Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Η φεγγαρόσουπα



Υπόθεση
Ο αποτυχημένος μάγος Λωποδύτ ζει στον αραχνιασμένο πύργο του μαζί με τον μπάτλερ του τον Μπάμια. Στόχος του Λωποδύτ είναι να γίνει πλούσιος για να σταματήσει να αποτελεί τον περίγελο των μάγων. Για να τα καταφέρει, πρέπει να αποκτήσει τους θησαυρούς που βρίσκονται στα έγκατα της γης. Προσπαθεί, λοιπόν, να φτιάξει, για μία φορά στη ζωή του ένα σωστό ξόρκι, μία φεγγαρόσουπα. Στόχος του Μπάμια-που δεν του αρέσει καθόλου να είναι μπάτλερ- είναι να γίνει τραγουδιστής. Ο αποτυχημένος μάγος και ο παράφωνος μπάτλερ μπλέκουν σε μία ιστορία διαρκών ανατροπών, μια κωμωδία καταστάσεων με κινηματογραφική πλοκή.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης : Πατάκης
Συγγραφέας: Φίλιππος Μανδηλαράς, Βάσω Γιαρένη
Εικονογράφηση: Βάσω Γιαρένη
ISBN: 9789601618937
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 108
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Πολύ συμπαθητικό διήγημα τεσσάρων προσώπων, με γρήγορους και έξυπνους διαλόγους, βασισμένο σε παράσταση κουκλοθέατρου.

Η (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση, χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση πέρα απ' το πολύ όμορφο εξώφυλλο, προσφέρει ευχάριστα διαλείμματα στο μάτι, σχεδόν σε κάθε σελίδα. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη (γνωριμία με τους ήρωες, κύρια περιπέτεια, κατάληξη) και τα κεφάλαια που συνθέτουν κάθε μέρος δεν έχουν μεγάλο μέγεθος (μέχρι 8 σελίδες), επομένως δεν κουράζουν τους μικρούς αναγνώστες.

Προτείνεται για παιδιά Γ' και Δ’ και Ε’ τάξης, ενώ μπορεί πολύ εύκολα να μεταφερθεί και σε θεατρικό.

Η ιστορία είναι γραμμένη με κινηματογραφικό τρόπο και οι ήρωες πλασμένοι με χιούμορ, έτσι το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και ψυχαγωγεί. Βαθιά διλήμματα δεν μπορούμε να πούμε ότι ταλαιπωρούν τους ήρωες, πέρα από το αν θα επέλεγαν κάποια στιγμή να ξεπουλήσουν τα σύνεργα της φαντασίας τους για να αποκτήσουν εξωτερική ομορφιά και τη συνεπαγόμενη κοινωνική αποδοχή / καταξίωση στην οποία αυτή οδηγεί. Ωστόσο, οι 3 από τους τέσσερις χαρακτήρες αποπνέουν ιδιαίτερη ευγένεια και καλοσύνη, κάτι που μπορεί να επηρεάσει θετικά τα πρότυπα των παιδιών.

Ένα δίδαγμα που έμμεσα εξάγεται από την ιστορία, είναι ότι όποιος δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του, δεν πρέπει να περιμένει ικανοποιητική ανταμοιβή, ενώ σαφέστατες είναι και οι νύξεις για την αποδοχή του διαφορετικού.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Ανθρωπισμός, Υπευθυνότητα, Χιούμορ

Απόσπασμα
Αυτός που βλέπετε είναι ο μάγος Λωποδύτ. Μην τον φοβάστε όμως, είναι πολύ δύσκολο να μας κάνει κακό. Όχι γιατί είναι καλός – τουναντίον. Είναι πολύ κακός (ή θα ήθελε, τουλάχιστον, να είναι), πάντα εκνευρισμένος και πάντα θυμωμένος. Και ξέρετε γιατί; Γιατί είναι ένας μάγος αποτυχημένος και πολύ καταπιεσμένος. Τον καταλαβαίνω, βέβαια, γιατί δεν είναι και λίγο να είσαι ο περίγελος όλων των συναδέλφων σου, να σε κοροϊδεύουν όπου σε βρουν και να λένε ανέκδοτα σε βάρος σου.

Αποτυχημένος είναι λοιπόν ο μάγος Λωποδύτ, γιατί ποτέ του δεν κατάφερε να πετύχει ένα ξόρκι, ένα μαγικό φίλτρο ή μια κατάρα. Άλλα αντί για άλλων του βγαίνουν πάντα, αλλά αυτός επιμένει.

«Μια μέρα θα τα καταφέρω» συνηθίζει να λέει.

«Μια μέρα θα γίνω ο πλουσιότερος μάγος του κόσμου και τότε όλοι θα με προσκυνάνε και θα τιμάνε την τέχνη μου!»

Γελάνε βέβαια οι άλλοι μάγοι, πονάει η κοιλιά τους απ’ τα γέλια κάθε φορά που τον ακούνε να λέει αυτά τα λόγια, αλλά ο Λωποδύτ δεν το βάζει κάτω.

«Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος!» τους πετάει με τη στριγκιά φωνή του και φεύγει βγάζοντας αφρούς από το θυμό του.

Με ρωτάτε για το παρελθόν του Λωποδύτ, με τι καταπιάνεται, τι θέλει να πετύχει;

Θα σας πω: Το παρελθόν του είναι σκοτεινό. Κανείς δεν ξέρει από πού κατάγεται, ποια είναι η οικογένειά του, αν είναι, τελικά, αληθινός μάγος ή τσαρλατάνος. Ακόμα, κανείς δεν ξέρει αν ο πύργος είναι δικός του ή απλώς ήρθε κι έμεινε εδώ με το έτσι θέλω. Και φυσικά, κανείς δεν τολμάει να τον ρωτήσει. Όλοι φοβούνται τα ξεσπάσματά του κι έτσι, για να ‘χουν ήσυχο το κεφάλι τους, τον αφήνων εδώ, στην άκρη του κόσμου, μόνο με τα φίλτρα και τα μαγικά του.

Ποιος είναι ο στόχος του, τώρα; Τι θέλει να πετύχει;

Ααααα, εδώ θα γελάσετε: Ο Λωποδύτ έχει βάλει σκοπό να μαζέψει όλους τους θησαυρούς που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη και να γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου! Κάτι σαν χρυσοθήρας, δηλαδή, αλλά με πιο ανορθόδοξες μεθόδους, αν σκεφτεί κανείς πως ποτέ στη ζωή του δεν καταδέχτηκε να πιάσει φτυάρι και αξίνα για να σκάψει στα σημεία όπου, υποτίθεται, είχε ενδείξεις πως υπήρχαν θησαυροί. Πάντα προσπαθούσε να τους φέρει στην επιφάνεια είτε με ξόρκια, είτε με μαγικά φίλτρα που πότιζε τη γη, με σκοπό άλλοτε να ξεραθεί και ν’ απογυμνωθεί, άλλοτε ν ‘ανοίξει στα δύο κι άλλοτε να λιώσει πάνω απ’ το σημείο όπου βρίσκονταν τάχα οι θησαυροί, ώστε να του αποκαλυφθούν. Φυσικά ποτέ μα ποτέ δεν κατάφερε να βρει έστω κι έναν κόκκο χρυσού, ένα τόσο δα διαμάντι, ή τέλος πάντων, ένα χαμένο δαχτυλίδι. Τίποτα. Γι’ αυτό, λοιπόν, τον κοροϊδεύουν οι άλλοι μάγοι και γι’ αυτό το ‘χει βάλει σκοπό να πετύχει με κάθε θυσία: αφενός μεν για να πλουτίσει, αλλά και για να κλείσει τα στόματα των συναδέλφων του, να τους κάνει να υποκλιθούν στην (υποτιθέμενη) τέχνη του και να σκάσουν απ’ τη ζήλια τους.

Να, κοιτάξτε τον τώρα! Με κάτι παρόμοιο θα καταπιάνεται, είμαι σίγουρος.

«Χε χε χε! Βράσε, βράσε καλό μου φιλτράκι, κόχλασε μέχρι να γίνεις πράσινο πηχτό ζουμάκι, να σε πιω και να σε καταπιώ, σκαθάρι να γίνω τόσο δα, στης γης τα έγκατα να τρυπώσω, τους θησαυρούς να ξετρυπώσω. Πλούσιος θα γίνω τότε και γνωστός, ο Λωποδύτ, θα λένε, ο ξακουστός! Κι οι μάγοι οι άλλοι από τη ζήλια τους θα σκάσουν, στο μαύρο κλάμα θα πλαντάξουν».

Τον ακούτε τι ανόητος που είναι; Θα γίνει, λέει, σκαθάρι και θα τρυπώσει στα έγκατα της γης για να βρει τους θησαυρούς. Και καλά να τους βρει. Πώς θα τους κουβαλήσει στην επιφάνεια, που θα είναι μια σταλιά; Αυτά σας λέω. Είναι άμυαλος ο Λωποδύτ και δεν τα υπολογίζει σωστά. Σαν να κολλάει το μυαλό του και να μην μπορεί να πάει παραπέρα.

«Αχ, αχ, αχ! Έτοιμο είναι το πράσινο ζουμάκι που θα με κάνει τόσο δα σκαθαράκι!»

Share/Bookmark

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Ο τελευταίος δράκος

Υπόθεση
Ο δράκος που τον έλεγαν Μουστά Αβηράμ ήταν δυνατός και κακός, μα πάντα αφόρητα διψασμένος. Τόσο διψασμένος, που έπινε όσο νερό υπήρχε στο νησί. Έτσι, όταν οι διψασμένοι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν, τα ζωντανά του δάσους, ξεσηκωμένα από τη Χούλα, την πολύ όμορφη βατραχούλα, αποφάσισαν να τον διώξουν. Για το σκοπό αυτό, η κυρα – Κουρτώ η γριά χελώνα ταξίδεψε στον ουρανό, η κυρα – Μαριώ η αλεπού έτρεξε καβάλα στο πιο παράξενο υποζύγιο, ο Κάτης το αγριόγιδο της έδωσε μαθήματα για να μη φοβάται τους γκρεμνούς, ο Σακκάς ο πελεκάνος μεταβλήθηκε σε ιπτάμενη υδροφόρα και οι κραυγές των βατράχων αποδείχθηκαν πολύ, μα πάρα πολύ χρήσιμες. Τα κατάφεραν, τελικά;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Πέτρος Σπεντζής
Εικονογράφηση: Έρση Σπαθοπούλου
ISBN: 9789603788362
Έτος 1ης Έκδοσης: 2000
Σελίδες: 79
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Έτοιμες Δραστηριότητες από τον εκδότη εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Μια σχετικά συμπαθητική ιστορία, με εμπνευσμένη αρχή και αρκετά καλό τέλος, που δυστυχώς κάνει μια μεγάλη «κοιλιά» στη μέση. Η εικονογράφηση θα τολμούσα να πω πως είναι ανώτερη του κειμένου, με ένα εξώφυλλο  ολοζώντανο και ελκυστικό, και εξαιρετικές (ασπρόμαυρες) εικόνες να συνοδεύουν τις περισσότερες σελίδες. Η έκταση των κεφαλαίων (φτάνουν ακόμα και τις 23 σελίδες με κανονικά τυπογραφικά στοιχεία) κάνει το βιβλίο απαγορευτικό για τάξεις μικρότερες της Δ’.

