Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ακόμα και οι Μπαμπάδες...

Υπόθεση
Ο πατέρας του Μανόλη και της Ειρήνης είναι πολύ αυστηρός κι έχει για χόμπι του το κυνήγι. Όταν τους παρουσιάζει το νέο του λαγωνικό, τα παιδιά ζητούν να το κρατήσουν στο σπίτι ως κατοικίδιο. Εκείνος εξοργίζεται, τα τιμωρεί και αλυσοδένει τον σκύλο σ' ένα έρημο οικόπεδο για να τον σκληραγωγήσει. Τα δυο αδέλφια όμως δεν έχουν πει την τελευταία τους κουβέντα. Την ίδια νύχτα απελευθερώνουν τον "Γκούφι" και τον φυγαδεύουν στο αγρόκτημα του παππού. Χάρη στις συμβουλές του, αλλά και με τη συνδρομή ενός συμμαθητή τους, θα οργανώσουν ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο που σκοπό έχει να νουθετήσει τον αυταρχικό μπαμπά.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Γιώργος Ναζλής
ISBN: 978-960-16-3494-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 56
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Οικογενειακή περιπέτεια περιβαλλοντικού προβληματισμού που ασχολείται με το ζήτημα του αυταρχικού γονέα, τη σχέση πατέρα-γιου, αλλά και το κυνήγι ως ψυχαγωγική ενασχόληση. Γραμμένο με απλότητα και σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το διήγημα είναι αρκετά ενδιαφέρον παρά το μάλλον προβλέψιμο τέλος. Η υπόθεση χωρίζεται σε επτά κεφάλαια των 3 έως 7 σελίδων που δεν κουράζουν και συνοδεύονται από στιλιζαρισμένες ασπρόμαυρες ζωγραφιές των πρωταγωνιστών. Το εξώφυλλο κερδίζει τις εντυπώσεις των παιδιών, ενώ το κεντρικό μήνυμα του κειμένου περνάει σ' αυτά με σαφήνεια. Ωστόσο, οι χαρακτήρες παρουσιάζονται κάπως μονοδιάστατοι, οι συμβάσεις δεν λείπουν, ενώ και το τέχνασμα που οδηγεί στην κορύφωση της δράσης δεν ξεφεύγει από την παγίδα της υπερβολής. Θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε παιδιά της Δ' και Ε' Δημοτικού, ενώ τα αγόρια μάλλον έχουν περισσότερες πιθανότητες να το συμπαθήσουν λόγω θεματικής και χαρακτήρων.

  • Ενδιαφέρον θέμα  
  • Ελκυστικό εξώφυλλο και εικονογράφηση


  • Αρκετές Συμβάσεις 
  • Μηνύματα που μπορεί να παρεξηγηθούν

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Οικογένεια, Περιβάλλον, Βία, Σκύλοι, Διάλογος.

Εικονογράφηση
Ελκυστικό εξώφυλλο, μικρές εικόνες στο άνοιγμα και το κλείσιμο των κεφαλαίων και στιλιζαρισμένες ασπρόμαυρες ζωγραφιές που αποδίδουν σκηνές από τη δράση, συνθέτουν μια αξιοπρεπή παρουσία από την πλευρά της εικονογράφησης, που αλληλεπιδρά με το κείμενο και προσδίδει αισθητική αξία στην έκδοση. Να επισημάνουμε ότι το βάρος που δίνεται στη σχέση πατέρα - γιου από τον συγγραφέα, έχει αντιστοιχία και στο εικαστικό μέρος, αφού η φιγούρα της μητέρας είναι σχεδόν εξαφανισμένη.

Απόσπασμα

Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι αληθινή και αρχίζει την ημέρα που έκλεινα τα εννιά.

Οι ημέρες των γενεθλίων μου ήταν πάντα για τον μπαμπά μου μέρες χαράς, προσμονής και προετοιμασιών. Χαράς γιατί γιορτάζαμε τα γενέθλιά μου, προσμονής  γιατί σε τρεις μέρες ξεκινούσε η κυνηγετική περίοδος και προετοιμασιών γιατί εκείνη τη μέρα διάλεγε να καθαρίσει την καραμπίνα του και να αερίσει τα κυνηγετικά του ρούχα. Την ίδια μέρα, επίσης, έφερνε στην αυλή του σπιτιού του το καινούριο κυνηγόσκυλό του, που πάντα το φώναζε Ρόκι και το οποίο δεν έπρεπε να το χαϊδεύουμε, να το ταΐζουμε και να το περιποιούμαστε, για «να μην καλομαθαίνει», όπως μας έλεγε.

Το κυνηγόσκυλο που μας έφερε εκείνη τη χρονιά ήταν μικρόσωμο, κανελί, με μεγάλα αυτιά και μεσαίο τρίχωμα.

«Να και ο Ρόκι!» είπε περήφανα ο μπαμπάς, δένοντάς τον στο στύλο έξω από το γκαράζ.

Εγώ κι η αδερφή μου πλησιάσαμε διστακτικά το σκυλί κι αυτό άρχισε αμέσως να μας μυρίζει και να κουνάει την ουρά του. Ήταν κοκαλιάρικο όπως όλοι οι Ρόκι, αλλά αυτό εδώ είχε κάτι διαφορετικό: πολύ θλιμμένα μάτια.

«Τι ομορφούλης που είναι!» είπε η αδερφή μου κι άρχισε να το χαϊδεύει στο κεφάλι.

Ο Ρόκι έπεσε αμέσως στο τσιμέντο κι άπλωσε τα μπροστινά του πόδια σαν να έλεγε στην Ειρήνη «χάιδεψέ με κι άλλο!».

«Αφήστε ήσυχο το σκυλί» φώναξε αυστηρά ο μπαμπάς από το γκαράζ. «Όχι χάδια, έχουμε πει!»

«Αχ, μπαμπά» είπε η Ειρήνη που τράβηξε αμέσως το χέρι της σαν να την είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. «Έλα να το κρατήσουμε το σκυλάκι. Μην το πάρεις μαζί σου στο κυνήγι… Θα το πούμε Γκούφι. Κοίτα τι καλό που είναι!».

Ο μπαμπάς βγήκε από το γκαράζ κρατώντας μια τεράστια σακούλα από ένα παιχνιδάδικο.

«Το δώρο μου!» σκέφτηκα κι έλαμψε το πρόσωπό μου. 

«Γκούφι να το πούμε;» είπε ο μπαμπάς γελώντας. «Πώς σου ήρθε, Ειρήνη;» Και μετά στράφηκε προς το μέρος μου και μου έδωσε τη σακούλα. 

«Αυτό είναι για σένα, Μανόλη. Χρόνια πολλά!»

Πάνω στη χαρά μου ξέχασα και το σκυλί και όλα. Άνοιξα τη σακούλα, έσκισα το περιτύλιγμα και... απίστευτο!

«Το νέο XRZ12-25b!» φώναξα. 

«Με διπλό διαφορικό και υδραυλικές αναρτήσεις!» συμπλήρωσε περήφανα ο μπαμπάς μου. «Δεν κολλάει πουθενά. Στο βάλτο να το πας, θα τον διασχίσει.»

