Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Η προφητεία του κόκκινου κρασιού

Υπόθεση
Το καλοκαίρι του 2005, η 16χρονη Όλγα ακολουθεί τον πατέρα της Αλέξη Νόιγκερ σ' ένα ταξίδι στο Μελένικο. Σκοπός τους είναι να ανακτήσουν ένα σημαντικό οικογενειακό κειμήλιο, μια σπάνια εικόνα της Αγίας Τριάδας. Στη διαδρομή θα γνωρίσει τον φοιτητή νομικής Παύλο Πανίδη, που σιγά σιγά θα την βοηθήσει να ξεπεράσει την ερωτική απογοήτευση που νιώθει. Μέσα από ξεναγήσεις, διηγήσεις και ένα απρόσμενο συναπάντημα, η Όλγα θα μάθει πολλά για την οικογενειακή της ιστορία, αλλά και για την ίδια τη ζωή.

Απρίλιος 1813 - ο πρόκριτος Αναστάσιος Χρηστομάνος, συμμετέχει στην Γενική Συνέλευση των Μελενικιωτών. Ομόφωνα υπογράφουν τις Διαταγές του "Κοινού Μελενίκου", οι ρυθμιστικοί κανόνες του οποίου στην ουσία καταργούν τις κοινωνικές τάξεις και δίνουν ώθηση για συμμετοχή στα κοινά όλων των πολιτών. Πίσω στο αρχοντικό του, η γυναίκα του Αικατερίνη τον πείθει να καλέσουν έναν ιερέα για αγιασμό, καθώς την προηγούμενη μέρα η μικρή του κόρη Ελισάβετ έχυσε κόκκινο κρασί, σημάδι γρουσουζιάς. Μέσα από σκέψεις του γνωρίζουμε την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή κατά τις αρχές του 19ου αιώνα και με ποιον τρόπο διάσημοι Μελενικιώτες συνέβαλαν στον Αγώνα του Γένους.

Σεπτέμβριος 1843 - η Ελισάβετ, σε ηλικία παντρειάς, επιστρέφει με την οικογένειά της στο Μελένικο, μετά από απουσία 14 ετών. Ο πατέρας της φροντίζει να επιδιορθώσουν το σπίτι που κατέστρεψε ένας σεισμός και οι ληστές του Σιαμπάν Γκέκα. Μέσα από σκέψεις της, μαθαίνουμε για τα όσα έζησε κατά την παραμονή της στη Βιέννη. Την επόμενη μέρα εμφανίζεται στην πόρτα τους κάποιος Θεοδόσιος Πέτρου, που τους διηγείται τα γεγονότα γύρω από τη δίκη Κολοκοτρώνη και ζητάει το χέρι της Ελισάβετ.

Γενάρης 1885 - η γερασμένη πια Ελισάβετ επιστρέφει μαζί με τη βαφτισιμιά της Λισάφη από τις Σέρρες στο Μελένικο, για να περάσει εκεί την Πρωτοχρονιά. Οι σκέψεις της νεαρής κοπέλας για τη δολοφονία του πατέρα της από τους κομιτατζήδες, γίνονται αφορμή να μάθουμε πώς ξεκίνησαν οι αναταραχές στη Μακεδονία. Στη συνέχεια, ενημερωνόμαστε για την "Πράξη περί αρραβώνων και συνοικεσίων" που το 1861 έβαλε τάξη στα θέματα της προίκας, για τη μεγάλη πυρκαγιά του 1865 αλλά και τη δράση του Αναστασίου Παλατίδη στα 1840, χάρη στην οποία απομακρύνθηκε ο τύραννος της περιοχής Μουστάμπεης. Τέλος, διαβάζουμε γράμματα που έστειλε ο μαθητής του Ρήγα, Φίλιππος Πέτροβιτς προς τον Abbé Sieyès το 1797 και γνωρίζουμε μια ιστορία ανθρωπιάς που ξεκίνησε με αφορμή την χολέρα του 1850. Η Ελισάβετ πεθαίνει και λίγο αργότερα η Λισάφη γνωρίζει τον Θεοδόσιο Βεζούκα.

Αύγουστος 1913 - στο Συνέδριο του Βουκουρεστίου αποφασίζεται το Μελένικο να αποδοθεί στη Βουλγαρία. Έτσι οι κάτοικοί του ετοιμάζονται να το εγκαταλείψουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους στην Ελλάδα ή αλλού. Ένας λόχος εθελοντών και ένα τάγμα Ευζώνων κρατούν τους Βούλγαρους του Σαντάνσκι μακριά. Ο Θεοδόσιος Βεζούκας φτάνει από τις Σέρρες να βοηθήσει τη Σταματίνα, αδελφή της Λισάφης, που οι Βούλγαροι την άφησαν χήρα με δυο παιδιά. Από τις σκέψεις του, ενημερωνόμαστε για τον γάμο του αλλά και για τις διάφορες φάσεις του Μακεδονικού Αγώνα. Οι Μελενικιώτες φορτώνουν τα υπάρχοντά τους και θησαυρούς από τις εκκλησίες τους στα κάρα του ξεριζωμού. Φεύγοντας, καταστρέφουν τα αποθέματα κόκκινου κρασιού και βάζουν φωτιά.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού (εξώφυλλο)
ISBN: 978-960-16-3028-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 295
Τιμή: 15 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο
Το πρώτο κεφάλαιο διαθέσιμο εδώ

Κριτική
Πολυβραβευμένο, δραματικό μυθιστόρημα που περιγράφει τον τελευταίο αιώνα ζωής του ελληνικού Μελενίκου, ξετυλίγοντας παράλληλα με τα γεγονότα δύο οικογενειακές ιστορίες. Η γραφή της Πέτροβιτς είναι όπως πάντα άρτια λογοτεχνικά και η ιστορική έρευνα που έχει πραγματοποιήσει μοιάζει εξαντλητική. Το κείμενο απευθύνεται αποκλειστικά σε έμπειρους αναγνώστες, ενώ για τους μαθητές δημοτικού είναι μάλλον απρόσιτο: η δομή του είναι περίπλοκη, με προτάσεις σύνθετες και μακροσκελείς και λεξιλόγιο απαιτητικό, ενώ το περιεχόμενό του περιλαμβάνει μεγάλες νοηματικές παρενθέσεις και συνεχείς αναφορές στο παρελθόν. Από τα εννέα κεφάλαια κάποια είναι ιδιαίτερα ογκώδη (αγγίζουν μέχρι και τις 50 σ.), καθένα τους όμως χωρίζεται σε δύο - τρεις ημερολογιακές ενότητες που είναι πιο διαχειρίσιμες, καθώς δεν ξεπερνούν τις 30 σελίδες. Οι φίλοι των έργων της συγγραφέως με χαρά θα ξανασυναντήσουν αγαπημένους τους χαρακτήρες που συμπληρώνουν με τις διηγήσεις τους σημαντικά κομμάτια από τα παζλ των οικογενειών Πέτροβιτς και Βεζούκα. Το μυθιστόρημα, παράλληλα με στιγμές συγκίνησης και νοσταλγίας, προσφέρει μια πλήρη εικόνα της ζωής στην Ανατολική Μακεδονία από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και τον Α' παγκόσμιο πόλεμο.

