Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Η κόρη του λοχαγού

Υπόθεση
Σιμπίρσκ, 1772. Ο 17χρονος Πιοτρ Γκρινιόφ, γιος απόστρατου αντισυνταγματάρχη, στέλνεται από τον πατέρα του να υπηρετήσει στο Όρενμπουργκ (αντί για την Πετρούπολη όπου τον περίμενε μια εύκολη ζωή δανδή), ώστε να σκληραγωγηθεί και να μάθει την πειθαρχία. Καθώς η άμαξά του προχωρά στη στέπα, πέφτει σε χιονοθύελλα και ο νεαρός σώζεται χάρη στη βοήθεια ενός Κοζάκου χωρικού. Όταν τελικά φτάνει στον προορισμό του, ο αρμόδιος στρατηγός τον στέλνει ακόμα πιο μακριά, στο μισορημαγμένο φρούριο Μπιελογκόρσκ, στα σύνορα της Ρωσίας με την Κιργιζία. Εκεί, ο Πιοτρ θα γνωριστεί με την οικογένεια του φρούραρχου Ιβάν Κούζμιτς και θα ερωτευτεί την κόρη του Μάσα, για χάρη της οποίας θα μονομαχήσει με τον συνάδελφό του Σβάμπριν. Οι πραγματικές δοκιμασίες για τον νεαρό αξιωματικό αρχίζουν ωστόσο λίγο αργότερα, όταν ο Κοζάκος Πουγκατσόφ, έχοντας ξεσηκώσει τις τοπικές φυλές, καταλαμβάνει τις γύρω φρουρές τη μία μετά την άλλη. Γρήγορα έρχεται και η σειρά του Μπιελογκόρσκ, που πέφτει με προδοσία του ίδιου μισητού συναδέλφου. Όλοι οι πιστοί στο στέμμα αξιωματικοί εκτελούνται, αλλά στον Πιοτρ δίνεται χάρη, επειδή ο επαναστάτης δεν είναι άλλος από τον Κοζάκο με τον οποίο είχε γνωριστεί στη στέπα. Σκοπός της ζωής του Πιοτρ, γίνεται τώρα να γλιτώσει την Μάσα από τα νύχια του απαίσιου Σβάμπριν. Αρκεί άραγε η γενναιότητά του και η αγνή του αγάπη για να τα καταφέρει μόνος εναντίον όλων;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ερευνητές
Συγγραφέας: Αλεξάντρ Πούσκιν (
Александр Пушкин)
Μετάφραση: Πέτρος Παπαπέτρος
Εικονογράφηση: Βασίλης Κοντογεώργος
Τίτλος πρωτοτύπου: 
Капитанская дочка
ISBN: 978-960-368-433-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1836 (παρούσα έκδοση στα ελληνικά 2008)
Σελίδες: 140
Τιμή: περίπου 13 ευρώ ή 5 ευρώ από το παζάρι βιβλίων
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική 
Μια από τις πιο αγαπητές περιπέτειες του Πούσκιν, φτάνει στα χέρια μας μέσα από την προσεγμένη έκδοση της σειράς Αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και η Εποχή τους. Σε πρωτοπρόσωπη κατά κύριο λόγο αφήγηση, ο πατέρας της νέας ρωσικής λογοτεχνίας, μας διηγείται τα γεγονότα γύρω από την εξέγερση του Πουγκατσόφ (1773-1775) όπως τα είδε ο κεντρικός του ήρωας Πιοτρ Αντρέιτς Γκρινιόφ, ένας νεαρός αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Η μετάφραση μας αποδίδει ένα κείμενο απλό αλλά και μεστό, με σχετικά καλή ροή και ένα ελαφρά χιουμοριστικό ύφος που το κάνει να διαβάζεται ευχάριστα. Η ιστορία χωρίζεται σε 14 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (με 6 έως 14 σελίδες το καθένα, συνήθως γύρω στις 8) και παρά τους σχεδόν δύο αιώνες ζωής της, καταφέρνει να μας κερδίσει το ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα. Ταυτόχρονα, η πλούσια εικονογράφηση, οι πληροφορίες στα περιθώρια των σελίδων και το πλήρες παράρτημα (χάρτες, βιβλιογραφία, κτλ.) αναβαθμίζουν την ανάγνωση του βιβλίου από απλή ψυχαγωγική δραστηριότητα σε μια εξαιρετικά μορφωτική εμπειρία. Εξαιτίας της ενήλικης θεματικής του και αρκετών βίαιων λεπτομερειών (μαστιγώματα σ.56-57, απαγχονισμοί σ.66 και 137, αποκεφαλισμοί σ. 63, κτλ.), θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές γυμνασίου.


  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Εξαιρετικές προσωπογραφίες
  • Ηθικοπλαστικά μηνύματα
  • Προσεγμένη έκδοση 
  • Πολλές πληροφορίες για την εποχή

Αξίες - Θέματα
Περιπέτεια, Ιστορία, Αγάπη, Φιλία, Ειλικρίνεια, Γενναιότητα 


Εικονογράφηση
Πλούσια εικονογράφηση που συναντάμε σε κάθε σελίδα και στην οποία περιλαμβάνονται έγχρωμες ζωγραφιές (το στυλ τους προσωπικά μου θύμισε Κλασικά Εικονογραφημένα), πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, λιθογραφίες, ντοκουμέντα, φωτογραφίες, χάρτες, σχέδια στολών, σκίτσα του ίδιου του Πούσκιν... όλα αυτά εμπλουτίζουν το κείμενο προσφέροντας πληθώρα πληροφοριών, ενώ παράλληλα βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τα όσα συμβαίνουν και να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα της εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Απόσπασμα
Στη συνέχεια, μου πήρε το σημειωματάριο κι άρχισε να κριτικάρει αμείλικτα κάθε στίχο και κάθε λέξη του τραγουδιού μου, και να με περιγελά με πολύ ειρωνικό ύφος. Αυτό δεν το άντεξα κι άρπαξα το σημειωματάριο από τα χέρια του, λέγοντας ότι δε θα του ξαναδείξω ποτέ τα ποιήματά μου. Ο Σβάμπριν ειρωνεύτηκε κι αυτή την απειλή μου.
«Θα δούμε», είπε, «αν θα κρατήσεις το λόγο σου. Οι ποιητές έχουν ανάγκη από ακροατές, όσο ο Ιβάν Κουζμίτς χρειάζεται την καράφα με τη βότκα πριν από το φαγητό. Όμως, ποια είναι αυτή η Μάσα στην οποία εξομολογείσαι το τρυφερό σου πάθος και τα ερωτικά σου βάσανα; Μήπως κατά τύχη είναι η Μάργια Ιβάνοβνα;» 



«Δεν είναι δουλειά σου όποια και να είναι αυτή η Μάσα», απάντησα συνοφρυωμένος. «Δε θέλω ούτε τη γνώμη σου ούτε τις εικασίες σου». 


«Ω! Εύθικτος ποιητής και ντροπαλός εραστής!» συνέχισε ο Σβάμπριν, εκνευρίζοντάς με όλο και περισσότερο. «Όμως, δέξου τη συμβουλή ενός φίλου: αν θες να τα καταφέρεις, θα πρέπει να καταφύγεις σε κάτι καλύτερο από τραγουδάκια». 

«Τι εννοείτε, κύριε; Εξηγηθείτε, παρακαλώ». 

«Ευχαρίστως. Εννοώ ότι αν θες να σε επισκέφτεται το απόβραδο η Μάσα Μιρόνοφ, χάρισέ της ένα ζευγάρι σκουλαρίκια αντί για μελιστάλαχτα στιχάκια». 

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. 

«Γιατί έχεις τέτοια γνώμη γι’ αυτή;» ρώτησα, συγκρατώντας δύσκολα το θυμό μου. 

«Γιατί», απάντησε χαμογελώντας σατανικά, «έχω προσωπική πείρα για το ήθος και τους τρόπους της». 

«Λες ψέματα, παλιάνθρωπε!» φώναξα οργισμένα. «Λες ψέματα με τον πιο αναίσχυντο τρόπο». 

Ο Σβάμπριν άλλαξε χρώμα: «Θα πληρώσεις γι’ αυτό που είπες», είπε σφίγγοντας το χέρι μου. «Απαιτώ ικανοποίηση». 

«Οπωσδήποτε! Όποτε το επιθυμείς!» απάντησα με ανακούφιση. 

Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να τον κάνω κομματάκια. 

Πήγα κατευθείαν στον Ιβάν Ιγκνάτιτς και τον βρήκα με μια βελόνα στα χέρια: έφτιαχνε αρμαθιές από μανιτάρια για να ξεραθούν για το χειμώνα, όπως του είχε παραγγείλει η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, Πιοτρ Αντρέιτς! Καλώς ήρθατε!» είπε μόλις με είδε. «Ποια καλή τύχη σας φέρνει εδώ; Τι δουλειά δηλαδή, τολμώ να ρωτήσω». 

Του εξήγησα με συντομία ότι είχα λογομαχήσει με τον Αλεξέι Ιβάνιτς και τον παρακάλεσα να είναι ο μάρτυράς μου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς με άκουσε προσεκτικά, γουρλώνοντας το μοναδικό του μάτι. 

«Δηλαδή, θέλετε να πείτε», μου απάντησε, «ότι έχετε την πρόθεση να σκοτώσετε τον Αλεξέι Ιβάνιτς κι επιθυμείτε να είμαι μάρτυρας σ’ αυτό; Κατάλαβα καλά, αν επιτρέπετε να ρωτήσω;» 

«Ακριβώς». 

«Θεέ και κύριε, Πιοτρ Αντρέιτς! Τι είναι αυτά που σκέφτεστε; Καβγαδίσατε με τον Αλεξέι Ιβάνιτς. χαρά στο πράμα! Τα άσχημα λόγια δεν σημαίνουν τίποτα! Σας έβρισε, βρίστε τον κι εσείς, σας χτύπησε στο πρόσωπο, χτυπήστε τον κι εσείς στα αφτιά μία, δύο, τρεις φορές, κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Εμείς αργότερα θα δούμε πώς θα σας φιλιώσουμε. Όμως να σκοτώσετε το συνάνθρωπό σας, είναι σωστά πράματα αυτά, αν επιτρέπετε; Και, τέλος πάντων, αν τον σκοτώσετε εσείς δε θα πείραζε και τόσο πολύ. Ούτε εγώ συμπαθώ τον Αλεξέι Ιβάνιτς. Αν όμως σας κάνει αυτός μια τρύπα; Με τι θα μοιάζει αυτό; Ποιος θα είναι μετά ο ανόητος, αν επιτρέπετε;» 

Τα λογικά επιχειρήματα του ευαίσθητου υπαξιωματικού δε με κλόνισαν. Έμεινα σταθερός στο στόχο μου. 