Θα το πρότεινα περισσότερο για παιδιά Γ' και Δ’ τάξης, ειδικά σε όσους μικρούς ενδιαφέρονται για τα ζώα ή τους δράκους.

Αν οι μικροί αναγνώστες δεν ενοχληθούν από την «κοιλιά» στην πλοκή, θα συναντήσουν αρκετά όμορφες περιγραφές και ένα συμπαθητικό κεντρικό χαρακτήρα, αυτόν του δράκου. Πολλά στοιχεία μοιάζουν επηρεασμένα από τις διηγήσεις του Τριβιζά, από τον τρόπο γραφής μέχρι την ονοματοδοσία, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι μάλλον μακριά από το πρότυπο.

Ένα άλλο στοιχείο που θα χαρακτηρίζαμε αρνητικό, είναι ο διδακτισμός που μοιάζει να υιοθετεί ο συγγραφέας σε ορισμένα σημεία της διήγησης. Σαν κάποιες προτάσεις - επιμύθια να είναι αναγκαίες για να ολοκληρωθούν οι διάλογοι και να προχωρήσει η ιστορία. Στο απόσπασμα που ακολουθεί έχουν συμπεριληφθεί ορισμένες τέτοιες προτάσεις για να γίνει κατανοητό τι εννοούμε.

Αξίες - Θέματα
Συνεργασία, Διάλογος, Αλληλεγγύη

Απόσπασμα
Η Βαρλαμώ (σ.σ. η πέρδικα), που δεν της έδινε κανείς σημασία γιατί δεν είχε πολύ μυαλό και έλεγε συνέχεια ανοησίες, κοίταξε γύρω τα πουλιά, τα ζώα, τα ερπετά και τα έντομα που είχαν μαζευτεί και τιτίβισε.

- Εγώ, όπως όλοι πρέπει να ξέρετε, μπορώ να κάνω και χωρίς πολύ νερό. Άλλωστε, πρόσθεσε, έχω κι άλλες δουλειές που με περιμένουν. Εσείς που έχετε ανάγκη κοιτάξτε να τα καταφέρετε μόνοι, έκανε και ξεκίνησε να φύγει.

Μουρμουρητά, κοασμοί, σκουξίματα, βελάσματα, τρίλιες, τερετισμοί, κακαρίσματα, τιτιβίσματα δυσαρέσκειας και αποδοκιμασίας ακούστηκαν από όσους παρακολουθούσαν.

Η κυρα – Τηθού, η καρδερίνα με το πανέμορφο κόκκινο σκουφί, τη χρυσαφιά ταινία στα φτερά και τα πολύ όμορφα λευκά, καστανά και μαύρα της χρώματα, κελάηδησε θυμωμένη.

- Απορώ πώς ζούμε στον ίδιο κόσμο με τόσο άκαρδα πλάσματα, που δεν κοιτάνε παρά μονάχα το δικό τους συμφέρον και προσπαθούν να επωφεληθούν από τη γενική δυστυχία και συμφορά, αντί να προσπαθούν να γλιτώσουμε από το κακό που μας βρήκε.

Ο κυρ Φαρμάκης (σ.σ. ο σκορπιός) είχε θυμώσει. Στάθηκε μπροστά στην πέρδικα και της φώναξε:

- Όποιος δε θέλει να συμμορφωθεί τον αναγκάζουν να το κάνει, είπε και, γυρίζοντας, τίναξε το κεντρί του στα μούτρα της πέρδικας.

Όμως ο θυμός δεν πρέπει να παρασύρει κανέναν. Πρέπει πάντα να λογαριάζει πολύ καλά τι πάει να κάνει. Ποτέ να μην παρασύρεται, αλλά, αντίθετα, να μετράει σωστά τις δυνάμεις του.

Η πέρδικα, που μπροστά της ο κυρ Φαρμάκης ήταν μια σταλιά, του δίνει μια με το ράμφος της που ήταν σκληρό σαν πέτρα, του δίνει κι άλλη μια και τον κάνει μια μπουκιά.

Όλοι όμως (ο καθένας με τη λαλιά του) φωνάξανε πως η πέρδικα είχε το άδικο.

- Ο κυρ Φαρμάκης πάσχιζε για το καλό όλων.

- Δεν έπρεπε να του φερθείς έτσι.

Και επειδή το άδικο πάντα τιμωρείται, ο κυρ Ράμης, ο μεγάλος λύκος, δίνει έναν πήδο, αρπάζει τη Βαρλαμώ και την καταβροχθίζει.

- Σταματήστε, σταματήστε, κόαξε η Χούλα. Η γκρίνια και η φαγωμάρα δε βγάζουν πουθενά. Αν εξακολουθήσει να τρώει ο ένας τον άλλο, ποτέ δεν θα καταφέρουμε να διώξουμε τον πραγματικό μας εχθρό.

- Ούτε πρέπει να επωφελούμαστε από τις δύσκολες καταστάσεις που περνούμε και να τις εκμεταλλευόμαστε σε βάρος των άλλων, σφύριξε ο Σπουρής, ο σπίνος με το ανοιχτό κόκκινο στήθος, την πρασινοκίτρινη ράχη και τις άσπρες ραβδώσεις στα φτερά.

- Και τι πρέπει να γίνει; Έκανε ο Ράμης ο λύκος, που δεν ήταν και τόσο δυσαρεστημένος, γιατί τώρα έπιανε πιο εύκολα τα ζώα, καθώς αυτά ήταν εξαντλημένα από τη δίψα.

Τότε άρχισε κάτι να κρώζει ο κυρ Λελέκης, ο πελαργός, αλλά τον διέκοψαν τα σπουργίτια, τιτιβίζοντας και φτερουγίζοντας θυμωμένα γύρω του.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Η ισχύς εν τη ενώσει
Έχει τύχει ποτέ να βρεθείτε απέναντι σε ένα πρόβλημα μεγάλο, που μοιάζει αξεπέραστο; Πώς μπορούν να μας βοηθήσουν οι φίλοι μας σε τέτοιες περιπτώσεις; Μήπως και οι αδύνατοι, αν είναι αποφασισμένοι και μονοιασμένοι, μπορούν να βγουν νικητές; 

Share/Bookmark

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Εγώ και το ρομπότ μου

Υπόθεση
Ο αφηγητής αγοράζει ένα ρομπότ για να του κάνει όλες τις δουλειές. Έτσι ο ίδιος θα μπορεί να κάθεται όλη μέρα ξαπλωμένος, ενώ οι γείτονές του θα τον θαυμάζουν και θα τον ζηλεύουν για το απόκτημά του. Ενώ όμως στην αρχή το σχέδιο μοιάζει να πηγαίνει κατ’ ευχή, τα πράγματα αρχίζουν να στραβώνουν όταν το ρομπότ αρχίζει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: Έλλη Γρίβα
ISBN: 9789601637525
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Μια σύντομη ιστοριούλα για παιδιά που αγαπούν την ξάπλα και τις νέες τεχνολογίες. Ο Κοντολέων γράφει με τρόπο απλό και προτάσεις ξεκάθαρες, αν και μερικές λέξεις που επιλέγει πιθανόν να είναι δυσνόητες στους μικρούς αναγνώστες, οπότε καλό είναι (όπως πάντα) οι μεγάλοι να βρισκόμαστε κάπου κοντά.

Τα γράμματα είναι μεγάλα και η (ασπρόμαυρη και κάπως χοντροδουλεμένη) εικονογράφηση σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα βοηθάει η ιστορία να διαβαστεί ξεκούραστα.

Προτείνεται για παιδιά Α’, Β’ και Γ' τάξης, και θεωρώ ότι σε αγόρια ίσως αρέσει λίγο περισσότερο, καθώς ο ήρωας είναι άντρας και η ιστορία κυλάει γύρω από ζητήματα νέας τεχνολογίας, οδήγησης αυτοκινήτων, κλπ. που στερεοτυπικά συνδέονται με το «ισχυρό» φύλο.

Ο τίτλος και το θέμα θα μπορούσαν να παραπέμπουν στη συλλογή Εγώ, το Ρομπότ του Ισαάκ Ασίμωφ. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον στην εξέλιξή της και είναι μικρή ώστε τα παιδιά που την διαβάζουν να μην προλάβουν να βαρεθούν.

Το δίπολο που αναδεικνύει η προβληματική της ιστορίας είναι το κλασικό «τεχνολογία εναντίον παράδοσης» (βλ.Avatar, Τελευταίος Σαμουράι, κλπ.), στο οποίο ο συγγραφέας απαντά ότι κάθε επιλογή έχει τα θετικά και τα αρνητικά της, καταλήγοντας ωστόσο ο ίδιος στο άκρο της παράδοσης. Κάτι μου λέει ότι από τις νέες –και πιο τεχνοφιλικές από εκείνη του Κοντολέων – γενιές συγγραφέων, αντίστοιχοι προβληματισμοί στο εγγύς μέλλον, δεν θα μας δίνουν την ίδια απάντηση.

Στην ιστορία ο ρομποτέμπορος της γειτονιάς πουλάει το τελευταίο και καλύτερο ρομπότ του στον ήρωα και φεύγει για Μπαρμπάντος, έτσι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας δεν βρίσκουν αντίστοιχο να αγοράσουν και μένουν να τον θαυμάζουν. Καλό θα ήταν ίσως, να επισημάνουμε στους αναγνώστες από 8-9 ετών, ότι η μικρή αυτή σύμβαση που χρησιμοποιείται στην ιστορία, δεν ισχύει στον αληθινό κόσμο του εμπορίου. Οροφή δεν υπάρχει, ούτε στο πιο σύγχρονο, ούτε στο πιο ακριβό προϊόν, ενώ όλα τους είναι διαθέσιμα για τους καταναλωτές. Γι’ αυτό πιθανότατα είναι καλύτερο να μείνουν έξω από τον μάταιο κύκλο «ζηλεύω – αγοράζω».

Στο κείμενο τέλος θίγονται η ευπιστία των καταναλωτών απέναντι στη διαφήμιση, όπως και τα προβλήματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει η χρήση καταναλωτικών δανείων (το ρομπότ εξαφανίζεται προτού καν το αποπληρώσει ο ήρωας).

Αξίες - Θέματα
Τεχνολογία, Αλαζονεία

Απόσπασμα
Ο πρώτος στη γειτονιά που αποφάσισε ν’ αποκτήσει ρομπότ ήμουν εγώ.

Είχε ανοίξει ένα μαγαζί που τα πουλούσε –ρομποτάδικο το είπαμε-, κι εγώ την πρώτη κιόλας μέρα μπήκα κι αγόρασα το πιο εξελιγμένο μοντέλο.