  • Άρτιο λογοτεχνικά, καλογραμμένο
  • Ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με πλήρες υπόβαθρο
  • Πληροφορίες για την νεότερη ιστορία της Αν. Μακεδονίας
  • Πλούσιο συμπληρωματικό υλικό, χάρτες, έγγραφα, φωτογραφίες
  • Προβάλλονται η ανθρωπιά, η ειρήνη και ο θεσμός της οικογένειας

  • Οι συνεχείς αναφορές στο παρελθόν μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Οικογένεια, Υπευθυνότητα, Ανθρωπιά, Ειρήνη, Ταξίδια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν στις 5 Αυγούστου του 1913, οι κάτοικοι του Μελενίκου εγκαταλείπουν για πάντα τις πατρογονικές τους εστίες. 

Εικονογράφηση
Οι σελίδες του κειμένου συνοδεύονται από οικογενειακές φωτογραφίες, έγγραφα, περιοδικά της εποχής, εικόνες από μνημεία και αρχοντικά στο Μελένικο, τρεις χάρτες της περιοχής, αλλά και τα γενεαλογικά δέντρα των οικογενειών Πέτροβιτς και Βεζούκα. Όλα αυτά εμπλουτίζουν οπτικά τη διήγηση, προσφέρουν επιπλέον πληροφορίες και συμπληρώνουν την αναγνωστική μας εμπειρία.

Απόσπασμα
«Την εποχή της χολέρας, που χτύπησε το Μελένικο το 1850. Γιατροί δεν υπήρχαν, μόνο πρακτικοί. Κι ο μητροπολίτης απελπισμένος του έστειλε μήνυμα να πάει να τους βοηθήσει. Ούτε λεπτό δε δίστασε ο Θεοδόσης. Μ’ άφησε μ’ εφτά παιδιά κι έτρεξε να σώσει όσους μπορούσε. Δε γινόταν να τον εμποδίσω. Μόνο την εικόνα της Αγίας Τριάδας του έδωσα μαζί του. Μα δεν ήμουν διόλου σίγουρη ότι θα ξαναγύριζε, ότι δε θα χτυπούσε και τον ίδιο η φοβερή αρρώστια».

«Και άργησε πολύ να γυρίσει;»

«Έμεινε σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Με τη βοήθεια του μητροπολίτη, ενημέρωσε τον κόσμο πώς να προφυλαχτεί, διέταξε να βράζονται οπωσδήποτε για ώρα πολλή το νερό και το γάλα, να μην τρώει κανείς ωμά φρούτα και λαχανικά, έδωσε οδηγίες πώς να καθαριστούν και ν’ απολυμανθούν οι βρύσες, τα πηγάδια και το ποτάμι, ανακούφισε όσο γινόταν εκείνους που είχαν φτάσει πια στα πρόθυρα του θανάτου και θεράπευσε όσους δεν είχαν αφυδατωθεί ολότελα…

»Όσοι σώθηκαν του φιλούσαν τα χέρια. Όπως ένας φτωχός πατέρας, ένας φιλήσυχος Βούλγαρος αγρότης, που του έσωσε το αγόρι του και δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει. “Τι να κάνω για σένα, γιατρέ;” του έλεγε με σπασμένα ελληνικά. “Πες μου τι να κάνω για να ξεπληρώσω τέτοιο μεγάλο καλό που μου έκανες!” “Σώσε και εσύ ένα Ελληνόπουλο, αν ποτέ χρειαστεί, αυτό θα είναι αρκετό” του αποκρίθηκε ο νονός σου. Εκείνος λοιπόν του το υποσχέθηκε. 

»Και να δεις πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά… Ήρθε μέρα, δεκαπέντε χρόνια μετά, που κρατήθηκε κείνη η υπόσχεση. Όχι από τον ίδιο το Βούλγαρο αγρότη, μα από το γιο του – το αγόρι που είχε τότε σωθεί από τη χολέρα».

Ούτε αυτή την ιστορία την ήξερε η Λισάφη. Έσυρε το σκαμνάκι πιο κοντά στη νονά και τέντωσε τ’ αυτιά της να ακούσει τη συνέχεια.

Ήταν τη μέρα που παντρεύτηκαν οι γονείς της Λισάφης, είπε η νονά, το 1865, τότε που ξέσπασε κείνη η πυρκαγιά ι έτρεχαν όλοι να σώσουν το βιος τους. Μαζί με το νονό και τη νονά, που θα στεφάνωναν το ζευγάρι, είχε έρθει στο Μελένικο κι ο γιος τους, ο θείος ο Κώστας, φρέσκος γιατρός τότε, μόλις που είχε τελειώσει τις σπουδές του. Με την ευκαιρία του γάμου της αγαπητής τους Θέκλας, ήθελε να δει το αρχοντικό του παππού του Χρηστομάνου, που δεν το είχε δει ποτέ. Κλειστό έμενε το σπίτι τότε. Οι γονείς της νονάς είχαν πεθάνει, ο αδελφός της ο Κωνσταντίνος το ίδιο, τ’ άλλα της τ’ αδέλφια έμεναν στη Βιέννη, τ’ ανίψια της στην Αθήνα… Οι τρεις τους λοιπόν, που έφτασαν λίγες μέρες πριν από το γάμο, έμεναν στο σπίτι της κόρης τους της Ασπασίας, που νιόπαντρη τότε είχε εγκατασταθεί στο Μελένικο.

Όταν φούντωσε λοιπόν η πυρκαγιά και πλησίαζε στο μεγαλόπρεπο σπίτι των Χρηστομάνων, ο νονός με το θείο Κώστα κατέβηκαν γρήγορα την πλαγιά όπου βρίσκεται η μητρόπολη, έφτασαν στο μεγάλο δρόμο κάτω κι άρχισαν να τρέχουν προς το Βαρόσι μήπως και σώσουν το αρχοντικό. Μόλις πέρασαν το τούρκικο χαμάμ, άκουσαν κραυγές κάπου εκεί στα δεξιά να καλούν βοήθεια μεσ’ από ένα χαμηλό σπιτάκι που είχε τυλιχτεί στις φλόγες.

Χωρίς άλλη σκέψη, όρμησαν και οι δυο. Με πολλή προσπάθεια κατάφεραν να βγάλουν από μέσα ένα ζευγάρι μισολιπόθυμο. Μόλις πήρε ανάσα η γυναίκα, βάλθηκε να ξεφωνίζει. Είχε μείνει μέσα το μωρό της! Ο θείος Κώστας έκανε να ορμήσει ξανά, μα την ίδια στιγμή γκρεμίστηκε το μικρό σαχνισί του σπιτιού κι ο πατέρας του, ζυγίζοντας την κατάσταση, τον συγκράτησε. Η φωτιά είχε θεριέψει, θα ήταν παραφροσύνη να περάσει μέσ’ από τα φλεγόμενα χαλάσματα. Το ίδιο του φώναξαν όλοι τριγύρω. Κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει για να σώσει το μωρό.

Να όμως που ξάφνου έτρεξε κοντά ένας νεαρός. Αψηφώντας κάθε κίνδυνο, έδωσε ένα σάλτο, μπήκε στο φλεγόμενο σπίτι και σε λίγο βγήκε κρατώντας στα χέρια του το μωρό, ένα παιδάκι χρονιάρικο που σπάραζε απ’ το κλάμα. Τα ρούχα του νεαρού είχαν αρπάξει φωτιά, τα μαλλιά του ήταν τσουρουφλισμένα, μα το μικρό είχε σωθεί. Μόνο που από το αριστερό του χεράκι έτρεχε αίμα.

