Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Το αγόρι που κολύμπησε με τα πιράνχας

Υπόθεση
Α' Μέρος
Όταν η οικονομική κρίση υποχρεώνει το ναυπηγείο μιας μικρής αγγλικής πόλης να κλείσει, οι εργαζόμενοι σε αυτό αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες πηγές βιοπορισμού. Ο Έρνι Ποτς, ένας από τους απολυμένους εργάτες, αποφασίζει να μετατρέψει το σπίτι του σε κονσερβοποιία ψαριών. Η γυναίκα του Άννι και ο ανιψιός του Στάνλεϊ, που μένει μαζί τους από τον καιρό που έχασε τους γονείς του σε δυστύχημα, βλέπουν -παρά την επιτυχία της οικογενειακής επιχείρησης- τη ζωή τους να αλλάζει προς το χειρότερο: στριμωγμένοι ανάμεσα σε σωλήνες και θορυβώδεις μηχανές που βρωμάνε ψαρίλα, παρατηρούν την αλλοτρίωση να κυριεύει τον θείο Έρνι σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέρα και νύχτα να σκέφτεται μόνο τη δουλειά. Μετά μάλιστα από την «επίσκεψη» μιας ομάδας οικονομικών ελεγκτών - τραμπούκων που τον εκβιάζουν με έξωση, η συμπεριφορά του γίνεται εντελώς αλλόκοτη. Φτάνει να κονσερβοποιήσει τα όμορφα χρυσόψαρα του ανιψιού του, ο οποίος τότε αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι και να ακολουθήσει ένα περιοδεύον λούνα-παρκ, γεμάτο ιδιαίτερους καλλιτέχνες.

Β' Μέρος
Το λούνα παρκ μετακομίζει σε άλλη πόλη και ο νεαρός Στάνλεϊ το ακολουθεί. Έχει πιάσει δουλειά στον πάγκο του κυρίου Ντοστογέφσκι, που καλεί το κοινό να ψαρέψει πλαστικές πάπιες με δώρο μικρά χρυσόψαρα. Όταν το αγόρι στέλνεται να προμηθευτεί νέα ψαράκια, πιάνει φιλίες με πολλούς επαγγελματίες του χώρου και συναντάει τον Πάντσο Πιρέλλι, έναν παράτολμο άνδρα που στο νούμερό του κολυμπάει με πιράνχας! Ο αρτίστας - μύθος τον καλεί να παρακολουθήσει από κοντά την επόμενή του παράσταση!

Γ' Μέρος
Ο Σταν συγκλονίζεται από το νούμερο του Πιρέλλι, που βλέπει στον ταλαντούχο νεαρό τον αντικαταστάτη του και τον πείθει να ξεκινήσει τη σχετική εκπαίδευση. Σύντομα, είναι έτοιμος για το ντεμπούτο του μπροστά σε κοινό. Στο μεταξύ, αναζητώντας μετανιωμένοι τον ανιψιό τους, ο θείος και η θεία φτάνουν στην πόλη. Το ίδιο και οι αμείλικτοι, αγράμματοι, αχαρακτήριστοι οικονομικοί ελεγκτές - τραμπούκοι. Η αγωνία κορυφώνεται καθώς ο Σταν ανεβαίνει στη δεξαμενή με τα άγρια ψάρια... Ποιο θα είναι το φινάλε της παράστασης;
  
Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ντέιβιντ Άλμοντ (David Almond)
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εικονογράφηση: Oliver Jeffers
Τίτλος πρωτοτύπου: The boy who swam with piranhas
ISBN: 978-618-01-0528-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 264
Τιμή: περίπου 10 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Διαβάστε την εισαγωγή και τα δύο πρώτα κεφάλαια ακολουθώντας τον σύνδεσμο εδώ
Δείτε τον συγγραφέα να διαβάζει μια παράγραφο του βιβλίου εδώ (στα αγγλικά)

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία, τη σκληρότητα και τον ρομαντισμό, για να μας αφηγηθεί την πορεία ωρίμανσης του Στάνλεϊ Ποτς, ενός πολύ ιδιαίτερου νέου. Με μετάφραση καλοδουλεμένη, που είναι ωστόσο αδύνατο να μεταφέρει κάποιες πτυχές της ιστορίας στα μέτρα του ελληνικού κοινού (για παράδειγμα το Fairground του αγγλικού κειμένου που αποδίδεται ως λούνα παρκ και θυμίζει περιπλανώμενο πανηγύρι με αρτίστες και φρικιά, είναι κάτι ξένο προς τις τοπικές μας παραστάσεις), το κείμενο ρέει χωρίς προβλήματα και χάρη στη μυθοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα, παρασύρει τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο μαγικό. Η πλοκή χωρίζεται σε τρία μέρη και 47 συνολικά κεφάλαια (12, 15 και 20 σε κάθε μέρος αντίστοιχα) που συνήθως δεν ξεπερνούν τις 4-5 σελίδες το καθένα και διαβάζονται αστραπιαία. Προς την κατεύθυνση αυτή εξυπηρετούν και τα μικρά εμβόλιμα σκίτσα, που εμφανίζονται συχνά στο κείμενο. Παρότι η δράση μοιάζει -ειδικά στο δεύτερο- μέρος κάπως αργή, προσωπικά δεν συμφωνώ με όσους καταλογίζουν στην πλοκή "κοιλιά". Εξάλλου τα σημεία που αφιερώνονται σε όνειρα και αναπολήσεις του κεντρικού χαρακτήρα, είναι περιορισμένα. Σε κάθε περίπτωση, λόγω των αλληγορικών μηνυμάτων και της όλης θεματικής του, θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε έμπειρους αναγνώστες της Στ' Δημοτικού και των πρώτων τάξεων του γυμνασίου.


  • Μυστηριακή ατμόσφαιρα 
  • Πρωτότυπη υπόθεση και χαρακτήρες


  • Μηνύματα που μπορεί να παρεξηγηθούν

Αξίες - Θέματα
Κρίση, Οικογένεια, Γενναιότητα, Απώλεια, Διαφορετικότητα, Αυτογνωσία, Ωρίμανση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε

Όταν ο Σταν περιπλανιέται νύχτα στον άλλοτε πραγματικό και άλλοτε παραμυθένιο κόσμο του λούνα-παρκ αλλά και όταν ο Πάντσο Πιρέλλι εξηγεί στον ήρωα πώς «έχτισε» τον προσωπικό του μύθο.

Εικονογράφηση

Ασπρόμαυρη και με μικρή, αλλά επιτυχημένη συμμετοχή στο τελικό αποτέλεσμα, προσφέρει στον αναγνώστη μια σειρά από εμβόλιμα σκίτσα και λίγες ολοσέλιδες ζωγραφιές που κοσμούν το κείμενο, αποδίδοντας διάφορα αντικείμενα και χαρακτήρες. Πολύ ελκυστικό το εξώφυλλο, που επιλέγει να παρουσιάσει τον ήρωα με μπέρτα κόκκινη αντί για την μπλε που κανονικά φοράει στο κείμενο.
Απόσπασμα 
Θα πρέπει να βλέπεις την καλή πλευρά των πραγμάτων, έτσι δεν είναι; Υπάρχει ένα φως στο τέλος του… Αλλά άκου, πέρασα πραγματικά υπέροχα κουβεντιάζοντας μαζί σου, Σταν, μα φοβάμαι πως δεν έχω μπροστά μου κι όλη την ημέρα· και, μια που το κουβεντιάζουμε, τι θα κάνουν με την τιμή των ψαριών;

«Δεν ξέρω, κύριε Χρυσοφάνη».

