Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Η Δοξανιώ

Υπόθεση
Άκεσα Λήμνου, Αύγουστος του 956 μ.Χ. Ο μοναχός Αθανάσιος, έχοντας μόλις ξεφύγει από τα χέρια των Σαρακηνών πειρατών, επισκέπτεται τον φίλο του ιερέα Βασίλειο και χαρίζει στην κόρη του Δοξανιώ ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ο άγιος διαθέτει το χάρισμα της προφητείας και αποκαλύπτει ότι το τέλος της αραβικής κυριαρχίας στην Κρήτη πλησιάζει. Επηρεασμένη από τα γεγονότα, η Δοξανιώ αποφασίζει να συμμετέχει ως ιέρεια στο τελετουργικό εξόρυξης της ιερής Λημνίας Γης στις έξι του μήνα, ενώ ο Αθανάσιος αποχαιρετά την οικογένειά της και φεύγει για τον Άθω. Τρεις μήνες μετά, ο Βυζαντινός πρωτοσπαθάριος Αλέξιος Δαφνομήλης επιστρέφει στην Κων/πολη μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία ανάκτησης της Κρήτης και περιγράφει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο την πανωλεθρία του στρατού. Ο νεαρός συμβασιλέας Ρωμανός, δεν ασχολείται ιδιαίτερα με όλα αυτά, καθώς ενδιαφέρεται μόνο για τις εφήμερες διασκεδάσεις. Αποφασίζει μάλιστα να παντρευτεί μια κόρη κάπελα, την πονηρή και φιλόδοξη Θεοφανώ, που τον έχει επιτήδεια μαγέψει με τα θέλγητρά της. 

Δυο χρόνια αργότερα, Σαρακηνοί αποβιβάζονται στη Λήμνο και η Άκεσα σχεδόν ερημώνεται. Οι αιχμάλωτοι κάτοικοί της μεταφέρονται στον Χάνδακα και διαδραματίζονται τραγικές εικόνες στο σκλαβοπάζαρο της πόλης. Τυχερή μέσα στην ατυχία της, η Δοξανιώ αγοράζεται από τον ντόπιο κρυπτοχριστιανό Μανουήλ Κλαδά, που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του τοπικού εμίρη Αβδελαζίζ Κουρουπά, δεν παύει όμως να ονειρεύεται την απελευθέρωση του νησιού από τους Αγαρηνούς. Ο Φοίβος, αρχοντόπουλο της Λήμνου και κρυφός έρωτας της Δοξανιώς, σκοτώνεται ηρωικά για να μη γίνει σκλάβος. Ο ιερέας πατέρας της πουλιέται ως εργάτης στη συντήρηση των τειχών, ενώ ο μικρός της αδελφός Θεοδόσιος καταλήγει στον στάβλο του εμίρη. 

Ένας χρόνος περνάει και νέος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη στέφεται ο Ρωμανός, αφού ο γέρος πατέρας του πεθαίνει δηλητηριασμένος από τα χέρια της Θεοφανώς. Ο Αλέξιος Δαφνομήλης στέλνεται στην Κρήτη με αποστολή να συγκεντρώσει πληροφορίες για μια νέα εκστρατεία που προετοιμάζεται. Η Δοξανιώ του σώζει τη ζωή, κρύβοντάς τον στο σπίτι του Μανουήλ και ο νεαρός αξιωματικός την ερωτεύεται. Οι μήνες περνούν, και ένας τεράστιος στόλος φτάνει από τη Βασιλεύουσα στον Χάνδακα. Ο αποκλεισμός της πόλης αρχίζει ανηλεής και ο σκληρός χειμώνας που ακολουθεί ταλαιπωρεί πολιορκητές και πολιορκημένους. Χάρη στις πληροφορίες του Μανουήλ και άλλων γενναίων χριστιανών, ο Νικηφόρος Φωκάς αντιμετωπίζει με επιτυχία τις ενισχύσεις των Αράβων που καταφθάνουν από την Ταρσό και την Αφρική. Κατά την τελική έξοδο των Αγαρηνών, η Δοξανιώ θα υποδείξει στους Βυζαντινούς το ασθενές σημείο των τειχών της πόλης και θα δώσει το έναυσμα για τη μεγάλη επίθεση. Χάρη στην ηρωική θυσία της, η Κρήτη απελευθερώνεται στις 7 Μαρτίου του 961 και επιστρέφει στην αγκαλιά της αυτοκρατορίας, μετά από 136 χρόνια δοκιμασιών.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου
ISBN: 978-960-04-0363-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990
Σελίδες: 344
Τιμή: περίπου 14 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Ιστορικό μυθιστόρημα επικών διαστάσεων, με κεντρικό θέμα τον θρύλο μιας νεαρής κοπέλας που θυσιάστηκε για να βοηθήσει στην άλωση του Χάνδακα από τον Νικηφόρο Φωκά. Με λογοτεχνικότητα, αλλά και γλώσσα απλή που σε ελάχιστα μόνο σημεία γίνεται απαιτητική (όπως π.χ. στη σ.125 Παραληρεί. Η υπερένταση, η αγωνία, η οργή της εκδίκησης, ο πόνος ο τραχύς που έζησε και το αίμα, όλα τούτα κρατούν την ψυχή της τεντωμένη κι άγρυπνη, κι οι αισθήσεις της, πυρπολημένες από την ξαφνική λαίλαπα, την οδηγούν σε βιώσεις οριακές, σε αποσυμβολισμούς του άδηλου και του απόκρυφου, που αιωρούνται στο βάθος του χρόνου, και συμμετέχουν μυστηριακά στο επερχόμενο) το πυκνογραμμένο βιβλίο καλεί τους έμπειρους αναγνώστες σ' ένα απολαυστικό ταξίδι στον ελληνικό μεσαίωνα. Πρόκειται για έργο ιδιαίτερα καλοδουλεμένο, στο οποίο η συγγραφέας αναπλάθει με πιστότητα την ατμόσφαιρα της εποχής, δημιουργεί ρεαλιστικούς χαρακτήρες με πολυεπίπεδες σχέσεις και μεταφέρει πληροφορίες, συναισθήματα και ποικίλα ηθικοπλαστικά μηνύματα. Τα 18 ογκώδη κεφάλαια του βιβλίου (μεγέθους 8-27 σελίδων το καθένα) χωρίζονται σε μικρότερες υποενότητες (με αντιπροσωπευτικούς τίτλους π.χ. η απόβαση) ώστε να διαβάζονται ευκολότερα, όμως η σελιδοποίηση τύπου "μπετόν" και η απουσία εικονογράφησης δεν βοηθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Παρότι η τύχη της ηρωίδας μας είναι γνωστή ήδη από την εισαγωγή, η αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον μας ζωντανό μέχρι το τέλος. Η κορύφωση του δράματος θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως -και λογοτεχνικά- περνάει σε δεύτερη μοίρα, από τη στιγμή που συνοδεύεται από κλισέ και έντονο μελοδραματισμό. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε βιβλιογραφία και ένα μικρό βοηθητικό γλωσσάρι, δεν υπάρχει όμως κάποιος χάρτης ή φωτογραφίες (π.χ. των τειχών του Χάνδακα), που θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν το κείμενο. Το έργο απευθύνεται σαφέστατα στο εφηβικό κοινό λόγω όγκου, της παρουσίας του ερωτικού στοιχείου, αλλά και των αρκετών σκηνών βίας. Το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου και σε μεγαλύτερους αναγνώστες, που επιθυμούν να γνωρίσουν την καθημερινότητα στη μεσαιωνική Κρήτη, αλλά και να ξαναζήσουν τη μεγάλη ιστορική σύγκρουση του χριστιανικού με τον ισλαμικό κόσμο. 

  • Καλογραμμένο
  • Συναρπαστική πλοκή
  • Ιστορικά ακριβές
  • Ωφέλιμες αξίες

  • Μεγάλος όγκος
  • Αρκετές βίαιες σκηνές
  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, σχετικού παραρτήματος

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Δουλεία

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Έτσι το πήρε από το γονιό του ο Μανουήλ Κλαδάς, έτσι ορκίστηκε να το διαφυλάξει, ακόμα και με τίμημα τη ζωή του. Είναι το εικόνισμα της Παναγίας, ένα παλιό κειμήλιο, φτιαγμένο από τα ίδια τα χέρια του Ευαγγελιστή Λουκά, που σώθηκε μέσα στο χρόνο. Ταξίδεψε πάνω στα κύματα των καιρών, βρέθηκε στο δικό του σπιτικό, κρυμμένο σε σεντούκια βαθιά.

