Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου


Υπόθεση
Στην Αθήνα του 1940-44 παρακολουθούμε την πορεία του εννιάχρονου Πέτρου προς την εφηβεία την ώρα που ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Οι εξελίξεις στα μέτωπα συμπαρασύρουν την καθημερινότητα και στο σπίτι του, τη γειτονιά και το σχολείο. Οι συγγενείς και οι φίλοι που τον περιστοιχίζουν, κάτω από την πίεση των γεγονότων, αλλάζουν κι αυτοί -προς το καλύτερο ή το χειρότερο-, άλλοτε θυμίζοντας αναξιοπρεπείς, πεινασμένες σκιές και άλλοτε αποφασισμένους μικρούς ήρωες, έτοιμους για όλα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος (παλαιότερη) / Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Άλκη Ζέη
Εικονογράφηση: Σάββας Χαρατσίδης (εξώφυλλο Κέδρου)
ISBN: 978-960-04-0069-4 (Κέδρος)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1971
Σελίδες:263
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Πρόκειται για το κλασικό, βραβευμένο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη που μας μιλάει για τα χρόνια της κατοχής στην Αθήνα, μέσα από την αθώα ματιά του μικρού Πέτρου. Η γραφή είναι απλή και η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας ζωντανή και σαφής, ακόμα και για μικρότερα παιδιά. Το μέγεθος της ιστορίας όμως, το στήσιμο του βιβλίου και κάποιες δύσκολες σκηνές (άλλες με νοερές αναζητήσεις και άλλες με φρικτές εικόνες), δεν μας επιτρέπουν να το προτείνουμε σε πιο άπειρους αναγνώστες, που αν επιχειρήσουν να το διαβάσουν πιθανότατα θα κουραστούν. Αντίθετα, οι εμπειρότεροι θα το απολαύσουν, καθώς το χιούμορ της Ζέη και πολλές από τις αναφορές της, -παρότι "αόρατες" στα μάτια των μικρότερων- θα βρουν τον τρόπο να τους συγκινήσουν. Βιβλίο διαχρονικό λοιπόν που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες. Ως προς τη δομή του, χωρίζεται σε τέσσερα μέρη και 25 κεφάλαια με πολύ έξυπνους τίτλους που "παίζουν" με το κείμενο. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ούτε υποψία εικονογράφησης (ούτε στην παλιά, ούτε στη νέα έκδοση).

Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε παιδιά Στ' Δημοτικού και Γυμνασίου, καθώς πιστεύουμε πως είναι από τα κείμενα που μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τη σχέση ενός παιδιού με το διάβασμα...  ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε τόσες ξένες γλώσσες (περισσότερα εξώφυλλα εκδόσεων εδώ)


Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης...

...και της έκδοσης στα ρωσικά

Η Άλκη Ζέη έχει ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και μας τα μεταφέρει αριστοτεχνικά. Άλλοτε μέσα από τη ματιά του μικρού αγοριού που δεν πολυκαταλαβαίνει (ή δεν το πολυσυνερίζονται), άλλοτε ελαφραίνοντας με το χιούμορ της καταστάσεις δύσκολες που μετατρέπονται σε κωμικοτραγικές, κι άλλοτε αφήνοντας τις ωμές εικόνες από τη φρίκη του κατοχικού χειμώνα να μιλήσουν μόνες τους. Παρακολουθούμε τις εξελίξεις βήμα προς βήμα: Αρχικά, την προκατοχική καθημερινότητα που αλλάζει με κάθε νέο του ραδιοφώνου, κι αφήνει άλλους να πανηγυρίζουν κι άλλους να ανησυχούν. Στη συνέχεια, την βουβαμάρα που προκαλεί το απειλητικό πρόσωπο του πολέμου, καθώς αυτός πλησιάζει. Έπειτα τη βία, τις στερήσεις και την εξαθλίωση, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα. Και τέλος, την ελπίδα που σιγά σιγά ξυπνάει, δυναμώνει μέσα από τους αγώνες και ξανακάνει τα κουρέλια, ανθρώπους. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο;