«Ακριβώς! Τώρα. Ψάχνεις το Α, το Β, το Γ ή το Δ;» Προσέχει το απορημένο ύφος του Σταν. «Θέλεις τα Μεγάλα Χρυσά, τα Πρώτης Κατηγορίας, το Όχι Πολύ Άσχημα ή τα Μικρά Νανάκια;» Βλέπει την έκφραση του Σταν να παραμένει απορημένη. «Να σου πω κάτι. Έλα και ρίξε μια ματιά στις λιμνούλες και θα σου εξηγήσω».

Ο Χρυσοφάνης λέει στον Σταν να κάνει τον γύρο του γραφείου για να φτάσει στις λιμνούλες. Του εξηγεί πως τα Μεγάλα Χρυσά στη λιμνούλα Α είναι τα καλύτερα και τα πιο ακριβά απ’ όλα, και πως τα Νανάκια στη λιμνούλα Δ είναι τα πιο κοκαλιάρικα και τα πιο φτηνά. Ο Σταν τα κοιτάζει. Μοιάζουν όλα όμορφα στα μάτια του, τα Μεγάλα Χρυσά που λικνίζονται υπέροχα, τα νευρικά νανάκια κι όλα τ’ άλλα ενδιάμεσα.

«Είναι αξιολάτρευτα», λέει ο Σταν. «Όλα μαζί και καθένα χωριστά».

Λες και τον άκουσαν, ένα σωρό ψάρια ανεβαίνουν ως την επιφάνεια του νερού και στρέφουν τα μάτια και το στόμα τους προς τον Σταν.

«Έχω εντυπωσιαστεί», του λέει ο Χρυσοφάνης. «Το έχεις μέσα σου. Θα μπορούσα να σου βάλω και από τα δυο αν θέλεις. Πόσα έχεις σκοπό ν’ αγοράσεις;»

«Μισό κοπάδι».

«Και για ποιον είναι;»

«Για τον Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι».

«Α, μάλιστα!» λέει ο Χρυσοφάνης. «Ο Ντοστογέφσκι. Πολύ παλιός πελάτης μου». Γυρνάει πίσω στο γραφείο του κι ανοίγει έναν φάκελο. «Όπως το θυμόμουν», λέει. «Ο Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι συνηθίζει να παίρνει τα Μικρά Νανάκια».

Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. Το είχε ήδη μαντέψει πως γι’ αυτά ενδιαφερόταν. Το δέκατο τρίτο ψάρι που είχε σώσει στα γενέθλιά του προερχόταν ολοφάνερα από τη λιμνούλα Δ.

«Αλλά», λέει ο Χρυσοφάνης, «σαν ν’ άκουσα πως έχει γίνει άλλος άνθρωπος αυτή την περίοδο».

«Άλλος άνθρωπος;»

«Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα στο λούνα παρκ, Σταν. Λένε πως έχει συναντήσει ένα παιδί που τον έχει επηρεάσει πολύ». Κλείνει τον φάκελο και κοιτάζει τον Σταν. «Έχει αλλάξει όντως, Σταν;»

«Δεν ξέρω. Δεν τον ήξερα και πριν».

«Πριν συναντήσει εσένα εννοείς;»

«Δεν ξέρω», λέει ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει. Του κλείνει το μάτι.

«Χαρά και τιμή μου που σ’ έχω εδώ, Σταν», του λέει.

«Να σου πω κάτι. Θα σου δώσω μισό κοπάδι και από τα δυο. Εντάξει;»

«Εντάξει», λέει κι ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει το δίχτυ του, το βυθίζει με τη σειρά και στις τέσσερις λιμνούλες, βγάζει ψάρια από την καθεμιά και τα ρίχνει απαλά σ’ ένα πλαστικό δοχείο γεμάτο με καθαρό νερό. Τα ψάρια κολυμπούν όλα μαζί συνηθίζοντας τον καινούργιο χώρο τους, και ύστερα, καθώς ο Σταν και ο Χρυσοφάνης τα παρακολουθούν, χωρίζονται πάλι σε Α, Β, Γ και Δ.

«Είναι αστείο αυτό που συμβαίνει κάθε φορά», του λέει ο Χρυσοφάνης. Χαμογελάει. «Κοίτα εκείνα τα Μεγάλα Χρυσά. Κοίτα πόσο υπέροχα είναι εκεί μέσα! Δε νομίζεις κι εσύ πως είναι υπέροχα, Σταν;»

«Ναι», λέει ο Σταν.

«Αλλά πες μου στ’ αλήθεια, ποια προτιμάς εσύ, Σταν;»

Ο Σταν κοιτάζει προσεκτικά μέσα στο νερό. «Τα Νανάκια», λέει ύστερα από κάποιον δισταγμό.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει ξανά. «Το περίμενα. Ίσως επειδή προήλθες κι εσύ από την ίδια λιμνούλα, ε, Σταν;» λέει χαμογελώντας ο Χρυσοφάνης.

Ο Σταν χώνει το χέρι στην τσέπη του και βγάζει μερικά λεφτά. «Πόσα χρωστάω;» τον ρωτάει.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει λίγα κέρματα από το χέρι του. «Αυτά είναι ό, τι πρέπει», του λέει. «Τώρα γύρνα να σ’ τα φορτώσω στην πλάτη σου».

Σηκώνει ένα πλαστικό δοχείο από το οποίο κρέμονται λουριά. Περνάει τα λουριά στους ώμους του Σταν. Το δοχείο είναι βαρύ, αλλά εφαρμόζει καλά στην πλάτη του. Ο Σταν το νιώθει να κρέμεται τόσο κοντά στο σώμα του. Νομίζει πως μπορεί να νιώσει τις δονήσεις των ψαριών καθώς κολυμπάνε.

«Θα τα καταφέρεις;» τον ρωτάει ο Χρυσοφάνης. Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Φύγε τώρα, Σταν». Τον αγγίζει στον ώμο. «Να σου ομολογήσω κάτι; Τα μικρά νευρικά Νανάκια αποδεικνύονται συχνά τα καλύτερα απ’ όλα».

