Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Η μελωδία της ευτυχίας

Υπόθεση
Αυστρία, 1926. Σ' ένα γυναικείο μοναστήρι Βενεδικτίνων στο Νόνμπεργκ των Άλπεων, μια ζωηρή δόκιμη με σπουδές νηπιαγωγού καλείται να εγκαταλείψει τη μονή για λίγους μήνες, ώστε να αναλάβει την διαπαιδαγώγηση της μικρής κόρης ενός απόστρατου πλοιάρχου του Αυστριακού Ναυτικού. Ταξιδεύει στο Άιγκεν και γνωρίζεται με τον πικραμένο χήρο και τα 7 παιδιά του. Η Μαρία καταφέρνει να τους δώσει πάλι χαρά, παίζοντας τραγούδια με την κιθάρα της. Η ζέστη επιστρέφει έτσι σιγά σιγά στην οικογένεια, ο πλοίαρχος σύντομα ερωτεύεται την νεαρή παιδαγωγό και τη ζητάει σε γάμο. Λίγα χρόνια μετά έρχεται το κραχ και η περιουσία των φον Τραπ εξανεμίζεται. Αναγκάζονται να απολύσουν προσωπικό και να νοικιάσουν τα δωμάτια του αρχοντικού τους σε φοιτητές, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να τραγουδούν πιο σοβαρά και συστηματικά. Η διάσημη σοπράνο Lotte Lehmann τους ακούει τυχαία το 1936 και τους παρακινεί να συμμετάσχουν σ' ένα φεστιβάλ συγκροτημάτων. Η οικογενειακή χορωδία κερδίζει την πρώτη θέση και μέσα από μια σειρά ευτυχών συμπτώσεων, οδηγείται στην πρώτη της ευρωπαϊκή περιοδεία! Τον Μάρτιο του 1938, οι Γερμανοί προσαρτούν την Αυστρία και λίγους μήνες μετά η οικογένεια αποφασίζει να δραπετεύσει προς την ελευθερία.
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ατραπός (διαθέσιμο και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος)
Συγγραφέας: Μαρία φον Τραπ
Διασκευή: Γ. Μπόρας
Εικονογράφηση: Γιάννα Δελφίνο (εξώφυλλο)
ISBN: 960-8325-45-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά: εδώ  
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Υπέροχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στην Αυστρία του μεσοπολέμου για να μας αφηγηθεί τις περιπέτειες της πολυτάλαντης, θεοσεβούμενης αλλά και λίγο αφελούς Μαρίας φον Τραπ και της οικογένειάς της, ενώ ταυτόχρονα μας μεταφέρει μηνύματα πίστης, αξιοπρέπειας και αγάπης για τη μουσική. Η παρούσα διασκευή είναι αρκετά καλή, η γλώσσα ρέει και δεν δημιουργεί προβλήματα κατανόησης, η έκδοση ωστόσο θα μπορούσε να είναι πιο προσεγμένη ώστε να αποφευχθούν τα αρκετά τυπογραφικά και λάθη όπως η αντίστροφη εκτύπωση των σελίδων 158-159. Η πλοκή χωρίζεται σε 13 κεφάλαια των 6-20 σελίδων που, παρά την απουσία εικονογράφησης και τη σελιδοποίηση τύπου μπετόν, διαβάζονται ιδιαίτερα ευχάριστα. Εξαίρεση, κάποιες μακροσκελείς (παρότι ενθουσιώδεις) περιγραφές εθίμων (π.χ. κεφάλαιο 6) που δημιουργούν "κοιλιά" και είναι πιθανό να κουράσουν τους λιγότερο αποφασισμένους αναγνώστες. Το προτείνουμε σε μαθητές της Στ' και του Γυμνασίου, ενώ για τους μικρότερους η ίδια ιστορία κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος (βλ. εξώφυλλο που ακολουθεί), με ασπρόμαυρη εικονογράφηση, κεφάλαια των 3-6 σελίδων, απλοποιημένη σύνταξη, αλλά και λιγότερη έμπνευση. 

  • Πληροφορίες για την ζωή στην Αυστρία του μεσοπολέμου
  • Χιούμορ
  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Ωφέλιμες αξίες

  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, ντοκουμέντων
  • Σημεία με "κοιλιά" στην πλοκή

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Μουσική, Αξιοπρέπεια, Θρησκευτική πίστη, Οικογένεια

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ζάμπλουτοι μεγιστάνες να χάσουν μέσα σε λίγες στιγμές όλη τους την περιουσία. Όταν διαβάζεις γι’ αυτές τις «απώλειες» στα μυθιστορήματα ή τις παρακολουθείς να ζωντανεύουν σε μια θεατρική σκηνή, τις βρίσκεις πολύ δραματικές. Όμως, όταν τις ζεις εσύ ο ίδιος, είναι μια εντελώς διαφορετική εμπειρία. Η φωνή που ανακοίνωσε την πτώχευση της τράπεζάς μας, έκλεισε οριστικά ένα πολύ άνετο και όμορφο κεφάλαιο της ζωής μας: το κεφάλαιο «πλούσιοι».

Η τράπεζα στην οποία είχαμε τις καταθέσεις μας ανήκε σε κάποια κυρία Λάμερ. Την ίδια περίπου εποχή, ο Χίτλερ και οι Ναζί του, στην άλλη μεριά των συνόρων, είχαν αρχίσει να δημιουργούν προβλήματα στη μικρή Αυστρία. Για να την αναγκάσουν να σκύψει το κεφάλι, είχαν απαγορέψει κάθε λογής οικονομικές συναλλαγές μαζί της, κόβοντάς της έτσι τον ομφάλιο λώρο. Αυτό προκάλεσε σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και πολλοί τραπεζίτες – ανάμεσά τους και η κυρία Λάμερ- άρχισαν ν’ ανησυχούν για το μέλλον. Ο σύζυγός μου γνώριζε την κυρία Λάμερ, την εκτιμούσε πολύ και τη θεωρούσε γενναία και πανέξυπνη γυναίκα. Όταν πληροφορήθηκε πως η τράπεζά της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, σήκωσε όλα τα κεφάλαιά του-που ήταν απολύτως ασφαλή σε μια εγγλέζικη τράπεζα- και τα κατέθεσε στην τράπεζά της, για να τη σώσει. Ο άμοιρος ο σύζυγός μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις τύψεις.

«Δεν έπρεπε να είχα πάρει τα λεφτά μου από την Αγγλία» θρηνούσε. «Δεν έπρεπε! Αχ, τι θ’ απογίνουν τώρα τα παιδιά μου;»

«Για να σου πω» του είπα μια μέρα «δεν τα πήρες τα λεφτά για να γλεντήσει. Ήθελες να βοηθήσεις κάποιον που αντιμετώπιζε προβλήματα, έτσι δεν είναι; Για ποιο λόγο διαβάζουμε τόσα χρόνια το Ευαγγέλιο; Δε θυμάσαι που λέει πως ό, τι κάνουμε από αγάπη προς Εκείνον θα μας το ανταποδώσει εκατονταπλάσιο σε τούτη τη ζωή και θα εξασφαλίσουμε, επιπλέον, την αιώνια ζωή;»

Εξάλλου, δεν μπορώ να πω ότι πεθαίναμε της πείνας. Έπρεπε όμως ν’ αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Είχαμε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μας, έμεναν όμως αρκετά για να πληρώνουμε τους απαραίτητους λογαριασμούς και να τα φέρνουμε βόλτα, φτάνει να ζούσαμε απλά. Υπήρχε, ακόμα, μια σεβαστή ακίνητη περιουσία, αρκετά μεγάλης αξίας. Αυτή όμως δεν είχαμε σκοπό να την αγγίξουμε: θα έμενε για ώρα μεγάλης ανάγκης, ώστε να εξασφαλίσουμε το μέλλον των παιδιών. Έπρεπε συνεπώς να προσαρμοστούμε σ’ ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο: πουλήσαμε το αυτοκίνητο, απολύσαμε έξι από τους οχτώ υπηρέτες – έμειναν μόνο ο μπάτλερ και η μαγείρισσα- κλειδώσαμε τα μεγάλα δωμάτια στο ισόγειο και στο δεύτερο όροφο και εγκατασταθήκαμε όλοι μαζί στον τρίτο, όπου θα τα βγάζαμε πέρα χωρίς καμαριέρα. Ο κακομοίρης ο άντρας μου ένιωθε σαν ζητιάνος. Δεν του έπαιρνες πια λέξη και τον λυπόμουν πολύ όταν το έβλεπα να πηγαινοέρχεται απελπισμένος στο δωμάτιο, πάνω κάτω, μασουλώντας την άκρη του μουστακιού του.

Σαν αν μην έφταναν όλες οι άλλες σκοτούρες του, τον εκνεύριζα από πάνω κι εγώ. Για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν μπορούσα να συμμεριστώ την απελπισία του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή όταν μάθαμε πως χάσαμε τα λεφτά μας, αισθάνθηκα μια παράξενη προσδοκία. Ένιωσα να φεύγει από πάνω μου ένα βάρος και, μόλο που πάσχιζα σκληρά, δεν μπορούσα να δείχνω αποκαρδιωμένη. Μήπως αισθανόμουν άραγε -αμυδρά- πως άρχιζε το μεγάλο κρεσέντο του τραγουδιού της ζωής μας, που θα συνεχιζόταν από εδώ και πέρα χωρίς διακοπή;

Η «εκατονταπλάσια ανταμοιβή» εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, με την αντίδραση των παιδιών: αδιαφορώντας τελείως για το αν είχαμε αυτοκίνητο ή όχι, προθυμοποιήθηκαν ν’ αναλάβουν νέα καθήκοντα, ευθύνες και υποχρεώσεις, κι όχι μοιρολατρικά και μουτρωμένα, αλλά ανασκουμπώνοντας αποφασιστικά τα μανίκια!