Παρότι είναι δύσκολο να αποδοθεί μια περίοδος σαν της Κατοχής χωρίς σκηνές "δύσκολες" για μικρά παιδιά, η συγγραφέας καταφέρνει να μας βάλει στο κλίμα χωρίς να κάνει κατάχρηση. Η βία και η αναλγησία των κατακτητών αποδίδεται αρχικά έμμεσα: ένας αξιωματικός μαστιγώνει με κακία τον σκύλο στην αυλή (σ.60) ενώ αργότερα περιγράφεται από τρίτους πώς ένας γερμανός έσπασε το χέρι ενός άγνωστου παιδιού (σ.131). Στη συνέχεια βέβαια τα πράγματα αγριεύουν, αφού τα προβλήματα αρχίζουν να αγγίζουν την οικογένεια του Πέτρου, ενώ για να λέμε και την αλήθεια, δεν υπάρχουν και πολύ μετριοπαθείς τρόποι να αναφερθεί κανείς σε ανθρώπους που πέφτουν στο δρόμο από την πείνα. Στις τελευταίες 50 σελίδες που επέρχεται η κορύφωση, οι περιγραφές αγριοτήτων γίνονται περισσότερες, αμεσότερες και πιο ρεαλιστικές, καθώς πολλά κατοχικά γεγονότα "στριμώχνονται"  μαζί. Έτσι, συγκινούμαστε με  τον χαμό της Δροσούλας, αγανακτούμε για τις εκτελέσεις στο σκοπευτήριο, μελαγχολούμε για την εξαφάνιση των Εβραίων, αγωνιούμε για τον Πέτρο που μπλέκει σε μπλόκο και, τέλος, συγκλονιζόμαστε από την ωμή εκτέλεση του αδάμαστου Σωτήρη.

Να αναφέρουμε εδώ, ότι στο κείμενο διαφοροποιείται αρκετά ο τρόπος που αποδίδονται οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατακτητές. Οι πρώτοι αντιμετωπίζονται με σχετική συμπάθεια, που στο τέλος επιτρέπει στον φυγά "Γκαριμπάλντι" να γίνει μέλος της οικογένειας του πρωταγωνιστή, ενώ οι δεύτεροι περιγράφονται ως εντελώς απάνθρωπα όντα και καταδικάζονται χωρίς ελαφρυντικά: Τα μάτια τους είναι ατσαλένια (σ.186) και αντί να μιλούνε κάνουνε χρουστ χριστ (σ.62) ενώ η παρουσία τους πετρώνει τις καρδιές των ανθρώπων (σ.143). Ας ελπίσουμε οι μικροί αναγνώστες να καταλάβουν την υπερβολή που κρύβει η περιγραφή του Πέτρου και να μη θεωρήσουν πως όλοι οι Γερμανοί ανεξαιρέτως (συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων δανειστών μας) είναι άγρια θηρία που θέλουν να μας φάνε.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Αξιοπρέπεια, Απώλεια, Ιστορία, Οικογένεια, Φιλία, Ειρήνη, Διατροφή

Απόσπασμα
Μόνο η μαμά έχει παραξενέψει και δεν τη νοιάζει για τις νίκες. Όλα τα βλέπει στενάχωρα, ακόμα και τα δελτάρια που στέλνει ο θείος Άγγελος εκείνη τα ερμηνεύει αλλιώτικα απ’ όλους τους άλλους. Στο τελευταίο που τους έστειλε από «κάπου στο μέτωπο», έγραφε: «Μου γράφετε πως στην Αθήνα έχει λιακάδες, εδώ έχει κρύο και χιόνια… μ’ ενοχλεί το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου…»

Αυτό το μεγάλο δάχτυλο ξεσήκωσε πολλές συζητήσεις, γύρω στο τραπέζι.

- Θα του είναι κοντές οι αρβύλες, αυτό είναι, έλεγε ο παππούς.


- Εγώ σας λέω πως έχει πάθει κρυοπάγημα, μιλούσε η μαμά, με την καινούρια λυπητερή φωνή της.

- Άκου, κρυοπάγημα! θύμωσε ο παππούς. Αυτοί είναι οπλισμένοι με μάλλινα ως το λαιμό. Δε βλέπεις τις φωτογραφίες στις εφημερίδες; Η πριγκίπισσα διάδοχου με τα ίδια της τα χέρια τα μοιράζει.