Ο Σταν λέει γεια. Και φεύγει, περνώντας μπροστά από τα άδεια σκουριασμένα κλουβιά. Έχει ξεχάσει τους σκορπιούς και τον αετό. Νιώθει στην πλάτη του τη δόνηση των ψαριών καθώς κολυμπούν. Το δοχείο που τα μεταφέρει γυαλοκοπάει. 
Σχόλια
Κάθε ένα από τα τρία μέρη του βιβλίου, φαίνεται να συνδέεται με ένα διαφορετικό είδος ψαριού. Στο Α' κυριαρχούν οι σαρδέλες, τις οποίες ο θείος Έρνι κονσερβοποιεί, χτίζοντας μια βιομηχανία και ταυτόχρονα γκρεμίζοντας την οικογένειά του. Στο Β' μέρος, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στα λαμπερά χρυσόψαρα και την κοινωνικοοικονομική τους διαστρωμάτωση. Στο τελευταίο μέρος, αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές αναδεικνύονται τα μυθικά, τα θρυλικά, τα θανάσιμα πιράνχας, που καταφέρνουν να κερδίσουν και μια θέση στον τίτλο του βιβλίου. Ένας συμβολισμός που θα μπορούσε (αυθαίρετα όπως πάντα) να συνδεθεί με την εναλλαγή των ειδών αυτών, είναι τρεις διαφορετικές πτυχές της σχέσης ανθρώπου- φύσης: Οι γκρίζες σαρδέλες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν την εκμετάλλευση της Φύσης από τον άνθρωπο, τα υπέροχα χρυσόψαρα την ομορφιά που αυτή του εμπνέει, ενώ τα (ασημόγκριζα και κοκκινομάγουλα) πιράνχας το πώς αυτός μπορεί να συνυπάρξει μαζί της αν την κατανοήσει (όπως ο ήρωας) ή να καταστραφεί αν την αντιμετωπίσει ως ξένος.
από τις σαρδέλες στα χρυσόψαρα κι από εκεί στα πιράνχας!
Τι όμως μπορεί να αντιπροσωπεύει η ομάδα ΚΟΠΑΝΟΣ -Κρατική Ομάδα Περιστολής Ανάρμοστων Και Νοσιρών Σιμπεριφορών- (στα αγγλικά DAFT squad -Dept for the Abolishun of Fishy Things); Το σίγουρο είναι πως η παρέα του Κλάρενς Π. Κλαπ, δρα ως μια καρτουνίστικη κλίκα αμόρφωτων τραμπούκων. Κινούμενη η ίδια στα όρια του νόμου, βρίσκει χαρά στο να τρομοκρατεί οποιονδήποτε τον παραβαίνει... ή θα μπορούσε να τον παραβαίνει! Τα παλικάρια της, φουσκωτά και μαυροντυμένα (σ.83) με ξυρισμένα κρανία, χοντρά σβέρκα (σ.75) και κούφια κεφάλια, παραπέμπουν ευθέως σε νεοναζί. Υποπίπτουν μάλιστα διαρκώς σε αναγραμματισμούς, παρατονισμούς, επαναλήψεις, ορθογραφικά λάθη, κτλ. τα οποία υπογραμμίζουν την αγραμματοσύνη και την επιπολαιότητά τους. Η ελληνική μετάφραση στο σημείο αυτό ίσως στέκεται λίγο αναποφάσιστη: κάνει τον αρχηγό τους να θυμίζει λίγο επαρχιώτη κομμουνιστοφάγο χωροφύλακα και λίγο τον Σκύθη δεσμοφύλακα των Αποστολίδη - Ακοκαλίδη. Ένα παράδειγμα από τη σ.217: Μάλιστα, στυφύλακα. (σ.σ. στο αγγλικό κείμενο ossifer - όπως θα το ξεστόμιζε ένας μεθυσμένος) Ηπιθεωρητής μ' επτά αστέρια, δυο παράσημα κι ένα πτυχίο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον αρχιηπιθεωρητή. Ηπιθεωρώ παράξενα πράγκματα, ασυνήθιστα πράγκματα, πράγκματα που δε θα έπρεπε ούτε καν να είναι πράγκματα. Και τα σταματώ παραύτα, έχω τον τρόπο μου εγώ! Η σχέση της παρακρατικής αυτής ομάδας με την επίσημη αστυνομία, ξεδιπλώνεται στο κεφάλαιο 38, όπου ο Κλάρενς Κλαπ δείχνει να φοβάται τον αστυφύλακα παίξτε το αγγελούδια, παλικάρια αλλά και να τον προσεγγίζει με κολακείες Είναι καλό που ξέρω πως εσύ πολεμάς το κακό σ' αυτήνε την πόλη, όπως και αργότερα Εμείς οι εχθροί των παρανομιών θα πρέπει να παραμένουμε ενωμένοι, στυφύλακα, έτσι δεν είναι; Και πράγματι μοιάζουν ενωμένοι, αφού αντιμετωπίζουν τους πάντες με μισανθρωπισμό και καχυποψία.
Το κράνος που το 1863 αντικατέστησε το ημίψηλο που φορούσαν οι αστυνομικοί, 
ήταν, διαβάζουμε, εμπνευσμένο από το πρωσικό κράνος με αιχμή (Pickelhaube) (πηγή)
Η περιοχή που ο μικρός Σταν μεγαλώνει, ανάμεσα σε εργοστάσια και ναυπηγεία, είναι πιθανότατα εμπνευσμένη από τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Newcastle upon Tyne, που κατά τη βιομηχανική επανάσταση αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής. Ίσως λοιπόν κάπου εκεί, στο νούμερο 69 της Προκυμαίας της Ψαραγοράς, να γεννήθηκε το εργοστάσιο κονσερβοποίησης σαρδελών του θείου Έρνι. Η λατρεία του για τις μηχανές είναι μεγάλη (σ.22) Αχ, υπέροχες μηχανές μου! Αχ, πόσο τις αγαπώ! Ψάρια ψάρια ψάρια ΨΑΡΙΑ! Μηχανή μηχανή μηχανή ΜΗΧΑΝΗ! αφού κατάφεραν να σώσουν αυτόν από την ανεργία και την οικογένειά του από τη φτώχεια. Δυστυχώς όμως, ο ενθουσιασμός μετατρέπεται γρήγορα σε εργασιομανία και η δουλειά αλλοτριώνει τον θείο. Αποκορύφωμα της μετάλλαξής του, ένα παραλήρημα απερισκεψίας, στο οποίο τον παρασύρει η ματαιοδοξία του και ο χορός των μηχανών (σ.67) οι μηχανές αναστενάζουν, από τρόμο, μα και από χαρά, γι' αυτό που ο αφέντης τους ετοιμάζεται να κάνει. «Δείξε θάρρος», μονολογεί (...) «Ναι, είναι απαίσιο αυτό που πάω να κάνω, αλλά είναι για το καλό μας. Ναι, είναι σκληρό αλλά θα μας κάνει πλούσιους. Θα μας κάνει διάσημους.» Εδώ κρύβεται προφανώς ένας συμβολισμός για την λαιμαργία του ανθρώπου γενικά, ή ειδικότερα από το ξεκίνημα της βιομηχανικής εποχής... αν όμως ο θείος όντως εκπροσωπεί τον άνθρωπο-επιχειρηματία, γιατί το παρακράτος δεν τον αφήνει ήσυχο και συγκρούεται μαζί του; Πιθανόν επειδή με κάποιον τρόπο, θα πρέπει η πλοκή να προχωρήσει και ο ανθρωπισμός να βγει τελικά νικητής...
Ναυπηγείο κοντά στην προκυμαία - Newcastle upon Tyne (πηγή)
Μια άλλη πτυχή της λατρείας που δείχνει ο θείος Έρνι προς τις μηχανές (σ. 22-54) αφορά την πίστη του στο ότι αυτές μπορούν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες του, να κάνουν πραγματικότητα το όραμά του (σ.66). Πρόκειται ωστόσο για ένα όραμα φρικιαστικό, υπαγορευμένο από την κακώς εννοούμενη πρόοδο. Ένα όραμα από το οποίο ο ίδιος προσπαθεί να ξεφύγει: «Όχι» μονολογεί και σφίγγει τις γροθιές του. Παραδίδεται όμως τελικά σε αυτό, υποκύπτοντας ουσιαστικά στη θέληση των μηχανών. Μας θυμίζει έτσι τον Μπάστιαν της Ιστορίας χωρίς τέλος, που αρχικά φαίνεται να εξουσιάζει την μαγική Λαμπηδόνα, στη συνέχεια όμως καταπίνεται από την ισχύ της. Και οι δυο ήρωες πρόσκαιρα χάνουν τον προσανατολισμό τους, μαγεμένοι από μια δύναμη που τους καλεί να προχωράνε διαρκώς μπροστά, χωρίς να σκέφτονται πού θέλουν να καταλήξουν. Όπως και ο 10χρονος ήρωας του Έντε, έτσι και ο θείος Έρνι, βρίσκει τελικά τον δρόμο του, απολογούμενος στην Τσιγγάνα Ρόουζ (και τον αναγνώστη -σελ. 249): Είχα πάρει λάθος δρόμο. Κι αυτό έγινε γιατί έψαχνα μανιωδώς δόξα και χρήμα
Σκίτσο του Stefan Zsaitsits που θα μπορούσε να
έχει τίτλο "στο μυαλό του θείου Έρνι" (πηγή)
Στον αντίποδα όλων αυτών, βρίσκεται ο κόσμος του «λούνα παρκ», που ίσως να αντιπροσωπεύει τις αξίες, τους ανθρώπους και τους ρυθμούς της προβιομηχανικής κοινωνίας. Εκεί, το χρήμα δεν σημαίνει τα πάντα, ενώ υπάρχει ακόμα χώρος για τη μαγεία, το ακατανόητο και το μη εμπορευματοποιημένο. Οι χαρακτήρες που εργάζονται κάτω από τις τέντες του, έχουν ο καθένας ιδιαιτερότητες αλλά και ένα διαφορετικό μάθημα να δώσουν στον Σταν: ο Γαργαλιάρης Πίτερ, ο Χρυσοφάνης... ακόμα και ο ο Αγριόχοιρος! Ενδιαφέρον έχει το ότι η πρωτοτυπία της πλοκής και των ηρώων, ενέπνευσε τελικά ένα αληθινό ακροβατικό νούμερο σε τσίρκο!