Έριξαν μια κουβέρτα στο θαρραλέο νεαρό που το είχε σώσει κι αμέσως οι φλόγες από τα ρούχα του έσβησαν.

Το μωρό τ’ άρπαξε η μάνα του και το καταφιλούσε. Κι ο θείος Κώστας πήγε κοντά να περιποιηθεί όπως όπως το ματωμένο χεράκι.

Ο νονός έσκυψε στο σωτήρα, που είχε πέσει στο έδαφος εξαντλημένος.

«Καλά δεν τα κατάφερα, γιατρέ;», του είπε στα ελληνικά εκείνος με βαριά προφορά.

Ο νονός του έγνεψε ναι.

«Σε είχα δει μέρες εδώ, μα ντρεπόμουνα να σου μιλήσω. Η μοίρα όμως…»

Ο νονός δεν κατάλαβε, τον ρώτησε πού τον ξέρει, ποιος είναι…

Ήταν το παιδί του Βούλγαρου αγρότη που το είχε σώσει από τη χολέρα! Από κείνο το καλοκαίρι της επιδημίας, άκουγε πάντα τον πατέρα του να λέει πως έχει ένα χρέος, το είχε υποσχεθεί στον Έλληνα γιατρό: να σώσει ένα Ελληνόπουλο, αν κάποια φορά χρειαστεί.

Ο πατέρας του νέου είχε πεθάνει. Μα το χρέος είχε μείνει. Αυτό ήταν όλο. Γι’ αυτό είχε ορμήσει στη φωτιά.

Ο νονός κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήταν πρώτη φορά που έβλεπε ολοκάθαρα πως η ευγνωμοσύνη και η πραγματική ανθρωπιά δεν ξέρει φυλές και γένη.

Ο πατέρας του μωρού πήγε κοντά και φιλούσε του σωτήρα τα χέρια. «Πες μου τι να κάνω για σένα» έλεγε «πώς να ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες…».

Τότε ο νεαρός Βούλγαρος απάντησε όπως εκείνο το καλοκαίρι ο γιατρός:
«Σώσε κι εσύ ένα Βουλγαράκι, αν ποτέ χρειαστεί, τίποτ’ άλλο δε θέλω» του απάντησε.

Και μόλις κατάφερε να σταθεί στα πόδια του, έφυγε.

Ο θείος Κώστας πάλευε ακόμα με το μωρό. Στο αριστερό του χέρι έβλεπε τώρα καθαρά πως έλειπε σχεδόν ολόκληρος ο παράμεσος. Κάπου είχε μαγκώσει του παιδιού το χεράκι μέσα στην αντάρα της φωτιάς και στα χαλάσματα. και το δαχτυλάκι του είχε κοπεί.

Το κουβάλησαν μαζί με τους γονείς του στο σπίτι της Ασπασίας, ενώ πάνω στο Βαρόσι το αρχοντικό των Χρηστομάνων είχε γίνει πια στάχτη.

Το φτωχό ζευγάρι με το μωρό είχε μείνει άστεγο. Τι θα απογίνονταν κανένας δεν ήξερε. Σε τέτοια καταστροφή το «Κοινόν Μελενίκου», μόλο που είχε τροποποιηθεί πριν από πέντε χρόνια με σκοπό να βελτιωθεί, τι θα μπορούσε να πρωτοκάνει;

Ο θείος Κώστας βρήκε τη λύση. Πρότεινε να πάρουν το ζευγάρι στα Σέρρας, ν’ απασχοληθούν και οι δυο στο κτήμα. Κι αν ήθελαν, θα τους βάφτιζε το παιδί.

«Έτσι έγινε κι άκουσε τ’ όνομά του ο νονός σου πριν πεθάνει» είπε η νονά. «Από τότε, το μικρό Θεοδόση, το γιο του Άγγελου και της Αργυρης Βεζούκα –έτσι έλεγαν τους γονείς του- τον πήρε ο θείος σου ο Κώστας υπό την προστασία του. Είκοσι χρονών παλικάρι έχει γίνει πια και είναι το χέρι το δεξί του Νούσκα και του Μανόλη στο Πεθελινό. Θα τον έχεις δει, δεν μπορεί. Όσες φορές έτυχε να πάμε μαζί στο κτήμα, όλο κάπου εκεί βρισκόταν».

Η Λισάφη προσπάθησε να θυμηθεί από πότε είχε να πάει στο κτήμα με τη νονά. Τα τελευταία χρόνια οι θείοι δεν ήθελαν να πηγαίνει η μητέρα τους εκεί. Το έβρισκαν επικίνδυνο να μετακινείται με την άμαξα. Ποτέ δεν ήξερες τι θα σου τύχει στο δρόμο – ληστείες και απαγωγές γίνονταν κάθε τόσο. την τελευταία φορά που θυμόταν λοιπόν η Λισάφη να βρέθηκε στο κτήμα, πρέπει να ήταν πριν από δύο χρόνια – τα δεκατέσσερα πρέπει να είχε κλείσει.

Ναι, τώρα θυμάται… Η άμαξα την είχε ζαλίσει πολύ εκείνη τη μέρα και δεν είχε βγει διόλου από το κονάκι. Άλλωστε, έξω δεν είχε τι να κάνει. Ο καιρός ήταν άσχημος και δεν μπορούσε να πλατσουρίσει στη λίμνη του Αχινού, να καμαρώσει τα λευκά και τα κίτρινα νερόκρινα ή να χαζέψει τις αγριόπαπιες να τσαλαβουτούν στα ρηχά για κανένα ψάρι… Ούτε καν λίγη βαρκάδα δεν μπορούσε να πάει. Και της άρεσαν τόσο εκείνες οι μακρόστενες βαρκούλες με την πλατιά καρίνα, τις μυτερές άκρες και τα κουπιά τα δεμένα στην κουπαστή με λουριά!

Είχε μείνει μέσα λοιπόν με τη ζαλάδα και την κακοκαιρία. Όσο για το νεαρό Θεοδόσιο που έλεγε η νονά… Όχι, δε θυμόταν να τον είχε ποτέ προσέξει…

«Εργατικό, πανέξυπνο παιδί, πρώτο τελείωσε το σχολείο και θέλει να σπουδάσει νομικά και οικονομικά» έλεγε τώρα η νονά. «Με τόσα χαρίσματα, ποιος δίνει σημασία στη μικρή εκείνη αναπηρία που του άφησε η αντάρα της πυρκαγιάς; Ποιος προσέχει ότι λείπει ένα του δάχτυλο στ’ αριστερό του το χέρι; Μεθαύριο μάλιστα, που θα είναι και πλούσιος… Ο θείος σου ο Κώστας θα του αφήσει το μερίδιό του στο κτήμα!»

Η Λισάφη δε μίλησε. Τι την ένοιαζε τώρα ο προστατευόμενος του θείου Κώστα με το κομμένο δάχτυλο; Τι σημασία είχαν τα προσόντα του και τ’ αράδιαζε η νονά;

Ή μήπως είχαν;  Ή μήπως της τα έλεγε όλ’ αυτά επειδή τον προόριζε γι’ άντρα της;  Και γι’ αυτό την κανοναρχούσε ότι θα την καλοπαντρέψει ο θείος Κώστας;

Φούντωσε από την ταραχή της. Μόλο που τη λάτρευε τη νονά, τελευταία ήταν στιγμές που ένιωθε να της εναντιώνεται.