Εκείνη την εποχή, από το σπίτι έλειπε μόνο ο Ρούπερτ, ο μεγαλύτερος. Έμενε στο Ίνσμπρουκ, όπου προετοιμαζόταν για την Ιατρική Σχολή, και τον επισκέφθηκα για να του ανακοινώσω τα δυσάρεστα νέα –πως όχι μόνο κοβόταν το γενναίο χαρτζιλίκι του, αλλά θα έπρεπε να εργαστεί για να τελειώσει το πανεπιστήμιο. Γύρισα στο σπίτι λάμποντας από ενθουσιασμό.

«Τελικά, Γκέοργκ, είμαστε τυχεροί που χάσαμε τα λεφτά μας! Πώς αλλιώς θα διαπιστώναμε πόσο καλά παιδιά έχουμε;»

Του εξήγησα πως ο Ρούπερτ είχε δεχτεί την καταστροφή με το χαμόγελο –κι αυτό το χαμόγελο του αγοριού κατάφερε επιτέλους να φωτίσει το σκυθρωπό πρόσωπο του πατέρα του. Βλέποντας τον άντρα μου να χαμογελάει περήφανος, μετά από τόσα μερόνυχτα πίκρας, κόντεψα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου. Όμως ακόμα κι η πολλή χαρά πρέπει να μοιράζεται, γιατί αλλιώς καταντάει πόνος. Έτσι, αγκάλιαζα κι έσφιγγα τον καημένο τον άντρα μου με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που εκείνος ξεγλίστρησε από τα χέρια μου γελώντας και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του.

«Τι έπαθες, μπορείς να μου πεις; Κάνεις λες και κέρδισες ένα εκατομμύριο δολάρια!»

«Μόνο;» απάντησα. «Μόλις τώρα ανακάλυψα πως δεν ήμασταν πραγματικά πλούσιοι, απλώς είχαμε κατά τύχη πολλά χρήματα. Γι’ αυτό και δε θα γίνουμε ποτέ φτωχοί. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι τώρα που ξέρω πως δεν ανήκουμε σ’ εκείνους που θα δυσκολευτούν πολύ να μπουν στο βασίλειο του Θεού».

Όμως, παρά τον ενθουσιασμό μου, κάτι έπρεπε να γίνει. Έπρεπε να εξασφαλίσουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα. Πώς όμως;

Εκείνες τις μέρες θερίσαμε τους πρώτους καρπούς από την ευλογημένη συνήθεια που είχαμε σπείρει πριν από πολλά χρόνια: να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο μαζί με τα παιδιά. Σε κάθε σταυροδρόμι, κάθε δύσκολη στιγμή, εμφανιζόταν μια ρήση που έλεγες πως είχε φτιαχτεί ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση. «Ό, τι ζητήσετε, αυτό θα λάβετε» είχε πει ο Κύριός μας.

«Ό, τι ζητήσουμε». Αρχίσαμε λοιπόν ν’ αναζητούμε τη σωστή διαφώτιση, τη σωστή καθοδήγηση, κι η απάντηση βρισκόταν πολύ κοντά μας, στο Νόνμπεργκ. Πήγα εκεί και ζήτησα από τις καλόγριες να μας βοηθήσουν σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα.

«Γιατί δε ζητάτε από τον Αρχιεπίσκοπο άδεια να φτιάξετε ένα παρεκκλήσι, όπως κάνουν σε τόσα άλλα κάστρα και σπίτια;» πρότεινε η Αδελφή Ραφαέλα. «Είμαι σίγουρη, μάλιστα, ότι θα στείλει κάποιον ιερέα να μείνει μαζί σας, και μπορείτε να νοικιάζετε τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού σε φοιτητές του Καθολικού Πανεπιστημίου».

Τόσο απλό! Ο καλοσυνάτος Αρχιεπίσκοπος Ιγνάτιος μας έδωσε πρόθυμα την άδεια. Το μεγάλο δωμάτιο του ισογείου, που δεν το χρησιμοποιούσαμε πια, φαινόταν ιδανικό για το σκοπό μας, με τη μεγάλη γωνιακή μπαλκονόπορτα, όπου στήθηκε ο βωμός· τα στασίδια τοποθετήθηκαν στο μήκος των τοίχων, αντικριστά, όπως στα παλιά, γραφικά παρεκκλήσια των μοναστηριών. Ο πάστορας της ενορίας μας, μας παραχώρησε τα πιο απαραίτητα άμφια και σκεύη. Ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής αναζητούσε ένα ήσυχο μέρος για να γράψει κάποιο φιλοσοφικό βιβλίο. Ήταν ο πρώτος μας ένοικος κι ανέλαβε να κάνει την πρωινή λειτουργία. Εκείνες τις μέρες, όταν ήμαστε μόνοι, ο άντρας μου, μου έλεγε βιαστικά: «Ναι, είμαστε τυχεροί, και μακαρίζω το Θεό που ήρθαν έτσι τα πράγματα».

Μα πραγματικά, δεν ήμασταν τυχεροί; Πρώτη φορά δεθήκαμε τόσο πολύ ο ένας με τον άλλον, και μόνο τώρα, χάρη στη μεγαλοψυχία του Θεού, είχαμε διακρίνει τις αρετές των παιδιών μας· ούτε ένα μουρμουρητό, ούτε ένα παράπονο… Και ποτέ πριν δεν είχαμε ανάμεσά μας έναν ιερέα ή ένα παρεκκλήσι και τη Θεία Ευχαριστία μέσα στο σπίτι μας. Αυτό πια δεν ήταν τύχη – ήταν ευλογία!

Τώρα δεν ξέρω ποια λέξη να χρησιμοποιήσω· ήταν άραγε αστείο, κωμικό ή αξιοθρήνητο να παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των πλούσιων γειτόνων μας; Φαίνεται πως ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να πάθει ένας πλούσιος είναι να υποψιαστεί ότι τον πλησιάζεις για να του ζητήσεις λεφτά. Προβλέποντας έναν τόσο σοβαρό κίνδυνο, πρέπει να τον αποτρέψει με κάθε θυσία. Έτσι, όποτε οι παλιοί μας φίλοι συναντούσαν τον άντρα μου, άρχιζαν να του λένε πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα και πόσο «ζορίζονταν» κι εκείνοι να τα βγάλουν πέρα. Μια μέρα ο Γκέοργκ γύρισε έξαλλος στο σπίτι.

«Αν σου πω τι μου συνέβη, δε θα το πιστέψεις!»

«Άντε πάλι!» σκέφτηκα, βλέποντάς τον να βηματίζει πάνω κάτω, μασουλώντας το μουστάκι του.

«Πρώτα συνάντησα τον Μάξι» (ο Μάξι ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της περιοχής). «Στα καλά καθούμενα, άρχισε να μου εξηγεί πως κι ο ίδιος ο αδερφός του να του ζητούσε δάνειο, δεν θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. «Δύσκολες εποχές», είπε μιμούμενος τη θλιμμένη φωνή του Μάξι. «Λίγο παρακάτω» συνέχισε «βλέπω τη βαρόνη Κ., που μου λέει σχεδόν απογοητευμένη: «Είδα τα παιδιά σου τις προάλλες και ξαφνιάστηκα –τόσο όμορφα, πρόσχαρα κι ακόμα τόσο καλοντυμένα». Ακόμα, τα’ ακούς; Έτσι μου ‘ρθε…» Σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου: «Μα καλά, τους βάρεσε η τρέλα στο κεφάλι; Και μη μου ξαναπείς πως είμαι τυχερός!»

«Θα σ’ το πω και θα σ’ το λέω συνέχεια» απάντησα κι όπως στεκόταν αντίκρυ μου, έσκυψα και τον φίλησα στο στόμα. «Και ξέρεις γιατί; Επειδή είσαι πολύ τυχερός. Ακόμα κι αν ξόδευες όλα τα πλούτη του κόσμου, δε θα κατάφερνες να μάθεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου φίλοι – τώρα όμως, ξέρεις».

Στο σημείο αυτό γελάσαμε – κι άμα γελάσεις μια φορά, ο θυμός σου εξατμίζεται.

Ένα χρόνο αργότερα, το σπίτι μας ήταν γεμάτο κόσμο, νεαρούς καθηγητές και σπουδαστές της Σχολής. Πρώτη φορά διασκεδάζαμε τόσο πολύ και περνούσαμε τόσο όμορφα απογεύματα. Όχι πως βγάζαμε τίποτα σπουδαία λεφτά απ’ τους ενοικιαστές – ωστόσο, ήταν αρκετά για να πληρώνουμε τους λογαριασμούς και να συντηρούμε το μεγάλο σπίτι.