«Όπως θέλετε», είπε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, «κάντε ό,τι θεωρείτε καλύτερο. Όμως γιατί πρέπει να είμαι εγώ ο μάρτυράς σας; Για ποιο λόγο; Δυο άνθρωποι τσακώνονται μεταξύ τους! Τι το αξιόλογο σ’ αυτό, τολμώ να ρωτήσω. Έχω πολεμήσει με τους Σουηδούς και με τους Τούρκους, πιστέψτε με, έχουν δει πολλά τα μάτια μου.» 

Προσπάθησα να του εξηγήσω τα καθήκοντα του μάρτυρα, αλλά ήταν αδύνατο να με καταλάβει ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Ας γίνει όπως θέλετε», είπε. «Όμως αν ανακατευτώ σ’ αυτή την υπόθεση, θα είναι μόνο για να πάω στον Ιβάν Κουζμίτς και να του καταγγείλω, όπως επιβάλλει το υπηρεσιακό μου καθήκον, ότι κάποιο κακούργημα ενάντια στα συμφέροντα του κράτους σχεδιάζεται να γίνει στο φρούριο, και να τον ρωτήσω αν θα πρέπει ο φρούραρχος να πάρει τα αναγκαία μέτρα…» 

Πανικοβλήθηκε κι άρχισα να ικετεύω τον Ιβάν Ιγκνάτιτς να μην πει τίποτα στο φρούραρχο. Ήταν δύσκολο να τον πείσω, όμως τελικά μου έδωσε το λόγο του και αποφάσισα να τον αφήσω. 

Πέρασα το βράδυ μου, όπως συνήθως, στο σπίτι του φρούραρχου. Προσπάθησα να φαίνομαι εύθυμος και αδιάφορος γι ανα μην προκαλέσω υποψίες και να αποφύγω αδιάκριτες ερωτήσεις, όμως παραδέχομαι ότι δεν είχα την ψυχραιμία εκείνη που ισχυρίζονται ότι έχουν όσοι βρέθηκαν στη θέση μου. Εκείνο το βράδυ ήμουν τρυφερός και ευσυγκίνητος. Η Μάργια Ιβάνοβνα μου άρεσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η σκέψη ότι μπορεί να τη βλέπω για στερνή φορά, με έκανε να την αντιμετωπίζω με ξεχωριστή συγκίνηση. Ο Σβάμπριν ήταν επίσης εκεί. Τον τράβηξα πιο πέρα και τον πληροφόρησα για τη συνομιλία που είχα με τον Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Τι τους θέλουμε τους μάρτυρες;» μου είπε ψυχρά, «θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». 

Κανονίσαμε να μονομαχήσουμε πίσω από τις θημωνιές που ήταν κοντά στο φρούριο και να συναντηθούμε εκεί το επόμενο πρωί ανάμεσα στις έξι και τις επτά. Φαινόταν ότι μιλούσαμε τόσο φιλικά ώστε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, χαρούμενος, ξεστόμισε το μυστικό: 

«Πολύ καλά», μου είπε με ικανοποίηση, «μια κακή ειρήνη είναι πάντα καλύτερη από μια καλή διαμάχη, είναι καλύτερο να είσαι με πληγωμένο όνομα παρά με πληγωμένο κορμί». 

«Τι είπες, Ιβάν Ιγκνάτιτς;» ρώτησε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα, που έριχνε πασιέντζες σε μια γωνιά. «Δεν άκουσα τι είπες». 

Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, που πρόσεξε την ενόχλησή μου και θυμήθηκε την υπόσχεσή του, τα έχασε και δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ο Σβάμπριν έσπευσε να τον βοηθήσει. 

«Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς χαίρεται για τη συμφιλίωσή μας», είπε. 

«Και με ποιον τσακώθηκες, πατερούλη;» 

«Κατά κάποιον τρόπο, είχαμε μια σοβαρή φιλονικία με τον Πιοτρ Αντρέιτς». 

«Για ποιο λόγο;» 

«Για ασήμαντο λόγο, Βασιλίσα Γεγκόροβνα, για ένα τραγουδάκι». 

«Τι αλλόκοτη αιτία για να τσακωθείτε! Ένα τραγουδάκι! Μα τι συνέβη;» 

«Να πώς: Ο Πιοτρ Αντρέιτς έγραψε ένα τραγουδάκι πρόσφατα και σήμερα το απήγγειλε μπροστά μου κι άρχισα κι εγώ να τραγουδώ το αγαπημένο μου: 

Του λοχαγού η κόρη το μεσονύχτι 

ας μην τριγυρνά έξω απ’ το σπίτι… 

Δημιουργήθηκε παρεξήγηση. Ο Πιοτρ Αντρέιτς θύμωσε αρχικά, όμως έπειτα σκέφτηκε καλύτερα και κατάλαβε πως ο καθένας είναι ελεύθερος να τραγουδά ό,τι του αρέσει. Έτσι έληξε αυτή η υπόθεση». 

Η αδιαντροπιά του Σβάμπριν με έκανε έξω φρενών, όμως κανείς εκτός από μένα δεν κατάλαβε τους άξεστους υπαινιγμούς του και κανένας δεν τους πρόσεξε. Από τα τραγουδάκια η συζήτηση πήγε στους ποιητές· ο φρούραρχος παρατήρησε πως είναι όλοι τους ακόλαστοι και μπεκρήδες. Γι’ αυτό με συμβούλεψε, φιλικά, να σταματήσω να γράφω στιχάκια, σαν μια δραστηριότητα που δεν αρμόζει στη στρατιωτική υπηρεσία και που δεν οδηγεί σε τίποτα καλό. 

Η παρουσία του Σβάμπριν μου ήταν ανυπόφορη. Σύντομα, αποχαιρέτησα το φρούραρχο και την οικογένειά του· όταν πήγα σπίτι, εξέτασα το ξίφος μου, δοκίμασα την αιχμή του και ξάπλωσα στο κρεβάτι, αφού είπα στον Σαβέλιτς να με ξυπνήσει στις έξι το χάραμα. 

Το επόμενο πρωί, την καθορισμένη ώρα, στεκόμουν πίσω από τις θημωνιές περιμένοντας τον αντίπαλό μου. Έφτασε μετά από μένα. 

«Μπορεί να μας καταλάβουν», μου είπε. «Ας κάνουμε γρήγορα». 

Βγάλαμε τα χιτώνιά μας, μένοντας μόνο με το πουκάμισο και γυμνώσαμε τα ξίφη μας. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από τις θημωνιές ο Ιβάν Ιγνάτις μαζί με πέντε βετεράνους στρατιώτες της φρουράς. Μας ζήτησε να πάμε στο φρούραρχο. Δεχτήκαμε με δυσφορία. Οι βετεράνοι στρατιώτες μας περικύκλωσαν και ακολουθήσαμε τον Ιβάν Ιγκνάτιτς που μας οδηγούσε θριαμβευτικά, βηματίζοντας με εξαιρετική σοβαρότητα. 

Μπήκαμε στο σπίτι του φρούραρχου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς άνοιξε τις πόρτες και ανακοίνωσε πανηγυρικά: «Τους έφερα!» 

Μας υποδέχτηκε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, πατερούληδες! Τι ήταν αυτό; Τι; Πώς μπορέσατε; Θα κάνατε φονικό στο φρούριό μας! Ιβάν Κουζμίτς, κλείστους στη φυλακή αμέσως! Πιοτρ Αντρέιτς, Αλεξέι Ιβάνιτς! Δώστε μου τα ξίφη σας, εμπρός, δώστε τα! Παλάσκα, βάλε αυτά τα ξίφη στο κελάρι. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από σένα, Πιοτρ Αντρέιτς, σαν δεν ντρέπεσαι! Καλά ο Αλεξέι Ιβάντις, αυτόν τον έδιωξαν από τη Φρουρά γιατί σκότωσε άνθρωπο, δεν πιστεύει και στο Θεό. Εσύ όμως; Θέλεις να γίνεις σαν κι αυτόν;» 

Ο Ιβάν Κουζμίτς συμφώνησε πλήρως με τη γυναίκα του και πρόσθεσε: «Η Βασιλίσα Γεγκόροβνα έχει απόλυτο δίκιο. Οι μονομαχίες απαγορεύονται από το στρατιωτικό κανονισμό». 

Στο μεταξύ, η Παλάσκα είχε πάρει τα ξίφη μας και τα πήγε στο κελάρι. Εγώ δεν μπορούσα να κρατήσω τα γέλια μου, αλλά ο Σβάμπριν διατηρούσε την αυτοκυριαρχία του. 

«Με όλο το σεβασμό», της είπε ψύχραιμα, «θα πρέπει να παρατηρήσω ότι άδικα μπήκατε σε μπελάδες, θέτοντάς μας υπό την κρίση σας. Αφήστε το στον Ιβάν Κουζμίτς, είναι δική του δουλειά». 

«Αχ, πατερούλη!» αποκρίθηκε η λοχαγίνα. «Δεν είναι ο άντρας και η γυναίκα ένα στην ψυχή και το σώμα; Ιβάν Κουζμίτς, τι σκέφτεσαι εκεί; Κλείδωσέ τους αμέσως σε χωριστά κελιά τον καθένα και δώσ’ τους λίγο ψωμί και νερό, ώσπου να ξανάρθουν στα σύγκαλά τους. Και ας τους βάλει τιμωρία ο παπα-Γεράσιμος να κάνουν μετάνοιες στο Θεό και να ζητήσουν συγχώρεση για τις αμαρτίες τους από τους ανθρώπους». 

Ο Ιβάν Κουζμίτς δεν ήξερε τι να κάνει. Η Μάργια Ιβάνοβνα ήταν εξαιρετικά χλομή. Σιγά σιγά η θύελλα κόπασε. Η λοχαγίνα ηρέμησε και μας έβαλε να φιληθούμε Η Παλάσκα έφερε πίσω τα ξίφη μας. Φύγαμε από το σπίτι του φρούραρχου φαινομενικά συμφιλιωμένοι. Μας συνόδευε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Δεν ντρέπεσαι;» του είπα θυμωμένα. «Μας ανέφερες στο φρούραρχο, ενώ είχες υποσχεθεί ότι δε θα το κάνεις!» 

«Μάρτυράς μου ο Θεός, δεν είπα τίποτα στον Ιβάν Κουζμίτς», απάντησε, «η Βασιλίσα Γεγκόροβνα με ανάγκασε να της τα φανερώσω. Αυτή κανόνισε τα πάντα, χωρίς να πει ούτε μια λέξη στο φρούραρχο. Όμως, δόξα τω Θεώ, όλα τέλειωσαν καλά». 

Με τα λόγια αυτά έφυγε για το σπίτι του, και μείναμε μόνοι μας ο Σβάμπριν κι εγώ. 

