Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χελώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χελώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Η Μόμο

Υπόθεση
Ανάμεσα στα χαλάσματα ενός αρχαίου αμφιθεάτρου ζει η Μόμο, ένα 10χρονο χαρισματικό κορίτσι. Κανείς δεν θυμάται πότε εμφανίστηκε, αλλά όλοι το αγαπούν, καθώς ξέρει να ακούει τους γύρω της και η παρουσία της εμπνέει φιλαλήθεια και δημιουργική φαντασία. Κοντά της μαζεύονται καθημερινά πολλά φτωχά παιδιά για να παίξουν, αλλά και ενήλικες, όπως ο Μπέπος - o καλόκαρδος οδοκαθαριστής και ο Τζίτζης ο ξεναγός, που του αρέσει να διηγείται ιστορίες. Όταν στην πόλη κάνουν την εμφάνισή τους οι μυστηριώδεις γκρίζοι κύριοι που ζουν κλέβοντας τον χρόνο των ανθρώπων, οι μεγάλοι γίνονται ξαφνικά απόμακροι, ανταγωνιστικοί και καταλαμβάνονται από άγχος. Η Μόμο κινητοποιείται για να τους αφυπνίσει, αλλά η προσπάθειά της την βάζει στο στόχαστρο των εισβολέων. Μια μεγάλη περιπέτεια ξεκινάει για τη μικρή ηρωίδα, που θα γνωρίσει τα μυστικά του χρόνου αλλά θα χάσει τους φίλους της, οι οποίοι βρίσκονται δέσμιοι ενός σκοτεινού συστήματος. Θα καταφέρει άραγε με τη βοήθεια του μαστρο-Ώρα και της χελώνας Κασσιόπειας να τους απελευθερώσει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Μίχαελ Έντε (Michael Ende)
Μετάφραση: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Μίχαελ Έντε
Τίτλος πρωτοτύπου: Momo
ISBN: 960-7021-01-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1973 (στα ελληνικά 1984)
Σελίδες: 274
Τιμή: από 8 έως 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Ιστοσελίδα με τα βιβλία του συγγραφέα εδώ

Κριτική
Πολυβραβευμένη περιπέτεια φαντασίας με θέμα τον ανθρώπινο χρόνο που μαζί με την ζωή μας κινδυνεύει να χαθεί μέσα στην αστική καθημερινότητα... εκτός κι αν τον μετατρέψουμε σε αγάπη! Πρόκειται για ένα κλασικό αριστούργημα της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας που καθένας αξίζει να διαβάσει. Η μετάφραση από την Κίρα Σίνου είναι υποδειγματική και μας μεταφέρει χωρίς προβλήματα ροής τόσο τις αργές, γεμάτες τρυφερότητα εικόνες, όσο και τις γρήγορες σκηνές δράσης. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη και 21 κεφάλαια (πέντε στο Α' μέρος, επτά στο Β' και εννέα στο Γ'), των 6 - 25 σελίδων, που συνήθως δεν ξεπερνούν σε έκταση τις 10. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ολοκληρωμένοι και δραματικοί, η πλοκή εξελίσσεται γραμμικά πάνω σε φόρμα που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ οι εξελίξεις -και η συγκίνηση- κορυφώνονται στο τελευταίο μέρος μέσα σ' ένα μαγικό σκηνικό. Οι πρώτες σελίδες μπορεί να μην φαίνονται ιδιαίτερα ελκυστικές σε όλους, καθώς η διήγηση ξεκινάει με την περιγραφή του τοπίου όπου διαδραματίζονται τα αρχικά γεγονότα· οι υπομονετικοί αναγνώστες όμως σύντομα ανταμείβονται, αφού τελικά το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε έμπειρους αναγνώστες της Στ' Δημοτικού και του Γυμνασίου, εφήβους αλλά και ενηλίκους, περισσότερο ή λιγότερο φιλοσοφημένους!

  • Συναρπαστική πλοκή
  • Πολυδιάστατοι χαρακτήρες
  • Διαχρονικά μηνύματα και προβληματισμοί

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Χρόνος, Φιλοσοφία, Φαντασία, Περιπέτεια, Καταναλωτισμός, Ζωοφιλία, Αξιοπρέπεια

Εικονογράφηση
Τα 21 μικρά ασπρόμαυρα σχέδια στο κλείσιμο των κεφαλαίων και οι τρεις ολοσέλιδες ζωγραφιές, μία στο ξεκίνημα κάθε μέρους, μπορούμε να πούμε ότι κάπως χάνονται μέσα στις 260 σελίδες του κειμένου, τη στιγμή που η ιστορία δίνει πραγματικά εξαιρετικές ευκαιρίες για εικονογράφηση.
Απόσπασμα
Με τον Τζίτζη τον Ξεναγό οι γκρίζοι κύριοι δε χρειάστηκαν να κοπιάσουν και πολύ.

Το πράμα άρχισε όταν πριν από ένα περίπου χρόνο, λίγο αφού είχε χαθεί τόσο ξαφνικά η Μόμο δίχως μάλιστα ν’ αφήσει κανένα ίχνος, σε κάποια εφημερίδα δημοσιεύτηκε ένα μεγαλούτσικο άρθρο για τον Τζίτζη. «Ο τελευταίος πραγματικός παραμυθάς» έγραφε στο άρθρο. Χώρια απ’ αυτό ανάφερε πού και πότε μπορούσες να τον συναντήσεις και πως ήταν ένα θέαμα που δεν επιτρεπόταν να το χάσει κανείς.

Ύστερα απ’ αυτό πολλοί άνθρωποι άρχισαν να έρχονται όλο και πιο συχνά στο αρχαίο θέατρο για να δουν και ν’ ακούσουν τον Τζίτζη. Ο Τζίτζης δεν είχε φυσικά καμιά αντίρρηση.

Διηγόταν όπως το συνήθιζε, αυτό που του κατέβαινε εκείνη την ώρα στο κεφάλι κι ύστερα έκανε το γύρο του με το πηλήκιο στο χέρι, που κάθε φορά γέμιζε όλο και περισσότερο με κέρματα και χαρτονομίσματα. Σε λίγο μια τεράστια επιχείρηση τον πρόσλαβε σαν υπάλληλο, και εκτός από το μισθό, του πλήρωνε κι ένα μόνιμο ποσό για να έχει το δικαίωμα να τον παρουσιάζει σαν αξιοθέατο. Κουβαλούσαν τους ταξιδιώτες με τα λεωφορεία και δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Τζίτζης αναγκάστηκε να κρατάει ένα κανονικό ωράριο για να προλάβουν να τον ακούσουν όλοι εκείνοι, που είχαν πληρώσει γι’ αυτό.