Παλιά, σπάνια θυμάμαι να γελούσαμε τόσο πολύ, να συμμετείχαμε σε τόσο πνευματώδεις συζητήσεις, να συναντούσαμε τόσο ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο καθηγητής Ντ. , ο πρώτος μας ενοικιαστής, έγινε γρήγορα ένας πολύ αγαπητός και υπέροχος φίλος. Όταν κόντευε να τελειώσει το βιβλίο του, ήρθε να τον επισκεφθεί ο εκδότης του, κι έμεινε μετά για ένα φλιτζάνι τσάι στη βιβλιοθήκη, όπου τα κούτσουρα τριζοβολούσαν στο τζάκι. Ήταν μια άθλια παγερή μέρα το Νοέμβρη, κι ήταν η πρώτη επίσκεψη από τις πολλές που θ’ ακολουθούσαν. Ο Όττο Μίλερ, ο νεαρός εκδότης, μπήκε γρήγορα στον κατάλογο των πιο στενών φίλων μας, και πολύ σύντομα όσοι συγγραφείς, επιστήμονες και καθηγητές έρχονταν να τον επισκεφθούν, κατέληγαν στο σπίτι μας. Καταλαβαίνετε πόσο  πιο όμορφη και πλούσια έγινε η ζωή μας – ιδιαίτερα η ζωή των παιδιών, που βρίσκονταν πάνω στην ανάπτυξη. Κάτι τέτοιες βραδιές δεν μπορούσα να μην κοιτάζω θριαμβευτικά τον άντρα μου ο οποίος, για να μην ακούσει τη φοβερή λέξη «τυχερός», έπιανε καθησυχαστικά το χέρι μου και μουρμούριζε: «Καταλαβαίνω τι εννοείς».

Όλον αυτόν τον καιρό δεν σταματήσαμε στιγμή να τραγουδάμε και να φτιάχνουμε όλοι μαζί μουσική, προς μεγάλη ευχαρίστηση των καλεσμένων μας. Το παρεκκλήσι μας ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για να τραγουδάμε πιο σοβαρά απ’ ό, τι στο παρελθόν.

Το Πάσχα του 1933, ο καθηγητής Ντ. Έπρεπε να κάνει ένα ταξίδι και παρακάλεσε κάποιο φίλο του ιερέα να έρθει να λειτουργήσει στη θέση του. Όταν τελείωσε η πρωινή λειτουργία, ο πάτερ Βάσνερ, ο νεαρός ιερέας, είπε: «Πραγματικά, τραγουδήσατε πολύ όμορφα σήμερα το πρωί, αλλά…» και μας εξήγησε, με λίγα λόγια, μερικά πολύ σημαντικά πράγματα – κι εκεί, στο τραπέζι του πρωινού, μας έβαλε να επαναλάβουμε ένα τροπάριο, διευθύνοντάς μας από εκεί που καθόταν. Κανένας μας δεν ήξερε τότε πόσο τυχεροί ήμασταν:

Έτσι γεννήθηκαν οι ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΡΑΠ.
Φωτογραφία της αληθινής οικογένειας Τραπ (πηγή)
Σχόλια
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαρίας φον Τραπ εκδόθηκε το 1949 και αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία ενός γερμανικού φιλμ (Die Trapp Familie, 1956) που προβλήθηκε με αρκετή επιτυχία στην Ευρώπη. Στη συνέχεια, Αμερικάνοι παραγωγοί αγόρασαν τα δικαιώματα και διασκεύασαν το έργο σε μιούζικαλ για το Μπρόντγουεϊ, γράφοντας νέο σενάριο και μουσική και κερδίζοντας πολλά βραβεία. Λίγα χρόνια αργότερα, γεννήθηκε και η διάσημη χολιγουντιανή ταινία που τιμήθηκε με Όσκαρ και αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο (με εξαίρεση το κοινό στην Αυστρία και τη Γερμανία που δεν είδε με καλό μάτι την αλλαγή του μουσικού ρεπερτορίου της οικογένειας!) Φέτος, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την πρώτη προβολή της, γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ The Untold Story of the Sound of Music. Σε αυτό, μαθαίνουμε μεταξύ άλλων ότι η οικογένεια φον Τραπ, δεν είχε κανέναν λόγο να πάρει τα βουνά (όπως βλέπουμε να συμβαίνει στο τέλος της χολιγουντιανής εκδοχής) για να αποδράσει από την Αυστρία. Και αυτό, επειδή δίπλα ακριβώς από το αρχοντικό της, υπήρχε (και ακόμα υπάρχει) σταθμός τρένου, το οποίο στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε για να φτάσει στην Ιταλία. Αντίθετα, μια πορεία προς τα βόρεια, θα οδηγούσε την οικογένεια στο στόμα του λύκου!
Μέσω Google Earth μπορούμε να δούμε πόσο κοντά βρίσκεται η βίλα Τραπ στον σταθμό του τρένου
Εκτός από τη διασκεδαστική, περιπετειώδη ιστορία της νεαρής καλόγριας, το βιβλίο περιέχει και αρκετά μηνύματα, που πηγάζουν από την προσωπική φιλοσοφία της Μαρίας φον Τραπ. Για παράδειγμα, σχετικά με την αγάπη της για την παράδοση και την αντίθεσή της προς την επέλαση του παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού, διαβάζουμε (σ.85) οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων δεν ασχολούνται πια μ' αυτά τα έθιμα. Οι εθνικές φορεσιές θάφτηκαν στα σεντούκια κι όλοι βγαίνουν στους δρόμους ντυμένοι με τα ίδια σχεδόν ρούχα παντού: στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη ή στη Σαγκάη· οι λαϊκοί χοροί αντικαταστάθηκαν από διεθνείς χορευτικούς ρυθμούς· κι αντί για τα λαϊκά έθιμα -την πανάρχαιη φωνή του λαού σου, που σε πληροφορεί τι έκαναν οι πρόγονοί σου σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και τι θα πρέπει να κάνεις και συ-  κυκλοφορούν βιβλία που σου δίνουν λεπτομερείς οδηγίες, τι να φορέσεις αν θέλεις να θεωρείσαι "κομψός", πώς να φερθείς αν θέλεις να γίνεις "κοινωνικά αποδεκτός".

Αντίστοιχα, σαφής είναι και η κριτική που ασκεί στην εμπορευματοποίηση, αφού για τα δώρα των γιορτών γράφει στη σελ. 83 και φυσικά, σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν τρέχεις στα μαγαζιά να πάρεις ένα ψυχρό δώρο, φτιαγμένο από κάποιο εργοστάσιο, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αδερφό ή την αδερφή σου. Πώς θα μπορούσες τάχα ν' αγοράσεις, όσα λεφτά κι αν έδινες, το ξεχωριστό σπιτάκι που χρειάζονταν οι νάνοι της Μαρτίνας, πλεγμένο από ρίζες, μ' ένα χαλάκι φτιαγμένο από μούσκλια κι έπιπλα σκαλισμένα σε κλαράκια! Μια καρδιά που αγαπά και επιδέξια δάχτυλα μπορούν να φτιάξουν μικρά αριστουργήματα...

Σε άλλα σημεία, η προσωπική της βιοθεωρία φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από την χριστιανική πίστη (σ.93-4) Οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους αλλάζουν κι οι ιδέες· όμως, η ανθρώπινη καρδιά κι η ανθρώπινη φύση παραμένουν ίδιες. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι είμαστε φτιαγμένοι από σάρκα και αίμα, και να ξέρουμε πότε πρέπει να νηστέψουν τα σώματα και πότε να πανηγυρίσουν οι καρδιές.

Τέλος, όταν η οικογένεια ζυγίζει τις προσφορές του καθεστώτος του Χίτλερ, επιλέγοντας τελικά να διατηρήσει την ηθική της ακεραιότητα, δίνει σε μας τους αναγνώστες ένα μάθημα αξιοπρέπειας (σ.160-1) Αυτό σήμαινε πως είχαμε κάνει την τύχη μας. Από εδώ και πέρα θα μπορούσαμε να τραγουδάμε πρωί, μεσημέρι και βράδυ και να γίνουμε πάμπλουτοι. 