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το θέμα να τελειώσει έτσι», του είπα. 

«Φυσικά όχι», απάντησε ο Σβάμπριν, «θα πληρώσετε με το αίμα σας την αναίδειά σας. Όμως είμαι σίγουρος ότι θα μας παρακολουθούν. Θα πρέπει να παριστάνουμε τους φίλους για μερικές μέρες. Αντίο!»
Η σκηνή της μονομαχίας από την σοβιετική παραγωγή του 1958 Капитанская дочка (πηγή)...
...και από την πλέον πρόσφατη (2012) ιταλική παραγωγή La figlia del capitano (πηγή)
Σχόλια 
Ένα γεγονός που δείχνει τη στενή σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας, είναι το ακόλουθο: μετά το τέλος της επανάστασης του Πουγκατσόφ, η αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη θέλησε να σβήσει κάθε μνήμη της εξέγερσης. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του ποταμού Γιάικ (Yaik / Яик) σε Ουράλη, το όνομα των Κοζάκων του Γιάικ (που ήταν η κύρια δύναμη της εξέγερσης) σε Κοζάκους του Ουράλη, αλλά και της πόλης Γιάιτσκι (Yaitsky / Яицкий) σε Ουράλσκ (Uralsk / Уральск). Το πρώτο πράγμα που κάνει ο κατακτητής είναι να επανονομάζει, όπως γράφει ο Ζακ Ντεριντά, αφού κάθε ονομασία φέρει και επιβάλλει μια ταυτότητα.

Σήμερα, η ίδια πόλη ονομάζεται Οραλ (Орал), ανήκει στο Καζακστάν και διαθέτει ένα μουσείο αφιερωμένο στον επαναστάτη της Εμελιάν Πουγκατσόφ. Το κτήριο λέγεται ότι ήταν το σπίτι της γυναίκας του, την οποία ο Πούσκιν επισκέφτηκε το 1833, ώστε να γράψει την κόρη του λοχαγού. Μέσα στο μουσείο, εκτίθενται αντικείμενα από την καθημερινή ζωή των Κοζάκων (κύρια ασχολία των οποίων ήταν το ψάρεμα στον ποταμό), όπλα της εποχής αλλά και ο θρόνος του Πουγκατσόφ, πάνω στον οποίο ο επαναστάτης παρουσιάστηκε στους αγρότες ως Πέτρος ο Γ'. Στην πραγματικότητα, Πέτρος ο τρίτος ήταν το όνομα του πρώην αυτοκράτορα και συζύγου της Αικατερίνης, που λέγεται ότι δολοφονήθηκε από την ίδια μετά από 6 μόλις μήνες βασιλείας.
Ο θρόνος του επαναστάτη Εμελιάν Πουγκατσόφ (πηγή)
Ο Πουγκατσόφ δικάζει καθισμένος στον θρόνο του
Πίνακας του Βασίλι Περόφ (Василий Перов) (πηγή)
Ο συγγραφέας, παρότι μας δίνει την ιστορία μέσα από τη ματιά του πιστού στο στέμμα πρωταγωνιστή, καταφέρνει μέσα από ορισμένα σχόλια να δείξει τη συμπάθειά του προς τον απλό λαό που βασανίζεται από τη διαμάχη -σ. 118 Περνούσαμε μέσα από χωριά που είχαν λεηλατηθεί από τον Πουγκατσόφ και παίρναμε από τους κακόμοιρους κατοίκους ό,τι είχαν καταφέρει να σώσουν από τους στασιαστές. Παντού είχε διαλυθεί η διοίκηση. Οι γαιοκτήμονες κρύβονταν στα δάση. Οι συμμορίες των κακούργων πλιατσικολογούσαν παντού στην ύπαιθρο. Οι επικεφαλής των αποσπασμάτων που κυνηγούσαν τον Πουγκατσόφ τιμωρούσαν αυθαίρετα ή έδιναν χάρη σε όποιον ήθελαν. Οι επαρχίες στις οποίες λυσσομανούσε η κόλαση της φωτιάς ήταν σε θλιβερή κατάσταση... Να δώσει ο Θεός να μη δούμε ξανά εξέγερση στη Ρωσία, παράλογη κι ανελέητη!  αλλά και ως έναν βαθμό, προς τον Κοζάκο επαναστάτη. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο τότε κατάδικος Πουγκατσόφ, θεωρήθηκε από το μετέπειτα κομμουνιστικό καθεστώς ως λαϊκός ήρωας, αφού εκπροσωπούσε την αγανάκτηση του λαού. Έτσι η πόλη που γεννήθηκε φέρει σήμερα το όνομά του, ενώ στήθηκαν και μνημεία προς τιμήν του. Μια σοβιετική ταινία του 1937 μάλιστα, εξαίρει τα κατορθώματά του ενάντια στους αριστοκράτες-καταπιεστές. Τέλος, να αναφέρουμε ότι συναντάμε το όνομά του και ως ρόλο (βαρύτονου) στην όπερα του César Cui Η κόρη του λοχαγούΑντίθετα, ο χαρακτήρας του διεφθαρμένου αξιωματικού Σβάμπριν συγκεντρώνει όλα τα αρνητικά, χωρίς να του δίνεται καμία δικαιολογία: είναι υποκριτής, γλίσχρος, είρωνας, χαιρέκακος, μοχθηρός, διπρόσωπος... ένας γνήσιος παλιάνθρωπος! 

Στις εικόνες που ακολουθούν, βλέπουμε (αριστερά) το εξώφυλλο από το λιμπρέτο της εν λόγω όπερας (1911) και (δεξιά) την πρώτη σελίδα της πρώτης κανονικής έκδοσης (1837) του βιβλίου του Πούσκιν.


Χρήση στην τάξη
Στις σελίδες 45 και 46 του βιβλίου, διαβάζουμε τα γράμματα που στέλνει ο πατέρας Αντρέι Γκρινιόφ στον γιο του και τον ιπποκόμο που τον συνοδεύει, και παρατηρούμε τη διαφορά ύφους στη γραφή, παρά την αυστηρότητα που χαρακτηρίζει και τα δύο.

«Γιε μου Πιοτρ! Στις 15 του τρέχοντος μηνός λάβαμε την επιστολή σου, με την οποία ζητάς τις πατρικές ευχές και τη συναίνεσή μας για να παντρευτείς με τη Μάργια Ιβάνοβνα, την κόρη του Μιρόνοφ. Δε σκοπεύω να σου δώσω την ευχή μου ή τη συγκατάθεσή μου, αλλά αντίθετα, προτίθεμαι να έρθω εκεί και να σου δώσω ένα καλό μάθημα για τις ζαβολιές σου, σαν κι αυτές ενός άτακτου παιδιού, που δεν ταιριάζουν στο βαθμό του αξιωματικού που φέρεις. Απέδειξες ότι δεν είσαι ακόμη άξιος να φέρεις το ξίφος του αξιωματικού, το οποίο σου δόθηκε για να υπερασπίζεις την πατρίδα και όχι για να μονομαχείς με κάτι μούτρα σαν και τα δικά σου. Θα γράψω αμέσως στον Αντρέι Κάρλοβιτς και θα του ζητήσω να σε μεταθέσει από το φρούριο Μπιελογκόρσκ σε κάποιο πιο μακρινό μέρος, για να σου περάσει η τρέλα. Όταν η μητέρα σου έμαθε για τη μονομαχία και τον τραυματισμό σου, αρρώστησε από τη λύπη της και είναι ακόμη στο κρεβάτι. Τι θα γίνει μ' εσένα; Προσεύχομαι στο Θεό να διορθωθείς, παρόλο που δεν τολμώ να ελπίζω στη μεγάλη ευσπλαχνία Του.»

«Πρέπει να ντρέπεσαι, παλιόσκυλο, που δε μου έγραψες για το γιο μου, Πιοτρ Αντρέιτς, παρά τις αυστηρές οδηγίες μου· ξένοι με πληροφόρησαν για τις τρελές του πράξεις. Έτσι εκτελείς τα καθήκοντά σου και τις διαταγές του κυρίου σου; Θα σε στείλω να βόσκεις γουρούνια, που τόλμησες να μου κρύψεις την αλήθεια και συνωμοτείς με το νεαρό. Μόλις λάβεις την επιστολή μου αυτή, σε διατάζω να μου γράψεις αμέσως για την κατάσταση της υγείας του, για την οποία, όπως σου είπα, με πληροφόρησαν άλλοι, αν έγινε καλά, κι ακόμη σε ποιο σημείο ακριβώς πληγώθηκε και αν το τραύμα του επουλώθηκε καλά».

Διαβάζουμε από το βιβλίο τη φράση (σ.133) Η Μάργια Ιβάνοβνα έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί από την τσέπη της και το έδωσε στην άγνωστη προστάτιδά της, η οποία άρχισε να το διαβάζει. Στη συνέχεια ζητάμε από τους μαθητές μας να αναλάβουν τον ρόλο της Μάσα που γράφει ένα γράμμα στην αυτοκράτειρα παρακαλώντας την να δώσει χάρη στον Πιότρ. Τι ύφος και τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιούσαμε για να την πείσουμε ότι ο αγαπημένος μας είναι αθώος;
Τα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό (Царское Село) -σήμερα αποτελούν προάστιο της πόλης Πούσκιν-
 στους κήπους των οποίων η Μάσα έδωσε στην αυτοκράτειρα το γράμμα της
Στο μάθημα της Γεωγραφίας, μπορούμε να ζητήσουμε από τους μαθητές να εντοπίσουν στον ευρωπαϊκό χάρτη την περιοχή όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, αφού τους θυμίσουμε ότι πρέπει να αναζητήσουν τοπωνύμια όπως το Όρενμπουργκ (βλ. εικόνα). Στη συνέχεια, χωρισμένοι σε ομάδες, οι μαθητές μας θα μπορούσαν να ασχοληθούν με την αναζήτηση πληροφοριών και την παρουσίαση στην τάξη διαφόρων λαών της στέπας που αναφέρονται στο βιβλίο, όπως οι Κιργίσιοι, οι Μπασκίριοι, οι Κοζάκοι, οι Καλμούχοι και οι Τάταροι. 
Χάρτης που δείχνει την περιοχή όπου έδρασε ο Πουγκατσόφ


Share/Bookmark

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα κουκούτσι στο στρατό του Μεγαλέξανδρου


Υπόθεση
Μέρος Α': Στη Θήβα του 335 π.Χ. ένας έμπορος παπουτσιών διαδίδει την παραπλανητική είδηση ότι ο βασιλιάς Αλέξανδρος σκοτώθηκε από τους Γέτες. Τα χαρμόσυνα για τους ντόπιους νέα τον βοηθούν να ξεπουλήσει την πραμάτεια του, παρασύρουν όμως τους Θηβαίους σε επανάσταση που οι Μακεδόνες πνίγουν στο αίμα. Ο 15χρονος Φιλόλαος αφού βλέπει την οικογένειά του να σφάζεται μπροστά στα μάτια του, το σκάει από την ξεθεμελιωμένη πόλη. Λίγο αργότερα πέφτει στα χέρια δουλεμπόρων, που τον πουλούν σ' έναν πλοίαρχο εμπορικού. Κοντά σε αυτόν, ο Φιλόλαος θα μάθει τη ναυσιπλοΐα και θα ανδρωθεί, ελπίζοντας μια μέρα να εκδικηθεί τους Μακεδόνες για τα δεινά που προκάλεσαν στον ίδιο και την πατρίδα του.