Κι έχτισε ένα μικρό εκκλησάκι στην καρδιά της γης, έξω από το Χάνδακα, στα δυτικά, σε μια μαγευτική περιοχή, εκεί όπου είχε την αγροτική του έπαυλη, κι έβαλε μέσα το ακριβό τούτο εικόνισμα, να στηρίζει τη ζωή τους. Πέρα απλωνόταν η ερημική παραλία, με την πλατιά ασημένια αμμουδιά, μια γαλάζια καμπύλη, σαν κόρφος πλατύς, που από παιδί αγαπούσε ο Μανουήλ, γιατί πίστευε πως εκεί θα ‘ρθουν τα βυζαντινά πλοία που θα ελευθερώσουν την Κρήτη… Τώρα δεν ονειρεύεται πια.

Κάθεται με τη γυναίκα του την Αικατερίνη στον εξώστη της έπαυλης κι η ψυχή του είναι βαριά. Βυθισμένοι κι οι δυο στη σιωπή, κοιτάζουν μακριά τη θάλασσα και προσπαθούν να μαντέψουν τη ζωή που απλώνεται πέρα απ’ τη δική τους συμφορά, στην ξακουσμένη Βασιλεύουσα.

Από τη μέρα που οι άγριοι γιοι της Άγαρ, οι μαυριδεροί και σκληροτράχηλοι Σαρακηνοί, πάτησαν κατακτητές στο νησί, μια γλυκιά Άνοιξη του 823, όταν τίποτα δε μαρτυρούσε το αίμα και τον επί 136 ολόκληρα χρόνια αφανισμό, έγιναν οι τρομοκράτες της Μεσογείου, φονιάδες αιμόχαροι και βάνδαλοι των ιερών.

Έχτισαν ένα απόρθητο κάστρο, ένα τρισπανίσχυρο φρούριο, στον Χάνδακα, έκλεισαν μέσα τις επίλεκτες οικογένειες του Ισλάμ, και στοίβαζαν το ληστεμένο θησαυρό. Ύστερα, άρχιαν να εξισλαμίζουν τους Κρήτες χριστιανούς, να τους αφανίζουν.

Τα πρώτα χρόνια, όσοι αρνούνταν να προσηλυτιστούν στον ισλαμισμό και ν’ απαρνηθούν την πίστη τους, τους σταύρωναν στη μέση των δρόμων, τους έβγαζαν τα μάτια, τους ακρωτηρίαζαν και τους άφηναν εκεί ν’ αργοπεθαίνουν.

Ύστερα από κάποιες δεκάδες χρόνια, κι αφού πια δεν μπόρεσαν οι Κρήτες ν’ αντέξουν τα θηριώδη βασανιστήρια, αλλά και γιατί σκέφτονταν πως έπρεπε, έστω και κρυφά, να διασώσουν την πίστη τους και τη φυλή τους, εξισλαμίζονταν για να επιβιώσουν και να έχουν κάποια προνόμια, στο βάθος όμως παρέμεναν χριστιανοί. Κι από γενιά σε γενιά μετέφεραν στα παιδιά τους ένα εικόνισμα ή ένα ιερό κειμήλιο που το φύλαγαν θαμμένο σε κρύπτες μυστικές και καταγώγια.

Όσες φορές οι Σαρακηνοί ανακάλυπταν τέτοιες κρύπτες, κυρίως σε θρησκευτικές γιορτές όπου τους παρακολουθούσαν, τους αφάνιζαν όλους με τρομαχτική αγριότητα. Έσφαζαν πρώτα τα μικρά παιδιά, μπρος στα μάτια των γονιών τους, κι ύστερα αποτέλειωναν τους μεγάλους. Τους κρεμούσαν από το κεφάλι πάνω σε αγκυλωτούς σιδερένιους πείρους στις πλατείες και στους δρόμους, για να τρομοκρατηθούν οι κρυπτοχριστιανοί. Και χαίρονταν αλαζονικοί την παντοδυναμία τους, με το λευκό χιτώνα τους βουτηγμένο σχεδόν πάντα στο αίμα κάποιου αθώου…

Έτσι, ο γηγενής λαός της Κρήτης συρρικνωνόταν πονεμένος, εξασθένιζε, και μάταια περίμενε τη λύτρωση από τη μεγάλη και πανίσχυρη αυτοκρατορία.

Η αποτυχία του Γογγύλη ήταν γι’ αυτούς ένα μεγάλο χτύπημα. Διάψευσε τις ελπίδες τους άλλη μια φορά, τους βύθισε σε πένθος βαρύ.

είναι γλυκό, ήσυχο απόγευμα, και τ’ ανοιξιάτικα αρώματα που έρχονται με το θαλασσινό αγέρι, γεμίζουν την ψυχή τους καρτερία.

Μα ούτε στιγμή ο Μανουήλ Κλαδάς δε βγάζει από τη σκέψη του την πανωλεθρία του Γογγύλη. Είναι ένας ψηλός άντρας με ευγενική πονεμένη μορφή, που κρατά από παλιά αρχοντική οικογένεια της Κρήτης.

- Δεν μπορώ να το πιστέψω, δεν μπορώ…, λέει, και νιώθει το μυαλό του να πονά από τη μνήμη εκείνου του ανατριχιαστικού θεάματος.

Οι Βυζαντινοί στρατιώτες να σφάζονται παγιδεμένοι από την κυρτή μάχαιρα και τα πλοία τους να καίγονται το ένα μετά το άλλο… Όχι, δεν αντέχει ο Μανουήλ να σκέφτεται την κόλαση εκείνη… Κι η Αικατερίνη τον ακούει σιωπηλή, σαν να προσπαθεί ν’ αποδεχτεί τη σκληρή τους μοίρα.

- Κι όσοι από μας τόλμησαν να βοηθήσουν, βρήκαν φριχτό θάνατο, λέει πάλι.

Εκείνη τον κοιτάζει με τρόμο τώρα.

- Εσύ;
- Σσς…
- Ο Ράδος;
- Είναι καλά κι ο Ράδος…

Ο Μανουήλ Κλαδάς ήταν από κείνους που δε φοβήθηκαν να βοηθήσουν το Γογγύλη. Μόλις πληροφορήθηκε πως το βυζαντινό πλόιμο κατευθύνεται προς το Χάνδακα, οργάνωσε αμέσως μια μικρή ομάδα κατασκοπείας με αρχηγό τον ανεψιό του Ράδο Κωνστάντιο, ένα ψηλό παλικάρι, γεροδεμένο, με σγουρά καστανά μαλλιά και περήφανη ψυχή. Και τη νύχτα που έγινε η απόβαση, φόρεσε κι ο ίδιος το λευκό χιτώνα του Ισλάμ, έβαψε το πρόσωπό του μαυριδερό κι όρμησε ξυπόλητος με τις ορδές των απίστων. Από κει προσπάθησε να πλησιάσει το Χωνιάτη, το στρατηγό το Γογγύλη που επιχειρούσε την απόβαση. Έβλεπε πόσο λαθεμένες ήταν οι κινήσεις τους. Οι Σαρακηνοί τους περίμεναν κρυμμένοι στο σκοτάδι… Κι από τα τείχη του Χάνδακα ετοίμαζαν κιόλας τα πυρφόρα βέλη τους να πυρπολήσουν τα πλοία.

Κανείς δεν τον άκουσε. Ή δεν τον πίστεψε.

- Θα μπορούσε να είχε στείλει ανιχνευτές… Να προετοιμάσει τις κινήσεις του, λέει πάλι. Εμείς θα τον βοηθούσαμε… γιατί δεν ήρθε να μας βρει; Δεν έρχονται… Δεν ξέρουν πως εδώ υπάρχει ένας λαός που στενάζει…

Η Αικατερίνη σιωπά. Τα έχει ακούσει όλα τούτα. Και κάθε φορά, ένα ρίγος πικρό και σκοτεινό αναταράζει το είναι της. Μήνες μετά τη νίκη τους οι Σαρακηνοί, μεθυσμένοι ακόμα από το αίμα, έσφαζαν όποιον Κρητικό υποπτεύονταν πως μπορεί να είχε βοηθήσει το Γογγύλη. Κι ύστερα, με αρχηγό τον τρομερό Μωχεβήν, έψαχναν στα σπίτια τους να βρουν χριστιανικά κειμήλια και κατευθείαν τους κρεμούσαν από το κεφάλι στους αγκυλωτούς πείρους.