Πάντσο Πιρέλι και Σταν ως σκίτσα (πηγή) και ως ακροβάτες στο τσίρκο
Ένας από τους ιδιαίτερους χαρακτήρες που δημιουργεί ο συγγραφέας είναι και η Τσιγγάνα Ρόουζ. Η μάγισσα του τσίρκου, δείχνει σε κάθε της εμφάνιση (σελ. 49, 105-7, 248-249) τη λατρεία της προς τη Σελήνη (θυμίζοντάς μας λίγο τις Μάγισσες του Μεσαίωνα του Ροΐδη), αμείβεται για τις υπηρεσίες της προς τους φτωχούς με ακτίνες φεγγαρόφωτος και με την παρουσία της σηματοδοτεί στην ιστορία δύο κύκλους... έναν για το ξεκίνημα και το κλείσιμο της πορείας του Σταν στο λούνα παρκ και έναν για την προσωπική ιστορία των Έρνι και Άννι: ήταν η ίδια Τσιγγάνα Ρόουζ που οι δυο τους ξεχωριστά συνάντησαν στα νιάτα τους και προέβλεψε ότι θα γίνουν ζευγάρι. «"Θα συναντήσεις ένα όμορφο κορίτσι! Αυτό μου είπε η τσιγγάνα. Και το συνάντησα, και ήσουν εσύ.» «Και σ' εμένα είπε πως θα συναντούσα έναν ψηλό, όμορφο άντρα. Και τον συνάντησα, και ήσουν εσύ»
Χρήση στην τάξη
Καθώς η έκταση των κεφαλαίων είναι περιορισμένη, θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε τίτλους. Κάθε ομάδα μαθητών μπορεί να αναλάβει ένα ή και περισσότερα κεφάλαια, επινοώντας τίτλους σύντομους ή εκτενείς, σοβαρούς ή αστείους. Παράλληλα, μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά κάθε ομάδας να μας ετοιμάσουν μια μικρή περίληψη για το κεφάλαιο που διάβασαν, ή να παίξουμε το παιχνίδι Αλφαβητάρι της ιστορίας (αναζητήστε το ως δραστηριότητα 9 στη σελίδα Φιλαναγνωσία) ώστε με έναν από τους δύο τρόπους, να ενημερωθεί η τάξη για το περιεχόμενο των κεφαλαίων που δεν διάβασε.
Μια και τα πιράνχας παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, μια δημιουργική ιδέα για χειροτεχνία, θα ήταν να κατασκευάσουμε γωνιακούς σελιδοδείκτες που να θυμίζουν τα ποταμίσια αυτά τερατάκια. Για να το καταφέρουμε αυτό θα χρειαστούμε είτε
  • έναν φάκελο του οποίου θα κόψουμε τη γωνία και στη συνέχεια θα τη ζωγραφίσουμε

είτε τα εξής υλικά: 

  • αυτό το πατρόν που εκτυπώνουμε σε χαρτόνι
  • ψαλίδι
  • χρώματα
  • κόλα στικ
  • λίγο διακοσμητικό χαρτί 
Στη συνέχεια, ακολουθούμε τις απλές οδηγίες που δίνονται εδώ για να τα διακοσμήσουμε σύμφωνα με το γούστο μας, και οι σελιδοδείκτες μας είναι έτοιμοι!
Σελιδοδείκτες πιράνχας - τερατάκια! (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Τρίχες

Υπόθεση
Ο Δημήτρης προσβάλλεται στα πέντε του χρόνια από αλωπεκίαση και χάνει τα μαλλιά του. Ξαφνικά, όλα αλλάζουν στο σπίτι και στο σχολείο. Όσο μεγαλώνει, μαθαίνει σιγά σιγά να κρύβεται κάτω από το καπέλο του, να χάνεται μέσα στις σκέψεις του, να απομονώνεται στις σελίδες των πρώτων βιβλίων που διαβάζει. Να όμως που λίγα χρόνια αργότερα, ένα μικρό αδελφάκι έρχεται στη ζωή του και του μεταφέρει ένα πολύτιμο μήνυμα: ότι οι άνθρωποι πρέπει να σε αγαπάνε γι' αυτό που πραγματικά είσαι και όχι για την εξωτερική σου εμφάνιση.
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καλειδοσκόπιο
Συγγραφέας: Νόνη Νέζη
Εικονογράφηση: Νόνη Νέζη
ISBN: 978-960-471-003-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 24
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Συγκινητικό μίνι διήγημα για την απώλεια και το πώς η διαφορετικότητα επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η γραφή απλή και κατάλληλη για τις ηλικίες στις οποίες το βιβλίο απευθύνεται, ενώ τα μηνύματα φτάνουν στους αναγνώστες με σαφήνεια. Το κείμενο δεν κουράζει σε κανένα σημείο, καθώς, εκτός από το περιορισμένο μέγεθος (περίπου 400 λέξεις), υπάρχει και πολύ ωραία εικονογράφηση που αλληλεπιδρά με την ιστορία. Ταυτόχρονα, την εικόνα της επιμελημένης έκδοσης συμπληρώνει το εξαιρετικό στήσιμο, με τις λέξεις να παραπέμπουν σε χειρόγραφο μικρού μαθητή και να αλλάζουν διαρκώς κατεύθυνση παίζοντας με τα νοήματα. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων τάξεων, αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά που επιδιώκουμε να προβληματιστούν για το συγκεκριμένο θέμα.