Μέρος Β': Το καλοκαίρι του 332 π.Χ. η Τύρος πέφτει μετά από πολιορκία στα χέρια του Αλεξάνδρου. Μέσα στο λιμάνι της βρίσκεται και ο Φιλόλαος, που προσλαμβάνεται από τους Μακεδόνες μαζί με το πλοίο του. Ακολουθεί τον στόλο στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται την όμορφη Ελάφ. Μετά την επιστροφή του στην Τύρο, ζητά και καταφέρνει να μεταταχθεί στο πεζικό με σκοπό να πάρει την εκδίκησή του. Οι συγκυρίες ωστόσο, τον οδηγούν στο νοσοκομείο εκστρατείας του μακεδονικού στρατού, απ' όπου ενημερώνεται για την εξέλιξη της μάχης στα Γαυγάμηλα. Μετά τη νίκη, γνωρίζει τον Αλέξανδρο που έρχεται να επισκεφθεί τους τραυματίες και εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά του. Τα όσα θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες στην Βαβυλώνα και την Περσέπολη, θα τον βοηθήσουν να καταλάβει ότι για την καταστροφή της Θήβας ευθύνεται όχι ο νεαρός βασιλιάς, αλλά ο ανθρώπινος εγωισμός. Η εκδίκηση που ονειρευόταν έχει πια χάσει το νόημά της. Ο Φιλόλαος επιστρέφει στη συνέχεια στην Αίγυπτο, όπου μάταια αναζητά την κοπέλα που αγάπησε. Απαρηγόρητος, συνεχίζει τα ναυτικά ταξίδια για χρόνια, μέχρι που παντρεύεται μια φίλη από τα παλιά και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου εγκαθίσταται στη Θήβα. Συμβάλλει με ευεργεσίες στην ανοικοδόμησή της και δημιουργεί εκεί μια μεγάλη οικογένεια.

Μέρος Γ': 28 χρόνια αργότερα, οι έφοροι της Θήβας ανακαλύπτουν το παρελθόν του στον μακεδονικό στρατό και τη φιλία του με τον Αλέξανδρο. Τον κατηγορούν για προδοσία και η απολογία του δεν τους πείθει. Καταδικάζεται έτσι σε εξορία και καταφεύγει στην Αίγυπτο, όπου θα ξαναβρεί τον εαυτό του και την αγαπημένη του Ελάφ, με την οποία θα περάσει τα τελευταία 30 χρόνια ζωής που του απομένουν.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Παντελής Σταματελόπουλος, Μαρία Ηλιοπούλου
Εικονογράφηση εξωφύλλου: Αλεξάνδρα Ποτηριάδου
ISBN: 978-960-04-1702-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 263
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βιογραφικό μυθιστόρημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στα χρόνια του Αλεξάνδρου. Σε πρώτο επίπεδο μας διηγείται την Οδύσσεια ενός Θηβαίου φυγά, που η πορεία της ζωής του διασταυρώθηκε στα κρίσιμα σημεία της με εκείνη του μεγάλου Μακεδόνα ηγέτη. Σε δεύτερο μας μιλάει για τη φιλοσοφία του ανθρωπισμού και της ανοχής στο διαφορετικό. Στην αρχή και το κλείσιμο των κεφαλαίων, συναντάμε συχνά γραφή πληροφοριακή και περιεκτική, που μοιάζει ν' απευθύνεται σε ενηλίκους. Το κυρίως μέρος της αφήγησης είναι ωστόσο βατό και η γλώσσα ρέει χωρίς προβλήματα. Τόσο η ίδια η ιστορία όσο και η οπτική από την οποία την παρακολουθούμε, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αρκετές σκηνές που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία το συντηρούν, ενώ κατά καιρούς συναντάμε και μικρές εκπλήξεις, όπως π.χ. μια σύντομη περίληψη από το υπόλοιπο της ζωής των χαρακτήρων που δεν θα ξανασυναντήσουμε στο τέλος κάποιων κεφαλαίων. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία άνισα μέρη (με 6, 18 και 3 κεφάλαια αντίστοιχα) με το δεύτερο μέρος του να είναι και το εκτενέστερο, μιας και περιλαμβάνει την εκστρατεία στην Περσία. Οι αρκετές δύσκολες σκηνές που συναντάμε (δολοφονίες, σφαγές, κακοποιήσεις, περιγραφές, κ.ά. σε περίπου 10 σημεία) η παρουσία του ερωτικού στοιχείου, η περίπλοκη σύνταξη, η απουσία εικονογράφησης αλλά και η ίδια η έκταση του κειμένου, το κατατάσσουν χωρίς αμφιβολία στην κατηγορία του εφηβικού μυθιστορήματος. Εμείς το προτείνουμε σε μαθητές γυμνασίου αλλά και μεγαλύτερους αναγνώστες, που ενδιαφέρονται για μια εναλλακτική θεώρηση των γεγονότων γύρω από την κατάρρευση της Περσικής Αυτοκρατορίας.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Πολλά στοιχεία για την καθημερινότητα της εποχής
  • Εμποτισμένο με τη φιλοσοφία του παγκόσμιου ανθρωπισμού

  • Αρκετές "δύσκολες" σκηνές
  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, σχετικού παραρτήματος

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Δουλεία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Φιλόλαος προσκυνώντας το μαυσωλείο του Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, νιώθει να ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Άνθρωποι από όλα τα μήκη και πλάτη του ελληνιστικού κόσμου συνέρρεαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για να προσκυνήσουν το σώμα του ιερού νεκρού. Παλαίμαχοι στρατιώτες φρουρούσαν τον τάφο του Αλέξανδρου, με την ίδια πίστη και αφοσίωση που είχαν επιδείξει και στα νιάτα τους, όταν ο βασιλιάς κυρίευε τον κόσμο. Στις αριστοκρατικές γειτονιές, στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου.

Η Αλεξάνδρεια ομόρφαινε και μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κατοικήθηκε η νήσος Φάρος και σιγά σιγά τα σπίτια άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια στις ακτές της Αιγύπτου, απέναντι από το νησί κόσμημα της πόλης.

Η πόλη προεκτεινόταν δεξιά κι αριστερά στην αφρικανική γη με βάση το ιπποδάμειο σύστημα δόμησης. Μεγάλες λεωφόροι διέσχιζαν τη νέα πόλη, που στο απόγειο της δόξας της έφτασε να αριθμεί ένα εκατομμύριο κατοίκους, τέσσερις χιλιάδες  παλάτια, τετρακόσια θέατρα, δύο βιβλιοθήκες και έναν πραγματικό φάρο στη νήσο Φάρο, σύμβολο της υπεροχής της.

Η Αλεξάνδρεια έδινε τα φώτα της στον κόσμο. Πηγή της ενέργειάς της ήταν το σώμα του Αλέξανδρου που κρατούσε στοργικά στην αγκαλιά της.

Τον τάφο του τελευταίου θεού προσκυνούσαν καθημερινά Έλληνες, Αιγύπτιοι και αναρίθμητοι άλλοι ξένοι, με την ελπίδα να αποκτήσουν κι αυτοί λίγη από τη χάρη του Αλέξανδρου.

Τριάντα χρόνια  είχαν περάσει από το θάνατο του ιδρυτή της πόλης, όταν στο ανατολικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας έφτασε με φορτηγό πλοίο από την Αθήνα ο Φιλόλαος. ήταν μεσήλικας, μα η στενοχώρια και η θλίψη τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος.

Η κίνηση στο μεγάλο λιμάνι του έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Εκεί που άλλοτε ήταν βάλτοι και ερημιές, τώρα αντίκριζε χαρά θεού.

«Τι άλλο από θαύμα θα μπορούσε να είναι η λάμψη τούτης εδώ της πόλης!» συλλογίστηκε.

Κίνησε να βρει πανδοχείο για να μείνει. Στον Φάρο ήταν όλα κατειλημμένα. Μπήκε, λοιπόν, μέσα στην τεράστια πόλη και τελικά κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Αρκαδία», κοντά στο ναό του Ερμή. Άφησε τα πράγματά του στο όμορφο δωμάτιο του ξενοδοχείου και έτρεξε να προσκυνήσει κι αυτός το μεγάλο θεό της πόλης.

Ο επιβλητικότερος ναός ήταν ο τάφος του Αλέξανδρου. Δε δυσκολεύτηκε να τον βρει ούτε χρειάστηκε να ρωτήσει κανέναν. Έξω από το μαυσωλείο στάθηκε κι αυτός στην ουρά που είχε σχηματιστεί. άνθρωποι όλων των ηλικιών, των φύλων και των φυλών περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να προσκυνήσουν.

Μπαίνοντας στη μεγάλη αίθουσα του τάφου, τον κατέλαβε δέος. Τέσσερις γέροι στρατιώτες φρουρούσαν το βασιλιά στον ύπνο του. Γύρω από το ανοιχτό χρυσό φέρετρο έκαιγε το λιβάνι. Οι μεθυστικοί καπνοί τύλιξαν τον Φιλόλαο σαν ζεστός μανδύας.

Αντικρίζοντας το ταριχευμένο πρόσωπο του Αλέξανδρου έκλαψε από συγκίνηση. Έκλαψε βουβά, όπως κάθε άλλος προσκυνητής. Λες και δεν ήθελε να ξυπνήσει το βασιλιά. Ο Αλέξανδρος, όμορφος και νέος, έμοιαζε μέσα στον τάφο του σαν να κοιμάται, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ένα χαμόγελο που ο καθένας από τους προσκυνητές εισέπραττε σαν ευλογία.

