Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αειφορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αειφορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής

Υπόθεση
Στη γκρίζα πολιτεία όπου τα αγαθά είναι πια λιγοστά, ένας θρύλος μιλάει για τον μαυροντυμένο Βόρακα: έναν άνθρωπο - φάντασμα του παλιού του εαυτού, που ζει σ' ένα στοιχειωμένο πλοίο και γνωρίζει την ιστορία της Φανής. Θέλοντας να την ακούσει, ένα μικρό αγόρι με μεγάλη περιέργεια, ξεκινάει συντροφιά μ' ένα αηδόνι να τον συναντήσει.  Όταν το δειλινό φτάνει στο παλιό λιμάνι, ένας κόρακας εμφανίζεται και προαναγγέλλει τον κύριό του, που μ' αντάλλαγμα ένα μισοφαγωμένο κουλούρι, διηγείται την λυπητερή του ιστορία. 

Ο τόπος τους ήταν πριν από καιρό ένα μέρος φωτεινό και ανθισμένο, όμως ο Βόρακας με την απληστία του το κατέστρεψε: Πρώτα έκοψε όλα τα δέντρα για να κατασκευάσει πλοία, σπίτια και μαγαζιά. Στη συνέχεια, έχτισε ένα εργοστάσιο που πέταγε τα απόβλητά του στο λιμάνι· κι όλα αυτά χωρίς να αποδίδει τίποτα στην πολιτεία, χωρίς να τηρεί τους νόμους ή να επιδεικνύει σωφροσύνη για το μέλλον. Η φωνή της μικρής Φανής αποδείχθηκε πολύ αδύναμη για να τον αποτρέψει. Μέχρι που η νεράιδα έφυγε από κοντά του, αφήνοντας τον ίδιο και την πολιτεία να μαραζώσουν, ντυμένοι στα γκρίζα. Καθώς ολοκληρώνει τη διήγησή του, ο Βόρακας αποκαλύπτει στο αγόρι πως για να επιστρέψει η αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, η λύση κρύβεται σε μια λέξη μέσα στα κλαδιά του τελευταίου ασπρόδεντρου. Θα καταφέρουν άραγε τα παιδιά να τη διαβάσουν και να λύσουν τα μάγια;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Γεωργία Γαλανοπούλου
Εικονογράφηση: Βαγγέλης Παυλίδης
ISBN: 978-960-16-5089-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2015
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'
Διαβάστε ένα απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες εδώ
άλλες κριτικές για το βιβλίο θα βρείτε εδώ και εδώ

Ευχαριστούμε τη συγγραφέα για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη μας!

Κριτική
Έμμετρο αλληγορικό παραμύθι για την άμετρη εκμετάλλευση της φύσης από τον άνθρωπο, που με απληστία κατασπαταλά τους πόρους της και ζημιώνει το περιβάλλον χωρίς να αποδίδει τίποτα στην "πολιτεία". Με ευαισθησία και λογοτεχνική γλώσσα, που σε έναν βαθμό ίσως δυσκολέψει τους μικρότερους μαθητές, η συγγραφέας μας χαρίζει μια ιστορία ιδιαίτερης αισθητικής, η οποία καταφέρνει κάτι δύσκολο: να γεφυρώσει το μαγικό πνεύμα των λαϊκών θρύλων του παρελθόντος με πολλά σύγχρονα περιβαλλοντικά και ηθικά προβλήματα. Το ποιητικό στοιχείο υπερισχύει του πεζού και επιτρέπει στο κείμενο να ρέει -και να διαβάζεται εύκολα-, ενώ ταυτόχρονα η προσεγμένη σελιδοποίηση και η εξαιρετική δουλειά στην εικονογράφηση, ολοκληρώνουν την πραγματικά άρτια έκδοση. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων και μεγάλων τάξεων του Δημοτικού ή σε παιδιά που η αναγνωστική τους εμπειρία θα τα βοηθήσει να ξεδιπλώσουν όλες τις πτυχές της ιστορίας και να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματά της.

  • Καλογραμμένη ιστορία
  • Ιδιαίτεροι χαρακτήρες και αισθητική
  • Εξαιρετική εικονογράφηση
  • Προσεγμένη έκδοση
  • Ωφέλιμα μηνύματα

Αξίες - Θέματα
Περιβάλλον, Φαντασία, Αειφορία, Μύθοι

Εικονογράφηση
Το κείμενο είναι γεμάτο εικόνες που ο Βαγγέλης Παυλίδης μετασχηματίζει σε εξαιρετικά σχέδια, πλημμυρίζοντας τις σελίδες του βιβλίου. Το απειλητικό ύφος του Βόρακα, ο καλοδουλεμένος Κόρακας και το στοιχειωμένο καράβι, εντυπωσίασαν ιδιαίτερα τα παιδιά της τάξης μας και τα προκάλεσαν να διαβάσουν την ιστορία. 

Απόσπασμα
Στην άκρη της πόλης,
εκεί που η θάλασσα με τη στεριά
άλλοτε αντάλλαζαν φιλιά,
εκεί που τ' ασπρόδεντρο το μαραμένο
μονάχο στέκεται και λυπημένο,
κάποτε ζούσε η Φανή,
η διάφανη, η φωτεινή.
Μάλιστα, λένε κάποιοι μεγάλοι
πως πλάι στο ασπρόδεντρο
σ' ένα παλιό τσουκάλι
ακόμα και σήμερα μπορείς να δεις
αυτό που ήταν άλλοτε το σπίτι της Φανής.

Να ξέρει άραγε να πει κανείς
την ιστορία της Φανής;
Πώς χάθηκε απ' τη φύση
κι αν πάλι θα γυρίσει;
Ο Βόρακας ξέρει! Ίσως μιλήσει...

Να το καράβι του!
Σαν φάντασμα στέκει φοβερό
σ' άδειο λιμάνι, δίχως νερό.
Κι έτσι που γέρνει ρημαγμένο
λένε πως είναι στοιχειωμένο!

Πρωί το Βόρακα δε θα τον δεις.
Βαθιά κοιμάται ολημερίς.
Μπορεί μονάχα να τον συναντήσεις
- σαν σου βαστά και αν τολμήσεις-
μια από τις νύχτες που βγαίνει σεργιάνι
στο δίχως θάλασσα λιμάνι.
Και τότε, ίσως καταφέρεις,
αν κάποιο αντάλλαγμα προσφέρεις
να μάθεις γιατί χάθηκε η Φανή.

Έτσι έλεγε εκείνος ο θρύλος ο παλιός, ο χιλιοειπωμένος. Τα παιδιά της γκρίζας πολιτείας τον γνώριζαν καλά, τον είχαν στο μυαλό τους χαραγμένο. Κι έτρεμε το φυλλοκάρδι τους κάθε φορά που αγνάντευαν πέρα μακριά το στοιχειωμένο το καράβι. Απ' όλα όμως τα παιδιά, ένα μικρό αγόρι ήταν περίεργο πολύ

«Θα πάω!» λέει μια μέρα. «Θα μάθω γιατί χάθηκε η Φανή!» «Και δε φοβάσαι;» το ρωτούν τα άλλα παιδιά της γκρίζας πολιτείας. «Φοβάμαι» λέει. «Και λοιπόν; Το φόβο θα νικήσω. Κι αν μάθω κάποιο μυστικό, γρήγορα θα γυρίσω».

Σχόλια
Μια και οι γιορτές πλησιάζουν, θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε τον Βόρακα με το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων, που μεταφέρει στους νέους ένα μήνυμα για το πού θα οδηγηθεί ο πλανήτης σε περίπτωση που εξακολουθήσουμε να ενεργούμε χωρίς σωφροσύνη. Αν δεν θέλουμε ο κόσμος μας να καταλήξει σαν την γκρίζα πολιτεία, τότε θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε τη λέξη που κρύβεται στο ασπρόδεντρο. Με γνώμονα τον σεβασμό, να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τη φύση, τους νόμους, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Μόνο αν συνειδητοποιήσουμε άμεσα ότι η απληστία και η νοοτροπία All you can eat δεν έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή, όπου η γη έχει φτάσει στα όριά της, μπορεί κάτι να αλλάξει. Αλλιώς, όπως οι επιστήμονες προειδοποιούν, θα πρέπει να επιλέξουμε τον δρόμο της φυγής και να αναζητήσουμε νέο -προσωρινό- σπίτι για την ανθρωπότητα. Μέχρι πότε όμως μπορεί να συμβαίνει αυτό; Μήπως ο εναλλακτικός (αλλά και ανηφορικός) δρόμος της αειφορίας, της συνετής διαχείρισης των πόρων και της αυτοσυγκράτησης, είναι τελικά προτιμότερος τόσο για τον πλανήτη όσο και για το ανθρώπινο πνεύμα;
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μας αναζητήσαμε έναν δημιουργικό τρόπο για να αναπαραστήσουμε τους διαλόγους του βιβλίου: κατασκευάσαμε έναν μικρό Κόρακα και ένα παιδί από πηλό, μια Φανή από βαμμένο βαμβάκι, ενώ με λίγο χαρτόνι και πλαστελίνη το ξύλινο μανεκέν που χρησιμοποιούμε στη ζωγραφική μεταλλάχθηκε σε Βόρακα... με μουστάκι! Τέλος, κάνοντας πράξη την -φιλική προς το περιβάλλον- πρακτική της επαναχρησιμοποίησης των υλικών, μετατρέψαμε το δέντρο της ζωής που είχαμε κατασκευάσει για προηγούμενη ανάρτηση, σε ασπρόδεντρο του σεβασμού!

