Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Κυνηγώντας το Μαμούθ


Υπόθεση
Εξαιτίας λανθασμένων υπολογισμών του μάγου της, Ογκόν, μια προϊστορική φυλή αιφνιδιάζεται από τον ερχομό του χειμώνα και αναγκάζεται να τον περάσει αποκλεισμένη σε μια χιονισμένη κοιλάδα. Όταν οι κυνηγοί της αντικρίζουν για πρώτη φορά μαμούθ, αποφασίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη να το οδηγήσουν στον κοντινό βάλτο, όπως κάνουν με τα μικρότερα θηράματα. Η επιχείρησή τους στέφεται με επιτυχία, μέχρι τη στιγμή που μια αγέλη πεινασμένων λύκων εμφανίζεται στον ορίζοντα...

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Στέφανο Μπορντιλιόνι (Stefano Bordiglioni
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εικονογράφηση: Φαμπιάνο Φιορίν (Fabiano Fiorin)
ISBN: 978-960-04-4513-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2014
Σελίδες: 50
Τιμή: περίπου 5 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Ευχαριστούμε τον εκδοτικό οίκο για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Στιλιζαρισμένη μίνι περιπέτεια από τη σειρά Ιστορίες πριν από την Ιστορία, που μας ταξιδεύει στον κόσμο των προϊστορικών ανθρώπων. Η μετάφραση μπορεί σε κάποια σημεία να μοιάζει αποσπασματική, μας μεταφέρει όμως το κείμενο με απλότητα και ζωντάνια. Η πλοκή χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια μικρού μεγέθους (6 έως 10 μικρών σελίδων με μεγάλα στοιχεία) που διαβάζονται ευχάριστα. Μέσα στο κείμενο βρίσκουμε αρκετές πληροφορίες για την εποχή των σπηλαίων, την οποία οι μικροί αναγνώστες μπορούν να προσεγγίσουν χωρίς κόπο, αφού οι χαριτωμένοι μικροί ήρωες και η εξαιρετικά ελκυστική εικονογράφηση, κάνουν το βιβλίο να θυμίζει πολύχρωμο κόμικ. Μέσα από τον συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων, διαμορφώνεται τελικά ένα, αρκετά εμπορικό μεν, αλλά και ωφέλιμο προϊόν για τους μαθητές των πρώτων τάξεων του δημοτικού.  

  • Πληροφορίες για την προϊστορική εποχή
  • Ελκυστική εικονογράφηση

Αξίες - Θέματα
Προϊστορία, Διαφορετικότητα, Ισότητα Φύλων, Γενναιότητα, Φιλία

Εικονογράφηση
Πολύχρωμα σχέδια σε κάθε σελίδα κάνουν το βιβλίο να θυμίζει κόμικ και μετατρέπουν την ανάγνωσή του σε μια ευχάριστη δραστηριότητα για τους μικρούς μαθητές.
Απόσπασμα
Μέσα από τη σπηλιά όπου είχαν βρει
καταφύγιο, οι γυναίκες και οι άντρες
της φυλής του Κόραν κοίταζαν το χιόνι
που έπεφτε. Νόμιζαν ότι, προτού
ξεκινήσουν για άλλους, πιο ζεστούς τόπους,
θα έμεναν ακόμη ένα φεγγάρι σ’ αυτή την κοιλάδα.
Για κακή τους τύχη, όμως, τους αιφνιδίασε ο χειμώνας.

Ο Κόραν, ο αρχηγός της φυλής, καθισμένος δίπλα στη φωτιά, έβραζε από θυμό.

- Όγκον, μας είπες ότι στο όνειρο που είδες
ένα ελάφι σού έλεγε ότι εδώ θα βρίσκαμε κυνήγι
για πολλές μέρες ακόμη.

Ο Όγκον, ο σαμάνος της φυλής, κοίταζε το χιόνι
τρομοκρατημένος. Δε φοβόταν για τη ζωή του.
Άλλωστε δεν υπήρχε περίπτωση να τον σκοτώσουν
για ένα όνειρο. Φοβόταν, όμως, για την εξουσία του.
Αν οι άντρες και οι γυναίκες της φυλής δεν τον
εμπιστεύονταν πια, θα έχανε τη θέση του και δε θα
 ήταν πλέον ο αξιοσέβαστος, ο φοβερός και τρομερός
σαμάνος που όλοι γνώριζαν.

- Κάποιες μυστηριώδεις δυνάμεις μ’ έσπρωξαν στο λάθος.
Το ελάφι ήταν το πνεύμα του ψεύδους, και νομίζω πως ξέρω
γιατί με ξεγέλασε.

Και με τα λόγια αυτά, ο Ογκόν έδειξε το Σατού,
ένα οκτάχρονο αγοράκι με ένα γαλάζιο κι ένα καφετί
μάτι κι ένα χέρι πιο κοντό και πιο αδύναμο από το άλλο.

- Εξαιτίας του τα πνεύματα δε βοηθάνε τη φυλή μας.
Ο Σατού σίγουρα είναι η προσωποποίηση του κακού.
Τα μάτια του και το χέρι του αποδεικνύουν
ότι είναι ένα τέρας που θα σπείρει το θάνατο
και τη συμφορά. Ας τον θυσιάσουμε για να μας
ξαναδούν τα πνεύματα με καλό μάτι!

Ένας δυο άντρες και μερικές γυναίκες συμφώνησαν
μουγκρίζοντας, όμως ο Κόραν, ο αρχηγός της φυλής,
κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

- Ο Σατού είναι παιδί, και σ’ αυτή τη φυλή,
σ’ το έχω ξαναπεί, δεν πρόκειται να θυσιαστεί κανείς.
Όμως ο Ογκόν δεν το έβαλε κάτω. Άρπαξε από το χέρι
το Σατού και σχεδόν τον σήκωσε στον αέρα.

- Κοίταξέ τον, Κόραν. Είναι πολύ αδύναμος
και δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κυνηγός.
Είναι ένα περιττό στόμα που κλέβει το φαγητό μας.

Ο Σατού έβαλε τις φωνές από την έκπληξή του·
δευτερόλεπτα μετά και Ογκόν έσκουξε, αλλά από πόνο.
Η Άουα, ένα δεκάχρονο κοριτσάκι, φίλη του Σατού,
είχε χιμήξει επάνω του και του δάγκωνε το χέρι,
αναγκάζοντάς τον να αφήσει ελεύθερο το αγόρι.

Ο Σατού κύλησε στο έδαφος και κούρνιασε
σε μια σκοτεινή γωνιά της σπηλιάς,
μακριά από τη φωτιά. Την ίδια στιγμή,
η Άουα εκμεταλλεύτηκε το πανδαιμόνιο
για να κρυφτεί πίσω από την Αντάι, τη μητέρα της.
Ο σαμάνος, που έβραζε από θυμό, άρπαξε το πέτρινο μαχαίρι του.

- Μικρή ύαινα, τώρα θα σου δείξω εγώ!
είπε κι έκανε να κινηθεί απειλητικά προς
την Αντάι και την Άουα.

Όμως, πριν καλά καλά προλάβει να προχωρήσει, 
ένιωσε τη λόγχη του Κόραν στο στήθος του.

- Τράβα να κοιμηθείς και να δεις κανένα όνειρο, σαμάνε, 
είπε ο αρχηγός με απειλητικό ύφος. Και φρόντισε αυτή τη φορά
να μη σου πουν ψέματα τα πνεύματα, αλλιώς η φυλή θα κινδυνεύσει
να πεθάνει απ' την πείνα και το κρύο. 

Ο Ογκόν κοίταζε την αιχμηρή πέτρινη λόγχη στο στήθος του.
Ήξερε καλά πως με μία μόνο κίνηση ο Κόραν θα μπορούσε
να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Κατέβασε το πέτρινο μαχαίρι
και, κατάχλωμος από φόβο, προσπάθησε να χαμογελάσει.

- Δεν το ήθελα, Κόραν. Αφού ξέρεις ότι εγώ ποτέ δεν θα...
Να τον φοβίσω ήθελα μόνο, είπε και άρχισε σιγά σιγά 
να οπισθοχωρεί. 