Ομολογώ πως δεν το διάλεξα μόνο για τις πολλές ικανότητες που είχε, αλλά γιατί μου άρεσε και η εμφάνισή του. Το κεφάλι του θύμιζε φωτισμένη υδρόγειο σφαίρα. Το κορμί του ίδιο λες κι ήταν με ένα γυαλιστερό μπαούλο, σαν κι αυτά΄που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί πειρατές.
Τα χέρια του ήταν λεπτά και εύκαμπτα, φτιαγμένα από συρμάτινες πλεξούδες.
Και τα πόδια του ήταν γεροφτιαγμένα –μεταλλικά κι αυτά-, αλλά θύμιζαν τα πόδια των τραπεζιών που είχα δει σε παλιούς πύργους.

«Ενώνει το παρελθόν με το μέλλον» μου εξήγησε ο υπάλληλος του ρομποτάδικου και μετά μου χαμογέλασε και συνέχισε: «Άλλωστε, ένας άνθρωπος σύγχρονος σαν και σας δε γίνεται να μη δοκιμάζει και να μην απολαμβάνει τα προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας… Με το ρομπότ αυτό τίποτε εσείς δε θα κάνετε. Μόνο ξάπλα!... Και για φανταστείτε πόσο διαφορετικά θα σας αντιμετωπίσει ο γείτονάς σας, όταν σας χτυπήσει το κουδούνι για να του δανείσετε ένα φλιτζάνι ζάχαρη και, αντί για σας, του ανοίξει το ρομπότ, κι αυτό, αντί για σας πάντα, θα του φέρει το φλιτζάνι ξέχειλο μέχρι απάνω με τη ζάχαρη και χωρίς μήτε ένας κόκκος της να έχει πέσει στο καλογυαλισμένο –από το ρομπότ πάντα- πάτωμά σας!»

Εμένα πάντα μου άρεσε η ξάπλα, αλλά και επειδή μπόρεσα να φανταστώ τη σκηνή με τη ζάχαρη και το γείτονά μου, και μιας κι ο γείτονάς μου πολύ μου έμπαινε στο μάτι με το πανάκριβο αυτοκίνητό του, σκέφτηκα τα μούτρα του και «Α, καλά, κάτι τέτοιο πολύ θα ήθελα να συμβεί!» δήλωσα στον υπάλληλο, και δίχως δεύτερη σκέψη κι όσο κι αν το συγκεκριμένο μοντέλο ήταν πολύπιο ακριβό από τα άλλα, αποφάσισα να το αγοράσω.

Πήγα απέναντι, στην τράπεζα, πήρα ένα καταναλωτικό δάνειο και, την άλλη μέρα το πρωί, μου φέρανε, μέσα σε μια κούτα, το ρομπότ μου στο σπίτι.

Κάθισα και διάβασα προσεκτικά τις οδηγίες χρήσης.

Και τι δεν μπορούσε να κάνει το ρομπότ μου!

Στ’ αλήθεια, έτσι και το προγραμμάτιζα σωστά, το μόνο που θα έμενε σε μένα ήταν… η ξάπλα.

Πάντως το πρώτο που θα ήθελα να κάνει ήταν να ανοίγει την πόρτα μου όταν χτυπά το κουδούνι και στη συνέχεια να μάθει σε ποιο ντουλάπι έχω τη ζάχαρη και να γεμίζει με αυτήν ξέχειλα ένα φλιτζάνι και να το πηγαίνει βόλτα σε όλο μου το σπίτι δίχως ούτε κόκκος να πέφτει κάτω.

Δεν ήταν δύσκολο να βρω με ποιον τρόπο θα έδινα τις κατάλληλες εντολές, αλλά, πριν τις εκτελέσω, χτύπησε το κουδούνι μου και αναγκάστηκα μόνος μου να ανοίξω την πόρτα και δυστυχώς ήταν ο αντιπαθητικός γείτονάς μου, ο οποίος ευτυχώς δε μου ζήτησε ένα φλιτζάνι ζάχαρη, αλλά – δυστυχώς!- μου είπε πως φεύγει, πως πάει – λέει- σε άλλη γειτονιά πιο ακριβή και πως είχε έρθει να με αποχαιρετήσει.

Έσκασα από το κακό μου. Μήτε να δει το ρομπότ μου δεν κατάφερα, μιας και ακόμα το είχα μέσα στην κούτα που το είχαν μεταφέρει.

Αλλά μιας και το είχα, έτσι κι αλλιώς, αγοράσει, έπρεπε να μάθω και να το χρησιμοποιώ. Άλλωστε –είπαμε- ήταν και η ξάπλα.

Share/Bookmark

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Κατερίνα

Υπόθεση
Η Κατερίνα είναι ένα χαριτωμένο κοριτσάκι και ο Γιωργής ο ξάδερφός της. Όλα πάνε ωραία και καλά ως τη στιγμή που τα δυο παιδιά μαθαίνουν πως, για να πάνε στον Παράδεισο, πρέπει να κάνουν καλές πράξεις. Από δω και πέρα αρχίζουν οι τρελές παρεξηγήσεις, οι γκάφες και τ' απρόοπτα, αφού κάθε καλή πράξη δεν οδηγεί πάντα και στο καλό!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη
Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
ISBN: 9789606008580
Έτος 1ης Έκδοσης: 1987
Σελίδες: 31
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ'


Κριτική
Μια χαριτωμένη κατανοητή και σύντομη ιστοριούλα που μπορεί να ψυχαγωγήσει ευχάριστα τους μικρούς αναγνώστες.

Τα γράμματα είναι μεγάλα και υπάρχουν έγχρωμες εικόνες σχεδόν σε κάθε σελίδα. Η δράση (μάλλον οι γκάφες των ηρώων) είναι συνεχής, ώστε το βιβλίο να μην κουράζει καθόλου.

Προτείνεται για παιδιά Β’ και Γ' τάξης, τόσο σε αγόρια όσο και σε κορίτσια, μια και η ηρωίδα συνοδεύεται από τον ξάδελφό της.

Το κύριο δίδαγμα της ιστορίας, που ωστόσο δεν αναφέρεται ρητά αλλά περισσότερο αφήνεται να εννοηθεί, είναι οι επίδοξοι μικροί «ήρωες» κάθε σπιτιού, να μην μπλέκουν σε περιπέτειες χωρίς να ενημερώνουν τους μεγάλους, γιατί οι πρωτοβουλίες τους μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή.

Σε δεύτερη ανάλυση θα μπορούσαμε να πούμε ότι θίγεται το ερώτημα του τι είναι τελικά καλό και τι κακό, αφού διαφορετικά το αντιλαμβάνεται ο καθένας μας.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Χιούμορ

Απόσπασμα
Αλλά, Γιώργη, είμαστε στην αρχή. Πρέπει να κάνουμε πολλές καλές πράξεις ακόμα.

- Τι να κάνουμε όμως; Έστυβε το μυαλό του ο Γιώργης.

- Τι να κάνουμε όμως; Έστυβε το μυαλό της κι η Κατερίνα και στάθηκε στο παράθυρο σκεφτική, όταν… τα είδε!

- Η θάλασσα δεν έχει πια τριαντάφυλλα, είχε πει χτες η γιαγιά και κουνήθηκε λυπημένα στην ψάθινη πολυθρόνα της.
Η γιαγιά χρόνια έβλεπε τον ήλιο που ‘πεφτε στη θάλασσα κι έδινε τριανταφυλλί χρώμα στο γαλάζιο νερό. Τώρα όμως με το χάλασμα του καιρού η θάλασσα έπαιρνε ένα μολυβί χρώμα. Κι ήταν λυπημένη η γιαγιά, γιατί το καλοκαίρι πέρασε.

- Δεν έχει πια τριαντάφυλλα η θάλασσα, ξανάπε λυπημένη κι ένιωσε ρίγος.

«Γιαγιά μου!» σκέφτηκε η Κατερίνα, που δεν κατάλαβε τι εννοούσε η γιαγιά, «φαίνεται, όσο ήσουνα νέα και μπορούσες να περπατάς, φύτευες τριαντάφυλλα στη θάλασσα. Μα από τότε που πιαστήκανε τα πόδια σου με τους ρευματισμούς, πού να μπορέσεις να κάνεις αυτή τη δουλειά! Τώρα μόνο στον κήπο καταφέρνεις να τα περιποιείσαι! Μα, γιαγιά μου, αγαπημένη μου γιαγιά, που ‘χω πάρει και τ’ όνομά σου, μην ανησυχείς. Η Κατερίνα σου θα φυτέψει όλα τα ωραία τριαντάφυλλά σου στη θάλασσα!

Η Κατερίνα ήταν πνιγμένη από τη συγκίνηση. Έβγαλε το μαντίλι της, σκούπισε τα δακρυσμένα της μάτια.

- Πάμε, Γιώργη! Διέταξε σαν στρατηγός σε ώρα μάχης. Είναι καιρός να κάνουμε κάτι καλό για τη γιαγιά μας! Και το καλό γίνεται κρυφά.

Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό! Πέταξε αυτή την κουβέντα ο Γιώργης, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι θέλει να πει.

- Στο γιαλό θα ρίξουμε τα τριαντάφυλλα, μπουμπουνοκέφαλε, όχι το καλό! Άντε πάμε και προσοχή μη μας δουν…

- Τα χεράκια μου! Είπε σε λίγο ο Γιώργης, κλαίγοντας από τους πόνους.

Όπως ξερίζωσε όλες τις τριανταφυλλιές, χιλιάδες αγκάθια μπήκαν στα χέρια του, τα μάτωσαν, τα φούσκωσαν.

- Αμ… δεν κερδίζεις εύκολα τον Παράδεισο, ξαδελφάκι μου! Είπε η Κατερίνα και σφιγγόταν να μη δείξει και τους δικούς της πόνους.

Ρούφηξαν κι οι δύο τις μύτες τους και τράβηξαν για το γιαλό. Κι εκεί σκάψανε λάκκους στην αμμουδιά και προσπαθούσαν να στυλώσουν τις κατεστραμμένες τριανταφυλλιές.

- Αυτές μαράθηκαν κιόλας! Λες να κάναμε τίποτα λάθος; Στενοχωρήθηκε η Κατερίνα.

- Α, μπα! Θα ‘ρθει τώρα η θάλασσα να τις ποτίσει και θα ζωντανέψουν, είπε με σιγουριά ο Γιώργης, μα ξέχασε αμέσως τις τριανταφυλλιές… Κοίτα ένα ωραίο πράγμα σπασμένο! Είπε με θαυμασμό.

Ήταν ένα όστρακο μ’ όλα τα χρώματα επάνω του. Πότε χρύσιζε, πότε γινόταν πράσινο σκούρο, πότε ρόδιζε, όπως το έβλεπε ο ήλιος. Κι ανάπνεε μισάνοιχτο και ρούφαγε κι έδιωχνε θάλασσα από τη χαραμάδα του.