Η μαμά, όμως, επέμενε πως ο θείος Άγγελος δεν είναι κανένας μυγιάγγιχτος να παραπονιέται πως του πονάει το δάχτυλο, γιατί είναι μικρή η αρβύλα. Κι ακόμα, συνεχίζει νευριασμένη η μαμά, οι γυναίκες που στέκονται στην ουρά στον μπακάλη λέγανε πως φτάνουνε κάθε μέρα από το μέτωπο πλήθος τραυματίες με κρυοπαγήματα.

Ο Πέτρος κι ο παππούς δεν προφταίναν να φτιάχνουνε, με γαλάζιο και άσπρο χαρτί, σημαιούλες και να τις κρεμάνε στο μπαλκόνι σε κάθε καινούρια νίκη. Κι ο Πέτρος μάθαινε στον παππού όλα τα καινούρια τραγούδια, που σατιρίζανε τον Ντούτσε και τους Ιταλούς. Ο παππούς μισούσε τους Ιταλούς, γιατί, πριν πολλά χρόνια, κάποιος Ιταλός τον είχε κάνει τόπι στο ξύλο.

Ήτανε περιοδεία με το θίασο της Μεγάλης Αντιγόνης στην επαρχία. Μόλις είχε παντρευτεί τη γιαγιά, που ήτανε κόρη του ηλεκτρολόγου του θεάτρου. Είχανε πρεπμιέρα. Παίζανε την «Κυρία με τας Καμελίας». Όπως πάντα, όταν δεν υπήρχε μπούκα υποβολέα, ο παππούς είχε στηθεί άκρη άκρη στις κουίντες. Η Μεγάλη Αντιγόνη δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τον παππού. Ποτέ της δε θυμόταν τα λόγια και πολλές φορές τα μπέρδευε με φράσεις από άλλο έργο. Ο παππούς ήξερε να της τα ψιθυρίζει τόσο μαστόρικα, που κανένας δεν το ‘παιρνε είδηση. Όταν λοιπόν βρισκόταν εκείνη στη σκηνή, ο παππούς δεν έιχε δικαίωμα, ούτε μια στιγμή, ν’ αποξεχαστεί. Άμα όμως το έργο ήτανε παιγμένο πολλές φορές, μπορούσε τότε εκείνος να ξεκουραστεί λιγάκι. Εκείνο το βράδυ έριξε κρυφά μια ματιά στην πλατεία να καμαρώσει τη γιαγιά που είχε βάλει τα καλά της και παρακολουθούσε στην πρώτη σειρά την παράσταση. Και τι να δει! Έναν άντρακλα καθισμένο στο πλάι της να τραβάει νευριασμένα. Δίνει λοιπόν μια ο παππούς, βγαίνει στη σκηνή, πηδάει στην πλατεία και αστράφτει ένα χαστούκι στο μαντράχαλο. Πετιέται κείνος ολόρθος και τότε κατάλαβε ο παππούς πως ήταν δυο μέτρα μπόι. Φυσικά, η παράσταση σταμάτησε, ο κόσμος φώναζε, κι ο ψηλέας – όπως έμαθε ο παππούς μετά, ήτανε ένας Ιταλός μηχανικός που εργαζότανε σε μια ξένη εταιρία που έχτιζε στην περιοχή μια γέφυρα – έκανε τον παππού του αλατιού και σταμάτησε μονάχα σαν είδε τη γιαγιά να λιποθυμάει στο κάθισμά της.

- Και δεν ήτανε που μ’ έδειρε, με είπε και σαλτιμπάγκο, αγαναχτούσε ο παππούς, κάθε φορά που διηγιότανε την ιστορία.

Γι’ αυτό λοιπόν, τώρα χαιρότανε που τις τρώγανε και οι Ιταλοί στο μέτωπο.

- Δεν μπορεί, έλεγε ο παππούς, κάποιος, κάποιος εγγονός ή κανένα ανίψι κείνου του κερατά θα τις τρώει στα πισινά από τα φανταράκια μας.