Share/Bookmark

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Το κόκκινο της Ανατολής


 
Υπόθεση
Στα πολύβουα Αμπελάκια του 1798 καταφθάνει ένας μυστηριώδης Γάλλος περιηγητής. Ο μεσιέ Λεκλέρ καταλύει στο χάνι του Αυγέρη όπου μένουν και άλλοι ξένοι. Παρά τις επίμονες ερωτήσεις του ιδιοκτήτη, καταφέρνει να κρατήσει τον σκοπό του ταξιδιού του μυστικό και να παραπλανήσει τους ντόπιους για τις αληθινές του προθέσεις. Στο μεταξύ, ληστές ετοιμάζονται να χτυπήσουν μια χρηματαποστολή επειδή οι Αμπελακιώτες δεν δέχτηκαν τον εκβιασμό τους. Χάρη όμως στην τύχη, την παρατηρητικότητα και την υπευθυνότητα ενός αγοριού, η πλούσια πολιτεία θα γλιτώσει από αυτόν και άλλους κινδύνους που την απειλούν. Ο Χρόνης, που μπορεί να βαριέται τα γράμματα αλλά είναι έξυπνος, θαρραλέος και γεμάτος όνειρα για το μέλλον, θα κερδίσει σύντομα την εκτίμηση των συμπατριωτών του και των προεστών για τις πράξεις του. Δεν θα συμβεί το ίδιο και με τον νεαρό Ίβο, που επιστρέφει από το εξωτερικό με νέες ιδέες για τον τρόπο επεξεργασίας του φημισμένου κόκκινου νήματος...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Άννα Γκέρτσου - Σαρρή
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-04-0465-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1991
Σελίδες: 141
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Εξαιρετικό μυθιστόρημα εποχής, που μας μεταφέρει στο "μικρό Παρίσι" των Τεμπών, στα Αμπελάκια του 1798. Καλογραμμένο, με γλώσσα απλή και σκηνές γεμάτες θεατρικότητα, το (βραβευμένο) βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα από μικρούς και μεγάλους. Τα εικοσιτέσσερα μικρής έκτασης κεφάλαια (5-6 σελίδων το καθένα) δεν κουράζουν τον αναγνώστη και κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο ως το τέλος, χάρη στη ζωντάνια των διαλόγων και τις ανατροπές. Η συγγραφέας αναπαράγει με ρεαλισμό τις συνθήκες ζωής του πληθυσμού της υπαίθρου χωρίς να κρύβει την αγάπη της γι' αυτόν, και να μας περνάει μηνύματα για την αξία της συνεργασίας, τον πατριωτισμό και την προστασία του περιβάλλοντος. Εικονογράφηση, κάποιος σχετικός χάρτης ή φωτογραφίες ντοκουμέντων της εποχής δυστυχώς δεν υπάρχουν, στις τελευταίες σελίδες όμως βρίσκουμε μια μικρή λίστα με πηγές που μπορεί να αξιοποιήσει όποιος ενδιαφέρεται να εμβαθύνει στο θέμα. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού (ειδικά της Στ') και του Γυμνασίου.

  • Καλογραμμένη και ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Θεατρικότητα χαρακτήρων, διαλόγων και σκηνών
  • Πληροφορίες για την ζωή στα Αμπελάκια
  • Προβάλλονται ωφέλιμες αξίες όπως αυτή της συνεργασίας

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Υπευθυνότητα, Συνεργασία, Περιβάλλον - Αειφορία, Εκπαίδευση, Ταξίδια, Ανισότητα, Καταναλωτισμός, Αρχαιοκαπηλία, 25 Μαρτίου.

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Χρόνης κρυφακούει στο δάσος τη συνομιλία των κλεφτών.

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Ο Χρόνης έστηνε αυτί στις κουβέντες τους. Μα δε γινόταν καθόλου λόγος για αρχαία. Πήρε τότε αυτός το θάρρος να τους πει για το Φραντσέζο που ‘χε έρθει στ’ Αμπελάκια και γύρευε νομίσματα από τους συντοπίτες του. Μπορεί και κάποιος απ’ εκείνους να είχε βρει ή να ήξερε κάποιον άλλο που είχε βρει. Αλλά τίποτα. Όλοι είχαν τη δικιά του ατυχία. Ποτέ δεν είχαν βρει τέτοιο μέταλλο, στρογγυλό, δουλεύοντας τη γη.

Πριν πάρει να γείρει ο ήλιος, ξανά στα βήματά τους, ανηφόριζαν το δρόμο για το βουνό, για την πόλη τους. Χαρούμενος ξεκίναγε το χάραμα, χαρούμενος γύριζε τ’ απομεσήμερο. Πρώτη του δουλειά, έκοβε δρόμο από την Κρυόβρυση κι έτρεχε στο χάνι να δει το Μάνθο. Κι όποτε ήταν λεύτερος, εκεί κλωθογύριζε. Τα λέγαν με το Μάνθο. Τι έγινε στον κάμπο. Τι έγινε στο χωριό.

Φέρα στο Γάλλο κάμποσα νομίσματα. Κι οι πιο πολλοί ήταν άνθρωποι που είχαν ανέβει από τον κάμπο. Ο μεσιέ Λεκλέρ τα εξέταζε για ώρα στο φως. Κοίταζε τις κεφαλές, την παράσταση που είχαν, τις επιγραφές, και αν οι μορφές και τα γράμματα δεν ήταν ξεκάθαρα, τα γύριζε πίσω. Τα καλά τα κράτησε, πλήρωσε και τους παράδες που είχε υποσχεθεί.

Κι εκεί που όλοι περιμέναν ότι τέλειωσε τη δουλειά του και θα πήγαινε στο καλό, ο Γάλλος εκδήλωσε μεγάλο ενδιαφέρον για τη βιβλιοθήκη τους.  Πρώτα έκανε ένα γύρο στα μοναστήρια. Όμως τούτοι δω οι Αμπελακιώτες είχαν φτιάξει βιβλιοθήκη. Και σπουδαία μάλιστα. ΤΑ μοναστήρια τους τριγύρω δεν είχαν τους θησαυρούς που έβρισκες σ’ όλη την Ελλάδα να τους κατατρώει η μούχλα κι ο σκόρος. Όλα τα παλιά χειρόγραφα και οι πολύτιμοι τόμοι βρίσκονταν τακτοποιημένα στη βιβλιοθήκη τους. Έτσι ο Γάλλος χωνόταν εκεί μέσα, ξεφύλλιζε βιβλία με τις ώρες, και μελετούσε μέχρι που έπεφτε σκοτάδι και δεν έβλεπε πια.

Μετά γύριζε στο πανδοχείο που ήταν γιομάτο από τους ντόπιους. Όσο ο μεσιέ Βίνστον αποτραβιόταν στο δωμάτιό του, τόσο αυτός ανακατωνόταν με τους ντόπιους.

Καθόταν ανάμεσά τους, έπινε τα κρασάκια του και μελετούσε φάτσες. Το διαπεραστικό του μάτι ψυχογραφούσε. Τα ελληνικά του διευκόλυναν.

Ύψωνε την κούπα στο διπλανό του κι άρχιζε την κουβέντα.

- Πώς πήγε η δουλειά, πατριώτη;

- Πώς να πήγε; Να κοπανάς όλη μέρα!

Στα κοπανιστήρια λοιπόν.
Γύριζε στον άλλο.