- Θα αφήσουμε να πεθάνει αυτό το πράγμα; Ρώτησε ο Γιώργης, και ντράπηκε η Κατερίνα που δεν το σκέφτηκε πρώτη.

Αλλά ας έκανε μια καλή πράξη κι ο ξάδελφος, για να τον έχει συντροφιά στον Παράδεισο.

- Τρέξε σπίτι, φτιάξε με αλεύρι και νερό κόλλα και έλα. Θα το κολλήσουμε! Είπε αποφασιστικά.

Έτρεξε ο Γιώργης, μπας και πάθει στο μεταξύ τίποτα το όστρακο, χώθηκε κρυφά στην κουζίνα, έφτιαξε την αλευρόκολλα. Κατέβηκε γρήγορα στο ακρογιάλι, εκεί που τον περίμενε η Κατερίνα.

- Ποιος θα φανταζότανε πως θα γινόμαστε γιατροί και νοσοκόμες! Ο Γιωργής ένιωθε πολύ συγκινημένος.

Πήρανε με προσοχή το όστρακο, το ξεκόλλησαν από το βράχο, το βγάλανε στην άμμο. Το όστρακο αγωνίστηκε, πάλεψε, στο τέλος παραδόθηκε. Η κόλλα έπεσε γύρω γύρω και μέσα στο στόμα του, το μπούκωσε. Έτσι έγινε, κι έκλεισε τα μάτια του και πέθανε.

Share/Bookmark

Ο Τριγωνοψαρούλης, ο Μαυρολέπιας κι ο τελευταίος ιππόκαμπος

Υπόθεση
Ο Τριγωνοψαρούλης, ο σοφός του βυθού, πληροφορείται ότι σ' όλες τις θάλασσες ζει μονάχα ένας ιππόκαμπος κι αυτός κινδυνεύει να πιαστεί. Παρέα με το Μαυρολέπια κι άλλους γενναίους του βυθού αναζητούν τρόπους να τον προστατεύσουν.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
ISBN: 9789606005183
Έτος 1ης Έκδοσης: 1997
Σελίδες: 54
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'

Κριτική
Μια όμορφη μικρή ιστορία, καλογραμμένη (παρότι απλή), με χαρακτήρες χαριτωμένους και αρκετά χρήσιμα διδάγματα.

Τα γράμματα είναι μεγάλα και χαρούμενες (παρότι ασπρόμαυρες) εικόνες που ζωντανεύουν τον βυθό και κάνουν τη ζωή των μικρών αναγνωστών ευκολότερη, υπάρχουν σχεδόν σε κάθε σελίδα, ώστε το βιβλίο να μην κουράζει καθόλου.

Προτείνεται σε παιδιά Β’, Γ' ή και Δ' τάξης, που επιθυμούμε να αντιληφθούν την αξία του διαλόγου και της δραστηριοποίησης.

Ο Ηλιόπουλος τοποθετείται με επιτυχία και θίγει με απλό τρόπο ζητήματα περίπλοκα, όπως η χρησιμότητα του διαλόγου και της ανάληψης πρωτοβουλίας, αλλά και το ανούσιο της γραφειοκρατίας των διαβουλεύσεων. Επίσης, εξυπηρετεί τους σκοπούς της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ενημερώνοντας για τη βιοποικιλότητα και αποδοκιμάζοντας -με τρόπο ωστόσο που δεν προσβάλλει τους μικρούς αναγνώστες- τους κυνηγούς / συλλέκτες ειδών υπό εξαφάνιση (στην περίπτωσή μας ιπποκάμπων), που θέτουν σε κίνδυνο την ισορροπία του (στην περίπτωσή μας υδάτινου) περιβάλλοντος.

Τέλος, θέτει ηθικά διλήμματα και δίνει τις απαντήσεις σε αυτά, προσφέροντας έναν οδηγό για τα μικρά παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο.

Αξίες - Θέματα
Δραστηριοποίηση, Σεβασμός στο Περιβάλλον, Φιλία.

Απόσπασμα
Στα βάθη των θαλασσών, στην κοινωνία του βυθού, ζει ένας σοφός ήρωας. Ένα ψάρι παράξενο και διαφορετικό. Έχει σχήμα τριγώνου κι είναι κίτρινο σαν το λεμόνι. Το λένε… Τριγωνοψαρούλη.

Στο σχολείο ήταν ο τελευταίος μαθητής. Όσο κι αν προσπαθούσε, μόνο τριγωνάκια μπορούσε να γράφει και να διαβάζει. Όμως η σοφία του δεν άργησε να φανεί και χάρη σ’ αυτή σώθηκε το σχολείο της κυρα – Σουπιάς κι όλα τα ψαράκια απ’ τα δίχτυα και… το τηγάνι του ψαρά.

Από τότε πολλά κύματα τάραξαν τον κόσμο του βυθού, πολλές φουρτούνες πέρασαν, όλοι όμως θυμούνται ότι του χρωστάνε τη ζωή τους και του δείχνουν την αγάπη και την ευγνωμοσύνη τους.

Ο Τριγωνοψαρούλης ζει με τη Γλώσσα και τα τριγωνογλωσσάκια τους σ’ ένα μεγάλο βράχο. Απ ‘ έξω στέκουν φρουροί τρεις δράκαινες. Είναι ψαρονόμοι και με τα δηλητηριώδη αγκάθια της ράχης τους δεν αφήνουν κανέναν ανεπιθύμητο να πλησιάσει. Οι κυβερνήτες του βυθού, ο γερο – Αστακός και το μεγάλο Χταπόδι, πριν πάρουν οποιαδήποτε απόφαση, έρχονται και συζητούν μαζί του.

Τα ψάρια, για να τον δουν και να του μιλήσουν, πρέπει να κλείσουν ραντεβού απ’ το Λαβράκι, τον πιο έξυπνο συμμαθητή του, που τον έχει για γραμματέα του.

Η Σφυρίδα, η οποία είναι υπεύθυνη για να μη λείψει τίποτε απ’ το ευτυχισμένο ψαρόσπιτο, κάθε πρωί φροντίζει και προμηθεύεται το φρεσκότερο πλαγκτόν. Οι μαρίδες κι οι γαύροι ζωγραφίζουν πορτρέτα του σε βότσαλα και τα μοιράζουν στα ψάρια. Οι γαρίδες, στην υπηρεσία του κι αυτές, έχουν υποχρέωση να διώχνουν τις πεταλίδες και τα στρείδια απ’ το κοραλλένιο άγαλμά του. Το άγαλμα αυτό έχει στηθεί κατά παράκληση της δασκάλας του της κυρα-Σουπιάς έξω απ΄ το σχολείο.

Ο Τριγωνοψαρούλης, χωρίς άλλες σκοτούρες, έχει αφιερωθεί στη μελέτη των προβλημάτων του βυθού. Όταν έχει χρόνο, γράφει τα ποιήματά του και σχεδιάζει τα τριγωνάκια του. Όποτε έχει να ανακοινώσει κάτι, αναθέτει στη Γλώσσα και στο Λαβράκι να ειδοποιήσουν όλα τα πλάσματα του βυθού να συγκεντρωθούν έξω απ’ το βράχο του και να τον ακούσουν προσεχτικά.

Έτσι έχει συμβεί και τώρα. Να, ο Τριγωνοψαρούλης εμφανίζεται φορώντας μια μπέρτα από χρυσοκόκκινα λέπια μπαρμπουνιού, δείχνει κάτι σχέδια και λέει:
«Ένα πρόβλημα μεγάλο η κοινωνία μας έχει, κι άλλο δεν αντέχει να υπομένει».

«Ποιο;» ρωτούν όλοι απορημένοι.

«Οι δαγκάνες, οι κεραίες, οι μύτες οι σουβλερές μας τσιμπάνε και μας γδέρνουν. Φτάνει πια» συνεχίζει εκείνος.

«Και τι σκέφτηκες να κάνουμε;»

«Μα είναι απλό, όποιος απ’ τη φύση του τέτοια όργανα έχει, η κοινωνία μας θα τον προστάξει τριγωνικές τάπες να βάλει, αν θέλει βέβαια μαζί μας να ζει!»

«Ζήτω! Τη βρήκες πάλι τη λύση» φώναξαν όλοι, ενώ ένας κάβουρας ρώτησε δειλά δειλά: «Δηλαδή;»

«Μα δεν κατάλαβες;» ανέλαβες να του εξηγήσει το Λαβράκι «όποτε θέλεις να κυκλοφορήσεις, θα πρέπει να βάζεις στις δαγκάνες σου τριγωνικές τάπες από κοράλλι. Έτσι θα είσαι αποδεκτός στα σαλόνια όλων των βράχων. Πρέπει να χαίρεσαι! Τώρα θα σε καλούν τα ψάρια σ’ όλες τις ψαροδεξιώσεις. Δε θα ενοχλείς πια».

«Ε;» απόρησε ο κάβουρας. «Εμένα στην αρχή δε μ’ άρεσε αυτή η λύση, έτσι όμως που τα λες, ίσως και να ‘χεις δίκιο».

Ενώ τέτοιες συζητήσεις γίνονταν και τα ψάρια προσπαθούσαν να πείσουν κάβουρες, αστακούς, γαρίδες και καραβίδες για το πόσο σωστή ήταν η απόφαση του Τριγωνοψαρούλη, μια φωνή ακούστηκε απ' το βάθος:


«Κύριε Τριγωνοψαρούλη, για το δικό μου μυτερό κέρατο ποιος θα φτιάξει τάπα;»

Όλοι γύρισαν και είδαν ένα περίεργο πλάσμα που μόνο απ’ τις διηγήσεις των γεροντότερων γνώριζαν. Ένα μωρό θαλάσσιου μονόκερου!
Ένα μικρό ναρβάλ.

«Ξένε, ποιος είσαι;» τον ρώτησε τότε ο Τριγωνοψαρούλης.

«Είμαι ένα απ’ τα τελευταία ναρβάλ που ζουν. Ήρθα στα νερά σας γιατί άκουσα για σένα κι ήθελα να σε γνωρίσω. Ελπίζω εδώ να είμαι ασφαλής».

«Μα και βέβαια, ασφαλής και καλοδεχούμενος».

«Άκουσα όσα είπες και πρέπει να σου πω ότι μάλλον κάνεις ένα μεγάλο λάθος. Εγώ, αν ζω και δεν έχω καταλήξει στη βιτρίνα του μουσείου, το οφείλω σ’ αυτό το κέρατο που έχω στο κεφάλι μου.»

«Όχι στις τάπες!» φώναξε ο κάβουρας, που μάλλον το ξανασκέφτηκε καλύτερα.

«Κάτω οι τάπες!» κραύγασαν κι οι αστακοί με τις γαρίδες.

