Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιμονή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιμονή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Η φωτιά που δε σβήνει

Υπόθεση
Στην Ηλιούπολη της Συρίας, γεννιέται κάπου στο 620 μ.Χ. ο Καλλίνικος, γιος του Αρέτα και της Αυτονόης. Από παιδί δείχνει εξυπνάδα, περιέργεια και ιδιαίτερη έφεση στις κατασκευές. Η φωτιά τον συναρπάζει και περνάει ώρες προσπαθώντας να καταλάβει τη σχέση της με το νερό. Μετά από ένα άτυχο πείραμα που κατακαίει το κτήμα της οικογένειάς του, ο πατέρας του τον στέλνει μαθητευόμενο στον Παίονα, δίπλα στον οποίο θα μάθει την τέχνη της ναυπηγικής. Όταν οι Άραβες καταλαμβάνουν την πόλη του, ο 17χρονος πλέον Κάλλης πουλιέται σκλάβος και καταλήγει βοηθός μάγειρα σε μια μεγάλη έπαυλη πέρα από την έρημο. Εκεί θα γνωρίσει τη Δανάη, μια Ελληνίδα από την Αλεξάνδρεια και θα αρχίσει να πειραματίζεται με υλικά όπως η νάφθα και το πετρέλαιο. Λίγο πριν απελευθερωθεί, βρίσκει τυχαία μια περγαμηνή με τη συνταγή για το άσβεστον πυρ. Επιστρέφοντας στον τόπο του κληρονομεί το ναυπηγείο, υποχρεώνεται όμως σύντομα να διαφύγει για την ελεύθερη Αμμόχωστο. Όταν η αραβική λαίλαπα καταπίνει και την Κύπρο, ο Καλλίνικος μεταναστεύει στη Σμύρνη και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου η φήμη για την τέχνη του έχει ήδη φτάσει στα αφτιά του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος Δ' Πωγωνάτος τον δέχεται σε ακρόαση και του αναθέτει τον εκσυγχρονισμό του βυζαντινού στόλου. Έτσι, όταν στα 678 μ.Χ. οι Άραβες επιχειρούν να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα, τους περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος
ISBN: 978-960-03-0156-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (επανέκδοση 2011)
Σελίδες: 120
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στους «σκοτεινούς αιώνες» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με απλότητα, σαφήνεια και βασιζόμενος περισσότερο στην αφηγηματική του δεινότητα παρά στις -έτσι κι αλλιώς ελάχιστες- ιστορικές πληροφορίες, ο Χάρης Σακελλαρίου μας προσφέρει ένα κείμενο όμορφο και ταυτόχρονα ωφέλιμο, μια ιστορία που χαίρεται κανείς να διαβάζει. Μέσα από 14 μικρά κεφάλαια (έκτασης 4-14 σελίδων) και με αμείωτη ροή στην πλοκή, παρακολουθούμε τη ζωή του ήρωα και ταυτιζόμαστε αβίαστα με την οπτική του. Συμπάσχουμε μαζί του και νιώθουμε την αγωνία των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, καθώς ο αραβικός κλοιός τους περισφίγγει. Διατηρώντας ήπιους τόνους και ξετυλίγοντας το νήμα ενός ενδιαφέροντα μύθου, το βιβλίο αυτό παρά τα 30 του χρόνια μπορεί να «μιλήσει» και στους σύγχρονους αναγνώστες. Το προτείνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα στους μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και πιστεύουμε πως οι λάτρεις της ιστορικής περιπέτειας θα το βάλουν στην καρδιά τους.

  • Συναρπαστική ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα
  • Στοιχεία για την καθημερινότητα στη βυζαντινή εποχή
  • Ενδιαφέρων πρωταγωνιστικός χαρακτήρας 
  • Λιτή λογοτεχνικότητα, ήπιοι τόνοι, αποφυγή εύκολων λύσεων


  • Απουσία βιβλιογραφίας, λεξιλογίου, βοηθητικού χάρτη

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Οικογένεια, Εκπαίδευση, Επιμονή, Δουλεία, Φωτιά

Εικονογράφηση
Συναντάμε περίπου δέκα ασπρόμαυρες ζωγραφιές του σκιτσογράφου Στάθη, που μπορεί να μην προσθέτουν ιδιαίτερη αξία στο έργο, εκπληρώνουν όμως τον συνοδευτικό τους ρόλο και είναι σίγουρα εντός κλίματος.
Απόσπασμα
Σε δύο βδομάδες η πληγή στο μάγουλο του Κάλλη έκλεισε. Κι έβγαλε πια τώρα το μαντίλι. Ήταν όμως το μάγουλό του αυτό, το αριστερό, ακόμα κοκκινωπό, με μιαν επιδερμίδα λεπτή και γυαλιστερή.

- Πήγες να σημαδευτείς, του έλεγε ο πατέρας του. Τον πήρε έν’ απόβραδο που σχόλασε κάπως νωρίς απ’ τη δουλειά του και τράβηξαν κατά το ναυπηγείο. Βρισκόταν στην άκρη της πόλης το ναυπηγείο και ήταν τριγυρισμένο ολόγυρα από ψηλό τοίχο.

Μπήκαν μέσα από τη μεγάλη φαρδιά του πύλη. Ένας κόσμος αλλιώτικος βρισκόταν πίσω απ’ αυτό τον τοίχο: κάθε είδους ξύλα, άλλα ακόμη άκοπα κι απελέκητα, έτσι όπως ήρθαν από τα κοντινά ρουμάνια και τα περιβόλια, άλλα πελεκημένα ή πριονισμένα κατά το σχέδιο που είχε βάλει με το νου του ο αρχιτεχνίτης, ο πρωτομάστορας του ναυπηγείου, βαλμένα τα πιο πολλά σε στοίβες και ντάνες, αλλά και πεταμένα αρκετά εδώ κι εκεί σαν ξεχασμένα ή παραπεταμένα. Και πελεκούδια και σκοινιά αφημένα στους διαδρόμους και στις γωνίες, και μια μυρουδιά από ρετσίνι και πίσσα, που σου κεντούσε επίμονα τα ρουθούνια.

Και να, σκαριά καραβιών κοντά στη θάλασσα, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα μόλις αρχινισμένα, Κι ένα καράβι εκεί στη μέση, μεγάλο, έτοιμο, με το κερατάριον και τα ιστία του, με τα κουπιά και το δοιάκι του, έτοιμο να ξεκινήσει.