Από τότε κιόλας η Μόμο είχε αρχίσει να του λείπει πολύ, γιατί οι ιστορίες του δεν είχαν πια πολλή φαντασία, μόλο που αρνιόταν πεισματάρικα να διηγηθεί την ίδια ιστορία για δεύτερη φορά ακόμα και όταν του πρόσφεραν τα διπλά λεπτά.

Ύστερα από λίγους μήνες δεν είχε πια ανάγκη να εμφανίζεται στο αρχαίο θέατρο και να κάνει το γύρο με το πηλήκιο στο χέρι. Τον ζήτησε το ραδιόφωνο και σε λίγο και η τηλεόραση. Διηγόταν εκεί τρεις φορές τη βδομάδα τις ιστορίες του σε εκατομμύρια ακροατές και κέρδιζε ένα σωρό λεπτά.

Στο μεταξύ είχε φύγει από τη γειτονιά του αρχαίου θεάτρου και καθόταν τώρα σε μια τελείως διαφορετική περιοχή της πόλης, εκεί που μένανε όλοι οι πλούσιοι κι όλες οι διασημότητες. Είχε νοικιάσει ένα μεγάλο και μοντέρνο σπίτι που είχε γύρω γύρω ένα περιποιημένο πάρκο. Και δεν έλεγε τον εαυτό του πια Τζίτζη, αλλά Τζιρόλαμο.

Είχε πάψει φυσικά από πολύ καιρό να σοφίζεται, όπως άλλοτε, όλο και καινούριες ιστορίες. Δεν είχε πια τον χρόνο να το κάνει.

Είχε αρχίσει να κάνει οικονομία στις εμπνεύσεις του. Από μια και μόνη ιδέα, έβγαζε τώρα καμιά φορά και πέντε διαφορετικές ιστορίες.

Κι όταν ούτε κι αυτό δεν έφτανε για να καλύψει τη ζήτηση που όλο και μεγάλωνε, έκανε κάτι που δεν έπρεπε να το κάνει ποτέ. Διηγήθηκε μια ιστορία που ήταν αποκλειστικά της Μόμο.

Το κοινό την κατάπιε με την ίδια βιασύνη όπως και τις άλλες και την ξέχασε αμέσως. Του ζήτησαν κι άλλες ιστορίες. Ο Τζίτζης είχε σαστίσει τόσο πολύ μ’ αυτόν το ρυθμό, που χωρίς καν να το σκεφτεί, αράδιασε τη μια μετά την άλλη όλες τις ιστορίες που προορίζονταν για τη Μόμο. Κι όταν διηγήθηκε και την τελευταία, ένιωσε ξαφνικά πως ήταν άδειος και κλούβιος και δεν μπορούσε να σοφιστεί πια τίποτ’ άλλο.

Από το φόβο του μην τον εγκαταλείψει η επιτυχία, άρχισε να ξαναλέει όλες τις ιστορίες του, μόνο που έβαζε καινούρια ονόματα και τις άλλαζε κάπως. Και το περίεργο ήταν πως δε φάνηκε να το πρόσεξε κανένας. Η ζήτηση πάντως δεν επηρεάστηκε καθόλου.

Ο Τζίτζης πιάστηκε απ’ αυτό όπως ο πνιγμένος από τα μαλλιά του. Γιατί τώρα ήταν πια πλούσιος και διάσημος… δεν ήταν τάχα αυτό που ονειρευόταν σ’ όλη του τη ζωή;

Καμιά φορά όμως τις νύχτες, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κάτω από το μεταξωτό του πάπλωμα, νοσταλγούσε μια άλλη ζωή, τη ζωή που πέρασε, τότε που μπορούσε να είναι μαζί με τη Μόμο, το γερο-Μπέπο και τα παιδιά και ήξερε ακόμα πραγματικά να διηγείται ιστορίες.

Αλλά πίσω εκεί δεν οδηγούσε πια κανένας δρόμος, γιατί η Μόμο είχε χαθεί και δεν ξαναβρέθηκε. Ο Τζίτζης είχε κάνει μερικές σοβαρές προσπάθειες για να την ξαναβρεί. Αργότερα δεν του έμενε πια καιρός γι’ αυτό. Είχε τώρα τρεις σπουδαίες γραμματείς, που κλείνανε τα συμβόλαιά του, έγραφαν τις ιστορίες του όταν τις υπαγόρευε, φρόντιζαν τη διαφήμισή του και ρύθμιζαν το χρόνο του. Χρόνος όμως για την αναζήτηση της Μόμο δε βρέθηκε ποτέ.

Από τον παλιό Τζίτζη δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστα πράματα. Κάποια μέρα όμως μάζεψε αυτά τα ελάχιστα κι αποφάσισε ν’ ασχοληθεί λιγάκι και με τον εαυτό του. Είχε γίνει πια κάποιος, έτσι είπε στον εαυτό του, που είχε βαρύτητα η φωνή του και που τον άκουγαν εκατομμύρια άνθρωποι. Ποιος άλλος από κείνον θα μπορούσε να πει την αλήθεια στους ανθρώπους; Θα τους έλεγε για τους γκρίζους κυρίους! Και θα τους ανάφερε μάλιστα πως δεν είχε βγάλει από το νου του αυτή την ιστορία και πως παρακαλούσε όλους τους ακροατές του να τον βοηθήσουν στο ψάξιμο της Μόμο.

Αυτή την απόφαση την πήρε μια από κείνες τις νύχτες που νοσταλγούσε τους φίλους του. Κι όταν ξημέρωσε εκείνος καθόταν κιόλας στο μεγάλο του γραφείο για να κρατήσει σημειώσεις για το σχέδιό του. Προτού όμως προλάβει να γράψει και την πρώτη λέξη, το τηλέφωνο κουδούνισε διαπεραστικά. Σήκωσε τ’ ακουστικό, άκουσε και μαρμάρωσε από τη φρίκη του.