Share/Bookmark

Δομήνικος

Υπόθεση
Ο Δομήνικος, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ψάχνοντας για το φάρμακο που θα γιατρέψει τον πατέρα του, θα ξεκινήσει ένα παράξενο ταξίδι. Θα γνωρίσει πλάσματα αλλόκοτα και φανταστικά και θα έρθει σε επαφή με τις μεγάλες αξίες της ζωής. (Αναγραφή στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ)

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: -
ISBN: 9789602937242
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990
Σελίδες: 134
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Ο μικρός ήρωας στην πορεία του προς την εφηβεία, θα συναντήσει ενδιαφέροντα  μέρη, όπως το νησί όπου φτιάχνονται τα τούβλα από τη σκόνη των μαρμάρων, το ξωκλήσι μέσα στη σπηλιά που αναπνέει, το Δάσος Δίχως Όνομα, το Ανάποδο Σπίτι, αλλά και μοναδικούς χαρακτήρες, όπως ο σκελετός του Παλιού Παλιού Θαλασσινού, ο Πολύ Δυνατός νάνος, η Κυρά με τα χάντρινα Μαλλιά και η Κοπέλα Που Έχει Τα Μάτια Της Κλειστά. Όλοι αυτοί οι σταθμοί στο ταξίδι του θα δώσουν στον ίδιο σοφία και στον αναγνώστη του βιβλίου μερικές υπέροχες στιγμές που θα θυμάται για καιρό.

Η γραφή του Κοντολέων είναι από τις πιο φιλικές που μπορούμε να συναντήσουμε στη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία. Με σαφήνεια, χιούμορ (στη συγκεκριμένη περίπτωση περισσότερο μαγεία και λιγότερο χιούμορ), δράση και ποικιλία, δεν αφήνει το παιδί να βαρεθεί, αλλά αντίθετα το ψυχαγωγεί και το προκαλεί να προβληματιστεί.

Βοηθητική εικονογράφηση δεν συναντάμε στο βιβλίο, ωστόσο οι εικόνες που μας μεταφέρει ο συγγραφέας είναι πλούσιες σε χρώματα και παραστάσεις. Τα κεφάλαια είναι άλλοτε μικρά (4-5 σελίδες) και άλλοτε σχετικά μεγάλα (μέχρι 15 σελίδες) σε μέγεθος. Ωστόσο στην αρχή κάθε ενότητας, μια πρόταση προσφέρει μια συνοπτική περίληψη, κάτι που βοηθάει τον μικρό αναγνώστη να προσανατολιστεί και να θυμηθεί τα όσα έχουν διαδραματιστεί μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά της Ε’ και Στ’ τάξης αλλά και σε εφήβους.

Ένα υπέροχο αλληγορικό διήγημα για μικρούς και λιγότερο μικρούς, η Οδύσσεια ενός παιδιού, του Δομήνικου, που ταξιδεύει για να ανακαλύψει τον εαυτό του, τη ζωή και τη σχέση του με τον κόσμο. Οι παραμυθιακές αναφορές και οι επιρροές από την Ιστορία Δίχως Τέλος του Μίχαελ Έντε και τον Μικρό Πρίγκηπα του Εξυπερύ είναι σαφείς, χωρίς αυτό να έχει μεγάλη σημασία, καθώς το έργο του Κοντολέων είναι ποιοτικό, καλογραμμένο και δημιουργεί τον δικό του ιδιαίτερο κόσμο.

Θεωρώ το συγκεκριμένο ανάγνωσμα σπουδαίο, όχι μόνο επειδή είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για τον παιδικό ψυχισμό, αλλά κυρίως επειδή -υπό συνθήκες- μπορεί να αποτελέσει το κρίσιμο ερέθισμα που θα γεννήσει στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα.

Αξίες - Θέματα
Αυτογνωσία, Αυτοεκτίμηση, Ανθρωπισμός, Αγάπη.

Απόσπασμα
Ο επόμενος σταθμός ήταν χτισμένος δίπλα σε μιαν ακρογιαλιά.
Ο Δομήνικος κατέβηκε από το τρένο. Τα πόδια του πάτησαν πάνω σε βότσαλα. Άσπρα βότσαλα που σπάγανε το σκοτάδι της νύχτας.

Το τρένο ξεκίνησε. «Προς τα πού πάνε τα τρένα;» αναρωτήθηκε ο Δομήνικος κι αμέσως σκέφτηκε πως θα ήταν πιο σωστό αν τον απασχολούσε μια άλλη ερώτηση: «Και τώρα προς τα πού θα πρέπει να τραβήξω;».
«ακολούθα το δρόμο που θα δείχνει η κίτρινη πινακίδα» - θυμήθηκε τα λόγια της γριάς. Για μια κίτρινη, λοιπόν, πινακίδα έψαχνε.

Μπροστά του υψωνόταν το κτίριο του σταθμού. Μια ετοιμόρροπη ξύλινη παράγκα. Άδεια. Κανείς δεν υπήρχε μέσα. Ένας σταθμός δίχως ανθρώπους, δίπλα στην ερημιά μιας παραλίας με βότσαλα. Κι η νύχτα πάντα εκεί, το σκοτάδι.

Ο Δομήνικος αισθάνθηκε την ψύχρα να του τρυπά το δέρμα. Έσπρωξε την ξύλινη πόρτα της παράγκας, μπήκε μέσα. Το πάτωμα ήταν σκονισμένο. Ο Δομήνικος λύγισε τα γόνατά του, κάθισε κάτω, ακούμπησε την πλάτη του πάνω στον ξύλινο τοίχο. Νύσταζε. Αλλά, αν κοιμόταν, θ’ αργούσε κι ο πατέρας… Να σηκωθεί, τότε;
Να ψάξει για την κίτρινη πινακίδα…

«Νηστικό αρκούδι δε χορεύει κι ο κοιμισμένος δεν περπατά!» ακούστηκε μια φωνή να λέει – μια φωνή γλυκιά και λεπτή, μια φωνή που σου έφερνε στο νου ήχους μιας μικρής φλογέρας. Ποιος ήταν; Ποιος μίλησε; - τρόμαξε ο Δομήνικος.

«Τις αράχνες τις φοβούνται τα παιδιά και τις πατάνε οι μεγάλοι. Εσύ τι είσαι;» ξανακούστηκε η φωνή, τώρα ακούστηκε ακριβώς δίπλα στο δεξί αυτί του Δομήνικου. Εκείνος έστρεψε το κεφάλι. Είδε. Πάνω στον τοίχο τον ξύλινο, στο ύψος των ματιών του, ήταν μια αράχνη. Ήταν μια χρυσαφιά αράχνη που έλαμπε πάνω στον ξύλινο τοίχο, μέσα στη σκοτεινιά του δωματίου. Ο Δομήνικος δεν τη φοβήθηκε μήτε κι είχε τη διάθεση να τη σκοτώσει.

«Είμαι ένας που ψάχνει για να βρει το φάρμακο που θα σώσει τον πατέρα του!» είπε.

Η αράχνη κούνησε τα πόδια της, το χρώμα της άλλαξε. Έγινε τώρα ασημί και η φωνή της ακούστηκε ίδια με το κλάμα ενός βιολιού.

«Πόσο λυπάμαι, όταν κάποιος πατέρας πρόκειται να πεθάνει!» είπε.

«Ο δικός μου δε θα πεθάνει!» ούρλιαξε ο Δομήνικος και σηκώθηκε όρθιος. «Θα βρω το φάρμακο! Είμαι σίγουρος!»

Η αράχνη ανέβηκε πιο ψηλά πάνω στον ξύλινο τοίχο, ξανάφτασε το ύψος των ματιών του αγοριού, Άλλαξε και πάλι χρώμα –έγινε ροζ- και η φωνή της ακούστηκε ζεστή – μια μελωδία παιγμένη σε πιάνο.

«Αλλά, καλό μου αγόρι, εδώ δεν είναι φαρμακείο. Σταθμός είναι. Και από ό,τι ξέρω, στους σταθμούς δεν πουλάνε φάρμακα».

Ο Δομήνικος κατέβασε το κεφάλι.
«Μια γριά μου είπε να φτάσω εδώ και να ψάξω για την κίτρινη πινακίδα. Αλλά έκανε κρύο έξω και νύσταζα… Κι έτσι μπήκα… αλλά μπήκα μόνο για λίγο… Να, τώρα φεύγω πάλι!»

Η αράχνη κούνησε ξανά τα πόδια της.
«Λοιπόν, είπε, εγώ, αν ήμουνα πεταλούδα ή μύγα, θα ήξερα να σου πω πού είναι η κίτρινη πινακίδα. Οι πεταλούδες και οι μύγες πετάνε συνέχεια και βλέπουν πολλά. Εγώ, από αυτόν εδώ τον τοίχο, μόνο να σκεφτώ μπορώ… ίσως και λίγο να φανταστώ… Λοιπόν, για στάσου! Σκέφτομαι πού μπορεί κανείς να βρει μια κίτρινη πινακίδα… Σκέφτομαι… σκέφτομαι…» το χρώμα της αράχνης σκούραινε, βάθαινε, από ροζ έγινε κόκκινο. «Μα ναι… ή μάλλον όχι…» η φωνή της –πάντα πιάνου φωνή- ακούστηκε σαν θλιμμένο ρεφρέν. Τίποτα δε σκέφτομαι… Ας αρχίσω, λοιπόν, να φαντάζομαι!» Το χρώμα της άρχισε να χάνει τις κόκκινες αποχρώσεις του, στρεφότανε προς το καφέ. «Φαντάζομαι!...» από το καφέ πήγαινε προς το πορτοκαλί. «Μα ναι, αυτό είναι!» -ένας πορτοκαλής ήλιος λες κι ήταν τώρα ή αράχνη, πάνω στον τοίχο.

«Μια κίτρινη πινακίδα σε μιαν ακρογιαλιά μπορεί να δείχνει προς τα πού βρίσκονται οι σπηλιές με τα εξωκλήσια των παλιών, πολύ παλιών θαλασσινών. Κι απ’ ό,τι έχω ακούσει από τις μύγες και τις πεταλούδες, δίπλα, σ’ αυτήν εδώ την ακρογιαλιά με τα λευκά βότσαλα, υπάρχει μια τέτοια σπηλιά. Πρέπει να πέφτει κατά κει όπου γεννούν τ’ αυγά τους θα θαλασσοπούλια».

«Ξεκινώ!» φώναξε ο Δομήνικος.
«Μα στάσου!» τον σταμάτησε η αράχνη. «Άσε στη νύχτα τις δουλειές της και μην της δίνεις τις σκοτούρες της ημέρας. Η νύχτα είναι για τα όνειρα. Κοιμήσου!»