Κι ανάμεσα εκεί ο κόσμος ο ζωντανός του ναυπηγείου, τεχνίτες και βοηθοί, άλλοι μ’ εργαλεία στα χέρια κι άλλοι δίπλα τους να βοηθούν, να κουβαλούν μαδέρια, σανίδες ή δοκάρια, ή να στηρίζουν κάποιο ξύλο με τα δυνατά τους μπράτσα. Κι όλοι δοσμένοι, αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, που αυτή την ώρα βρισκόταν στο τέλος της.

Μα ο πρωτομάστορας δε φαινόταν. Ο Αρέτας πλησίασε έναν τεχνίτη και τον ρώτησε:

- Εδώ είναι ο πρωτομάστορας;

- Ναι, εδώ είναι, του απάντησε κουρασμένα εκείνος. Και σηκώνοντας το κεφάλι και δείχνοντας κατά το μεγάλο καινούριο καράβι, του λέει:

- Να τος.

Αλήθεια, ο πρωτομάστορας ανέβηκε κείνη τη στιγμή πάνω στην πρύμη του μεγάλου καραβιού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο ξύλινο πήχη. Τον σήκωσε ψηλά κι ακούστηκε να λέει με φωνή δυνατή, για να τον ακούσουν οι πιο πολλοί μέσα στο ναυπηγείο.

- Τέλος για σήμερα!... Αύριο πάλι…

Ήταν ζεστή και καλοσυνάτη η φωνή του πρωτομάστορα κι αυτό έδωσε κάποιο θάρρος στον Κάλλη. Το καταλάβαινε πως όλος αυτός ο κόσμος εκεί μέσα, τεχνίτες και βοηθοί, απ’ αυτόν έπαιρναν οδηγίες κι ό, τι αυτός πρόσταζε αυτό και γινόταν. Και το έβλεπε πως σε λίγο, αν το θελήσει, βέβαια, θα μπει κι αυτός στη δούλεψή του και θα γίνει ένας απ’ αυτούς τους εργάτες και βοηθούς ή και τους τεχνίτες του ναυπηγείου.

Σε λίγο το ναυπηγείο άδειασε. Τεχνίτες κι εργάτες και βοηθοί, αφού έβαλαν τα εργαλεία τους στην αποθήκη, βγήκαν από την πύλη και τράβηξαν για τα σπίτια τους. Έμειναν οι δυο φύλακες, που κοίταζαν να ταχτοποιήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα τα διάφορα σκόρπια μικροπράγματα του ναυπηγείου.

Ο πρωτομάστορας κατέβηκε απ’ το καράβι κι ήρθε κοντά τους. Γνωρίζονταν με τον πατέρα του Κάλλη και πολλές φορές τον καλούσε να του κάνει καμιά δουλειά.

- Τι έχουμε; τον ρώτησε.

- Έχουμε παιδιά κι υποχρεώσεις, του απάντησε ο Αρέτας.

- Και τούτος δικός σου είναι;

- Το στερνοπαίδι. Και λέω να τον βάλω κάπου κι αυτόν, να μάθει καμιά τέχνη, να γλιτώσει λίγο απ’ το δικό μου τον παιδεμό.

- Τέχνη…

Ο πρωτομάστορας κοίταξε για μια στιγμή ολόγυρα.

- Ακύλα! φώναξε σ’ έναν από τους φύλακες. Σβήσε εντελώς τη φωτιά και σκέπασε το κατράμι.

Ύστερα περιεργάστηκε τον Κάλλη. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το σγουρό κεφάλι.

- Ώστε τέχνη, λοιπόν…

Ύστερα πρόσεξε το μάγουλό του.

- Εδώ τι πάθαμε;

- Μια μικρή κακοτυχιά. Καλά που δεν έπαθε κάνα κακό πιο μεγάλο… Πήρε φωτιά το περιβόλι. Άσ’ τα. Τέλος πάντων… Γι’ αυτό είπα: μακριά από τη φωτιά! Είναι θεριό ανήμερο. Τράβα εκεί που ξέρεις πως έχεις δίπλα σου το νερό. Δεν μπορείς να την πολεμήσεις αλλιώς, βουτάς μέσα και γλιτώνεις.

- Μα κι αυτή είναι θεριό και σε πνίγει.

- Το ξέρω. Και ξέρω ακόμα πως δεν έχει μπέσα αλλά, τέλος πάντων, είναι κάτι αλλιώτικο… Λοιπόν, είπα να τον φέρω εδώ, κοντά σου, κοντά στη θάλασσα, να της φτιάνει στολίδια, καράβια και κάθε λογής πλεούμενα, και να την καλοπιάνει, κι έτσι και από τη μια να γλιτώνει και με την άλλη να τα ‘χει καλά.

- Μα κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τη φωτιά. Ψήνουμε τα ξύλα, τα μαλακώνουμε βράζουμε πίσσα και κατράμι για καλαφάτισμα…

- Παίρνετε τα μέτρα σας όμως…

- Ναι, ναι, βέβαια. Ώστε… ναυπηγός. Μα θέλει μπράτσα γερά και πλάτες και μάτι να κόβει…

- Όσο γι’ αυτό το τελευταία, να μου το θυμηθείς πως δε θα το μετανιώσεις. Αν πάλι δεις πως δε σου κάνει, στείλε μού τον πίσω. Κάπου θα τον βολέψω.

- Καλά, καλά… Από Δευτέρα μπορεί να ‘ρθει…

Κι ο πρωτομάστορας χτύπησε ελαφρά, χαϊδευτικά τον Κάλλη στις πλάτες και τους ξεπροβόδισε και τους δυο ως την έξοδο. Ο φύλακας έκλεισε πίσω τους τη διπλή φαρδιά πύλη. Κίνησαν για το σπίτι. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Η Δευτέρα ήρθε γρήγορα. Πρωί πρωί, απάνω που έπαιρνε να γλυκοχαράξει, ο Κάλλης αισθάνθηκε κάτι να τον σκουντά. Άνοιξε τα μάτια. Ήταν ακόμα σκοτεινά μες στο δώμα και δεν κατάλαβε ποιος τον σκουντούσε. Μα ένιωσε αμέσως κοντά στο μάγουλό του τη ζεστή ανάσα της μητέρας του κι άκουσε σιγανή, απαλή τη φωνή της:

- Σήκω Κάλλη… Σήκω, παιδί μου… Ο πατέρας σου σε περιμένει.

Έτριψε τα μάτια και πετάχτηκε αμέσως πάνω. Ετοιμάστηκε γρήγορα, ήπιε λίγο ζεστό γάλα και ξεκίνησε. Η μητέρα του τον σταμάτησε στην πόρτα, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και στα δυο μάγουλα και τον ξεπροβόδισε λέγοντάς του:

- Με την ευχή μου, παιδί μου. Κι ο Θεός μαζί σου.

