωσή μας ο μόνος υπηρέτης και υπηρετούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο. Ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα όταν ο βασιλιάς αποφασίζει να ερωτευτεί, οπότε εκτός από ρόλο αναγκάζεται να αλλάζει και φύλο, στέλνοντας και εισπράττοντας φιλιά στον αέρα.

Στο τέλος της ιστορίας, και αφού ο ήρωας έχει καταφέρει να παντρευτεί τον εαυτό του, ο από μηχανής θεός εμφανίζεται με τη μορφή μιας βοσκοπούλας που επιστρέφει στην άκαρπη χώρα η οποία ξαφνικά έγινε γόνιμη. Μαζί ξαναζούν όσα ο Μοναχούλης είχε ζήσει μόνος με τον εαυτό του, ώσπου και οι υπόλοιποι κάτοικοι επιστρέφουν, κλείνοντας το παραμύθι με ένα αναμενόμενο happy end.

Πιθανό δίδαγμα; Πρέπει πρώτα να μάθεις να αγαπάς τον εαυτό σου πριν συναντήσεις τον αληθινό έρωτα.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Επιμονή

Απόσπασμα 
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό
ένα βασίλειο πολύ φτωχικό.
Ήταν τόσο φτωχό,
που όλοι οι κάτοικοι του κάστρου του
αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν
και να πάνε να ζήσουν στο διπλανό βασίλειο.

Οι υπουργοί,
οι βαρόνοι,
οι μαρκήσιοι
και όλος ο καλός ο κόσμος, η αριστοκρατία,
είχαν φύγει από καιρό,
γιατί έβλεπαν άφωνοι
το φοροεισπράκτορα να ζητάει φόρους
και γιατί δεν είχαν να κάνουν τίποτ’ άλλο
παρά να κυνηγάνε μύγες.

Οι χωρικοί
που ζούσαν στους αγρούς
γύρω από το κάστρο, βλέποντας
ότι η γη δεν έδινε καρπό
παρά τις σκληρές προσπάθειές τους,
μετακόμισαν κι αυτοί στο διπλανό βασίλειο
παίρνοντας μαζί όλα τους τα ζώα.

Στο τέλος, απόμεινε στο βασίλειο
μονάχα ένας άνθρωπος.
Εκείνος που δεν μπορούσε
να το εγκαταλείψει,
γιατί τότε
δε θα ήταν πια βασίλειο.
Ο άνθρωπος αυτός
ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς:
ο βασιλιάς Μοναχούλης.

Κάθε πρωί, μόλις ξημέρωνε,
ο βασιλιάς Μοναχούλης σηκωνόταν
αθόρυβα από το κρεβάτι του
και πήγαινε στον πιο ψηλό πύργο
του κάστρου, ανεβαίνοντας προσεχτικά
στις μύτες των ποδιών του.
Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί ψηλά,
υπήρχε μια τρομπέτα που μ’ αυτήν
ο βασιλιάς Μοναχούλης ξυπνούσε
τον ίδιο του τον εαυτό.

Μετά γύριζε τρέχοντας στο βασιλικό υπνοδωμάτιο
και έπεφτες ξανά στο κρεβάτι.
-Μμμμ…, έλεγε ο βασιλιάς
Μοναχούλης τεντώνοντας το κορμί του
και χουζουρεύοντας.

Ύστερα διέταζε
να του φέρουν το πρωινό του,
αφού για κάτι τέτοιες στιγμές ήταν βασιλιάς.
Σηκωνόταν με πολλή προσοχή
από το κρεβάτι του,
κατέβαινε τρέχοντας στην κουζίνα
και έφτιαχνε ένα πλούσιο πρωινό
με καλοψημένες
φρυγανιές και γάλα.
Αμέσως μετά ανέβαινε τρέχοντας
στο βασιλικό διαμέρισμά του
και ο ίδιος σερβίριζε στον εαυτό του
το πρωινό στο κρεβάτι.

-Ευχαριστώ, έλεγε στον εαυτό του,
γιατί ήταν πολύ καλλιεργημένος και με καλή
ανατροφή και του άρεσε να είναι ευγενικός με όλον τον κόσμο.


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...