«Σ’ ευχαριστώ, Αλέξανδρε, για όλα όσα μου χάρισες. Τις εμπειρίες, τα πλούτη, ακόμα και τις πίκρες. Πήρες στα χέρια σου ένα ταπεινό παιδί της Θήβας και το δίδαξες να μπορεί να ζει με το κεφάλι ψηλά. Να ταυτίσει το ωραίο με το καλό και το αγαθό και να κάνει πατρίδα του τον κόσμο. Σ’ ευχαριστώ, θεέ μου, που πήρες τη μικρή ζωή μου και την έκανες μεγάλη…»

Από τη δυνατή συγκίνηση σκόρπισαν οι σκέψεις του Φιλόλαου. ίσως ο Αλέξανδρος να μην ήθελε να ακούσει άλλες ευχαριστίες, ίσως να τον πίεσε να διακόψει την προσευχή ο επόμενος προσκυνητής, που ήθελε κι αυτός να μείνει λίγο μόνος με τον βασιλιά. Χωρίς να το καταλάβει, με δακρυσμένα μάτια, κίνησε να βγει από το μαυσωλείο. Σε μια από τις τεράστιες κολόνες του ναού, δίπλα σε ένα άγαλμα του Αλέξανδρου που τον αναπαρίστανε γυμνό, σε φυσικό μέγεθος, ήταν γραμμένος ο όρκος που είχε δώσει ο μεγάλος στρατηλάτης ένα χρόνο πριν πεθάνει, σε γαμήλιες τελετές κοντά στα Σούσα, μπροστά σε εννέα χιλιάδες αξιωματούχους και προύχοντες από κάθε φυλή: Έλληνες, Πέρσες, Μήδους, Ινδούς, Αιγύπτιους, Φοίνικες και άλλους.

Διάβασε ο Φιλόλαος:

Σας εύχομαι, τώρα που τελειώνουν οι πόλεμοι, να είστε ευτυχισμένοι ζώντας ειρηνικά. Όλοι οι θνητοί από εδώ και πέρα να ζήσουν σαν ένας λαός, μονοιασμένοι, για την κοινή προκοπή. Να έχετε την οικουμένη για πατρίδα σας, με νόμους κοινούς, όπου θα κυβερνούν οι άριστοι, ανεξάρτητα από φυλή. Δε χωρίζω τους ανθρώπους, όπως κάνουν οι στενόμυαλοι, σε Έλληνες και βάρβαρους. Δε με ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών ούτε η φυλή στην οποία ανήκουν. Τους διακρίνω με μοναδικό κριτήριο την αρετή. Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρο.

Αν ποτέ σας παρουσιαστούν διαφορές, μην καταφύγετε στα όπλα, προσπαθήστε να τις λύσετε ειρηνικά. Στην ανάγκη θα σταθώ διαιτητής σας. Το θεό δεν πρέπει να τον θεωρείτε αυταρχικό κυβερνήτη, αλλά κοινό πατέρα όλων, ώστε η ζωή σας να μοιάζει με τη ζωή που κάνουν τα αδέρφια μέσα στην οικογένεια.

Από τη μεριά μου, όλους σας θεωρώ ίσους, λευκούς και μαύρους. Και θα ήθελα να μην αισθάνεστε απλώς σαν υπήκοοι της κοινοπολιτείας μου, αλλά να νιώθετε όλοι μέτοχοι και συνεταίροι. Όσο περνά από το χέρι μου, θα προσπαθήσω να γίνουν πραγματικότητα αυτά που υπόσχομαι. Αυτό τον όρκο που δώσαμε απόψε με σπονδές κρατήστε τον σαν σύμβολο αγάπης.

- Κι εγώ, Αλέξανδρε, προσυπογράφω τον όρκο σου, και θα τον κρατώ σαν απόδειξη της πίστης μου σ’ εσένα, ψιθύρισε ο Φιλόλαος καθώς φιλούσε το άγαλμα.

Δακρυσμένος ύστερα βγήκε από το μαυσωλείο.

Η πίστη του στη ζωή είχε ανανεωθεί. Αισθάνθηκε τα πόδια του να πατούν και πάλι στέρεα στο έδαφος. Με ενισχυμένη τη βεβαιότητα πως ο δρόμος που είχε ακολουθήσει στη ζωή του και οι επιλογές που είχε κάνει ήταν οι καλύτερες δυνατές, κατηφόρισε προς το λιμάνι. Ένιωθε ελεύθερος, πολίτης του κόσμου, λυτρωμένος από προαιώνια βάρη και κατάρες. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι η κλίμακα του πόνου δεν είχε άλλα σκαλοπάτια για να κατέβει.
«...στη δεξιά πλευρά του ανατολικού λιμανιού, κοντά στο παλάτι του Πτολεμαίου, είχε ανεγερθεί ο τάφος του Αλέξανδρου»
Χάρτης της Αλεξάνδρειας μεταξύ 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ (πηγή)

Σχόλια
Κάτι το οποίο αξίζει να επισημάνουμε, είναι ότι ο όρκος του Αλεξάνδρου που διαβάζουμε στο πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι ούτε όρκος, ούτε του Αλεξάνδρου. Παρότι μεταφέρει ένα πολύ όμορφο μήνυμα οικουμενικής συναδέλφωσης, αποτελεί προϊόν σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας. Συγκεκριμένα, προέρχεται από το έργο "Μέγας Αλέξανδρος, ο πρόδρομος του Ιησού" (1971) του λογοτέχνη (αθλητή, επιστήμονα, πολιτικού, κ.ά.) Χρήστου Ζαλόκωστα. Το τι πραγματικά είπε ο Αλέξανδρος στους 9000 Μακεδόνες του όταν του παραπονέθηκαν ότι μοιράζει αξιώματα σε Πέρσες, μπορούμε να το διαβάσουμε ανατρέχοντας στον Αρριανό. Μετάφραση του αρχαίου αποσπάσματος και περισσότερα σχόλια για τον «όρκο» θα βρείτε εδώ.
Ο Αλέξανδρος με ενδυμασία Βυζαντινού αυτοκράτορα επιθεωρεί το στράτευμά του
(μικρογραφία από τον κώδικα του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου - 14ος αιώνας) (πηγή)
Το αν ο Αλέξανδρος ήταν «καλός» ή «κακός», διαφωτιστής ή σφαγέας, είναι τελικά θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης, γι' αυτό και οι σχετικές συζητήσεις συνήθως οδηγούνται σε αδιέξοδο. Στο παρόν βιβλίο τηρούνται κάποιες ισορροπίες, αφού από τη μια υιοθετείται μια ανθρωπιστική - αντιπολεμική θεώρηση (σ.129 Άμορφη μάζα κρέατος γεμάτη αίματα είναι ο πόλεμος), από την άλλη όμως ούτε θίγεται η προσωπικότητα του Μακεδόνα βασιλιά, ούτε και ανατρέπεται η κοινή λογική. Διαβάζουμε έτσι στη σ. 50:
- Ο Αλέξανδρος (...) απελευθέρωσε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας...
- Ε, όχι και τις απελευθέρωσε...
- Όπως θες πάρ' το. Τις υποδούλωσε λοιπόν, αν έτσι σου αρέσει. Όπως και να 'χει, οι Πέρσες σατράπες εγκατέλειψαν τις πόλεις αυτές και τώρα διοικούνται από εκλεγμένες συνελεύσεις, δημοκρατικά. Αυτό είναι μια αλλαγή. Βέβαια, οι πολίτες τους ίδιους φόρους πληρώνουν, τους οποίους, αντί για το μεγάλο βασιλιά, τους παίρνει τώρα ο Αλέξανδρος.
- Χα! Ωραία αλλαγή...
Ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδι
Ολοκληρώνοντας τα σχόλια, να παρατηρήσουμε με χιουμοριστική διάθεση ότι η θηβαϊκή προφορά του ήρωα προδίδει την καταγωγή του ακόμα και σε τυφλούς, όταν τον ακούνε να μιλάει. Όλοι δηλαδή καταλαβαίνουν από πού έρχεται ο Φιλόλαος. Όλοι... εκτός από τον Αλέξανδρο! 
Διαβάζουμε έτσι στη σ.112
- Πες μου, ποιο είναι το όνομά σου; (...)
- Με λένε Φιλόλαο και είμαι από τη Θήβα.
Ο Μακεδόνας ξαφνιάστηκε.

Αργότερα όμως:
(σ.117) από την προφορά σου καταλαβαίνω ότι είσαι Θηβαίος, έτσι δεν είναι; 
(σ.133) Δεν γνώριζαν προσωπικά τον Φιλόλαο, αλλά από την προφορά κατάλαβαν την καταγωγή του, όπως κάθε Έλληνας θα καταλάβαινε έναν άλλο με το «καλημέρα». 
(σ.139) -Έχουμε μαζί μας εδώ, στη σκηνή, κι έναν Θηβαίο. 
- Το ακούμε... [απαντούν οι τυφλοί]
Ο Αλέξανδρος ζωγραφισμένος από τον Θεόφιλο (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Η εναλλακτική θεώρηση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου από διαφορετικές οπτικές (π.χ. του αντιμακεδόνα ήρωα -σ.136-, των εμπόρων -σ.52- ή των Μήδων -σ.101-) έχει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί στην τάξη. Με αφορμή συγκεκριμένα αποσπάσματα, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους μαθητές της Δ' να ετοιμάσουν μια μικρή περιγραφή για κάποιο από τα γεγονότα του πολέμου, μέσα από τα μάτια ενός απλού Μακεδόνα που ακολουθούσε το ελληνικό στράτευμα, ενός Πέρση στρατιώτη ή κάποιου νεαρού ντόπιου που παρακολουθούσε τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής να συγκρούονται. 

Άλλα στοιχεία που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε για να εμπλουτίσουμε το μάθημα είναι η περιγραφή της πομπής των Παναθηναίων (σ. 209-11), τα σχετικά με την τριήρη και το προσωπικό της (σ.195), αλλά και οι αναφορές στον Βοηδρομιώνα και τον Εκατομβαιώνα (σ.11, 107, 202) με βάση τις οποίες ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον χωρισμό του χρόνου στην αρχαία Ελλάδα.

Τέλος, στα πλαίσια της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες του Φιλόλαου στον χάρτη. Στο Α' μέρος π.χ. θα χαράζαμε την πορεία Θήβα - Κιθαιρώνας - Κόρινθος - Ιάλυσος (Κρήτη / Κάτω Ιταλία / Κυρηναϊκή) Σάμος - Χίος, στο Β' μέρος σειρά θα είχαν πόλεις όπως η Τύρος, η Μέμφιδα, η Βαβυλώνα και η Περσέπολη και στο Γ' η Αλεξάνδρεια.
Ο Θεόφιλος ζωγραφισμένος ως Αλέξανδρος (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα

Υπόθεση
Α' Μέρος: Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, λίγο πριν την πτώση της Βασιλεύουσας, παραδίδει στον εξάδελφό του Ανδρόνικο Ζάγαρη το δαχτυλίδι του, και τον διατάζει να φύγει στο Παρίσι για να γλιτώσει.  Τέσσερις γενιές αργότερα, η Σοφία, τρισέγγονη του Ανδρόνικου, ανατρέφει τον γιο της Κωνσταντίνο φροντίζοντας να του δώσει ελληνική παιδεία. Όταν εκείνος ταξιδεύει για ένα πρόβλημα υγείας στη Ρουμανία, κατηχείται από τον Γεννάδιο και στη συνέχεια αποφασίζει να ενταχθεί στον Ιερό Λόχο. Μετά την ήττα των επαναστατών στο Δραγατσάνι, ο Κωνσταντίνος επιχειρεί να βοηθήσει τον Γ. Ολύμπιο, ο οποίος όμως τον διατάζει να φύγει για να σωθεί και να συνεχίσει τον αγώνα από την Ελλάδα.