Ο Χανς είχε ρεπό. Αφού βάλαμε τη Ρόζμαρι και τη Λόρλι για ύπνο, ο Γκέοργκ συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο. Ενημέρωσε τα παιδιά για τις προτάσεις που είχαν γίνει στον ίδιο και τον Ρούπερτ, σε πόσο μεγάλο πειρασμό μας έβαλαν αυτές οι προσφορές, κι επίσης για τις προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά μας από την καινούργια πρόσκληση να τραγουδήσουμε στα γενέθλια του Χίτλερ - τι γνώμη είχε η οικογένεια για όλα αυτά;

Για μερικές στιγμές τα παιδιά έμειναν σιωπηλά. Έπειτα, άρχισαν να ρωτούν όλα μαζί:
"Και θα πρέπει να λέμε «Χάιλ Χίτλερ;»"
"Ποιον εθνικό ύμνο θα τραγουδήσουμε στη σκηνή, τον καινούργιο;"
"κι ο πάτερ Βάσνερ τι θα γίνει; Οι Ναζί δεν συμπαθούν τους ιερείς!"
"Στο σχολείο δε μας επιτρέπουν να τραγουδάμε θρησκευτικά τραγούδια που αναφέρουν το Χριστό ή τα Χριστούγεννα. Πώς θα μπορέσουμε τότε να τραγουδήσουμε Μπαχ;"
"Δίχως άλλο, το ρεπερτόριό μας θα έχει μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία... όμως, θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε τις ιδέες μας και να παραμείνουμε αντιναζιστές όταν θα έχουμε εισπράξει τα λεφτά τους και τους επαίνους τους;"
Σιωπή.
"Δεν μπορούμε να το κάνουμε..."
"Όμως, έτσι απορρίπτουμε για τρίτη φορά μια πολύ δελεαστική πρόταση των Ναζί. Ακούστε, παιδιά" -στο σημείο αυτό η φωνή του Γκέοργκ έγινε πολύ πιο σοβαρή- "ακούστε με, σας παρακαλώ. Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σταυροδρόμι και πρέπει ν' αποφασίσουμε τώρα: θέλουμε να διατηρήσουμε τα υλικά αγαθά μας, αυτό το σπίτι με τα παλιά έπιπλα, τους φίλους μας κι όλα όσα αγαπάμε; -σ' αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να παραδώσουμε ως αντάλλαγμα τα πνευματικά μας αγαθά: την πίστη μας και την τιμή μας. Δεν μπορούμε πια να τα έχουμε και τα δύο. Στο χέρι μας είναι να γίνουμε τώρα όλοι πολύ πλούσιοι, αμφιβάλλω όμως αν αυτό θα μας εξασφαλίσει την ευτυχία. Προτιμώ να βλέπω τα παιδιά μου φτωχά, αλλά έντιμα. Αν όμως επιλέξουμε αυτό το μονοπάτι, θα πρέπει να φύγουμε. Συμφωνείτε;"
Ο Christopher Plummer (ως Georg von Trapp) σκίζει τη ναζιστική σημαία
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη θα μπορούσαμε να αποδώσουμε με θεατρικό παιχνίδι το οικογενειακό συμβούλιο των Τραπ, δίνοντας διάφορες εναλλακτικές. Με ποιους τρόπους θα μπορούσαμε να απαντήσουμε στις δελεαστικές προσφορές των Γερμανών; Τι θα μπορούσαμε να τους γράψουμε σε ένα γράμμα; Και τι θα γινόταν άραγε αν η οικογένεια δεχόταν να τραγουδήσει μπροστά στον Χίτλερ; Πώς άραγε θα εξελισσόταν η ζωή της από εκεί και πέρα;

Ενδιαφέρον θα ήταν επίσης να συζητήσουμε για τις πιο πάνω απόψεις της Μαρίας φον Τραπ ώστε να ακούσουμε τι πιστεύουν τα σημερινά παιδιά σχετικά με τα θέματα που θίγει. Γιατί επιλέγουμε στις μέρες μας να φοράμε απρόσωπα, βιομηχανικά κατασκευασμένα ρούχα και όχι χειροποίητες φορεσιές που μας συνδέουν με τον τόπο και την παραδοσιακή μας ταυτότητα; Και γιατί προτιμάμε να προσφέρουμε στους αγαπημένους μας πλαστικά δώρα που προέρχονται από κινέζικα εργοστάσια αντί για μοναδικά αντικείμενα με προσωπικό συναισθηματικό βάρος; Μήπως η μερική μας απεμπλοκή από το χρήμα, θα μας επέτρεπε να ακολουθήσουμε έναν πιο ανθρωπιστικό κώδικα αξιών και να νιώσουμε ελεύθεροι;

Στα παρακάτω βίντεο, παρακολουθούμε ένα κυνηγετικό τραγούδι του 16ου αιώνα (Es wollt ein Jägerlein jagen) που η πραγματική οικογένεια Τραπ τραγούδησε στις περιοδείες της, έναν αντίστοιχο σκοπό από την γερμανική ταινία και τέλος ένα νούμερο γραμμένο από τους Rodgers και Hammerstein που βλέπουμε στην αμερικάνικη ταινία. Τι διαφορές παρατηρούμε ανάμεσα στα τρία κομμάτια;




Share/Bookmark

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Δόκτορ Πορδαλός (1): Η περίφημη πορδαλόσκονη

Υπόθεση
Ο 10χρονος Μπούλης, ένα αγόρι με καροτί μαλλιά, μικροσκοπικό μπόι και τεράστια αυτοπεποίθηση, μετακομίζει στην οδό Κανονιού στο Όσλο, λίγες μέρες πριν από την εθνική γιορτή της 17ης Μαΐου. Εκεί θα γνωρίσει νέους φίλους όπως τη Λίζα και τον τρελούτσικο επιστήμονα δόκτορα Πορδαλό, αλλά και τα ανάγωγα παιδοβούβαλα Τρουλς και Τριμ, που τρομοκρατούν οποιονδήποτε βρεθεί στον δρόμο τους. Στην εβδομάδα που θα ακολουθήσει, ο Μπούλης χωρίς να χάσει την αισιοδοξία του ούτε για ένα λεπτό, θα επιβιώσει από μια τρελή περιπέτεια μέσα στην οποία γίνεται πειραματόζωο, αστροναύτης, φωσφοριζέ λάμπα και θύμα εκφοβισμού, απορρίπτεται από μια φάλτσα σχολική μπάντα, κλείνεται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας και καταπίνεται από ένα ανακόντα του Αμαζονίου! Τελικά, θα καταφέρει ευτυχώς να επιστρέψει στον επάνω κόσμο για το απαραίτητο happy end, σώζοντας μάλιστα και το κύρος του βασιλιά της Νορβηγίας! Πώς μπορεί να συνδέονται όλα αυτά με την περίφημη πορδαλόσκονη;
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Jo Nesbo
Μετάφραση: Δέσπω Παπαγρηγοράκη
Εικονογράφηση: Per Dybvig
Τίτλος πρωτοτύπου: Doktor Proktors Prompepulver
ISBN: 978-960-501-913-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007 (στα ελληνικά 2012)
Σελίδες: 246
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο
Ακούστε μια ηχητική συνέντευξη που ο συγγραφέας δίνει σε παιδιά εδώ  (στα αγγλικά)
Ιστοσελίδα της ταινίας (περιλαμβάνει παιχνίδι "πιάσε τις σταγόνες που πέφτουν") εδώ

Κριτική
Μια υπερηχητικά ανορθόδοξη, γκροτέσκα περιπέτεια από τον αναγνωρισμένο συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων για ενηλίκους Jo Nesbø, που αποτελεί τον πρώτο τόμο σε μια σειρά ιστοριών με ήρωα τον δόκτορα Πορδαλό. Η μετάφραση είναι αρκετά καλή, μας μεταφέρει το κείμενο με σαφήνεια και ζωντάνια και επιτρέπει να το απολαύσουμε χωρίς προβλήματα ροής. Η πλοκή χωρίζεται σε 22 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (4-18 σελίδες το καθένα, συνήθως γύρω στις 10) με κλιμακωτή δράση, που διατηρεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών ακμαίο μέχρι το τέλος. Οι χαρακτήρες παρουσιάζουν τάσεις φυγής από τα στενά πλαίσια που συνήθως θέτει η παιδική λογοτεχνία ενώ ορισμένα σημεία στο κείμενο θα μπορούσαν να θεωρηθούν οριακά κατάλληλα για τους μικρότερους. Οι «περίεργες» σκηνές, η υποβόσκουσα κοινωνική κριτική και η έκταση του κειμένου, μας οδηγούν να το προτείνουμε κυρίως σε μαθητές γυμνασίου ή αρκετά ώριμους αναγνώστες Δημοτικού, που αγαπούν τις εξωφρενικές περιπέτειες, το "λερωμένο" χιούμορ και τους αντιήρωες.

  • Φαντασία και ιδιαίτερη πλοκή
  • Κοινωνική κριτική
  • Μηνύματα αισιοδοξίας μέσα από τη συμπεριφορά του ήρωα

  • Οι ανορθόδοξες προσεγγίσεις και το ιδιότυπο χιούμορ μπορεί να μεταφέρουν λάθος μηνύματα στα παιδιά

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Ανισότητα, Εκφοβισμός, Τεχνολογία, Μουσική, Αισιοδοξία, Φιλία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Μπούλης κάνει τη θεαματική του επιστροφή στον πάνω κόσμο, ανατρέποντας σε λίγες παραγράφους όλα τα αρνητικά δεδομένα.