Σχόλιο
Πολλά τα μαμούθ που έχουμε συναντήσει ως τώρα κατά την περιήγησή μας στην παιδική λογοτεχνία. Άλλα φιλικά όπως εκείνο του Τότο, άλλα εξαγριωμένα από τα πειράματα επιστημόνων κι άλλα με περιορισμένο ρόλο, όπως αυτά στον τίτλο του βιβλίου της Κίρας Σίνου. Το μαμούθ αυτής της ιστορίας ανήκει μάλλον στην τρίτη κατηγορία, αφού προλαβαίνει να κάνει αισθητή την παρουσία του μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Μεγάλο και μαλλιαρό, χάνει τη ζωή του από τους κυνηγούς, σώζοντας την φυλή του Κόραν από την πείνα. Ο θάνατός του, περιγράφεται μαρτυρικός: Το μαμούθ άρχισε να φωνάζει, όχι μόνο από πόνο, αλλά κυρίως επειδή ένιωθε πως πλησίαζε το τέλος του. Έκανε αμέτρητες προσπάθειες να ελευθερωθεί, αλλά οι κινήσεις του γίνονταν όλο και πιο αργές. Τα τραύματά του ήταν βαθιά και οι δυνάμεις του το εγκατέλειπαν. Ο Κόραν και οι άλλοι κυνηγοί περίμεναν να ξεψυχήσει... Η γλαφυρή αυτή περιγραφή, όπως και άλλα σημεία (βλ. απόσπασμα) όπου η απειλή βίας ή θανάτου ανάμεσα σε πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες είναι άμεση, μπορεί να αποδίδει ως έναν βαθμό το κλίμα της προϊστορικής εποχής, θεωρώ όμως ότι θα μπορούσε να ενοχλήσει ή να μεταφέρει λάθος μηνύματα στους λιγότερο ώριμους μαθητές της Α' τάξης.
προϊστορικό μαχαίρι από πυρόλιθο (πηγή)
Η αγενής συμπεριφορά του Κόραν προς τον σαμάνο της φυλής Ογκόν (βλ. απόσπασμα), παρότι μπορεί να ξενίσει, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί εξωπραγματική, ούτε για τα ήθη της εποχής των σπηλαίων, ούτε και για τα σύγχρονα. Όταν η πολιτική/στρατιωτική εξουσία συγκρούεται με τη θρησκευτική, ακούγεται μάλλον φυσικό το χρήμα και τα όπλα να υπερέχουν της δύναμης του πνεύματος.  

Θυμίζουμε ότι στο πρώτο έργο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, την Ιλιάδα, το σκηνικό ανοίγει με τον Αγαμέμνονα να απειλεί δημόσια τον ιερέα Χρύση, (Α 26-32) με λόγια που αρκετά ελεύθερα θα μπορούσαν να αποδοθούν κάπως έτσι: μη σε ξαναπετύχω γέρο κοντά στα πλοία, γιατί η αγιαστούρα δε θα σε βοηθήσει(...) αλλά φύγε, μη μ' ερεθίζεις, αν θέλεις σώος να γυρίσεις. Λίγο αργότερα, είναι σειρά του μάντη Κάλχα να αρχίσει να τρέμει από φόβο, μήπως ο χρησμός του προσβάλλει τον αρχηγό των Αχαιών (Α 80): Πανίσχυρος ο βασιλιάς, όταν με άνδρα μικρότερο θυμώσει, μεμψιμοιρεί, και ζητάει την προστασία του Αχιλλέα προκειμένου να μιλήσει.

Οι σωστές προβλέψεις είναι αυτές που δίνουν πλούτο και κύρος στους μάντεις κάθε εποχής (βλ. καφετζούδες, στοιχηματζήδες, συμβούλους επενδύσεων, πολιτικούς, κτλ.). Υπάρχουν όμως και οι λανθασμένες (βλ. μετεωρολογικές), οι οποίες όταν κάνουν την εμφάνισή τους, μπορεί να τους οδηγήσουν σε αμφισβήτηση και αποκαθήλωση (όπως φοβάται ο Ογκόν στο απόσπασμα). Θυμίζουμε μια ιστορία που μας μεταφέρει ο Πλούταρχος (πηγή) από την πολιορκία της Τύρου: όταν ο μάντης Αρίστανδρος προέβλεψε (εξετάζοντας τις θυσίες) ότι η πόλη θα έπεφτε σε ελληνικά χέρια πριν τελειώσει ο μήνας, οι Μακεδόνες στρατιώτες άρχισαν να τον χλευάζουν και να τον περιγελούν, γιατί η μέρα που διήνυαν ήταν ήδη η τελευταία του μήνα. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να τον προστατέψει αλλάζοντας την επίσημη ημερομηνία (!), τέχνασμα που όμως τελικά δεν φάνηκε να χρειάζεται, αφού με μια ξαφνική έφοδο η Τύρος έπεσε και η πρόβλεψη δικαιώθηκε. 
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μας, εμπνευσμένοι από το βιβλίο, κατασκευάσαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι πρόσθεσης, ομαδικότητας, αλλά κυρίως τύχης, με τον ίδιο τίτλο. 

Τα υλικά που χρησιμοποιήσαμε ήταν:
10 ζάρια (1 μεγάλο κίτρινο, 1 κόκκινο, 1 πράσινο, 1 μπλε και 6 λευκά)
για το ταμπλό: ένα κόντρα πλακέ, κόλλα, χαρτί κανσόν, διακοσμητικό χόρτο
για τους κυνηγούς: play doh που στεγνώνει μόνο του, 3 ξύλινα σουβλάκια
για το μαμούθ: ένα πλαστικό μαμούθ (κάνει και αληθινό, αρκεί να το καλμάρετε)

Η υπόθεση έχει να κάνει με ένα μαμούθ που πηγαίνει να πιεί νερό. Η λιμνούλα βρίσκεται τρεις θέσεις μακριά του, οπότε το παιχνίδι διαρκεί τρεις γύρους. Τρεις ομάδες κυνηγών (η κόκκινη, η πράσινη και η μπλε) προσπαθούν να το πιάσουν πριν φτάσει εκεί.

Πώς παίζεται: σε κάθε γύρο, ο κάθε παίχτης ρίχνει μία φορά τα ζάρια του.

Το μαμούθ ρίχνει μόνο το μεγάλο κίτρινο ζάρι. Ο αριθμός που θα φέρει, πολλαπλασιάζεται επί δέκα και δείχνει την δύναμη του ζώου για τον γύρο.

Αν π.χ. ρίξει 5, η δύναμή του είναι 5x10=50

Ο κυνηγός κάθε ομάδας ρίχνει τρία ζάρια μαζί: ένα χρωματιστό (που αντιπροσωπεύει τον αρχηγό της ομάδας και το αποτέλεσμα που φέρνει πολλαπλασιάζεται επί δύο) και δύο λευκά. Αυτή είναι η δύναμη με την οποία χτυπούν οι κυνηγοί της ομάδας του.

Αν π.χ. ο κόκκινος αρχηγός φέρει 2 με το κόκκινο, 3 με το ένα λευκό και 5 με το άλλο, η δύναμή του είναι (2x2)+(3x1)+(5x1)= 12

Αν οι συνδυασμένες δυνάμεις των τριών ομάδων ξεπεράσουν αυτή του μαμούθ, το νικάνε. Το κρέας του (και τη νίκη) παίρνει η ομάδα του κυνηγού που πέτυχε το δυνατότερο χτύπημα.

Αν το μαμούθ ξεφύγει και στους τρεις γύρους, νικάει εκείνο και πίνει θριαμβευτικά το νεράκι του. Καλή διασκέδαση!

Share/Bookmark

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Στα ίχνη του Βερμέερ

Υπόθεση
Μια νύχτα του Οκτώβρη σε κάποια γειτονιά του Σικάγο, τρία ολόιδια γράμματα φτάνουν σε ισάριθμους παραλήπτες. Ζητούν βοήθεια για την εξιχνίαση ενός "εγκλήματος" που έγινε αιώνες πριν και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ονόματος ενός μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου. 

Ο Κάλντερ Πίλεϊ είναι μαθητής στην έκτη τάξη ενός πειραματικού σχολείου που ίδρυσε ο J. Dewey. Χόμπι του είναι να ανακαλύπτει συσχετισμούς, να σπάει και να δημιουργεί κώδικες, όπως και να επικοινωνεί μέσω αυτών με τον μοναδικό του φίλο Τόμι. Παρότι σιχαίνεται το γράψιμο, λατρεύει τη νέα του δασκάλα δεσποινίδα Χάσεϊ (Hussey) που ακούει με προσοχή τις σκέψεις των παιδιών και ακολουθεί τις αρχές της ανακαλυπτικής μάθησης. Το ίδιο ξετρελαμένη με την απρόβλεπτη νέα δασκάλα είναι και η συμμαθήτριά του Πέτρα, που της αρέσει πολύ να γράφει, να φαντάζεται και να βρίσκει ερωτήσεις χωρίς απάντηση.  Μέσα από μια σειρά πρωτότυπων εργασιών και ένα πραγματικά παράξενο βιβλίο που πέφτει στα χέρια τους, τα δύο παιδιά θα γνωριστούν καλύτερα. Θα ανακαλύψουν συμπτώσεις που συνδέουν τις ζωές τους και θα βρεθούν αναπάντεχα στο κέντρο μιας περιπέτειας στην οποία εμπλέκονται μια εξαφάνιση παιδιού, η κλοπή ενός πίνακα του Βερμέερ, μια δολοφονία και πολλά άλυτα μυστήρια!