Β' Μέρος: Ο νεαρός πρωταγωνιστής φτάνει στη Νάουσα του 1822 μεταμφιεσμένος σε καλόγερο και σύντομα τίθεται υπό τις διαταγές του επαναστάτη Ζαφειράκη. Παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, οι Έλληνες της περιοχής αδυνατούν ν' αντιμετωπίσουν τα συνεχόμενα κύματα των τουρκικών επιθέσεων και η μακεδονική πόλη παραδίνεται στην οργή των μουσουλμάνων.

Γ' Μέρος: Ο Κωνσταντίνος, ανάπηρος πλέον χωρίς το δεξί του χέρι, βρίσκεται στο Μεσολόγγι, όπου βοηθάει τον φιλέλληνα γιατρό Μάγιερ στην έκδοση των Ελληνικών Χρονικών. Το Γενάρη του 1823 υποδέχεται τον Λόρδο Βύρωνα με τον οποίο θα γίνουν φίλοι. Μετά τον θάνατο του ποιητή παραμένει στην πόλη και συμμετέχει στην ηρωική έξοδο του 1826. Το δαχτυλίδι φεύγει από το χέρι του και χάνεται στις λάσπες. Δύο χρόνια όμως αργότερα θα το βρει να στολίζει το χέρι του πρώτη κυβερνήτη της Ελλάδας Καποδίστρια, που καταφθάνει στο Ναύπλιο ως σωτήρας.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Αποστολική Διακονία
Συγγραφέας: Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη
Εικονογράφηση: Άννα Μενδρινού - Ιωαννίδου (νέα έκδοση Όλγα Κοτσιρέα)
ISBN: 978-960-31-5012-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1973 (επανέκδοση 2005)
Σελίδες:156 (νέα έκδοση 138)
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Περιέχει συνοδευτικό CD
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένη επική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, στην οποία παρακολουθούμε την ζωή του τελευταίου απογόνου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατά τους χρόνους της επανάστασης του 1821. Η γλώσσα, παρά το κατά σημεία λυρικό ύφος, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, υπάρχουν όμως και αποσπάσματα που μάλλον θα φανούν δύσπεπτα στους σύγχρονους αναγνώστες. Η σαφήνεια λείπει σε ελάχιστες περιπτώσεις (π.χ. στις σελ. 27-29 δεν διευκρινίζεται το πού βρίσκεται ο Αλ. Ραγκαβής), ενώ στα πρώτα κεφάλαια είναι πιθανό η εναλλαγή προσώπων να προκαλέσει σύγχυση. Από την άλλη, η δράση είναι ασταμάτητη σε βαθμό που να θυμίζει χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Μας μεταφέρει στο κέντρο τριών επαναστατικών πυρήνων του ξεσηκωμού και σε ισάριθμες απελπισμένες εξόδους που αντηχούν εκείνη του αυτοκράτορα από τα τείχη της Πόλης το 1453. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη και συνολικά 24 μικρά κεφάλαια με μέγεθος 3-9 σελίδες (συνήθως γύρω στις 5). Η παλιά έκδοση είναι προσεγμένη, με σκληρό εξώφυλλο, όμορφα πρωτογράμματα και «παλαιού τύπου» σκίτσα που θυμίζουν λίγο χαρακτικά. Η νέα έκδοση εκτός από πολύχρωμες ζωγραφιές περιλαμβάνει και CD με τη θεατρική διασκευή του έργου σε μουσική Γιώργου Βούκανου (φιλική συμμετοχή του Χρόνη Αηδονίδη και της Νεκταρίας Καραντζή). Το προτείνουμε στους μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού ενώ σίγουρα θα αρέσει στους φίλους των ηρωικών περιπετειών.

  • Συναρπαστική περιπέτεια - Δυνατές σκηνές που συγκινούν
  • Προβάλλονται αξίες όπως υπευθυνότητα και αλτρουισμός
  • Γνωριμία με ιστορικές προσωπικότητες της εποχής

  • Οι νεαροί αναγνώστες ίσως βρουν το ύφος ανοίκειο

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Οικογένεια, 25 Μαρτίου, Ελευθερία, Γενναιότητα, Πατριωτισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Πολλές οι σκηνές που μένουν στο μυαλό, όπως η ανάγνωση του γράμματος του Σούτσου, η υπεράσπιση της Νάουσας από τον Ζαφειράκη και η υποδοχή του Μπάιρον.

Εικονογράφηση
Χαρακτηριστική των περασμένων δεκαετιών, με λιγοστές αλλά εντός κλίματος ολοσέλιδες ζωγραφιές και μικρά σκίτσα στο κλείσιμο κάποιων κεφαλαίων. Στην καινούρια έκδοση, η εικονογράφηση είναι πλούσια και πολύχρωμη, ενώ τις ζωγραφιές συμπληρώνουν χαριτωμένα πρωτογράμματα.
 
Απόσπασμα
Το κρύο τσουχτερό ήταν· είχε σκεπαστεί ως τ’ αυτιά ο Κωνσταντίνος. Ήταν η όμορφη ώρα του πρωινού ύπνου, όταν άκουσε τις ντουφεκιές. Πέταξε τα στρωσίδια από πάνω του, πάτησε πάνω στο Μιχάλη απ’ τη βιάση του, έτρεξε στο παράθυρο. Βαθύ σκοτάδι έξω, πίσσα, μόλις και ξέκρινες το άσπρο του χιονιού. Οι ντουφεκιές γίναν πυκνότερες, ζύγωναν. Άκουσε τον κυρ Λάζαρο να κατεβαίνει τις σκάλες. Κακοντύθηκε ο Κωνσταντίνος, πετάχτηκε κάτω κι αυτός.  Έφτασε τον κυρ Λάζαρο όταν ξεκρέμαγε τα ντουφέκια του.

- Πάρε κι εσύ, του είπε και του αεροπέταξε ένα.
Βρέθηκαν στην παγωμένη νύχτα μαζί με όλους τους Ναουσαίους, μα οι ντουφεκιές είχαν τελειώσει.

- Αδέρφια, ακούστηκε, θαρρείς, σ’ όλη την πολιτεία η βροντερή φωνή του Ζαφειράκη. Αδέρφια, στ’ όνομα της Αγίας Τριάδας, στ’ όνομα της Πατρίδας μας ξεσηκωνόμαστε. Λευτεριά ή θάνατος, αδέρφια μου!!!

Πού βρέθηκαν τόσες φωνές μαζί να ακουστούν ως πέρα στα βουνά Λευτεριά ή θάνατος! Λευτεριά ή θάνατος! Ήταν τόσες οι φωνές, που ο Ζαφειράκης πια δεν ακούγεται. Μα από στόμα σε στόμα, όλοι το μάθανε. «Όλοι με τα γιορτινά στη μεγάλη μας εκκλησιά, στον Αηδημήτρη μας!». Και το μαντάτο έφτασε τόσο γρήγορα, που σαν γύρισαν πίσω στο σπίτι οι γυναίκες ήταν έτοιμες. Κυριακοντυμένες, τα κοτσίδια της Ανθούσας ένα γύρο στο κεφάλι. Ανέβηκε στο δωμάτιο ο Κωνσταντίνος να συγυριστεί, «καθαρά, σου ‘χω στο μπαούλο απάνω» η μάνα της Ανθούσας του φώναξε, κι όπως ντυνόταν και σκεφτόταν, μια θύμηση σαν καυτό σίδερο τον έτσουξε, του έφερε ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Σήμερα είναι 22 Φεβρουαρίου 1822. Πριν από ένα χρόνο – Θεέ μου, πώς πέρασε κιόλας ένα χρόνος- σαν σήμερα, σημαδιακιά μέρα, είδε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Πρίγκιπά του, να περνάει τον Προύθο. Τον θυμάται να στέκεται, να κοιτάζει προς τη Ρωσία, τον ανθρώπινο δισταγμό του και το περήφανο, αποφασιστικό πάτημά του στην άλλη όχθη, που αντιπροσώπευε την πατρίδα του.

- Αργείς, ο Μιχάλης δεν μπορούσε άλλο πια να περιμένει. Κούμπωσε το τελευταίο του κουμπί, κατέβηκε κάτω, αντάμωσε τον κυρ Λάζαρο, τους γειτόνους. Όλη η Νάουσα τραβούσε για τον Άη Δημήτρη…

Ο πρωτοσύγκελος έκανε τη δοξολογία, κι οι αναπνοές είχαν σταματήσει. Όλοι, κι οι ανήμποροι κι οι γέροντες ήταν πεσμένοι στα γόνατα. Βγήκε από την Ωραία Πύλη ο πρωτοσύγκελος, κρατούσε στις χούφτες του το δισκοπότηρο. «Μετά φόβου θεού…». Πρώτος ο Ζαφεριάκης, μετά ο Γάτσος, ο Καρατάσος, τα παλικάρια τους μετά, ένας ένας από πίσω οι Ναουσαίοι, οι γέροντες, τα παιδιά, έφτασε η σειρά του Κωνσταντίνου. «Τον δούλο του Θεού…», «Κωνσταντίνο» ψιθύρισε, άνοιξε το στόμα του, με λαχτάρα δέχτηκε τη θεία Κοινωνία. Έκανε τον σταυρό του και άφησε τόπο να κοινωνήσει κι ο Μιχάλης. Μισοζαλισμένος βγήκε απ’ την εκκλησία, η λειτουργία είχε τελειώσει, η πόλη άρχισε να πανηγυρίζει. Ήταν λεύτερη. Σήμερα ήταν λεύτερη!