- Σε λίγο θα ξεκληριστούμε. Κι οι λίγοι που απομείναμε θα χαθούμε πια, η Κρήτη θα γίνει Ισλάμ.

Η φωνή του Μανουήλ είναι βαριά τώρα, γεμάτη σπαραγμό. Κι η Αικατερίνη αμίλητη. Ένας πόνος τραχύς ματώνει το σπλάχνο της.

«Αν είχα ένα παιδί…», συλλογίζεται. Ένα παιδί ήθελε η Αικατερίνη Κλαδά, να συνεχίσει την πίστη τους… Να παραδώσει στα χέρια του το ιερό εικόνισμα, μη χαθεί.

Γέρνει το πονεμένο σώμα. Και το βράδυ πέφτει στο ήσυχο τοπίο, τυλίγεται τα αρώματα της ανθισμένης κρητικής γης. Η τελευταία ανταύγεια του ήλιου χρυσίζει ως πέρα το πέλαγος, το κάνει σώμα ζωντανό και τρεμοφέγγουν μέσα του οι ελπίδες, με τα θαλασσοπούλια να πετούν ερωτευμένα τα μακρινά νερά του Βόσπορου σαν λευκές αξεδιάλυτες προφητείες…

Γέρνει το πονεμένο σώμα η Αικατερίνη, λυγίζει εκεί, ανάμεσα στα μυροβόλα βοτάνια.

- Θα ήταν τώρα δεκατεσσάρω χρονώ, λέει, και στη μνήμη της η νύχτα εκείνη η φοβερή.

Κι ο Μανουήλ την κοιτάζει και δε μιλά. Θυμάται μόνο, θυμάται κι εκείνος…

Ήταν ετοιμόγεννη όταν δέχτηκε το σαρακηνό χτύπημα στην κοιλιά. Πάσχα. Κι είχαν ανακαλύψει την κρύπτη τους. Ο ιερέας έλεγε το «Δεύτε λάβετε…» την ώρα εκείνη. Είδε τις γυμνές σπάθες να γυαλίζουν στο σκοτάδι και σωριάστηκε. Ήταν ο τελευταίος ιερέας τους…

Η Αικατερίνη με τον άντρα της Μανουήλ άργησαν να πάνε τη νύχτα εκείνη. Για μια στιγμή, φοβήθηκαν μην την πιάσουν οι πόνοι στην κρύπτη και γίνει αιτία να προδοθούν, μα πάλι ένιωσε καλύτερα σε λίγο και ξεκίνησαν. Πέρασαν το μικρό φαράγγι, που ήταν σε μια έρημη περιοχή, αρκετά μακριά από το Χάνδακα, και προχώρησαν με προφύλαξη προς την κρύπτη. Η άμαξα πήγαινε αργά, για ν’ αποφύγουν τις ταλαντεύσεις. Μαζί τους ήταν και το πεντάχρονο τότε παιδί του αδελφού της Ιωάννη Κωνστάντιου, ο Ράδος.

Καθώς όμως πλησίαζαν, ξαφνικά, μέσα στη σιωπή της νύχτας, άκουσαν τρομαχτικές κραυγές.

Βγήκαν έξω από την άμαξα γρήγορα, να δουν τι ήταν τούτος ο άγριος θρήνος, κι έμειναν έντρομοι μπρος στο αποτρόπαιο θέαμα που αντίκρισαν, καθώς η λάμψη του φεγγαριού έπεφτε πάνω στις γυμνές σπάθες.

Τύλιξε γρήγορα το κεφάλι του ο Μανουήλ με το λευκό ισλαμικό «σαρίκι» και πλησίασε έξαλλος από τη φρίκη. Είδε το αίμα να κυλά ως κάτω, παιδιά και μάνες σφαγμένες αλύπητα, παλικάρια που πάλευαν ακόμα, ο ιερέας νεκρός στην ιερή πύλη με το Ευαγγέλιο ματωμένο στα χέρια του.

Γύρισε σαν τρελός προς την άμαξα, να δώσει οδηγίες στον αμαξά ν’ αλλάξει δρόμο, και τότε βλέπει ένα Σαρακηνό να ορμά με τη μάχαιρα γυμνή προς τη γυναίκα του, που στεκόταν έντρομη και κοίταζε.

«Όχι…», ούρλιαξε ο Μανουήλ στη γλώσσα τους, «είμαι Ισλάμ…», και κράτησε το απλωμένο χέρι, μα το κακό είχε γίνει. Βόγκηξε εκείνη και έπεσε χάμω… Χτύπησε στην κοιλιά και σφάδαξε από τον πόνο.

Ο Μανουήλ γύρισε και είδε τους Σαρακηνούς. Στο φως του φεγγαριού, τα πρόσωπά τους γελούσαν.  Τους γνώρισε. Ήταν οι δυο έμπιστοι του εμίρη, ο Αβού και ο Χαλήλ, πρώτοι πάντα στις σφαγές. Και πιο κει στεκόταν, αποκαμωμένος από το φονικό, ο τρομερός Μωχεβήν, ο φόβος και ο τρόμος των κρυπτοχριστιανών.

Προχώρησε ίσια στο Μωχεβήν, του μίλησε βιαστικά στη βάρβαρη γλώσσα του. Ύστερα, τους είδε που χάνονταν κι οι τρεις μέσα στο σκοτάδι.

Άφησε το μικρό Ράδο σ’ ένα δικό τους σπίτι και αμέσως μετέφερε τη γυναίκα του στο Χάνδακα, στο γιατρό του εμίρη. Τότε, δεν ήξεραν ακόμα πως ο πατέρας του Ράδου, αδελφός της Αικατερίνης, κειτόταν νεκρός εκεί, έξω από την κρύπτη, πως η μητέρα του, η Σοφία, χτυπημένη κι αυτή, πάλευε με το θάνατο…

Η Αικατερίνη αιμορραγούσε συνέχεια, και το παιδί βγήκε νεκρό. Σώθηκε από θαύμα εκείνη, αλλά δεν έκανε παιδί πια.

- Τώρα θα ήταν δεκατεσσάρω, λέει πάλι.
Ο Μανουήλ βλέπει το πονεμένο πρόσωπο και στη σκέψη του ένα παράξενο φως. Τούτη τη στιγμή παίρνει μια απόφαση, «ναι, έτσι θα κάνω», συλλογίζεται, «πώς δεν το σκέφτηκα τόσα χρόνια…».

Αγαπούσε τη γυναίκα του ο Μανουήλ, πονούσε κι εκείνος για το βλαστάρι τους, που χάθηκε κείνη την άγρια νύχτα. Και τα χρόνια κύλησαν σε μια καρτερία αμίλητη. Μόνο τις νύχτες, όταν το σκοτάδι σκέπαζε τα πονεμένα πρόσωπα των ανθρώπων και η ζωή έμοιαζε σαν έξω από το αίμα και τον τρόμο, εκείνοι έμεναν ώρες ολόκληρες στη σιωπή, βυθισμένος ο καθένας στις δικές του σκέψεις, στις δικές του πληγές. Σ’ εκείνους τους σκληρούς καιρούς, τους χωρίς επαύριο, η ελπίδα έμοιαζε φως δυσεύρετο στην ψυχή τους.