Θα αποδειχτεί άραγε αρκετή η βοήθεια των πεντόμινο και της ιδιότροπης κυρίας Σαρπ για να βγουν σώοι από την περιπέτεια και να γλιτώσουν την "Κυρία που γράφει" από τα χέρια των κακοποιών;
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί
Συγγραφέας: Blue Balliett
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εικονογράφηση: Brett Helquist
ISBN: 978-960-441-064-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004 (στα ελληνικά 2005)
Τίτλος πρωτοτύπου: Chasing Vermeer
Σελίδες: 310
Τιμή: περίπου 16 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρουσα περιπέτεια μυστηρίου γύρω από το ταξίδι των ιδεών αλλά και τα έργα του Γιαν Βερμέερ. Η μετάφραση μοιάζει καλοδουλεμένη και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με δημιουργικό τρόπο, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό που δεν δυσκολεύει ιδιαίτερα τον νεαρό αναγνώστη. Η υποψία ενοχής που περνά από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, τα δεδομένα που με ιδιοφυή τρόπο μπερδεύονται και ξεδιαλύνονται, οι διαρκείς ανατροπές και οι συμπτώσεις, όπως και η αγωνία που σταδιακά κλιμακώνεται, είναι στοιχεία που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, παρά τις 300 σελίδες του βιβλίου και τις κατά καιρούς σκόπιμες καθυστερήσεις που παρεμβαίνουν στην πλοκή. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 24 μέτριας έκτασης κεφάλαια (5-20 σελίδων, συνήθως όμως μεταξύ 7 έως 12), σε καθένα από τα οποία συναντάμε μια ολοσέλιδη ασπρόμαυρη εικόνα με ένα κρυφό μήνυμα. Οι συμβάσεις είναι λίγες (π.χ. στη σ.271 η πόρτα του κτηρίου είναι ξεκλείδωτη, αλλά ο συναγερμός ενεργοποιημένος) και δεν επηρεάζουν το ρεαλιστικό ύφος, ούτε μας εμποδίζουν να ταυτιστούμε με τους ήρωες. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Στ' τάξης Δημοτικού και του γυμνασίου, αλλά και γενικά στους φίλους των γρίφων, των καλών τεχνών και των συναρπαστικών μυστηρίων!

  • Ενδιαφέροντες χαρακτήρες
  • Ιδιοφυής πλοκή
  • Προσφέρει αφορμή για παρατήρηση του περιβάλλοντος και ενασχόληση με την τέχνη

  • Ογκώδη κεφάλαια με πυκνή γραφή και περιγραφές που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Τέχνη, Μυστήριο, Εκπαίδευση, Φιλία, Μαθηματικά

Εικονογράφηση
Παρότι η εικονογράφηση είναι καλοδουλεμένη και ακολουθεί την αισθητική του κειμένου, αφήνει την εντύπωση πως δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς το θέμα, ούτε και συμμετέχει στο τελικό αποτέλεσμα με τον τρόπο που ο σχεδιασμός της έκδοσης φιλοδοξεί. Τόσο τα παιδιά όσο και εμείς οι ενήλικοι, στάθηκε αδύνατο να αποκωδικοποιήσουμε τον γρίφο πίσω από τα σχέδια και γρήγορα εγκαταλείψαμε την προσπάθεια, στρεφόμενοι αποκλειστικά στο κείμενο.
Απόσπασμα
Το Ντέλια Ντελ Χολ, χτισμένο το 1916, είχε να επιδείξει αναρίθμητα διακοσμητικά στοιχεία· τερατόμορφες φιγούρες μισοκρυμμένες πίσω από πολυετή κισσό, πέτρινους πυργίσκους, πολυάριθμες καμινάδες, περίτεχνα δίφυλλα παράθυρα. Στους αρχικούς χώρους είχαν προστεθεί μια πισίνα, μια καφετέρια κι ένα σύγχρονο κινηματοθέατρο, όπου διοργανώνονταν πάρτι και θεατρικές παραστάσεις. Το κτίριο έριχνε στο χιόνι μια κίτρινη λάμψη που απέπνεε θαλπωρή κι έστελνε λωρίδες φωτός, λεπτές σαν δάχτυλα, στις σκοτεινές αίθουσες του Κινγκ Χολ.

«Επομένως, έκανα λάθος. Μάλλον το Π δε σήμαινε πανεπιστήμιο», είπε η Πέτρα, που ήρθε και στάθηκε δίπλα στο φίλο της, μπροστά στο παράθυρο. «Μάλλον δεν είναι εδώ ο πίνακας. Τι λες να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στο Ντέλια Ντελ προτού πάμε στο σπίτι;»

«Φυσικά! να αγοράσουμε και ένα κουτί καραμελίτσες και πατατάκια, γιατί πεθαίνω της πείνας».

Οι φωνές τους αργόσβηναν μες στο σούρουπο καθώς διέσχιζαν το δρόμο, αφήνοντας την ησυχία του Κινγκ Χολ ν’ απλωθεί και πάλι σε όλους τους χώρους του.

Οι δύο φίλοι κάθισαν σ’ ένα παγκάκι μες στο Ντέλια Ντελ Χολ, για να μοιραστούν τις καραμελίτσες και τα πατατάκια τους. Έπεφτες χιόνι, που με τρόπο μαγικό μαλάκωνε κι έσβηνε τον κόσμο του πανεπιστημίου έξω απ’ το κτίριο. Άφησαν τα μπουφάν, τους σκούφους και τα γάντια τους σ’ ένα υγρό βουναλάκι από ρούχα πλάι τους.

Μια παρέα φοιτητών στην άλλη άκρη της αίθουσας κουβέντιαζε για το μάθημα των Λατινικών. Ένας άντρας με βαριά ματόκλαδα διάβαζε την εφημερίδα του. Ένας καθηγητής με κεφάλι σαν ροζ μπάλα του μπόουλινγκ κατευθυνόταν βιαστικά προς την πισίνα με μια πετσέτα παραμάσχαλα. Μια γυναίκα με μια τεράστια αρμαθιά κλειδιά στο χέρι πέρασε από μπροστά τους κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά. Ο Κάλντερ μπόρεσε ν’ ακούσει το «κλικ» μιας κλειδαριάς που άνοιξε και το «κλακ» ενός μάνταλου που βρήκε ξανά τη θέση του όταν έκλεισε πάλι η πόρτα.

Η Πέτρα δεν είχε προσέξει τίποτε απ’ όλα αυτά. Μασούσε τα πατατάκια της κοιτάζοντας μπροστά της γλαρωμένη, λες κι ήταν έτοιμη να την πάρει ο ύπνος. Ο Κάλντερ είχε όρεξη για κουβέντα.

«Ουάου! Όλος ο χώρος εδώ πέρα είναι μες στο ξύλο. Κοίτα της σκάλα! Ποτέ δεν την είχα προσέξει μέχρι τώρα. Λες κι από ώρα σε ώρα θα φανεί στην κορυφή της κάποιο πρόσωπο από παλιά κινηματογραφική ταινία… Η Μπέτι Ντέιβις, ας πούμε…»

«Πράγματι». Η Πέτρα σηκώθηκε όρθια και τεντώθηκε. «Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά τώρα. Πέρασε η ώρα».

Απομακρύνθηκαν από την είσοδο του κτιρίου κι άρχισαν να περνούν τη μια άδεια αίθουσα μετά την άλλη. Παντού αντίκριζαν ξύλινη επένδυση στους τοίχους, πέτρινα τζάκια, πλακάκια στο δάπεδο. Είχαν φτάσει στους πιο παλιούς χώρους του κτιρίου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν το αρχικό κτίσμα του Ντέλια Ντελ Χολ. Η διάταξη των χώρων ήταν φιδογυριστή, οι ορθογώνιες αίθουσες θαρρείς πως χόρευαν αποκαλύπτοντας ένα σωρό εκπλήξεις σε κάθε στροφή. Τη μια στιγμή τα παιδιά βρίσκονταν σε μια αίθουσα μεγαλειώδη, την επόμενη σ’ ένα χώρο μικρό και οικείο. Μπήκαν σε μια τεράστια αίθουσα χορού, όπου σε μια γωνιά μερικοί φοιτητές μάθαιναν τάι τσι, μια κινεζική πολεμική τέχνη. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας μικροσκοπικός χώρος υποδοχής και πλάι του μια αίθουσα που έμοιαζε με τραπεζαρία.

Γύψινες κληματαριές κοσμούσαν τις επιβλητικές δοκούς της οροφής, ενώ οι τοίχοι, επενδυμένοι με ορθογώνια κομμάτια ξύλου σε διάφορα μεγέθη χωρίζονταν εδώ κι εκεί από σχεδόν αόρατες πόρτες. Ένα μικρό ξύλινο πόμολο και μια κλειδαρότρυπα ήταν οι μόνες ενδείξεις ότι μπορεί όντως να υπήρχαν κι άλλοι χώροι πίσω από ‘κει. Μια πόρτα οδηγούσε σε μια παλιομοδίτικη κουζίνα, μια άλλη σε μια πίσω σκάλα, και τρεις τέσσερις ήταν κλειδωμένες.

Η τραπεζαρία οδηγούσε σε μια ηλιόλουστη βιβλιοθήκη με ένα υπέροχο, τεράστιο τζάκι. Πάνω στο ράφι του, υπήρχε ένας ξυλόγλυπτος πάπυρος με την επιγραφή: ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΦΟΙΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ. Σκαλισμένα λιοντάρια κι άλογα κοσμούσαν τον πάπυρο.

Η Πέτρα στάθηκε μπροστά από την επιγραφή, θαυμάζοντας τους περίτεχνους γοτθικούς χαρακτήρες.
«Υπέροχο! Τι να σημαίνει, άραγε;»
«Η μαμά μου μου είπε ότι σ’ αυτόν το χώρο επετράπη για πρώτη φορά, εκτός από τους φοιτητές, να κάθονται και οι φοιτήτριες», αποκρίθηκε ο Κάλντερ.
«Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε την έρευνα.»

Στο δεύτερο όροφο υπήρχαν κάποια γραφεία και τρεις αίθουσες διαλέξεων, με πολλές σειρές από ξύλινες καρέκλες, ελαιογραφίες στους τοίχους και μεγάλα παράθυρα.