  • Προσεγμένη έκδοση
  • Κείμενο σύντομο και περιεκτικό

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Απώλεια 

Εικονογράφηση
Πανταχού παρούσα εικονογράφηση που βασίζεται σε μεικτές τεχνικές και κολλάζ, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο και διαμορφώνοντας την αισθητική του.
Απόσπασμα
Ο Δημήτρης γεννήθηκε την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη.

Αργότερα, στα γενέθλιά του, θα ζήλευε τα δέντρα,
γιατί αυτά χάνουν τα φύλλα τους
όταν μπαίνει το φθινόπωρο, αλλά ξέρουν…

ότι την άνοιξη θα βγάλουν καινούρια…

Για πέντε ολόκληρα χρόνια,
ήταν ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα.
Ξαφνικά μεγάλωσε σε μία μόνο μέρα.

το πρωί, όταν χτενιζόταν, έπεσαν
λίγες τρίχες από το κεφάλι του.

Τ’ απόγευμα του έμειναν δύο ολόκληρες τούφες
στο χέρι. Και το βράδυ,
βρίσκονταν περισσότερα μαλλιά στο πάτωμα,
απ’ ό, τι στο κεφάλι του…

«Αλωπεκίαση»
Δύσκολη λέξη… Τι είδους αρρώστια ήταν αυτή;
Δεν το χωρούσε το μυαλό του.

«Αυτή είναι όλη κι όλη η αρρώστια» είπε ο γιατρός.

Ούτε θα ένιωθε ποτέ άρρωστος απ’ αυτή,
ούτε θα πονούσε, ούτε φάρμακα θα έπαιρνε.

Μόνο που δεν θα είχε ποτέ μαλλιά. Μόνο;

ίσως και λίγο χειρότερα… Γιατί, από ‘δώ και πέρα,
όποτε στενοχωριόταν,
θα έπεφταν και οι βλεφαρίδες του.

Τι ήταν πάλι αυτό; Χιούμορ; Δεν θα ‘χεις
μαλλιά, αλλά μη στενοχωριέσαι κιόλας,
γιατί μετά δεν θα ‘χεις ΟΥΤΕ βλεφαρίδες…

Μια σοφή συμβουλή προς εφήβους: Άδραξε τη μέρα (πηγή)

Σχόλιο
Τώρα το καλοκαίρι τέτοια πράγματα συνήθως δεν περνούν από το μυαλό, με αφορμή όμως βιβλία σαν κι αυτό, ίσως είναι ευκαιρία να σκεφτούμε πόσο εύκολο είναι να αλλάξει η ζωή μας από κάποια ασθένεια ή ένα ατύχημα. Πόσο διαφορετικά θα εκτιμούσαμε άραγε τον χρόνο μας αν γνωρίζαμε ότι είναι λιγοστός και άρα πολύτιμος; Θα κάναμε τότε τις ίδιες επιλογές;

Σε πρόσφατη επίσκεψή του στη Σπάρτη, ο δημοφιλής δήμαρχος Μαραθώνα ανέλυσε στους φοιτητές του πανεπιστημίου Πελοποννήσου μια σχετική θεωρία, καταλήγοντας στη φράση: όσα κι αν έχεις, όποιος κι αν είσαι, ο χρόνος είναι το μόνο που τελειώνει. Στον σύνδεσμο που ακολουθεί, μπορείτε να παρακολουθήσετε την ομιλία του (μετά το 5ο λεπτό) ή εναλλακτικά να προβληματιστείτε μέσα από φράσεις αρχαίων φιλοσόφων γύρω από την έννοια του χρόνου, στη σελίδα Γνωμικολογικόν.

Share/Bookmark

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Τα διαμάντια της μαϊμούς

Υπόθεση
Η συλλογή περιέχει πέντε διηγήματα, οι υποθέσεις των οποίων έχουν ως εξής:

Τα διαμάντια της μαϊμούς - Αττική 1835. Ο Κουρτ, Βαυαρός στρατιώτης της ακολουθίας του βασιλιά Όθωνα, έχει πάει για κυνήγι με τον φίλο του Χανς στο Πικέρμι (Μεγάλο Ρέμα). Καθώς κοιμούνται κάτω από μια βελανιδιά, ο Κουρτ, με τη βοήθεια και της ντόπιας ρετσίνας, παρασύρεται σ' ένα παράξενο όνειρο που τον μεταφέρει στο Νεότερο Μειόκαινο (9 έως 6,5 εκατομμύρια χρόνια πριν). Παρατηρεί διάφορα ζώα που την εποχή εκείνη ζούσαν στην περιοχή, δέχεται επίθεση από ύαινες και ταξιδεύει στην πλάτη μιας τεράστιας χελώνας σε μια πεδιάδα, όπου συναντά ακόμα περισσότερα είδη. Όταν ο φίλος του Χανς ξυπνάει, αποκαλύπτεται ότι έχει δει στον ύπνο του τη συνέχεια της ίδιας ιστορίας! Ο Κουρτ παίρνει άδεια και ταξιδεύει πίσω στη Βαυαρία, όπου επισκέπτεται έναν καθηγητή για να του δείξει ένα κόκαλο με "διαμάντια" που απέσπασε από την αττική γη. Πρόκειται άραγε για αληθινό θησαυρό, ή απλώς για άνθρακες;

Τα τσακάλια - Ο μικρός Ρας με τον πατέρα του κυνηγούν στο χιονισμένο νεολιθικό τοπίο μαζί με τους υπόλοιπους άντρες της φυλής. Δυο κοκκινότριχα τσακάλια που έχουν μεγαλώσει με αποφάγια δίπλα στη σπηλιά των ανθρώπων, τους ακολουθούν και τελικά τους βοηθούν να συλλάβουν τη λεία τους.  Ο αρχηγός τα ανταμείβει με δυο κομμάτια από τα θηράματα, κλείνοντας μαζί τους μια σιωπηρή συμφωνία.

Το κορίτσι με τα σαλιγκάρια - Η οικογένεια της 8χρονης Κάτιας έχει μόλις επαναπατριστεί από τη Ρωσία. Η μητέρα της προσπαθεί να την βοηθήσει να προσαρμοστεί στο να ζει σ' ένα στενό δωμάτιο ξενοδοχείου, όμως η μικρή δυσκολεύεται, επειδή της απαγορεύουν να φιλοξενεί κατοικίδια ζώα. Έναν χρόνο αργότερα γράφεται απευθείας στη Δ' τάξη, όμως τα ελληνικά της είναι πολύ φτωχά και προβληματίζεται. Μεγάλη της παρηγοριά ένα κουτί παπουτσιών που έχει μετατρέψει σε πάρκο σαλιγκαριών! Μια και είναι τα μοναδικά ζωάκια που μπορούν να περάσουν απαρατήρητα, δίνει σ' αυτά όλη της την αγάπη. Μια μέρα, γυρίζοντας σπίτι, θα αντιμετωπίσει μια δυσάρεστη έκπληξη...