- Μόνο ένα θαύμα μπορεί να μας σώσει… ένα θαύμα! Λέει εκείνη και τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της. Πόσο θα κρατήσουμε ακόμα; Σε λίγες γενιές, το Ισλάμ θα μας αφανίσει όλους. Οι Κρήτες δε θα ξέρουν πια το δικό τους πρόσωπο…
Η πολιορκία του Χάνδακα από τον Νικηφόρο Φωκά.
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Σχόλια
Όπως στα ιστορικά μυθιστορήματα του παλιού καιρού (π.χ. Για την Πατρίδα) έτσι κι εδώ, ο μεγάλος σκοπός παρουσιάζεται να βρίσκεται πάνω από το "εγώ" και να υπαγορεύει την πορεία των ηρώων. Συναντάμε έτσι φράσεις εμποτισμένες με πατριωτικό πνεύμα, όπως (σ.184) Ξέρει πως η ζωή του κινδυνεύει στην κάθε στιγμή, μα αυτό είναι χωρίς σημασία. Μόνο η Κρήτη να ελευθερωθεί, η Κρήτη... Το μεγάλο όνειρο! (σ.243-4) Δεν έχει άλλη αξία η ζωή μου! (...) Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα, η εφήμερη ζωή μου είναι ασήμαντη μπρος στους αιώνες όπου θα παραδώσουμε την Κρήτη ελεύθερη κι αναγεννημένη. (σ.258) Πρώτα η Κρήτη κι ύστερα η δική μας ζωή. Αλλά και (σ.201) Το νόημα της ζωής είναι η θυσία, η προσφορά για την αλλαγή, που μας προετοιμάζει για το παιχνίδι της Δοξανιώς με τον Θάνατο.
Οι αιχμάλωτοι - Λεπτομέρεια από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη
που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Οι βίαιες εικόνες βρίσκονται διάσπαρτες στο κείμενο, ενώ ιδιαίτερα σκληρές είναι εκείνες που συνοδεύουν τη σκηνή του σκλαβοπάζαρου (κεφάλαιο 6), τα βασανιστήρια των νεαρών δούλων και βέβαια τις αιματηρές συμπλοκές μεταξύ Σαρακηνών και Βυζαντινών (σελίδες 28, 49, 78, 81, 87, 93, 95, 250, 281, 324). Η πένα της έμπειρης συγγραφέως, αποτυπώνει με γλαφυρότητα τα συναισθήματα των σκλαβωμένων, τις ραδιουργίες στο βυζαντινό παλάτι, αλλά και τη σκληρότητα των Αγαρηνών, δίνοντας στον αναγνώστη πλούσια ερεθίσματα για προβληματισμό.

Η παγίδα της μονομέρειας, ωστόσο, μάλλον δεν αποφεύγεται. Οι Σαρακηνοί, παρότι στη σ.306 παινεύονται για την εξυπνάδα τους στην τέχνη του πολέμου, συνοδεύονται σε όλο το έργο από πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς. Παρουσιάζονται ως αιμόχαροι φονιάδες, άφταστοι στα θέματα φρίκης (σ.268), σκύλοι (σ.250), που γλεντούν να βασανίζουν τους χριστιανούς (σ.164-168) και να απαξιώνουν τη ζωή (σ.159, 188). Μοναδική εξαίρεση η όμορφη Άγαρ (σ.338) που δείχνει ανθρωπιά και σώζει τον μικρό Θεοδόσιο από τις σαδιστικές ορέξεις των νεαρών Σαρακηνών. Χαρακτηριστική η φράση (σ.95) Οι Σαρακηνοί γελούν. Κι από το αφρισμένο στόμα τους πετιέται το αίμα των αθώων. Τα πρόσωπά τους, τα χέρια τους, τα μαλλιά τους, ολόκληροι είναι βουτηγμένοι στο αίμα των αθώων...

Αντίθετα, οι Βυζαντινοί ακόμα και όταν σφάζουν τους αντιπάλους τους, το κάνουν με ενθουσιασμό (σ.320) Και κραυγές χαράς ακούστηκαν από μύρια στόματα, αλαλαγμοί, κι όλοι όρμησαν σαν τη θύελλα αμείλικτοι, να σφάξουν και να λεηλατήσουν (...) Ζητωκραυγάζουν οι στρατιώτες, λεηλατούν και σφάζουν με ξέφρενο ενθουσιασμό, κουβαλούν λάφυρα χρυσά, θησαυρούς στον καταυλισμό, τραγουδούν, μεθούν από τη σφαγή, από την οσμή του αίματος και το χρυσάφι. Ο στρατηγός τους Νικηφόρος Φωκάς, παρουσιάζεται άλλοτε αιμοχαρής, όταν π.χ. ζητάει τα κεφάλια των εχθρών (σ.281) θα τα καρφώσω σε πασσάλους και θα τα στήσω έξω από τα τείχη τους και άλλοτε συγκρατημένος (σ.325) Δε θέλω άλλο αίμα!, κάτι που ίσως αντανακλά τον τρόπο που μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στον πόλεμο και την ασκητική (σ.275) τη μέρα μάχεται και πολεμά σαν θεριό και το βράδυ μοιάζει λυπημένος και μόνος, άσχετος από τη βουή και τη ματαιότητα των εγκοσμίων, διαβάζουμε. 


Στο τέλος του βιβλίου, οι βίαιες εικόνες που ακολουθούν την άλωση του Χάνδακα από τους Βυζαντινούς, δίνουν ένα σαφές αντιπολεμικό μήνυμα, το οποίο όμως ίσως έρχεται λίγο καθυστερημένα και χωρίς άλλη υποστήριξη, για να ισορροπήσει τα όσα έχουν προηγηθεί. Ο Θεοδόσιος βλέποντας τη σφαγή του άμαχου πληθυσμού (σ.324) πονά κι ανατριχιάζει, τούτη η κτηνωδία δεν είναι ανθρώπινη. Αναγνωρίζει βέβαια πως οι Αγαρηνοί έπρεπε να τιμωρηθούν, όμως δεν έφταιγαν τα παιδιά, δεν έφταιγε η Άγαρ... 
Στις 29 Ιουλίου του 904 ο στόλος των Σαρακηνών φτάνει στη Θεσσαλονίκη και η λεηλασία αρχίζει...
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Στην ιστορία συναντάμε αρκετά ζευγάρια αντιθέσεων, που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές και αξίες. Κρητικοί - Σαρακηνοί, Νικηφόρος Φωκάς - Ρωμανός Β', Φοίβος - Αλέξιος, Βυζάντιο - Χάνδακας... Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά, είναι ίσως εκείνο της Δοξανιώς με την Αναστασώ-Θεοφανώ. Η νεαρή Λημνιά χαρακτηρίζεται ως γενναία ψυχή (σ.158) γεμάτη άσπιλη λευκότητα (σ.170), που από τις πράξεις της γίνεται σαφές ότι είναι έτοιμη να θυσιάσει και τη ζωή της ακόμα για το καλό των συμπατριωτών της. Αντίθετα, η ερωμένη του Ρωμανού Β' και μετέπειτα αυτοκράτειρα, διαγράφεται ως μια αδίστακτη Λάκαινα (σ.146) με καρδιά φιδιού (σ.135) που δεν διστάζει μπροστά στις προσωπικές της φιλοδοξίες να δηλητηριάσει τον αυτοκράτορα και αργότερα τον ίδιο τον σύζυγό της. Ο Αλέξιος που γνωρίζει και τις δύο ως προσωπικότητες, αναφέρει (σ.210) συγκρίνοντάς τες: ήταν όμορφη κι εκείνη, όμροφη. Μα πόσο διαφορετική... Λουσμένη στα αρώματα. Ψεύτικη. Φιλόδοξη και ποταπή. Δεν αγάπησε ποτέ τον Ρωμανό. Τον θρόνο ονειρεύτηκε μόνο. Και τώρα ποιος ξέρει τι ραδιουργίες ετοιμάζει... Η φόνισσα.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' άρρωστος στο κρεβάτι, πίνει το φάρμακο που του δίνει ο γιος του Ρωμανός Β'.
Εικόνα από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Η τελετή εξόρυξης της «Λημνίας γης» που περιγράφεται στο βιβλίο, έχει φυσικά τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Τότε διαβάζουμε ότι λάμβανε χώρα κάθε άνοιξη (6 Μαΐου) προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος (με τη μορφή της οποίας σφραγίζονταν τα δισκία), ενώ από τα βυζαντινά χρόνια και μετά, οι χριστιανοί την πραγματοποιούσαν κάθε καλοκαίρι (6 Αυγούστου), συνδέοντάς την με τη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Η τελευταία γνωστή αναφορά εξόρυξης είναι το 1916, ωστόσο το έθιμο είχε ήδη παρηκμάσει. Η Λημνία γη θεωρούταν ότι είχε ιαματικές ιδιότητες και οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούσαν ενάντια στον πυρετό, τη δυσεντερία, τη δυσπεψία, τη διάρροια, αλλά και κάθε είδους δηλητηριάσεις. Περισσότερα για την ιστορία της και τα χημικά της συστατικά μπορείτε να διαβάσετε εδώ ή στο βιβλίο του Σπυρ. Παξιμαδά Λημνία Γη.
Ο λόφος Μόσυχλον, πάνω στον οποίο (σύμφωνα με τη μυθολογία) προσγειώθηκε ο θεός Ήφαιστος.
Εκεί γινόταν για αιώνες η τελετή εξόρυξης της «θαυματουργής» Λημνίας γης. (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Όπως και Στον ίσκιο του Δικέφαλου που διαβάσαμε τον Σεπτέμβριο, έτσι και εδώ, γίνονται φανερές οι δοκιμασίες που περνούσε ο νησιωτικός (και όχι μόνο) ελληνισμός, όσο καιρό οι Σαρακηνοί παρέμεναν στην Κρήτη. Μπορούμε με αφόρμηση συγκεκριμένες φράσεις από το κείμενο (βλ. απόσπασμα) να καλέσουμε τους μαθητές μας να γράψουν ένα γράμμα που να απευθύνεται προς τις βυζαντινές αρχές, απαριθμώντας τα βάσανα τα οποία υφίστανται και εκλιπαρώντας για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Πώς άραγε θα πρέπει να προσφωνήσουμε τον Νικηφόρο Φωκά, τον Χλωμό Θάνατο των Σαρακηνών (Pallida Mors Saracenorum) όπως τον αποκαλούσαν οι Δυτικοευρωπαίοι, και τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιήσουμε, ώστε να ανταποκριθεί στο κάλεσμά μας;