Στον τρίτο όροφο βρισκόταν μια μικρή θεατρική σκηνή. Τους τοίχους απέναντι από τη σκηνή κοσμούσε μια ωραία παράσταση· άνθρωποι ντυμένοι με μεσαιωνικές ενδυμασίες χόρευαν, έπαιζαν και κουβέντιαζαν σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Στο βορινό τοίχο υπήρχαν θολωτά παράθυρα και μια δίφυλλη τζαμόπορτα που οδηγούσε σε μια ταράτσα.

Τα δυο παιδιά στάθηκαν με δέος στην είσοδο. Μια κόκκινη βελούδινη αυλαία έκρυβε τη σκηνή, στις δυο άκρες της οποίες υπήρχε από μια μικρή ξύλινη πόρτα.

Παρακινημένοι από την ίδια παρόρμηση, προχώρησαν προς τα εκεί. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Χωρίς να πει λέξη, ο Κάλντερ δοκίμασε ν’ ανοίξει την πόρτα στα δεξιά της σκηνής. ήταν ξεκλείδωτη. Τρία σκαλάκια οδηγούσαν στα παρασκήνια.

Γλίστρησαν αθόρυβα εκεί μέσα, περνώντας πάνω από ξεφτισμένα σχοινιά αυλαίας, ένα λαούτο χωρίς χορδές, μια πλαστική στάμνα και μια παλιά σκούπα.

«Όλα αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν υλικό για έναν ανόητο που περνιέται για τον Βερμέερ», σχολίασε ο Κάλντερ.

Νόμιζε ότι η Πέτρα θα γελούσε με το αστείο του, το κορίτσι όμως μάλλον δεν τον άκουσε.

«Δεν υπάρχει καμιά κρυψώνα εδώ», είπε.

Ξάφνου, η Πέτρα ένιωσε σαν να είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό ή σαν να έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού. Ένιωσε μια αδιαθεσία. Οι λέξεις βγήκαν με κόπο από το στόμα της.

Επέστρεψαν στο δεύτερο όροφο. Το κορίτσι βρήκε μια καρέκλα μπροστά σ’ ένα παράθυρο και κάθισε. Ένιωσε ν’ ανακουφίζεται λιγάκι και μόνο που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο, κι αυτό ήταν παράξενο.

Ο Κάλντερ είχε πέσει στα τέσσερα μπροστά στο τζάκι της αίθουσας και κοιτούσε προς τα πάνω.

«Είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως υπάρχουν κρυφά ράφια εδώ μέσα. Ούτε που χωράει ο νους μας πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει τούτο το κτίριο».

Δεν έλαβε καμιά απάντηση από τη φίλη του, γι’ αυτό και γύρισε να την κοιτάξει.

«Τι τρέχει; Ζαλίζεσαι;»

«Κάλντερ… Αυτά τα παράθυρα…»

Ο Κάλντερ σηκώθηκε όρθιος.
«Ναι, ξέρω. Μοιάζουν με τα παράθυρα στους πίνακες του Βερμέερ».

Η Πέτρα κοίταξε τριγύρω στην αίθουσα.
«Κι αυτό το ξύλο στους τοίχους… Θέλω να πω, εκατομμύρια παλιά κτίρια έχουν ξύλινη επένδυση, αλλά αυτά εδώ τα ορθογώνια…»

Καθώς κοιτούσε το είδωλό της στο σκούρο τζάμι του παραθύρου, η φωνή της έσβησε.

Ο Κάλντερ την πλησίασε και κάθισε πλάι της.
«Θες να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στο χώρο προτού φύγουμε;» ρώτησε.

Το ύφος του του θύμισε τους γονείς του, όταν προσπαθούσαν να τον βάλουν να κάνει μια δουλειά χωρίς να φαίνεται ότι του το ζητούσαν.

Η Πέτρα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του.

«Τι σκέφτεσαι, Κάλντερ;»
«Ότι δε φαίνεσαι και πολύ καλά... Σαν να ζεσταίνεσαι υπερβολικά».

Το κορίτσι πράγματι ένιωθε σαν να είχε πυρετό.

«Μάλλον με περιτριγυρίζει γρίπη. Έλα, πάμε να φύγουμε από ‘δω».

Κατευθύνθηκαν προς τον πρώτο όροφο. Πέρασαν μπροστά από πόρτες με μπρούντζινα πόμολα σε σχήμα νυφίτσας, έναν ανάγλυφο φλαουτίστα και μερικά πέτρινα λιοντάρια που ήταν σκαρφαλωμένα ψηλά πάνω από το κεφαλόσκαλο. Η Πέτρα, με το χέρι της ν’ αγγίζει την κουπαστή της σάλας καθώς κατέβαινε αργά αργά τα σκαλιά, αναπήδησε ξαφνιασμένη και σταμάτησε. Ο Κάλντερ συνέχισε να κατεβαίνει.

Το κιγκλίδωμα της σκάλας ήταν ένα καλαίσθητο σχέδιο από κληματόφυλλα που πλέκονταν μεταξύ τους, όπου φώλιαζαν κάμποσα πλάσματα – πουλάκια, ποντίκια και σαύρες. Στη βάση της σκάλας, μια περίεργη ανάγλυφη δρύινη μαϊμού στήριζε την κουπαστή. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο, δρύινο, φλάουτο, βρείτε… Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο… μαϊμού, δρύινο… ξύλινο, φλάουτο, βρείτε… βρείτε! Ήταν οι λέξεις της κυρίας Σαρπ στο νοσοκομείο. Η Πέτρα μαρμάρωσε στη θέση της, κρατώντας με το ένα χέρι την κουπαστή.

Είδε τον Κάλντερ να ψάχνει με ήρεμες κινήσεις το σωρό με τα νοτισμένα ρούχα για το μπουφάν του. Ήλπιζε ότι το πρόσωπό της δε φανέρωνε τις άγριες σκέψεις της, που θαρρείς και ούρλιαζαν δυνατά μες στο κεφάλι της.

«Προχώρα, περπάτα λες και δε συμβαίνει τίποτα», ψιθύρισε στον εαυτό της.

Ένας άντρας σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα του και την κοίταξε, καθώς περνούσε από δίπλα του. Άραγε ο κόσμος γύρω της άκουγε την καρδιά της που χτυπούσε σαν ταμπούρλο, καταλάβαινε ότι το μυαλό της είχε πάρει φωτιά; Άρπαξε με μια κίνηση τα πράγματά της και όρμησε έξω από την πόρτα, στο σούρουπο, που έλεγες πως τη σπλαχνίστηκε.

«Πέτρα, τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κάλντερ.
«Έλα!»

Ο Κάλντερ με κόπο ακολουθούσε τη φίλη του, που σχεδόν έτρεχε διαρκώς σκοντάφτοντας στο φρέσκο χιόνι. Όταν πέρασε ένα τετράγωνο στην 59η οδό, έριξε μια ματιά πίσω τους. Ο Κάλντερ γύρισε να κοιτάξει κι αυτός. Ξαφνικά, φοβήθηκε πολύ.

«Ας γυρίσουμε στο σπίτι περνώντας από τις πίσω αυλτές των σπιτιών. Πρέπει να εξαφανιστούμε οπωσδήποτε!»

Ο Κάλντερ άρχισε να περπατά με βήμα ταχύ πλάι στη φίλη του. Οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Σκέφτηκε το Π των πεντόμινο. Ας προσευχηθούμε κι ας προσέξουμε να μην πάθουμε τίποτα… Οι μοβ σκιές του σούρουπου έδειχναν απειλητικές τώρα. Οι θάμνοι ανάμεσα στα σπίτια φαίνονταν γεμάτοι μυστήριο, οι περαστικοί που περπατούσαν κυρτωμένοι για να προφυλαχτούν από το κρύο έδειχναν επικίνδυνοι.

Μόλις η Πέτρα σιγουρεύτηκε ότι κανένας δεν τους ακολουθούσε, σταμάτησε.

«Κάλντερ, αυτό είναι».

Εκείνος κοίταξε ολόγυρα στο έρημο δρομάκι.
Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του.