Share/Bookmark

Η κόρη του Χίτλερ

Υπόθεση
Oι βόμβες έπεφταν, ο καπνός ανέβαινε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά η κόρη του Xίτλερ δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά.Tο μόνο που ήξερε ήταν ο κόσμος των μαθημάτων της με τη φροϊλάιν Γκέλμπερ, οι σκαντζόχοιροι που έσωζε από το κρύο και οι όμορφες επισκέψεις του αγαπημένου της πατέρα Nτάφφι. Mέχρι που μια μέρα την πάνε στο καταφύγιο του πατέρα της, στο Bερολίνο.... H ιστορία της Αννας για την κόρη του Xίτλερ κατατρέχει τον Mαρκ. Nα ήταν πραγματική; Eάν ο Mαρκ είχε έναν πατέρα σαν τον Xίτλερ, θα τον αγαπούσε;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης : Πατάκης
Συγγραφέας: Τζάκι Φρεντς
Μετάφραση: Χαρά Ρεντζέλου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 9601673986
Έτος 1ης Έκδοσης: 1999 (στα ελληνικά 2003)
Σελίδες: 133
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξη: Στ'

Κριτική
Χωρίς να συναρπάζει, η ιστορία παρουσιάζει ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, μέχρι δηλαδή να μας αποκαλυφθεί ποια είναι η πραγματική σχέση της Άννας (που τη διηγείται) με τον Αδόλφο Χίτλερ. Την ίδια στιγμή που εκτυλίσσεται η ιστορία της μικρής Γερμανίδας, καθώς οι σύμμαχοι πλησιάζουν προς το Βερολίνο, παρακολουθούμε μέρος της σύγχρονης καθημερινότητας μερικών Αυστραλών μαθητών που πηγαινοέρχονται στο σχολείο τους και συζητούν περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου.

Δεν είμαι σίγουρος αν οφείλεται στη μετάφραση, ωστόσο σε ορισμένα σημεία το κείμενο δεν ρέει με άνεση και υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν δυσνόητες, δυσκολεύοντας κάποια παιδιά. Βοηθητική εικονογράφηση δεν υπάρχει στο βιβλίο, αλλά τα κεφάλαια έχουν περιορισμένη έκταση (γύρω στις 6-7 σελίδες) οπότε οι μικροί αναγνώστες που έχουν τη σχετική εμπειρία δεν θα δυσκολευτούν να το ολοκληρώσουν.

Θα πρότεινα το βιβλίο κυρίως σε παιδιά της Στ’ τάξης που δείχνουν ενδιαφέρον για τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Προσωπικά, δεν βρήκα πέρα από την ενδιαφέρουσα ιδέα –η κόρη του Χίτλερ να ζει αθόρυβα κάπου ανάμεσά μας- του βιβλίου κάτι που να με συγκίνησε ιδιαίτερα στην ιστορία της Φρεντς. Ούτε στην πλοκή, ούτε και στο γράψιμο. Ακόμα και το ηθικό δίλημμα παρουσιάζεται επιδερμικά, χωρίς η συγγραφέας να προχωράει σε ιδιαίτερη ανάλυση για να δώσει απαντήσεις στον προβληματισμό που δημιουργεί.

Εκτός από το μάθημα της Ιστορίας, μπορούμε να αξιοποιήσουμε το ανάγνωσμα ως μια εισαγωγή στο αντικείμενο του αντιπολεμικού δράματος. Αν ωστόσο επιθυμούμε κάτι πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα, μπορούμε να επιλέξουμε ένα αντίστοιχο έργο όπως ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου της Ζέη.

Αξίες - Θέματα
Ειρήνη, Ιστορία, 28 Οκτωβρίου

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
«Από δω» είπε ο στρατιώτης. Είχε γκρίζα αξύριστα γένια. Η φωνή του ήταν κουρασμένη και γεμάτη ένταση, αλλά φαινόταν ότι προσπαθούσε να είναι ευγενικός.
Κάποτε υπήρχαν δέντρα και κήποι. Τώρα ήταν απλώς πεδίο μάχης, συνέβησαν τόσο πολλά και τόσο γρήγορα για να μπορέσεις να τα συνειδητοποιήσεις.

Έτρεξαν μέσα στην καρδιά του κήπου, με το στρατιώτη να κρατά ακόμη το χέρι της. Μετά κατέβηκαν μερικά σκαλιά, κάτω στο σκοτάδι, κάτω, κι ακόμα πιο κάτω, πίσω πάλι στο υπόγειο.

Μέσα σε ένα τούνελ τώρα. Πιο πολλή ησυχία, αλλά το έδαφος ακόμα έτρεμε κάτω από τα πόδια τους. Πέρασαν το τούνελ, έστριψαν στη γωνία και μετά πάλι ευθεία. Υπήρχαν σκαλιά, αλλά τα προσπέρασαν, μετά άλλα σκαλιά, και τα ανέβηκαν.
Φαινόταν σαν σιδηροδρομικός σταθμός. Είχε δει φωτογραφίες σιδηροδρομικών σταθμών. Αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Βγήκαν από το σταθμό. Ο στρατιώτης έστρωσε τα μαλλιά της. Το χέρι του ήταν κρύο και τραχύ, αλλά προσπαθούσε να είναι ευγενικός.
«Θα έπρεπε να ήταν εδώ τώρα. Έπρεπε να σε περιμένουν δίπλα…»

Δεν ακούστηκε θόρυβος. Ή ίσως υπήρχε θόρυβος, αλλά δεν μπορούσε να τον ακούσει με όλη αυτή τη σύγχυση. Ξαφνικά ο στρατιώτης σωριάστηκε δίπλα της. Το χέρι του πετάχτηκε μακριά και ανάβλυσε κόκκινο αίμα στο έδαφος. Το δέρμα γύρω ήταν πολύ λευκό, το ίδιο και τα κόκαλα. Πώς μπορεί να είναι άσπρο το κόκαλο με τόσο αίμα;

Εκείνη ακούμπησε το πρόσωπό του, αλλά δεν κουνήθηκε.

Ο κόσμος γύρω φαινόταν κρύος, καθαρός, και πολύ ήσυχος, παρά το θόρυβο από τις βόμβες.

Έπρεπε να πάρει τη βαλίτσα της. Έπρεπε να φύγει.
Την πήρε από το χέρι του – τα δάχτυλά του την είχαν ακόμη γραπωμένη, κι ας ήταν το χέρι μισό μέτρο μακριά από το σώμα του.

Μετά άρχισε να προχωράει.
Προχώρησε για λίγα δευτερόλεπτα, ή λεπτά, δεν ήταν σίγουρη. Μετά κάτι ανατινάχτηκε πίσω της και προσγειώθηκε στην πραγματιότητα. Έτρεξε να προστατευτεί σε έναν τοίχο που έπεφτε, και ζάρωσε εκεί, με τη βαλίτσα μπροστά της για ασπίδα.

Για κάποιο λόγο σκέφτηκε τη φροϊλάιν Γκέλμπερ. Μακάρι να είχε κρατήσει λίγο ψωμί, όπως είχε κάνει η φροϊλάιν Γκέλμπερ. Άρχισε να σέρνεται από τοίχο σε τοίχο προσπαθώντας να προφυλαχτεί όσο μπορούσε περισσότερο. Με κάθε εκατοστό που βάδιζε, φαινόταν να άφηνε και την παλιά ζωή πίσω της. Καιγόταν μέσα της από τις σφαίρες, τον καπνό και τη φωτιά.

Η κόρη του Ντάφφι έφευγε. Η καλή κοπέλα που η φροϊλάιν Γκέλμπερ προσπάθησε να αναθρέψει έφυγε. Το μόνο που έμεινε ήταν η Χάιντι, ένα μικρό σποράκι μέσα της.
Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επιζήσει, και τότε το σποράκι θα μεγάλωνε.

Γύρω υπήρχαν στρατιώτες γεμάτοι σκόνη και αίμα, τόσο, που δεν φαινόταν αν ήταν άνθρωποι πια. Υπήρχε καπνός που μετακινούνταν σε σύννεφα, κάποιες στιγμές ήταν σχεδόν σε στερεά μορφή, κάποιες φορές πάλι σαν να κάλυπτε ομίχλη όλο τον κόσμο.


Share/Bookmark

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ο καιρός της σοκολάτας

Υπόθεση
Διηγήματα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά βρίσκονται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, ιστορίες αληθινές που ίσως φαίνονται απίστευτες, όπως τα παραμύθια. Πίσω από τις γραμμές τους κρύβεται ένα κομμάτι της νεότερης Ιστορίας μας, τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια εποχή που, όσα βιβλία κι αν γράφτηκαν γι’ αυτή, ποτέ δε θα είναι αρκετά. Παράλληλα, η συγγραφέας προτείνει στους νεαρούς αναγνώστες, σαν παιχνίδι, να ανιχνεύσουν γεγονότα, πρόσωπα, τόπους και στιγμιότυπα που μεταπλάστηκαν σε στοιχεία άλλων λογοτεχνικών της έργων.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
Εικονογράφηση: Γιώργος Ναζλής
ISBN: 9789601625744
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 89
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Η συγγραφέας αποδίδει για μια ακόμη φορά πολύ όμορφα και πειστικά την οπτική γωνία του μικρού κοριτσιού, ξαναζωντανεύοντας προσωπικές της ιστορίες από την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στην Αθήνα, κάπου γύρω από το λόφο του Στρέφη. Βιβλίο καλογραμμένο, ενδιαφέρον και ωφέλιμο. Βοηθητική εικονογράφηση πέρα από το εξώφυλλο δεν συναντάμε στο βιβλίο, ωστόσο οι ιστορίες είναι πολύ μικρές σε έκταση και ο τρόπος γραφής διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο. Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά της Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, αν και θεωρώ ότι τα παιδιά των δύο τελευταίων τάξεων θα κερδίσουν περισσότερα.

Παρά τη σκληρότητα της εποχής που περιγράφει, η πένα της Λότης - Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου βαραίνει από ευγένεια και ανθρωπισμό, κάνοντας μικρούς αλλά και μεγάλους αναγνώστες να πλημμυρίζουν από συγκίνηση και συναισθήματα συμπάθειας για τον συνάνθρωπο. Για να δανειστούμε τα λόγια της ίδιας της συγγραφέως από τον επίλογο, οι ιστορίες που διαβάζουμε στο βιβλίο αυτό «γλυκαίνουν αφάνταστα την ψυχή, ευφραίνουν το νου, γαληνεύουν το πνεύμα. Γιατί δείχνουν ότι η καλοσύνη και η ανθρωπιά δε χάνονται, ακόμα και σε καιρούς βαρβαρότητας. Πράγμα που σημαίνει ότι το καλό και το δίκιο έχουν περισσότερη δύναμη από το κακό και το άδικο»…

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Αξιοπρέπεια, Ιστορία, 28η Οκτωβρίου

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά.
Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή.
«Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;»

Δεν ήξερε ότι με τίποτα δε θ’ άφηνα το τενεκεδάκι μου να πάθει στο δρόμο κακό. Πηγαίνοντας το πρωί στο σχολείο, είχα δει τρεις σκελετωμένους με κουρέλια να ψάχνουν με μάτι άγριο σ’ ένα σωρό από σκουπίδια. Άρπαζαν αποφάγια, φλούδια, κουκούτσια και τα ‘γλειφαν με λαχτάρα…

Μου κόπηκε η ανάσα. Σκέφτηκα πως έτσι θα καταντούσαν κι οι μεγάλοι στο σπίτι αν συνέχιζαν να μην τρώνε, για να έχουμε φαγητό μόνο εμείς τα παιδιά. Κι ύστερα θα πέθαιναν ένας ένας – ο μπαμπάς, η μαμά, η ξαδέρφη μας η Όλγα…

«Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου» δήλωσα ορθά κοφτά.