Το μαύρο σκυλάκι - Ο κ. Κοκκίνης χαρίζει στη Βίκη ένα μαύρο μαλλιαρό κανίς - γκριφόν με το οποίο το κορίτσι δένεται πολύ. Το φροντίζει συνέχεια και του συμπαραστέκεται όταν προσβάλλεται από μόρβα. Το σκυλάκι μεγαλώνει, αλλά μόλις γίνεται 8 μηνών και βγαίνει για πρώτη φορά έξω μόνο του, ένας σαδιστής οδηγός φορτηγού το πατάει με το αυτοκίνητό του. Λίγο καιρό μετά την ταφή του, η Βίκη βλέπει ένα περίεργο όνειρο...

Όταν γεννήθηκε το μαμούθ - Ένας Τουγκούζος κυνηγός ανακαλύπτει παγωμένο μέσα στη στέπα ένα ολόκληρο μαμούθ σε άριστη κατάσταση. Ξεπερνώντας το δέος του, ειδοποιεί τον υπεύθυνο της περιοχής, που με τη σειρά του τηλεφωνεί στην Ακαδημία Επιστημών του Μαγκατάν για να ενημερώσει τους αρμοδίους. Καταφθάνει στο σημείο μια επιστημονική επιτροπή που αναλαμβάνει να το ξεπαγώσει και να το μεταφέρει στο εργαστήριο. Πίσω στο Λένινγκραντ, ο κυτταρολόγος Ορλόφ και ο καθηγητής Ζόριν, θέλουν να χρησιμοποιήσουν ζωντανά κύτταρα του μαμούθ για να το κλωνοποιήσουν. Βρίσκουν μάλιστα μια θηλυκή ελεφαντίνα για να κυοφορήσει το ωάριο. Μετά από 20 μήνες, έρχεται στον κόσμο ένα τερατάκι που μοιάζει με μοεριθήριο. Φαίνεται πως το πείραμα απέτυχε επειδή το κύτταρο του ξεπαγωμένου μαμούθ είχε μειωμένη δύναμη... οι επιστήμονες πρέπει να συνεχίσουν την προσπάθεια!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Ωρίωνας Αρκομάνης
ISBN: 978-960-04-0011-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1983
Σελίδες: 118
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένη συλλογή διηγημάτων που θεματικά κινούνται σε δύο φαινομενικά παράταιρους άξονες: την προϊστορική πανίδα και την αγάπη κάποιων σύγχρονων παιδιών για τα κατοικίδιά τους. Η γλώσσα γραφής είναι απλή και λογοτεχνικά προσεγμένη, με όμορφες περιγραφές, σαφήνεια αλλά και ευαισθησία στην έκφραση, ενώ το περιεχόμενο εμπλουτίζεται και με αρκετές επιστημονικές πληροφορίες. Από άποψη έκτασης, συναντάμε δύο κείμενα μικρού μεγέθους (καθένα καταλαμβάνει μόλις 9 σελίδες) και τρία μεγαλύτερα, με το πρώτο να δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο. Η εικονογράφηση περιλαμβάνει για κάθε ιστορία ένα μικρό εισαγωγικό σκίτσο πάνω από τον τίτλο (βλ. εικόνα πιο κάτω) και μία (συνήθως) ολοσέλιδη ασπρόμαυρη ζωγραφιά που απεικονίζει κάποιον χαρακτήρα ή μια σκηνή. Τα διηγήματα διαβάζονται τελικά αρκετά ευχάριστα, ενώ χάρη στην ποικιλία των εποχών και των χαρακτήρων, μπορούν να ικανοποιήσουν αναγνώστες με διαφορετικά γούστα: από τους λάτρεις των επιστημών και της περιπέτειας, μέχρι εκείνους που προτιμούν συγκινητικές ιστορίες με ζωάκια. Το προτείνουμε σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και σε συναδέλφους που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν και να ασχοληθούν στην τάξη με την εξέλιξη της σχέσης ανθρώπου και ζώων μέσα στους αιώνες.

  • Χαριτωμένες ιστορίες
  • Ποικιλία στα θέματα και τις αξίες

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Μύθος, Φιλοσοφία, Υπευθυνότητα, Αλτρουισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όλες οι ιστορίες έχουν ενδιαφέρουσες σκηνές, αλλά προσωπικά μου εντυπώθηκαν περισσότερο οι σκηνές από Τα τσακάλια και το Όταν γεννήθηκε το μαμούθ.

Εικονογράφηση
Σε κάθε ιστορία συναντάμε ένα μικρό εισαγωγικό σκίτσο πάνω από τον τίτλο και μία (σε μία περίπτωση και δύο) ολοσέλιδη ασπρόμαυρη ζωγραφιά που συνοδεύει τυπικά το κείμενο και χωρίς να αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με αυτό, απεικονίζει μια σκηνή ή κάποιον από τους χαρακτήρες.
Απόσπασμα
Έκανε πολύ κρύο την ώρα που ξεκινούσαν για το κυνήγι. Μόλις είχε πάρει να γλυκοχαράζει και τ’ αχνό τριανταφυλλένιο φως αντιφέγγιζε ροδαλό πάνω στα χιόνια που σκέπαζαν με παχύ στρώμα τη γη, χαρίζοντας στο τοπίο κάτι παραμυθένιο.

Όμως, οι άνθρωποι που περπατούσαν δεν είχαν το μυαλό τους στις ομορφιές της φύσης. Το μόνο που τους απασχολούσε εκείνη την ώρα ήταν να βρουν κάποια λεία που θα τους εξασφάλιζε τροφή για αρκετές μέρες. Ο χειμώνας ήταν βαρύς κι όσο πήγαινε τόσο κι αγρίευε. Ακόμα και σ’ αυτούς τους τραχείς και σκληραγωγημένους ανθρώπους της παλαιολιθικής εποχής το κυνήγι ήταν μια δουλειά δύσκολη κι εξαντλητική, γιατί πολλές φορές χρειάζονταν μέρες ολάκερες να τριγυρνούν ανάμεσα στους πάγους και στις χιονοθύελλες, για ν’ ανακαλύψουν κάποιο θήραμα.

Οι κυνηγοί βάδιζαν σκορπισμένοι στους χαμηλούς λόφους, ψάχνοντας για χνάρια. Τα χοντρά τους ρούχα, φτιαγμένα από τομάρια ζώων, τους προστάτευαν καλά από το ψύχος. Τα γούνινα σκουφιά που φορούσαν στα κεφάλια τους προφύλαγαν τ’ αφτιά τους από την παγωνιά και τα γούνινα ποδήματα όχι μόνο κρατούσαν ζεστά τα πόδια τους, αλλά και τους βοηθούσαν να περπατούν αθόρυβα. Στο λαιμό τους είχαν περασμένα περιδέραια από νύχια και δόντια μεγάλων σαρκοβόρων. Μόνο το περιδέραιο του αρχηγού ξεχώριζε. Ήταν καμωμένο από χάντρες σκαλισμένες σε χαυλιόδοντα μαμούθ, εκείνου του τεράστιου τριχωτού ελέφαντα, που κυριαρχούσε σ’ όλες τις πεδιάδες. Δεν υπήρχε ζώο που θα μπορούσε να διανοηθεί να σταθεί εμπόδιο στο διάβα του μαμούθ. Όλα το τρέμανε. Μονάχα ο άνθρωπος τολμούσε ν’ αμφισβητήσει την κυριαρχία του. Του έστηνε παγίδες και το καταδίωκε στους βάλτους και στα έλη, όπου το πελώριο παχύδερμο κολλούσε μέσα στη λάσπη και του γινόταν εύκολη λεία.