«Τι;»

«Νομίζω ότι τη βρήκαμε».
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και στην εισαγωγή, η μετάφραση έχει πολλά εμπόδια να προσπεράσει. Μερικά από αυτά σχετίζονται με την προσαρμογή του λατινικού πεντόμινο (που λειτουργεί σαν παζλ πίσω από το κείμενο), στο ελληνικό αλφάβητο. Στην προσπάθεια αυτή, κάποιες φορές το γράμμα από το πρωτότυπο κείμενο αλλάζει (π.χ. στη σ. 271 το Y γίνεται Ν ώστε να σημαίνει Ναι), ενώ άλλες φορές ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να βγάζει νόημα στα ελληνικά. Στη σ. 260 για παράδειγμα, βλέπουμε το γράμμα T που στα αγγλικά θα παρέπεμπε απευθείας σε Twelve, να διαβάζεται ως Τρεις Τέσσερις Δώδεκα! Τα μηνύματα ωστόσο που ανταλλάσσουν ο Κάλντερ με τον Τόμι στον κώδικα που επεξηγείται στη σ. 84, εμφανίζονται στο τέλος του βιβλίου στα αγγλικά και έπειτα μεταφράζονται στη γλώσσα μας.
Πεντόμινο, το αγαπημένο παιχνίδι του Κάλντερ (πηγή)
Η Ντένις, συμμαθήτρια του Κάλντερ και της Πέτρα, αντιπροσωπεύει το καλομαθημένο παιδί της μετανεωτερικής εποχής, που μοιάζει αδιάφορο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Στον αντίποδα, οι δύο αντιήρωες-πρωταγωνιστές αναζητούν συσχετισμούς πίσω από το κάθε τι που δεν μοιάζει φυσιολογικό, παρασυρμένοι από το έργο του συγγραφέα Τσαρλς Φορτ. Σύμφωνα με αυτόν, ο κόσμος που ζούμε κρύβει πολύ περισσότερα μυστικά απ' ό,τι πιστεύουν οι πιο πολλοί άνθρωποι (σ.75). Μπορούμε άραγε και εμείς να ψάξουμε γύρω μας για τις αιτίες των γεγονότων, για συμπτώσεις και ομοιότητες, ή θα καταλήξουμε μισότρελοι συνωμοσιολόγοι - κυνηγοί φαντασμάτων;
Συνωμοσιολόγος (πηγή)
Οι δύο μαθητές, θεωρούν την κυρία Χάσεϊ την τέλεια δασκάλα, γιατί τους ακούει με προσοχή, τους ενθαρρύνει να παίρνουν πρωτοβουλίες και τους δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν, ακόμα και αν οι απαντήσεις τους δεν είναι σωστές. Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις προσεγγίσεις της είναι εξαιρετικές και μας θυμίζουν την χαριτωμένη καινούρια δασκάλαΩστόσο, το γεγονός ότι (σ. 28) δεν μπορούσες ποτέ να προβλέψεις τι θα έκανε ή τι θα έλεγε στη συνέχεια, ή το ότι κατά τη διάρκεια των εκδρομών (σ.51) δε γύριζε ποτέ να κοιτάξει αν οι μαθητές της την ακολουθούσαν, φανερώνουν πλευρές της διδασκαλίας που σε αδύναμους ή νεαρότερους μαθητές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα.
Ο Γεωγράφος, Γ. Βερμέερ, π.1668 (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μας δίνει πολλές ιδέες για δραστηριότητες στην τάξη, ιδιαίτερα σε σχέση με την Τέχνη. Ακολουθώντας τα βήματα της κυρίας Χάσεϊ, μπορούμε με τους μαθητές μας να παρατηρήσουμε μια σειρά από πίνακες. Μπορούμε να επιλέξουμε έργα της αρεσκείας μας, ή άλλα που αναφέρονται στο ίδιο το βιβλίο, όπως Η κυρία που διαβάζει τα γράμματα των Heloise and Abelard του Auguste Bernard (σ.54), Η βροχερή μέρα του Gustave Caillebotte (σ.65), Ο Γεωγράφος του Johannes Vermeer (σ.102), κ.ά. Στη συνέχεια καλούμε τους μαθητές να μας πούν σε ποιον πίνακα πιστεύουν ότι (σ.53) θα είχε πλάκα να μπει κανείς; Μπορεί να ακολουθήσει μια γραπτή έκθεση με την περιπέτεια κάθε μαθητή μέσα στον πίνακα που διάλεξε!

Άλλη μια δραστηριότητα (και πολύ καλή άσκηση για την περιγραφή αντικειμένων) βγαλμένη από το βιβλίο είναι η εξής: (σ.62-65) Κοιτάξτε καλά τα πράγματα στο σπίτι σας και διαλέξτε κάποιο που για σας αποτελεί έργο τέχνης. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μη ζητήσετε βοήθεια από τους δικούς σας, πρέπει να βρείτε κάτι που ν' αρέσει σ' εσάς. Κατόπιν, περιγράψτε αυτό το αντικείμενο στην τάξη, χωρίς να αναφέρετε το όνομά του. Οι υπόλοιποι μαθητές πρέπει να ακούσουν προσεκτικά την περιγραφή, ώστε να καταφέρουν τελικά να βρουν το αντικείμενο.

Πιο πειραματική είναι η δραστηριότητα που διαβάζουμε στις σ. 26-27. Εκεί, οι μαθητές ανακαλύπτουν αν η γραφή είναι ο ακριβέστερος τρόπος επικοινωνίας. Πώς θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε στην τάξη; Αν ο εκπαιδευτικός διαβάσει στην αρχή της σχολικής ημέρας ένα μήνυμα προς τους μαθητές, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιήσουν γραφή για να το καταγράψουν, μπορούν άραγε εκείνοι να του το επαναλάβουν με ακρίβεια λίγο πριν το σχόλασμα, κρατώντας σημειώσεις με σύμβολα ή κάνοντας χρήση του προφορικού λόγου; 

Τέλος, μια πιο διασκεδαστική δραστηριότητα θα ήταν να οργανώσουμε με την τάξη ένα κυνήγι θησαυρού, κρύβοντας σε μια αίθουσα του σχολείου ένα αντίγραφο διάσημου πίνακα και δίνοντας στους μαθητές κωδικοποιημένα στοιχεία για την κρυψώνα!
Η κυρία γράφει ένα γράμμα, Γ. Βερμέερ, π.1670 (πηγή)

Share/Bookmark

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Η κόρη του λοχαγού

Υπόθεση
Σιμπίρσκ, 1772. Ο 17χρονος Πιοτρ Γκρινιόφ, γιος απόστρατου αντισυνταγματάρχη, στέλνεται από τον πατέρα του να υπηρετήσει στο Όρενμπουργκ (αντί για την Πετρούπολη όπου τον περίμενε μια εύκολη ζωή δανδή), ώστε να σκληραγωγηθεί και να μάθει την πειθαρχία. Καθώς η άμαξά του προχωρά στη στέπα, πέφτει σε χιονοθύελλα και ο νεαρός σώζεται χάρη στη βοήθεια ενός Κοζάκου χωρικού. Όταν τελικά φτάνει στον προορισμό του, ο αρμόδιος στρατηγός τον στέλνει ακόμα πιο μακριά, στο μισορημαγμένο φρούριο Μπιελογκόρσκ, στα σύνορα της Ρωσίας με την Κιργιζία. Εκεί, ο Πιοτρ θα γνωριστεί με την οικογένεια του φρούραρχου Ιβάν Κούζμιτς και θα ερωτευτεί την κόρη του Μάσα, για χάρη της οποίας θα μονομαχήσει με τον συνάδελφό του Σβάμπριν. Οι πραγματικές δοκιμασίες για τον νεαρό αξιωματικό αρχίζουν ωστόσο λίγο αργότερα, όταν ο Κοζάκος Πουγκατσόφ, έχοντας ξεσηκώσει τις τοπικές φυλές, καταλαμβάνει τις γύρω φρουρές τη μία μετά την άλλη. Γρήγορα έρχεται και η σειρά του Μπιελογκόρσκ, που πέφτει με προδοσία του ίδιου μισητού συναδέλφου. Όλοι οι πιστοί στο στέμμα αξιωματικοί εκτελούνται, αλλά στον Πιοτρ δίνεται χάρη, επειδή ο επαναστάτης δεν είναι άλλος από τον Κοζάκο με τον οποίο είχε γνωριστεί στη στέπα. Σκοπός της ζωής του Πιοτρ, γίνεται τώρα να γλιτώσει την Μάσα από τα νύχια του απαίσιου Σβάμπριν. Αρκεί άραγε η γενναιότητά του και η αγνή του αγάπη για να τα καταφέρει μόνος εναντίον όλων;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ερευνητές
Συγγραφέας: Αλεξάντρ Πούσκιν (
Александр Пушкин)
Μετάφραση: Πέτρος Παπαπέτρος
Εικονογράφηση: Βασίλης Κοντογεώργος
Τίτλος πρωτοτύπου: 
Капитанская дочка
ISBN: 978-960-368-433-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1836 (παρούσα έκδοση στα ελληνικά 2008)
Σελίδες: 140
Τιμή: περίπου 13 ευρώ ή 5 ευρώ από το παζάρι βιβλίων
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική 
Μια από τις πιο αγαπητές περιπέτειες του Πούσκιν, φτάνει στα χέρια μας μέσα από την προσεγμένη έκδοση της σειράς Αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και η Εποχή τους. Σε πρωτοπρόσωπη κατά κύριο λόγο αφήγηση, ο πατέρας της νέας ρωσικής λογοτεχνίας, μας διηγείται τα γεγονότα γύρω από την εξέγερση του Πουγκατσόφ (1773-1775) όπως τα είδε ο κεντρικός του ήρωας Πιοτρ Αντρέιτς Γκρινιόφ, ένας νεαρός αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Η μετάφραση μας αποδίδει ένα κείμενο απλό αλλά και μεστό, με σχετικά καλή ροή και ένα ελαφρά χιουμοριστικό ύφος που το κάνει να διαβάζεται ευχάριστα. Η ιστορία χωρίζεται σε 14 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (με 6 έως 14 σελίδες το καθένα, συνήθως γύρω στις 8) και παρά τους σχεδόν δύο αιώνες ζωής της, καταφέρνει να μας κερδίσει το ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα. Ταυτόχρονα, η πλούσια εικονογράφηση, οι πληροφορίες στα περιθώρια των σελίδων και το πλήρες παράρτημα (χάρτες, βιβλιογραφία, κτλ.) αναβαθμίζουν την ανάγνωση του βιβλίου από απλή ψυχαγωγική δραστηριότητα σε μια εξαιρετικά μορφωτική εμπειρία. Εξαιτίας της ενήλικης θεματικής του και αρκετών βίαιων λεπτομερειών (μαστιγώματα σ.56-57, απαγχονισμοί σ.66 και 137, αποκεφαλισμοί σ. 63, κτλ.), θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές γυμνασίου.