Κι ο Κάλλης πήρε το δρόμο για το ναυπηγείο πλάι στον πατέρα του, που περπατούσε σιωπηλός. Η πρωινή δροσιά του χάιδευε το πρόσωπο, έμπαινε στο στήθος του, τον γέμιζε με μιαν αλλιώτικη χαρά. Μια νέα ζωή άρχιζε γι’ αυτόν.
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, το έργο βασίζεται περισσότερο στη μυθοπλαστική δεινότητα του συγγραφέα και λιγότερο στα γεγονότα που παραδίδονται από τις πηγές. Κάποια από τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε σήμερα για τον Καλλίνικο, αντλούνται από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή. Στην εικόνα που ακολουθεί, τονίζεται με κίτρινο χρώμα μια σχετική παράγραφος από τη Χρονογραφία του.
https://play.google.com/books/reader?id=PyIAAAAAYAAJ&printsec=frontcover&output=reader&authuser=0&hl=el&pg=GBS.PA542
Απόσπασμα για τον Καλλίνικο από τη Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή

Στο απόσπασμα που παραθέτουμε από το βιβλίο, αναφέρεται ότι το ναυπηγείο όπου ο πατέρας Αρέτας οδήγησε τον Καλλίνικο ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, ήταν στην άκρη της πόλης. Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει συμβεί στην πραγματικότητα, καθώς η Ηλιούπολη της Κοίλης Συρίας (σημερινό Baalbek του Λιβάνου) δεν ήταν πόλη παραθαλάσσια. Για του λόγου το αληθές μπορείτε να συμβουλευτείτε στη wikimapia τη θέση των αρχαίων ερειπίων της ή να κοιτάξετε τον χάρτη που ακολουθεί. Η απόσταση της πόλης σε ευθεία από την κοντινότερη θάλασσα (جونيه ή Jounieh Bay) είναι 51,7 χλμ και περνάει από υψίπεδα και ερήμους.
Η σύνθεση του υγρού πυρός παραμένει ένα μυστήριο για τους σύγχρονους μελετητές, καθώς η συνταγή για την κατασκευή του χάθηκε μέσα στους αιώνες. Μια πλήρη παρουσίαση για την ιστορία και τη χρήση του, μπορείτε να διαβάσετε εδώ ενώ σε αυτό το βιβλίο του Παντελή Καρύκα το βρίσκουμε να εντάσσεται σε μια γενικότερη παρουσίαση των "μυστικών" όπλων της αρχαίας και βυζαντινής τεχνολογίας. Η θαυματουργή φόρμουλα του Καλλίνικου έσωσε σε πολλές περιστάσεις το Βυζάντιο από τις επιθέσεις Αράβων και Ρώσων, ενώ φαίνεται πως η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν από τον Φραγκίσκο Φλαντανέλα λίγες μέρες πριν την άλωση· η παραγωγή του ωστόσο σε κείνα τα χρόνια ήταν πια περιορισμένη, καθώς η απώλεια των ανατολικών επαρχιών είχε στερήσει το βυζαντινό ναυτικό από τις απαραίτητες πρώτες ύλες. 

Οι περισσότεροι ξένοι συγγραφείς (όπως ο J.R. Partington) το αναφέρουν ως greek fire, ταυτίζοντάς το με διάφορα άλλα εύφλεκτα σκευάσματα της εποχής, τα οποία χρησιμοποιούσαν στόλοι όπως ο Αραβικός ή ο Ινδικός. Το ότι αντίστοιχα υλικά ήταν ήδη γνωστά σε λαούς της ανατολής, οδηγεί στην υπόθεση ότι η τελειοποίηση του υγρού πυρός από τον Καλλίνικο (που όπως διαβάζουμε σε άρθρο του Γεωργίου Τσούτσου το έκανε άσβεστο) δεν μπορεί να άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα στον ναυτικό αγώνα. 

Ένα ολιγόλεπτο βίντεο για το υγρό πυρ μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ, ενώ μια σχετική παρουσίαση για την τάξη μπορείτε να βρείτε εδώ. Περισσότερες πληροφορίες για το βυζαντινό ναυτικό γενικότερα θα διαβάσετε στη σελίδα της ψηφιακής τάξης απ' όπου και η εικόνα του χελάνδιου που ακολουθεί. Μια εμπεριστατωμένη επιστημονική ομιλία με θέμα Byzantium and the Sea: Archaeological and Iconographic Evidence for Maritime Activities in the Byzantine Era θα δοθεί από την Δρ. Κατερίνα Δελλαπόρτα αύριο 16 Απριλίου και ώρα 19.00 στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Παρθενώνος 14, Κουκάκι).

Χρήση στην Τάξη
Στη σελίδα 77 ο Καλλίνικος βρίσκει μια μικρή περγαμηνή από μαλακό γκριζόασπρο δέρμα, τυλιγμένη κυλινδρικά. Τα μάτια του αστράφτουν. Η περγαμηνή είναι γραμμένη στα ελληνικά. Η καρδιά του φτεροκοπάει. Ω, ναι, είναι μια άλλη φωνή τούτη εδώ, μια φωνή που έρχεται απ' τα βάθη της φυλής του. Τη γνωρίζει, την έχει μάθει εκεί στη μακρινή πατρίδα του, την Ηλιούπολη. Δεν αισθάνεται πια χαμένος στην άβυσσο. Του παραστέκουν όλοι οι πρόγονοι κι όσοι απ' τους συμπατριώτες του ζουν. Πιάνει με λαχτάρα να τη διαβάσει. Αφού η σκηνή αποδοθεί με παντομίμα, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια συζήτηση για την συναισθηματική αξία που ένα μικρό σημείωμα είναι δυνατόν να έχει για έναν μετανάστη. Πώς νιώθουν άραγε τα παιδιά της τάξης που κατάγονται από άλλες χώρες όταν διαβάζουν κάποιο κείμενο στη μητρική τους γλώσσα; Οι φίλοι των κατασκευών, μπορούν να δημιουργήσουν μικρές περγαμηνές κιτρινίζοντας χαρτί και καίγοντας τις άκρες του για να φαίνεται πολυκαιρισμένο. 

Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι η γραφή αποτελεί τον κώδικα που κάνει τη διαφορά για τους ανθρώπους, μεταφέροντας απίστευτο όγκο πληροφοριών και εμπειριών από τη μία γενιά στην άλλη. Το συγκεκριμένο σημείωμα που αναφέρεται στο παραπάνω απόσπασμα περιείχε πληροφορίες για το άσβεστον πυρ με την υπογραφή του Πρόκλου, του Αθηναίου φιλοσόφου που (επί Αναστασίου Α') εφηύρε τα θαλάσσια φλογοβόλα για να αντιμετωπίσει το 515 μ.Χ. τον στόλο του στασιαστή Βιταλιανού. 
Περγαμηνή (πηγή)

Στη σελ. 14 του βιβλίου, ο μικρός Κάλλης στέλνεται με χίλιες θυσίες σε έναν γραμματιστή για να μορφωθεί. Όμως η δημιουργική του σκέψη (χάρη στην οποία επινοεί έναν νέο τρόπο να σβήνει το αβάκιο με τη γλυφίδα) «ανταμείβεται» με δύο ξυλιές σε κάθε χέρι! Σχετικά με την σωματική βία που ασκούσαν οι εκπαιδευτές στο Βυζάντιο, διαβάζουμε εδώ (σ.24) ότι τα ραπίσματα στα παιδιά όχι απλώς θεωρούνταν φυσιολογικά, αλλά συνοδεύονταν και από μαστίγωμα(!), φτύσιμο, τράβηγμα μαλλιών, μουτζούρωμα με μελάνι, κ.ά. Συχνά η σκληρότητα και η αυστηρότητα ενός δασκάλου συνιστούσε την καλύτερη διαφήμιση και λειτουργούσε υπέρ του στις προτιμήσεις των γονέων! Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να γράψουν στην παραπάνω περγαμηνή μια χιουμοριστική διαφήμιση δασκάλου της Βυζαντινής εποχής;
Το σχολείο στο Βυζάντιο (πηγή)
Στο μάθημα των Θρησκευτικών, θα μπορούσαμε να κάνουμε συζήτηση γύρω από το ζήτημα της δουλείας, που ο συγγραφέας έχει θίξει σε πολλά έργα του. Ποια είναι άραγε τα συναισθήματα του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του για να βρεθεί σκλάβος σε κάποιον ξένο τόπο;  Μια και λίγες μόλις μέρες έχουν περάσει από την 25η Μαρτίου, ίσως μπορούμε να αντλήσουμε κάποια στοιχεία από μια επιστολή του Αυστριακού πρεσβευτή Άντον Πρόκες φον Όστεν που μιλάει για ένα ταξίδι του στην Αίγυπτο την άνοιξη του 1827:

Στις 12 Μαρτίου πήγα έφιππος στο Μπούλακ, το κάτω λιμάνι του Καΐρου, για να αναχωρήσω με το πλοίο (...) Απέναντί μου, στη γωνιά της πύλης ενός καφενείου, καθόταν σταυροπόδι μια κοπελίτσα, δίπλα σ' έναν γέροντα Τούρκο που κάπνιζε το τσιμπούκι του, βουβός και με το βλέμμα ριγμένο μπροστά του. Παράγγειλα ένα φλυτζάνι καφέ και η ματιά μου έπεσε πάνω στο κοριτσάκι που με ατένιζε με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του. Παρατήρησα πως δεν ήταν πια παιδάκια παρά ένα κοριτσόπουλο 16 ή 17 χρονών. Το λευκό χρώμα του προσώπου του, η έκφραση των ματιών, ο τρόπος των κινήσεων και η συμπεριφορά του μ' έκαναν να μαντέψω πως ήταν Ελληνίδα. 
- «Είναι η σκλάβα σου;» ρώτησα τον γέρο
- «Ναι!»
- «Την πουλάς;»
- «Ναι». 
- «Από ποια χώρα είναι;»
- «Από το Μεσολόγγι», απάντησε η κοπελίτσα και σηκώθηκε. 

Είχε ένα αρχοντικό παράστημα που έδειχνε ότι είχε υποφέρει, αλλά ή νιότη της είχε ξεπεράσει τις στενοχώριες και την κακομεταχείριση. 

- «Είναι γερό παιδί», είπε ο γέρος. «Την έφεραν πριν από λίγο από το Μεσολόγγι, την πηγαίνω στο παζάρι στο Ταντάμπ. Δωσ' μου πέντε πουγκιά, και την παίρνεις.»
-«Πέντε πουγκιά;» απάντησα. «Τι είν' αυτά που λες; Κατέβασ' την τιμή!»

Είχα μόνο 100 τάληρα και το ταξίδι απλήρωτο για την Αλεξάνδρεια, αλλά ήμουν αποφασισμένος να πληρώσω το ποσό που ζητούσε. 

- «Αγόρασέ με», μου είπε στα ελληνικά το κορίτσι και τα δάκρυα φάνηκαν στα φωτεινά της μάτια. 
- «Μια τελευταία λέξη», φώναξα στον γέρο. «Σου δίνω 100 τάληρα και μάλιστα αμέσως. Θα μου αφήσεις το κορίτσι με τα ρούχα που φοράει»

Ο γέρος σιωπούσε.

- «Κράτα και τα ρούχα, αν σ' ενδιαφέρουν. Δεν αξίζουν ούτε 20 πιάστρα», είπα. 
Ο γέρος έμενε ανένδοτος. Το κορίτσι έκλαιγε και δεν ήθελε να μ' αφήσει. Οι ναύτες φώναζαν και σήκωναν άγκυρα. Έπεσα πάνω στο χαλί στην κάμαρά μου κι όλη τη νύχτα στεκόταν μπροστά στην ψυχή  μου η ευγενική μορφή της Μεσολογγιτοπούλας μ' ένα αδυσώπητο κατηγορώ.