Πιο κοινωνικές, θεατρικού τύπου δραστηριότητες, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αναπαράσταση του εθιμοτυπικού στέψης ή κηδείας ενός αυτοκράτορα, που περιγράφεται αναλυτικά στη σ. 140, ή το τελετουργικό εξόρυξης της Λημνίας Γης, για το οποίο μαθαίνουμε στην σελίδα 43. 
Ο πατριάρχης Πολύευκτος (που στο Άννα και Θεοφανώ βαφτίζει την βασίλισσα των Ρώσων
Όλγα και εδώ -σ.75- παντρεύει τον Ρωμανό Β' με τη Θεοφανώ) στέφει τον Βασίλειο Β'. 
Λεπτομέρεια από το χειρόγραφο του Ιωάννου Σκυλίτζη που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Να αναφέρουμε κλείνοντας, ότι στο βιβλίο θίγεται σε αρκετά σημεία η σχέση της παλαιάς δωδεκαθεϊστικής θρησκείας με τη νέα, κάτι που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε στο μάθημα των Θρησκευτικών. Κάποια αποσπάσματα μιλούν για την συνέχεια των δύο, έπειτα για τη σύγκρουσή τους και τελικά για την ένωσή τους μέσα στην σύγχρονη παράδοση και τους ανθρώπους. Διαβάζουμε συγκεκριμένα (σ.18) Ήταν ένα κράμα από αρχαιολατρικές δοξασίες και χριστιανισμό. Τώρα αναρωτιέται, πόσο οι άνθρωποι προσπαθούν, ακόμα και σήμερα, το 956, να κρατήσουν μέσα τους το παλιό τελετουργικό στοιχείο. Και το μετακινούν ολοένα, το σμίγουν με τη νέα τους θρησκεία. Ή αργότερα (σ.26) Οι κάτοικοι, χρόνια τώρα, ζούσαν εξοικειωμένοι μ' όλα τούτα. Όσο κι αν είχαν αποδεχτεί το χριστιανισμό, τα είδωλα εκείνα, η μαγεία που ασκούσαν στις ψυχές τους οι ιερές τελετές, επηρέαζαν τη ζωή τους. Κι ένα κομμάτι από τον εαυτό τους ήταν σκοτεινά δεμένο με τις μνήμες εκείνες, που κείτονταν πάνω στη γη τους σαν σκόρπια λείψανα. (σ.40) Στο βάθος του δρόμου διακρίνεται το Ιερό του Ηφαίστου και ο καλλιμάρμαρος ναός της Λημνίας Θεάς. Η πόλη κοιμάται ακόμα, μα τα μνημεία αγρυπνούν. Φοβούνται, θαρρείς, τη μοναξιά του χρόνου. Φοβούνται την εγκατάλειψη. Ήταν τότε, εκείνη ακριβώς την εποχή, που οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαταλείπουν σιγά σιγά την Ηφαιστία. Έφευγαν μαζί με τα σπίτια τους, σχημάτιζαν μια νέα εστία ζωής γύρω από τον Κότζινο. Δεν μπορούσαν πια να ζήσουν ανάμεσα σ' όλα εκείνα τα ειδωλολατρικά μνημεία, είχαν ανάγκη από κάποια απόσταση εξωτερική, για να μπορέσουν να καλύψουν και το μέσα χάσμα. Σιγά σιγά, λοιπόν, σέρνονταν μαζί με τις πέτρες των σπιτιών τους, να βρουν καινούρια αναπνοή, καινούριο ορίζοντα, για να μπορέσουν να αποδεχτούν το νέο λατρευτικό τους Θεό. Και τελικά καταλήγει (σ.228) Χάθηκαν και μαζί υπάρχουν, τίποτα δε χάνεται, τα φέρνουμε όλα απάνω μας, δεν είναι τυχαίο που η κόρη είχε τούτη την ευγένεια της σκέψης, τούτη τη γενναία ψυχή, κι ο Φοίβος, εκείνος ο περήφανος αετός, δεν είναι τυχαίο, όχι...
Μόλις πέρυσι απαγορεύτηκε η θυσία στολισμένου ταύρου και αρνιών που γινόταν
κάθε παραμονή της Κυριακής των Μυροφόρων στον Μανταμάδο της Λέσβου (πηγή)

Share/Bookmark

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Μια μικρή ηρωίδα

Υπόθεση
Σ' ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, στα 1866, ζει ο καπετάν Αντρέας μαζί με τη γυναίκα και τη 12χρονη κόρη τους Λενιώ. Ένας αγγελιοφόρος εμφανίζεται στο σπίτι τους, κυνηγημένος από τους Τούρκους. Η Λενιώ αναλαμβάνει να τον οδηγήσει με ασφάλεια στη Μονή Αρκαδίου, ώστε να παραδώσει το μήνυμά του στον ηγούμενο. Μετά όμως από πολλές περιπέτειες, ο δρομολάτης πέφτει σε ενέδρα και τραυματίζεται βαριά. Η μικρή ηρωίδα δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει μόνη, γνωρίζοντας ότι τα χαρτιά πρέπει να φτάσουν στον προορισμό τους με κάθε θυσία. Ολοκληρώνει την αποστολή της με επιτυχία, κάνοντας τους γονείς της -που ήρθαν να τη βρουν στο μοναστήρι- περήφανους. Ο τόπος γύρω από τη μονή πλημμυρίζει γρήγορα με Τούρκους και κανόνια. Οι Κρητικοί υπερασπιστές γνωρίζουν τη μοίρα που τους περιμένει, είναι όμως αποφασισμένοι να πολεμήσουν για την ελευθερία τους και την ένωση με την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Καζαντζάκη
Εικονογράφηση: Αλέξης Κορογιαννάκης (εξώφυλλο Σπύρος Γούσης)
ISBN: 978-960-03-3030-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 145
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Ιστορική περιπέτεια που ξετυλίγεται με την απλότητα και τους ήπιους τόνους ενός παραμυθιού. Σκοπός της, να μας διηγηθεί τη δραματική θυσία των Κρητών στη Μονή Αρκαδίου. Με γλώσσα λογοτεχνική αλλά και χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στοιχεία από την κρητική ντοπιολαλιά, η συγγραφέας δημιουργεί τελικά μια αρκετά καλογραμμένη ιστορία. Ειδικά στα πρώτα κεφάλαια, οι ατμοσφαιρικές σκηνές εντυπωσιάζουν με την εσωτερική ένταση που εκπέμπουν. Καθώς όμως η αφήγηση αρχίζει να ακολουθεί τη Λενιώ στην περιπέτειά της, τα χαρακτηριστικά του «φιλμ νουάρ» παραχωρούν τη θέση τους σε συνηθισμένες για τον χώρο προσεγγίσεις. Οι χαρακτήρες γίνονται πιο προσιτοί, ενώ εισάγονται απλουστεύσεις που εξυπηρετούν την πλοκή και πιθανόν μάς βοηθούν να υιοθετήσουμε την οπτική του νεαρού κοριτσιού. Το βιβλίο χωρίζεται σε 15 ασύμμετρης έκτασης κεφάλαια (3-24 σελίδων) που διαβάζονται με ενδιαφέρον και χωρίς να κουράζουν. Η εικονογράφηση είναι παρούσα, με 2-3 ασπρόμαυρα σκίτσα μισής ή μίας σελίδας ανά κεφάλαιο. Προτείνουμε το βιβλίο σε μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού, ενώ πιθανόν να το εκτιμήσουν τόσο τα κορίτσια (αφού πρωταγωνίστρια είναι η Λενιώ) όσο και τα αγόρια, λόγω του θέματος και της δράσης του.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Ήπιοι τόνοι και λογοτεχνικότητα
  • Ενδιαφέρον θέμα
  • Προβολή ανθρωπιστικών αξιών