Κοντά στ’ άλλα, ο παππούς δεν κρατιότανε από τη χαρά του, γιατί έμαθε πως η Μεγάλη Αντιγόνη – παρ’ όλο που θα ‘τανε πια εξήντα τόσο χρονών – ντύθηκε ξανά τσολιαδάκι και τραγουδούσε σ’ ένα μεγάλο θέατρο για να εμψυχώνει τα μετόπισθεν.

- Θα με πας, Πετράκη, κούτσα κούτσα να τη δω στα παρασκήνια, έλεγε και λάμπανε τα μάτια του.

Σαν έπεσε το Αργυρόκαστρο, ο παππούς, η Αντιγόνη και ο Πέτρος είχανε σκοπό να τραγουδούνε το «Κορόιδο, Μουσολίνι», ίσαμε που να βραχνιάσουν. Τους σταμάτησε όμως η μαμά, που κρατούσε στην ανοιχτή παλάμη της δυο δαχτυλίδια. Είπε στην Αντιγόνη να τα πάει στην κυρία Λεβέντη. Είχε συνεννοηθεί μαζί της. Θα τ’ αγόραζε ο Εγγλέζος για τη Λέλα. Ο Πέτρος ένιωσε τόση απογοήτευση, που πήγαινε να κλάψει. Πήραμε το Αργυρόκαστρο, νικούσαμε τους Ιταλούς – ολόκληρη αυτοκρατορία – και τη μαμά ούτε που την ένοιαζε. Πουλούσε δαχτυλίδια κι ανησυχούσε για το μεγάλο δάχτυλο του θείου Άγγελου. Όταν γύριζε εκείνος νικητής, θα ντρεπότανε για την αδελφή του. Κι ακόμα, θυμάται ο Πέτρος με πιότερη ντροπή, πριν λίγες μέρες που χτυπούσανε καμπάνες για κάποια νίκη  - χωρίς ακόμα να έχει μαθευτεί για ποια – κι η μαμά έλειπε, είχε πάει κάπου και μόλις μπήκε στο σπίτι, ο Πέτρος κι ο μπαμπάς τη ρώτησαν αν είχε μάθει τι έγινε. Η μαμά, θαρρείς και δεν άκουσε τι τη ρώτησαν, είπε με επιθετικό ύφος στον πατέρα:

- Αφού δεν το αποφάσιζες εσύ, πήγα εγώ στον Κοντογιάννη. Θα μας δώσει επί πιστώσει έναν τενεκέ λάδι.

Ο μπαμπάς θύμωσε, είπε να μην ανακατεύεται στις δουλειές, του, κι η μαμά απάντησε, ακόμα πιο νευριασμένα, πως δε θα πεθάνουνε τα παιδιά στην πείνα. Είπανε κι άλλα πολλά, κι ο Πέτρος συλλογίστηκε πως, από τότε που άρχισε ο πόλεμος, η μαμά κι ο μπαμπάς μιλάνε ο ένας στον άλλον απότομα, θυμωμένα, κι η μαμά, κυρίως, είναι όλο έτοιμη για καβγά.

Κι όμως, ο Πέτρος έχει διαβάσει τόσες φορές στα μυθιστορήματα για γυναίκες που μόνο ηρωικές πράξεις κάνανε σ’ όλη τους τη ζωή. Ήξερε απέξω κι ανακατωτά για τη Θέκλα και κυρίως για την Αλεξία τότε, πριν πόσες εκατοντάδες χρόνια, τον καιρό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, που παρίστανε τη βουβή και περνοδιάβαινε μέσα στον εχθρό και τον κατασκόπευε.