Share/Bookmark

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Άγης

Υπόθεση
Στην παρηκμασμένη Σπάρτη του 3ου αιώνα π.Χ. ο εικοσάχρονος βασιλιάς Άγης έχει όραμα να αποκαταστήσει την ισότητα και τη δικαιοσύνη, επαναφέροντας τους παλιούς, αυστηρούς νόμους του Λυκούργου. Οι μεταρρυθμιστικές του όμως απόπειρες, προκαλούν το μένος πολλών αριστοκρατών, που δολοπλοκούν εναντίον του με αρχηγό τον (δεύτερο) βασιλιά Λεωνίδα Β'. Θα καταφέρει άραγε ο όμορφος νέος να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και να δοξάσει ξανά τη Σπάρτη;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Λιλή Μαυροκεφάλου
Εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος (εξώφυλλο)
ISBN:
978-960-04-1305-2 
Έτος 1ης Έκδοσης: 1977 
Σελίδες: 257
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ένα πολύ αξιόλογο πεζογράφημα ιστορικής μυθοπλασίας (το πρώτο μέρος μιας διλογίας με συνέχεια τον Κλεομένη), που μας μεταφέρει στην ανάστατη Σπάρτη των ελληνιστικών χρόνων. Το έργο, ηθικοπλαστικό αλλά και επαναστατικό, είναι πολύ καλογραμμένο: με ενδιαφέρουσα πλοκή, ολοζώντανους χαρακτήρες, ατμοσφαιρικές περιγραφές και πλήθος καλολογικών στοιχείων (μεταφορές, περιφράσεις, κοσμητικά επίθετα, κ.ά.). Τα τελευταία "βαραίνουν" ωστόσο το κείμενο, με αποτέλεσμα η γραφή να γίνεται κάπως περίπλοκη. Φράσεις όπως "Χαμογέλασε στον Άγη κι εκείνος της ανταπόδωσε το χαμόγελο με τέτοια λατρεία καθρεφτισμένη στα μάτια του, που το κορίτσι ένιωσε να μετεωρίζεται στις πιο ψηλές κορφές της γήινης ευτυχίας, εκεί όπου οι θνητοί προκαλούν την αμείλιχτη τιμωρία των θεών, γιατί τολμούν να γευτούν μια ευτυχία, παρόμοια με τη δική τους" (σ.63) θα δυσκολέψουν τους αναγνώστες που στερούνται ιδιαίτερης εμπειρίας σε "σοβαρά" κείμενα. Η εικονογράφηση είναι εντελώς απούσα, ενώ τα μικρά τυπογραφικά και η στοίχιση "μπετόν" επίσης δεν διευκολύνουν τους εκκολαπτόμενους βιβλιοφάγους. Το ίδιο και το μέγεθος των κεφαλαίων, που κάποιες φορές ξεπερνάει τις 30 σελίδες. Το κείμενο όμως, έτσι κι αλλιώς δεν απευθύνεται σε μαθητές Δημοτικού. Η αρχική ηλικία του πρωταγωνιστή (15 ετών), οι προβληματισμοί του για ένα καλύτερο μέλλον, η ερωτική του σχέση με την Αγιάτιδα (άξια αναφοράς η περιγραφή του έρωτα με την πρώτη ματιά στη σ.61), αλλά και η σύγκρουση που επιδιώκει με το κατεστημένο, είναι στοιχεία που τοποθετούν το μυθιστόρημα στην βιβλιοθήκη της εφηβικής λογοτεχνίας. Τέλος, κάποιες σκληρές σκηνές όπως ο απαγχονισμός ληστών (σ.45), ένα μισοφαγωμένο πτώμα (σ.197) και το ξεκλήρισμα της οικογένειας του ήρωα (σ.251) σίγουρα δεν επιτρέπουν να το προτείνουμε χωρίς προετοιμασία σε μικρής ηλικίας (και κυρίως ωριμότητας) μαθητές.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι το βιβλίο θα καταφέρουν να απολαύσουν κυρίως οι μαθητές γυμνασίου ή και μεγαλύτεροι, όπως ίσως και κάποια ώριμα παιδιά της Στ' Δημοτικού. Παρότι κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Άγης, θεωρώ πως θα φανεί εξίσου συναρπαστικό σε αγόρια και κορίτσια, αφού στο κείμενο συναντάμε πολύ δυνατές προσωπικότητες και από τα δύο φύλα. Εννοείται τέλος ότι όσοι αγαπούν τις ωραίες ιστορίες, έχουν κάποιο ενδιαφέρον για την αρχαία Σπάρτη ή το παρελθόν των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, δεν πρέπει να χάσουν ευκαιρία να του ρίξουν μια ματιά!
Η Αρχαία Σπάρτη περιγράφεται ακόμα καλύτερα στο επόμενο βιβλίο, "Κλεομένης"
Ο ήρωας Άγης παρουσιάζεται ως ιδανικό αγνού και ηθικού εφήβου που θέλει να φέρει αλλαγές σε ένα παρηκμασμένο βασίλειο. Εύκολα μας φέρνει στο μυαλό το βασιλόπουλο από το Παραμύθι Χωρίς Όνομα. Όμως αντίθετα από τον χαρακτήρα που καταγράφει η Π. Δέλτα, ο νεαρός Σπαρτιάτης δε θέλει να χρησιμοποιήσει βία, και αυτό γίνεται σαφές με αρκετές αναφορές (σελ.80, 126, 127, 160, 162). Όταν ωστόσο ο κόμπος φτάνει στο χτένι, ο νεαρός βασιλιάς αποδέχεται να τη μεταχειριστεί αλλά μόνο μέσα σε πειθαρχημένα πλαίσια (σ.159). Όμορφος σαν θεός, αγαθός στις προθέσεις του και σταθερός σε αξίες ανθρωπιστικές, ο Άγης γίνεται τελικά θύμα ενός κόσμου σκληρού και βουτηγμένου στην ασυδοσία. Υπό μια τέτοια οπτική ίσως θυμίζει λίγο τον Μανολιό από το ο Χριστός ξανασταυρώνεται - χαρακτήρα που επίσης πρόσφερε την περιουσία του στο όνομα του δικαίου και βρήκε το θάνατο από τους συμπατριώτες του. Άλλοι πάλι μπορεί να τον συγκρίνουν με τον Τέλο Άγρα από τα Μυστικά του Βάλτου, αφού κι εκείνος, παρότι στρατιώτης, επέμεινε στη συνεννόηση και στη μη-βία και τελικά οδηγήθηκε στο θάνατο μετά από προδοσία.

Σε παράρτημα στις τελευταίες σελίδες, μας δίνεται εν συντομία το ιστορικό περίγραμμα της εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα. Αυτό δε σημαίνει πως ό,τι δεν αναφέρεται στον επίλογο είναι αποκλειστικά προϊόν της φαντασίας της συγγραφέως. Το κείμενο της Μαυροκεφάλου παραμένει αρκετά πιστό στα ιστορικά γεγονότα, όπως αυτά μας παραδίδονται από τον Πλούταρχο στους Παράλληλους Βίους (Άγις και Κλεομένης – Τιβέριος και Γάιος Γράκχος). Οι περισσότεροι χαρακτήρες που συναντάμε, όντως πήραν μέρος με τις ιδιότητες που τους αποδίδονται, ενώ μας μεταφέρονται και κάποια ελάχιστα γνωστά λόγια του Άγη, όπως αυτά αναφέρονται στις πηγές - π.χ. το 20.1 παῦσαί με ὦ ἄνθρωπε κλαίων· καὶ γὰρ οὕτως παρανόμως καὶ ἀδίκως ἀπολλύμενος κρείττων εἰμὶ τῶν ἀναιρούντων το συναντάμε στη σελ.245 ως Μη λυπάσαι για μένα, άνθρωπε! Για δίκαιη υπόθεση χάνομαι. Τους φονιάδες μου να κλαις καλύτερα!