Μα σήμερα οι κυνηγοί δεν ψάχνανε για μαμούθ. Μακάρι να βρίσκανε κανένα. Θα τους εξασφάλιζε τροφή και λίπος για όλο το χειμώνα. Ξέρανε όμως καλά πως τα μαμούθ είχαν φύγει από την περιοχή τους, τραβώντας για τόπους όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ψάχνανε για οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από καλό σημάδι και γοργά πόδια για να το προλάβουν.

Ο Ρας βάδιζε δίπλα στον πατέρα του. Δεν ήταν πολύς καιρός που οι μεγάλοι κυνηγοί είχαν αρχίσει να τον παίρνουν μαζί τους, για να μάθει την τέχνη του κυνηγιού και να συνηθίσει στις δυσκολίες του. Από το κυνήγι εξαρτιόταν η ζωή τους, η ζωή ολόκληρης της φυλής. Δεν αρκούσε μονάχα ο καλός υπολογισμός και η σβελτάδα. Χρειαζόταν να μάθει τόσα πολλά! Να μάθει να ξεχωρίζει τα χνάρια των ζώων, να καταλαβαίνει, βλέποντας αυτά τα χνάρια, τι έκανε το ζώο κι αν θα ήταν εύκολη λεία. Κι έπρεπε να μάθει και τις συνήθειες όλων των ζώων και τον τρόπο της ζωής τους.

Το μάτι του έπαιζε πασχίζοντας ν’ ανακαλύψει και το παραμικρότερο σημάδι. Το φρέσκο χιόνι απλωνόταν παρθένο ένα γύρο τους. Το κρύο ήταν διαπεραστικό, τα κοπάδια δεν είχαν αρχίσει ακόμα να μετακινούνται.

Ξαφνικά ένιωσε πως κάποιος από πίσω τον κοίταζε. Το ένστιχτό του του έλεγε καθαρά πως τον παρακολουθούσαν. Ένα έντονο συναίσθημα κινδύνου τον πλημμύρισε ολόκληρο κι άθελά του σχεδόν γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Ξεχώρισε δυο σκιές να τους ακολουθούν σε αρκετή απόσταση. Τα όρθια αυτιά και οι φουντωτές ουρές του δήλωσαν πως είναι τσακάλια.

- Πατέρα, είπε με χαμηλή φωνή γιατί απαγορευόταν ρητά να φωνάζεις την ώρα του κυνηγιού, πίσω μας έρχονται δύο τσακάλια. Να τους πετάξω χιονιές για να φύγουν;

Ο πατέρας γύρισε και κοίταξε.

- Ναι, είναι τσακάλια, είπε. Μη, φώναξε σχεδόν, βλέποντας το Ρας να σκύβει για να μαζέψει χιόνι. Μπορεί να σου ριχτούν… Μη δίνεις σημασία. Αν δεν τα πειράξεις, δεν πρόκειται να μας επιτεθούν. Ασ’ τα ήσυχα.

Ο Ρας υπάκουσε. Η κουβέντα του πατέρα ήταν νόμος. Όλο όμως γύριζε κι έριχνε πίσω του καμιά ματιά. Ήθελε να δει αν πλησίαζαν και αν η απόσταση που τα χώριζε μπορούσε να είναι επικίνδυνη. Κι έπειτα αυτά τα τσακάλια… Είχαν κάτι που του θύμιζε εκείνα τ’ άλλα τσακάλια… Ήταν καιρός τώρα που ένα κοπάδι από δαύτα γυρόφερνε κοντά στη σπηλιά τους. Έρχονταν και έφευγαν, πήγαιναν κυνήγι κι έπειτα ξαναγύριζαν. Και πλησίαζαν προπαντός όταν το κυνήγι τους είχε σταθεί άτυχο και τα έκοβε η πείνα.

Στις αρχές οι γυναίκες τα φοβόνταν. Βλέποντάς τα όμως να καθαρίζουν τους σκουπιδότοπους χωρίς σαν πειράζουν τους ανθρώπους, τα συνήθισαν. Μερικές μάλιστα τα βλεπαν με καλό μάτι. Δεν ήταν πια τόση η βρομιά, τώρα που τα τσακάλια καταβρόχθιζαν όλα τ’ απομεινάρια. Και πολλές τους πετούσαν κόκαλα κι αποφάγια και κάνανε χάζι τα ζώα που πέφτανε όλα μαζί στήνοντας καβγάδες.

Όσο πήγαινε, τόσο περισσότερο συνηθίζονταν αναμεταξύ τους άνθρωποι και τσακάλια. Και τα τσακάλια άρχισαν να εμπιστεύονται τον άνθρωπο και να κουβαλούν τα κουτάβια τους. Μερικά από τα κουτάβια μεγάλωσαν κοντά στη σπηλιά και δεν ακολουθούσαν πάντα το κοπάδι που έφευγε για το κυνήγι. Φαίνεται πως τους έφταναν τ’ αποφάγια και ήταν χορτάτα. Ήταν μάλιστα και δύο με τρίχωμα κοκκινωπό, που τους πετούσε πότε πότε κι η ίδια κανένα κόκαλο.

Ο Ρας γύρισε απότομα να ξανακοιτάξει. Τα τσακάλια είχαν πλησιάσει τόσο που μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Καλά το είχε μαντέψει, ήταν οι κοκκινοτρίχηδες από τη σπηλιά…

- Πατέρα, είπε ψιθυριστά, γιατί ήξερε πολύ καλά πόσο μακριά αντιλαλεί η ανθρώπινη φωνή μέσα σε μια τέτοια ησυχία. Είναι από κείνα τα τσακάλια που λημεριάζουν έξω από τη σπηλιά μας. Τα γνώρισα από το χρώμα τους.

- Φταίνε οι γυναίκες που τους πετούν τ’ αποφάγια και τα μάθανε. Μας πήραν από πίσω γιατί ελπίζουν, φαίνεται, ότι κάτι θα βγάλουν ακολουθώντας μας.

Εκείνη τη στιγμή ο αρχηγός σήκωσε το κοντάρι του. Το μάτι του είχε ξεχωρίσει το θήραμα. Ο Ρας κι ο πατέρας του και οι άλλοι κυνηγοί πλησίασαν αθόρυβα. Αμίλητος ο αρχηγός τους έδειξε τα μεγάλα ίχνη που είχαν σφραγίσει έντονα το κατάλευκο χιόνι.