Του μίλησε μια παράδοξα άχρωμη, σαν να λέμε, σταχτιά φωνή και την ίδια ώρα κατάλαβε μέσα του ν’ αναβλύζει μια παγωνιά που φαινόταν να προέρχεται από το μεδούλι στα κόκαλά του.

- Μην το κάνεις! είπε η φωνή. Σου το λέμε για το καλό σου!

- Ποιος είστε; ρώτησε η Τζίτζης.

- Το ξέρεις πολύ καλά, αποκρίθηκε η φωνή. Θαρρώ πως δεν υπάρχει λόγος να συστηθούμε. Είναι βέβαια αλήθεια πως ως τα τώρα δεν είχες την ευχαρίστηση να μας γνωρίσεις προσωπικά, αλλά είσαι από καιρό δικός μας, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μη μου πεις πως δεν το ξέρεις!

Τι θέλετε από μένα;

- Αυτό που σκοπεύεις να κάνεις δε μας αρέσει. Κάτσε φρόνιμα και παράτα το.

Ο Τζίτζης μάζεψε όλο το κουράγιο του.

- Όχι, είπε, δε θα τ’ αφήσω έτσι. Δεν είμαι πια ο μικρός άγνωστος, ο Τζίτζης ο Ξεναγός. Είμαι τώρα ένα σημαντικό πρόσωπο. Θα το δούμε αν μπορείτε να τα βάλετε μαζί μου.

Η φωνή γέλασε άτονα και τα δόντια του Τζίτζη άρχισαν ξαφνικά να χτυπούν.

- Δεν είσαι τίποτα, είπε η φωνή. Εμείς σε φτιάξαμε. Δεν είσαι παρά ένα μπαλόνι. Εμείς το φουσκώσαμε. Αν όμως μας στεναχωρέσεις, πάλι εμείς θα σε ξεφουσκώσουμε. Ή μήπως το πιστεύεις στα σοβαρά πως αυτό που είσαι τώρα το χρωστάς στον εαυτό σου και στο ασήμαντο ταλέντο σου.

- Ναι, αυτό πιστεύω, αποκρίθηκε βραχνά ο Τζίτζης.

- Καημένε μου, μικρέ μου Τζίτζη, συνέχισε η φωνή, ήσουνα και παραμένεις ένας φαντασμένος. Κάποτε ήσουνα ο πρίγκιπας Τζιρόλαμο κάτω από τη μάσκα ενός φουκαρατζίκου. Και τι είσαι τώρα; Ο φουκαρατζίκος ο Τζίτζης με τη μάσκα του πρίγκιπα Τζιρόλαμο. Και θα πρέπει να μας ευγνωμονείς γιατί εμείς ήμασταν στο κάτω κάτω εκείνοι που κάναμε τα όνειρά σου να βγουν αληθινά.

- Ψέματα! τραύλισε ο Τζίτζης. Δεν είναι αλήθεια αυτά που λέτε.

- Για δες πράματα, απάντησε η φωνή και γέλασε πάλι άτονα. Να είσαι συ εκείνος που θέλει ν’ αποκαλύψει την αλήθεια! Κάποτε αράδιαζες ένα σωρό όμορφες παροιμίες σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι η αλήθεια. Κακομοίρη μου Τζίτζη, δε θα σου κάνει καλό αν επιχειρήσεις να επικαλεστείς την αλήθεια. Διάσημος έγινες επειδή σε βοηθήσαμε εμείς στις αρλούμπες και τις μπούρδες σου. Δεν είσαι συ ο αρμόδιος για την αλήθεια. Παράτα τα λοιπόν!

- Τι κάνατε τη Μόμο; ψιθύρισε ο Τζίτζης.

- Μη σπας γι’ αυτό το όμορφο κούφιο κεφαλάκι σου. Δεν μπορείς πια να τη βοηθήσεις και θα είναι ακόμα χειρότερα αν αρχίσεις να λες αυτές τις ιστορίες για μας. Το μόνο που θα κατορθώσεις είναι να φύγει το ίδιο γρήγορα η μεγάλη σου επιτυχία όπως και ήρθε. Πρέπει φυσικά να πάρεις μόνος σου την απόφασή σου. Δε θα σ’ εμποδίσουμε αν θελήσεις να παραστήσεις τον ήρωα και να καταστραφείς, αν έχει τόση σημασία για σένα η Μόμο. Αλλά ούτε και μπορείς να περιμένεις από μας να συνεχίσουμε να σε προστατεύουμε τη στιγμή που θα δείξεις τόση αγνωμοσύνη. Δεν είναι τάχα πιο ευχάριστο να είσαι πλούσιος και διάσημος;

- Βέβαια, έκανε πνιχτά ο Τζίτζης.

- Τα βλέπεις λοιπόν! Άσε μας ήσυχους, σύμφωνοι; Καλύτερα λέγε στους ανθρώπους αυτά που θέλουν ν’ ακούσουν από σένα.

- Πώς μπορώ να το κάνω αυτό, πρόφερε με δυσκολία ο Τζίτζης, τώρα που τα ξέρω όλα αυτά;

- Θα σου δώσω μια καλή συμβουλή: μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά. Εσύ προσωπικά δεν έχεις καμία σημασία. Αν το δεις έτσι, μπορείς να συνεχίσεις το ίδιο όμορφα όπως και μέχρι τώρα.

- Ναι, ψιθύρισε ο Τζίτζης με τα μάτια του στυλωμένα στο κενό, αν το δει κανείς απ’ αυτήν την πλευρά…

Το τηλέφωνο έκανε ένα κλικ κι ο Τζίτζης έκλεισε τ’ ακουστικό. Έγειρε στην τάβλα του μεγάλου γραφείου του κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του Τρανταζόταν ολόκληρος από βουβούς λυγμούς.

Από κείνη τη μέρα ο Τζίτζης έχασε κάθε αυτοσεβασμό. Παραιτήθηκε από το σχέδιό του και συνέχισε τη δουλειά του όπως και πριν, μα ένιωθε τώρα σαν απατεώνας. Και ήταν πραγματικά. Πρώτα η φαντασία του τον οδηγούσε από κρεμαστά μονοπάτια κι εκείνος την ακολουθούσε ανέμελος. Τώρα όμως έλεγε ψέματα!