Στον πύργο του Ζαφειράκη είχε σηκωθεί η σημαία τον ελευθέρων ανθρώπων. Και στα πυργάκια, στα τείχη και στις εφτά πύλες της Νάουσας, κι εκεί ίδιες σημαίες σηκώθηκαν. Πήγε κοντύτερα ο Κωνσταντίνος να τις δει. Ο σταυρός στην μια μεριά και η φράση «Ἐν τούτ νίκα» και απ’ την  άλλη μεριά ο φοίνικας με την επιγραφή «Μάχου ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος». Θε μου, πόσο έμοιαζε με τη σημαία των Ιερολοχιτών! Ένιωθε την ανάγκη να βρεθεί μόνος, να συγκεντρωθεί, να μπορέσει να στείλει ένα μήνυμα, έναν χαιρετισμό στον Πρίγκιπά του, που ποιος ξέρει τώρα σε ποια φυλακή θα βρίσκεται. Άκουσε τον Ζαφειράκη να μιλάει στους Ναουσαίους, πήρε τ’ αυτί του πως επιτροπή συστήθηκε από τέσσερις, άκουσε ζητωκραυγές. Προχωρούσε σιγά. Μια-μια μπροστά του ξαναζούσαν οι ώρες, οι μέρες της Μολδοβλαχιάς. Τα νταούλια πήγαν να τον ξαναφέρουν στη γη, είδε πως χορό στήσαν οι άντρες και οι γυναίκες τραγουδούσαν και χτυπούσαν τα χέρια του στο ρυθμό του χασάπικου.

«Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας που όριζε την οικουμένη όλη»

Θεέ μου, αυτό το τραγούδαγε κι η μάνα του, η Σοφία. Τώρα θυμάται, πως του έλεγε, πως είναι Μακεδονίτικο. Τον κυνηγάν χίλιες θύμησες, το Παρίσι, ο Αλέξανδρος, ο Πρίγκιπας, ο νεκρός Δημήτριος Σούτσος, το γράμμα το έστειλε στους δικούς του. «Ευρίσκομαι επί κεφαλής ελευθέρων ανθρώπων, οι οποίοι δεν με φορτώνουν με ματαίους τίτλους, οι οποίοι μου δίδουν το γλυκύ του αδελφού όνομα…». Ζει κι ο Κωνσταντίνος ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους. Γιατί απ’ τη στιγμή που έπαψαν να νιώθουν σκλάβοι, οι Έλληνες είναι κιόλας ελεύθεροι.

- Αλέξανδρε, αδελφέ μου, δεν είσαι κοντά μου να δεις την Πατρίδα, να δεις τους δικούς μας ανθρώπους.

Είχε φτάσει στο ποτάμι, στην Αραπίτσα, και το ποτάμι ήταν φουσκωμένο, αγριεμένο κι έτρεχε με βουητό ν’ ανταμώσει τη θάλασσα, τη μάνα του…

- Λοιπόν παλικάρι, με ζήτησες;
- Ναι, καπετάνιο.
- Και σαν τι θες ελόγου σου από μένα;
- Να με πάρεις μαζί σου.

Ο Ζαφειράκης καθότανε στο μαλακό ντιβάνι και με μισόκλειστα μάτια μέτραγε τον Κωνσταντίνο.
- Ντόπιος δεν είσαι. Μου ‘πε ο κυρ Λάζαρος πως είσαι Ιερολοχίτης. Μα δύσκολες ώρες περνάει η πατρίδα μας, δυσκολότερες ώρες μας περιμένουν. Πρέπει να ξέρω ένα ένα τα παλικάρια μου. Σημάδι έχεις, πως είναι αλήθεια ό, τι μας είπες;

- Έχω, σοβαρά απάντησε ο Κωνσταντίνος.
- Ποιο; Και τι το κρύβεις; Δε θα ‘χαμε τόσην ώρα κουβεντιάσει λόγια του ανέμου.

Ο Κωνσταντίνος, αμίλητος, άνοιξε το δισάκι του και με χέρια που έτρεμαν, στα τυφλά έψαξε και έβγαλε το πανί.

- Η σημαία των Ιερολοχιτών! είπε με βραχνιασμένη φωνή.

Ορθώθηκε ο Ζαφειράκης, έκανε δύο βήματα μπροστά, έπιασε με δέος την σημαία. Δεν τόλμησε να τη χαϊδέψει, όπως το ‘θελε, μα απόμεινε να την κοιτάζει. Πρόσεξε πως η άκρη της είχε ξεραμένο αίμα.

- Σκοτώθηκε ο σημαιοφόρος, εξήγησε ο Κωνσταντίνος.
Ψημένος ο καπετάνιος, είχαν δει κι είχαν δει τα μάτια του, είχε σηκώσει κι αν δεν είχε σηκώσει πίκρες η καρδιά του, είχε πιεί φαρμάκια, μα τέτοιο φαρμάκι, τέτοια πίκρα τον συγκλόνισε. Σα βαλανιδιά χτυπημένη από αστροπελέκι, έγειρε, τρίκλισε και έπιασε κι ασπάστηκε το αίμα. Έκανε ώρα να συνέλθει. Κι όταν γύρισε και μίλησε στον Κωνσταντίνο, ήταν πέτρινο κι αδάκρυτο το πρόσωπό του.

- Ξέρεις, παιδί μου, ποια είναι η κατάσταση εδώ; Απάντηση δεν περίμενε και συνέχισε. Είχαμε στείλει κάποιον, Σάλας τ’ όνομά του, μ’ ένα καράβι, να πάει στα Ψαρά, να πάρει κανόνια, μα δεν πρόκειται να ‘ρθει. Στείλαμε στην Πελοπόννησο γράμματα να μας βοηθήσουν. Μα εκεί έχουν την Τριπολιτσά να πάρουν, έχουν δικές τους αγωνίες, λίγος ο στρατός, πολλοί κάτω οι Τούρκοι, δεν περισσεύουν άντρες να μας στείλουν. Για λεφτά ούτε λόγος να γίνεται, δεν υπάρχουν, είναι χειρότερα εκεί κάτω από μας. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου μας στείλανε μαντάτο πως, μη περιμένουμε να μας βοηθήσουνε, γιατί κι αυτοί τώρα πολεμάνε. Μακριά είμαστε απ’ τη θάλασσα, είμαστε αποκομμένοι από την άλλη Ελλάδα, που επαναστάτησε, με χιλιάδες Τούρκικο στρατό στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Μα είμαστε ένα κορμί οι Έλληνες. Και δεν μπορούμε να μη ζητήσουμε κι εμείς τη λευτεριά μας, όταν ολόκληρο κορμί την αποζητάει.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σου δείξω πεντακάθαρη την κατάσταση. Το δικό μας ξεσήκωμα έχει το χαρακτήρα της αυτοθυσίας, είμαστε σαν εκείνους τους τριακόσιους τους παλιούς τους Σπαρτιάτες, ξέρεις. Δεν είχανε ελπίδα να νικήσουνε, δεν είχανε ψεύτικα όνειρα πως θα διώχνανε τον Πέρση. Ίσως ανόητους να τους φαντάστηκαν μερικοί. Μα είναι λίγοι αυτοί, που έτσι τους φαντάστηκαν. Οι Σπαρτιάτες το ‘ξεραν πως θα νικιόντουσαν, πως θα πεθαίνανε και στάθηκαν εκεί και πολέμησαν .

Ξέρεις, είπε ο Ζαφειράκης σκεφτικά, είμαστε ένας λαός περίεργος. Από τη στόφα που υφαίνονται τα όνειρα είμαστε. Δεν είναι λίγο να ξέρεις πως θα νικηθείς και να πλένεσαι, να στεφανώνεσαι και να τραβάς να πολεμήσεις! Είμαστε νοικοκυραίοι, χορευταράδες, καλοφαγάδες αν θες, την αγαπάμε τη ζωή. Τι λέω την αγαπάμε! Τη λατρεύουμε τη ζωή. Και όλα αυτά στο λεφτό τα πετάμε για να είμαστε λεύτεροι.

Είσαι πιο νέος, μα άκου με εμένα, που έφαγα τη ζωή με το κουτάλι. Απ’ όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις, οι δυνάμεις της ψυχής είναι αυτές που φέρνουν αποτέλεσμα. Κι εμείς έχουμε μια δύναμη, που ξεκινάει απ’ το πνεύμα μας και μας κάνει στο τέλος, να νικούμε. Γιατί, κι αυτό κομπόδεσέ το στο μυαλό σου, θα νικήσουμε στο τέλος, έστω κι αν λίγοι θα δούμε αυτή τη νίκη.

Ο Ζαφειράκης έκοψε βόλτες με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη. Και χωρίς να φοβάται τα λόγια συνέχισε.

- Το λοιπόν, ακόμα ζητάς να μείνεις εδώ να πολεμήσεις μαζί μας;

- Τώρα το ζητώ περισσότερο από πριν. Σταθερή ήρθε η απάντηση. Κρυφοκαμάρωσε ο Ζαφειράκης, μα δεν το έδειξε.

- Καλά, είπε, Πήγαινε και θα σε ειδοποιήσω. Άσε μόνο τη σημαία, να καταφέρω να την στείλω κάπου, να φυλαχτεί. Θα ‘ρθουν χρόνοι, που θα προσκυνιέται τούτη η σημαία. Της έριξε μια τελευταία ματιά ο Κωνσταντίνος, την αποχαιρέτησε. Πήγαινε να φύγει, όταν είδε πλατιά την παλάμη του καπετάνιου να του προσφέρεται.

- Καλή τύχη να 'χουμε ή καλό βόλι, όπως λέμε εμείς εδώ. Σφίξαν τα χέρια και χώρισαν...
Το μνημείο στον χώρο θυσίας των γυναικών της Νάουσας,
στη γέφυρα Στουμπάνων πάνω στον παραπόταμο Αραπίτσα
Σχόλιο
Αναφέρουμε παραπάνω πως πιθανότατα το βιβλίο θα αρέσει περισσότερο σε αγόρια και ένας από τους λόγους, είναι ότι στους θηλυκούς χαρακτήρες του κειμένου δίνεται ρόλος αρκετά διακριτικός. Παρότι συνοδεύουν και βοηθάνε τον Κωνσταντίνο σε κάθε φάση της μεγάλης του περιπέτειας, οι κοπέλες που συναντάει σε κάθε σταθμό της ζωής του, μένουν στο παρασκήνιο και αφήνουν τελικά ένα ελαφρύ ίχνος στην ιστορία- σε σύγκριση τουλάχιστον με τους αρσενικούς χαρακτήρες. Εξαίρεση η μητέρα του ήρωα, η οποία μέσα από την παιδεία, την ευθύνη αλλά και το δαχτυλίδι που του κληροδοτεί στο ξεκίνημα, χαράζει ουσιαστικά ολόκληρη την μετέπειτα πορεία του και διαρκώς τον καθοδηγεί. Οι νεαρές αναγνώστριες ωστόσο, θεωρώ πως δύσκολα θα ταυτιστούν με την μαμά Σοφία. 

Μιλώντας για τη μητέρα του ήρωα, κάτι που ίσως χρειάζεται διευκρίνιση είναι το επίθετό της. Στο πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται ότι ο Παλαιολόγος παραδίδει το δαχτυλίδι στον Ανδρόνικο Ζάγαρη, ενώ στο πέμπτο ο Υψηλάντης τον προσφωνεί ως γιο της Σοφίας από το γένος του Ανδρόνικου Ζηλίκη. Η διαφορά στα δύο επίθετα παραμένει και στη νέα έκδοση που κυκλοφορεί.