«Ουάου!» είπα προσέχοντας τις ρόδες. «Φοράει και KS-38! Μπαμπά είσαι τέλειος!»

Εντάξει, θα προτιμούσα να είναι φόρμουλα, αλλά το τζιπ αυτό ήταν το πιο δυνατό τηλεκατευθυνόμενο που κυκλοφορούσε.

Ο μπαμπάς χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Και σε πληροφορώ ότι βγάζει δέκα ολόκληρα άλογα!» συμπλήρωσε. «Θα τους σκίσεις όλους!»

«Και είναι και κόκκινο!» είπε η Ειρήνη, έτσι για να πει κάτι. 

Κι οι δυο την κοιτάξαμε υποτιμητικά. Τι σχέση είχε το χρώμα με όλα τα απίθανα τεχνικά χαρακτηριστικά του;

«Να πάω να το δοκιμάσω στο δρόμο;» ρώτησα τον μπαμπά.

«Ποιο δρόμο; Στην αλάνα θα πάμε! Τέτοια τζιπάρα είναι κρίμα να βγαίνει στο ίσωμα!»

Πράγματι, το τζιπ ήταν αχτύπητο! Ακόμα και βράχους ανέβαινε δίχως να ανατρέπεται, περνούσε με άνεση μέσα από αραιούς θάμνους και, όταν έβγαινε στο ίσωμα, έπιανε ως και ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα. Θαύμα!

«Και μπορείς να το κατευθύνεις ακόμα κι από ενάμισι χιλιόμετρο μακριά» είπε ο μπαμπάς. «Να, ανέβα σ' εκείνο το βράχο για να το βλέπεις και οδήγησέ το ως την άκρη της αλάνας!»

Ανέβηκα στο βράχο και, πράγματι, είδα το τζιπ να φτάνει ως την άκρη της αλάνας δίχως να σταματάει πουθενά! Τέτοιες επιδόσεις κανένα από τα τηλεκατευθυνόμενα των φίλων μου δεν είχε. Θα έσκιζα με το XRZ12-25b!
Η αλεπού έχει ψυχαγωγική αξία
και χωρίς να την πυροβολήσουμε (πηγή)
Σχόλια
Στο διήγημα, η φιγούρα του πατέρα είναι φορτωμένη με πολλά από τα στερεότυπα που συνδέονταν με το αρσενικό φύλο σε προηγούμενες γενιές. Ο μπαμπάς του Μανόλη ασχολείται με το κυνήγι και τα όπλα, αγαπά τις αθλητικές εκπομπές, τρελαίνεται για αυτοκίνητα και μηχανοκίνητο μοντελισμό, είναι ανταγωνιστικός, αυταρχικός και ξεσπάει βίαια όταν του πηγαίνουν κόντρα. Ο γιος του δεν τον αντιγράφει σε όλες αυτές του τις συνήθειες, η υποτιμητική όμως ματιά  που ρίχνει προς την αδελφή του (βλ. απόσπασμα) ίσως να δείχνει τον δρόμο που θα μπορούσε να ακολουθήσει, αν δεν έκανε τη μικρή του επανάσταση. Η σχέση πατέρα και γιου φωτίζεται με πολλούς τρόπους, ενώ την βλέπουμε πέρα από το κεντρικό ζευγάρι των πρωταγωνιστών να αναπαράγεται και μεταξύ του φίλου του μπαμπά κυρίου Κώστα και του γιου του Χρήστου που επίσης καταπιέζεται να συμμετέχει στο κυνήγι. Η εκκολαπτόμενη γενιά (Μανόλης, Χρήστος), υποβοηθούμενη από εκείνη του παππού (ο οποίος μας δίνει ένα εναλλακτικό πρότυπο αρσενικού ρόλου) αποφασίζει τελικά να δώσει το δικό της, φιλειρηνικό στίγμα και να δηλώσει την αντίθεσή της προς τους μπαμπάδες - τυράννους. 
Ο αριθμός των κυνηγών στις ΗΠΑ φαίνεται να αυξάνεται μετά το 2005 (πηγή)
Ισχύει άραγε ότι τα σύγχρονα παιδιά ασχολούνται λιγότερο απ' όσο οι προηγούμενες γενιές με δραστηριότητες όπως το κυνήγι; Οι στατιστικές αναφορές από τις ΗΠΑ δεν το επιβεβαιώνουν, καθώς οι κυνηγοί σήμερα είναι λιγότεροι απ' ό,τι το 1980, αλλά η τάση μετά το 2005 παρουσιάζεται ανοδική. Ακόμα όμως κι αν στην πράξη οι κυνηγοί μειώνονταν, στον ψηφιακό κόσμο, η οπλοκατοχή και οι δολοφονίες πάνε σύννεφο (!) κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να μείνει χωρίς αντίκτυπο στο μέλλον. Οι δυο εικόνες που ακολουθούν, είναι από το παιχνίδι Deer Hunter 2014 στο οποίο τα παιδιά ψυχαγωγούνται πυροβολώντας ζωτικά όργανα από ελαφάκια, αρκούδες και λύκους.
Ένα άλλο θέμα που αξίζει να σχολιάσουμε, είναι η εκφοβιστική τακτική πολλών αυταρχικών γονιών απέναντι στα παιδιά τους, ώστε αυτά να μην φέρνουν αντίρρηση στις προσταγές τους. Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των χαρακτήρων στο βιβλίο, βλέπουμε ότι ο θυμός του πατέρα άλλοτε προκαλεί στα παιδιά φόβο (σ.14 εμείς τρέμαμε απ' τον φόβο μας), άλλοτε αντιμετωπίζεται με σιωπή (σ.16 κανένας δεν τολμούσε να του αντιμιλήσει σ.23 αποφάσισα να μην απαντήσω γιατί δεν είχα όρεξη για άλλη τιμωρία) άλλοτε οδηγεί στην αυτοφίμωση και το ψέμα (-τι είπες; φώναξε απειλητικά ο μπαμπάς μου. Για ξαναπές το! - Τίποτα) και σε κάποιες περιπτώσεις  σε ατυχήματα, όπως αυτό που αποφεύγεται στις τελευταίες σελίδες. Ας μην συγχέουν λοιπόν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί την παιδαγωγική αξία της τιμωρίας με μια κακώς εννοούμενη ανάγκη για έλεγχο και αυτοεπιβεβαίωση.
σ.22 Πότε θα καταλάβεις ότι είσαι άντρας κι ότι ένας άντρας
πρέπει να ξέρει να κρατάει το τουφέκι;
(πηγή φωτογραφίας)
Τέλος, να αναφερθούμε στην χρησιμοθηρική οπτική με την οποία ο πατέρας-κυνηγός αντιμετωπίζει τον σκύλο της ιστορίας. Πέρα από την ωμή βία που του ασκεί (η οποία μας θυμίζει μια αντίστοιχη σκηνή στη Μοβ Ομπρέλα), δηλώνει ανοιχτά την άποψή του ότι σ.14 τα σκυλιά είναι εργαλείο και βέβαια δεν διστάζει να βασανίσει το ζωντανό για να το «εκπαιδεύσει». Μια απάντηση σε όσους βλέπουν τα σκυλιά ως εργαλείο ή παιχνίδι, έδωσε πρόσφατα μέσα από αυτό το κείμενο ο Στάθης Παναγιωτόπουλος (συμπαρουσιαστής στο Ράδιο Αρβύλα).
Ο αδέσποτος Σαρλώ μ' έναν αδέσποτο σκύλο στο A Dog's Life (1918)
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, η ιστορία προσφέρεται για μια δημιουργική συζήτηση γύρω από το κυνήγι ως άθλημα. Μπορούμε εφαρμόζοντας την τεχνική του debate (διαλογική αντιπαράθεση), να χωρίσουμε την τάξη σε δύο ομάδες που θα προετοιμαστούν να επιχειρηματολογήσουν, η μία υπέρ και η άλλη εναντίον της κυνηγετικής δραστηριότητας. Τα βήματα που μπορείτε να ακολουθήσετε είναι συνοπτικά τα ακόλουθα [πιο αναλυτικά θα τα βρείτε στο Φλογαΐτη, Ε. και Λιαράκου, Γ. (Επ.), (2009) Εκπαίδευση για την αειφόρο ανάπτυξη. Από τη θεωρία στην πράξη. Ηράκλειο: ΚΠΕ Αρχανών/ENSI]:

α. παρουσίαση του θέματος
β. ορισμός επιτροπής διαχειριστών της συζήτησης (δημοσιογράφων) και αξιολογητών
γ. καθορισμός κανόνων συζήτησης (ποιος μιλάει πότε)
δ. δημιουργία δύο ομάδων
ε. καθορισμός ρόλων σε κάθε ομάδα (γραμματέας, κτλ.)
στ. εργασία ομάδων για την προετοιμασία λίστας επιχειρημάτων
ζ. ανταλλαγή λιστών ανάμεσα στις ομάδες για την προετοιμασία αντεπιχειρημάτων
η. διεξαγωγή συζήτησης
θ. σύνοψη βασικών επιχειρημάτων κάθε ομάδας
ι. αξιολόγηση της εργασίας κάθε ομάδας από την επιτροπή

Επιχειρήματα υπέρ και κατά του κυνηγιού, οι μαθητές μπορούν να βρουν στον διάλογο ανάμεσα σε πατέρα και γιο στις σελίδες 20-24 του βιβλίου -αν και στη θέση του γιου "να φάμε κοτόπουλο"  δεν διαβάζουμε το σύνηθες αντεπιχείρημα των κυνηγών "και τα κοτόπουλα ζωντανά είναι"... Περισσότερα "πυρομαχικά" για τη συζήτηση, μπορείτε να αντλήσετε από κείμενα στο διαδίκτυο όπως αυτό (υπέρ) και αυτό (κατά των κυνηγών). Καλή διασκέδαση!
σ. 22 Τι σε πειράζει; Ότι σκοτώνουμε μερικά πουλάκια; Τόσα είναι. Δυο πάνω, δυο κάτω τι σημασία έχει;

Share/Bookmark

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Ιστορίες για δειλούς και θαρραλέους

Υπόθεση
Ο Γιάννης σώζει τον φίλο του Ορέστη από τη συμμορία των «Αχώνευτων», που τον έχει στριμώξει σε μια γωνιά και τον κοροϊδεύει. Τον αποκαλούν «κοτούλα» επειδή του αρέσει το διάβασμα και τα γέλια-κακαρίσματά τους ακούγονται σε όλη τη γειτονιά. Το ίδιο βράδυ, ο παππούς και η γιαγιά συμβουλεύουν τον Γιάννη να μη δίνει σημασία σε λόγια του αέρα. Όμως εκείνος είναι αποφασισμένος να δώσει στη συμμορία ένα μάθημα. Πείθει τον παππού του να φέρει μερικές κότες από το χωριό και καταστρώνει ένα πονηρό σχέδιο... Λίγες μέρες αργότερα, ένα προκλητικό μήνυμα αρκεί για να μαζευτούν οι νταήδες στην μπλε αποθήκη πίσω από το σχολείο... και η επίθεση αρχίζει! Θα βάλουν άραγε οι Αχώνευτοι μυαλό;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσιαμπαλή - Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Νίκη Λεωνίδου
ISBN: 978-618-01-0140-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2013
Σελίδες: 48
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Παρουσίαση από το ιστολόγιο της συγγραφέως εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Ευχαριστούμε τη συγγραφέα για την προσφορά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Πολύ χαριτωμένη διδακτική περιπέτεια με θέμα τον σχολικό εκφοβισμό. Η εύληπτη γραφή και η σαφήνεια των μηνυμάτων επιτρέπουν στα παιδιά των μεσαίων τάξεων να απολαύσουν μια ιστορία για ένα θέμα που τους αφορά άμεσα. Η πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό ως το τέλος και το γεγονός ότι το κείμενο δεν ξεπερνά τις 2000 λέξεις, επιτρέπει ακόμα και στους άπειρους αναγνώστες να το ολοκληρώσουν ξεκούραστα. Η ιστορία χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, που διηγούνται το ίδιο περιστατικό από διαφορετικές οπτικές, παραδίδοντας ένα εξαίσιο μάθημα ενσυναίσθησης. Η πολύχρωμη εικονογράφηση επικεντρώνεται στις μορφές και λειτουργεί πολύ βοηθητικά, ενώ σε κάποια σημεία "παίζει" και με το κείμενο. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου μάς περιμένουν χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές γύρω από το ζήτημα της σχολικής επιθετικότητας, από την ψυχολόγο Γιούλη Μιγγείρου. Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, με τα αγόρια να έχουν περισσότερες πιθανότητες ταύτισης με τους πρωταγωνιστές Γιάννη και Ντίνο.

  • Απλή γλώσσα
  • Ενδιαφέρον θέμα και οπτική
  • Προσεγμένη παρουσίαση

  • Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η συμμορία των "κακών" μπορεί να δημιουργήσει στα παιδιά λανθασμένες εντυπώσεις

Αξίες - Θέματα
Εκφοβισμός (bullying), Φιλία, Οικογένεια, Βία, Φιλαναγνωσία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όπου οι Αχώνευτοι μπαίνουν στον αχυρώνα και πέφτουν στην παγίδα του Γιάννη

Εικονογράφηση
Πολύχρωμη, με απλές γραμμές που παραπέμπουν σε παιδικό σχέδιο αλλά και ταυτόχρονα πλούσια, με ολοσέλιδες ζωγραφιές κάθε 3-4 σελίδες και παρουσία μικρότερων σκίτσων σχεδόν σε κάθε σελίδα κειμένου, ώστε να ξεκουράζονται τα μάτια και να γίνεται η ανάγνωση ευχάριστα.