Είχε γίνει μια μαριονέτα, ένας καραγκιόζης του κοινού του και το ήξερε καλά. Άρχισε να μισεί τη δουλειά του. Κι έτσι οι ιστορίες γίνονταν όλο και πιο ανόητες και δακρύβρεκτες.

Αλλά αυτό δεν έβλαπτε καθόλου την επιτυχία του, απεναντίας το είπαν καινούριο στυλ και ήταν πολλοί αυτοί που προσπάθησαν να τον μιμηθούν. Έγινε πολύ της μόδας. Αλλά ο Τζίτζης δεν το χαιρόταν αυτό. ήξερε πια σε ποιους τα όφειλε όλα. Δεν είχε κερδίσει τίποτα. Είχε χάσει τα πάντα. Συνέχισε όμως να τρέχει σαν παλαβός με τ’ αυτοκίνητό του από τη μια υποχρέωση στην άλλη, πετούσε με τα πιο γοργά αεροπλάνα και υπαγόρευε ασταμάτητα στις γραμματείς του ιστορίες με καινούρια μορφή. ήταν, αυτό το γράφανε όλες οι εφημερίδες, εξαιρετικά παραγωγικός. Κι έτσι γεννήθηκε από τον Τζίτζη τον ονειροπόλο, ο Τζίτζης ο ψεύτης.
Ταξίδι στο αέναο - Η διπλή σπείρα από τη σκάλα του Μουσείου του Βατικανού,
σχεδιασμένη από τον Giuseppe Momo (πηγή)
Σχόλια
Το βιβλίο είναι κλασικό για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς, ότι στις σελίδες του συναντάμε μια εκδοχή της αιώνιας διαμάχης ανάμεσα στις δυνάμεις της παράδοσης και της εξέλιξης, του καλού και του κακού, όπως παρουσιάζονται εδώ. Το καλό αντιπροσωπεύει η πλευρά της Μόμο, που υπεραμύνεται της αγάπης, της φιλίας και της αλληλεγγύης. Στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκονται οι γκρίζοι κύριοι, που διακατέχονται από μια ποσοτική οπτική του κόσμου και εκμεταλλευόμενοι τα πάθη των ανθρώπων, προσπαθούν να κλέψουν τον χρόνο τους, ανταλλάσσοντάς τον με δόξα, χρήμα και αντικείμενα.
Καθόλου τυχαίο δεν πρέπει να θεωρήσουμε το ότι αυτοί οι σύγχρονοι Μεφιστοφελείς παρουσιάζονται ντυμένοι με κοστούμια, υπακούν τυφλά στις εντολές ενός κεντρικού διοικητικού συμβουλίου και χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως "θα το περάσουμε στις δαπάνες" (σ. 141). Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας αναφέρεται στις μεγάλες ανώνυμες εταιρίες που ήδη στην εποχή του κυριαρχούν στις ζωές των ανθρώπων, λαμβάνοντας αποφάσεις με απόλυτη ψυχρότητα και αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος των μετόχων τους. "Εμείς θα κυβερνήσουμε τον κόσμο", λένε στη σ.224, ενώ ο σεβασμός τους για τον άνθρωπο είναι μηδενικός: "μια ανθρώπινη ζωή είναι κάτι το πολύ ασήμαντο" διαβάζουμε στη σ.137.
40 χρόνια μετά τη διαμάχη της Μόμο με τους γκρίζους κυρίους, η πλάστιγγα φαίνεται να έχει γείρει ολοκληρωτικά υπέρ των τελευταίων... πρόσφατη είδηση μας ενημερώνει ότι ο χρόνος μας ελέγχεται όντως από ειδικούς διαχειριστές που τον αυξομειώνουν κατά βούληση, φροντίζοντας για το καλό... των υπολογιστών. Τα παιδιά έχουν εγκαταλείψει τα παιχνίδια που άφηναν χώρο στη φαντασία (σ. 75) και μοιάζουν πλήρως απορροφημένα από τις οθόνες των tablets τους. Στον κόσμο των μεγάλων, το σύνθημα "ο χρόνος είναι χρήμα" έχει επικρατήσει σε όλους τους χώρους, ακόμα και της εκπαίδευσης. Τέλος, η κοινωνική ζωή βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε καλώδια και κύματα, περιορίζοντας τις πραγματικές μας επαφές στο ελάχιστο. Και λίγη ειρωνεία: με το όνομα Momo κυκλοφορεί πλέον λογισμικό που αφορά σε ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα! ...μήπως τελικά οι γκρίζοι κύριοι όχι μόνο υπάρχουν στ' αλήθεια, αλλά μας κάνουν και πλάκα;
Το κείμενο προειδοποιεί: Ο χρόνος δεν είναι χρήμα, ο χρόνος είναι ζωή, η ζωή μας! Εμείς τελικά επιλέγουμε αν θα τον κάνουμε καπνό ή αγάπη (σ.214). Μήπως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε τις προτεραιότητές μας; Ο Νίνο ο ταβερνιάρης αρχικά προβληματίζεται (σ.85): ...δεν ξέρω πραγματικά τι να κάνω. Αυτό το κάνουν όμως όλοι τώρα... Γιατί να είμαι εγώ ο μόνος που διαφέρει; Λίγο αργότερα όμως, σταματάει να σκέφτεται "ως επαγγελματίας", εγκαταλείπει την ψυχρή απανθρωπιά και την ιδιοτέλεια και κατανοεί ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην ανάπτυξη αλλά στην ευτυχία (σ.86): Όπως φαίνεται δε θα γίνει τίποτα με την προκοπή του μαγαζιού. Τώρα όμως μου αρέσει και πάλι. 
Γέλασε και η γυναίκα του είπε:
- Θα ζήσουμε, Νίνο.
Στη σ. 36 διαβάζουμε για την αγάπη που δείχνει στη δουλειά του ο Μπέπος ο οδοκαθαριστής, πριν τον αγγίξει το πνεύμα της Τρόικας: Κι όταν σκούπιζε τους δρόμους το έκανε πολύ αργά, αλλά δίχως να σταματήσει καθόλου. Σε κάθε του βήμα έπαιρνε μια ανάσα και σε κάθε ανάσα τραβούσε μια σκουπισιά. Βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Στο μεταξύ, από καμιά φορά, κοντοστεκόταν για λίγο και κοίταζε συλλογισμένος μπροστά του. Κι έπειτα συνέχιζε: βήμα - ανάσα - σκουπισιά. Λίγο άσχετο, αλλά για τους φίλους του Asterix ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος... η περιγραφή του Μπέπου (κάτω αριστερά σε στιγμιότυπο από την ταινία) μας παραπέμπει στον βαριεστημένο λεγεωνάριο Κάιους Σπάρους, που στην Ασπίδα της Αρβέρνης καθαρίζει κάθε πλάκα μισή - μισή!
Στην ιστορία της Μόμο, οι φίλοι του συγγραφέα θα συναντήσουν εκτός από την κεντρική φιλοσοφία που διέπει τα έργα του (ανθρωπισμός, σημασία φιλίας, αξία δημιουργικής φαντασίας, κτλ.) και ορισμένες ιδέες που εμφανίζονται ξανά έξι χρόνια αργότερα, στην Ιστορία χωρίς τέλος. Για παράδειγμα, βλέπουμε τον Τζίτζη τον ξεναγό να προειδοποιεί την πρωταγωνίστρια (σ.204) Ένα μονάχα σου λέω Μόμο: το πιο επικίνδυνο πράγμα που υπάρχει στη ζωή είναι τα όνειρα που πραγματοποιούνται, και στο μυαλό μας έρχονται τα σκουληκάκια που εξαιτίας της ευχής τους μεταμορφώθηκαν σε Τρελοπετούμενα - Πανταγελούμενα. Η σημασία του μέτρου και τα αποτελέσματα της απληστίας -που αργότερα θα τυραννήσουν τον Μπαστιάν-, παρουσιάζονται εδώ με την παραβολή για την αυτοκράτειρα Στραπάτσια Αυγουστίνα και τη φάλαινα που δεν έγινε χρυσόψαρο (σ. 44-45) που διηγείται ο Τζίτζης.
Ο Έντε μέσα από το κείμενό του μας μεταδίδει σχόλια και προβληματισμούς γύρω από αρκετά ζητήματα όπως την αστικοποίηση, τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος, την διαχείριση του ανθρώπινου χρόνου στις σύγχρονες κοινωνίες... Ένα από τα βασικά θέματα που θίγει, είναι και αυτό του καταναλωτισμού. Η προσπάθεια του πράκτορα ΒΑΝ/553/γ να "προσηλυτίσει" τη Μόμο με μια σειρά από παιχνίδια που απαιτούν ολοένα και περισσότερα αξεσουάρ (πρέπει να πάρεις κι άλλα πράγματα για την κούκλα σου της εξηγεί στη σ.90) μπορεί να πέφτει στο κενό, όμως δείχνει στον αναγνώστη πώς λειτουργεί το σύστημα της αγοράς. Ακόμα περισσότερα μπορεί να καταλάβει κανείς από την ιστορία του Τζίτζη του ξεναγού (βλ. απόσπασμα), για τον τρόπο που λειτουργεί το star system και συγκεκριμένα τα "πουλέν" των εκδοτικών οίκων: Συγγραφείς ταλαντούχοι και ατάλαντοι, αφού φουσκωθούν σαν μπαλόνια από έμμισθους κριτικούς, λαμπερές εκδηλώσεις, βιτρίνες βιβλιοπωλείων και "βιβλιοφιλικές" ιστοσελίδες, στύβονται για να τροφοδοτήσουν μια γραμμή παραγωγής κειμένων αμφίβολης ποιότητας, για ένα κοινό που καταπίνει λαίμαργα ό,τι κι αν του σερβίρουν. Πρόσωπα και βιβλία που προορίζονται για γρήγορη ανακύκλωση, εμφανίζονται και εξαφανίζονται από τα ράφια μέσα σε λίγα χρόνια, εξυπηρετώντας όχι την πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά τον κύκλο του χρήματος (βλ. γρανάζι). Να αναφέρουμε κλείνοντας, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι απόλυτο, ότι η Μόμο χρειάστηκε 6 χρόνια για να γεννηθεί.
Χρήση στην τάξη
Η Μόμο, χωρίς να διαθέτει κάποια υπερ-δύναμη, καταφέρνει να γίνει όχι μόνο αγαπητή, αλλά σχεδόν απαραίτητη στους γύρω της. Ποιο είναι άραγε το χαρακτηριστικό που την κάνει τόσο πολύτιμη για το κοινωνικό της περιβάλλον; Στην τάξη, διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το ξεκίνημα του βιβλίου (σ.16) μπορούμε να το αναζητήσουμε και στη συνέχεια να αναρωτηθούμε: Πώς μπορώ να γίνω κι εγώ καλός ακροατής; Το κείμενο μας απαντά ότι αυτό που χρειάζεται είναι προσοχή και συμπάθεια για τα προβλήματα των άλλων. Σε αυτό το άρθρο θα βρούμε κάποια γνωρίσματα που ο συντάκτης συνδέει με τους "ελκυστικούς" ανθρώπους. Τοποθετώντας δύο καρέκλες αντικριστά μπροστά στον πίνακα, μπορούμε να αναπαραστήσουμε σκηνές διαλόγου, στις οποίες ο ένας συνομιλητής λέει το πρόβλημά του και ο άλλος πότε είναι παθητικά αδιάφορος σαν να μη διαθέτει χρόνο και πότε συμπάσχει ειλικρινά, όπως η μικρή ηρωίδα. Πώς νιώθουμε όταν μας αγνοούν και πώς όταν ενδιαφέρονται οι άλλοι για όσα λέμε; Είναι άραγε ευκολότερο να επιλύσουμε τις διαφωνίες μας όταν "ακούμε" τους άλλους πραγματικά, όπως συμβαίνει στο βιβλίο; (σ.18-21)