Αξίες - Θέματα
Γενναιότητα, Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν οι Τούρκοι φτάνουν έξω από το σπίτι του καπετάν Αντρέα (κεφ.2)

Εικονογράφηση
Δύο - τρία ασπρόμαυρα σκίτσα σε κάθε κεφάλαιο που καταλαμβάνουν μισή ή ολόκληρη σελίδα, συνοδεύουν το κείμενο και συμμετέχουν στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Ζητώ συγνώμη για τις "τσαλακωμένες" εικόνες, αλλά είναι από το βρεγμένο αντίτυπο που διατίθεται προς δανεισμό στη βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου (καλό θα ήταν όσοι δανείζονται βιβλία να τα προσέχουν).
Απόσπασμα
Η ιστορία που θα διηγηθώ συνέβηκε, πάει πολύς πολύς καιρός, σ’ ένα ορεινό χωριουδάκι της Κρήτης, απόμερο κι αγνοημένο. Κατάφυτο από χιλιόχρονα πλατάνια και θεόρατες βαλανιδιές, με τ’ αηδόνια και τις πέρδικες να κελαηδούν την άνοιξη στις ρεματιές του, με τα λογής λουλούδια να στολίζουν τις πλαγιές του και τα δροσερά και κρυσταλλένια νερά να κατρακυλούν ολοχρονίς από τα γύρω βουνά, το χωριουδάκι ήταν ένας μικρός χαρούμενος παράδεισος. Λες κι η φύση το ‘χε διαλέξει να σκορπίσει απάνω του τις ομορφιές της.

κι όμως, οι λιγοστοί του κάτοικοι σαν να μην έβλεπαν τις χάρες τους. Οι Κυριακές δε μάζευαν τις νιες και τα παλικάρια στα χοροστάσια να στήσουν το χορό έπειτα από τη λειτουργία. Τα χαρούμενα γερακοκούδουνα της λύρας δεν ακούγονταν. Στο Νησί είχαν ακόμα μια φορά αρχίσει οι αγώνες για τη λευτεριά.

Το μήνυμα «Στ’ άρματα, αδέρφια, λευτεριά ή θάνατος», σαν να το ‘φερνε ο αγέρας στα φτερά του, ξεσήκωνε, όθε διάβαινε, το λαό. Η λαχτάρα της λευτεριάς άναβε πάλι τις καρδιές κι όλοι, σαν ένας, βιάζονταν ποιος πρώτος να λάβει μέρος στον αγώνα.

Εκεί στα βουνά, ωστόσο, τους κάτοικους δεν τους απειλούσε κανένας κίνδυνος. Στα μέρη εκείνα δεν είχε πατήσει ποτέ ποδάρι αγαρηνού και θα μπορούσαν να ζουν ξένοιαστοι, δοσμένοι στα ειρηνικά τους έργα. Τότε όμως θα ‘τανε ψέμα η πατρίδα, ψέμα η αγάπη για τη λευτεριά, ψέμα το χρέος του καθενός ν’ αγωνίζεται εναντίον της σκλαβιάς. κι επειδή δεν είναι ψέμα όλα τούτα, που λέγονται με μια λέξη, «αρετή», στο χωριουδάκι δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς να’ χει κάποιον να πολεμά ή κάποιον σκοτωμένο να τον κλαίει.

Κι όπως σε κάθε κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, πάντα υπάρχουν μερικοί που ξεχωρίζουν από τους άλλους με την αξία τους, έτσι στο χωριουδάκι ξεχώριζε ο καπετάν Αντρέας για τη γνώση και την παλικαριά του. Δεν είχε μεγάλη οικογένεια. Μόνο τη γυναίκα του, τη Μαρίνα, και το Λενιώ του, δώδεκα χρονών κοριτσάκι, με κατάξανθες πλεξούδες και κόκκινα μάγουλα. Ο καπετάν Αντρέας δεν ήτανε κανένας τρανός με τσιφλίκια και κοπάδια. Ήτανε, σαν όλους τους χωριανούς, φτωχονοικοκύρης, με τόση γη δική του, όση για να του δίνει της χρονιάς τη σοδειά, και τόσα πρόβατα, όσα για να ‘χει το γάλα, να πήζει το τυρί του, να βγάζει το βούτυρό του και η κυρα- Μαρίνα να φτιάχνει τις χυλοπίτες και τους τραχανάδες.

Όπως οι περισσότεροι Κρητικοί, ήτανε ψηλός κι αλαφροκόκαλος. «Έπιανε το λαγό στο τρέξιμο», όπως λένε εκεί. Είχε ωραία χαρακτηριστικά. Φρύδια καλογραμμένα, μεγάλα αστραφτερά μάτια κι έκφραση γαλήνια και σοβαρή. Κι όσο για παλικάρι, κανένας δεν ήτανε καλύτερός του.

Απόψε λοιπόν οι χωριανοί βρίσκονται συναγμένοι στο σπίτι του καπετάν Αντρέα. Ανάμεσά τους είναι και δυο ξενοχωρίτες μαντατοφόροι. Φαίνεται θα τους έφεραν δυσάρεστα μαντάτα, για να ‘ναι όλοι τους έτσι συλλογισμένοι.

«Τα τειχιά της Μονής θα μπορέσουν άραγε ν’ αντέξουν;» ρωτά κάποιος σε μια στιγμή.

«Πάντα άντεχαν», είπε ένας από τους ξένους. «Τώρα όμως, μαζί με τους ντόπιους εχθρούς, ο Σουλτάνος έστειλε και ταχτικό στρατό με κανόνια».

«Το Αρκάδι», πήρε το λόγο ο καπετάν Αντρέας, «δεν πέφτει εύκολα. Χώρια που έχει γερό κάστρο και οι μπαρουταποθήκες του είναι γεμάτες πολεμοφόδια, έχει και υπερασπιστές τα καλύτερα παλικάρια. Και πρώτος απ’ όλους το γούμενο τον Γαβριήλ».

Οι γυναίκες, ακούγοντάς τους από την πλαϊνή κάμαρα, παρατούσαν τ’ αδράχτια και τις ρόκες τους και πρόσεχαν τι λέγανε. Έπειτα ξανάπιαναν τη δουλειά τους και μεταξύ τους κουβέντιαζαν κι εκείνες.

«Πόσοι πάλι θα σκοτωθούν, Χριστέ μου! Ακούσατε τι είπαν; Ο Σουλτάνος έστειλε στρατό».

«Βάλανε, λέει, αρχή να καίνε τα χωριά οι αντίχριστοι! Οι φωτιές φαίνονται μίλια μακριά».

Μια γριούλα, με τα άσπρα μαλλιά της να ξεβγαίνουν από το μαύρο τσεμπέρι της, με τρόπο αυστηρό και σεβάσμιο είπε:
«Και οι τρεις μου γιοι σκοτώθηκαν. Κι είμαι τώρα έρμη και μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο. Μου είπαν κι οι τρεις: Θα πάμε, μάνα, να πολεμήσουμε. και τους αποκρίθηκα: Να πάτε, παιδιά μου. Σκοτώθηκαν κι οι τρεις. Και όσοι άλλοι… αμέτρητα χρόνια… κι η Κρήτη είναι ακόμα σκλαβωμένη».