Απόσπασμα
Βιβλία διαβάζουν τα κορίτσια! Τα αγόρια παίζουν ποδόσφαιρο, μπάσκετ και πόλεμο με ξύλα ή βάζουν κόντρες! Κατάλαβες, «κοτούλα»;

Οι Αχώνευτοι, μια ενοχλητική παρέα παιδιών, είχε και πάλι μεγάλα κέφια. Είχαν στριμώξει σε μια γωνία, στη γειτονιά κάτω από το σπίτι μου, τον Ορέστη, το συμμαθητή μου, ένα ήσυχο και καλόβουλο παιδί που του άρεσαν τα βιβλία και γι’ αυτό το κορόιδευαν. Εκείνος είχε σαστίσει. Τα μάτια του έκρυβαν θυμό και φόβο. Δε μιλούσε. Κουβέντα δεν έλεγε. Μονάχα τους άκουγε μαζεμένος σε μια γωνιά.

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το αγαπημένο χόμπι των Αχώνευτων –παρατσούκλι που τους είχαν δώσει τα άλλα παιδιά του σχολείου, μια και με τη συμπεριφορά τους κανείς δεν τους χώνευε – ήταν να ενοχλούν τα άλλα παιδιά. Αν τύχαινε μάλιστα κάποιος να έχει μια φανερή διαφορά από τους υπόλοιπους, την είχε βάψει. Είχε φακίδες; Τον φώναζαν «φακή». Ίσια, ατίθασα μαλλιά; «Αχινό»! Κατσαρά; «Σφουγγαρίστρα». Φορούσε γυαλιά; «Γκαβάδι». Είχε πεταχτά αυτιά; «Αυτάρα». Ήταν αδύνατος; «Καλαμάκι». Χοντρός; «Κεφτέ». Κοντός; «Τάπα». Ψηλός; «Λελέκι»… Για όλους υπήρχε το κατάλληλο κοροϊδευτικό όνομα. Ακόμα και το προτέρημα κάποιου το μετέτρεπαν σε μειονέκτημα και τον κορόιδευαν για αυτό!

Τα σχόλιά τους όμως δεν είχαν να κάνουν μόνο με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και με τις συνήθειες και με τις ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού, κι αυτό εμένα με έκανε να θυμώνω ακόμα περισσότερο… «Ακούς εκεί “κοτούλα” επειδή του αρέσουν τα βιβλία! Κι εμένα μου αρέσουν τα βιβλία», σκεφτόμουν, «είμαι δηλαδή κι εγώ κοτούλα; Και γιατί το διάβασμα να έχει να κάνει με αγόρια και κορίτσια, με δειλούς και θαρραλέους;» Ο παππούς μου, που τίποτα δε φοβάται, σας το λέω, συνέχεια βιβλία διαβάζει…

Κατέβηκα κάτω και στάθηκα πίσω τους.
- Βιβλία διαβάζουν όσοι ξέρουν να διαβάσουν! φώναξα με θυμό και αμέσως στενοχωρήθηκα που γινόμουν σαν και αυτούς, όχι, γινόμουν χειρότερος, γιατί κορόιδευα κι εγώ με τη σειρά μου το γεγονός πως ήταν κακοί μαθητές. Τότε όμως είδα τα φοβισμένα μάτια του Ορέστη στη γωνία να με παρακαλούν να τον σώσω, οπότε άφησα στην άκρη τις τύψεις μου.

- Κι εσένα ποιος σου μίλησε; πετάχτηκε ο Ντίνος, ο πιο αχώνευτος από τους Αχώνευτους.

- Ο Ορέστης είναι φίλος μου, μαζί διαλέγουμε τα βιβλία, μαζί διαβάζουμε, και αφού είπες αυτόν «κοτούλα» είναι σαν να είπες κι εμένα.

- Ε τότε ναι, αφού διαβάζετε μαζί, είσαι κι εσύ κοτούλα! Μήπως μένετε και στο ίδιο κοτέτσι; συνέχισε με ειρωνεία και έπιασαν όλοι την κοιλιά τους από τα γέλια.

- Και γιατί είμαστε κοτούλες;

- Γιατί τα αγόρια δε διαβάζουν βιβλιαράκια! Κάνουν αντρικά πράγματα! Οι δειλοί σαν τις κοτούλες διαβάζουν, φώναξε στο τέλος και άρχισε να κακαρίζει δυνατά γελώντας κοροϊδευτικά: Κα κα κα κα κα καααα!

Αμέσως τον ακολούθησαν και οι φίλοι του και γέμισε τόσα κακαρίσματα η γειτονιά που οι γείτονες βγήκαν στα μπαλκόνια να δουν τι συμβαίνει!

Έριξα στους Αχώνευτους ένα άγριο βλέμμα, τράβηξα τον Ορέστη από το μπράτσο και τον οδήγησα στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. Όταν ανεβήκαμε επάνω, ο Ορέστης με κομμένη φωνή μού είπε  δεκαπέντε ευχαριστώ.

- Με έσωσες, Γιάννη… δεν τους αντέχω. Και ίσως να έχουν δίκιο… ίσως να είμαι κοτούλα, γιατί πραγματικά τους φοβάμαι!

- Μην είσαι χαζός! Ποιον από αυτούς φοβάσαι; Μια παρέα κακομαθημένων παιδιών είναι που δεν έχουν τρόπους και που τους χρειάζεται ένα καλό μάθημα, είπα και η σκέψη μου αυτή μου άρεσε πολύ. Ένα μάθημα!

Το βράδυ ήρθαν στο σπίτι ο παππούς και η γιαγιά. Όταν έρχονται είμαι πάντα πολύ χαρούμενος, εκείνο το βράδυ όμως οι σκέψεις μου δε με άφηναν να είμαι όπως κάθε άλλη φορά. Το κατάλαβαν και με ρώτησαν τι έχω και αφού επέμειναν πολύ, τους είπα την ιστορία με τους Αχώνευτους.

- Και γι’ αυτό στενοχωριέσαι; απόρησε η γιαγιά και συνέχισε: Μην τους δίνεις σημασία, αγόρι μου! Εσύ να κάνει ό, τι σε ευχαριστεί! Άφησέ τους να λένε. Αέρας είναι τα λόγια και πετούν… αέρας είναι τα λόγια και χάνονται. Μη χαλάς την καρδιά σου για λόγια του αέρα, κατέληξε και με έσφιξε στην αγκαλιά της. Ύστερα έφυγε για το καθιστικό απ’ όπου τη φώναζε η μαμά.

Μείναμε μόνοι με τον παππού. «Η γιαγιά έχει δίκιο», σκεφτόμουν, «αέρας είναι τα λόγια και πετούν, μα γιατί πετούν συνεχώς γύρω από το κεφάλι μου και με κάνουν να τα σκέφτομαι; Γιατί με ενοχλούν όπως το χτύπημα στο γόνατο την προηγούμενη εβδομάδα;».

Σχόλιο
Όπως και νωρίτερα (2008) στο Μίλα μη φοβάσαι, συναντάμε και εδώ την πολύ ενδιαφέρουσα οπτική του νταή, χάρη στην οποία οι αναγνώστες μπορούν να αντιληφθούν ότι ο εκφοβιστής - θύτης είναι συνήθως και ο ίδιος θύμα του περιβάλλοντός του. Αυτό φυσικά δεν τον κάνει αυτόματα αθώο ή ανεύθυνο για τις επιλογές του, ίσως όμως θέτει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Ο νταής δεν είναι ούτε τέρας ούτε προνύμφη εγκληματία, αλλά ένα παραστρατημένο παιδί που χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση, υγιή πρότυπα και αγάπη.