Στην ώρα των εικαστικών, υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες εικόνες που μπορούμε να αποδώσουμε ζωγραφικά. Οι γκρίζοι κύριοι π.χ. περιγράφονται με αρκετή λεπτομέρεια στις σελίδες 40-42, ενώ η σουρεαλιστική γειτονιά στα όρια του χρόνου (σ.129) με το μνημείο - αβγό και τις σκιές που πέφτουν υπό διαφορετικές γωνίες, μας δίνει επίσης ένα ωραίο θέμα. Ακόμα καλύτερο, θα ήταν να συζητήσουμε για την αστικοποίηση με βάση το απόσπασμα (σ.71) Τα παλιά κτίρια κατεδαφίζονταν και καινούρια χτίζονταν, όπου παραλείπανε οτιδήποτε θεωρούσαν περιττό. Δεν κάνανε πια τον κόπο να χτίσουν τα σπίτια στα μέτρα των ανθρώπων που κάθονταν μέσα. Γιατί τότε θα έπρεπε να χτίζουν συνέχεια διαφορετικά σπίτια. Ήταν πολύ πιο φτηνό να χτίζουν όμοια και προπαντός εξοικονομούσαν χρόνο και στη συνέχεια να αναρωτηθούμε: Πώς θα έμοιαζε άραγε το σπίτι μας, αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να ζούμε σε πολυκατοικία αλλά το χτίζαμε στα δικά μας μέτρα; Καλώντας τα παιδιά να ζωγραφίσουν τον ιδανικό χώρο γι' αυτά, ενεργοποιούμε τη δημιουργική τους φαντασία, τα βοηθάμε να εκφραστούν και αν στο τέλος ενώσουμε τις ζωγραφιές σε μια πολύχρωμη γειτονιά, μπορούμε να ολοκληρώσουμε τη δραστηριότητα μ' ένα σχόλιο για την ομορφιά της διαφορετικότητας.
Στη δική μας γειτονιά βρέθηκαν σπίτια με θόλους και τηλεσκόπια, σπίτια-ρομπότ, καράβια και σπίτια-κάστρα!