Εικονογράφηση
Σκληρή εικονογράφηση (κάποιοι μαθητές την χαρακτήρισαν με τη γνωστή παιδική ευθύτητα "απαίσια"), έγχρωμη αλλά όχι πολύχρωμη, σκιαγραφεί τους χαρακτήρες με αλλόκοτο τρόπο... Με δυο - τρία μικρά ή λίγο μεγαλύτερα σκίτσα σε κάθε κεφάλαιο, δηλώνει παρούσα και σίγουρα συμβάλει στη διαμόρφωση ενός κλίματος... διαφορετικού!
Απόσπασμα 
Ο σφιγκτήρας όφης Άννα Κόντα ξύπνησε απότομα. Είχε δει το ίδιο όνειρο που ονειρευόταν πάντα. Πως κολυμπούσε με τη φιδομάνα του στα υπέροχα ζεστά νερά του Αμαζόνιου, ανάμεσα σε πιράνχας, κροκόδειλους, δηλητηριώδη φίδια και άλλους καλούς φίλους, και ήταν ευτυχισμένος σαν ιπποπόταμος. Και πως μια νύχτα τον έπιασαν με ένα δίχτυ, τον έβγαλαν από το νερό και τον μετέφεραν σε μια παγωμένη χώρα, όπου κατέληξε σε ένα κατάστημα που πουλούσε κατοικίδια. Και πως μια μέρα, ένα χοντρό αγόρι είχε μπει στο κατάστημα με τον πατέρα του, ο οποίος είχε βάλει τις φωνές στον καταστηματάρχη και του είχε δείξει σημάδια από δάγκωμα στο παχουλό χέρι του γιου του. Ύστερα το αγόρι είχε ανακαλύψει το φίδι, το πρόσωπό του είχε φωτιστεί, είχε τραβήξει τον πατέρα του κοντά και του το είχε δείξει κραυγάζοντας: Άννα Κόντα! Έτσι τον αποκαλούσαν, παρόλο που το Άννα Κόντα ήταν κοριτσίστικο όνομα ενώ αυτός ήταν αγόρι! Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε!

Τον είχαν βάλει σε ένα κλουβί στο Χουβσέτερ και τον τάιζαν με κάτι ασπρουλιάρικα, γλοιώδη μπαλάκια που είχαν γεύση ψαριού, ενώ το αγόρι έχωνε κλαδιά στο κλουβί του και τον τσιγκλούσε. Και παρόλο που όλα αυτά είχαν γίνει πριν από τριάντα χρόνια, ο Άννα Κόντα ξυπνούσε συχνά από αυτό τον φριχτό εφιάλτη μουσκεμένος στον ιδρώτα, αν βέβαια τα φίδια ιδρώνουν. Και ύστερα αναστέναζε ανακουφισμένος, γιατί δε βρισκόταν πια στο διαμέρισμα στο Χουβσέτερ αλλά μέσα στους υπέροχα ζεστούς υπονόμους κάτω από το κέντρο του Όσλο.  Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως ένα βράδυ το αγόρι είχε ξεχάσει να κλειδώσει το κλουβί και έτσι ο Άννα Κόντα δραπέτευσε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της κρεβατοκάμαρας και κατέβηκε από την υδρορροή στον δρόμο, όπου μετά από πολύ ψάξιμο και τις υστερικές φωνές κάνα δυο γυναικών βρήκε μια χαλαρή σχάρα σε ένα φρεάτιο αποχέτευσης και τρύπωσε στον υπόνομο. Την πρώτη του νύχτα στο Δημοτικό Αποχετευτικό Σύστημα του Όσλο είχε μείνει κουλουριασμένος και καταφοβισμένος σε μια γωνιά. Όμως γρήγορα του είχε περάσει ο φόβος. Μέχρι την άλλη μέρα είχε αρχίσει να κάνει αυτά που συνηθίζουν οι ανακόντα: να σφίγγει δυνατά διάφορα πράγματα και μετά να τα τρώει. Γιατί εκεί κάτω έβριθε από ράτους νορβέτζικους, νυχτερίδες και συνηθισμένους ποντικούς. Μπορεί να μην ήταν ακριβώς ο Αμαζόνιος, αλλά δεν ήταν και τόσο άσχημα. Μάλιστα, ακριβώς την επόμενη μέρα έπεσε πάνω σε έναν αληθινό μογγολικό αρουραίο των νερών.

Τώρα που ο Άννα Κόντα είχε γίνει τόσο μεγάλος, είχε αρχίσει να μη συσφίγγει το φαγητό του πρώτα αλλά να το καταβροχθίζει κατευθείαν, πράγμα πολύ πιο εύκολο. Και βέβαια θυμόταν τη μαμά του που του έλεγε πως δεν έδειχνε καλή ανατροφή όταν καταβρόχθιζε το φαγητό του χωρίς πρώτα να το συσφίγγει, αλλά εδώ κάτω δεν υπήρχε κανένας να τον δει. Γι’ αυτό ο Άννα Κόντα είχε καταβροχθίσει άσφιχτο εκείνο το μικροσκοπικό φωσφορίζον κομμάτι κρέας με τα καροτί μαλλιά. Τώρα όμως κάτι του έλεγε πως ίσως δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα. Γιατί ο λόγος που είχε ξυπνήσει ήταν πως ένιωθε σαν να είχε γίνει μια έκρηξη κάπου μέσα του και πως ένα τεράστιο ρέψιμο είχε ξεκινήσει και ετοιμαζόταν να βγει έξω. Και ο Άννα Κόντα υποψιαζόταν πως το φαΐ του σχεδίαζε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Γι’ αυτό έκλεισε σφιχτά το στόμα του καθώς ένιωθε το φιδίσιο κορμί του να φουσκώνει. Και να φουσκώνει. Ο Άννα Κόντα κράτησε το στόμα του πιο σφιχτά κλειστό. Το σώμα του άρχισε να μοιάζει με τεράστιο λουκάνικο φουσκωμένο σαν μπαλόνι και συνέχιζε να φουσκώνει. Όμως ο Άννα Κόντα δεν το έβαζε κάτω: ό,τι φαγώθηκε φαγώθηκε, σκεφτόταν. Είχε φουσκώσει τόσο πολύ πια που τα φιδίσια μαύρα λέπια του ζουλιόνταν πάνω στον αποχετευτικό αγωγό. Οι μασέλες του πονούσαν. Η κατάσταση είχε γίνει εκρηκτική και δεν άντεχε άλλο. Η πίεση από μέσα ήταν ανυπόφορη.

Δεν άντεχε άλλο…

Δεν άντεχε…

Δεν άντεξε!

Το στόμα του Άννα Κόντα άνοιξε διάπλατα από ένα ρέψιμο. Δε μιλάμε για συνηθισμένο ρέψιμο αλλά για ένα γιγάντιο μπουμπουνητό που έκανε όλο το νοτιοδυτικό Όσλο να σειστεί συθέμελα. Ακριβώς τότε, όπως όταν σταματάς να κρατάς σφιχτά κλειστό το στόμιο ενός μπαλονιού σε σχήμα λουκάνικου, ο Άννα Κόντα εξακοντίστηκε σαν πύραυλος προς τα πίσω, στους φιδωτούς υπονόμους του Όσλο. Βρουουουμ! Σαν μπάλα κανονιού που εκτοξεύεται από κανόνι. Η ταχύτητα αυξανόταν,  κι έτσι όταν ύστερα από μερικά νανοδευτερόλεπτα βγήκε από τους αγωγούς της αποχέτευσης κάτω από την αποβάθρα, συνέχισε την πορεία του μέσα στο φιόρδ σαν αεριωθούμενο με μεγάλη ταχύτητα, πριν κάνει στροφή και αρχίσει να ανεβαίνει προς τον ουρανό. Και ακριβώς όπως το μπαλόνι που έχει ξεφύγει, πήρε κάμποσες απότομες, απρόβλεπτες στροφές που συνοδεύονταν από το «πρρρ» που κάνει ο αέρας όταν βγαίνει από στενή δίοδο. Μέχρι που ξεφούσκωσε εντελώς και προσγειώθηκε σαν σκοροφαγωμένη λεοντή πάνω σε μια κουκουναριά, κάπου στη χερσόνησο Νέσοντεν.

Ο Μπούλης επέπλεε ανάσκελα στο νερό του υπονόμου σαν καφετιά κουτσουλιά, κοίταζε την οροφή και γελούσε. Το γέλιο του ηχούσε σε ολόκληρο το δίκτυο των υπονόμων. Ήταν ελεύθερος! Είχε εξακοντιστεί έξω από τα σαγόνια του ανακόντα σαν βλήμα, ένα λεπτό αφού κατάπιε την αστροναυτοπορδαλόσκονη. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι το να βρίσκεσαι μέσα σε έναν υπόνομο ήταν τόσο ανακουφιστικό!

Όμως πολύ γρήγορα το γέλιο του κόπηκε. Γιατί τα προβλήματά του δε φαίνονταν να έχουν λυθεί. Το φίδι γρήγορα θα έβρισκε τον δρόμο πίσω στον υπόνομο και πραγματικά με τίποτα δε θα ήθελε ο Μπούλης να είναι εκεί τη στιγμή της επιστροφής του. Αλλά πώς θα κατάφερνε να μην είναι εκεί;

Έπρεπε εξάπαντος να βγει αποκεί μέσα. Κοίταξε γύρω του. Πουθενά ταμπέλα «έξοδος». Μόνο ένα κασόνι χοροπηδούσε πάνω στο νερό μέσα στο μισοσκόταδο. Σκαρφάλωσε πάνω του και έκανε κουπί προς τα μέσα. Ή προς τα έξω. Ούτε ήξερε πού πήγαινε. Και αφού είχε κωπηλατήσει γύρω από διάφορες γωνίες και στροφές για είκοσι λεπτά, ακόμη δεν ήξερε πού βρισκόταν ή πώς θα έβρισκε κάποια έξοδο. Σταμάτησε να κωπηλατεί. Και καθώς καθόταν και άκουγε την ησυχία, του φάνηκε πως άκουσε έναν αμυδρό ήχο. Όχι, δεν του φάνηκε, ήταν πράγματι ένας ήχος. Όλο και δυνάμωνε. Τρομερός ήχος. Ήχος από έκρηξη, πτώση αεροπλάνου και χιονοστιβάδα μαζί. Ήχος που έφερνε ρίγη στη σπονδυλική σου στήλη και έκανε το κεφάλι σου να κουδουνίζει. Ο Μπούλης ήξερε πως αυτός ο ήχος μόνο ένα πράγμα μπορούσε να είναι: η μπάντα του σχολείου Ντόλγκεν.