Στην παρούσα ιστορία βέβαια, το ζήτημα οδηγείται άμεσα σε happy end και η μεταστροφή του αντιήρωα Ντίνου από ταραξία σε βιβλιοφάγο επέρχεται μέσα από μια μόλις εμπειρία. Περισσότερο ρεαλισμό από ένα διήγημα δύο χιλιάδων λέξεων ίσως θα ήταν άδικο να περιμένουμε, όμως στην πραγματική ζωή είναι κατανοητό πως παρόμοιες αλλαγές δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς υπομονή και κυρίως διαρκή και συντονισμένη προσπάθεια εκπαιδευτικών και οικογένειας. 

 

Στο κείμενο μπορεί κανείς να εντοπίσει δυο μάλλον αντικρουόμενες τάσεις που θεωρητικά είναι δύσκολο να συνδυαστούν κάτω από κοινό εξώφυλλο. Η πρώτη ανταποκρίνεται στην παράδοση του λαϊκού μύθου: απαιτεί για την κακή συμπεριφορά των Αχώνευτων μια τιμωρία που θα αποκαταστήσει το αίσθημα δικαίου. Η δεύτερη, πιο εξωπραγματική αλλά σύμφωνη με το σύγχρονο και "πολιτικά ορθό" πνεύμα, θέλει π.χ. τον Γιάννη να νιώθει τύψεις γι' αυτά που λέει, την ώρα που επιχειρεί να σώσει τον φίλο του: "Βιβλία διαβάζουν όσοι ξέρουν να διαβάσουν! φώναξα με θυμό και αμέσως στενοχωρήθηκα που γινόμουν σαν και αυτούς, όχι, γινόμουν χειρότερος, γιατί κορόιδευα κι εγώ με τη σειρά μου το γεγονός πως ήταν κακοί μαθητές". 

Αντίστοιχα συμβαίνουν και όταν παππούς και εγγονός απορρίπτουν μεν το ενδεχόμενο "καβγά" με τη συμμορία, συμφωνούν ωστόσο να δώσουν ένα "μάθημα" (που μοιάζει και λίγο με εκδίκηση) στους κακομαθημένους - εξυπνάκηδες, αξιοποιώντας τη συνδρομή του ζωικού βασιλείου. Προκρίνεται τελικά η βία ως μέσο αντιμετώπισης της βίας ή όχι; Εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι η χρήση της (ακόμα κι αν πρόκειται για μια μορφή βίας «έξυπνης», εξ αποστάσεως και δι' αντιπροσώπων) αποδίδει και οδηγεί στην λύση του προβλήματος. 

Για να είμαστε σίγουροι ότι τα παραπάνω δεν θα δημιουργήσουν λάθος εντυπώσεις στα παιδιά, ίσως θα ήταν χρήσιμο να συζητήσουμε στην τάξη για το αν άλλες (λιγότερο δυναμικές) παρεμβάσεις από τον Γιάννη θα μπορούσαν να έχουν αντίστοιχα θετικά αποτελέσματα. Θα ήταν άραγε δυνατό η οικογένεια και οι φίλοι του να καλέσουν τη συμμορία των Αχώνευτων για να μιλήσουν, χωρίς να έχει προηγηθεί η σκηνή πανικού και ταπείνωσης στην αποθήκη; Άλλωστε, μπορεί στο κείμενο να αποφεύγεται η αναφορά σε επικίνδυνα τσιμπήματα, η αντεκδίκηση όμως που ετοίμασαν παππούς και εγγονός, θα μπορούσε στην πραγματικότητα να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα ή (το πιθανότερο) ακόμα βιαιότερες αντιδράσεις από τους προσβεβλημένους νταήδες.

Η ιστορία ξεκινάει και τελειώνει με το θέμα της βιβλιοφιλίας, υπηρετώντας κάπως το σχήμα του κύκλου. Στις πρώτες σελίδες, ο Ορέστης στοχοποιείται από τη συμμορία επειδή του αρέσει να διαβάζει, χόμπι που δήθεν ταιριάζει μόνο σε δειλούς. Στο τέλος, μετά την περιπέτεια, οι  αναμορφωμένοι νταήδες στρέφονται και αυτοί στο διάβασμα, συμμετέχουν μάλιστα και στη Λέσχη Ανάγνωσης. Ο αρχηγός τους, Ντίνος (θυμίζοντας λίγο τον Γιούγκερμαν), ανακαλύπτει και εκείνος τη χαρά του διαβάσματος ξεκινώντας από τη σχολική εγκυκλοπαίδεια.
(Πηγή)
Προβληματισμοί για συζήτηση 
Τι θα πει δειλός; Και τι θαρραλέος; 
Με αφορμή τις μέρες Πολυτεχνείου, αντιγράφουμε από περσινό άρθρο της Μηχανής του Χρόνου μια επιστολή - έκκληση που έστειλε ο συνθέτης Μ. Θεοδωράκης προς τον Γ. Μπιθικώτση, για να τον αποτρέψει απ' το να τραγουδήσει σε νυχτερινό κέντρο τον ύμνο της Χούντας τον Ιούλιο του 1967. 

«Γρηγόρη. Διάβασα με κατάπληξη ότι πρόκειται να τραγουδήσεις στα “Δειλινά” τον “Υμνο της Επαναστάσεως”. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνεις τι πρόκειται να κάνεις. Πόσες ευθύνες επωμίζεσαι και σε τι σοβαρούς κινδύνους μπαίνεις. Κάθισε σπίτι σου με αξιοπρέπεια. Μην γκρεμίζεις με μια κλωτσιά αυτό που χτίσαμε μαζί τόσα χρόνια. Μην ακούς τους κερδοσκόπους και τους προσκυνημένους. Μη ρίχνεις στον βούρκο το όνομά σου και το όνομα των παιδιών σου, που σε λίγο θα ντρέπονται για σένα. Κάνε τον άρρωστο. Φύγε για το εξωτερικό. Εκεί μπορείς ν’ αρχίσεις μια καινούργια καριέρα. Η Μελίνα σε περιμένει. Γιατί αν εσύ ο Μπιθικώτσης, το πρωτοπαλίκαρο του Θεοδωράκη, γίνεις επίσημος τραγουδιστής της Δικτατορίας τραγουδώντας αυτό το άθλιο κατασκεύασμα, θα πρέπει να ξέρεις ότι θα γίνεις ο πιο αχάριστος και τιποτένιος προδότης που γέννησε ο Λαός μας. Στο όνομα της φιλίας μας και για χάρη της γυναίκας σου, των παιδιών σου και όλων των αμέτρητων φίλων μας, σε ικετεύω να μ’ ακούσεις για τελευταία φορά. Μετά την Πέμπτη θα είναι αργά. Πάρα πολύ αργά»

Όπως διαβάζουμε στο ίδιο άρθρο, ο Μπιθικώτσης τελικά τραγούδησε στα "Δειλινά". Είπε πως δεν αντέχει να πάει ξανά στην εξορία (είχε ήδη "φιλοξενηθεί" στη Μακρόνησο για τις ιδέες του όταν ήταν 25 ετών) και δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για την απόφασή του, δεδομένων των συνθηκών.