«Άδικα χάνεται ο κόσμος. Τόσα χρόνια τι κερδίσαμε;»
Η γριούλα την έκοψε:

«Δεν ήθελα να πω αυτό, Κατερίνα. Δε με κατάλαβες. Όταν πολεμά κανείς για τη λευτεριά, ποτέ δεν είναι σίγουρος πως θα τη χαρεί ο ίδιος. Ξέρει όμως πως θα τη χαρούν οι άλλοι και αυτό του φτάνει».

«Έτσι είναι», συμφώνησαν όλες.

Ανάμεσά τους ήτανε και το Λενιώ. Σαν μεγάλη άκουγε προσεχτικά τα λόγια τους και τα ‘βαζε καλά στο νου της.
Ξάφνου ακούστηκε χτύπος στο παραθύρι. Ποιος ήτανε τέτοια ώρα; Μήπως γελάστηκαν; Αλλά όχι, γιατί τώρα χτυπούσαν πιο δυνατά.

Ο καπετάν Αντρέας σηκώθηκε και πήγε να δει.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ανοίγοντας το παραθύρι.

«Ένας δρομολάτης έχασε το δρόμο και ζητά να τον οδηγήσετε».

Η φωνή ήταν αντρίκεια και σταθερή.

«Καλώς ορίσατε», είπε ο καπετάν Αντρέας και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα.

Μερικά αστέρια τρεμόλαμπαν κι ένα δροσερό αεράκι μπήκε στην κάμαρα. Στο κατώφλι φάνηκε ένας μεγαλόσωμος άντρας.

Είπαμε πως οι Κρητικοί είναι ωραίοι άντρες, όμως η ομορφιά τούτου του ανθρώπου δεν είχε το ταίρι της.

Όλοι σηκώθηκαν να του δώσουν θέση. Αμέσως έπειτα ο καπετάν Αντρέας ρώτησε τον ξένο αν πεινά κι αν διψά και του πρόσφερε το βρισκούμενο: τυρί, κρασί και τηγανισμένα αυγά.

Ο ξένος δέχτηκε τη φιλοξενία του νοικοκύρη με τρόπο απλό κι ευγενικό. Τα λόγια όμως ήταν μετρημένα. Ούτε πού πήγαινε, ούτε πώς βρέθηκε εκεί πάνω. Αλλά ούτε ο καπετάν Αντρέας ούτε κανείς άλλος τον ρώτησε.

Σιγά σιγά άρχισαν τις κουβέντες. Έλεγαν για τις μάχες που γίνονταν, για τα γυναικόπαιδα που έφευγαν από τις πολιτείες με τα βαπόρια και πήγαιναν να σωθούν στην Ελλάδα. Ο ξένος ήτανε για όλα πληροφορημένος. Αλλά όσο και αν όλα τούτα ήτανε γνωστά, στο στόμα του ξένου έπαιρναν, θαρρείς, μεγαλύτερη σημασία.

ήρθε η ώρα να πάνε στα σπίτια τους οι χωριανοί. Σηκώθηκαν, πήραν τις γυναίκες τους, ευχήθηκαν το καλό ξημέρωμα κι έφυγαν. Στου καπετάν Αντρέα έμειναν οι δυο ξενοχωρίτες κι ο άγνωστος περαστικός.

Όταν έμειναν οι τέσσερις μονάχοι, ο ξένος ρώτησε αν οι δρόμοι κατά δω είναι λεύτεροι ή έχουν κλειστεί. Και αν υπάρχουν μονοπάτια να τραβήξει απ’ αυτά.

«Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Βέβαια υπάρχουν πολλά μονοπάτια, αλλά πώς να τα βρει ένας που δεν τα περπάτησε ποτέ;»

Τα διαπεραστικά μάτια του ξένου σταμάτησαν στο γαλήνιο πρόσωπο του καπετάν Αντρέα, έπειτα στους άλλους δυο.

«Αυτό μου φτάνει», είπε ο ξένος και όλοι κατάλαβαν πως ήτανε μαθημένος να μην τον σταματά κανένα εμπόδιο στο δρόμο του. «Φεύγω», είπε και σηκώθηκε. «Πρέπει εκεί που πάω να φτάσω το γρηγορότερο».

«Αυτό εξαρτάται από το μέρος που θέλεις να πας», αποκρίθηκε ο καπετάν Αντρέας. «Το ξέρω πως όποιος έχει γερά ποδάρια δε λογαριάζει την απόσταση, φτάνει να ‘ναι ο δρόμος καλόβολος. Και κοντινός όμως να ‘ναι, σαν έχει κακοτοπιές…»

«Εμείς οι δρομολάτες», αποκρίθηκε ο ξένος, «όταν δεν είμαστε λεύτεροι να διαλέξουμε τον καλόβολο δρόμο, τραβούμε και τον κακόβολο Μια και πήραμε την απόφαση να φτάσουμε κάπου, πρέπει να φτάσουμε. Βέβαια, είναι μεγάλο αγαθό να περπατά κανείς συντροφεμένος με καλούς και σίγουρους φίλους».

«Σωστά», είπε ο καπετάν Αντρέας. «Ένας σίγουρος φίλος σε τούτες τις δύσκολες ώρες είναι ό, τι χρειάζεται περισσότερο».
«Μόνο που δεν μπορεί κανένας να ‘ναι σίγουρος ποτέ για το φίλο που ακόμα δεν τον έχει δοκιμάσει».
«Υπάρχουν και φίλοι δολεροί, αυτό είν’ αλήθεια. Και από το καρπερό χωράφι δε λείπει η ήρα κι ούτε είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς το βλαβερό σπόρο από τον χρήσιμο».

«Ο καλός τσοπάνος», απάντησε τότε ο ξένος δίνοντας το χέρι του στον καπετάν Αντρέα, «γνωρίζει τα πρόβατά του, ακόμα κι αν φορούν το τομάρι του λύκου».

Είχε συνεννοηθεί. Τα διφορούμενα λόγια ήτανε πια περιττά.

«Γεια σας, αδέρφια!» είπε ο ξένος κι έδωσε και με τους άλλους δυο το χέρι. «Οι δικοί μας σας στέλνουν χαιρετίσματα».

«Είμαστε μαζί σας στη ζωή και στο θάνατο!»

«Στο Αρκάδι έχουν ανάγκη από ψωμί. Ο γούμενος μηνά να οργανωθούν αποστολές με καρπό. Κρατώ γράμματα από την Αθήνα, που πρέπει να φτάσουν στα χέρια των αρχηγών της επανάστασης το γρηγορότερο. Τώρα πάω ν’ ανταμώσω τον καπετάν Μανούσο, τον αρχηγό της δικής σας περιφέρειας».

Ξάφνου τα μάτια του στυλώθηκαν στη μέσα μεριά της κάμαρας. Κάποιος του άκουγε, κρυμμένος στο σκοτάδι. Ο καπετάν Αντρέας γύρισε να δει τι είχε τραβήξει την προσοχή του ξένου κι αμέσως χαμογέλασε.