Οι αξίες και τα ιδανικά που συνοδεύουν τους ήρωες και καθορίζουν τις αποφάσεις τους, θυμίζουν αρκετά τα επικά έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Η ανάγκη που νιώθει ο Κωνσταντίνος (και όχι μόνο) να θυσιάσει τη ζωή του για την πατρίδα, όπως και η φράση που επαναλαμβάνεται στις σ.150-3 «Ένας άνθρωπος μπορεί να πεθάνει... Αλλά η ιδέα της Λευτεριάς θα συνεχίσει να ζει... Οι ιδέες αντέχουν στον θάνατο» μας παραπέμπει στο Εγώ είμαι ένας και θα περάσω... του Για την Πατρίδα, που άλλωστε έχει χρησιμοποιηθεί ως αναφορά και από την Άλκη Ζέη στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου. Μια διαφορά βέβαια με την αυταπάρνηση του Αλεξίου, είναι πως εκείνη είχε ως έναυσμα την εντολή του αυτοκράτορα, ενώ στον Κωνσταντίνο τα κίνητρα είναι εσωτερικά. Και πώς να μην είναι, όταν στις φλέβες του Κωνσταντίνου, ρέει το αίμα του τελευταίου αυτοκράτορα;
Το δαχτυλίδι του Βασιλείου Λακαπηνού ή Λεκαπηνού, το όνομα
του οποίου μας είχε απασχολήσει στο Άννα και Θεοφανώ (Πηγή)
Στο Βουκουρέστι, ο Κωνσταντίνος πηγαίνει στη Σχολή να ακούσει το πρώτο μάθημα του Γεννάδιου, και ακολουθεί μια ατμοσφαιρική σκηνή γεμάτη φλογερό πατριωτισμό. Μια και οι μέρες το επιβάλλουν, ας την παραθέσουμε:

Έλεγε ο Γεννάδιος, κι εκεί μπροστά στον Κωνσταντίνο ήρθε και στήθηκε όλη η δόξα της Ελλάδας, της Αθήνας η λαμπράδα. κι εκεί που 'χε παρασυρθεί από το όνειρο, άκουσε βροντερή τη φωνή του διδασκάλου:
 - Κλείστε τις θύρες!
- Τις θύρες, τις θύρες! φώναξαν μερικοί.

Κοντά στην πόρτα ήταν ο Κωνσταντίνος. Έσπρωξε όλο εκείνο το πλήθος, έκλεισε την πόρτα. Και όταν ξαναγύρισε στη θέση του, είδε έναν αλλιώτικο Γεννάδιο. Μεθυσμένο, όχι πια από το όραμα της παλιάς Αθήνας, αλλά με ιερή οργή, φωτιές να βγαίνουν από τα μάτια του, καυτά τα λόγια του, να λέει τα βάσανα του Γένους. Τους χλευασμούς, το παιδομάζωμα, τον τρόμο, τη σκλαβιά να ανιστοράει, τα τόσα τόσα χρόνια του ζυγού να τα μετράει, και μαζί του όλοι ετούτοι εδώ να τα μετράνε. Και να κλαίει ο Γεννάδιος και να κλαίει όλος ετούτος ο λαός, να κλαίει ο Κωνσταντίνος, να κλαίει ο μικρός Ραγκαβής. Και τα δάκρυα να στεγνώνουν, καθώς η ελπίδα έρχεται τώρα να γλυκάνει τόσο πόνο, τόσα βάσανα. Γι' Ανάσταση μιλάει τώρα ο σοφός, για Φιλική Εταιρεία, για τον Αλέξανδρο τον Υψηλάντη λέει, για καρδιές και καριοφίλια, που καρτεράνε την Άγια Ώρα, να 'ρθει, του Σηκωμού. 

Ήρθε η ώρα, έλεγε ο δάσκαλος, να δείξετε στον κόσμο που σας κοιτάζει και στην Πατρίδα, που ελπίζει σε σας, ότι είστε πραγματικά της παιδιά. Ήρθε η ώρα να δείξετε την ευγνωμοσύνη σας προς την Πατρίδα, που σας γέννησε και να προσφέρετε κάτι ελάχιστο· μικρό αντίδωρο στην τόσο μεγάλη ευεργεσία, να σας κάνει Έλληνες και να προσφέρετε τη ζωή σας γι' αυτή. Η Πατρίδα, αφού σας ευεργέτησε με το να σας γεννήσει Έλληνες, τώρα σας δίνει μια ακόμα πιο μεγάλη ευεργεσία, να πολεμήσετε και να  πεθάνετε γι' αυτήν. Αφού σας έδωσε τη ζωή, τώρα σας προτείνει την αθανασία. Πρόγονοι και πατέρες τριών χιλιάδων ετών, ήρωες, μάρτυρες, σοφοί, στρατηλάτες, σας κοιτάζουν από τον ουρανό για να δουν αν θα φανείτε άξιοί τους και της Πατρίδας. Των Θερμοπυλών, του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών οι ψυχές σας νεύουν και σας ενθαρρύνουν. Του Ιερού Λόχου των Θηβών οι αδελφοί σας, σας φωνάζουν: Μη μας ατιμάσετε! Μιμηθείτε μας! Σας περιμένουμε με αγκαλιές ανοιχτές. Τεσσάρων αιώνων τυραννοκτονίας ήρωες και μάρτυρες, η αθάνατη κλεφτουριά, Ιεράρχες, άρχοντες, προεστοί, διδάσκαλοι, ναυτικοί, σας φωνάζουν: Μάχεσθε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Των παλαιών Αθηνών οι νέοι σας προσκαλούν να ορκισθείτε τον όρκο εκείνων. Γονατίσατε και ορκισθείτε.

Ο Κωνσταντίνος σαν μέσα σε όνειρο γονάτισε όπως γονάτισαν όλοι. Η φωνή του, βαριά, ενώθηκε με όλες τις άλλες: Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά. Ο Γεννάδιος συνέχισε στην τρομερή σιωπή κι ήταν ίδιο μαχαίρι η φωνή του. Παιδιά της Πατρίδας, φανείτε άξιοι των πατέρων σας. Έφτασε η στιγμή. Σας προσκαλεί η Πατρίδα να την ελευθερώσετε και να απαθανατισθείτε...
Χρήση στην τάξη
Τα ιστορικά ονόματα που παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου είναι πολυάριθμα: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Άνθιμος Γαζής, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Γεώργιος Γεννάδιος, Αλέξανδρος Ν. Σούτσος, Γιωργάκης Ολύμπιος, Ζαφειράκης Θεοδοσίου, Αγγελής Γάτσος, Αναστάσιος Καρατάσος, Λόρδος Μπάιρον, Σπυρίδων Τρικούπης, Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ, Διονύσιος Σολωμός, Ιωάννης Καποδίστριας...

Έχουν άραγε οι μαθητές μας ξανακούσει κάποια από αυτά; Μια πρώτη δραστηριότητα, θα μπορούσε να αφορά στην αναζήτηση στοιχείων για τις παραπάνω προσωπικότητες και στη συνέχεια παρουσίασή τους στην τάξη. Αν η προσέγγιση αυτή σας φαίνεται τετριμμένη και το σχολείο διαθέτει τις απαραίτητες υποδομές, ομάδες μαθητών μπορούν να επιχειρήσουν τη δημιουργία μιας παρουσίασης (powerpoint) που να περιέχει σχετικές φωτογραφίες, πληροφορίες και μια χρονογραμμή.

Από τη στιγμή που οι μαθητές θα έχουν ασχοληθεί αρκετά (περισσότερο ή λιγότερο διαδραστικά) ώστε να κατέχουν κάποια βασικά στοιχεία για το καθένα από τα παραπάνω πρόσωπα, μπορούμε να παίξουμε ένα παιχνίδι από τα πάρτι του παλιού καιρού. Το παιχνίδι ονομάζεται Ποιος είμαι??? και ο κάθε μαθητής πρέπει μέσα από πέντε ερωτήσεις (στις οποίες η απάντηση είναι ναι ή όχι) προς τους συμμαθητές του, να μαντέψει ποιο από τα ονόματα των ηρώων βρίσκεται στο χαρτί που έχει στην πλάτη ή το μέτωπό του.
Στο μάθημα της Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τους σταθμούς της πορείας του Κωνσταντίνου σε έναν πολιτικό χάρτη: Παρίσι - Βουκουρέστι - Δραγατσάνι (Drăgăşani)- Νάουσα - Μεσολόγγι - Ναύπλιο. Από πόσες και ποιες σύγχρονες χώρες πέρασε το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα; 

Στα εικαστικά, μια ιδέα θα ήταν να ασχοληθούμε με τον Φοίνικα. Πώς θα αποδίδαμε το μυθικό πτηνό σε μοντέρνα εκδοχή ώστε να ταιριάζει στη σύγχρονη Ελλάδα που προσπαθεί να ορθοποδήσει; Μπορούμε επίσης να μελετήσουμε τον πίνακα «Η έξοδος του Μεσολογγίου» του Θεοδ. Βρυζάκη και να τον αναπαραστήσουμε με δικές μας ζωγραφιές, παντομίμα ή άλλα μέσα. Ο πίνακας, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, ενώνει το πρώτο με το τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, αφού οι κόκκινες περικνημίδες της κεντρικής μορφής, παραπέμπουν στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο!
Ενδιαφέρον όπως πάντα, θα είχε και μια επίσκεψη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή) στο οποίο φυλάσσεται ο μοναδικός επενδύτης ιερολοχίτη που σώζεται στις μέρες μας, όπως και προσωπικά αντικείμενα του Αδαμάντιου Κοραή, αλλά και του φιλέλληνα Λόρδου Μπάιρον, όπως το κρεβάτι εκστρατείας του (στο μουσείο το βλέπουμε διπλωμένο στο μπαουλάκι του). Περισσότερα για τον Ιερό Λόχο, μπορούμε να συναντήσουμε στο ομώνυμο βιβλίο της Βάσας Σολωμού - Ξανθάκη.

Στο μάθημα της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε ποιήματα του Μπάιρον αλλά και του Διονυσίου Σολωμού και να τα απαγγείλουμε στην τάξη. Επίσης, για όποιον αναζητά κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα, ίσως θα είχε ενδιαφέρον να επιχειρήσει με την τάξη του να διαβάσει αποσπάσματα από την εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου και να προσπαθήσει να τα αποδώσει σε νέα ελληνικά. Στην εικόνα, το τελευταίο φύλλο της εφημερίδας πριν μια τουρκική βόμβα καταστρέψει τις εγκαταστάσεις της.

Share/Bookmark