Είναι τελικά εύκολο να χαρακτηρίσουμε κάποιον δειλό ή θαρραλέο με βάση μια απόφασή που παίρνει σ' ένα πιεστικό δίλημμα; Μήπως θα πρέπει με κάποιον τρόπο να λαμβάνουμε υπ' όψη το παρελθόν του, την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και το σύστημα αξιών που ακολουθεί; Πόσο εύκολο είναι άραγε να λαμβάνει κανείς θαρραλέες αποφάσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής του; 
Ο Angus Macfadyen ως Robert the Bruce στην ταινία Braveheart (πηγή)
Το κινηματογραφικό σενάριο παρουσιάζει τον αριστοκράτη να δειλιάζει να πολεμήσει για την
ανεξαρτησία της Σκωτίας (ο λαός της οποίας αποφάσισε φέτος ότι τελικά δεν επιθυμεί ανεξαρτησία)
Πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε την παιδική ηλικία διάσημων δικτατόρων όπως ο Χίτλερ ή ο Παπαδόπουλος; Μήπως ως παιδιά αντιμετώπισαν έντονη κριτική και δέχτηκαν από τους συμμαθητές και τους δασκάλους τους χαρακτηρισμούς που επηρέασαν την προσωπικότητα και τη μετέπειτα πορεία τους; Αν υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα κάτι τέτοιο να ισχύει, τότε επιβάλλεται να αντιμετωπίζουμε τους θύτες και τα θύματα των περιπτώσεων σχολικού εκφοβισμού με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, ώστε να προστατεύσουμε τις μελλοντικές γενιές από ανάλογες περιπέτειες!
(πηγή)
Χρήση στην τάξη
Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε πως το βιβλίο απευθύνεται σε μαθητές των Α' Β' και Γ' τάξεων του Δημοτικού και η έκδοση (μέγεθος στοιχείων, στήσιμο κειμένου, εικονογράφηση, κλπ.) έχει διαμορφωθεί ανάλογα. Ωστόσο, οι μικρές τάξεις -στο δικό μας τουλάχιστον σχολείο- έδειξαν περιορισμένη ανταπόκριση. Αντίθετα, στα μεγαλύτερα παιδιά η ιστορία όχι μόνο άρεσε πολύ, αλλά και είχε άμεσο αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους! Το κείμενο κατάφερε να αγγίξει τους μαθητές της Ε' και να περάσει το βασικό του μήνυμα. Έτσι, αγόρια που από την αρχή της χρονιάς δήλωναν "μάγκες", αφού άκουσαν την ιστορία του Ντίνου αποφάσισαν ότι αυτός ο χαρακτηρισμός δεν τους εκφράζει! Ακόμα και μέρες αργότερα, υπήρχαν παιδιά που μιλούσαν στην τάξη για τις κότες - εκδικητές που παραμονεύουν τους νταήδες...

Φυσικά, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, για μια ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά, μια συζήτηση και μια καλή ιστορία δεν αρκεί. Δυστυχώς όμως σε πολλές περιπτώσεις οι πόροι και ο χρόνος της σχολικής καθημερινότητας είναι περιορισμένοι.

Το βιβλίο μπορεί να μας δώσει αφορμή να επισκεφθούμε τη σχολική βιβλιοθήκη και να μάθουμε να αναζητούμε πληροφορίες στην εγκυκλοπαίδεια, αλλά και να επιχειρήσουμε να οργανώσουμε μια μικρή Λέσχη Ανάγνωσης στην τάξη. Επίσης, περιέχει αρκετές δυναμικές σκηνές που μπορούμε να αναπαραστήσουμε με παντομίμα, αλλά και θέματα που έχουν ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον: Εμείς συγκεκριμένα, κάναμε μια προσπάθεια να ζωγραφίσουμε πολύχρωμες κότες!
από τις ζωγραφικές μας απόπειρες με την Α' και Β' τάξη

Share/Bookmark

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Αντίσταση

Υπόθεση
Το βιβλίο αποτελείται από 15 κεφάλαια, το κάθε ένα με κάμποσες σύντομες, συνήθως αυτόνομες ιστορίες γύρω από ένα κύριο θέμα.
1. Η πρώτη σπίθα - Η πρώτη πράξη Αντίστασης, το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη.
2. Οι πιτσιρίκοι - Τέσσερις ιστορίες θάρρους και αυταπάρνησης με πρωταγωνιστές μικρά παιδιά.
3. Ο Αέρας της Αλβανίας - Τρεις ιστορίες για τη νοοτροπία των Ιταλών κατακτητών και τη σχέση τους με τους Γερμανούς.
4. Η δόξα των Γκλοριόζων - Ιστορίες που μιλούν για τη δειλία των Ιταλών κατακτητών, αλλά και για τον τύπο του "συνετού" Έλληνα που "δεν θέλει μπλεξίματα". Αναφορά στον νόμιμο και παράνομο κατοχικό Τύπο.
5. Συλλαλητήρια - Αναφορά στις μεγάλες διαδηλώσεις της 28/10/1942, της 5/3/1943 και της 25/3/1943
6. Το Πνεύμα και το Κτήνος (ακατάλληλο) - 7 Ιστορίες για το πώς ο οπλισμός και τα πολεμοφόδια έφταναν στους αντάρτες, για το τι συνέβαινε στις φυλακές Αβέρωφ και για την χαζή προπαγάνδα των Γερμανών.
7. Οι Βούλγαροι - Δύο ιστορίες για το συλλαλητήριο της 22/7/43 ενάντια στην γεωγραφική επέκταση της ζώνης Βουλγαρικής κατοχής.
8. Πτώση των Γκλοριόζων - Έξι ιστορίες από τις ημέρες της ιταλικής συνθηκολόγησης και τις συνέπειες που είχε αυτή στη συμπεριφορά Ιταλών και Αθηναίων, αλλά και στον αντιστασιακό αγώνα.
9. Στη Μέση Ανατολή - Έξι ιστορίες για τη δράση του Ελληνικού στρατού τον καιρό της συνθηκολόγησης των Ιταλών, και η περιπέτεια της "Λευκής", ενός πλοίου που χάρη στο ελληνικό του πλήρωμα πέρασε σε συμμαχικά χέρια κάτω από τη μύτη των Γερμανών.
10. Κύκλοι της Κόλασης (ακατάλληλο) - Επτά ιστορίες για τις θηριωδίες των Γερμανών σε Χορτιάτη, Καλάβρυτα, Δίστομο, γνωριμία με τα κολαστήρια της Μέρλιν, το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι και το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Αναφορά στην κυβέρνηση Ράλλη.
11. Σκιά του εμφυλίου (ακατάλληλο) - Δεκαοκτώ ιστορίες για την εχθρότητα, τις προκλήσεις και τις συγκρούσεις ΕΑΜιτών και τσολιάδων των ταγμάτων ασφαλείας. Ανακοινώσεις αντιποίνων, οι μάχες στο "κάστρο του Υμηττού" και στο σπίτι της οδού Μπιζανίου, η αδράνεια της αστυνομίας και τελικά η συμφωνία του Λιβάνου που δίνει ελπίδες για εθνική συμφιλίωση.
12. Δροσιά από το Ρίμινι - Ενώ στην Αθήνα τον Αύγουστο του '44 αρχίζουν τα μπλόκα, η Γ' Ορεινή Ταξιαρχία γράφει σελίδες δόξας, καταλαμβάνοντας το Ρίμινι.
13. Τα μπλόκα (ακατάλληλο) - Εννέα ιστορίες με φρικτές περιγραφές των μπλόκων του Παγκρατίου (11 νεκροί), της Κοκκινιάς (200 νεκροί) και της Καλλιθέας (25 νεκροί). Οι κλούβες των Γερμανών ως τελευταίο μέτρο κατά των αντιστασιακών επιθέσεων στις αμαξοστοιχίες.
14. Προς το τέλος - Τέσσερις ιστορίες από τις μέρες αποχώρησης των Γερμανών.
15. Το σπασμένο κοντάρι - Επίλογος - σύντομη αναφορά στο απέραντο φρενοκομείο χαράς της 12ης Οκτωβρίου 1944.
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μαρία Δ. Ψαθά
Συγγραφέας: Δημήτρης Ψαθάς
Bégouën, Max
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Εικονογράφηση: Φωκίωνας Δημητριάδης
ISBN: 960-7572-28-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (1945)
Σελίδες: 275
Τιμή: περίπου 17 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Συγκλονιστικά χρονογραφήματα της κατοχικής Αθήνας από έναν μεγάλο δάσκαλο του είδους, τον Δ. Ψαθά. Σίγουρα δεν πρόκειται για βιβλίο παιδικής ή εφηβικής λογοτεχνίας, κάποια όμως κεφάλαια που αφορούν τη δράση παιδιών (πιτσιρικαρία, σαλταδόροι, αλάνια, μαρίδα, κλπ.) μπορούν άνετα να χρησιμοποιηθούν στην τάξη ως αποσπάσματα. Προτείνεται κυρίως σε γονείς και συναδέλφους, που ενδιαφέρονται να παρουσιάσουν στους μαθητές την καθημερινότητα των Αθηναίων στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής.