Share/Bookmark

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Άνω Λεχ

Υπόθεση
Ο συνταξιούχος μηχανικός κύριος Χόπι, είναι ερωτευμένος με τη ζωόφιλη κυρία Σίλβερ, που μένει στο διαμέρισμα από κάτω του. Καθώς την παρακολουθεί μέρα με τη μέρα να δίνει όλη της την αγάπη στη χελώνα της, τον Άλφι, συλλαμβάνει ένα πανέξυπνο σχέδιο για να την εντυπωσιάσει και να κερδίσει την εκτίμησή της. Θα καταφέρουν άραγε εκατόν σαράντα χελώνες, κάμποσα μαρουλόφυλλα και ένα μαγικό ξόρκι, να του εξασφαλίσουν την ευτυχία;
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ρόαλντ Νταλ (Roald Dahl)
Τίτλος Πρωτοτύπου: Esio Trot
Μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου
Εικονογράφηση: Quentin Blake
ISBN: 978-960-453-729-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990 (στα ελληνικά 2010)
Σελίδες: 80
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Μια πανέξυπνη μικρή ερωτική ιστορία από τον θαυματοποιό Ρόαλντ Νταλ. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα έργα του, τα μάτια μας δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από το κείμενο, μέχρι να φτάσουμε στην τελευταία σελίδα. Εκεί, με μεγάλη χαρά, θα συναντήσουμε άλλες 13 σελίδες με ενδιαφέρουσες και αστείες πληροφορίες για τον συγγραφέα, τον εικονογράφο, αλλά και συμβουλές για επίδοξους συγγραφείς. Το διήγημα προτείνεται σε έμπειρους αναγνώστες των μεσαίων και μεγάλων τάξεων. Η παρουσίαση είναι βέβαια αφιερωμένη στη γιορτή των ερωτευμένων (ο έρως χρόνια δεν κοιτά) που πλησιάζει. Καλό είναι να αναφέρουμε ότι μέρος των εσόδων από την πώληση του βιβλίου πηγαίνουν στο φιλανθρωπικό ίδρυμα Ρόαλντ Νταλ οπότε μπορείτε να το αγοράζετε άφοβα. Για όσους το διαβάσουν και το συμπαθήσουν, ενημερώνουμε ότι το κείμενο έχει ήδη μεταφερθεί σε κινηματογραφικό σενάριο και στους επόμενους μήνες (άνοιξη 2014) ξεκινούν τα γυρίσματα μιας ομώνυμης ταινίας (Esio Trot), στην οποία θα πρωταγωνιστούν ο Ντάστιν Χόφμαν και η Τζούντι Ντεντς.

  • Η μετάφραση μας μεταφέρει με ζωντάνια την παιχνιδιάρικη διάθεση του συγγραφέα
  • Απόλυτα συμπαγής πλοκή, χωρίς κενά ή "κοιλιά"
  • Οι αναγνώστες μαθαίνουν ότι ο δρόμος για την επιτυχία περνάει μέσα από οργανωμένα σχέδια που ακολουθούνται υπεύθυνα


  • Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει τον ήρωα ότι χρησιμοποιεί τις χελωνίτσες ωφελιμιστικά, χωρίς να ενδιαφέρεται γι' αυτές, μόνο και μόνο για να φτάσει στον ρομαντικό σκοπό του.
  • Ένα ακόμα λάθος συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί είναι ότι επιτρέπεται να εξαπατούμε τους άλλους για να κερδίσουμε την προσοχή και την εμπιστοσύνη τους

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Αγάπη, Χιούμορ

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Θυμάμαι ακόμα την πρώτη αλλαγή χελώνας από το μπαλκόνι του κυρίου Χόπι, αλλά και το happy end όπου ο συνταξιούχος κατεβαίνει ενθουσιασμένος τα σκαλοπάτια για να βρεθεί στην αγκαλιά της γειτόνισσάς του κυρίας Σίλβερ. (σ.71-72)

Εικονογράφηση
Πλούσια εικονογράφηση (σχεδόν σε κάθε σελίδα) από τον Κουέντιν Μπλακ, τον αγαπημένο εικονογράφο του Ρόαλντ Νταλ, που με τα σκίτσα του συνοδεύει όλα (σχεδόν) τα έργα του συγγραφέα από το 1976.

Απόσπασμα 
Ο κύριος Χόπι ζούσε σε ένα μικρό μικρό διαμέρισμα, σε μια μεγάλη μεγάλη πολυκατοικία. Ζούσε μόνος του. Και σε όλη του τη ζωή μόνος ήταν, μα τώρα που είχε πάρει πια σύνταξη από τη δουλειά του, ένιωθε ακόμη πιο μόνος. 

Ο κύριος Χόπι δυο αγάπες είχε στη ζωή του. Η μία ήταν τα λουλούδια στο μπαλκόνι του∙ λουλούδια σε γλάστρες, σε πανέρια, σε βαρέλια, παντού – και το καλοκαίρι, το μικρό μπαλκόνι γινόταν ένα πανηγύρι από χρώματα. 