- Κι εσύ τα ίδια;

- Τα ίδια και χειρότερα! Στα καζάνια όλη μέρα.

- Μπα, βαφέας του λόγου σου; ρωτούσε μ’ ενδιαφέρον ο Γάλλος.

- Α μπα! Όχι! Εγώ με τη φωτιά. Έτσι και ξεχαστεί η φωτιά, καήκαμε ούλοι! Καήκαμε, ε; Χωρίς ξύλα!

Γελούσαν.

Καθώς ο Χρόνης βόηθαγε το Μάνθο να γεμίζουν τις κούπες τους κρασί, τριγυρνούσε ανάμεσά τους. Παρατηρούσε λοιπόν τούτα: ο ξένος γνωριζόταν με τους ντόπιους, αλλά δε διάλεγε τύπους. Άλλαζε τραπέζια. Και, παρά τα καλά του ελληνικά, ο διάλογος ήταν πάντα ο ίδιος. Ο παραπάνω. Κάπως σαν να του φάνηκε ότι ο μεσιέ Λεκλέρ είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση να κάνει παρέα με τους βαφιάδες.

Όμως δεν τον αδικούσε. Αν τον καλορωτούσε κανείς, κι αυτός τον ίδιο θα προτίμαγε. Το βαφιά. Θυμόταν τότε που είχε πάει στον κιρχανά να βρει τον κύρη του. Ατμοί ανεβαίναν κατά την οροφή από τα καζάνια, σαν το λιβάνι στην εκκλησιά. Κι ανάμεσα στους ατμούς έβλεπε τους εργάτες σαν μέσα από ανάριο σύννεφο. Πηγαινοέρχονταν αχνοί, ξεθωριασμένοι. Όμοια ξωτικά. Με τα πρόσωπα υγρά μέσα σε τούτη την καταχνιά, κινούνταν αργά, προσεχτικα.

Οι υπεύθυνοι βαφιάδες όλο μετράγαν. Τόσο, συν τόσο, συν τόσο. Με ζαρωμένα τα φρύδια, προσέχαν μην τυχόν και γίνει λάθος. Κι άλλοι, πάνω απ’ τα καζάνια, με την πουκαμίσα τυλιγμένη ψηλά στα μπράτσα, τα ποντίκια πεταγμένα από τη δύναμη που βάζαν, ανακατώναν τη βαφή. Μη λάχει και βγει το νήμα ανόμοια βαμμένο. Το χειρότερο πόστο. Ο κύρης του έλεγε πάντα «τούτοι δω ζούνε την κόλαση της κοκκιναδικής». Όπως το ‘λεγε ήταν.

Ήταν κι εκείνη η στιγμή! Μια στιγμή που του ‘φερε αναγούλα. Ο κουβάς που χύνουν με το αίμα του βοδιού. Σκοτώνουν ζωντανά για να πετύχουν τούτο το χρώμα το κόκκινο. Και σάμπως τι; Δε σκοτώνουν το Πάσχα ζωντανά και τα μασουλάνε απ’ άκρη σ’ άκρη; Τι τον πείραξε;

Όταν το είπε στον κύρη του, τον αποπήρε αυτός.

- Κι όταν κοινωνάς; Τι είν’ τούτο που πίνει; Κρασί απ’ τη Ραψάνη; Το αίμα του Χριστού πίνεις!

- Ωστόσο, κρασί ήτανε.

Ενώ εδώ χύναν αληθινό αι΄μα από αληθινό ζωντανό.

Συνέχιζε, λοιπόν, την κουβέντα του ο Φραντσέζος.

- Εμείς στο Μονπελιέ βάζουμε ποτάσα.

- Κι εμείς το ίδιο, απαντούσαν κάποιοι.

Έπαιρνε ο Γάλλος το κρασί του, άραζε δίπλα τους και συνέχιζε την κουβέντα.

- Και βάζουμε και κόπρανα.

- Σάμπως εμείς τι βάνουμε;

- Και σκάγανε στα γέλια.

- Στη Ρουέν βγάζουμε και μπλε σαν το δικό σας. Όχι όμως σαν το δικό σας το κόκκινο.

Ησυχία. Κανένας δεν του μιλούσε.

- Και στη Ρουέν και στο Λαγκετόκ ρίχνουνε ποτάσα και κόπρανα, αλλά δε βγαίνει το κόκκινο το δικό σας, επέμενε ο Γάλλος. Πώς το εξηγάς τούτο;

- Δεν το εξηγάς, μεσιέ, του είπε ο Γιώργης ο Δερμέζης. Έτσι είναι.

- Τι πάει να πει «έτσι είναι»!

- Ε, άλλο πράμα. Άλλο Ρουέν, άλλο Αμπελάκια, έκανε ο Γιώργης.

- Τι πάει να πει «άλλο Ρουέν, άλλο Αμπελάκια», έκανε χολωμένος ο Γάλλος.

- Ε, άλλα χώματα, άλλος καιρός…

Πήγε ν’ απαριθμήσει κι άλλους παράγοντες, αλλά δεν έβρισκε.

- Άλλο! Με νόησες;

Ο Γάλλος καλμάρισε. Το σκέφτηκε.

- Έτσι είναι, κούνησε με κατανόηση το κεφάλι.

Ωστόσο δεν καταλάβαινε. Κάποιος συγκεκριμένος λόγος πρέπει να υπήρχε. Τα πάντα έχουν μια λογική εξήγηση. Τούτο το άλικο χρώμα που πετυχαίναν οι Αμπελακιώτες δεν ήταν θέμα μεταφυσικής! Τούτο το προφυρό, που αντιστεκόταν στο χρόνο διατηρώντας την αρχική, εκτυφλωτική του λαμπράδα, έκρυβε μια επιστημονική εξήγηση. Αυτήν που καιρό τώρα αναζητούσε.

Σχόλια
Ο μαθητής μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα αποκτήσει εικόνα για τις συνθήκες ζωής στην ορεινή Θεσσαλία του 18ου-19ου αιώνα: Για τον ρόλο της γυναίκας στην τοπική οικονομία και κοινωνία (σ.77-80), το επίπεδο των ιατρικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών που "απολάμβανε" ο πληθυσμός, την πρωτόγονη κατάσταση του οδικού δικτύου... Θα μάθει επίσης για την τοπική αρχιτεκτονική, την ενδυμασία και κάποιες παραδόσεις (θεμελίωση αρχοντικού σ.25, πανηγύρι σ.117). Τέλος, θα γνωρίσει τη νοοτροπία των ντόπιων (σ.31), την περηφάνια που ένιωθαν για τα επιτεύγματά τους αλλά και τη λαχτάρα τους να μιμηθούν την πρόοδο της Δύσης.