Πήρε πάλι το πανί και τα ‘βαλε με το λεκέ από το κόκκινο κρασί στο πάτωμα, να κάνει κάτι να ξεθυμάνει.

«Εύχομαι να έχει καλή τύχη το παλικάρι» συνέχισε η νονά. «Όπως εύχομαι να έχει καλή τύχη το παλικάρι» συνέχισε η νονά. «Όπως εύχομαι να καλοτυχήσεις κι εσύ, κοριτσάκι μου. Κι όποιον κι αν παντρευτείς, να ζήσεις μαζί του αρμονικά και ειρηνικά. Όποιον κι αν διαλέξεις – γιατί τον άντρα σου εσύ θα τον διαλέξεις τελικά και κανένας άλλος».

Η Λισάφη παράτησε το πανί και ξανάσανε. Με τούτη τη φράση την τελευταία η νονά είχε γίνει πάλι η νονά που ήξερε. Η νονά που λάτρευε.

«Μια συμβουλή μόνο θα σου δώσω» συνέχισε κείνη. «να μη στήσεις το σπιτικό σου εδώ στο Μελένικο. Στα Σέρρας να ζήσεις. Μη με ρωτήσεις γιατί. Πες το προαίσθηση, πες το όπως θέλεις…»
Το καταστατικό του Μελενίκου (Πηγή)
Σχόλιο
Η παρουσίαση του Μελενίκου μέσα στον χρόνο είναι υποδειγματική. Η συγγραφέας ανασυνθέτει την εικόνα του ψηφίδα - ψηφίδα, μέσα από περιγραφές και γεγονότα σε διάφορες ιστορικές φάσεις, έτσι ώστε οι αναγνώστες να αποκτούν ως το τέλος του βιβλίου πλήρη αντίληψη της μορφής και της θέσης του στον ελληνικό κόσμο. Μαθαίνουμε για τη διατροφή (σ.26), την ενδυμασία (σ.97-8), τα διάφορα έθιμα και τις δοξασίες (σ.125, 149) των κατοίκων του, για την αρχιτεκτονική και την οικονομία του (σ.30), τις κοινωνικές αντιλήψεις (σ.91-2) και κάποια συμβάντα που χάραξαν το όνομά του στην ιστορία, όπως την υπογραφή των Διαταγών του Κοινού (σ.31, 209-10). Καθώς το έργο είναι προσανατολισμένο στο Μελένικο και τους ανθρώπους του, τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και οι διπλωματικές αποφάσεις κάθε εποχής δεν μπαίνουν στο επίκεντρο ούτε αφήνονται να "κλέψουν την παράσταση"· γίνονται σε μας αντιληπτά έμμεσα, από τον τρόπο που διαποτίζουν την καθημερινότητα των χαρακτήρων και επηρεάζουν την πλοκή.
Το Μελένικο (Melnik - Мелник) όπως είναι σήμερα
Ένα από τα σημεία που θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε, είναι το μεγάλο ποσοστό «νεκρού χρόνου», χρόνου δηλαδή κατά τον οποίο η πλοκή δεν «τρέχει» στο (εκάστοτε) παρόν, αλλά ταξιδεύει στο παρελθόν, μέσα από διαφόρων τύπων αφηγηματικές ενότητες. Συλλογισμοί, αναλογισμοί, απολογισμοί, διηγήσεις, ανάγνωση σημειώσεων, γραμμάτων και άρθρων, ενημερώνουν μεν τον αναγνώστη, αλλά δεν συμβάλλουν στη ροή και αθροιστικά υπάρχει περίπτωση να κουράσουν. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο κεφάλαιο με τίτλο Ανοιξιάτικη καταιγίδα, από τις 36 (σ.24-60) συνολικά σελίδες, σχεδόν οι 27 (δηλαδή τα τρία τέταρτα) στρέφουν το βλέμμα προς τα πίσω: άλλοτε (σ.25-32) με περιγραφές γεγονότων της προηγούμενης μέρας ή κάποια θύμηση (σ.36-37) της Αικατερίνης, άλλοτε (σ.39-47) μέσα από συλλογισμούς του Αναστασίου γύρω από την οικογένειά του, το παρελθόν του στην Αυστρία και τη συμβολή των Μελενικιωτών στον Αγώνα... πότε (σ.47-54) με όχημα έναν διάλογο του Αναστασίου με τον αδελφό του -με τη συνδρομή του οποίου ενημερωνόμαστε για την ιστορία του Βελεστινλή- και κάποτε με την ανάγνωση ενός αποσπάσματος σημειώσεων (σ.55) για τους εκτελεσθέντες και απελαθέντες συνεργάτες του Ρήγα, μέχρι τελικά οι έμμεσες αναφορές να κλείσουν με λίγα λόγια για την αντιπαλότητα ανάμεσα στις ελληνικές κοινότητες της Βιέννης (σ.56-58).
Το σπίτι του Ρήγα Βελεστινλή στη Βιέννη
Η συγγραφέας αποφεύγει για μια ακόμα φορά την παγίδα της μονομέρειας. Γιατί μπορεί στο κείμενο να ενημερωνόμαστε για τις καταπιέσεις που υφίσταντο οι ντόπιοι Μακεδόνες από τους Τούρκους (σ. 44) τις ληστρικές διαθέσεις (σ.248) και τις ωμότητες των Βουλγάρων, όμως ταυτόχρονα προβάλλεται και το ανθρώπινο πρόσωπο των βορείων γειτόνων. Η σκυταλοδρομία ανθρωπιάς που ξεκινάει από τη σκηνή που διαβάζουμε στο απόσπασμα, αποδεικνύει με έναν όμορφο τρόπο πως "Η ανθρωπιά δεν ξέρει φυλές και γένη" (παρότι η προτροπή «σώσε και συ ένα Ελληνάκι / Βουλγαράκι» καθόλου δεν αγνοεί τις φυλές), ενώ και στη σ. 237 η υπευθυνότητα που διακατέχει έναν Βούλγαρο αξιωματικό, σώζει την 13χρονη Αθηνά από έναν αγριεμένο στρατιώτη.
Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) το Μελένικο αποδόθηκε στη Βουλγαρία -
αριστερά του χάρτη απεικόνιση κομιτατζή και δεξιά υποδεκανέα του βουλγαρικού στρατού της εποχής