  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Εξαιρετικές προσωπογραφίες
  • Ηθικοπλαστικά μηνύματα
  • Προσεγμένη έκδοση 
  • Πολλές πληροφορίες για την εποχή

Αξίες - Θέματα
Περιπέτεια, Ιστορία, Αγάπη, Φιλία, Ειλικρίνεια, Γενναιότητα 


Εικονογράφηση
Πλούσια εικονογράφηση που συναντάμε σε κάθε σελίδα και στην οποία περιλαμβάνονται έγχρωμες ζωγραφιές (το στυλ τους προσωπικά μου θύμισε Κλασικά Εικονογραφημένα), πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, λιθογραφίες, ντοκουμέντα, φωτογραφίες, χάρτες, σχέδια στολών, σκίτσα του ίδιου του Πούσκιν... όλα αυτά εμπλουτίζουν το κείμενο προσφέροντας πληθώρα πληροφοριών, ενώ παράλληλα βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τα όσα συμβαίνουν και να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα της εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Απόσπασμα
Στη συνέχεια, μου πήρε το σημειωματάριο κι άρχισε να κριτικάρει αμείλικτα κάθε στίχο και κάθε λέξη του τραγουδιού μου, και να με περιγελά με πολύ ειρωνικό ύφος. Αυτό δεν το άντεξα κι άρπαξα το σημειωματάριο από τα χέρια του, λέγοντας ότι δε θα του ξαναδείξω ποτέ τα ποιήματά μου. Ο Σβάμπριν ειρωνεύτηκε κι αυτή την απειλή μου.
«Θα δούμε», είπε, «αν θα κρατήσεις το λόγο σου. Οι ποιητές έχουν ανάγκη από ακροατές, όσο ο Ιβάν Κουζμίτς χρειάζεται την καράφα με τη βότκα πριν από το φαγητό. Όμως, ποια είναι αυτή η Μάσα στην οποία εξομολογείσαι το τρυφερό σου πάθος και τα ερωτικά σου βάσανα; Μήπως κατά τύχη είναι η Μάργια Ιβάνοβνα;» 



«Δεν είναι δουλειά σου όποια και να είναι αυτή η Μάσα», απάντησα συνοφρυωμένος. «Δε θέλω ούτε τη γνώμη σου ούτε τις εικασίες σου». 


«Ω! Εύθικτος ποιητής και ντροπαλός εραστής!» συνέχισε ο Σβάμπριν, εκνευρίζοντάς με όλο και περισσότερο. «Όμως, δέξου τη συμβουλή ενός φίλου: αν θες να τα καταφέρεις, θα πρέπει να καταφύγεις σε κάτι καλύτερο από τραγουδάκια». 

«Τι εννοείτε, κύριε; Εξηγηθείτε, παρακαλώ». 

«Ευχαρίστως. Εννοώ ότι αν θες να σε επισκέφτεται το απόβραδο η Μάσα Μιρόνοφ, χάρισέ της ένα ζευγάρι σκουλαρίκια αντί για μελιστάλαχτα στιχάκια». 

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. 

«Γιατί έχεις τέτοια γνώμη γι’ αυτή;» ρώτησα, συγκρατώντας δύσκολα το θυμό μου. 

«Γιατί», απάντησε χαμογελώντας σατανικά, «έχω προσωπική πείρα για το ήθος και τους τρόπους της». 

«Λες ψέματα, παλιάνθρωπε!» φώναξα οργισμένα. «Λες ψέματα με τον πιο αναίσχυντο τρόπο». 

Ο Σβάμπριν άλλαξε χρώμα: «Θα πληρώσεις γι’ αυτό που είπες», είπε σφίγγοντας το χέρι μου. «Απαιτώ ικανοποίηση». 

«Οπωσδήποτε! Όποτε το επιθυμείς!» απάντησα με ανακούφιση. 

Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να τον κάνω κομματάκια. 

Πήγα κατευθείαν στον Ιβάν Ιγκνάτιτς και τον βρήκα με μια βελόνα στα χέρια: έφτιαχνε αρμαθιές από μανιτάρια για να ξεραθούν για το χειμώνα, όπως του είχε παραγγείλει η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, Πιοτρ Αντρέιτς! Καλώς ήρθατε!» είπε μόλις με είδε. «Ποια καλή τύχη σας φέρνει εδώ; Τι δουλειά δηλαδή, τολμώ να ρωτήσω». 

Του εξήγησα με συντομία ότι είχα λογομαχήσει με τον Αλεξέι Ιβάνιτς και τον παρακάλεσα να είναι ο μάρτυράς μου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς με άκουσε προσεκτικά, γουρλώνοντας το μοναδικό του μάτι. 

«Δηλαδή, θέλετε να πείτε», μου απάντησε, «ότι έχετε την πρόθεση να σκοτώσετε τον Αλεξέι Ιβάνιτς κι επιθυμείτε να είμαι μάρτυρας σ’ αυτό; Κατάλαβα καλά, αν επιτρέπετε να ρωτήσω;» 

«Ακριβώς». 

«Θεέ και κύριε, Πιοτρ Αντρέιτς! Τι είναι αυτά που σκέφτεστε; Καβγαδίσατε με τον Αλεξέι Ιβάνιτς. χαρά στο πράμα! Τα άσχημα λόγια δεν σημαίνουν τίποτα! Σας έβρισε, βρίστε τον κι εσείς, σας χτύπησε στο πρόσωπο, χτυπήστε τον κι εσείς στα αφτιά μία, δύο, τρεις φορές, κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Εμείς αργότερα θα δούμε πώς θα σας φιλιώσουμε. Όμως να σκοτώσετε το συνάνθρωπό σας, είναι σωστά πράματα αυτά, αν επιτρέπετε; Και, τέλος πάντων, αν τον σκοτώσετε εσείς δε θα πείραζε και τόσο πολύ. Ούτε εγώ συμπαθώ τον Αλεξέι Ιβάνιτς. Αν όμως σας κάνει αυτός μια τρύπα; Με τι θα μοιάζει αυτό; Ποιος θα είναι μετά ο ανόητος, αν επιτρέπετε;» 

Τα λογικά επιχειρήματα του ευαίσθητου υπαξιωματικού δε με κλόνισαν. Έμεινα σταθερός στο στόχο μου. 

«Όπως θέλετε», είπε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, «κάντε ό,τι θεωρείτε καλύτερο. Όμως γιατί πρέπει να είμαι εγώ ο μάρτυράς σας; Για ποιο λόγο; Δυο άνθρωποι τσακώνονται μεταξύ τους! Τι το αξιόλογο σ’ αυτό, τολμώ να ρωτήσω. Έχω πολεμήσει με τους Σουηδούς και με τους Τούρκους, πιστέψτε με, έχουν δει πολλά τα μάτια μου.» 

Προσπάθησα να του εξηγήσω τα καθήκοντα του μάρτυρα, αλλά ήταν αδύνατο να με καταλάβει ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Ας γίνει όπως θέλετε», είπε. «Όμως αν ανακατευτώ σ’ αυτή την υπόθεση, θα είναι μόνο για να πάω στον Ιβάν Κουζμίτς και να του καταγγείλω, όπως επιβάλλει το υπηρεσιακό μου καθήκον, ότι κάποιο κακούργημα ενάντια στα συμφέροντα του κράτους σχεδιάζεται να γίνει στο φρούριο, και να τον ρωτήσω αν θα πρέπει ο φρούραρχος να πάρει τα αναγκαία μέτρα…» 

Πανικοβλήθηκε κι άρχισα να ικετεύω τον Ιβάν Ιγκνάτιτς να μην πει τίποτα στο φρούραρχο. Ήταν δύσκολο να τον πείσω, όμως τελικά μου έδωσε το λόγο του και αποφάσισα να τον αφήσω. 

Πέρασα το βράδυ μου, όπως συνήθως, στο σπίτι του φρούραρχου. Προσπάθησα να φαίνομαι εύθυμος και αδιάφορος γι ανα μην προκαλέσω υποψίες και να αποφύγω αδιάκριτες ερωτήσεις, όμως παραδέχομαι ότι δεν είχα την ψυχραιμία εκείνη που ισχυρίζονται ότι έχουν όσοι βρέθηκαν στη θέση μου. Εκείνο το βράδυ ήμουν τρυφερός και ευσυγκίνητος. Η Μάργια Ιβάνοβνα μου άρεσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η σκέψη ότι μπορεί να τη βλέπω για στερνή φορά, με έκανε να την αντιμετωπίζω με ξεχωριστή συγκίνηση. Ο Σβάμπριν ήταν επίσης εκεί. Τον τράβηξα πιο πέρα και τον πληροφόρησα για τη συνομιλία που είχα με τον Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Τι τους θέλουμε τους μάρτυρες;» μου είπε ψυχρά, «θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». 