Εκτός της βασικής πλοκής, όσοι διαβάσουν το βιβλίο θα μπορέσουν να πλάσουν στη φαντασία τους χαρακτηριστικές εικόνες από την ελληνιστική εποχή, χάρη στις περιγραφές που μας μεταφέρουν σε ένα αρχαίο γυμναστήριο (σ.42), σ' ένα συμπόσιο (σσ.50-60) αλλά και στη συνέλευση των Σπαρτιατών (σσ.117-125).

Κλείνοντας, να αναφέρουμε ότι η συγγραφέας προσπαθεί -και καταφέρνει με επιτυχία- να κρατήσει κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα (Άγης/Λεωνίδας) μεταφέροντάς μας κάθε τόσο (κεφάλαια 4, 7, 9) στα κέντρα αποφάσεων των κακών της υπόθεσης. Γνωρίζουμε έτσι τα κίνητρά τους και παρακολουθούμε από κοντά τις μηχανορραφίες τους, ώστε η άποψή μας να είναι πιο ολοκληρωμένη. Γρήγορα έτσι αντιλαμβανόμαστε, όπως άλλωστε μας προοικονομείται από την αρχή του βιβλίου (ηρωική ήττα του Άγη από θηριώδη αντίπαλο στο γυμναστήριο -σελ. 45) ότι η πτώση του πρωταγωνιστή είναι αναπόφευκτη.

Για τυχόν μελλοντικές εκδόσεις προτείνουμε το (σ. 34) θα κληρονομούσε στον μοναχογιό του, να διορθωθεί σε κληροδοτούσε και βέβαια να συμπληρωθούν τα (σ.178) Κλεόμβροτος και (σ.44) του καταδίκασαν (αντί τους).
Η πάλη με το κατεστημένο δεν είναι μια εύκολη υπόθεση
Αξίες - Θέματα
Ιστορία-Αρχαιολογία, Γενναιότητα, Δικαιοσύνη, Ανισότητα, Διάλογος, Βία, Επιμονή, Φιλία, Νοσταλγία, Δραστηριοποίηση, Αξιοπρέπεια

Απόσπασμα
Το φεγγάρι είχε κέφια τη βραδιά εκείνης της ημέρας κι έπαιζε τρελό κρυφτούλι με τα σύννεφα. Πότε ξεπρόβαλλε ολοστρόγγυλο κι αστραφτερό, σαν καλοσυνάτο πρόσωπο πίσω από τα ξέφτια τους και πότε πάλι χανόταν για ώρα πίσω από σκοτεινούς, παράξενους όγκους που αρμένιζαν αργά στον ουρανό.

Ο Λεωνίδας, μισοκρυμμένος πίσω από την κολόνα του ερειπωμένου ναού, του πνιγμένου στ’ αγριόχορτα, παρακολουθούσε μ’ αγωνία τα παιγνιδίσματα του φεγγαριού, που κάθε λίγο και λιγάκι τύλιγαν σ’ αδιαπέραστο σκοτάδι το στενό μονοπάτι που θα έφερνε κοντά του εκείνον που μ’ ανυπόμονο χτυποκάρδι περίμενε.

Χίλιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Όλες κατάληγαν στο αγωνιώδες ερώτημα μήπως το πρωινό γράμμα ήταν μια καλοστημένη παγίδα.

Ξάφνου, μέσα στην αδιατάραχτη ησυχία, άκουσε τον απόμακρο καλπασμό αλόγου. Στριμώχτηκε πίσω από την κολόνα, μισόκρυψε το πρόσωπό του με το χιτώνα του και περίμενε ακίνητος, κρατώντας την ανάσα του.

Ανάμεσα σε σύννεφα σκόνης ξεπέζεψε ο καβαλάρης μπρος στα σκαλιά του ναού. ΣΤ’ ασημένιο φως του φεγγαριού, που ξεπρόβαλε εκείνη τη στιγμή, ο Λεωνίδας αναγνώρισε με σιγουριά τη γνωστή του, βαριά σιλουέτα.

Ο νιοφερμένος τον αναζητούσε ανήσυχος και σιγοφώναζε τ’ όνομά του τριγυρνώντας ανάμεσα στα ερείπια, ενώ το φεγγάρι του φώτιζε τώρα άπλετα το πρόσωπο.

Σαν σιγουρεύτηκε για καλά ο Λεωνίδας ότι ο άλλος είχε έρθει ολομόναχος, ξεπρόβαλε αναπάντεχα μπροστά του και του έτεινε για χειραψία το χέρι.

- Χαίρε, Αγησίλαε, ψιθύρισε, σαν να φοβόταν μήπως παραβιάσει αδιάντροπα τη γαλήνη της νύχτας.

Ο θείος του Άγη ξαφνιάστηκε για μια στιγμούλα, μα αμέσως ανταπόδωσε διαχυτικά το χαιρετισμό.

- Χαίρε, Λεωνίδα, βασιλιά. Πήρες, λοιπόν, το μήνυμά μου εγκαίρως;

- Ναι, σήμερα το πρωί. Ήρθα, λοιπόν, να μάθω τι ζητάς από μένα.

- Τι άλλο, παλιέ μου φίλε; Να σώσουμε τη Σπάρτη από τον κατήφορο που έχει πάρει, οι δυο μας ενωμένοι. Αχ, μεγάλο πράγμα η σύνεση κι η πείρα γι’ αυτόν που κυβερνά! Τον ανιψιό μου τον αγαπώ. Ανιψιός μου είναι. Όμως του λείπουν και τα δυο. Κι έτσι άθελά του μας οδηγεί στην αναστάτωση και στην καταστροφή!...

- Δε σε καταλαβαίνω, Αγησίλαε. Τι μου λες τώρα; Μήπως δεν ήσουν από τους πρώτους εσύ που μου εναντιώθηκες και πήγες με τον Άγη;

- Καλά, καλά. Δεν τ' αρνιέμαι! Μα φτάνει πια! Ας σταματήσουμε εδώ! Χαρίστηκαν τα χρέη, ανάσανε ο κόσμος. Μα αν προχωρήσουμε σε αναδασμό, η πόλη θα γίνει άνω κάτω, η ζωή μας θα αναστατωθεί αφάνταστα. Κι αν δεν κάνουμε γρήγορα κάτι, βασιλιά, σε λίγο θα είναι πολύ αργά. Δε θα μου είναι πια μπορετό να αναβάλλω, με τη μια και την άλλη πρόφαση, τον αναδασμό. Ούτε και να ξεγελώ την οργή του λαούτου αχόρταγου και την ανυπομονησία του Άγη.

- Καταλαβαίνω τώρα, απάντησε ειρωνικά ο Λεωνίδας. Θέλεις να συνεργαστούμε για να σώσεις την περιουσία σου!