Οι κάθε λογής συζητήσεις στο χάνι του Αυγέρη θα δώσουν στα παιδιά μια ιδέα για το ενδιαφέρον που υπήρχε γύρω από την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη (σ.33), τις ελπίδες που ο υπόδουλος κόσμος στήριζε στον Ναπολέοντα και την αγάπη του για τον Ρήγα, αλλά και τον φόβο μπροστά στον Τούρκο ή τον κοτζαμπάση (σ.50). Τέλος, από το βιβλίο μαθαίνουμε πολλά για το αλιζάρι και την παρασκευή της κόκκινης κλωστής που έκανε τ' Αμπελάκια διάσημα διεθνώς. Ένα εμπεριστατωμένο άρθρο σχετικά με το φυτό αυτό και τις ιδιότητές του έχει δημοσιευτεί από το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες.
αλιζάρι ή ριζάρι και κόκκινο νήμα από τα Αμπελάκια (πηγή)
Χαρακτηριστικό για την εποχή, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τα ελληνικά αρχαία, σχετικά με το οποίο θα βρείτε σχόλια και σε άλλες αναρτήσεις όπως Ο θησαυρός της Τροίας. Το ερώτημα για μια ακόμη φορά είναι αν οι ντόπιοι πληθυσμοί, όντας απαίδευτοι και οικονομικά εξαθλιωμένοι, είχαν ή όχι ευθύνη για το ξεπούλημα των εθνικών θησαυρών στους ξένους αρχαιοκάπηλους. Η τακτική πάντως του "Ο ξένος που ήρθε στο χωριό μας δίνει πέντε παράδες σ' όποιον του φέρει αρχαίο νόμισμα" (σ.30) εξακολουθούσε μέχρι πρόσφατα να είναι αρκετά αποδοτική για εμπόρους και συλλέκτες, όπως είδαμε και Στα ίχνη της Σπασμένης Σάρισας. Φυσικά, δεν είχαν όλοι οι ξένοι επισκέπτες κακές προθέσεις, κάτι που στο βιβλίο αποδίδεται με τον χαρακτήρα του φυσιοδίφη μεσιέ Βίνστον (σ.23). Εδώ διαβάζουμε πώς περιγράφει τα Αμπελάκια του 1801 ο επίσης Άγγλος περιηγητής, Edward Daniel Clarke (για περισσότερα ακολουθήστε τον σύνδεσμο της εικόνας).
http://en.wikipedia.org/wiki/Edward_Daniel_Clarke
Η κοινότητα των Αμπελακίων μπορεί να είχε πλούσια κέρδη (σ. 67 Ούλοι τους εδώ καλοζούνε) και να βασιζόταν στη συνεργασία των κατοίκων, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλοι όσοι ζούσαν εκεί ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη. Ο διαχωρισμός μεταξύ προεστών και χωρικών ήταν σαφής όπως δείχνει και η σκηνή στο πανηγύρι τ' Αϊ Λια που μας θυμίζει λίγο εμφάνιση πολιτικών σε σύγχρονο γλέντι (σ.117) Ανάμεσά τους [στους χωρικούς] κυκλοφορούσαν οι προεστοί δυο δυο, τρεις τρεις, κουβεντιάζοντας. Απαντούσαν στο χαιρετισμό των χωριανών. Οι επιστάτες, πιο θαρρετοί, τους πλησίαζαν, τους μιλούσαν. Τους γνώριζαν και τη φαμίλια όλη. Καταδεχτικά οι πρόκριτοι λέγαν λίγα λόγια και συνέχιζαν. Οι φτωχότεροι φαίνεται μάλιστα πως δέχονταν αδιαμαρτύρητα τη θέση τους, (σ.127 Να 'χουν οι αρχόντοι αγαθά να δίνουν και σε μας) σε αντίθεση με τους μεγαλεμπόρους, που όπως διαβάζουμε πίεζαν διαρκώς για μεγαλύτερα κέρδη και απειλούσαν ακόμα και με διάλυση της Συντροφιάς - κάτι που φυσικά θα ζημίωνε και τους ίδιους. Είναι τελικά το χρήμα ό,τι σημαντικότερο υπάρχει; Όχι. Καλός ο παράς, μα η λευτεριά του έθνους καλύτερη (σ.34) μας απαντάει η συγγραφέας.
ασημένιο γρόσι αξίας 40 παράδων (1757-1774)
Ο χαρακτήρας του Ίβου -που αποτελεί πρότυπο για τον μικρό Χρόνη-, κρύβει εκπλήξεις για τους συγχωριανούς και ανατροπές για τους αναγνώστες. Όταν ο νεαρός κάνει τελικά την πολυαναμενόμενη εμφάνισή του από την Ευρώπη, φέρνει μαζί του νέες ιδέες που αφορούν το περιβάλλον και τη χρήση της τεχνολογίας στην παραγωγή. Μιλάει στους συντοπίτες του και τους προεστούς με πάθος για την αειφορία, προσπαθώντας να τους πείσει να μην καταστρέφουν τα δάση της περιοχής, αφήνοντας τους λόφους γυμνούς. Τους προτρέπει επίσης να εισάγουν στην παραγωγική διαδικασία μηχανές, ώστε να έχουν απόδοση σταθερή και να μπορούν να δίνουν στο αμπελακιώτικο νήμα συγκεκριμένο πάχος. Οι ντόπιοι ωστόσο τον χλευάζουν για την περιβαλλοντική του ευαισθησία και τον περιθωριοποιούν για την μηχανοποίηση που πρεσβεύει, καθώς φοβούνται ότι θα τους οδηγήσει σε ανεργία. Και όχι άδικα. Είναι άλλωστε η εποχή που στην Ευρώπη εμφανίζεται το κίνημα των Λουδιτών, μεταμφιεσμένων εργατών που καταστρέφουν με μανία τις μηχανές των κλωστοϋφαντουργείων, καθώς τις θεωρούν υπεύθυνες για την ανεργία. Ο Λόρδος Βύρωνας θα τους υποστηρίξει με μια ωδή (Ode to the Framers) και ένα τραγούδι για τους Λουδίτες (Song for the Luddites), όμως μέσα σε λίγα χρόνια η αστυνομία θα καταπνίξει -με τη βοήθεια της νομοθεσίας- κάθε τους εξέγερση.
Λουδίτες επί το έργον (Πηγή)
Όπως νωρίτερα στο Κοινό του Μελενίκου, έτσι και τώρα στο Καταστατικό της Συντροφιάς, οι αναγνώστες μπορούν μέσα από το κείμενο να αναγνωρίσουν χωρίς διδακτισμό, την αξία των κανόνων και της συνεργασίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Πώς ξεκίνησαν όλα; Όπως εξηγεί ο άρχοντας Σφόρτζης (σ.68) ένα μεγάλο κακό, μια ξηρασία που τους οδηγούσε στην καταστροφή, έκανε τους κατοίκους των Αμπελακίων να αποφασίσουν να ενωθούν. Έδωσαν λοιπόν όρκο για το στερεόν της ενότητος και το αδύνατον του χωρισμού, και πάλεψαν μαζί στη ζημιά και στη δυστυχία, μέχρι που ήρθαν καλύτερες μέρες. Η ένωση έφερε την προκοπή, ενώ η διχόνοια οδηγεί πάντα σε προβλήματα. Μήπως εδώ υπάρχει ένα (ακόμα) δίδαγμα για την Ελλάδα της κρίσης;
Χρήση στην τάξη
Οι μαθητές καλούνται να εντοπίσουν το δημοφιλές απόφθεγμα Η ισχύς εν τη ενώσει σε διάφορες ξένες γλώσσες (λατινικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, κτλ.) θυρεούς και εμβλήματα και να δημιουργήσουν ένα κολάζ που θα στολίζει την τάξη για το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς. Μπορούν επίσης να συμπληρώσουν τη δημιουργία τους με φράσεις αντίστοιχου νοήματος (όπως το Ὁμονοούντων ἀδελφῶν συμβίωσις παντὸς τείχους ἰσχυροτέρα εἶναι - του Αντισθένη) που θα αναζητήσουν στο διαδίκτυο. Στην αξία της συνεργασίας έχουμε αναφερθεί και σε άλλες αναρτήσεις, όπως π.χ. στους Νικητές, ενώ υλικό για μια πιο σοβαρή συζήτηση θα βρούμε σε διάσπαρτα άρθρα όπως αυτά του Γ. Τσακίρη και του Σ. Καργάκου.


Η ευημερία στα Αμπελάκια, κάνει τους ντόπιους αγρότες να ψωνίζουν αλόγιστα, ξοδεύοντας μεγάλα ποσά πέρα από τις δυνατότητές τους. Τώρα τελευταία σαν πολλοί Αμπελακιώτες ψουνίζουν τόσα, που όταν κλείσει ο χρόνος θε να 'χουν ξεπεράσει όλα τα μιστά τους (...) Ετούτοι μέχρι πριν λίγο ψουνίζανε το στάρι τους και τα χρειαζούμενα. Τώρα ψουνίζουνε πάνω από τα χρειαζούμενα. διαβάζουμε στη σελ. 69. Επίσης, προτιμούν για τις αγορές τους προϊόντα ξένα, από άλλες περιοχές. Αυτός, που η κάπα από λαρισαίικο πανηγύρι θα 'μενε απαντοχή μέχρι να ξεψυχήσει, ψούνισε κάπα από τη Ζαγορά που κάνει είκοσι γρόσια! (...) Άλλος από τις χαμοκέλες τ' Αϊ-Γιώργη, και γυρεύει μαντίλα για την κυρά του. Μα να 'ναι από τη Βρώπα. Δεν του κάνει ντόπιο πράμα. Ποιο είναι άραγε το μέλλον μιας κοινωνίας που δεν αγοράζει τα ίδια της τα προϊόντα, αλλά υπερχρεώνεται για να αγοράζει ακριβά και εισαγόμενα; Μπορούμε να κάνουμε μια μικρή έρευνα στην τάξη, για να διαπιστώσουμε τι είδους προϊόντα χρησιμοποιούν οι μαθητές μας στην καθημερινή τους ζωή: Τοπικά ή εισαγόμενα; Και τι άραγε φοράνε δάσκαλοι και γονείς;  Σχετικά με τις προοπτικές των δυτικών κοινωνιών που εισάγουν πλέον τα περισσότερα προϊόντα από την Κίνα, μπορείτε να διαβάσετε και την χαριτωμένη έρευνα - οδοιπορικό του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Τζο Μπένετ στο Από πού έρχονται τα σώβρακα;
Στις σελίδες 55-56 ο Χρόνης μπαίνει στο αρχοντικό του Γεωργίου Μαύρου (ή Σβάρτς ή Σφόρτζη) για να συναντήσει τον ιδιοκτήτη του και η συγγραφέας μας χαρίζει ένα πολύ ωραίο πρότυπο περιγραφής κτηρίου, που μπορούμε να αξιοποιήσουμε στο μάθημα της Γλώσσας. Στις εικόνες βλέπουμε πώς μοιάζει σήμερα το υπέροχο αυτό σπίτι - στολίδι και αποκτούμε μια ιδέα για την αρχιτεκτονική των Αμπελακίων κατά τον 18ο αιώνα (Πηγή).