«Είναι το Λενιώ μου, το καλό μου το κορίτσι. Έλα, Λενιώ».
Σχόλια
Στις 8 Νοεμβρίου του 1866, 15.000 Τούρκοι στρατιώτες με 30 κανόνια, αρχίζουν την επίθεση στη Μονή Αρκαδίου, μέσα στην οποία βρίσκονται κλεισμένοι 325 οπλισμένοι άνδρες και 639 γυναικόπαιδα. Για ποιον λόγο αποφασίζουν οι αγωνιστές να θυσιαστούν; Παρουσιάζοντας τα κίνητρα για την εθελοθυσία των ηρώων, η συγγραφέας μας παραθέτει στο κεφ. 13 μια σύσκεψη προεστών και καπεταναίων στην οποία ακούγονται τα εξής επιχειρήματα:
  • Ο καπετάν Αντρέας, προτείνει να σταθούν πιστοί στον όρκο τους, να πολεμήσουν και να σκοτωθούν, σίγουροι πως η θυσία μας δε θα πάει χαμένη. Τίθεται λοιπόν θέμα αξιοπιστίας προς τον Θεό και την επαναστατική επιτροπή του νησιού. 
  • Η καπετάνισσα Δασκαλάκαινα συμπληρώνει ότι δεν πολεμούν μόνο αυτοί, αλλά όλο το νησί με σύνθημα: λευτεριά ή θάνατος. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν για τον έναν σκοπό.
  • Όταν κάποιος αντιλέγει ότι ίσως θα έπρεπε να συνθηκολογήσουν για τα 600 γυναικόπαιδα, του απαντούν ότι οι Τούρκοι δεν κρατούν τον λόγο τους. Μάλλον δίκαια, αφού όταν τη μέρα μετά την ανατίναξη ο Ι. Δημακόπουλος συνθηκολόγησε και παραδόθηκε, οι Τούρκοι παρά τις εγγυήσεις εκτέλεσαν τον ίδιο και τους περισσότερους υπερασπιστές που είχαν επιβιώσει! - αντίστοιχα θυμίζουμε ότι είχαν συμβεί και μετά την άλωση της Αμμοχώστου το 1571.
  • Ο ηγούμενος κλείνει τη σύσκεψη λέγοντας «Οι γενιές που θα 'ρθουνε ας κρίνουνε αν κάμαμε το χρέος μας, όπως το κάμανε κι εκείνοι που ζήσανε πρωτύτερά μας», θέτοντας έτσι θέμα υπευθυνότητας απέναντι στον ίδιο τον Ελληνισμό και τις μελλοντικές γενιές.
Οι ρόλοι των δύο φύλων στην παραδοσιακή Κρήτη του 19ου αιώνα φαίνονται σε αρκετά σημεία, με πιο χαρακτηριστικό αυτό (σ.22): Η γυναίκα του καπετάν Αντρέα έκλεισε πίσω της την πόρτα και στάθηκε να περιμένει τις διαταγές του. Κοντά της το Λενιώ περίμενε κι αυτή τι θα πει ο πατέρας.

Το παραπάνω, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Κρητικοπούλες δεν σηκώνουν στις πλάτες τους μέρος από το βάρος του αγώνα. Όπως διαβάζουμε στις σελίδες 121 και 127 φροντίζουν για τους τραυματίες, την καθαριότητα, τα παιδιά, τα ρούχα, το φαγητό, το νερό και τον ανεφοδιασμό των ανδρών που πολεμούν. Η συμβολή τους λοιπόν, παρουσιάζεται πολύτιμη. Όπως λέει και ο στίχος: Διακόσιοι πενήντα εννιά Κρήτες επολεμούσαν / γέροι, γυναίκες και παιδιά, φυσέκια κουβαλούσαν.
Η αείμνηστη συγγραφέας, παρότι αναφέρεται με αγανάκτηση στη βαρβαρότητα και τις ασυδοσίες των Τούρκων (σ.99), αποφεύγει να πέσει στην παγίδα της μονομέρειας, στην οποία πολλές ιστορικές περιπέτειες παρασύρονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά των κατακτητών, που έχουν κι αυτοί παιδιά και έγνοιες (σσ.28, 42-43). Πιο χαρακτηριστικό σημείο, εκείνο όπου ο Ισμαήλ αγάς (σ. 110-2) παρότι Τουρκοκρητικός ο ίδιος, καλύπτει τον γιο του χριστιανού φίλου του που ζητάει βοήθεια μετά τη δολοφονία ενός Τούρκου. Όπως άλλωστε καταλαβαίνουμε (σ.99), ειδικά οι γυναίκες των δύο στρατοπέδων εκείνη την εποχή δεν είχαν πολλά να χωρίσουν: Χριστιανές ή Οθωμανές, παρέμεναν στο περιθώριο, κλεισμένες ανάλογα με τη θρησκεία τους στο χαρέμι ή στο σπίτι, με τις τελευταίες να μπορούν τουλάχιστον κάθε Κυριακή να βγαίνουν για να εκκλησιαστούν.
 
Στη σελίδα 100 αναφέρεται ότι οι Κρητικοί για εκατό χρόνια μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους, κανένα σημάδι δεν έδειξαν πως αποζητούσαν ν' αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Η φράση αυτή μπορεί να παρεξηγηθεί, αφού όντως μετά την άλωση του Χάνδακα (1669), το κίνημα του 1692 (Domenico Mocenigo) στα Χανιά και την πτώση του φρουρίου της Σούδας (1715), η πρώτη επαναστατική ενέργεια ήρθε το 1770 με τον ξεσηκωμό του Δασκαλογιάννη. Τα 55 αυτά χρόνια δεν πέρασαν όμως «ήρεμα» για τον λόγο του ότι οι ντόπιοι ήταν ευχαριστημένοι, αλλά επειδή ήταν αποδεκατισμένοι! Διαβάζουμε (εδώ και εδώ) ότι ενώ πριν από την τουρκική κατάκτηση η Κρήτη αριθμούσε 500.000 κατοίκους, αμέσως μετά στο νησί είχαν μείνει μόλις 50.000 χριστιανοί!
Χρήση στην τάξη
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα παιδιά γνωρίζουν την κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, όπως την ζούσαν οι ντόπιοι. Για τη φιλοξενία τους, την κρητική διατροφή (σ.15, 47), την παραδοσιακή τους ενδυμασία (σ.46) και βέβαια τη νοοτροπία τους. Αλλά και για την καταπίεση, τις κλοπές (σ.106, 110), το κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και τις κάθε είδους αυθαιρεσίες που υφίσταντο από τους Οθωμανούς καταπατητές, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να αρπάξουν οτιδήποτε τους άρεσε. Η σκηνή στη σελ. 52 με τον Τούρκο να διαπραγματεύεται με τον κυρ Μανούσο την τιμή για το άχυρο που μόλις του έκλεψε, είναι χαρακτηριστική. Θυμίζει μάλιστα την πολιτική που εφάρμοζε ο σουλτάνος σχετικά με τη μαστίχα Χίου, η οποία μας είχε απασχολήσει στον Λουκή Λάρα. Μπορούμε με τη βοήθεια των μαθητών, να αναπαράγουμε στην τάξη τον διάλογο αυτόν· για να υπάρχει επιπλέον ενδιαφέρον, ο καπετάν Μανούσος καλό είναι κάθε φορά να αντιδρά διαφορετικά, καλύπτοντας μια γκάμα από την πλήρη δουλικότητα, στην απλή συγκατάβαση και τέλος την επαναστατική άρνηση.

«Πρέπει να σου πω τώρα, κυρ Μανούσο, και για κάποια άλλη υπόθεση», άρχισε να λέει ο Τούρκος μόλις μείνανε οι δύο. «Δηλαδή για το άχυρο που 'φερε το κορίτσι. Το λοιπόν αποφασίστηκε να το πάρουμε. Πάλι όμως, αν σου χρειάζεται, να μας πληρώσεις την αξία του. Κατάλαβες; Μιλημένα τιμημένα... Δώσε όσα κάνει και δε μας νοιάζει για το άχυρο.»
«Σωστά, αγά μου, πολύ σωστά», αποκρίθηκε ο καπετάν Μανούσος. «Ό,τι θέλεις. Ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου».
«Ωραία μιλάς, κυρ Μανούσο. Σαν γνωστικός και φρόνιμος που είσαι, μιλάς».
Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις κι αυτό θα μου το χαρίσεις! (Πηγή)
Σε σχέση με το μαρτυρικό Αρκάδι, οι μικρότεροι μαθητές μπορούν να παρακολουθήσουν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ Το Αρκάδι των Αγγέλων και να αποδώσουν την πρόσοψη της Μονής με διάφορα χρώματα και τεχνικές (βλ. εικόνα κάτω). Οι πιο μεγάλοι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν στοιχεία για μια παρουσίαση αξιοποιώντας τα παραπάνω, όπως και πληροφορίες από το διαδίκτυο, βίντεο, 3D animations, τον σχετικό πίνακα του Γκατέρι (Giuseppe Gatteri) αλλά και τραγούδια, όπως το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου του Κ. Μουντάκη ή το Άστραψε και Σκοτείνιασε.

Share/Bookmark