Στο κείμενο ξεδιπλώνονται αλληλένδετες ιστορίες ανάμεσα σε αρκετά πρόσωπα και πολλαπλά χρονικά επίπεδα. Οι γέφυρες που τα συνδέουν είναι κατά κύριο λόγο γεωγραφικές και κοινωνικές, αφού στο κέντρο της διήγησης βρίσκονται πάντα το Μελένικο (με τα μνημεία του) και οι οικογένειες Πέτροβιτς και Βεζούκα. Συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις τρεις γενιές συνιστούν επίσης τα κειμήλια και οι παραδόσεις. Πρώτα απ' όλα, η παράξενης τεχνοτροπίας εικόνα της Αγίας Τριάδας που, χέρι με χέρι, ταξιδεύει στον χρόνο και δίνει στο μυθιστόρημα έναν τόνο μυστηρίου· προστατεύει με τη χάρη της διάφορα πρόσωπα, που σε κάποιες περιπτώσεις (σ. 93, 156, ίσως και 182) αλλάζουν την προγραμματισμένη τους πορεία, με αποτέλεσμα να σωθούν από ενέδρες ληστών. Μέσα στον χρόνο ταξιδεύει μαζί με το αίμα και τα κειμήλια της οικογένειας και μια σκοτεινή παράδοση, που μιλάει για γρουσουζιά από το χυμένο κόκκινο κρασί. Αυτή διαπερνάει ολόκληρο το έργο (σ.14, 27, 114, 173, 189, 287) και εμπνέει τον τίτλο του. Τέλος, τις ηρωίδες των τριών γενεών που παρακολουθούμε, ενώνουν οι ανεκπλήρωτοι πλατωνικοί τους έρωτες, που όταν ξεθυμαίνουν δίνουν τη θέση τους σε συντρόφους ζωής. Η Ελισάβετ Α' θέλει τον Βάλτερ, καταλήγει όμως με τον Θεοδόσιο Πέτροβιτς· η Λισάφη (Ελισάβετ Β') είναι ερωτευμένη με τον Κωνσταντίνο, αλλά τελικά την κερδίζει ο Θεοδόσιος Βεζούκας· και η Όλγα δεν μπορεί να ξεχάσει τον Απελλή, μέχρι που γνωρίζει τον Παύλο Παντίδη.
Αντιγράφουμε από τα Σερραϊκά Χρονικά (τ. 12, «Τιμητική εκδήλωση για τη Λότη Πέτροβιτς», σ. 165-182) μέρος της ομιλίας του καθηγητή Βασ. Αναγνωστόπουλου: Στο «Πανσερραϊκό Ημερολόγιο» του 1984 δημοσίευσε ένα άρθρο της με τίτλο «Τα Σέρρας του πατέρα μου», με το οποίο ερμηνεύεται, πιστεύω, ο ιδιαίτερος και βαθύς ψυχικός δεσμός της με την πόλη και την περιοχή των Σερρών. Γράφει λοιπόν: «Τα Σέρρας, όταν ήμουν παιδί, τα είχα στη φαντασία μου σαν τόπο απρόσιτο, σχεδόν μυθικό. Και ήταν τωόντι απρόσιτα εκείνη την εποχή, γιατί σαν άρχισα να νιώθω τον κόσμο -στα τρία, τέσσερα, πες στα πέντε μου χρόνια- οι μπότες των ναζί που βροντούσανε ρυθμικά στους δρόμους της δικής μου «πατρίδας» -της όμορφης τότε συνοικίας των Αθηνών, τα «Εξάρχεια» - έλιωναν κάτω από το βάρος τους κάθε κρυφή ελπίδα να δω κι εγώ με τα μάτια μου του πατέρα «τα Σέρρας», να γνωρίσω από κοντά την πόλη «που κάηκε και ξανακάηκε απ' τους Βουλγάρους, πρώτα στα 1913 και ύστερα πάλι στα '17», όπως τον άκουγα να διηγιέται· την πόλη όπου έζησε κείνος παιδί με τις αδελφές και με τους γονείς του, τη νενέ Πηνελόπη και τον παππού Μανόλη· τον τόπο όπου έζησαν ονομαστοί συγγενείς, σαν τον αδελφό του παππού, το θείο Νούσκα... κι όπου ζούσαν ακόμα ένα σωρό θείοι και τρεις πρώτες μου ξαδερφούλες...» Και παρακάτω θα συμπληρώσει: «Λίγο-λίγο, μετεωρίτες από του πατέρα τα Σέρρας τα μυθικά γνώριζα κι άλλους... ήταν φίλοι και συγγενείς, την οικογένεια Παπαλεξίου, την οικογένεια Μάρτζου, Ζία, Χόνδρου και Συμεωνίδη, τους συγγενείς μας Παπάζογλου, Ζλάτκου, Κοντού, Χρηστομάνου, Καπέτη... τις πρώτες ξαδέλφες, κόρες του θείου του Νούσκα, Καλλιόπη και Λίζα Πέτροβιτς, πασίγνωστη στην τότε Αθήνα ερυθροσταυρίτισσα εθελόντρια...» (από Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου, «Τα Σέρρας του πατέρα μου», Πανσερραϊκό Ημερολόγιο, τομ. 10/1984, σ. 32, 36 κεξ.)
Χρήση στην τάξη
Στο μάθημα της Ιστορίας, αποσπάσματα από το βιβλίο μπορούν να μας βοηθήσουν να μιλήσουμε για τον Μακεδονικό Αγώνα (σ.162-3 και 223-5) αλλά και τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), που διπλασίασε την έκταση του ελληνικού κράτους. Επίσης, με αφορμή τα τελευταία κεφάλαια, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για την πολιτική της ανταλλαγής πληθυσμών, που την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Τι συναισθήματα μπορεί να έχει κάποιος που ξεριζώνεται από τον τόπο του αλλά οδηγείται σε ένα μέρος όπου δεν κινδυνεύει και που μπορεί να θεωρεί νέα του πατρίδα;

Στο παράρτημα των τελευταίων σελίδων συναντάμε τα οικογενειακά δέντρα των Πέτροβιτς και Βεζούκα. Με τη βοήθεια εκπαιδευτικού και γονέων, οι μαθητές θα μπορούσαν χρησιμοποιώντας πίνακες ή κάποιο σχετικό λογισμικό  να κατασκευάσουν τα δικά τους δέντρα. Αν η δραστηριότητα προκαλέσει το ενδιαφέρον τους, μπορούμε να την αναβαθμίσουμε: μετά από συνεντεύξεις με συγγενείς, συγκέντρωση παλιών φωτογραφιών ή κάποιου κειμηλίου, οι μαθητές μπορούν να παρουσιάσουν ιστορίες από το παρελθόν της οικογένειάς τους και σε μια τρίτη φάση να δοκιμάσουν να τις συνθέσουν με των συμμαθητών τους, πλάθοντας ένα κοινό παρελθόν για την τάξη.
απλοποιημένο γενεαλογικό δέντρο (Πηγή)
Επίσης, ίσως θα ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την ιστορία της περίεργης εικόνας της Αγίας Τριάδας που διατηρεί πρωταγωνιστική θέση στο μυθιστόρημα. Από ποια χέρια περνάει μέσα στα χρόνια και ποιες γεωγραφικές διαδρομές ακολουθεί; Με βάση την περιγραφή της στη σελ.36, μήπως θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ζωγραφικά με ένα δικό μας σχέδιο;

Στο βιβλίο θα συναντήσουμε αρκετά γνωμικά που μεταφέρουν αντιλήψεις των παλαιότερων στις επόμενες γενιές, όπως «Ανάποδος χρόνος, μήνες δεκατρείς», «Ντροπή δεν είναι να μην ξέρεις, αλλά να μη θέλεις να μάθεις», «Λύπη και χαρά, κύματα της θάλασσας, η μια μετά την άλλη», «Η ανθρωπιά δεν ξέρει φυλές και γένη», «Χυμένο κόκκινο κρασί, τέλος κακό καλή αρχή». Μπορούν άραγε οι μαθητές να συγκεντρώσουν αντίστοιχες εκφράσεις που ακούν από το περιβάλλον τους στην σύγχρονη καθημερινότητα και να αναζητήσουν την προέλευσή τους στο διαδίκτυο;

Παρατηρώντας την παρακάτω εικόνα από το Μελένικο και με βοήθεια του κειμένου στις σ.72 και 212 του βιβλίου, ας προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε που βρίσκεται ο Πύργος του Μπάμπουρα.