Ακούστε και διαβάστε άλλο ένα απόσπασμα του βιβλίου από τον Μικρό Αναγνώστη



Προβληματισμοί για Συζήτηση
Άνθρωποι με ταλέντο κι εμπειρίες
Οι συγγραφείς είναι συνήθως άνθρωποι που έχουν ζήσει συναρπαστικές καταστάσεις, και έχουν το ταλέντο να μας τις διηγηθούν με τρόπο που τις ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια μας. Διαβάστε το ακόλουθο απόσπασμα από συνέντευξη της Άλκης Ζέη στο περιοδικό Lifo και μετά βρείτε στο βιβλίο την περιγραφή της αντίστοιχης ιστορίας με το γραμμόφωνο (σελ. 177). Τι διαφορές βλέπετε ανάμεσα στο κείμενο της συνέντευξης και το λογοτεχνικό; 

Μπορούσα να κυκλοφορώ ελεύθερη, δεν ήμουν αναγκασμένη να κρύβομαι. Φυσικά, υπήρχε πάντα η πιθανότητα να με συλλάβουν. Θυμάμαι πως όταν ετοιμάζαμε παράνομη δουλειά, κάναμε ολονύχτια «πάρτυ». Δηλαδή, μαζευόμασταν και φτιάχναμε προκηρύξεις και πανό. Για να μην μας πάρουν είδηση οι Γερμανοί, βάζαμε το γραμμόφωνο να παίζει και κάναμε πως χορεύαμε. Μάλιστα, ερχόταν κι ένα παιδί μ' ένα μακρύ κασκόλ κι έπαιζε πιάνο. Έτσι τον έλεγα. Το παιδί με το μακρύ κασκόλ που παίζει πιάνο. Ο Μάνος Χατζιδάκις. 

Σημειώνουμε εδώ ότι η μεγάλη διαδήλωση με σύνθημα "Πεινάμε" είναι πραγματικό γεγονός και συνέβη αν δεν κάνω λάθος στις 11 Σεπτεμβρίου του 1942. Πώς άραγε θα έμοιαζε μια σημαντική σκηνή της ζωής σας αν δοκιμάζατε να την αφηγηθείτε μεταφέροντάς την με λογοτεχνικό τρόπο σε ένα κείμενο;


Έξω απ' το χορό, πολλά τραγούδια λέμε
Στην προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε στον στίχο του Πινδάρου:  
γλυκός είν' ο πόλεμος στους ανήξερους, μα όποιος τον δοκίμασε τον τρέμει. 
Σε αυτή την ιστορία, παρακολουθούμε την άποψη του πρωταγωνιστή για τον πόλεμο να αλλάζει σταδιακά. Πριν τον γνωρίσει και όσο τα νέα των νικών έφταναν από το Αλβανικό "έμοιαζε σαν πανηγύρι" (σ.24). Λίγο μετά, έρχεται σε μια πρώτη επαφή μαζί του: ξεκινούν οι βομβαρδισμοί (σ.43) κι έπειτα ο θείος Άγγελος επιστρέφει από το μέτωπο ψειριασμένος και με κατακομματιασμένα άρβυλα (σ.56-57), σέρνοντας μαζί του την απομυθοποίηση για τους ήρωες της Πίνδου. Τα χειρότερα έπονται. Σύντομα, το νερό λιγοστεύει, το ψωμί μπαίνει σε δελτίο -η Ζέη δεν αναφέρει ότι υπήρχε περιορισμός και στην κατανάλωση ρεύματος μέχρι 6 kW το μήνα- και το επίπεδο ζωής επιδεινώνεται, όπως μας δείχνει η αλλαγή στην όψη της μητέρας. Αργότερα η εμπειρία του για τον πόλεμο ολοκληρώνεται, όταν βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν και χάνει κάποια αγαπημένα του πρόσωπα. Ο Πέτρος είναι προετοιμασμένος για όλα αυτά, όσο μπορεί να είναι ένα παιδί της εποχής του. Έχει δηλαδή διαβάσει τα Για την Πατρίδα, Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου, τους Αθλίους του Ουγκώ. Μέσα σ' αυτά, έχει ακούσει για τον πόλεμο, όπως όμως παραδέχεται είναι διαφορετικό να ζεις τη φρίκη ο ίδιος (σ.144). 