Η δεύτερη αγάπη του κυρίου Χόπι ήταν ένα μυστικό που το κρατούσε καλά φυλαγμένο μέσα του.

Το μπαλκόνι ακριβώς από κάτω από του κυρίου Χόπι ήταν πιο μεγάλο από το δικό του και εξείχε λιγάκι από το κτίριο. Έτσι ο κύριος Χόπι είχε πάντα θαυμάσια θέα του τι γινόταν στο μπαλκόνι εκείνο, που ανήκε σε μια πολύ ελκυστική μεσόκοπη κυρία, ονόματι κυρία Σίλβερ. Η κυρία Σίλβερ ήταν χήρα και ζούσε κι εκείνη μόνη της. Και παρόλο που δεν το ήξερε, εκείνη ήταν η μυστική αγάπη του κυρίου Χόπι! Χρόνια ολόκληρα την αγαπούσε απ’ το μπαλκόνι του, μα ήταν τόσο ντροπαλός, που ποτέ δεν είχε καταφέρει να της δείξει έστω και μια τόση δα υπόνοια της αγάπης του. 

Κάθε πρωί, ο κύριος Χόπι και η κυρία Σίλβερ αντάλλασσαν δύο – τρεις τυπικές κουβέντες, ο ένας κοιτώντας επάνω από το κάτω μπαλκόνι κι ο άλλος κοιτώντας κάτω από το επάνω μπαλκόνι, αλλά μέχρι εκεί. Η απόσταση ανάμεσα στα μπαλκόνια τους μπορεί να ήταν ελάχιστη, αλλά στον κύριο Χόπι φάνταζε σαν να τους χώριζαν χιλιάδες χιλιόμετρα. Λαχταρούσε να καλέσει την κυρία Σίλβερ στο σπίτι του, για ένα τσάι με μπισκότα, αλλά κάθε φορά που οι λέξεις πήγαιναν να σχηματιστούν στα χείλια του, το θάρρος του τον εγκατέλειπε. Όπως είπα, ήταν ένας πολύ πολύ ντροπαλός άνθρωπος. 

Αχ, αχ, έλεγε συνέχεια από μέσα του. Αχ και να μπορούσε να κάνει κάτι φοβερό, όπως να της σώσει τη ζωή από μια συμμορία ένοπλων κακοποιών, ας πούμε, κάτι που θα τον έκανε ήρωα στα μάτια της. Αχ και να μπορούσε…

Το πρόβλημα με την κυρία Σίλβερ ήταν πως όλη της την αγάπη την έδινε σε κάποιον άλλο και αυτός ο άλλος ήταν μια μικρή χελώνα που την έλεγαν Άλφι. Κάθε μέρα, όταν ο κύριος χόπι έσκυβε στο μπαλκόνι του και κοιτούσε το δικό της, έβλεπε την κυρία Σίλβερ να ψιθυρίζει τρυφερά λογάκια στον Άλφι και να του χαϊδεύει το καβούκι. Ε, το πόσο ζήλευε, δε φαντάζεστε! Αχ, καθόλου δε θα τον πείραζε να γινόταν κι εκείνος χελώνα, αν ήταν να την ακούει να του ψιθυρίζει τρυφερά λογάκια στ’ αυτί και να του χαϊδεύει το καβούκι. 

Ο Άλφι ζούσε χρόνια με την κυρία Σίλβερ. Έμενε στο μπαλκόνι της χειμώνα – καλοκαίρι. Η κυρία Σίλβερ του είχε βάλει και σανίδες στις άκρες του μπαλκονιού, για να κάνει τις βόλτες του χωρίς να κινδυνεύει να πέσει στο κενό, ενώ σε μια γωνιά υπήρχε ένα σπιτάκι όπου ο Άλφι έμπαινε τη νύχτα για να κοιμηθεί. 

Όταν ο καιρός άρχιζε να κρυώνει, κάπου το Νοέμβρη, η κυρία Σίλβερ γέμιζε το σπιτάκι του Άλφι με ξερά χόρτα και η χελώνα χωνόταν από κάτω και κοιμόταν μήνες ολόκληρους, χωρίς φαγητό και νερό. Έπεφτε, δηλαδή, σε χειμερία νάρκη.

Κι όταν πλησίαζε η άνοιξη και ο Άλφι ένιωθε τον καιρό να ζεσταίνει σιγά σιγά, ξεμύτιζε από το σπιτάκι του και έκανε τα πρώτα του βηματάκια στο μπαλκόνι. Ε, εκεί να δείτε χαρά που έκανε η κυρία Σίλβερ!  Χτυπούσε παλαμάκια και φώναζε καταχαρούμενη: «Καλωσήρθες, Άλφι μου, αγαπούλα μου γλυκιά ! Αχ, πόσο μα πόσο μου έλειψες!»

Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν που ευχόταν ο κύριος Χόπι να έπαιρνε τη θέση του Άλφι και να γινόταν χελώνα. 

Και τώρα πάμε σε ένα πολύ συγκεκριμένο πρωινό του Μαΐου, ένα πρωινό πολύ φωτεινό, που άλλαξε τη ζωή του κυρίου Χόπι με τον πιο απρόσμενο τρόπο. ήταν σκυμμένος στα κάγκελα του μπαλκονιού του και κοιτούσε την κυρία Σίλβερ που σέρβιρε στον Άλφι το πρωινό του. 
Χρήση στην τάξη - Δραστηριότητες
Εκτός από την υπέροχη αφήγηση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο επινόησης και γραφής για εκθέσεις της Ε' και Στ', η ιστορία του ερωτευμένου κυρίου Χόπι μπορεί να αξιοποιηθεί και με μια σειρά άλλους τρόπους

Η "χελωνίστικη γλώσσα των Βεδουίνων" για παράδειγμα, αποτελεί μια καλή αφορμή για να διασκεδάσουμε δημιουργικά στην τάξη, κωδικοποιώντας και αποδωδικοποιώντας. "!ΑΡΕΜΗΛΑΚ" μπορεί να γράψει ο δάσκαλος στον πίνακα και να περιμένει αντιδράσεις. Αν δεν του πουν "πάρε μήλα", μπορεί να συνεχίσει πιο κάτω: "?ΩΦΑΡΓ ΣΑΣ ΙΤ ΕΤΕΝΙΑΒΑΛΑΤΑΚ". Και αν όντως τα παιδιά δείξουν ενδιαφέρον (στο κάτω κάτω χάνουμε μάθημα), μπορεί να εξηγήσει τον μυστικό αυτό κώδικα ώστε οι μαθητές να επικοινωνήσουν μεταξύ τους με γραπτά μηνύματα! Όσοι δεν τα καταφέρνουν εύκολα, μπορούν να περιοριστούν στο να ανακαλύψουν πώς γράφεται το όνομά τους στα χελωνίστικα.