Share/Bookmark

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Γοργόνες S.O.S.: Η αποστολή της Μίστι

Υπόθεση
Έξι νεαρές γοργόνες με αγνή ψυχή έχουν αναλάβει μια πολύ σπουδαία αποστολή: να φέρουν στη βασίλισσα Νεπτούνα έξι καινούριους μαγικούς κρυστάλλους προτού οι παλιοί, που δίνουν ζωή και δύναμη στο Κοραλλένιο Βασίλειο, χάσουν όλη τους τη λάμψη. Στο δρόμο τους όμως, θα συναντήσουν πολλά εμπόδια, επειδή η μοχθηρή γοργόνα Μαντόρα δε θέλει να τις αφήσει να εκτελέσουν την αποστολή τους. Οι έξι γοργόνες είναι πανέξυπνες και αποφασισμένες. Θα καταφέρουν άραγε να γλιτώσουν από τις παγίδες της Μαντόρα;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Γκίλιαν Σίλντς (Gillian Shields)
Μετάφραση: Νοέλα Ελιάσα
Εικονογράφηση:  Έλεν Τέρνερ (Helen Turner)
ISBN: 978-960-04-3714-0
Τίτλος πρωτοτύπου: Mermaid S.O.S.: «1. Misty to the Rescue»
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006 (στα ελληνικά 2009)
Σελίδες:95
Τιμή: περίπου 6 ευρώ (προσφορά 2 ευρώ)
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: B', Γ', Δ', Ε'
κριτικές μικρών αναγνωστών εδώ

Κριτική
Μικρή και ανάλαφρη καλοκαιρινή περιπέτεια με περιβαλλοντικές ευαισθησίες. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της σειράς Γοργόνες S.O.S Η συντροφιά της θάλασσας, που ολοκληρώνεται σε 6 συνέχειες και απευθύνεται σε (ποιες άλλες;) μικρές μαθήτριες. Η γλώσσα της μετάφρασης είναι απλή, χωρίς προβλήματα στη ροή ή τη σαφήνεια. Η εικονογράφηση είναι ασπρόμαυρη, χαριτωμένη και χωρίς εκπλήξεις, συνοδεύοντάς μας με μικρά και ολοσέλιδα σκίτσα σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα. Τα έξι κεφάλαια δεν ξεπερνούν συνήθως τις 10-12 σελίδες, ενώ η γραμματοσειρά και το διάστιχο απευθύνονται σε παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού. Η έκδοση φροντίζει να έχουμε στην πρώτη σελίδα έναν βοηθητικό χάρτη για να προσανατολιζόμαστε στο κοραλλένιο βασίλειο της Ωκεανίας, ενώ το σύνολο της πλοκής μας αποκαλύπτεται σε έναν εκτενή πρόλογο 5 σελίδων. Αυτό προφανώς διασφαλίζει ότι ακόμα κι αν δεν δώσετε καμία σημασία σε όσα επακολουθούν, θα ξέρετε τουλάχιστον μέσες - άκρες τι συμβαίνει στην ιστορία. Στο τέλος του βιβλίου, η συγγραφέας μας γνωρίζει όλη τη συντροφιά της θάλασσας, τις έξι δηλαδή φίλες γοργόνες με τις απεικονίσεις τους και λίγα λόγια για την εξωτερική εμφάνιση και τον χαρακτήρα τους. 

Το βιβλίο είναι τελικά περισσότερο χαριτωμένο και λιγότερο "αμερικάνικο" απ' ό,τι δείχνει στην αρχή, και πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να το προτείνουμε χωρίς φόβο ως ένα ευχάριστο διάλειμμα σε κορίτσια Γ', Δ' αλλά και Ε' τάξης.
 

Από τον ίδιο εκδοτικό κυκλοφορούν αντίστοιχες σειρές με συγγενείς θεματικές, όπως π.χ. Μαγικό ουράνιο τόξο: Οι νεράιδες των χρωμάτωνΤα πόνι του Μαγικού Καρουσέλ, Νίνα, η νεράιδα μπαλαρίνα, κ.ά. Υποψιάζομαι ότι σκοπός σε όλες αυτές είναι ένα συναρπαστικό ξεκίνημα, που θα βάλει τις μικρές αναγνώστριες στην ιστορία και θα προκαλέσει το ενδιαφέρον τους ώστε να αναζητήσουν και τους υπόλοιπους τόμους.

Η βασική πλοκή της ιστορίας θυμίζει λίγο τους τρεις σωματοφύλακες, που προσπαθούν εντός της χρονικής προθεσμίας να επιστρέψουν τα διαμάντια στην βασίλισσα Άννα την Αυστριακή, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές του πανούργου καρδινάλιου Ρισελιέ. Στην περίπτωσή μας οι φύλακες διπλασιάζονται σε αριθμό αλλά παραμένουν πολλαπλάσιο του τρία, τα διαμάντια έχουν γίνει μαγικοί κρύσταλλοι, και ο Ρισελιέ μετατρέπεται σε μοχθηρή γοργόνα με το όνομα Μαντόρα. Το γοργονοκάλεσμα (σ.42) από την άλλη, στο οποίο καταφεύγει η Μίστι για να καλέσει βοήθεια από τις φίλες της, θυμίζει κάπως το σημάδι του Batman στον ουρανό ή ακόμα καλύτερα το κάλεσμα των Θάντερκατς!
Αξίες - Θέματα
Φιλία, Συνεργασία, Υπευθυνότητα, Περιβάλλον, Μαγεία, Αειφορία

Εικονογράφηση
 

Απόσπασμα
«Φτάσαμε!» είπε όλο λαχτάρα η Μίστι.

«Φτάσαμε, επιτέλους, στη Σπηλιά των Κρυστάλλων».

Η Μίστι, η Έλι, η Σόφι, η Χόλι, η Λούσι και η Σκάρλετ μπήκαν κολυμπώντας με αργές κινήσεις στην υποθαλάσσια σπηλιά που ήταν κρυμμένη στα όρια του Κοραλλένιου Βασιλείου. Η Μίστι και οι φίλες της είχαν έρθει στη Σπηλιά των Κρυστάλλων συμμετέχοντας σε μια ειδική αποστολή. Ήταν οι πιο έξυπνες και πιο θαρραλέες νεαρές γοργόνες σε ολόκληρο το βασίλειο της βασίλισσας Νεπτούνα κι εκείνη τις είχε επιλέξει για να τους αναθέσει μια πολύ σημαντική αποστολή.

«Κάθε χρόνο οι έξι κρύσταλλοι του θρόνου μου χάνουν τη λάμψη τους και παλιώνουν», τους είχε πει η βασίλισσα. «Μαζί με τη λάμψη τους όμως χάνεται και η μαγική δύναμη του Λαού της Θάλασσας. Σε μια βδομάδα οι κρύσταλλοι που βλέπετε τώρα δε θα υπάρχουν πια».

Ο θρόνος ήταν πανέμορφος. Βρισκόταν στην καρδιά του Κοραλλένιου Βασιλείου, φτιαγμένος από αστραφτερό ασήμι και στολισμένος με μαργαριτάρια. Στην κορυφή του έλαμπαν έξι μαγικοί κρύσταλλοι, σαν αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της βασίλισσας. Οι γοργόνες όμως παρατήρησαν πως οι κρύσταλλοι είχαν αρχίσει να χάνουν τη λάμψη τους. Αχνόφεγγαν με κόκκινες, κίτρινες και μπλε λάμψεις σαν κεριά που τρεμοσβήνουν.