Share/Bookmark

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Βάρτζακ Πο

Υπόθεση
Ο Βάρτζακ είναι ένας γάτος ράτσας, που ζει με τους γονείς και τα αδέλφια του στο ισόγειο μιας παλιάς έπαυλης. Παρά τις ανέσεις, η ζωή του κάθε άλλο παρά ιδανική μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού η οικογένειά του τον αδικεί και τον περιορίζει, ενώ ο μεγάλος του αδελφός δεν χάνει ευκαιρία να τον μειώνει. Οι μόνες όμορφες στιγμές είναι αυτές κοντά στον παππού του, όταν εκείνος του διηγείται ιστορίες για τον Τζελάλ, τον θρυλικό τους πρόγονο. Το σκηνικό όμως πρόκειται να αλλάξει για τα καλά, όταν η κυρία του σπιτιού εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ένας τρομακτικός τύπος, ακολουθούμενος από δυο απαίσιες μαύρες γάτες! Ο Βάρτζακ πρέπει για πρώτη φορά να βγει στον έξω κόσμο ώστε να αναζητήσει βοήθεια. Τι τον περιμένει όμως εκεί; Και είναι άραγε αρκετός ο Τρόπος του Τζελάλ για να τον προστατέψει από τους αμέτρητους κινδύνους που παραμονεύουν;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: SF Said
Μετάφραση: Νοέλα Ελιασά
Εικονογράφηση: Dave McKean
ISBN: 978-960-04-4447-6
Τίτλος πρωτοτύπου: Varjak Paw
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 260
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Σελίδα του συγγραφέα εδώ

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Κέδρος για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Συναρπαστική, βραβευμένη περιπέτεια εφηβικού προβληματισμού και πολεμικών τεχνών που θα ξετρελάνει τους γατόφιλους και όχι μόνο! Η γλώσσα, παρότι απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απαιτητική, ενώ η μετάφραση είναι πολύ καλή και επιτρέπει στην αφήγηση να ρέει, σαν να ήταν γραμμένη στη γλώσσα μας. Η σφιχτή πλοκή και ο ρεαλισμός των συναισθημάτων του ήρωα καταφέρνουν από την πρώτη στιγμή να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον μας, ενώ η δράση που κορυφώνεται σταδιακά, συμπαρασύρει με μαεστρία τους αναγνώστες μέχρι την τελική μονομαχία ανάμεσα στο καλό και το κακό. Το βιβλίο χωρίζεται σε 35 κεφάλαια που καθένα έχει έκταση 4 έως 10 σελίδες. Το κείμενο είναι καλοστημένο και αναπνέει άνετα, τοποθετημένο ανάμεσα στα ασπρόμαυρα σκίτσα του εικονογράφου που συνδιαμορφώνουν αριστοτεχνικά τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ο όγκος και η θεματική του μυθιστορήματος, μας επιτρέπουν να το προτείνουμε μόνο σε παιδιά γυμνασίου ή μεγαλύτερα, ίσως όμως να μπορούσαν να το εκτιμήσουν και κάποιοι έμπειροι αναγνώστες, μαθητές της Στ'.

  • Ενδιαφέροντες, πρωτότυποι χαρακτήρες
  • Συναρπαστική πλοκή με σταδιακή κορύφωση
  • Εικονογράφηση σε απόλυτη αρμονία με το κείμενο
  • Ωφέλιμοι προβληματισμοί - εφηβικά διλήμματα
Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Φιλία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Γενναιότητα, Περιπέτεια, Ενηλικίωση, Γάτες

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η σκηνή της τελικής μονομαχίας, οι συναντήσεις με τον Τζελάλ στις όχθες του Τίγρη, αλλά και οι περιπλανήσεις του Βάρτζακ στα σοκάκια της πόλης.

Εικονογράφηση
Πλούσια, δυναμική, ιδιαίτερη, σκοτεινή· απόλυτα δεμένη με το κείμενο, χρησιμοποιεί το μελάνι για να μας μεταφέρει τα συναισθήματα που νιώθει ο ήρωας στον απειλητικό έξω κόσμο.
Απόσπασμα
Οι τρεις φίλοι κίνησαν για το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στο δρόμο ο Βάρτζακ τους εξήγησε για τον Κύριο και τις μαύρες γάτες του.

Ήλπιζε να μην είναι πολύ αργά. Με το Γέρο-Πο πια απόντα και αρχηγό τον Πατέρα, τι θα έκανε η οικογένεια όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με τις γάτες του Κυρίου; Τι θα τους έκαναν οι γάτες του Κυρίου; Τα πάντα μπορεί να είχαν συμβεί. Ύστερα από τόσο καιρό που έλειπε, το σπίτι σίγουρα θα ήταν διαφορετικό.

Αυτές οι εικόνες στο κεφάλι του - η κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα, τα προσελάνινα μπολάκια φαγητού - μπορεί να μην υπήρχαν πια.

Για ένα μόνο ήταν σίγουρος. Έπρεπε να σκαρφαλώσουν στη μάντρα για να μπούνε μέσα και ο Βάρτζακ θυμόταν ότι ήταν το χειρότερο σκαρφάλωμα της ζωής του.

Μια βροντή βρυχήθηκε πάνω από την πόλη καθώς έφταναν στους πρόποδες του λόφου. Ο ουρανός είχε γίνει μαβής υπό την απειλή μιας ακόμα καταιγίδας.

«Εκεί πάνω είναι», είπε ο Βάρτζακ καθοδηγώντας τους, τη στιγμή που ο ουρανός φωτίστηκε από μια αστραπή.

Ανέβηκαν το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άρχισε να βρέχει. Οι σταγόνες μαστίγωναν με ορμή τη μύτη, τα μάτια και τα αυτιά του Βάρτζακ. Πάσχισε για μια ανάσα· νερό γέμισε το στόμα του, αλλά συνέχισε να ανεβαίνει το λόφο, ένα βήμα, δύο βήματα, εκατό, χίλια. Όσα χρειάζονταν.

Το φεγγάρι τους κοίταζε από ψηλά, ένας μελαγχολικός μονόφθαλμος ουράνιος φρουρός. Παράτα τα, έμοιαζε να λέει. Παράτα τα και φύγε.

Μουσκεμένοι, κατάκοποι, λαχανιασμένοι, έφτασαν στην κορφή του λόφου τη στιγμή που ο ουρανός ξεσκίστηκε από ένα λευκό φως.