  • Η ματιά του αφηγητή είναι έξυπνη και ζωντανή, ακριβής και απέριττη, μας μεταφέρει μόνο όσα χρειάζεται να μάθουμε
  • Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πραγματικά, πολλές φορές με ημερομηνίες και ονόματα, κάτι που μετατρέπει το βιβλίο σε μια συγκλονιστική μαρτυρία μιας εποχής που ελπίζουμε να μην χρειαστεί να ξαναζήσουμε


  • Οι σκληρές σκηνές είναι αρκετές, πολλές φορές περιγράφονται απάνθρωπα βασανιστήρια και εκτελέσεις. Γι' αυτό και τα κεφάλαια 6, 10, 11 και 13 θεωρούμε ότι είναι εντελώς ακατάλληλα για παιδιά.
  • Οι χαρακτηρισμοί για τους κατακτητές δικαιολογημένοι αλλά αρκετά σκληροί.

Αξίες - Θέματα
28 Οκτωβρίου, Ιστορία, Ανθρωπισμός, Βία, Πατριωτισμός, Περιπέτεια, Ανισότητα, Αλτρουισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Στο συλλαλητήριο της 22/7/43 ενάντια στην επέκταση της ζώνης Βουλγαρικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη, οι ηρωίδες Παναγιώτα Σταθοπούλου και Κούλα Λίλη δεν διστάζουν να επιτεθούν άοπλες σε γερμανικό τανκ! Η δεύτερη, λίγο πριν πέσει νεκρή, χτυπάει με το τσόκαρό της στο κεφάλι τον οδηγό...

Εικονογράφηση
16 χαρακτηριστικές για την εποχή γελοιογραφίες του Φωκίωνα Δημητριάδη, οι τέσσερις συγκεντρωμένες στο τέλος του βιβλίου.

Απόσπασμα 
Εκεί στην οδό Αμερικής είναι το «Κομάντο Πιάτσα». Κι οι δυο σκοποί που στέκονται στην πόρτα του αποτελούν τη μεγαλύτερη απόλαυση του Αθηναίου. Ευτυχώς. Η αυτοκρατορία του Μπενίτο δεν άφησε τίποτα όπου να μην έχει φυσήξει την πνοή της ελαφρής οπερέτας που χαρακτηρίζει ολόκληρο το καθεστώς του φασισμού της Ρώμης. Κρυφογελάνε οι Έλληνες. Γιατί ο τρόπος που χαιρετάνε οι δυο σκοποί καραμπινιέροι της πόρτα του «Κομάντο Πιάτσα» είναι απ’ τα πιο ξεκαρδιστικά πράγματα που μπορεί ν’ αντικρίσει κανένας μες στη βασανισμένη τούτη πόλη. Κάθε τους χαιρετισμός είναι πάταγος σωστός:
Γκράγκ
γκραγκ-γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ!
Χαλασμός. Οι δυο σκοποί έχουν καθένας κάτω απ’ τα πόδια του ένα ξύλινο ανάβαθρο ώστε να κάνει κρότο. Καρφωμένο το κεφάλι. Τα μάτια γουρλωμένα. Τα χείλια τους σφιγμένα. Το στήθος τεντωμένο. Βροντούν λοιπόν πρώτα την αρβύλα. Προσοχή. Φουχτιάζουν ύστερα με πάταγο το όπλο. Το πάνε δεξιά, το πάνε αριστερά, το τινάζουνε μπροστά, το σηκώνουνε ψηλά κι ύστερα το βροντάνε κάτω. Κι αμέσως τινάζουν πάλι την αρβύλα στο σανίδι, γκραγκ! -ανάπαυση. Στην ευθυμότερη οπερέτα η κωμικότερη φαντασία δεν θα μπορούσε να σοφιστεί στρατιωτικό χαιρετισμό πιο διασκεδαστικό:
Γκράγκ
γκραγκ-γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ!
Σαρκαστικός στέκεται ο κόσμος και χαζεύει τις βροντερές κινήσεις των σκοπών, που είναι κάτι ανάμεσα σουηδικής γυμναστικής, μπαλέτου επιθεώρησης και στρατιωτικού χαιρετισμού. Σαν συμπλήρωμα, μάλιστα, του κωμικού έρχονται τα γραφικά ναπολεόντεια τρικαντό των δυο καραμπινιέρων και μια ταμπέλα από ΄πάνω τους με την επιγραφή: ΧΑΙΡΕΤΑΤΕ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ. Περνούνε και τ’ αλανάκια:

- Χαιρέτα, ρε!