«Χρειαζόμαστε έξι νέους κρυστάλλους, γεμάτους νέα δύναμη και ζωή, ακριβώς σαν εσάς», τους είχε εξηγήσει η βασίλισσα Νεπτούνα. «Πάρτε αυτό το κλειδί και πηγαίνετε να τους φέρετε από τη Σπηλιά των Κρυστάλλων. Θα προστατεύσουν το Κοραλλένιο Βασίλειο για άλλον ένα χρόνο. Σας εμπιστεύομαι αυτή την αποστολή, γενναίες μου γοργόνες!»

Οι φίλες ένιωθαν περηφάνια και ενθουσιασμό καθώς ξεκινούσαν. Η Μίστι είχε φυλάξει το χρυσό κλειδί στο ροζ τσαντάκι που ήταν δεμένο στη μέση της. Έπρεπε να φέρουν τους κρυστάλλους όσο το δυνατόν συντομότερα. Η Μίστι και οι φιλενάδες της ένιωθαν πως ήταν ιδιαίτερη τιμή γι’ αυτές να τους αναθέσει η βασίλισσα Νεπτούνα μια τόσο σημαντική αποστολή. Οι γοργονούλες δεν ήθελαν με τίποτα να απογοητεύσουν τη βασίλισσα, τις οικογένειές τους και το Λαό της Θάλασσας.

Οι γοργόνες κολύμπησαν μια ολόκληρη μέρα μέχρι να φτάσουν στη Σπηλιά των Κρυστάλλων. Η Μίστι τραγουδούσε χαρωπά σε όλη τη διαδρομή, καθώς όμως οδηγούσε τις άλλες γοργόνες στο εσωτερικό της υποθαλάσσιας σπηλιάς ήταν όλες τους σιωπηλές.

Επιτέλους, είχαν φτάσει. Πάνω απ’ τη θάλασσα ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει μέσα σ’ένα ροδαλό σύννεφο. Κάτω απ’ τα κύματα οι γοργόνες κοιτούσαν έκθαμβες τα αστραφτερά χρυσά τοιχώματα της σπηλιάς.

«Κοιτάξτε!» είπε η Μίστι.

Υπήρχε μια μικρή ασημένια πύλη στον τοίχο της σπηλιάς. Η Μίστι κολύμπησε προς την πύλη κουνώντας με χάρη τη ροζ ουρά της. Έπειτα έβγαλε το κλειδί της βασίλισσας Νεπτούνα απ’ το πουγκί της και το έβαλε στην κλειδαρότρυπα. Το γύρισε αργά και η πύλη άνοιξε.

«Α!» αναφώνησαν οι γοργόνες, πλησιάζοντας και κοιτάζοντας θαμπωμένες.

Πίσω απ’ την πύλη υπήρχε ένας μικρός θάλαμος. Δεν ήταν μεγαλύτερος από μια ντουλάπα και ήταν πλαισιωμένος με μαργαριτάρια. Στο κέντρο του θαλάμου υπήρχαν έξι αστραφτεροί εκθαμβωτικοί κρύσταλλοι.

«Δεν έχω ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο», είπε η Μίστι με κομμένη ανάσα.

Οι αστραφτεροί κρύσταλλοι έλαμπαν έντονα με εκατοντάδες χρώματα. Η λάμψη τους έμοιαζε να εκπέμπει μαγική ενέργεια.

«Δεν είναι υπέροχοι;» αναφώνησε η Έλι. «Και τους πήρε έναν ολόκληρο χρόνο για να μεγαλώσουν. Πρέπει να τους προσέχουμε πάρα πολύ».

«Έξι κρύσταλλοι για τις έξι φυλές της θάλασσας», μουρμούρισε ονειροπόλα η Λούσι.

«Σίγουρα είναι μαγικοί».

«Θα διαλέξουμε η καθεμία από έναν», είπε η Μίστι στρεφόμενη προς τις υπόλοιπες. «Ας προσπαθήσουμε τώρα να κοιμηθούμε. Νύχτωσε. Θα πάρουμε το δρόμο της επιστροφής μόλις ξημερώσει».

«Πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς», είπε η Χόλι με σοβαρό ύφος. «Είναι πολύ σημαντικό να πάμε τους κρυστάλλους στη θέση τους προτού χάσουν οι παλιοί τη λάμψη τους, δηλαδή πριν από το τέλος της εβδομάδας».

«Μα μας πήρε μόνο μία μέρα για να φτάσουμε εδώ», είπε η Σκάρλετ.

Έφτιαχνε τα μαλλιά της, κοιτάζοντας το είδωλό της στο καθρεφτάκι που είχε βγάλει απ’ το αστραφτερό κόκκινο τσαντάκι της.

«Έχουμε έξι ολόκληρες μέρες για να επιστρέψουμε», πρόσθεσε.

«Εγώ πάντως πιστεύω πως δεν πρέπει να μείνουμε και πολύ εδώ», αντέτεινε αυστηρά η Μίστι. «Είναι μεγάλη ευθύνη να προσέχουμε τους κρυστάλλους στο δρόμο της επιστροφής. Και αν επιστρέψουμε καλά και γρήγορα, ίσως η βασίλισσα μας εμπιστευτεί και άλλες αποστολές».

«Δίκιο έχεις», συμφώνησε η Έλι. «Δεν πρέπει να διακινδυνεύσουμε να καθυστερήσουμε».

«Και αν οι καινούριοι κρύσταλλοι δεν τοποθετηθούν στο θρόνο της βασίλισσας Νεπτούνα προτού χάσουν τη λάμψη τους οι παλιοί θα χαθεί και η δύναμη του Λαού της Θάλασσας. Και τότε θα είναι αδύνατο να προστατεύσουμε τη θάλασσα και το βασίλειό μας από κάθε κακό», είπε με σοβαρό ύφος η Μίστι.

«Αυτό θα ήταν τρομερό», αναρίγησε η Λούσι.
Χρήση στην τάξη
Παρά την σχετική επιφανειακότητα του σεναρίου και των χαρακτήρων, πολλά από αυτά που συμβαίνουν στο βιβλίο, μπορεί να αξιοποιηθούν για να αναφερθούμε σε θέματα σχετικά με την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Οι γοργόνες που ενώνονται χέρι χέρι και με το τραγούδι τους απομακρύνουν τον κίνδυνο των αλιέων (σ.87), φανερώνουν την αξία της συνεργασίας και της αλληλοϋποστήριξης. Η μεγάλη σημασία που αποδεικνύεται ότι έχουν οι συμβουλές των μεγαλυτέρων, είτε ως εμπειρία (γιαγιάδες σ.50), είτε ως άποψη (γριά σουπιά σ.66), όταν η γοργονοπαρέα ψάχνει τον δρόμο της, μας εξηγούν πόσο απαραίτητη μπορεί να γίνει η σοφία των μεγαλυτέρων, όταν αναζητούμε τον προσανατολισμό μας (βλ. σχετικά και το άρθρο του C.A.Bowers σ.14 που αναφέραμε και στην προηγούμενη ανάρτηση). Τέλος, υπάρχουν σημεία στην ιστορία που μας επιτρέπουν να αναφερθούμε στην έννοια της αειφορίας, όπως όταν οι αδιάφοροι άνθρωποι κοντεύουν να καταστρέψουν το φυκόδασος (σ.80-81) επειδή βιάζονται να ξαναψαρέψουν πριν αυτό προλάβει να ξαναμεγαλώσει.

Σε μεγαλύτερες τάξεις, βασιζόμενοι στο τελευταίο απόσπασμα (σ.80-81) μπορούμε να κάνουμε αναφορά στο φαινόμενο της υπεραλίευσης, που ταλαιπωρεί το Αιγαίο μας, τη Μεσόγειο αλλά και τους ίδιους τους ωκεανούς. 

Οι μεσαίες τάξεις, θα μπορούσαν να παρουσιάσουν πληροφορίες για ζώα του βυθού και να ετοιμάσουν εντυπωσιακά κολάζ και ενημερωτικά πόστερς με πληροφορίες.

Σε μικρότερες τάξεις μπορούμε να συζητήσουμε για τη ζωή στο βυθό, αφού αρκετά είδη που ζουν εκεί αναφέρονται στο κείμενο (σελ. 49-50-51) και να αναπαραστήσουμε τον τραγουδόκυκλο (σ.56) των γοργόνων, λέγοντας ένα θαλασσινό τραγούδι.