Το πόση διαφορά έχει να βιώνεις κάτι από το απλά να ενημερώνεσαι γι' αυτό, μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι εμείς. Έχουμε όλοι π.χ. πληροφορηθεί για το τι είναι σεισμός και πώς πρέπει να αντιδρούμε όταν συμβεί. Πόσο περίεργα όμως νιώθουμε όταν ο κόσμος γύρω μας αρχίζει να σείεται, και πόσο δύσκολο είναι εκείνες τις στιγμές να συγκρατήσουμε τα συναισθήματά μας; Ή, γνωρίζουμε όλοι πόσο ενοχλητική είναι η πείνα και αισθανόμαστε θεωρητικά συμπάθεια για όσους πεινούν. Μόνο όμως όταν ξεχάσουμε το κολατσιό μας και το στομάχι μας αρχίσει να σφίγγεται, μπορούμε να αποκτήσουμε μια ελάχιστη ιδέα για το πώς νιώθουν όσοι στερούνται. Και πάλι, ας μην ξεχνάμε πως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην πείνα (σ. 81-82) και την ΠΕΙΝΑ (σ. 101).

Πινγκ (χωρίς Πόνγκ)
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου είναι ένα βιβλίο καθαρά αντιπολεμικό, γραμμένο σε χρόνια που η Ελλάδα ταλαιπωρείται από μια ομάδα παρανοϊκών συνταγματαρχών με σύνθημα Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Οι τρεις αυτές αξίες, κυρίαρχες στις δεκαετίες που το έθνος αναζητούσε την ταυτότητά του, αρχίζουν λόγω κατάχρησης να αμφισβητούνται, να βάλλονται και να οδηγούνται σταδιακά στην ανυποληψία.. Το κείμενο της Ζέη, εκτός της εποχής που περιγράφει (1940) εκφράζει και την εποχή που γράφεται (1970), επιτρέπει λοιπόν στους αναγνώστες να αναρωτηθούν για το "Πατρίς", όταν διαβάζουν ότι Έλληνες φασίστες συνεργάζονται με τον κατακτητή (σ.113), για το "Θρησκεία", όταν παρατηρούν ότι από το σπίτι του ήρωα λείπουν οι εικόνες (σ.156, σ.214), αλλά και για το "Οικογένεια", όταν κρυφοκοιτάζουν τον παππού να κλέβει το ψωμί των ίδιων του των εγγονιών (σ.116).

Ο παλιός κόσμος λοιπόν αλλάζει και το κατεστημένο των αξιών κλυδωνίζεται. Έχουν άραγε θέση στη νέα εποχή ήρωες "παλαιού τύπου" όπως αυτοί της Π. Δέλτα; Ο μικρός Πέτρος, που με τέτοιους έχει μεγαλώσει, ενθουσιάζεται σαν παιδί και θέλει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Αλέξιου (βλ. Για την Πατρίδα) (σ.35) Αχ, να μην ήτανε τόσο μικρός ο Πέτρος, να μην ήτανε μονάχα εννιά χρονώ. Να μπορούσε να 'λεγε: "Εγώ είμαι ένας και θα περάσω..." Ποιος όμως τον λογάριαζε;
Όταν όμως χρειάζεται να δράσει, βρίσκει δύσκολο να ακολουθήσει στην πράξη τα είδωλά του (σ.69) Προσπάθησε να θυμηθεί ό,τι είχε διαβάσει για ήρωες-παιδιά, που είχανε τη δική του ηλικία. Δοκίμασε να πει μέσα του το "ένας είμαι και θα περάσω, θα ξεχαστώ, η πατρίδα όμως μένει", μα ένιωσε τα πόδια του να τρέμουνε.  Πιο εύκολο θα είναι βέβαια να γράφει κανείς για ήρωες, παρά να 'ναι ο ίδιος. Η τελευταία φράση θα μπορούσε να κρύβει και ένα σχόλιο σχετικά με το επικό ύφος των χαρακτήρων της Δέλτα.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει κοντά στο τέλος της ιστορίας. Τα πρόσωπα που ξεκίνησαν την αντίσταση έχουν σχεδόν όλα αλλάξει... άλλος χάθηκε κι άλλος ανέβηκε "στο βουνό", κι όμως ο αγώνας συνεχίζεται. (σ.244) Στη θέση του Γιάννη ήρθε ο Μίλτος, ένας ψηλός, πολύ αστείος, που όλη την ώρα λέει καλαμπούρια. Πάει και τον βρίσκει ο Πέτρος στο πλυσταριό, όπως το Γιάννη, εκείνος του δίνει τις φρεσκοτυπωμένες εφημερίδες, όπως ο Γιάννης, κι ο Πέτρος τις χώνει στη θήκη του βιολιού. Στη θέση της Δροσούλας είναι η Μάρω, στου Αχιλλέα ο Γιώργος, κι όλο κάθε τόσο στη θέση κάποιου έρχεται άλλος, κι ύστερα άλλος... Θαρρείς και δε συμβαίνει τίποτα.