«Το ίδιο κι εγώ» φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου.

(…)

Η σούπα ερχόταν τακτικά στο σχολείο, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή. Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. «Γλυκόζη» το είπαν μα και για σοκολάτα λιωμένη μπορούσες ακόμα να το περάσεις με τη φαντασία σου, αν τη σοκολάτα τη λάτρευες και σου έλειπε όλο και περισσότερο.
Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους.

Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
«Τι συμβαίνει, παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά.
Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια.

Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά ν α μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.

Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν, με της τάξης του τα παιδιά.
«Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του –«πειραχτήρης» ήταν το παρατσούκλι του- να ψιθυρίζει στο διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του.
Ο άλλος έγνεψε «ναι». Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή.

Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη.
Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι.

Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα.
Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι.
«Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα.
«Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη» χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!»

Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Κοιτούσαν τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα.
«Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!» είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Ειν’ αμαρτία!»
Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε…

Μαζεύτηκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτος να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να, πάρετε λίγο!

Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε…
Συσσίτιο στην κατοχή (πηγή)
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Κατοχή
Γνωρίζετε τι σημαίνει η λέξη Κατοχή; Έχετε ακούσει ποτέ ιστορίες από τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας για τα παλιά χρόνια;  Εσείς πώς θα αντιδρούσατε αν η χώρα μας ξεκινούσε πόλεμο με μια ξένη χώρα; Έχετε συζητήσει με παιδιά από περιοχές στις οποίες γίνεται πόλεμος; Τι συμβαίνει άραγε στους κατοίκους μιας χώρας όταν αυτή κατακτηθεί από έναν ξένο στρατό; Επιτρέπεται στους ανθρώπους να ζουν όπως και πριν; Και αν το φαγητό δεν φτάνει για όλους, τι μπορούν να κάνουν για να καταφέρουν να επιβιώσουν;

Χρήση στην τάξη
Ένα χαριτωμένο σταυρόλεξο της Ευανθίας Πομάκη με απαντήσεις που βρίσκονται στο κείμενο, όπως και αρκετά άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, συναντάμε στην παρουσίαση του βιβλίου εδώ

Share/Bookmark

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Η μαμά κάνει απεργία

Υπόθεση
Η Ανθή και η Γιούλη τα θέλουν όλα έτοιμα. Ο Διονύσης θέλει κινητό. Τα δίδυμα μωρά θέλουν άλλαγμα. Ο μπαμπάς θέλει για μεσημεριανό τσιπούρα αλανιάρα. Ο παπαγάλος θέλει τάισμα, ο σκύλος θέλει τη βόλτα του και ο κήπος πότισμα. Η μαμά, όμως, δεν προλαβαίνει όλα τα "θέλω" της οικογένειας και βρίσκει ένα κόλπο για να βάλει τάξη στο σπίτι. Άραγε, θα τα καταφέρει;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Λίτσα Ψαραύτη
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 9789604536320
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 70
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Πρόκειται για ένα φαινομενικά απλό ανάγνωσμα που σκοπό έχει να ψυχαγωγήσει με το μέτριο χιούμορ του, αλλά και να θίξει τις πολλαπλές υποχρεώσεις που μπορεί να επωμιστεί μια υπεύθυνη μητέρα στη σύγχρονη οικογένεια, ειδικά όταν τα υπόλοιπα μέλη της είναι ανεύθυνα. Θεωρώ ωστόσο ότι το κάνει με αποτυχημένο τρόπο.

Το κείμενο είναι δυστυχώς γεμάτο από συμβάσεις -που κάποιες φορές συναντάμε σε βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά, λες και δεν πρόκειται για νοήμονες αναγνώστες- οι οποίες εξυπηρετούν άλλοτε τις «αστείες» σκηνές και άλλοτε την εξέλιξη της ιστορίας. Η εικονογράφηση είναι βοηθητική αλλά μάλλον αραιή (μια ολοσέλιδη ζωγραφιά κάθε περίπου 7 σελίδες), ωστόσο τα κεφάλαια είναι πολύ μικρά σε έκταση και η γραμματοσειρά αρκετά μεγάλη, οπότε το διάβασμα του βιβλίου δεν θα κουράσει τους μικρούς αναγνώστες.

Το ζητούμενο βέβαια από ένα παιδικό βιβλίο δεν είναι απλώς να μην κουράσει ένα παιδί καθώς το διαβάζει, αλλά και να το ψυχαγωγήσει πραγματικά, να το ταξιδέψει σε άλλους κόσμους, να ανοίξει δρόμους για τη φαντασία του ή έστω να το προβληματίσει. Γι’ αυτό και δύσκολα θα πρότεινα το συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς μπορεί να καλεί τον αναγνώστη να δει την οπτική γωνία της μητέρας, αλλά κατά την άποψή μου περιέχει μερικά στοιχεία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «επικίνδυνα». 

Αν το προτείναμε, θα ήταν περισσότερο για παιδιά Γ' και Δ’ τάξης, μια και διαβάζεται αρκετά εύκολα. Ωστόσο θα θεωρούσα απαραίτητη την παρουσία κάποιου μεγαλύτερου, ώστε να σχολιάσει μαζί με το παιδί τα σημεία που σηκώνουν συζήτηση.

Η μαμά της ιστορίας παθαίνει ό,τι και η Μαίρη Παναγιωταρά του τραγουδιού, μπλέκοντας με πολλές υποχρεώσεις ταυτόχρονα, και χωρίς βοήθεια από την υπόλοιπη οικογένεια. Ωστόσο, η συγκεκριμένη Μαίρη (για την ακρίβεια Άννα Γρηγορίου) μάλλον δεν ανήκει στη μικρομεσαία τάξη, καθώς μπορεί να έχει πέντε παιδιά, σκύλο, παπαγάλο και χρυσόψαρα, αλλά διαθέτει και μονοκατοικία με κήπο, λιμνούλα και ξαπλώστρα, ενώ παρότι σπούδασε νομικά, δεν εργάζεται..
Όταν αποφασίζει να αντιδράσει, η μητέρα ξαπλώνει στη σεζλόνγκ του κήπου και αφήνει τις «δουλειές» στην τύχη τους. Έτσι τα παιδιά αρχίζουν να κλαίνε γιατί πεινάνε, ο σκύλος γαβγίζει, ο παπαγάλος γκρινιάζει, και ο σύζυγος παίρνει άδεια από τη δουλειά για να ανταποκριθεί στην κατάσταση. Ωστόσο εκείνη αρνείται να υποχωρήσει και βλέποντάς τους να παιδεύονται σκέφτεται (σελ. 56-57):

«Άννα κράτα γερά και θα νικήσεις», χαμογέλασε ευχαριστημένη. «Χρειάζεται υπομονή για να καταλάβουν όλοι τους ότι πρέπει ν’ αλλάξουν συμπεριφορά».

Τι όμορφη που ήταν η εποχή πριν γεννηθούν τα δίδυμα… Μαζί με τον άντρα της και τα τρία παιδιά τους πήγαιναν διακοπές στο εξοχικό του παππού, σε μια πλαγιά του Ταΰγετου. Η γιαγιά Βιολέτα δεν καταδεχόταν πια να πηγαίνει εκεί τα καλοκαίρια και να κάνει παρέα με τους λύκους, τα τσακάλια και τις αλεπούδες. Προτιμούσε τη Μύκονο και την Πάρο για να χαζεύει τα βράδια στα κοσμικά στέκια αυτούς που έβλεπε στις πρωινές εκπομπές της τηλεόρασης· ηθοποιούς, τραγουδιστές, μόδιστρους και κυρίες της καλής κοινωνίας.

Στο τέλος η μαμά δικαιώνεται και πηγαίνει για ψώνια (σελ. 68): Όταν είδε το λογαριασμό τα 'χασε. "Χαλάλι μου", είπε και γύρισε σπίτι της ευχαριστημένη.

Το διήγημα κλείνει με την πρωταγωνίστρια να προσλαμβάνει μια Ρουμάνα για τις δουλειές του σπιτιού και να κλείνει ραντεβού στο κομμωτήριο (σελ. 70) για βαφή, κούρεμα, χτένισμα και μανικιούρ.

Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου, στην περιπέτεια του οποίου το χρήμα μοιάζει να δίνει τελικά την πολυπόθητη λύση.

Στα θετικά κρατάμε το ότι το βιβλίο είναι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ανακυκλωμένο χαρτί.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Η κυρία Άννα καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα όλο το βράδυ. Πέρασε η ώρα που είχαν συμφωνήσει και ο Διονύσης δεν είχε επιστρέψει. Έβαζε με το μυαλό της τα χειρότερα· ότι είχαν ποτίσει το γιο της με ναρκωτικά και ποιος ξέρει πού βρισκόταν αναίσθητος. Άσε που μπορεί να τον πλεύρισε κανένας ανώμαλος, αυτοί ξέρουν τα στέκια των παιδιών και τους τρόπους να τα παρασέρνουν…

Πήγε έντεκα η ώρα, ο Διονύσης άφαντος, και η κυρία Άννα βρισκόταν στα όρια του πανικού. Καθισμένη σε μια καρέκλα πίσω από την εξώπορτα, περίμενε να ακούσει την πόρτα του κήπου να ανοίγει. Τώρα το σενάριο ήταν ακόμα πιο τραγικό· ο Διονύσης ζαλισμένος – οι σερβιτόροι ρίχνουν μερικές φορές και κανένα σφηνάκι στα αναψυκτικά των παιδιών για να συνηθίζουν και να γίνονται πελάτες τους – να βγαίνει από την καφετέρια και να περνάει απρόσεκτα το δρόμο, ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα, να τον χτυπάει και να μένει αιμόφυρτος στην άσφαλτο.

Η κυρία Άννα σηκώθηκε και ξύπνησε τον άντρα της για να μοιραστεί τους φόβους της μαζί του.

- Όλα αυτά που σκέφτεσαι είναι ανοησίες. Ο Διονύσης περνάει καλά, διασκεδάζει και ούτε που σκέφτεται να κοιτάξει το ρολόι του. Λέγοντας αυτά, ο κύριος Σωκράτης γύρισε από το άλλο πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του.

Εκείνη επέστρεψε πάλι στην καρέκλα της και κάθε τόσο έβλεπε την ώρα.

- Άχ, εγώ φταίω, η άκαρδη μάνα που δεν άγόρασα στον Διονύση κιητό.  Θα τον έπαιρνα τώρα και θα μάθαινα πού είναι και τι κάνει.