Και χαιρετά ο γαβριάς φασιστικά. Το λιπόσαρκο κορμί του τσιτωμένο. Το στήθος φουσκωμένο. Το δεξί χέρι απλωμένο μπρος, γυρισμένο το κεφάλι και το μάτι στον σκοπό.  Περνάει έτσι περπατώντας κωμικά, με τον βηματισμό της χήνας. Ένδειξη και φόρος σεβασμού στην αυτοκρατορία του Μπενίτο απ’ τη μαρίδα της Αθήνας, στην οποίαν απαντούν οι Ιταλοί με άγριο κυνηγητό:

- Όστια!

Είχε, λοιπόν, και σήμερα βουτήξει ο Ιταλιάνος έναν αλανάκο και τον έδερνε. Έκλαιγε και τσίριζε ο μικρός, που δεν ήταν ούτε δέκα χρονών. Περνούσε κι ένας κύριος ηλικιωμένος, μ’ άσπρα μαλλιά, που είχε την αφέλεια να πιστέψει πως η ηλικία κι η εμφάνισή του θα ενέπνεαν κάποιο σεβασμό. Έκανε παρατηρήσεις στον Ιταλιάνο:

- Γιατί το δέρνεις;

- Έτσι τέλει!

- Δεν το λυπάσαι; Εσύ, ένας στρατιώτης της ιταλικής αυτοκρατορίας να σκοτώνεις στο ξύλο ένα παιδί που δεν φτάνει ούτε ως το γόνατό σου;

- Πόρκα Μαντόνα!

Αφρίζει ο Ιταλιάνος, αφήνει τον μικρό, βουτά τον άνθρωπο απ’ τον σβέρκο και με κλοτσιές τον οδηγεί παραπέρα, σ’ ένα τοίχο. Όπου ήταν γραμμένη μια απ’ τις χιλιάδες επιγραφές των δρόμων της Αθήνας: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ.

- Σβήσει εσύ!

- Πώς να τα σβήσω;

- Με το γλώσσα!

Κοιτά ο άνθρωπος την επιγραφή. Είναι γραμμένη με μπογιά. Πώς να την εξαφανίσει με τη γλώσσα του; Γυρνά στον Ιταλό με μάτι απορημένο. Μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο είναι η απάντηση. Βροντά το πρόσωπο του ανθρώπου στον τοίχο. Κι ώσπου να ξεζαλιστεί, του ‘ρχεται μια κλοτσιά με την αρβύλα. Σηκώνεται και τ’ όπλο. Δυο-τρεις με τον υποκόπανο μες στα πλευρά του.

- Σβήσει εσύ αυτό!

- ;;;

- Σβήσει με το γλώσσα!

Κι αν δεν σβήσει, λέει, τα γράμματα, θα τον σκοτώσει εκεί μέσα στον δρόμο, μπροστά στον κόσμο που παρακολουθεί από μακριά. Ο άνθρωπος, είπαμε, είναι ηλικιωμένος. Ψηλός. Φαίνεται από σπίτι. Οι τρόποι ευγενικοί. Φορά κοστούμι ριγέ γκρίζο, άσπρο μεταξωτό πουκάμισο και μπλε γραβάτα. Πεντακάθαρος. Πολύ κοκέτης. Α[ τους γέρους, δηλαδή, εκείνους που νομίζεις πως νίκησαν τον χρόνο και που η ζωή, φαίνεται δεν τους πίκρανε πολύ. Σίγουρα έχει γυναίκα και παιδιά. Σε κακοριζικιές της τύχης δεν φαίνεται πολύ συνηθισμένος ούτε σε τραχείς αγώνες. Δυο-τρεις κλοτσιές ακόμα -η κάννη του ντουφεκιού μες στα πλευρά του- και λυγίζει. Κατάχλομος. Τα χάνει. Βγάζει τη γλώσσα κι αρχίζει να γλείφει τον τοίχο.

Κοιτούν οι άλλοι. Ασπρίζουν τα πρόσωπα απ’ το μίσος. Σφίγγονται οι γροθιές. Ποιος όμως να σώσει τον ασπρομάλλη κύριο; Άοπλοι είναι κι έχουν μαζευτεί στο μεταξύ κι άλλοι καραμπινιέροι. Με πιστόλια, με ντουφέκια, με χειροβομβίδες. Τα μάτια τους στον άνθρωπο. Σκυμμένος στον τοίχο εκείνος γλείφει τα γράμματα. Ιδρώτας στάζει απ’ το πρόσωπό του, η γλώσσα του ματώνει. Απελπισμένα μάτια, γυρίζει στους καραμπινιέρους. Έρχεται μια κοντακιά μες στα πλευρά του. Αδύνατο ν’ αντέξει. Παρακαλά. Κλοτσιές βροντούν στα πισινά του.

Και τότε γίνεται τούτο. Μαζεύονται οι γαβριάδες. Μαζί τους κι ο μικρός που έφαγε το ξύλο και στοίχισε στον ασπρομάλλη κύριο την περιπέτεια.

- Απάνω τους!

- Είναι πολλοί, ρε.

- Μακαρονάδες, ρε. Φοβάσαι; Άμα τους φωνάξεις «αέρα», φτάνει. Σαν τα κοτόπουλα ζαλίζονται που τ’ ακούνε μοναχά. Ίσα, ρε μάγκες. Ντου!

Ντου. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται να χυμήξουν σε καμιά αποθήκη. Το «ντου» θα γίνει, όπως και στην Αλβανία. Είναι παιδιά ως δέκα-δώδεκα χρονών, κουρελίδικα, ξυπόλυτα, που άλλο όπλο δεν έχουν απ’ την ψυχή και απ’ τα πόδια τους. Σαν σαΐτες χυμάνε όλα μαζί.

- Αέρρρρρα!

Ακούνε οι Ιταλιάνοι και τρελαίνονται. Σαν παλαβοί χυμούν στα πιτσιρίκια. Σβέλτα εκείνα, γίνονται καπνός. Τρέχουν οι Ιταλιάνοι, βλαστημάνε. Σκορπίζουν εκείνα στις παρόδους. Κι από τη σύγχυσή τους δεν ρίχνουν ούτ’ ένα πυροβολισμό. Ο άνθρωπος εγλύτωσε… 
κεφ.11  Το κάστρο του Υμηττού ήταν αυτό το μικρό σπίτι
Χρήση στην τάξη
Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να προτείνει το βιβλίο αυτό στα παιδιά, μπορεί όμως να το συζητήσει με τους γονείς τους και να επιλέξει συγκεκριμένες ιστορίες -κυρίως από τα κεφάλαια 2 και 3- για να τις παρουσιάσει στην τάξη. Μέσα σε αυτές, τα παιδιά θα γνωρίσουν το αυθεντικό πλαίσιο της εποχής και θα συναντήσουν περιστατικά που αναφέρονται σε άλλα, πιο κατάλληλα βιβλία για την εποχή, όπως στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου (σκηνές από τις πορείες και τα παιδιά με τις μπογιές), τα Παιδιά της Αθήνας (σκηνή με σαλταδόρο που προσπαθεί να ανάψει το τσιγάρο του από το φανάρι του φορτηγού), κ.ά.
Απελευθέρωση: Πλατεία Συντάγματος 12 Οκτωβρίου 1944

Share/Bookmark