- Κι εσύ το θρόνο σου, απάντησε ατάραχα ο Αγησίλαος. Ειλικρινά δεν μπορώ να ανεχτώ εκείνον τον Κλεόμβροτο, που έχει καταντήσει δούλος του Άγη. Μα νοιάζομαι όχι λιγότερο να γυρίσει πάλι στην πόλη η πρωτινή ησυχία κι η ασφάλεια. Φτάνουν οι ταραχές, ας ζήσουμε ειρηνικά, όσα χρόνια μας μένουν!

- Πάντα ο ίδιος είσαι φίλε μου! Ο Άγης δεν κατάφερε διόλου να σ’ αλλάξει!

- Τι θέλεις να πεις, Λεωνίδα;

Ο Λεωνίδας τον τρυπούσε με τα σκληρά μάτια του, ενώ ένα αδιόρατα ειρωνικό χαμόγελο ανασήκωνε τα λεπτά του χείλη.

- Θέλω να πω ότι πάντα σου άρεσε να ντύνεις την αλήθεια με χίλια μπιχλιμπίδια.

- Και ποια είναι η αλήθεια;

- Μόλις ξαναπήρες πίσω από τους δανειστές σου τα χτήματά σου και τα βοσκοτόπια σου. Τα πιο καλά και τα πιο πλούσια στη Σπάρτη, θαρρώ. Δε σου κάνει, λοιπόν καρδιά να τα παραδώσεις στον Άγη, για να τα μοιράσει στους κουρελήδες.

- Κι έχω άδικο;

- Καθόλου! Μόνο που αυτό λέγεται προδοσία, φίλε μου!

- Άσε τ' αστεία, βασιλιά. Δεν είμαστε πια παιδιά για να παίζουμε με τις λέξεις. Ήρθα για να σου προσφέρω τη συνεργασία μου. Με χρειάζεσαι για να επιστρέψεις. Σε χρειάζομαι για να σώσω την περιουσία μου.

- Τώρα μιλάς όμορφα και λογικά. Σε χρειάζομαι και με χρειάζεσαι. Σωστά. Είμαι έτοιμος, λοιπόν, ν’ ακούσω τις προτάσεις σου. Είμαι όλος αυτιά.

Ο Αγησίλαος έπιασε το μπράτσο του Λεωνίδα και τον τράβηξε στο βάθος του ναού. Η απροσδόκητη παρουσία τους κατατάραξε τους μόνιμους κατοίκους του, τις νυχτερίδες, που φτερούγισαν τρομαγμένες πάνω από τα κεφάλια τους αφήνοντας απαίσιες κραυγές.

Οι δυο άντρες κάθισαν κοντά κοντά πάνω στα χαλάσματα, σμίξαν τα φαλακρά κεφάλια τους και βάλθηκαν να σιγοψιθυρίζουν. Κι ενώ μέσα στα άδυτα του ναού ύφαιναν τα συνωμοτικά τους σχέδια, η νύχτα, αδιάφορη για τα’ ανθρώπινα, βιαζόταν να παραδώσει την πλάση στην καινούρια μέρα.  

Ρόδιζε ο ορίζοντας όταν οι συνωμότες αποχωρίστηκαν. Μέσα στην παρθενική ομορφιά του πρωινού, οι δυο ρυτιδωμένοι γέροι με τα χλωμά από την ξαγρύπνια πρόσωπα, τα σακουλιασμένα μάτια και τ' αρπακτικό βλέμμα φάνταζαν παράταιροι, σχεδόν τερατώδεις.

Τ' άλογά τους χίμηξαν σ’ αντίθετες κατευθύνσεις κι εκείνοι δεν είχαν μάτια για να χαρούν την ομορφιά, που σπάταλα απλωνόταν ολόγυρά τους.

Συνάντηση συνωμοτών α λα Αστερίξ (από τις Δάφνες του Καίσαρα)
Προβληματισμοί για συζήτηση
Εσείς οι από πάνω λέω... για προσέχετε και λίγο τους από κάτω!
Στην αρχή του έργου, παρακολουθούμε τον φτωχό γέρο Θηρυκίονα να "ανοίγει τα μάτια" στον Άγη, εξηγώντας του σε τι κατάσταση έχουν περιέλθει οι πολίτες της Σπάρτης. Το βασιλόπουλο "πέφτει από τα σύννεφα", προβληματίζεται και επιστρέφοντας στην πόλη περνάει μέσα από τη φτωχογειτονιά που συνήθως απέφευγε, ώστε να γεμίσει με εικόνες αθλιότητας (σ.28).

Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι πολιτικοί μας άρχοντες κατάγονται από προνομιούχες οικογένειες, σπουδάζουν σε ελιτίστικα ιδρύματα και διαμένουν στα βόρεια προάστια της Αθήνας, αποκλεισμένοι από την καθημερινότητα των απλών πολιτών. Πώς άραγε καταφέρνουν να λαμβάνουν δίκαιες αποφάσεις για το μέλλον του μέσου πολίτη, όταν δεν διατηρούν επαφή με το παρόν του και δεν κατανοούν τα προβλήματά του; Από την άλλη: αν όντως οι πολιτικοί δεν είναι μέρος του λαού και δεν τον εκφράζουν με τις αποφάσεις τους, γιατί οι ψηφοφόροι τους επιλέγουν ως εκπροσώπους;  

Δοκιμάζοντας μια σύγκριση ανάμεσα στους άρχοντες του τόπου μας και τα πρόσωπα που διεκδικούν την εξουσία στο έργο, θα βρούμε άραγε ομοιότητες; Υπάρχουν πολιτικοί που μας θυμίζουν:
-τον Άγη Δ' (νέος, ιδεαλιστής, θυσιάζει την προσωπική του περιουσία για ισότητα και δικαιοσύνη)
-τον Αγησίλαο (υπερχρεωμένος, λαοπλάνος, αλλάζει στρατόπεδο για το προσωπικό του συμφέρον) 
-τον Λεωνίδα Β' (σκληρός πραγματιστής, χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να διατηρήσει την εξουσία)
-ή τον Κλεόμβροτο; (άβουλος, προσπαθεί να μην προκαλεί για να κρατήσει τη θέση του)
Γη και Ελευθερία
Το ζήτημα της αναδιανομής της γης στους πολίτες έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολλές κοινωνίες. Επαναστάσεις (Μεξικάνικη 1910-20), κατακτήσεις νέων εδαφών (Ανδαλουσία 718), ή απλώς αλλαγές στην κρατική πολιτική (Ζιμπάμπουε 2002), συνέβαιναν και συμβαίνουν ακόμη σε όλο τον κόσμο οδηγώντας σε αναδασμό των γαιών. Ως μέτρο, το ξαναμοίρασμα έχει πολλά θετικά, αφού φέρνει τον αέρα ενός νέου ξεκινήματος, επιτρέπει στους φτωχούς και άκληρους να ζήσουν με αξιοπρέπεια, μειώνει τις αντιπαλότητες και ενισχύει την ισότητα ανάμεσα στους πολίτες, δίνοντας σε όλους αντίστοιχη περιουσία. Επιπλέον, θωρακίζει τη μεσαία τάξη, που όπως επισημαίνει ο γέρο-Θηρυκίονας (σ.23) (αλλά και ο Hernando de Soto) αποτελεί τη ραχοκοκαλιά κάθε δημοκρατίας.