Αυτό που είδε ο Βάρτζακ εκεί τον έκανε να ανατριχιάσει. Μια μικρή πέτρινη μάντρα στεκόταν μπροστά τους, η μισή σε ύψος από οποιαδήποτε άλλη της πόλης. Έμοιαζε παλιά και μισογκρεμισμένη, σαν να ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και πολύ καιρό. Μια ακόμη βροντή ταρακούνησε τη γη. Ο Βάρτζακ τρεμούλιασε. Ήταν αυτή η ίδια μάντρα που περιέβαλε τον κόσμο στον οποία μεγάλωσε; Το τείχος που τότε έμοιαζε τόσο ψηλό και αδύνατο για να το περάσει κανείς; Ή μήπως είχαν όλα αλλάξει όσο έλειπε;

Στη μάντρα υπήρχε μια πόρτα. Την έσπρωξε. Δεν κουνήθηκε· ήταν κλειδωμένη. Έκανε το γύρο της μάντρας, αναζητώντας κάτι οικείο. Μια αστραπή αποκάλυψε τις ρωγμές και τις χαραμάδες όπου είχαν φυτρώσει βρύα. Στην κορφή της μάντρας μπορούσε να δει τα ροζιασμένα πάνω κλαδιά κάποιων άρρωστων, γέρικων δέντρων - και να, εκείνο το μοναδικό δέντρο από το οποίο είχε πέσει τη νύχτα που έφυγε από το σπίτι.

Ο Βάρτζακ άγγιξε το μουσκεμένο κορμό του και χαμογέλασε με ανακούφιση. Τώρα το αναγνώριζε. Μα φυσικά ήταν το ίδιο. Το μέρος αυτό δε θα άλλαζε ποτέ· αυτός είχε αλλάξει.

«Αυτό είναι!» φώναξε χαρούμενος, σκεπάζοντας το θόρυβο της βροντής. «Υπάρχουν δέντρα μέσα από τα οποία μπορούμε να κατέβουμε. Εγώ θα πάω πρώτος και… Κλατζ, τι συμβαίνει;»

Ο Κλατζ έτρεμε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και πάλι από φόβο. «Δε-δεν μπορώ σκαρφαλώσω», ψέλλισε. «Κλατζ δε σκαρφαλώνει».

Ο Βάρτζακ κοίταξε με δυσπιστία το πελώριο, δυνατό σκυλί. «Δεν μπορείς;».

«Μα φυσικά και δεν μπορεί», είπε απότομα η Χόλι. «Όλοι ξέρουν πως τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν - θα ήμασταν χαμένες αν μπορούσαν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπούμε;»

«Τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν;»

«Όχι, δε σκαρφαλώνουν», είπε η Χόλι συνοφρυωμένη. «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, σωστά;» Το βλέπω στα μάτια σου».

Ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Κι είχαν φτάσει τόσο κοντά! Όμως αυτή η μάντρα, αυτή η παλιά πέτρινη μάντρα στεκόταν εμπόδιο για μια ακόμη φορά.

«Κλατζ λυπάται», είπε μια αδύναμη, φοβισμένη φωνή δίπλα του. «Θέλει βοηθήσει Βάρτζακ.»

Μια αστραπή φώτισε το σύμπαν. Ακούστηκε και βροντή. Η βροχή κυλούσε στο πρόσωπο του Βάρτζακ σαν δάκρυα. Όμως ήταν παράξενο· η καταιγίδα δεν τον τρόμαζε όπως κάποτε. Αντίθετα, έμοιαζε να εισχωρεί μέσα του, από τα μουστάκια μέχρι την ουρά του, πλημμυρίζοντάς τον με τη δική του άγρια δύναμη, με αποτέλεσμα αυτός και η βροχή να γίνονται ένα.

Τώρα πια δεν υπήρχε γυρισμός. Με ή χωρίς σκυλί, θα έβρισκε την οικογένειά του.

«Δεν πειράζει, Κλατζ», είπε. «Θα μας περιμένεις εδώ. Έλα, Χόλι. Πάμε μέσα».

Άφησαν τον Κλατζ ζαρωμένο κάτω από το δέντρο. Οι δύο γάτες τινάχτηκαν πάνω στη μάντρα. Σκαρφάλωσαν στην κορυφή της και μετά κατέβηκαν από την άλλη, περνώντας από ένα μπερδεμένο λαβύρινθο κλαδιών.

Αθόρυβα, βρέθηκαν στον κήπο. Περπάτησαν στο υγρό χορτάρι κι έφτασαν στο πορτάκι για γάτες.

«Εδώ είμαστε», ψιθύρισε ο Βάρτζακ καθώς γλιστρούσαν μέσα. «Αυτό είναι το σπίτι της Κοντέσας.»
Σχόλιο
Ο Βάρτζακ Πο έχει αγαπηθεί από τους έφηβους αναγνώστες, γιατί και ο ίδιος είναι ένας προβληματισμένος έφηβος. Νιώθει την οικογένειά του να τον περιορίζει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει. Στην αρχή με τη φαντασία του -που θεριεύει με τις ιστορίες του παππού- και στη συνέχεια κυριολεκτικά, πηδώντας τη μάντρα του κήπου για να βγει στον απαγορευμένο έξω κόσμο. Αυτά που θα συναντήσει εκεί αρχικά τον ενθουσιάζουν: νέες εμπειρίες, ελευθερία επιλογών… Η απογοήτευση όμως δεν θα αργήσει να έρθει, όταν ο νεαρός γάτος διαπιστώνει ότι μακριά από την οικογένειά του νιώθει ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Τίποτα δεν είναι πια δεδομένο, ενώ οφείλει να φροντίζει για τις ανάγκες του μόνος του. Το συναίσθημα της αποτυχίας και η αυτολύπηση που έτσι κι αλλιώς ένιωθε, γίνονται εντονότερα και τον ακολουθούν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Οι λανθασμένες επιλογές (όπως π.χ. η προσκόλληση σε συμμορίες ή οι ανούσιοι τσακωμοί) φαντάζουν σωστές στο θολωμένο εφηβικό του μυαλό. Τελικά, μόνο με τη βοήθεια των νέων του φίλων και την σταθερή καθοδήγηση του προτύπου – μυθικού προγόνου Τζελάλ, θα έρθουν οι πρώτες επιτυχίες που θα ενισχύσουν την πληγωμένη του αυτοεκτίμηση. Ο Βάρτζακ έτσι επιστρέφει στο σπίτι του αλλαγμένος, έτοιμος να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες. Τα όσα επικά θα ακολουθήσουν, επιβεβαιώνουν στον ίδιο αλλά και στο περιβάλλον του ότι ενηλικιώθηκε.