Παράλληλα, μπορούμε ανάλογα με το επίπεδο και τα ενδιαφέροντα των παιδιών να ασχοληθούμε με δραστηριότητες ζωγραφικής, χρωματισμού, κατασκευές, θεατρικά παιχνίδια (π.χ. οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες που ενώνουν τα σώματά τους για να αποδώσουν τη μορφή ενός πλάσματος του βυθού ενώ η υπόλοιπη τάξη προσπαθεί να μαντέψει), ή να δούμε απλώς ένα επεισόδιο από τη σειρά Μπομπ Σφουγγαράκης...
Κολάζ με τα πλάσματα του βυθού (Πηγή)

Share/Bookmark

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ο Χρυσάνεμος


Υπόθεση
Σε ένα όμορφο νησάκι, ένας περίεργος άνεμος αρχίζει να φυσάει... μόλις κοπάζει, τα πάντα έχουν σκεπαστεί με χρυσάφι! Η ζωή των κατοίκων αλλάζει άμεσα προς το καλύτερο. Παράλληλα, ονόματα και τοπωνύμια "χρυσώνονται" και παλιές συνήθειες (όπως ο ύπνος) προσαρμόζονται για να ταιριάζουν στις νέες συνθήκες. Γρήγορα ωστόσο κάνουν την εμφάνισή τους και καινούρια προβλήματα! Τι αλήθεια μπορεί να βρει κάποιος να φάει σε ένα μέρος ολόχρυσο; Τη λύση έρχεται να σκεφτεί ο δήμαρχος Μύδας καταστρώνοντας ένα σχέδιο: Η εφαρμογή του όμως δεν πρόκειται να φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα για κανέναν... 

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αγαθή Δημητρούκα
Εικονογράφηση: Γιώργος Ναζλής
ISBN: 978-960-16-4021-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες:50
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Μικρή χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά στα βαθιά Ι (περίπου 2000 λέξεις). Η επιμέλεια είναι για μια ακόμη φορά εξαιρετική, με απλή γραφή, κείμενο που αναπνέει και εικονογράφηση πανταχού παρούσα. Τα νοήματα είναι κατανοητά μέχρι ένα θεματάκι (βλ. πιο κάτω σχόλιο) λίγο πριν το κλείσιμο της ιστορίας, για τις λίγες δύσκολες λέξεις υπάρχει επεξηγηματικό λεξιλόγιο στην τελευταία σελίδα, ενώ η πλοκή ρέει, ώστε ακόμα και μη πεπειραμένοι αναγνώστες να μην κουράζονται. Το ότι δεν υπάρχει χωρισμός σε κεφάλαια για να προσφέρει ένα "μαξιλαράκι" μάλλον δεν είναι σπουδαίο ζήτημα, καθώς η έκταση του διηγήματος είναι περιορισμένη. Η εικονογράφηση, παρότι ασπρόμαυρη, είναι εξαίσια: χιουμοριστική στους χαρακτήρες, γοητευτική στα τοπία και κατατοπιστική όπου χρειάζεται! Μετά το τέλος της ιστορίας δύο μικρά κείμενα για τον Κροίσο και τον Μίδα, περιμένουν τους μαθητές να εντοπίσουν κάποια νοηματικά λάθη (ευτυχώς δίνεται η λύση στο κάτω μέρος της σελίδας). Να προσθέσουμε ότι εδώ μπορείτε να βρείτε και μια θεατρική διασκευή του έργου επεξεργασμένη από την ίδια τη συγγραφέα.

Θα προτείναμε το βιβλίο κυρίως σε παιδιά Γ' και Δ' τάξης, καθώς και σε μεγαλύτερους μαθητές που αναζητούν ένα ευχάριστο και ξεκούραστο ανάγνωσμα με κοινωνικές / περιβαλλοντικές προεκτάσεις.

Η αρχική ιδέα είναι πανέξυπνη και μας εισάγει γρήγορα (όπως επιβάλλει και το όριο των 2000 λέξεων) σε μια πολύ πρωτότυπη ιστορία, όπου ο μικρός αναγνώστης ιντριγκάρεται και αναρωτιέται τι μπορεί να συμβεί. Στη συνέχεια, κι ενώ η πλοκή εξακολουθεί να ξετυλίγεται ακάθεκτη, η κάμερα της αφήγησης αλλάζει διαρκώς εστίαση... στρέφει το ενδιαφέρον μας πρώτα στον φιλόδοξο δήμαρχο, έπειτα στις υπηρεσίες του νησιού (αστυνομία, logistics, γραμματείες) που φαίνεται να λειτουργούν στην εντέλεια και καταλήγει εκτός του νησιωτικού πληθυσμού, σε έναν καπετάνιο που τελικά αποδεικνύεται πως είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Δυστυχώς, το τέλος της ιστορίας έρχεται σχετικά απότομα και με ένα βεβιασμένο δίδαγμα - αλεξιπτωτιστή:

Αυτό είναι το χρυσάφι μας! (σ.σ. για τα χωράφια) Αυτή είναι η ελευθερία μας. Θα καλλιεργούμε τη γη μας και θα ζούμε από αυτήν. Θα δουλεύουμε. Δε θα ξαναγίνουμε σκλάβοι για ένα πιάτο φαΐ ! 

Για να ξαναγίνεις όμως σκλάβος, πρέπει πρώτα να έχεις γίνει, λέει η λογική. Και οι μικροί αναγνώστες αυτή την αλλαγή στην κατάσταση των νησιωτών φοβάμαι πως δύσκολα την οσμίζονται με τον τρόπο που δίνεται, αν δηλαδή δίνεται.

Η δοκιμή του βιβλίου στην τάξη, επιβεβαίωσε ότι με το δίδαγμα υπάρχει ένα ζητηματάκι. Συγκεκριμένα, ενώ τα παιδιά χάρηκαν πολύ με την ιστορία, όταν τους ζήτησα να εξηγήσουν το παραπάνω απόφθεγμα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν την ξαφνική αγάπη των κατοίκων για τη γη τους, και στη λέξη "σκλάβοι" θεώρησαν ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος. Στο μυαλό τους, οι Χρυσονησιώτες είχαν μείνει ζάπλουτοι και τρισευτυχισμένοι. Ένα παιδί είπε "δεν ήταν σκλάβοι, αφού ήταν πλούσιοι!", κι ένα άλλο είχε συγκρατήσει πως στο νησί κανένας πια δεν δούλευε σαν εργάτης, οπότε ήταν αδύνατο να έχουν γίνει δούλοι. Ένα κορίτσι προσπαθώντας να βρει εξήγηση πέρασε στη σφαίρα της φαντασίας: υπέθεσε ότι τελείωσε το χρυσάφι τους, έμειναν φτωχοί και γι' αυτό τους πήρε σκλάβους ο καπετάνιος. Τελικά (και με τα χίλια ζόρια), ένας μαθητής είπε: "ίσως επειδή αναγκάζονταν να ξύνουν με τα χέρια τους το χρυσάφι για να το δώσουν". Για να μην τα πολυλογούμε, πιθανότατα κατά την ανάγνωση την ιστορίας, να πρέπει κάποιος ενήλικος να φωτίσει περισσότερο τα γεγονότα στη σελ. 45 και να δώσει μεγαλύτερο βάρος στη φράση "ξεφλούδιζαν τα χρυσόδεντρα οι κάτοικοι του νησιού" που ίσως υπονοεί την απώλεια της ελευθερίας τους.

Πριν ολοκληρώσουμε να επαινέσουμε την πρόθεση της δημιουργού να μιλήσει για την αυτάρκεια, την εργατικότητα και ίσως ακόμα την απασχόληση στον πρωτογενή τομέα παραγωγής ως πιθανούς παράγοντες εξόδου από την οικονομική και ηθική κρίση στην οποία μας οδήγησαν η απληστία και ο εύκολος, "εικονικός" πλουτισμός. Γιατί όντως, σε δεύτερη ανάγνωση, θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τους Χρυσονησιώτες με τους συμπολίτες μας, που μετά την κρίση βρέθηκαν ταπεινωμένοι να γδέρνουν όχι δέντρα, αλλά τις σάρκες τους, για να εξοφλήσουν το επονείδιστο Χρέος στον καπιτέν-Τρόικα, που εκβιάζει να τους αφήσει "νηστικούς" χωρίς μισθούς και συντάξεις.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Περιβάλλον, Αλαζονεία

Εικονογράφηση


Απόσπασμα
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μοναχικό
νησάκι, από το πρωί άρχισε να
φυσάει ένας δυνατός αέρας, ένας
άνεμος. Όμως τα νησιά συχνά τα
δέρνουν οι αέρηδες, γι’ αυτό και οι
κάτοικοι δεν ανησύχησαν καθόλου.
απλώς για να μην τους πάρει ο αέρας
και τους ρίξει στη θάλασσα,
κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους.