Κανονίσαμε να μονομαχήσουμε πίσω από τις θημωνιές που ήταν κοντά στο φρούριο και να συναντηθούμε εκεί το επόμενο πρωί ανάμεσα στις έξι και τις επτά. Φαινόταν ότι μιλούσαμε τόσο φιλικά ώστε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, χαρούμενος, ξεστόμισε το μυστικό: 

«Πολύ καλά», μου είπε με ικανοποίηση, «μια κακή ειρήνη είναι πάντα καλύτερη από μια καλή διαμάχη, είναι καλύτερο να είσαι με πληγωμένο όνομα παρά με πληγωμένο κορμί». 

«Τι είπες, Ιβάν Ιγκνάτιτς;» ρώτησε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα, που έριχνε πασιέντζες σε μια γωνιά. «Δεν άκουσα τι είπες». 

Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, που πρόσεξε την ενόχλησή μου και θυμήθηκε την υπόσχεσή του, τα έχασε και δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ο Σβάμπριν έσπευσε να τον βοηθήσει. 

«Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς χαίρεται για τη συμφιλίωσή μας», είπε. 

«Και με ποιον τσακώθηκες, πατερούλη;» 

«Κατά κάποιον τρόπο, είχαμε μια σοβαρή φιλονικία με τον Πιοτρ Αντρέιτς». 

«Για ποιο λόγο;» 

«Για ασήμαντο λόγο, Βασιλίσα Γεγκόροβνα, για ένα τραγουδάκι». 

«Τι αλλόκοτη αιτία για να τσακωθείτε! Ένα τραγουδάκι! Μα τι συνέβη;» 

«Να πώς: Ο Πιοτρ Αντρέιτς έγραψε ένα τραγουδάκι πρόσφατα και σήμερα το απήγγειλε μπροστά μου κι άρχισα κι εγώ να τραγουδώ το αγαπημένο μου: 

Του λοχαγού η κόρη το μεσονύχτι 

ας μην τριγυρνά έξω απ’ το σπίτι… 

Δημιουργήθηκε παρεξήγηση. Ο Πιοτρ Αντρέιτς θύμωσε αρχικά, όμως έπειτα σκέφτηκε καλύτερα και κατάλαβε πως ο καθένας είναι ελεύθερος να τραγουδά ό,τι του αρέσει. Έτσι έληξε αυτή η υπόθεση». 

Η αδιαντροπιά του Σβάμπριν με έκανε έξω φρενών, όμως κανείς εκτός από μένα δεν κατάλαβε τους άξεστους υπαινιγμούς του και κανένας δεν τους πρόσεξε. Από τα τραγουδάκια η συζήτηση πήγε στους ποιητές· ο φρούραρχος παρατήρησε πως είναι όλοι τους ακόλαστοι και μπεκρήδες. Γι’ αυτό με συμβούλεψε, φιλικά, να σταματήσω να γράφω στιχάκια, σαν μια δραστηριότητα που δεν αρμόζει στη στρατιωτική υπηρεσία και που δεν οδηγεί σε τίποτα καλό. 

Η παρουσία του Σβάμπριν μου ήταν ανυπόφορη. Σύντομα, αποχαιρέτησα το φρούραρχο και την οικογένειά του· όταν πήγα σπίτι, εξέτασα το ξίφος μου, δοκίμασα την αιχμή του και ξάπλωσα στο κρεβάτι, αφού είπα στον Σαβέλιτς να με ξυπνήσει στις έξι το χάραμα. 

Το επόμενο πρωί, την καθορισμένη ώρα, στεκόμουν πίσω από τις θημωνιές περιμένοντας τον αντίπαλό μου. Έφτασε μετά από μένα. 

«Μπορεί να μας καταλάβουν», μου είπε. «Ας κάνουμε γρήγορα». 

Βγάλαμε τα χιτώνιά μας, μένοντας μόνο με το πουκάμισο και γυμνώσαμε τα ξίφη μας. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από τις θημωνιές ο Ιβάν Ιγνάτις μαζί με πέντε βετεράνους στρατιώτες της φρουράς. Μας ζήτησε να πάμε στο φρούραρχο. Δεχτήκαμε με δυσφορία. Οι βετεράνοι στρατιώτες μας περικύκλωσαν και ακολουθήσαμε τον Ιβάν Ιγκνάτιτς που μας οδηγούσε θριαμβευτικά, βηματίζοντας με εξαιρετική σοβαρότητα. 

Μπήκαμε στο σπίτι του φρούραρχου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς άνοιξε τις πόρτες και ανακοίνωσε πανηγυρικά: «Τους έφερα!» 

Μας υποδέχτηκε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, πατερούληδες! Τι ήταν αυτό; Τι; Πώς μπορέσατε; Θα κάνατε φονικό στο φρούριό μας! Ιβάν Κουζμίτς, κλείστους στη φυλακή αμέσως! Πιοτρ Αντρέιτς, Αλεξέι Ιβάνιτς! Δώστε μου τα ξίφη σας, εμπρός, δώστε τα! Παλάσκα, βάλε αυτά τα ξίφη στο κελάρι. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από σένα, Πιοτρ Αντρέιτς, σαν δεν ντρέπεσαι! Καλά ο Αλεξέι Ιβάντις, αυτόν τον έδιωξαν από τη Φρουρά γιατί σκότωσε άνθρωπο, δεν πιστεύει και στο Θεό. Εσύ όμως; Θέλεις να γίνεις σαν κι αυτόν;» 

Ο Ιβάν Κουζμίτς συμφώνησε πλήρως με τη γυναίκα του και πρόσθεσε: «Η Βασιλίσα Γεγκόροβνα έχει απόλυτο δίκιο. Οι μονομαχίες απαγορεύονται από το στρατιωτικό κανονισμό». 

Στο μεταξύ, η Παλάσκα είχε πάρει τα ξίφη μας και τα πήγε στο κελάρι. Εγώ δεν μπορούσα να κρατήσω τα γέλια μου, αλλά ο Σβάμπριν διατηρούσε την αυτοκυριαρχία του. 

«Με όλο το σεβασμό», της είπε ψύχραιμα, «θα πρέπει να παρατηρήσω ότι άδικα μπήκατε σε μπελάδες, θέτοντάς μας υπό την κρίση σας. Αφήστε το στον Ιβάν Κουζμίτς, είναι δική του δουλειά». 

«Αχ, πατερούλη!» αποκρίθηκε η λοχαγίνα. «Δεν είναι ο άντρας και η γυναίκα ένα στην ψυχή και το σώμα; Ιβάν Κουζμίτς, τι σκέφτεσαι εκεί; Κλείδωσέ τους αμέσως σε χωριστά κελιά τον καθένα και δώσ’ τους λίγο ψωμί και νερό, ώσπου να ξανάρθουν στα σύγκαλά τους. Και ας τους βάλει τιμωρία ο παπα-Γεράσιμος να κάνουν μετάνοιες στο Θεό και να ζητήσουν συγχώρεση για τις αμαρτίες τους από τους ανθρώπους». 

Ο Ιβάν Κουζμίτς δεν ήξερε τι να κάνει. Η Μάργια Ιβάνοβνα ήταν εξαιρετικά χλομή. Σιγά σιγά η θύελλα κόπασε. Η λοχαγίνα ηρέμησε και μας έβαλε να φιληθούμε Η Παλάσκα έφερε πίσω τα ξίφη μας. Φύγαμε από το σπίτι του φρούραρχου φαινομενικά συμφιλιωμένοι. Μας συνόδευε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Δεν ντρέπεσαι;» του είπα θυμωμένα. «Μας ανέφερες στο φρούραρχο, ενώ είχες υποσχεθεί ότι δε θα το κάνεις!» 

«Μάρτυράς μου ο Θεός, δεν είπα τίποτα στον Ιβάν Κουζμίτς», απάντησε, «η Βασιλίσα Γεγκόροβνα με ανάγκασε να της τα φανερώσω. Αυτή κανόνισε τα πάντα, χωρίς να πει ούτε μια λέξη στο φρούραρχο. Όμως, δόξα τω Θεώ, όλα τέλειωσαν καλά». 

Με τα λόγια αυτά έφυγε για το σπίτι του, και μείναμε μόνοι μας ο Σβάμπριν κι εγώ. 

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το θέμα να τελειώσει έτσι», του είπα. 

«Φυσικά όχι», απάντησε ο Σβάμπριν, «θα πληρώσετε με το αίμα σας την αναίδειά σας. Όμως είμαι σίγουρος ότι θα μας παρακολουθούν. Θα πρέπει να παριστάνουμε τους φίλους για μερικές μέρες. Αντίο!»
Η σκηνή της μονομαχίας από την σοβιετική παραγωγή του 1958 Капитанская дочка (πηγή)...
...και από την πλέον πρόσφατη (2012) ιταλική παραγωγή La figlia del capitano (πηγή)
Σχόλια 
Ένα γεγονός που δείχνει τη στενή σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας, είναι το ακόλουθο: μετά το τέλος της επανάστασης του Πουγκατσόφ, η αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη θέλησε να σβήσει κάθε μνήμη της εξέγερσης. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του ποταμού Γιάικ (Yaik / Яик) σε Ουράλη, το όνομα των Κοζάκων του Γιάικ (που ήταν η κύρια δύναμη της εξέγερσης) σε Κοζάκους του Ουράλη, αλλά και της πόλης Γιάιτσκι (Yaitsky / Яицкий) σε Ουράλσκ (Uralsk / Уральск). Το πρώτο πράγμα που κάνει ο κατακτητής είναι να επανονομάζει, όπως γράφει ο Ζακ Ντεριντά, αφού κάθε ονομασία φέρει και επιβάλλει μια ταυτότητα.