Σχόλια
Το κείμενο είναι αναμφισβήτητα καλοδουλεμένο, όμως οι σύνθετες προτάσεις, η πυκνή γραφή και οι αρκετές πληροφορίες, ίσως φανούν απαιτητικά στους "απροπόνητους" αναγνώστες. Παρόλα αυτά, όποιος αποφασίσει να δώσει στην ιστορία του Μπούλη μια ευκαιρία, είναι πολύ πιθανόν με τη βοήθεια του (σκοτεινού) χιούμορ, της θεότρελης πλοκής και των κινηματογραφικών σκηνών, να καταφέρει να ανταπεξέλθει στην πρόκληση

Οι "δύσκολες" σκηνές είναι παρούσες, αλλά αριθμητικά περιορισμένες: Παρατηρούμε π.χ. στη σ.165 το ανακόντα να τρώει ή στη σ.70 τον μικρό Αττίλα να καταβροχθίζεται. Το θέμα ωστόσο δεν είναι στον αριθμό των σκηνών αλλά στο ότι κάποιες από αυτές είναι φορτισμένες λεκτικά και αφήνουν μια αίσθηση σκληρότητας που τελικά επηρεάζει ολόκληρο το έργο: Διαβάζουμε π.χ. στη σ.205 Ύστερα έσκυψε πάνω από το φρεάτιο, έφτυσε το ακάθαρτο νερό από το στόμα του και έσκουξε: "Φάε κουράδες, βρομοσκούληκο!" Αντίστοιχα, στην κλασική ρητορική απορία της δασκάλας "Τι λέτε εσείς οι δύο;" ο κεντρικός χαρακτήρας απαντάει με θράσος (σ.217) "Νομίζω πως οι γυναίκες πρέπει να κυβερνήσουν τον κόσμο, να εξολοθρέψουν τους άντρες, να καταψύξουν σπέρμα για να κάνουν παιδιά και να σκοτώνουν όλα τα αγόρια μόλις γεννιούνται". Ολοκληρώνοντας τα σχετικά με τη γλώσσα, να αναφέρουμε ότι η οπτική του μικρού παιδιού αποδίδεται -κλασικά και αρκετά επιτυχημένα- μέσα από την επανάληψη λέξεων, όπως στη σ.40 Χτες ήμουν μπροστά όταν εφευρέθηκε μία από τις μεγαλύτερες εφευρέσεις του κόσμου. Ο εφευρέτης λέγεται δόκτωρ Πορδαλός και εγώ επιλέχθηκα για βοηθός του. Την εφεύρεση την ονομάσαμε "πορδαλόσκονη", ενώ η μετάφραση δεν δημιουργεί προβλήματα στη ροή του κειμένου, παρότι σ' ένα σημείο προσωπικά με ξένισε η επιλογή της αιτιατικής (σ.218): Κάτι πολύ βαρύ και πολύ σκληρό και πολύ απίθανο έπεσε από τον ουρανό στα κεφάλια δύο από τους μουσικούς μας.

Ο συγγραφέας, σύμφωνα τουλάχιστον με τα όσα εξομολογείται σε ηχητική συνέντευξη, χαίρεται περισσότερο όταν γράφει βιβλία για παιδιά, παρά όταν γράφει για ενηλίκους. Αν η επιτυχία του στον κόσμο του παιδικού βιβλίου προκύψει αντίστοιχη με εκείνη στο αστυνομικό μυθιστόρημα, οι περιπέτειες του δόκτορα Πορδαλού, του Μπούλη και της Λίζας έχουν ακόμα μέλλον (προς το παρόν έχουν κυκλοφορήσει τέσσερις ιστορίες)... Σχετικά με τον καροτόμαλλο ήρωα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι παρά τις διαρκείς ήττες δεν εκφράζει ματαίωση αλλά παραμένει αισιόδοξος. Αντίθετα μάλιστα από τον Γκρεγκ Χέφλι (από το ημερολόγιο ενός σπασίκλα) που έχει παρόμοια αντιμετώπιση από το περιβάλλον του, ο Νορβηγός έφηβος είναι εύστροφος, διαβασμένος και παρά το μικρό του μέγεθος, ιδιαίτερα θρασύς. Στα πλαίσια της κριτικής προς το σύστημα, ο συγγραφέας, χέρι χέρι με τον ήρωά του, κοροϊδεύει σε αρκετά σημεία την ετικέτα (ακόμα και ένα ανακόντα μπορεί να έχει καλούς τρόπους βλ. απόσπασμα) την ακρίβεια και κυριολεξία των Νορβηγών, ενώ δεν αφήνει έξω από το κάδρο τη στολή της Βασιλικής φρουράς σχολιάζοντας πως διαθέτει μια  "μεγάλη και γελοία φούντα" (σ.159) στο καπέλο.

Το υψηλό βιοτικό επίπεδο που συναντάμε στη Νορβηγία, βλέπουμε ότι δεν εμποδίζει την εκδήλωση φαινομένων σχολικού εκφοβισμού. Ο Τρουλς και ο Τριμ φαίνεται πως δεν έχουν πατρίδα και μπορούν να εμφανίζονται παντού και να ταλαιπωρούν τα παιδιά όλου του κόσμου. Το προαιώνιο ερώτημα παραμένει: πώς αντιμετωπίζουμε την επιθετικότητα στην πράξη; Στις Ιστορίες για δειλούς και θαρραλέους είδαμε πως "ένα μάθημα" μπορεί να βάλει τους νταήδες στη θέση τους. Έτσι και ο Μπούλης δοκιμάζει να εκδικηθεί τους δικούς του τυράννους, η πράξη του όμως οδηγεί (όπως συμβαίνει συνήθως και στον πραγματικό κόσμο) σε νέα εκδίκηση από την πλευρά τους (σ. 129). Τελικά, η τιμωρία έρχεται ουρανοκατέβατη (ή τέλος πάντων εκ των άνω), με τη μορφή μιας σχάρας υπονόμου που βρίσκει τους Τρουλς και Τριμ στο κεφάλι. Μπορούμε άραγε να βασιζόμαστε στον από μηχανής θεό;

Ολοκληρώνοντας, να αναφέρουμε ότι μέσα από το βιβλίο προβάλλεται η σοφία του κοσμογυρισμένου, αναδεικνύεται δηλαδή η εκπαιδευτική ωφέλεια που τα ταξίδια μπορούν να προσφέρουν, και αναγνωρίζονται έτσι κάποιες θετικές πλευρές στο να μετακομίζει κανείς συχνά (κάτι που συνήθως στα παιδικά βιβλία θεωρείται "κατάρα").
Χρήση στην τάξη
Μερικές ερωτήσεις που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ξυπνήσουμε το ενδιαφέρον των μαθητών, σε περίπτωση που διαλέξουμε για την τάξη μια 3λεπτη παρουσίαση τύπου Bookslam:
α. τι διαφορά έχει η πορδαλόσκονη απ' την αστροναυτοπορδαλόσκονη;
β. ποιο είναι το αγαπημένο γλυκό του δόκτορα Πορδαλού;
γ. τι μπορεί να σου έρθει στο κεφάλι αν δεν είσαι καλό παιδί;
Σ' αυτά και σε άλλα εξίσου κρίσιμα ερωτήματα θα είναι σε θέση να απαντήσει όποιος αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο τούτο!

Για το μάθημα της Γλώσσας: Ο συγγραφέας στο ξεκίνημα του βιβλίου, μας κάνει μια μίνι περιήγηση στα σκηνικά όπου αργότερα θα διαδραματιστεί η πλοκή, ακολουθώντας τις πρωινές ακτίνες του ήλιου καθώς αυτές πέφτουν πάνω στην πόλη του Όσλο, σε μια λυρική περιγραφή που λειτουργεί ως γεωγραφική προοικονομία. Αν καλούσαμε τους μαθητές μας να ακολουθήσουν και εκείνοι τις πρωινές ακτίνες του ήλιου καθώς φωτίζουν τη γειτονιά τους... τι άραγε θα μας περιέγραφαν; 

(σ. 5-8) 
Ήταν Μάιος και ο Ήλιος, αφού πέρασε από την Ιαπωνία, τη Ρωσία και τη Σουηδία, ήρθε και στάθηκε πάνω από το Όσλο. (...) Έπιασε αμέσως δουλειά και άρχισε να λάμπει πάνω στο φρούριο Άκερσχους και στο κίτρινο μικρό παλάτι όπου ζούσε ένας βασιλιάς χωρίς μεγάλη βασιλική εξουσία. 
Φώτισε τα παλιά κανόνια που ήταν στραμμένα προς το φιόρδ του Όσλο, μπήκε από το παράθυρο του γραφείου του φρούραρχου και έφτασε μέχρι την πιο απομακρυσμένη από όλες τις πόρτες, αυτήν που οδηγούσε στην πιο φρικαλέα φυλακή της πόλης, το Μπουντρούμι του Ζόφου... (...) Ο ήλιος ανέβηκε λίγο ακόμα στον ουρανό και φώτισε τα μέλη μιας σχολικής μπάντας (...) Ο ήλιος ανέβηκε ακόμα ψηλότερα και φώτισε τις ξύλινες αποβάθρες στο φιόρδ του Όσλο, που είχε μόλις δέσει ένα καράβι από τη Σαγκάη της Κίνας. (...) Μάλιστα κάποιες ακτίνες του ήλιου πέρασαν ανάμεσα από τις σανίδες και έπεσαν σε έναν αγωγό αποχέτευσης (...) Μια ακτίνα βρήκε τον δρόμο, τρύπησε το σκοτάδι του αγωγού και φώτισε κάτι παράξενο εκεί μέσα (...) Τώρα ο ήλιος έφτασε σε έναν ήσυχο δρόμο που λεγόταν οδός Κανονιού. Κάποιες ακτίνες του φώτισαν ένα κόκκινο σπίτι...