Ο άνεμος φυσομανούσε όλη τη
μέρα κι όλη τη νύχτα: ένα ολόκληρο
εικοσιτετράωρο. Κι όταν πια το φύσημά
του δεν ακουγόταν πουθενά, οι νησιώτες
άρχισαν ν’ ανοίγουν πόρτες και παράθυρα.

Όμως, τι βλέπανε τα μάτια τους;
Τι θέαμα! Τι λάμψη! Από την έκπληξή
τους, αυτοί που είχαν ανοίξει τις
πόρτες τους δεν έκαναν ούτ’ ένα βήμα
προς τα έξω, κι εκείνοι που είχαν
ανοίξει τα παράθυρά τους τα ξανάκλειναν,
λες και φοβόντουσαν μην τυφλωθούν.

Τι είχε συμβεί; Όλα ήταν σκεπασμένα
από χρυσάφι! Όχι από χρυσόσκονη που σκορπάνε
οι νεράιδες των παραμυθιών, αλλά από αληθινό,
κίτρινο, κατακίτρινο χρυσάφι που έχουν
οι χρυσοχόοι!

Την ίδια έκπληξη ένιωσε κι ο νέος
δήμαρχος του νησιού και συλλογίστηκε
μέσα στην ματαιοδοξία του:
«Καλά, τόσο τυχερός είμαι; Τόσο
γουρλής; Δε λέω, είχα τάξει στους
νησιώτες πως, αν με ψήφιζαν, θα έκανα
το νησί πηγή πλούτου! Αλλά τόσο
χρυσάφι; Ούτε ο Μίδας να ‘μουνα!

Μα για στάσου! Μύδας δε λέγομαι
κι εγώ;». «Ναι, αλλά από τα μύδια!»
άκουσε τη φωνή της συνείδησής του
να του απαντάει. Έτσι άρχισε να
συνέρχεται, κι όταν η έκπληξή του
έγινε ανησυχία, τηλεφώνησε στον
αστυνομικό διοικητή για να βρουν
έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν το
έκτακτο αυτό φαινόμενο.

Ο αστυνομικός διοικητής, που είχε
μάθει να δείχνει ψυχραιμία, καθησύχασε
τον δήμαρχο λέγοντάς του: «Άσ’ το πάνω
μου!». Κι αμέσως κάλεσε στο γραφείο του
όλους στους αστυνομικούς αλλά και όλους
τους ακτοφύλακες, αγροφύλακες και
δασοφύλακες του νησιού και τους είπε:

«Δεν ξέρω από πού έφερε ο αέρας
όλο αυτό το χρυσάφι, αλλά τώρα το
νησί μας είναι το πιο πλούσιο μέρος
του κόσμου. Θα προσπαθήσουμε να
το κρατήσουμε μυστικό, ωστόσο τίποτα
δε μένει κρυφό κάτω από τον ήλιο.
Αργά ή γρήγορα όλοι θα το μάθουν.
Πολλοί άνθρωποι θα ζηλέψουν την τύχη
μας και πολλοί θα θελήσουν να δουν αυτό
το παράξενο φαινόμενο. Πρέπει να έχουμε
τα μάτια μας δεκατέσσερα. Ώσπου να
μάθουμε τι ακριβώς συνέβη και γιατί,
δε θα επιτρέψουμε σε κανέναν ξένο να
πατήσει στο νησί μας. Θα σκορπιστείτε
όλοι γύρω γύρω στις ακτές και θα φυλάτε
ακοίμητοι φρουροί. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι» απάντησαν όλοι κι
έτρεξαν να πιάσουν τα πόστα τους.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Έγκλημα και Τιμωρία
Ο καπετάνιος του εμπορικού επιδιώκει να βγάλει περισσότερα χρήματα απ' όσα του αναλογούν, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του νησιού για τρόφιμα. Γι' αυτή του την πλεονεξία, ταλαιπωρείται σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, αμειβόμενος αντί για χρυσάφι, με κοπριά αρρώστων ζώων. Πιστεύετε ότι η τιμωρία του είναι δίκαιη;  Εσείς έχετε φερθεί ποτέ με πλεονεξία; Θυμάστε άλλους ήρωες μύθων ή παραμυθιών που τιμωρήθηκαν για ανάλογη συμπεριφορά;

Από την άλλη, ο δήμαρχος του νησιού θεωρείτε πως φέρεται πιο σωστά, ή μήπως και οι δικές του πράξεις έχουν ιδιοτελή κίνητρα; Τελικά εκείνος τιμωρείται, ή μένει στο απυρόβλητο όπως οι πολιτικοί που βλέπουμε στην τηλεόραση;

Μήπως όμως και οι κάτοικοι του νησιού δεν φέρονται με τον καλύτερο τρόπο, αφού σκέφτονται μόνο την καλοπέρασή τους και από το μυαλό τους δεν περνάει ποτέ η σκέψη να μοιραστούν λίγη από την τύχη που τους βρήκε με κάποιους άλλους, λιγότερο προνομιούχους; Γιατί πιστεύετε ότι τελικά στην ιστορία τιμωρείται μόνο ο πλεονέκτης καπετάνιος;

Το Χρυσάφι δεν είναι για Όλους
Όταν ρώτησα τους μαθητές "γιατί το χρυσάφι γίνεται κοπριά στα χέρια του καπετάνιου;" έλαβα αρχικά απαντήσεις επιστημονικής φύσεως όπως "το χρυσάφι πρέπει να μένει στο νησί" και "ο καπετάνιος δεν είναι από εκεί". Όταν όμως τα παιδιά θυμήθηκαν ότι οι ναύτες και οι έμποροι (που επίσης δεν ήταν στο νησί) πληρώνονταν κανονικά, ανασκεύασαν. Μετά από λίγη σκέψη μερικά παιδιά συμφώνησαν "Το Χρυσάφι δεν είναι για Όλους". Μου φάνηκε περίεργη η άποψη αυτή και ζήτησα ανάλυση. "Το χρυσάφι πηγαίνει μόνο σε όσους το αξίζουν", μου εξήγησαν τα παιδιά. "Ο καπετάνιος είναι κακός, γι' αυτό δεν μπορεί να το έχει." Και ρωτάω: παιδική λογική ή ηθική ταινιών τύπου Disney?

Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός από το μάθημα της Γλώσσας και στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, όταν θέλετε να μιλήσετε για την σπατάλη των πόρων και την all you can eat νοοτροπία του ανθρώπου σε σχέση με τους γήινους πόρους. Επίσης, η αναφορά στον Μίδα και τον Κροίσο, επιτρέπει αξιοποίηση του κειμένου στην Ιστορία των μεσαίων τάξεων, στις οποίες άλλωστε και απευθύνεται το βιβλίο.

Στη δική μας τάξη, τα παιδιά διασκέδασαν πραγματικά με την παρουσίαση της ιστορίας. Στις διακοπές που γίνονταν κάθε τόσο για την κλασική ερώτηση "τι πιστεύετε ότι θα γίνει τώρα;" επικρατούσε ενθουσιασμός και οι ιδέες έπεφταν βροχή. Στην τελική κρίση των πρωταγωνιστών, ο καπετάνιος ως "πολύ κακός" στάλθηκε στην κόλαση, ενώ ο δήμαρχος αθωώθηκε, "επειδή ήθελε το καλό των κατοίκων... θα μπορούσε να πάρει τρόφιμα μόνο για τον εαυτό του!"

Αν επιθυμείτε να εργαστείτε σε υψηλότερο επίπεδο, η δημιουργός της ιστορίας, κυρία Δημητρούκα, επισκέπτεται σχολεία τόσο με την ιδιότητα της συγγραφέως, όσο και ως στιχουργός, και παραδίδει σεμινάρια στιχουργικής σε τάξεις... Στη δική μας ήρθε και έβγαλε το δημιουργό μέσα από τα παιδιά μέσα σε δευτερόλεπτα! (μετά προσπαθούσαμε να τον μαζέψουμε). Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι πριν την προσκαλέσετε, οι μαθητές να έχουν διαβάσει τον Χρυσάνεμο ή άλλα έργα της, ώστε να μπορούν είτε να συζητήσουν γι' αυτά, είτε να εργαστούν πάνω στους στίχους των βιβλίων. 
από το μάθημα στιχουργικής με τη συγγραφέα στην τάξη μας


Share/Bookmark