Σήμερα, η ίδια πόλη ονομάζεται Οραλ (Орал), ανήκει στο Καζακστάν και διαθέτει ένα μουσείο αφιερωμένο στον επαναστάτη της Εμελιάν Πουγκατσόφ. Το κτήριο λέγεται ότι ήταν το σπίτι της γυναίκας του, την οποία ο Πούσκιν επισκέφτηκε το 1833, ώστε να γράψει την κόρη του λοχαγού. Μέσα στο μουσείο, εκτίθενται αντικείμενα από την καθημερινή ζωή των Κοζάκων (κύρια ασχολία των οποίων ήταν το ψάρεμα στον ποταμό), όπλα της εποχής αλλά και ο θρόνος του Πουγκατσόφ, πάνω στον οποίο ο επαναστάτης παρουσιάστηκε στους αγρότες ως Πέτρος ο Γ'. Στην πραγματικότητα, Πέτρος ο τρίτος ήταν το όνομα του πρώην αυτοκράτορα και συζύγου της Αικατερίνης, που λέγεται ότι δολοφονήθηκε από την ίδια μετά από 6 μόλις μήνες βασιλείας.
Ο θρόνος του επαναστάτη Εμελιάν Πουγκατσόφ (πηγή)
Ο Πουγκατσόφ δικάζει καθισμένος στον θρόνο του
Πίνακας του Βασίλι Περόφ (Василий Перов) (πηγή)
Ο συγγραφέας, παρότι μας δίνει την ιστορία μέσα από τη ματιά του πιστού στο στέμμα πρωταγωνιστή, καταφέρνει μέσα από ορισμένα σχόλια να δείξει τη συμπάθειά του προς τον απλό λαό που βασανίζεται από τη διαμάχη -σ. 118 Περνούσαμε μέσα από χωριά που είχαν λεηλατηθεί από τον Πουγκατσόφ και παίρναμε από τους κακόμοιρους κατοίκους ό,τι είχαν καταφέρει να σώσουν από τους στασιαστές. Παντού είχε διαλυθεί η διοίκηση. Οι γαιοκτήμονες κρύβονταν στα δάση. Οι συμμορίες των κακούργων πλιατσικολογούσαν παντού στην ύπαιθρο. Οι επικεφαλής των αποσπασμάτων που κυνηγούσαν τον Πουγκατσόφ τιμωρούσαν αυθαίρετα ή έδιναν χάρη σε όποιον ήθελαν. Οι επαρχίες στις οποίες λυσσομανούσε η κόλαση της φωτιάς ήταν σε θλιβερή κατάσταση... Να δώσει ο Θεός να μη δούμε ξανά εξέγερση στη Ρωσία, παράλογη κι ανελέητη!  αλλά και ως έναν βαθμό, προς τον Κοζάκο επαναστάτη. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο τότε κατάδικος Πουγκατσόφ, θεωρήθηκε από το μετέπειτα κομμουνιστικό καθεστώς ως λαϊκός ήρωας, αφού εκπροσωπούσε την αγανάκτηση του λαού. Έτσι η πόλη που γεννήθηκε φέρει σήμερα το όνομά του, ενώ στήθηκαν και μνημεία προς τιμήν του. Μια σοβιετική ταινία του 1937 μάλιστα, εξαίρει τα κατορθώματά του ενάντια στους αριστοκράτες-καταπιεστές. Τέλος, να αναφέρουμε ότι συναντάμε το όνομά του και ως ρόλο (βαρύτονου) στην όπερα του César Cui Η κόρη του λοχαγούΑντίθετα, ο χαρακτήρας του διεφθαρμένου αξιωματικού Σβάμπριν συγκεντρώνει όλα τα αρνητικά, χωρίς να του δίνεται καμία δικαιολογία: είναι υποκριτής, γλίσχρος, είρωνας, χαιρέκακος, μοχθηρός, διπρόσωπος... ένας γνήσιος παλιάνθρωπος! 

Στις εικόνες που ακολουθούν, βλέπουμε (αριστερά) το εξώφυλλο από το λιμπρέτο της εν λόγω όπερας (1911) και (δεξιά) την πρώτη σελίδα της πρώτης κανονικής έκδοσης (1837) του βιβλίου του Πούσκιν.


Χρήση στην τάξη
Στις σελίδες 45 και 46 του βιβλίου, διαβάζουμε τα γράμματα που στέλνει ο πατέρας Αντρέι Γκρινιόφ στον γιο του και τον ιπποκόμο που τον συνοδεύει, και παρατηρούμε τη διαφορά ύφους στη γραφή, παρά την αυστηρότητα που χαρακτηρίζει και τα δύο.

«Γιε μου Πιοτρ! Στις 15 του τρέχοντος μηνός λάβαμε την επιστολή σου, με την οποία ζητάς τις πατρικές ευχές και τη συναίνεσή μας για να παντρευτείς με τη Μάργια Ιβάνοβνα, την κόρη του Μιρόνοφ. Δε σκοπεύω να σου δώσω την ευχή μου ή τη συγκατάθεσή μου, αλλά αντίθετα, προτίθεμαι να έρθω εκεί και να σου δώσω ένα καλό μάθημα για τις ζαβολιές σου, σαν κι αυτές ενός άτακτου παιδιού, που δεν ταιριάζουν στο βαθμό του αξιωματικού που φέρεις. Απέδειξες ότι δεν είσαι ακόμη άξιος να φέρεις το ξίφος του αξιωματικού, το οποίο σου δόθηκε για να υπερασπίζεις την πατρίδα και όχι για να μονομαχείς με κάτι μούτρα σαν και τα δικά σου. Θα γράψω αμέσως στον Αντρέι Κάρλοβιτς και θα του ζητήσω να σε μεταθέσει από το φρούριο Μπιελογκόρσκ σε κάποιο πιο μακρινό μέρος, για να σου περάσει η τρέλα. Όταν η μητέρα σου έμαθε για τη μονομαχία και τον τραυματισμό σου, αρρώστησε από τη λύπη της και είναι ακόμη στο κρεβάτι. Τι θα γίνει μ' εσένα; Προσεύχομαι στο Θεό να διορθωθείς, παρόλο που δεν τολμώ να ελπίζω στη μεγάλη ευσπλαχνία Του.»

«Πρέπει να ντρέπεσαι, παλιόσκυλο, που δε μου έγραψες για το γιο μου, Πιοτρ Αντρέιτς, παρά τις αυστηρές οδηγίες μου· ξένοι με πληροφόρησαν για τις τρελές του πράξεις. Έτσι εκτελείς τα καθήκοντά σου και τις διαταγές του κυρίου σου; Θα σε στείλω να βόσκεις γουρούνια, που τόλμησες να μου κρύψεις την αλήθεια και συνωμοτείς με το νεαρό. Μόλις λάβεις την επιστολή μου αυτή, σε διατάζω να μου γράψεις αμέσως για την κατάσταση της υγείας του, για την οποία, όπως σου είπα, με πληροφόρησαν άλλοι, αν έγινε καλά, κι ακόμη σε ποιο σημείο ακριβώς πληγώθηκε και αν το τραύμα του επουλώθηκε καλά».

Διαβάζουμε από το βιβλίο τη φράση (σ.133) Η Μάργια Ιβάνοβνα έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί από την τσέπη της και το έδωσε στην άγνωστη προστάτιδά της, η οποία άρχισε να το διαβάζει. Στη συνέχεια ζητάμε από τους μαθητές μας να αναλάβουν τον ρόλο της Μάσα που γράφει ένα γράμμα στην αυτοκράτειρα παρακαλώντας την να δώσει χάρη στον Πιότρ. Τι ύφος και τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιούσαμε για να την πείσουμε ότι ο αγαπημένος μας είναι αθώος;
Τα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό (Царское Село) -σήμερα αποτελούν προάστιο της πόλης Πούσκιν-
 στους κήπους των οποίων η Μάσα έδωσε στην αυτοκράτειρα το γράμμα της
Στο μάθημα της Γεωγραφίας, μπορούμε να ζητήσουμε από τους μαθητές να εντοπίσουν στον ευρωπαϊκό χάρτη την περιοχή όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, αφού τους θυμίσουμε ότι πρέπει να αναζητήσουν τοπωνύμια όπως το Όρενμπουργκ (βλ. εικόνα). Στη συνέχεια, χωρισμένοι σε ομάδες, οι μαθητές μας θα μπορούσαν να ασχοληθούν με την αναζήτηση πληροφοριών και την παρουσίαση στην τάξη διαφόρων λαών της στέπας που αναφέρονται στο βιβλίο, όπως οι Κιργίσιοι, οι Μπασκίριοι, οι Κοζάκοι, οι Καλμούχοι και οι Τάταροι. 
Χάρτης που δείχνει την περιοχή όπου έδρασε ο Πουγκατσόφ


Share/Bookmark