Να λοιπόν που το σύνθημα "ένας είμαι και θα περάσω" αποδεικνύεται διαχρονικό. Ήρωες που θυσιάζονται με αυταπάρνηση για τον μεγάλο σκοπό, την ελευθερία της πατρίδας, φαίνεται πως γεννιούνται σε κάθε εποχή. Εκείνο που αλλάζει με τα χρόνια είναι το πώς εννοούμε κάθε φορά την πατρίδα και το ποιους μαχόμαστε στο όνομα της ελευθερίας της. Περισσότερο υλικό για προβληματισμό ίσως μας δώσει η επόμενη ανάρτηση που συνεχίζει το νήμα της ιστορίας από το 1944, συναντώντας τα Δεκεμβριανά μέσα από τη ματιά της Ζωρζ Σαρή.


Εν αρχή ην η Αξιοπρέπεια
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου η αξιοθρήνητη κατάσταση της πείνας μοιάζει παγιωμένη και ο Πέτρος, έχοντας δει τα χειρότερα (πρόχειρη "ταφή" γιαγιάς Σωτήρη και άστεγα παιδιά στην Ομόνοια), νιώθει πλέον σχετικά ικανοποιημένος με την θέση του. Η ώρα για δράση φαίνεται πως πλησιάζει, μα πριν απ' αυτή, ο πρωταγωνιστής, δείχνοντάς μας ότι η αξιοπρέπειά του είναι ακόμα αλώβητη (αντίθετα με τον παππού, που έχει φτάσει στο άλλο άκρο και κάνει οτιδήποτε για να επιβιώσει), ορθώνει το ηθικό του ανάστημα σε τρεις περιπτώσεις:
α. μαζί με την αδελφή του, κόβουν τον δρόμο στον παππού για να μην ξαναπάει να ζητιανέψει
β. παρότι πεινάει, δεν δέχεται τη ζάχαρη που του βάζει στο χέρι η "ξεπουλημένη" γειτόνισσα Λέλα, και την αφήνει να χυθεί στο πάτωμα
γ. την ώρα που συμπατριώτες του ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, αυτός αποφεύγει να ταΐσει ακόμα και τον σκύλο του με τα αποφάγια του Γερμανού αξιωματικού που μένει κάτω απ' το σπίτι τους.

Ίσως στη στάση του Πέτρου να κρύβεται το μήνυμα πως οι αγώνες ξεκινάνε πρώτα από μέσα μας. Θα μπορούσαμε άραγε να αξιοποιήσουμε ένα τέτοιο μήνυμα στις μέρες μας;


Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις
Προς το τέλος της ιστορίας, ο Πέτρος χάνει με απανωτά χτυπήματα τρία πλάσματα που νιώθει πολύ κοντά του: Πρώτα τον Θόδωρο, τη χελωνίτσα του (σ.198), έπειτα τη Δροσούλα, για την οποία τρέφει κρυφά αισθήματα (σ.218) και τέλος τον καλύτερό του φίλο, τον Σωτήρη (σ.258). Κάπου ανάμεσα στα τραγικά αυτά συμβάντα, εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο στην οικογένεια που βελτιώνει το κλίμα και ίσως παίζει ρόλο στο να ξεπεραστεί ως ένα βαθμό το αίσθημα απώλειας. Πρόκειται για έναν Ιταλό φυγά, που κρύβεται στο σπίτι του Πέτρου για να σωθεί από τους Γερμανούς (κι αργότερα μάλιστα βοηθάει τη μητέρα στις δουλειές). Ίσως εδώ να διαγράφεται ένα μήνυμα αλληλοβοήθειας: Το να χάσουμε κάτι αγαπημένο δεν διορθώνεται... βοηθώντας όμως άλλους ανθρώπους, κερδίζουμε στήριξη και έμπνευση για να να τολμήσουμε μια νέα αρχή.