Η ιστορία με τον αποπροσανατολισμένο έφηβο που χάρη σε κάποιον προστάτη βρίσκει το δρόμο του, είναι κλασική και την συναντάμε από την μυθολογία μέχρι τον Tolkien. Στο συγκεκριμένο σενάριο, η εκπαίδευση του νέου περνάει από μια λίστα με οδηγίες, τον Τρόπο του Τζελάλ (κάτι σαν Bushido για γάτες), τις οποίες ακολουθεί και γίνεται ατρόμητος. Κάτι αντίστοιχο θα βρούμε σε βιβλία προσωπικής βελτίωσης που βασίζονται στην Ανατολική Φιλοσοφία, όπως ας πούμε το αρκετά γνωστό Ο δρόμος του ειρηνικού πολεμιστή (Way of the Peaceful Warrior, 1980) Σε όρους κινηματογράφου, ανάλογο σενάριο έχει το  Karate Kid, όπου ο αρχικά άγαρμπος νεαρός πρωταγωνιστής, μυούμενος στη φιλοσοφία ενός μέντορα, ξεκλειδώνει μια ιδιαίτερη πολεμική τεχνική που τον μεταλλάσσει σε ανίκητο ήρωα. Μιλώντας για κινηματογράφο και για μεταλλάξεις, οφείλουμε να κάνουμε μια αναφορά στο φαινόμενο Paul Varjak το οποίο (σύμφωνα με το Urban Dictionary) αφορά άντρες που μετασχηματίζονται από αντιπαθητικοί σε συμπαθητικοί. Ο όρος προέκυψε από την ταινία "Πρόγευμα στο Τίφανις" (Breakfast at Tiffany's, 1961) στην οποία ο συγγραφέας Βάρτζακ Πολ ερωτεύεται την Χόλι Γκολάιτλι (συνωνυμία;) και τη γάτα της, ενώ έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Εννέα ζωές (Nine lives by Varjak Paul) που από πέρυσι κυκλοφορεί και στην πραγματικότητα.
Ένας άλλος Varjak με μια άλλη Holly, διαβάζουν το βιβλίο "Εννέα Ζωές
Εκτός όμως από μυστήριο και δράση, το βιβλίο περιέχει και αρκετά μηνύματα. Ένα από τα κυριότερα, αυτό της ανοχής στη διαφορετικότητα: Ο Βάρτζακ δεν έχει μπλε μάτια σαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, κάτι που ο μεγάλος του αδελφός χρησιμοποιεί για να τον κάνει να νιώθει υποδεέστερος. Ο ήρωας πέφτει λοιπόν θύμα διακρίσεων από μικρός και δυσκολεύεται να νιώσει κανονικό μέλος της πρώτης του ομάδας. Όταν επιστρέφει από τη μεγάλη του περιπέτεια, γίνεται (επιτέλους) αποδεκτός, όμως καλείται να υιοθετήσει και τους κανόνες της (σνομπ) συμπεριφοράς της αριστοκρατικής του ράτσας. «Είμαστε ιδιαίτερες. Είμαστε Μπλε Μεσοποταμίας. Όσο γι' αυτές τις κοινές γάτες, ποιος νοιάζεται τι τους κάνει; Είναι ασήμαντες.» (σ.212) λέει ο πατέρας που αδιαφορεί για όποια γάτα «δεν είναι μία από εμάς». Οφείλει άραγε ο Βάρτζακ να ακολουθήσει τις επιταγές της οικογένειας ή να μείνει πιστός στους φίλους που τον δέχτηκαν στην παρέα τους όταν είχε ανάγκη;

Για όσους διάβασαν το βιβλίο και ενθουσιάστηκαν, να πούμε ότι η συνέχεια με τίτλο «Ο παράνομος Βάρτζακ Πο», όπου ο ήρωας παρουσιάζεται πλέον ως ενήλικας, έχει ήδη κυκλοφορήσει (και βραβευτεί) στο εξωτερικό, αλλά δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στη γλώσσα μας (γίνεται προσπάθεια να είναι έτοιμο αρχές του 2015)· ένα τρίτο βιβλίο που θα συμπληρώνει την τριλογία ίσως γραφτεί στο μέλλον, όπως όμως ο συγγραφέας αναφέρει, πρέπει πρώτα να γεράσει και ο ίδιος, ώστε να μπορεί να μας μεταφέρει την οπτική του Βάρτζακ σε αυτή την ηλικία! [to write a book about an old character, I need to be old myself]. Ας κάνουν λοιπόν υπομονή!
Πόστερ από την (άκαρπη) προώθηση του βιβλίου ως
σεναρίου animation για τα στούντιο του Hollywood
Χρήση στην τάξη
Στο μυθιστόρημα, ο νεαρός Βάρτζακ εμπνέεται από τον δοξασμένο πρόγονό του Τζελάλ και ακολουθεί τον Τρόπο του για να φτάσει στην ωριμότητα. Ποια είναι άραγε τα πρότυπα των δικών μας μαθητών; Ιστορικές προσωπικότητες; Καλλιτέχνες; Αθλητές; Από ποιους ανθρώπους εμπνέονται και τι θα τους έλεγαν, αν μπορούσαν να τους συναντήσουν; Εδώ βλέπουμε την αντίδραση ενός μικρού Κολομβιανού, όταν συναντάει το ίνδαλμά του στο πρόσωπο του -αυτό τον καιρό τραυματία- ποδοσφαιριστή Φαλκάο (Radamel Falcao).

Στο μάθημα της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να συντάξουμε ένα γράμμα προς μια προσωπικότητα που θεωρούμε πρότυπο· ακόμα καλύτερα όμως θα ήταν να γράψουμε τι θα μας απαντούσε η προσωπικότητα αυτή αν λάμβανε το γράμμα μας! Μπαίνοντας στη θέση του προτύπου για να στείλουμε την απάντηση στον εαυτό μας, μπορούμε από τη μία να συνειδητοποιήσουμε πως τα πρόσωπα αυτά είναι άνθρωποι σαν κι εμάς (συνήθως με ξεκάθαρο όραμα και ατσάλινη θέληση να το ακολουθήσουν), και από την άλλη ότι ίσως και εμείς οι ίδιοι αποτελούμε πρότυπα για κάποιους άλλους.

Συγκεκριμένα, τα παιδιά της Στ' δημοτικού ή του γυμνασίου -στα οποία απευθύνεται το βιβλίο- αντιμετωπίζονται συχνά ως stars από τους μικρότερους συμμαθητές τους. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια συζήτηση στην τάξη, για το πώς θα οφείλαμε να ρυθμίσουμε τη συμπεριφορά μας αν ξαφνικά διαπιστώναμε ότι όσα κάνουμε γίνονται παράδειγμα προς μίμηση. Επίσης, ενδιαφέρον θα είχε να σκεφτούμε το πώς (ως εμπειρότεροι και ωριμότεροι) θα μπορούσαμε να αναλάβουμε υπό την προστασία μας τους νεοφερμένους στο σχολείο μαθητές της Α' τάξης και να κάνουμε την προσαρμογή τους ευκολότερη. Ακούγεται σαν μια αρκετά πρωτότυπη άσκηση υπευθυνότητας, αρκεί να οργανωθεί σωστά και σε συνεργασία με τους αρμόδιους συναδέλφους και τη διεύθυνση.

Για να μην αφήσουμε τους φίλους των γατών παραπονεμένους, να αναφέρουμε ότι ο Βάρτζακ Πο ανήκει στη ράτσα μπλε Μεσοποταμίας, που δυστυχώς ζει μόνο στο μυαλό του συγγραφέα και στις σελίδες των βιβλίων του. Ωστόσο, αν παρακολουθήσουμε το παρακάτω βίντεο για τα χαρακτηριστικά της Ρωσικής μπλε, θα αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό της τη φιγούρα του ήρωα. Το κείμενο μας δίνει αφορμή να μιλήσουμε για τα διάφορα είδη γάτας (υπάρχουν γύρω στα 30-40 αναγνωρισμένα) και σε περίπτωση που οι μαθητές δείξουν ενδιαφέρον, κάθε ομάδα μπορεί -χρησιμοποιώντας κείμενα, ζωγραφιές ή βίντεο- να αναλάβει την παρουσίαση μιας ράτσας και των χαρακτηριστικών της. Θα μπορούσαμε επίσης να ετοιμάσουμε στην τάξη ένα πόστερ με κολάζ από όσο περισσότερα είδη γάτας μπορούμε να συγκεντρώσουμε ή ένα αντίστοιχο με αυτό σχεδιάγραμμα. 
https://www.youtube.com/watch?v=RtI7UgN3bxQ


Share/Bookmark