- Αγριόταυρος! ψιθύρισε ο πατέρας του Ρας. Και δεν είναι ένας, είναι πολλοί, πρόσθεσε δείχνοντας πιο κάτω κι άλλα χνάρια. Θα κάνουμε καλό κυνήγι.
Βραχογραφία με κυνήγι από το Tadrart Acacus, στο Φεζάν της Λιβύης (πηγή)

Σχόλια 
Οι θεματικές της συλλογής, μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν παράταιρες ή ακόμα και αντίθετες (βλ. σχόλιο Μάνου Κοντολέων στην Πολιτιστική στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου), μια πιο προσεκτική ωστόσο ματιά, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι όλα τα διηγήματα αφορούν τη σχέση ανθρώπων και ζώων. Συνδετικό κρίκο στο περιεχόμενο αποτελεί η ιστορία "τα τσακάλια" (από την οποία προέρχεται και το παραπάνω απόσπασμα)· εκεί συναντιέται για πρώτη φορά ο άνθρωπος μ' ένα άγριο, προϊστορικό ζώο, που πρόκειται στη συνέχεια να γίνει ο καλύτερός του φίλος.
Από τους Μιασίδες στους λύκους και από εκεί στους σημερινούς σκύλους (πηγή)

Στο πρώτο διήγημα, τα σχόλια του Βαυαρού στρατιώτη Κουρτ δείχνουν συμπάθεια για τον ελληνικό πολιτισμό αλλά και κάποια απαξίωση για την κατάσταση του λαού μας. Σχεδόν χίλια χρόνια έχουν περάσει από τότε που οι Βυζαντινές πριγκιποπούλες κοίταζαν τους Γερμανούς της βασιλικής αυλής αφ' υψηλού (βλ.  Άννα και Θεοφανώ της ίδιας συγγραφέως) μεταδίδοντάς του «τα φώτα» της Ανατολής. Τι συνέβη στο ενδιάμεσο και ήρθαν τα πάνω-κάτω; Μα φυσικά η περίοδος της τουρκοκρατίας, που για μισή χιλιετία κράτησε τα Βαλκάνια σε επιστημονικό σκοτάδι και ως έναν βαθμό ευθύνεται (ενώ ακόμα συχνότερα χρησιμοποιείται ως δικαιολογία) για μια σειρά από παθολογίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Βαυαρικές στολές του 19ου αιώνα (πηγή)
Στη σελίδα 80, ο κύριος Κοκκίνης χαρίζει στη Βίκη ένα σκυλάκι επειδή σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν μπορεί ο ίδιος να το κρατήσει στην πολυκατοικία. Το κορίτσι τον ευχαριστεί, αλλά μόλις απομακρύνεται από το σπίτι του σχολιάζει με κακεντρέχεια: Μάθημα που μου 'κανε εκείνος ο ηλίθιος! Δεν το θέλει το σκυλί, ωραία! Τόσο το καλύτερο για μένα! Η αντίδρασή της μάλλον δεν δικαιολογείται ιδιαίτερα από τα όσα ειπώθηκαν, ενώ ως έναν βαθμό έρχεται σε αντίθεση με τον ευαίσθητο χαρακτήρα που φανερώνει το κορίτσι αργότερα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Να αναφέρουμε επίσης ότι το συγγραφικό τέχνασμα του ταξιδιού στο παρελθόν μέσα από ένα όνειρο (που χρησιμοποιείται στην κεντρική ιστορία), το έχουμε ξανασυναντήσει στην ιστορία της Νίτσας Τζώρτζογλου Ο τελευταίος βασιλιάς της Ατλαντίδας, που εκδόθηκε λίγα χρόνια πριν, το 1978.

Η τελευταία ιστορία της συλλογής μάς θυμίζει λίγο το Όταν αναστήθηκε το μαμούθ, από το οποίο η συγγραφέας ίσως να άντλησε έμπνευση. Σε εκείνο το μυθιστόρημα του 1923, οι επιστήμονες καταφέρνουν να επαναφέρουν το μαλλιαρό ζώο χρησιμοποιώντας κρυογονική, ενώ στο παρόν διήγημα επιλέγεται άλλη διαδικασία. Πρόκειται για την γνωστή μας κλωνοποίηση (στη σ. 110 της συναντάμε ως "κλώνωση") που το 1983 -χρονολογία έκδοσης του βιβλίου- ανήκε ακόμα στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Η αείμνηστη Κίρα Σίνου, θα ήταν χαρούμενη να ακούσει τα τελευταία επιστημονικά νέα. Σε άρθρο της περασμένης εβδομάδας (για τους αγγλομαθείς εδώ στον Telegraph και εδώ στο Popular Science) διαβάζουμε ότι ερευνητές του Harvard κάνουν πραγματικότητα το πρώτο βήμα για την επιστροφή των μαμούθ: απομόνωσαν γονίδια του προϊστορικού ζώου, τα αντέγραψαν και στη συνέχεια τα εισήγαγαν στο γενετικό υλικό ενός ελέφαντα. Η λογοτεχνική φαντασία για μια ακόμη φορά θριαμβεύει!

Η συγγραφέας έχει αναφερθεί κι άλλες φορές στα μεγάλα αυτά θηλαστικά (Στη χώρα των μαμούθ), ενώ έχει επίσης θίξει το θέμα της επαναφοράς στη ζωή προϊστορικών όντων (Ο Ρινόκερος της ερήμου Γκόμπι από τις Ιστορίες της Κίρας) και αλλόκοτων πλασμάτων γενικότερα (θυμίζουμε εκείνα του Σπύρου Καντίδη στο Μεγάλο Πείραμα). Όσοι ενδιαφέρονται συγκεκριμένα για την κλωνοποίηση, μπορούν να την συναντήσουν και σε άλλα παιδικά βιβλία όπως το η γάτα που δε νιαούριζε.
Μπορεί τα μαμούθ να επιστρέψουν στη γη μετά από 4.000 χρόνια; (πηγή)
Χρήση στην Τάξη
Στο διήγημα Τα διαμάντια της μαϊμούς, ο Βαυαρός Κουρτ συναντά ένα σωρό ζώα, με τα ονόματα των οποίων θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε ένα κρυπτόλεξο για την πανίδα του Μειόκαινου στην Αττική: Μαϊμούδες, τριδάχτυλα ιππάρια, χαλικοθήρια, ύαινες, χελώνες, ζαρκάδια, αντιλόπες, στρουθοκάμηλοι, ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις, αγριόχοιροι, πάνθηρες, ελέφαντες, δεινοθήρια, αλλά και μαχαιρόδοντα, όπως αυτά που συναντήσαμε στον έξυπνο προϊστορικό ζωγράφο του Πάνου Τσερόλα. Στις εικόνες που ακολουθούν το κρυπτόλεξο του Μειόκαινου και η λύση του.
Στο "κορίτσι με τα σαλιγκάρια" συναντάμε πολλές πληροφορίες για τα αργοκίνητα αυτά ζωάκια. Μήπως θα ήταν εύκολο να κατασκευάσουμε και στην τάξη μας μια φάρμα όπως κάνει η Κάτια στο δωμάτιό της; Εδώ μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για το τι θα χρειαστεί για να ξεκινήσετε το δικό σας εκτροφείο σαλιγκαριών. Φαίνεται πως αν αερίζετε τακτικά το κατοικίδιό σας και του παρέχετε σωστή διατροφή (όπως π.χ. ασβέστιο για το κέλυφός του), θα σας διδάξει απλόχερα την υπομονή, τα μαθηματικά (βλ. ακολουθία Fibonacci), ενώ μπορεί να ζήσει κοντά σας μέχρι και 15 χρόνια!
Μαθαίνοντας να φροντίζουμε τα σαλιγκάρια, γινόμαστε πιο υπεύθυνοι (πηγή)

Share/Bookmark