Από το ανέβασμα του έργου στο Εθνικό θέατρο
Χρήση στην τάξη
Μετά τον μικρό αδελφό που αφορά τον πρώτο παγκόσμιο, θα έπρεπε κανονικά να μεταφερθούμε με βιβλία στη δεκαετία του '20 και του '30. Κείμενα που μιλάνε για τα χρόνια αυτά υπάρχουν αρκετά, όπως η Αιολική Γη, τα Ματωμένα Χώματα (για τη δεκαετία του '20), η Μωβ Ομπρέλα και το Καπλάνι της Βιτρίνας της Άλκης Ζέη, που αναφέρονται στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά (1936). Καθώς όμως οι μέρες που πλησιάζουν είναι αφιερωμένες στο ΟΧΙ, είπαμε να προσπεράσουμε τη συγκεκριμένη περίοδο και να προσγειωθούμε απευθείας στις 27 Οκτωβρίου του 1940. Με αφορμή λοιπόν τον περίπατο του μικρού Πέτρου, έχουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε στην τάξη για την κατοχή και τον Β' Π.Π.. Το συμπληρωματικό υλικό που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να αναπαραστήσουμε την εποχή είναι άφθονο. Ο πρωταγωνιστής με τις μουσικές και κινηματογραφικές του προτιμήσεις, μας δίνει μια ιδέα (λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου, τέτοια μάτια γαλανά, ονόματα διασήμων της εποχής όπως του Tyrone Power κλπ.), αλλά καλύτερα να επιλέξουμε μόνοι μας:  Μουσικές swing βγαλμένες από τη δεκαετία του '40, ελληνικές επιτυχίες (όπως του Τσιτσάνη ή της Σ.Βέμπο) απλά τραγουδάκια, κινούμενα σχέδια, ντοκιμαντέρ, ταινίες ξένες αλλά και ελληνικές (Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, Το ξυπόλυτο τάγμα (λίγο αργό), Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση) θα αναβιώσουν για λίγο τα δύσκολα χρόνια του πολέμου στην τάξη.

Να θυμίσουμε ότι ως το τέλος Απριλίου '13 το συγκεκριμένο έργο ανεβαίνει (για δεύτερη χρονιά) στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (παραστάσεις για το κοινό Σάββατα στις 18.00 και Κυριακές στις 11.30 και 15.00), οπότε έχετε την δυνατότητα να το απολαύσετε και δραματοποιημένο (η εποχή αποδίδεται εξαιρετικά και προσωπικά ενθουσιάστηκα με τα σκηνικά και τα κοστούμια). Μην ξεχάσετε ότι απευθύνεται περισσότερο σε παιδιά από 10 ετών και πάνω.

Για ακόμα πιο βιωματικές καταστάσεις, προτείνουμε (δανειζόμενοι από τις δραστηριότητες 28 και 40 μια παλιάς εργασίας στην Πύλη Παιδαγωγικού Υλικού Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης)

α. Συνέντευξη από τον παππού και τη γιαγιά που έζησαν τη δεκαετία του '30 ή του '40, σχετικά με το «τι έτρωγαν τότε» ώστε οι μαθητές να μπορέσουν να συγκρίνουν την τότε διατροφή με τη σύγχρονη.

β. Διοργάνωση ενός τραπεζιού με «φαγητά κατοχής» ώστε η τάξη να μπει ακόμα περισσότερο στο κλίμα της εποχής. 
Ενδεικτικό μενού:
- ψωμί μπομπότα,
- πίτα από κουκουτσάλευρο,
- τηγανίτες από χαρουπάλευρο και γάλα,
- κέικ από ρεβύθια,
- ζεστό γάλα σκόνη,
- φουντούκια, σταφίδες,
- ζυθαμίνη αλειμμένη σε ψωμί (γκρίζο κατακάθι μπύρας)


Share/Bookmark

1 σχόλιο:

lampros lampinos είπε...

πολύ καλή επιλογή του βιβλίου.. και επίκαιρη... !!!

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...