Είναι όμως και δίκαιο ως μέτρο; Στην περίπτωση που η περιουσία ενός κτηματία ή οργανισμού (βλ. τράπεζες) έχει αυξηθεί μέσα από την εκμετάλλευση των συμπατριωτών του (όπως κάνει ο Αντροκλής σ.19) και την ανομία, προφανώς είναι δίκαιο να του αφαιρεθεί. Αν όμως ένας αγρότης μέσα από σκληρή δουλειά και κόπους γενεών, έχει καταφέρει να πολλαπλασιάσει τα χωράφια του, πόσο σωστό είναι η εξουσία να εξισώσει την περιουσία του με ενός καλλιεργητή που αποδείχθηκε απλώς τεμπέλης; Τι μηνύματα και τι κίνητρα δίνει μια τέτοια αντιμετώπιση (ίση αλλά όχι δίκαιη) των πολιτών από το κράτος; Επιπλέον αμφιβολίες εντοπίζονται σχετικά με τα κριτήρια όσων αναλαμβάνουν να κάνουν το μοίρασμα των κλήρων, αφού κάποια τμήματα γης συμβαίνει να είναι ευφορότερα από άλλα, ή να δημιουργούν πλεονεκτήματα όταν ενώνονται.

Αξίζει τέλος να αναφέρουμε πόσο μεγάλο είναι το κόστος για μια τέτοια απόφαση. Δεν είναι μόνο ο Άγης Δ' που έχασε τη ζωή του προσπαθώντας να εφαρμόσει τον αναδασμό. Η αντίδραση του κατεστημένου (βλ. έχοντες και κατέχοντες) είναι πάντα έντονη. Θυμίζουμε την προσπάθεια των αδελφών Γράκχων (133 π.Χ.) στη Ρώμη, που πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν το έργο τους, εξοντώθηκαν μαζί με χιλιάδες υποστηρικτές τους. Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα όταν η αλλαγή δεν ξεκινάει από πάνω αλλά από κάτω, όπως στην περίπτωση του Κιλελέρ. Όπως (περίπου) λέει και ο ποιητής (Μπουκόφσκι): Το πρόβλημα είναι ότι όσοι τα έχουν, θέλουν να συνεχίσουν να τα έχουν...

Η καταδίκη του Άγη από μια παιδική έκδοση του έργου του Πλουτάρχου (Πηγή)
Ο θάνατός σου η έμπνευσή μου
Παρόλαυτά, τέτοιες προσπάθειες πάντα συγκινούν και προκαλούν τη συμπάθεια του κόσμου και των καλλιτεχνών. O Σκωτσέζος πολιτικός και συγγραφέας John Home (1722-1808) έγραψε την έμμετρη τραγωδία Agis στα 1747, ενώ ο κόμης Vittorio Alfieri (1749-1803), εξέδωσε και εκείνος το 1788 μια (τι άλλο;) τραγωδία με το όνομα Άγης (Agide) (σελ. 57 του συνδέσμου). Τον Άγη αφορά και το πρώτο βιβλίο της αρχαιοελληνικής τριλογίας της Πολωνής συγγραφέως Halina Rudnicka (1909-1982) με τίτλο Król Agis (Βασιλιάς Άγης) - τα άλλα δύο αφορούν τον Κλεομένη. Τέλος, ο αριστοκράτης ήρωας που επιδιώκει τη μεταρρύθμιση κόντρα στην ίδια του την καταγωγή, έχει εμπνεύσει θρύλους που μας συνοδεύουν ακόμα και σήμερα (δυστυχώς κυρίως τις Απόκριες), όπως αυτόν του Ζορρό και άλλων μασκοφόρων επαναστατών (όπως ο Scaramouche).
Η αριστοκρατία εναντίον του επαναστάτη Scaramouche (πηγή)
Agis IV - Episode IV
Η κλασική πάλη του παλιού και ισχυρού με το καινούριο και άσπιλο φαίνεται τελικά να λαμβάνει χώρα σε κάθε γενιά (βλ. Κρέοντας και Αντιγόνη). Στη σύγχρονη εποχή μας, νιώθει άραγε η νέα γενιά αρκετά δυνατή (αξιακά) ώστε να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι στο κατεστημένο; Ή μήπως το δυσοίωνο μέλλον το οποίο κάποιοι μεγαλύτεροι έχουν συμφωνήσει είναι αναπόφευκτο;

Ας μην ξεχνάμε, ότι στη διάθεση της εξουσίας βρίσκεται πάντα το στρατήγημα Good Cop/Bad Cop, το οποίο εφαρμόζουν με επιτυχία στο βιβλίο οι Αγησίλαος και Λεωνίδας Β' (ο πρώτος καταστρέφει διοικώντας απαίσια και ο δεύτερος έρχεται να σώσει τους πολίτες - χωρίς όμως να τιμωρήσει τον προηγούμενο που ευθύνεται για την καμμένη γη). Ακόμα και στις μέρες μας, ο λαός πολύ συχνά παρασύρεται μέσα από αντίστοιχα ψευδοδιλήμματα να επιλέξει το μη χείρον αντί για το βέλτιστο.

Δεν ξέρω αν στα παλιά κόλπα της εξουσίας, μπορούν να αντιταχθούν τα εξίσου κλασικά της νεολαίας (βλ. αγνότητα, τόλμη και όραμα για ένα καλύτερο αύριο). Ίσως πλέον να χρειάζεται μια αντίδραση διαφορετική, προκειμένου η ποιότητα της ανθρώπινης ζωής να κερδίσει και πάλι τη χαμένη της αίγλη ως παράγοντας λήψης αποφάσεων και να αποφευχθεί αυτό που τώρα φαίνεται να πλησιάζει. Υπάρχει άραγε ελπίδα; Και ποιος, τελικά, θ' αλλάξει αυτόν τον κόσμο;
Ποιος τελικά θ' αλλάξει αυτόν τον κόσμο; (πηγή)


Share/Bookmark