- Αλήθεια, γιατί δεν τηλεφωνώ στην καφετέρια να τον ζητήσω;» σκέφτηκε. «Πώς όμως θα μάθω τον άριθμό; Ο Διονύσης είχε πει ότι θα πήγαιναν στην Πέργκολα, ή κάτι τέτοιο. Μπα, όχι… Αυτό είναι ταβέρνα που κάνει νόστιμο κοκορέτσι. Μήπως ήταν το Μπλου Σκάι; Μα τι λέω, η χαζή, και μπλέκομαι με τα κανάλια της τηλεόρασης; Κάπως αλλιώς το έλεγαν… Α, ναι, νομίζω ότι είναι η φωλιά του κότσυφα. Όχι, όχι… Τι στο καλό έπαθα και μπερδεύτηκα μ’ ένα παιδικό βιβλίο που διαβάζω στα δίδυμα;»

Κόντευαν μεσάνυχτα όταν άκουσε ένα αυτοκίνητο με σειρήνα να περνάει έξω από το σπίτι.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Απεργία
Ξέρετε τι σημαίνει απεργία; Γιατί απεργούν οι άνθρωποι; Τι κάνετε εσείς όταν η δασκάλα ή ο δάσκαλός σας απεργεί; Είναι άραγε σωστό να σταματάμε να εργαζόμαστε για να πετύχουμε τους στόχους μας; Εσείς με ποιον τρόπο διαμαρτύρεστε όταν θέλετε να καταφέρετε κάτι; Η μαμά έχει δικαιώματα σαν τους εργαζομένους; Και μπορεί να σταματήσει να μας φροντίζει αν νιώσει ότι εμείς αδιαφορούμε και την καταπιέζουμε; Ποια θα ήταν η σωστή συμπεριφορά εκ μέρους μας για να μη φτάσουμε σε καταστάσεις σαν αυτές του βιβλίου; 

Share/Bookmark

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Ο κήπος με τ' αγάλματα

Υπόθεση
Μια συντροφιά παιδιών, σ’ ένα χωριό κάπου στη Νεάπολη Λακωνίας, περνάει τα μεσημέρια της σ’ έναν κήπο με αρχαία αγάλματα. Τα παιδιά μαθαίνουν για την ιστορία του τόπου τους και συμφιλιώνονται με την προγονική κληρονομιά· τόσο, που βάζουν τα αγάλματα στην παρέα τους σαν να ήταν ζωντανά. Έτσι, όταν θα έρθει η ώρα τα αγάλματα να φύγουν για κάποιο μουσείο της πρωτεύουσας, οι μικροί ήρωες αγωνίζονται να τα κρατήσουν κοντά τους.

Το έργο έχει μεταφερθεί και στην τηλεόραση σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, παραγωγή του Νίκου Πιλάβιου και μουσική από τον Σταμάτη Σπανουδάκη. Ένα μικρό δείγμα μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ:

video
το αντίστοιχο απόσπασμα στο βιβλίο έχει ως εξής (σελ. 10):
Θα σας πω κάτι: καμιά φορά, όταν εμείς τα παιδιά, η δική μας παρέα δηλαδή, όταν δεν έχουμε πια τι να κάνουμε κι ούτε θέλουμε να παίξουμε τίποτε από τα γνωστά, τότε ξεκινάμε παρέα για τις γειτονιές τραγουδώντας δυνατά. Πολύ δυνατά. Και κεφάτα. Ανοίγει τα παράθυρα ο κόσμος να μας μαλώσει που τους ανησυχούμε στο καταμεσήμερο. Μα γελάνε. Κι εμείς τραγουδάμε ακόμη πιο πολύ. Ώσπου να γυρίσουμε όλες τις γειτονιές, κουραζόμαστε πια από το πολύ τραγούδι. Και το γέλιο. Και τότε πάμε στην άμμο και ξαπλώνουμε και κοιτάμε τον ουρανό. Αφήνουμε τα πόδια μας να τα βρέχει το κύμα. Ή πάμε στον κήπο με τ’ αγάλματα. Άμα δεν έχουμε σχολείο δηλαδή. Πιο πολύ το καλοκαίρι. Χαιρόμαστε πολύ στον κήπο. Στ’ αγάλματα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Ελένη Σαραντίτη
Εικονογράφηση: Αλέκος Φουντουκλής
ISBN: 9789600337198
Έτος 1ης Έκδοσης: 1980
Σελίδες: 109
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Πρόκειται για μια μικρή ρομαντική ιστορία, δοσμένη με μια αθωότητα στο ύφος γραφής, την οποία δεν συναντάμε πια στην παιδική λογοτεχνία, και που παραπέμπει σε συγγραφείς του παρελθόντος όπως η Πηνελόπη Δέλτα. Ο λόγος είναι απλός αλλά πλούσιος, οι χαρακτήρες σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωμένοι, και μια θολή νοσταλγία ποτίζει τις σελίδες.

Τα κεφάλαια είναι μικρά και με άφθονους διαλόγους, έτσι δεν θα κουράσουν τους νεαρούς αναγνώστες. Ωστόσο η συνοδευτική εικονογράφηση είναι μάλλον υποτυπώδης και οι αφηγήσεις αρκετές, οπότε καλό θα ήταν να το δοκιμάσουν παιδιά που έχουν ήδη κάποια αναγνωστική εμπειρία και τους αρέσει το διάβασμα.

Προτείνεται περισσότερο για παιδιά Ε' και Στ’ τάξης, ενώ θεωρώ ότι απευθύνεται εξίσου σε αγόρια και κορίτσια με μια μικρή ίσως προτεραιότητα στα δεύτερα λόγω αφηγήτριας.

Το κλασικό (πλέον) αυτό ανάγνωσμα, καταφέρνει με έναν ιδιαίτερο, αλληγορικό τρόπο, να συνδυάσει την αγάπη για το παρελθόν με τις εφηβικές ανησυχίες μιας παρέας παιδιών. Προσθέτει παράλληλα και μια πινελιά πολυπολιτισμικότητας, αφού στο χωριό εμφανίζονται κατά καιρούς τουρίστες αλλά και τσιγγάνοι που αλληλεπιδρούν με τα παιδιά. Έτσι οι ήρωες ανακαλύπτουν την ιστορία του τόπου τους που σιγά σιγά ξεδιπλώνεται μπροστά τους μαζί τα μυστικά της ίδιας της ζωής. Κοινός παράγοντας η αγάπη.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Ομορφιά, Αγάπη για τη ζωή, Ανθρωπισμός, Πατριδογνωσία.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Ο Θεαγένης – σας έχω πει για τον Θεαγένη; - αυτός είναι ένας νέος άντρας και πολύ ωραίος. Τον Θεαγένη τον έχουμε αρραβωνιάσει με τη Λήδα. Ταιριάζουνε, γι’ αυτό. Είναι κι οι δύο ψηλοί, λευκοί και ωραίοι. Και σοβαροί. Είναι κι άλλα αγάλματα. Πολλά. Γυναίκες και άντρες. Να πω την αλήθεια μου, επειδή δε θυμόμαστε τόσο πολλά ονόματα για να τα ονομάσουμε ή κι αν θυμόμαστε, κανένα άλλο δε μας άρεσε, ε, δώσαμε κι ένα τωρινό όνομα σ’ ένα άγαλμα. Το είπαμε Μάκη. Είναι πολύ νέος, μπορεί και να μην είναι είκοσι χρονώ. Είναι νομίζω πολεμιστής. Και τον λέμε Μάκη – δεν πειράζει, ε;
Δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ κάτι. Κάτι πολύ σπουδαίο και ωραίο. Να, πως τα αγάλματα είναι το πιο καλό πράγμα σήμερα για εμάς. Και το πιο αγαπημένο. Πολύ πιο σπουδαίο κι από τη θάλασσα κι από τη βαρκούλα τη «Βγενιώ» του μπάρμπα μου του Μήτσου. Αγαπάμε τ’ αγάλματα πιο πολύ κι από την τριανταφυλλιά σπηλιά της θάλασσας που πάμε και κρυβόμαστε από τον ήλιο ή τον αέρα. Γιατί τ’ αγάλματα είναι οι ωραίοι, καινούργιοι και παράξενοι φίλοι μας. Ωραίοι φίλοι.

Θυμάμαι πολύ τη μέρα που τα γνωρίσαμε: ήτανε πλαγιασμένα στο χειμωνιάτικο κρύο, στο χωράφι, μέσα στη λάσπη. Και στην παγωνιά. Σαν λυπημένα ήτανε έτσι. Μια ερημιά είχανε μέσα τους κι ας ήτανε πολλά μαζί. Κι έβρεχε πάνω τους. Πολύ. Τα θυμάμαι έτσι που ήτανε μισοχωμένα και ξεχώριζες εδώ το πρόσωπο του Γέλωνα, εκεί τις μπούκλες της ιέρειας της Ανδρομάχης. Τα πήρανε οι εργάτες, τα σηκώσανε, εμείς τα πλύναμε. Καλά. Να ‘ναι αστραφτερά. Και την άλλη μέρα, σαν βγήκε ο ήλιος, τα βρήκε ν’ ακουμπάνε και τα χάιδεψε στον κήπο του κυρίου Ευρυγένη. Και λάμψανε, αστράψανε λευκά σαν το χιόνι και φανήκανε ωραία και περήφανα και δυνατά κι εμείς τα τριγυρίσαμε. Με χαρά. Μ’ αγάπη.
-2-

Είχαμε πια φτάσει κοντά στον κήπο. Την ώρα που κάναμε ν’ ανοίξουμε την πορτούλα, είδα από μακριά που ερχόντουσαν και τ’ άλλα παιδιά. Πιο μπροστά πήγαινε η Ποτούλα. Ακολουθούσανε πιο πέρα οι άλλοι. Τους κούνησα το χέρι. Τους φώναξα:
«Ελάτε, ελάτε πια… Βράδιασε. Τι, τρώγατε τόσες ώρες;»
Έπειτα άνοιξα την πορτούλα. Άνοιξα την πορτούλα και τ’ αγάλματα, τ’ αγάλματά μας δεν ήταν πια. Τα είχανε πάρει τ’ αγάλματά μας. Τα είχανε πάρει.

Εγώ σαν να μην είδα. Σαν να μην πίστεψα. Εγώ στάθηκα. Η Γιόλα ήρθε από πίσω μου. Πιο ύστερα ήρθανε τα παιδιά. Βλέπαμε όλοι. Τα πήρανε τ’ αγάλματα.
Πήγα και στάθηκα δίπλα στο πηγάδι και κοίταζα εκεί όπου ακουμπούσανε πρώτα τ’ αγάλματα και σκεφτόμουνα τ’ αγάλματα, τ’ αγάλματα και την ομορφιά τους, σκεφτόμουνα που τ’ αγαπούσαμε τόσο. Τόσο πολύ. Σκεφτόμουνα. Κι έκλαιγα.
Οι άλλοι, τ’ άλλα παιδιά, φύγανε. Εγώ έμεινα με την Ποτούλα. Ύστερα σκοτείνιασε κι αφήσαμε τον κήπο…

Share/Bookmark