Στα μαθηματικά, η λίστα με τις χελώνες στις σελίδες 56-57, ξεκινάει μια ακολουθία αριθμών (το βάρος κάθε χελώνας) που μπορεί να μετατραπεί σε μαθηματικό πρόβλημα. Π.χ. αν ο κύριος Χόπι συνέχιζε να αλλάζει χελώνες στο μπαλκόνι της κυρίας Σίλβερ, η χελώνα Νο 100, τι βάρος θα είχε;

Εφαρμόζοντας μερικές ιδέες από τη Φιλαναγνωσία, μπορούμε επίσης να παίξουμε με πιο εξεζητημένες δραστηριότητες, όπως

-  τι θα συνέβαινε αν....; 
Τι θα συνέβαινε αν η κυρία Σίλβερ, αποφάσιζε να ανέβει για καφέ στο σπίτι του κυρίου Χόπι, ενώσω οι 140 χελώνες ήταν ακόμα εκεί; Προφανώς θα στεκόταν ανυπόμονα στο κατώφλι όσο ο ερωτευμένος συνταξιούχος θα προσπαθούσε να την κρατήσει έξω από το διαμέρισμά του. Αυτοσχεδιάζουμε στην τάξη με ένα αγόρι στην πόρτα του σπιτιού και ένα κορίτσι να παίζει τον ρόλο της κυρίας Σίλβερ. Δοκιμάζουμε με διάφορα ζευγάρια μέχρι να παίξουν όλοι ή να πέσουν από τα γέλια στο πάτωμα.

- κατασκευή λίμερικς
Ο κύριος Χόπι ο συνταξιούχος
με μια κυρία ήταν ερωτευμένος 
που αγάπη είχε μόνο για τις χελώνες
γι’ αυτό και κείνος την ξεγέλασε
ο κύριος Χόπι ο συνταξιούχος

- συνάντηση κορυφής
Γράφουμε στον πίνακα τα βασικά χαρακτηριστικά ενός χαρακτήρα της ιστορίας, ας πούμε του κυρίου Χόπι: 
  • συνταξιούχος μηχανικός
  • ερωτευμένος με μια γειτόνισσα
  • ζει στην Αγγλία 
  • πονηρός και επινοητικός
Ζητάμε από τους μαθητές να διαλέξουν έναν αγαπημένο τους λογοτεχνικό ήρωα, να καταγράψουν τα δικά του βασικά στοιχεία και στη συνέχεια να επινοήσουν μια ιστορία στην οποία ο ήρωας αυτός συναντιέται με τον κύριο Χόπι! Το δικό μου μυαλό για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δεν πήγε σε λογοτεχνικό ήρωα, αλλά στον Σάκα τον Ζουλού. Δε φαντάζομαι να σας πειράζει; Ιδού τα χαρακτηριστικά του: 
  • πολεμιστής και αρχηγός των Ζουλού
  • γενναίος αλλά αυταρχικός
  • ζει στη Νότια Αφρική
  • θέλει να κατακτήσει τον κόσμο
Ο κύριος Χόπι έχει παντρευτεί την αγαπημένη του κυρία Σίλβερ και ζουν σ' ένα όμορφο σπίτι με πολλές χελώνες. Μια μέρα τον επισκέπτεται ο Άλφι, το παλιό χελωνάκι της γυναίκας του και ζητάει βοήθεια: Ο Σάκα, ο αρχηγός των Ζουλού, έγινε βασιλιάς και νικάει όλους τους εχθρούς του. Όσο νικάει, τόσο ο στρατός του μεγαλώνει. Και όσο ο στρατός του μεγαλώνει, τόσο περισσότερο τρώει. Έχει φτάσει ήδη στη Βόρεια Αφρική και τώρα τρώει τις καμήλες που βρήκε εκεί. Σειρά όμως θα έχουν τα χελωνάκια και ο Άλφι φοβάται για την οικογένειά του. Επειδή λοιπόν ο κύριος Χόπι χρωστάει χάρη στον Άλφι, -χάρη σ' αυτόν κέρδισε την καρδιά της κυρίας Σίλβερ- αποφασίζει να τον βοηθήσει. Παίρνει το αεροπλάνο και κατεβαίνει στην Αφρική να βρει τον Σάκα. 

- Εσύ είσαι ο Σάκα;
- Εγώ. Και του λόγου σου;
- Χόπι. 
- Και τι Χόπι; ε.. και τι θέλει;
- Να μην τρώτε τα χελωνάκια.
- Και τι να φάει; Έχει πέσει λόρδα.
- Να, κοιτάξτε εδώ: σας έφερα κονσέρβες φασόλια και σοκολάτες. 

Ο Σάκα κατάπιε λίγα φασόλια και δεν είπε τίποτα, μόλις όμως δοκίμασε τη σοκολάτα, γούρλωσε τα μάτια του και είπε ενθουσιασμένος:
- Αυτό καταπληκτικό! Πού φυτρώνει; 
- Εδώ πιο κάτω, αλλά σας το κλέβουμε και το επεξεργαζόμαστε στη χώρα μου, την Αγγλία, του απάντησε ο κύριος Χόπι. 

Όχι πολύ σοφή απάντηση, γιατί από εκείνη τη μέρα ο Σάκα με τον στρατό του προσπαθούν μανιασμένα να κατακτήσουν τη Μεγάλη Βρετανία για να φάνε τις σοκολάτες της. Κανείς δεν τους είπε ότι μπορούν απλώς να πάνε στο σούπερ μάρκετ.

Περισσότερα για το αγαπημένο γλυκό, στο Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας, έργο ποιου άλλου; επίσης του Ρόαλντ Νταλ! Καλή διασκέδαση...


Share/Bookmark