Οι πιο τολμηροί συνάδελφοι που θεωρούν ότι η τάξη τους υπάρχει πιθανότητα να ανταποκριθεί χωρίς παρεξηγήσεις και παρατράγουδα, θα μπορούσαν να ασχοληθούν με κάποιες "ταμπού" λέξεις-κλειδιά του μυθιστορήματος όπως "πορδή". Ποια είναι η ετυμολογία της και πώς τη συναντάμε σε  ξένες γλώσσες; Οι μαθητές αναζητώντας επίθετα, ουσιαστικά, παράγωγα, συνώνυμα, εκφράσεις, κτλ. ώστε να κατασκευάσουν το δέντρο των ανακουφιστικών λέξεων, πιθανότατα θα διασκεδάσουν, αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν πόσο ζωντανός οργανισμός είναι η γλώσσα. 

Αντίστοιχη τόλμη θα χρειαστεί και για να ασχοληθούμε με το ζήτημα στο μάθημα της Φυσικής, όπου μπορούμε να κάνουμε λόγο για τη μεταφορά των θερμών αερίων μαζών... ή μάλλον για το πώς θα καταφέρουμε να αποφύγουμε τη μεταφορά τους στους γύρω μας!
Υλικό στο βιβλίο υπάρχει και για τα μαθηματικά. Ειδικότερα, στις σελίδες 76-77 διαβάζουμε: «Το θέμα είναι» είπε ο Μπούλης «πως εφόσον υπάρχουν εξήντα δευτερόλεπτα σε ένα λεπτό και σαράντα πέντε λεπτά σε κάθε σχολική ώρα, δεν έχω χρόνο να απαντήσω στην ερώτησή σας γιατί σαράντα πέντε λεπτά επί εξήντα δευτερόλεπτα είναι δυο χιλιάδες εφτακόσια δευτερόλεπτα, πράγμα που σημαίνει πως το κουδούνι θα χτυπήσει ακριβώς...»
Πόσο ενδιαφέρον θα ήταν άραγε να μετρήσουμε με την τάξη μας τα δευτερόλεπτα όπως ο ήρωας που περιμένει να τελειώσει η ώρα; Μπορούμε να ξεκινήσουμε μετρώντας ηχηρά ώστε οι μαθητές να καταλάβουν τον ρυθμό με τον οποίο κυλάει ο χρόνος και στη συνέχεια να κρύψουμε το ρολόι του τοίχου και να εξετάσουμε ποιος μπορεί να μετρήσει από μέσα του με ακρίβεια χρόνο π.χ. 15-20 δευτερολέπτων.

Πόσο ακριβές είναι το ρολόι που υπάρχει
μέσα στο μυαλό των μαθητών μας; (πηγή)
Στα πλαίσια του μαθήματος της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια παρουσίαση της Νορβηγίας και να αναζητήσουμε πληροφορίες για την εθνική γιορτή της 17ης Μαΐου. Τι συνέβη το 1814 ώστε οι κάτοικοι της χώρας να αρχίσουν να γιορτάζουν την syttende mai; Και γιατί αντί για εισαγόμενα τανκς και ξεχαρβαλωμένα οπλικά συστήματα, τους δρόμους των νορβηγικών πόλεων πλημμυρίζουν παιδιά με σημαίες;

από την παρέλαση της 17ης Μαΐου στο Όσλο (πηγή)
Στα εικαστικά μπορούμε να ζωγραφίσουμε τη σημαία της Νορβηγίας ή τον ήρωα με τα πορτοκαλί μαλλιά. Στο δικό μας σχολείο, πάντα με τη βοήθεια της κυρίας Άλκηστης, ασχοληθήκαμε με την κατασκευή μικρών ανακόντα, που στη συνέχεια τα αφήσαμε ήσυχα να πιούν λίγο "γάλα"!

Share/Bookmark

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Μούσικατ - Ένα τέρας αλλιώτικο από τα άλλα


Υπόθεση
Ο Τιμολέων είναι ένας «ατρόμητος» 6χρονος που ετοιμάζεται να πάει για πρώτη φορά στο σχολείο. Τίποτα δεν τον ανησυχεί... τίποτα, εκτός από αυτά που ακούει για τη Μούσικατ, τη δασκάλα που θα έχει στο μάθημα της μουσικής! Είναι άραγε αληθινές οι φήμες για το κατάμαυρο μακρύ της φόρεμα; Για το ένα και μοναδικό της δόντι; Για τις αγγαρείες και τα βάσανα στα οποία υποβάλλει τους μαθητές της; Μα να που η ώρα της Μουσικής φτάνει, και ο Τιμολέων περιμένει όλο αγωνία στο τελευταίο θρανίο της τάξης, κρατώντας την ανάσα του...
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μίνωας
Συγγραφέας: Δέσποινα Μπογδάνη - Σουγιούλ
Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού
ISBN: 978-960-699-678-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 30
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Συμπαθητική ιστορία για τις αγωνίες των μαθητών της πρώτης τάξης και τις εντυπώσεις τους από το ξεκίνημα της εκπαιδευτικής τους Οδύσσειας. Η χιουμοριστική γραφή, η περιορισμένη έκταση του κειμένου (περίπου 600 λέξεις) και η ανατροπή στο φινάλε της ιστορίας, βοηθούν στο να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Οι ζωγραφιές είναι άλλοτε ασπρόμαυρες και άλλοτε χρωματισμένες με παστέλ και συνοδεύουν κάθε σελίδα. Συνεισφέρουν στο κλίμα μυστηρίου γύρω από το πρόσωπο της νέας δασκάλας, δίνουν μορφή στις σκέψεις του ήρωα, και «παίζουν» με το κείμενο όποτε δίνεται η ευκαιρία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια προσεγμένη έκδοση που προτείνουμε με χαρά στους νέους αναγνώστες αλλά και τα παιδιά της Β' και της Γ' που αναζητούν ένα εύπεπτο ανάγνωσμα.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Χαριτωμένη ιστορία με ανατροπές

Αξίες - Θέματα
Εκπαίδευση, Μουσική, Φήμες

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν η δασκάλα της Μουσικής τελικά εμφανίζεται και αφήνει τον Τιμολέοντα άφωνο!

Εικονογράφηση
Πανταχού παρούσα, απλή και χαριτωμένη. Μαζί με το κείμενο συνδιαμορφώνει το κλίμα και δίνει κίνητρο στους μικρούς αναγνώστες να ολοκληρώσουν την ιστορία χωρίς κόπο.
Απόσπασμα
Το όνομά μου είναι Τιμολέων. Όλοι μου οι
φίλοι με φωνάζουν «ατρόμητο», γιατί τίποτα
και κανείς δεν μπορεί να με τρομάξει.

Τουλάχιστον έτσι νόμιζα μέχρι σήμερα…
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Φέτος είναι η πρώτη μου χρονιά στο σχολείο
και, παρ’ ότι – όπως σας είπα – τίποτα δεν
μπορεί να με τρομάξει, πρέπει να ομολογήσω
ότι υπάρχει κάτι που με ανησυχεί.

Σε λίγες ώρες θα περάσω το κατώφλι του σχολείου
και ανάμεσα στα πρόσωπα που θα γνωρίσω
είναι και η δασκάλα της Μουσικής.

Όλοι τη φωνάζουν Μούσικατ!

Οι φίλοι μου μιλούν συνεχώς γι’ αυτήν,
σαν να πρόκειται για το πιο τρομακτικό πλάσμα
που έχει δει ποτέ κανείς.

Μένει στην παλιά πολυκατοικία που βρίσκεται
πέρα από το δάσος και, όποτε περάσεις
από εκεί, θα ακούσεις δυνατές φωνές
και ανθρώπους να ουρλιάζουν. Φαίνεται
μάλιστα πως πολύς κόσμος έχει μαζευτεί
στο σπίτι της, αφού η μαμά του καλύτερού μου
φίλου, του Παναγιώτη, μιλά για μια Μαρία Κάλλας,
ένα Λουτσιάνο Παβαρότι και πολλούς άλλους, που
αν κρίνω από τα ονόματά τους αλλά και τις φωνές 
που βάζουν, μάλλον θα είναι τρομερά τέρατα που 
έρχονται από κάποια ξένη χώρα.

Μιλούν ακόμα για το περίεργο ντύσιμό της, ένα
κατάμαυρο μακρύ φόρεμα με τρύπιες τσέπες,
και λένε πως κάθε πρωί σηκώνεται από το κρεβάτι της
για να γυαλίσει το ένα και μοναδικό δόντι που της έχει
απομείνει.

Στη συνέχεια χτενίζει τα βρόμικα γκρίζα μαλλιά της και
φορά ένα μαύρο μυτερό καπέλο, που στην κορφή του
χρόνια τώρα είναι γαντζωμένη η πιο άγρια μαύρη γάτα
που κυκλοφορεί στην περιοχή.
η περιγραφή της Μούσικατ ταιριάζει γάντι στην κακιά μάγισσα
από τη Χιονάτη και τους επτά νάνους του Disney (πηγή)
Σχόλιο
Όσοι βρισκόμαστε στον χώρο της εκπαίδευσης, έχουμε καθημερινή εμπειρία από το πόσο εύκολα μπορεί να διαδοθούν τερατώδεις φήμες για το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε. Τα παιδιά αποτελούν ιδανικό υλικό για «χαλασμένο τηλέφωνο» καθώς είναι καλόπιστα, ευφάνταστα και υπερβάλλουν σκόπιμα ή ασυναίσθητα στις ειδήσεις που μεταφέρουν, αναζητώντας προσοχή από τον περίγυρό τους. Μια δυνατή κουτουλιά στην αυλή του σχολείου μας, έφτασε πριν λίγες μέρες στα αυτιά των δασκάλων ως "θανατηφόρο ατύχημα", ενώ ένα "κομμάτι μυαλό" που είχε απομείνει στο έδαφος, αποδείχτηκε μασημένη κολοκυθόπιτα!
χαλασμένο τηλέφωνο (πηγή)
Γιατί κάποια παιδιά αντιμετωπίζουν τις άριες της όπερας ως ουρλιαχτά; Έχω την εντύπωση ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά τον καθένα μας. Μόνο όταν ο άνθρωπος αποκτήσει την απαραίτητη καλλιέργεια, μπορεί να εκτιμήσει την τέχνη στις πιο "απαιτητικές" μορφές της· αλλιώς την κοροϊδεύει ή απλώς στέκεται ξένος απέναντί της, ανήμπορος να ωφεληθεί. Εδώ εντοπίζεται και μια από τις βασικές λειτουργίες του σχολείου: να μεταδώσει στα παιδιά γνώσεις και βιώματα, ώστε να τα ευαισθητοποιήσει σε μηνύματα του εξωτερικού περιβάλλοντος που σταδιακά γίνονται πολυπλοκότερα. Χωρίς ανάλογη παιδεία, η υψηλή λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα μάτσο μουτζουρωμένα χαρτιά, τα κορυφαία μνημεία σωροί από πέτρες και η κλασική μουσική κλαπατσίμπαλα και άναρθρες κραυγές. Ο ρόλος της οικογένειας στη διαδικασία αυτή είναι κρίσιμος. Αν οι γονείς αγαπούν και οι ίδιοι τις καλές τέχνες και φροντίζουν να εμπλουτίζουν τις παραστάσεις των παιδιών με επισκέψεις σε εκδηλώσεις και μουσεία, τα ενθαρρύνουν να συμμετέχουν σε πολιτισμένες συζητήσεις, κλπ. το αισθητικό κριτήριο των νέων θα αναπτυχθεί πολύ διαφορετικά από την περίπτωση που η οικιακή ψυχαγωγία περιορίζεται αποκλειστικά σε παθητική τηλεθέαση ψυχαγωγικών εκπομπών, έστω κι αν αυτές είναι σε Full High Definition.
Τηλεοπτική "εκπαίδευση" (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, μπορούμε με αφορμή το βιβλίο αλλά και φωτογραφίες σαν την παρακάτω (τι νιώθει το παιδί της εικόνας; τι συμβαίνει μέσα μας όταν ακούμε μια όμορφη μελωδία;), να συζητήσουμε για την Μουσική, την αναγκαιότητά της για τον άνθρωπο και την σημασία της για μια ισορροπημένη ανάπτυξη. Να ακούσουμε τις σκέψεις των μαθητών και να τους δώσουμε παραδείγματα για την ευεργετική δράση της στον ψυχισμό, την έκφραση και τη μνήμη. Και αφού διαπιστώσουμε πόσο απαραίτητη μας είναι η μουσική και πόσο σύμφυτη με το συναίσθημά μας, να αναζητήσουμε μαζί με τα παιδιά ιδέες για το πώς θα μπορούσαμε να την εντάξουμε πιο ενεργά στην καθημερινή (και κυρίως τη σχολική) μας ζωή. Η συνεργασία με τον συνάδελφο της ειδικότητας της μουσικής είναι πολύτιμη σε κάθε στάδιο τόσο αυτής, όσο και των παρακάτω δραστηριοτήτων.
Το σχολείο μας ήταν ένα από τα πολλά που πέρσι είχαν την τύχη να φιλοξενήσουν την Κ.Ο.Α. στα πλαίσια του προγράμματος Δικαίωμα στη Μουσική (βλ. δραστηριότητα που μας ενέπνευσε στο Το αυτόγραφο). Αξίζει να διαβάσετε τις δηλώσεις των μελών της ορχήστρας, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται η δίψα που υπάρχει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα για μουσική αλλά και το πόσο μπορεί η τέχνη να μας βοηθήσει να αλλάξουμε την "τετράγωνη" οπτική μας. Ωστόσο, προϋπόθεση για να καταφέρει κάτι τέτοιο το σύγχρονο σχολείο, είναι η συνδρομή πανεπιστημιακά καταρτισμένων μουσικοπαιδαγωγών, η αύξηση των ωρών που αφιερώνονται στη διδασκαλία του αντικειμένου, αλλά και η ύπαρξη βασικών υποδομών, όπως μιας κατάλληλης αίθουσας μουσικής στα σχολεία. Είναι τέλος απαραίτητο, να αρχίσει η τέχνη να αντιμετωπίζεται από όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας ως κάτι το πολύ ουσιαστικό και όχι ως "μπάλωμα", χαμένος χρόνος ή "ώρα του παιδιού". Για όποιον δεν έχει πειστεί ακόμα, αφήνουμε τη μουσική να μιλήσει:
νανούρισμα α'νανούρισμα Β'
Αν στο τμήμα μας αποφασίσουμε να φέρουμε τα παιδιά σε επαφή με αληθινά μουσικά όργανα, μπορούμε (σε συνεργασία πάντα με τον υπεύθυνο της μουσικής αγωγής) να αξιοποιήσουμε την αντίστοιχη ενότητα στη Γλώσσα (βιβλίο Ε' τάξης, κεφάλαιο 7) ή τις ενότητες του ήχου και της τριβής στη Φυσική. Ακόμη, στα πλαίσια της αναφοράς μας στην ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση των υλικών, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για τις ορχήστρες ανακυκλωμένων οργάνων που έχουν δημιουργηθεί στη Λατινική Αμερική και αλλού. Τα περασμένα Χριστούγεννα, αρκετοί μαθητές έφεραν μουσικά όργανα από το σπίτι τους και μας έδωσαν την ευκαιρία να τα αγγίξουμε και να τα ακούσουμε από κοντά.
Το καλύτερο είναι βέβαια να υπάρχει μεράκι (όπως στην περίπτωση του φίλου και συναδέλφου Κώστα Σαρρηκώστα, το ημερολογιακό blog του οποίου μπορείτε να επισκεφθείτε εδώ), οπότε τα στεγανά μεταξύ των γνωστικών αντικειμένων πέφτουν και η μουσική μπορεί να δανείσει τα φτερά της σε κάθε μάθημα: Γεωγραφία, Θρησκευτικά, Ιστορία, Εικαστικά... ακόμα και στη Γυμναστική!
Όσοι αναζητούν πιο δομημένες προσεγγίσεις, μπορούν να αξιοποιήσουν το χαριτωμένο δωρεάν διαθέσιμο λογισμικό Εμμέλεια για να φέρουν τα παιδιά κοντά σε ήχους, όργανα και μουσικές της Ελλάδας και του κόσμου, όπως και το Ψηφιακό Μουσικό Ανθολόγιο Ευτέρπη. Ένας ιστότοπος με πολλές εκπαιδευτικές προτάσεις για όλες τις ηλικίες είναι επίσης το Τραγουδιάρικο Ψάρι. Αν τα αμερικάνικα του Leonard Bernstein δεν αποτελούν εμπόδιο, αξίζει επίσης να παρακολουθήσουμε με την τάξη αυτή τη σειρά εκπαιδευτικών βίντεο μέσα από την οποία μαθαίνουμε πολλά για τη μουσική και τον τρόπο που μας επηρεάζει. Είναι συγκινητικό το πόσο σημαντική προσπάθεια γινόταν πριν από 60 χρόνια (ίσως και εξαιτίας του Sputnik shock) για να αποκτήσουν οι νέοι μουσική παιδεία. Οι πιο ταλαντούχοι συνάδελφοι, μπορούν τέλος -πάντα με τη βοήθεια του υπεύθυνου μουσικής- να οργανώσουν ρυθμικές δραστηριότητες και παιχνίδια, να κατασκευάσουν μουσικά όργανα και να πειραματιστούν με ηχογόνα υλικά, και φυσικά να το ρίξουν στον χορό!

Share/Bookmark