Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου

Υπόθεση
Μια ομάδα Βρετανών κομάντος ανατινάζει ένα εργοστάσιο των ναζί στις ιταλικές Άλπεις και κλέβει πολύτιμα πυραυλικά σχέδια των Γερμανών. Στη συνέχεια, ο οδηγός Τζακ Λίμψον, αναλαμβάνει να τους φυγαδεύσει στην Ελβετία επιλέγοντας μια επικίνδυνη διαδρομή. Μια χιονοστιβάδα ωστόσο τους αποδεκατίζει και σώζονται χάρη στην επέμβαση ενός καλόγερου από το μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου. Όσο αναρρώνουν στη μονή, ο ηγούμενος τους ξεναγεί και τους διηγείται την ιστορία του σωτήρα τους, μοναχού Πιερ και του ειδικά εκπαιδευμένου σκύλου του Μπάρι, που τους ανακάλυψε μέσα στα χιόνια.

Πριν περάσει πολύς καιρός, μια ομάδα Γερμανών αλπινιστών που αναζητά τους σαμποτέρ, χτυπάει την πόρτα του μοναστηριού. Θα καταφέρουν άραγε οι αντίπαλοι να συνεννοηθούν πολιτισμένα ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία στον ιερό χώρο, ή είναι η σύγκρουση μοιραία;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Γρηγοριάδου - Σουρέλη
Εικονογράφηση: Liz Fainberg
ISBN: 978-960-293-921-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1995
Σελίδες: 174
Τιμή: 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις:

Κριτική
Συγκινητικό μυθιστόρημα που συνδυάζει στοιχεία πολεμικού δράματος και ζωοφιλικής περιπέτειας. Με όμορφη γλώσσα αλλά στήσιμο κειμένου που δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην κατανόηση (σκηνές αλλάζουν έπειτα από ένα απλό κενό, κάτι που μπορεί να μπερδέψει τους αναγνώστες), η συγγραφέας μας διηγείται μια ιστορία βγαλμένη από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και επιχειρεί να αναδείξει αξίες όπως η ειρήνη, η αγάπη προς τον συνάνθρωπο αλλά και προς τους σκύλους. Η πλοκή κινείται σε δύο άξονες: Στον πρώτο παρατηρούμε την σύγκρουση των Βρετανών με τους Γερμανούς στρατιώτες, ενώ στον δεύτερο -που καταλαμβάνει τις σελίδες 44-109 -σχεδόν το 1/3 του βιβλίου- και ίσως κερδίζει τις εντυπώσεις) ενημερωνόμαστε για τις συνθήκες εκπαίδευσης των σκύλων Αγ. Βερνάρδου, μέσα από σύντομες ιστορίες του Μπάρι και του δόκιμου μοναχού Πιερ. Το κείμενο δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, παρότι αυτό θα εξυπηρετούσε στο ευκολότερο διάβασμά του από τους λιγότερο έμπειρους. Αυτοί θα πρέπει επίσης να δείξουν υπομονή, καθώς η κυρίως δράση συγκεντρώνεται ουσιαστικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Εμείς το προτείνουμε περισσότερο σε μαθητές της Στ' Δημοτικού και του Γυμνασίου, που μπορούν να αντιληφθούν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, να εκτιμήσουν την ψυχολογική σύγκρουση των αντιπάλων χαρακτήρων και που δεν θα ενοχληθούν από τις σκηνές βίας.

  • Ενδιαφέρουσες ιστορίες με ανθρώπους και ζώα
  • Προβολή ανθρωπιστικών αξιών

  • Απουσία συμπληρωματικού υλικού, χαρτών, κτλ.
  • "Κοιλιά" στην κυρίως πλοκή

Αξίες - Θέματα
Ειρήνη, Γενναιότητα, Ζωοφιλία, Θρησκευτική πίστη, 28 Οκτωβρίου.

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη και δουλεμένη με πενάκι, η εικονογράφηση δεν μοιάζει να αναδεικνύει όσο θα μπορούσε το θέμα και δύσκολα θα συγκινήσει τους σύγχρονους μαθητές.

Απόσπασμα
Δεν ήξεραν πως τόσο γρήγορα τα γυμνάσματα για δήθεν χαμένους οδοιπόρους θα έπαυαν να είναι απλή εκπαίδευση. Πολύ γρήγορα χρειάστηκαν τα σκυλιά να παλέψουν και να σώσουν ανθρώπους.

Είχαν δεν είχαν ακόμα αναλάβει απ’ την περιπέτειά τους ο αδελφός Πιερ και ο Μπάρι, όταν ο καιρός, έτσι στα καλά καθούμενα, πήρε το χειρότερο. Το ραδιόφωνο μίλησε για «πρωτοφανή κακοκαιρία» -μια κακοκαιρία που εκατό χρόνια είχε να πλήξει την Ευρώπη – και έδωσε το δελτίο θυέλλης.

Από το τηλέφωνο, πριν ακόμα κοπεί και απομονωθούν οι καλόγεροι, ο ηγούμενος πήρε και την προσωπική συμβουλή του αστυνόμου της κοντινής πόλης να λάβουν μέτρα έκτακτης ανάγκης.

Με σύστημα, χωρίς πανικό, οι καλόγεροι οργάνωσαν την άμυνά τους στο κακό, που ώρα την ώρα θα χτυπούσε την περιοχή. Τα ζώα ασφαλίστηκαν, οι υδραυλικές εγκαταστάσεις ελέγχθηκαν, οι στέγες καθαρίστηκαν, οι αποθήκες με τα τρόφιμα εξετάστηκαν σχολαστικά, ειδικά τσεκαρίστηκε το απόθεμα ασφάλειας φαρμάκων. Ο μοναχός – γιατρός επέβλεπε προσεχτικά στην επιθεώρηση του κινητού χειρουργείου και την άψογη λειτουργία του μόνιμου. Οι βάρδιες στους πύργους του μοναστηριού διπλασιάστηκαν. Τα μπουκάλια με το κονιάκ γεμίστηκαν από τα τεράστια βαρέλια που φυλάγονταν στο κελάρι, και έτοιμα περίμεναν να δεθούν στις κοιλιές των σκυλιών. Και οι κουβέρτες, καλοδιπλωμένα μπογαλάκια, η μια πάνω στην άλλη, έτοιμες να δεθούν στην κοιλιά του κάθε σκύλου. Οι συνοδοί τους κοιμούνταν ντυμένοι. Έτοιμοι να ξεχυθούν έξω, στην άσπρη κόλαση, να δώσουν μάχη για τη σωτηρία κάποιου ανθρώπου που θα κινδύνευε. Όλα ήταν έτοιμα να δεχτούν την τρομερή επίθεση της κακοκαιρίας, που δεν άργησε να φτάσει στις Άλπεις.

Ξαφνικά, ο ουρανός έγινε μουντός. Μουντός, με κάτι περίεργες κόκκινες ανταύγειες. Η φύση κράτησε την αναπνοή της. Τα ζώα είχαν ειδοποιηθεί από το ένστικτό τους και είχαν λουφάξει. Για λίγο, μια απειλητική σιγή έπεσε πάνω στα χιονισμένα βουνά. Κι έπειτα ξέσπασε το κακό. Μούγκρισαν οι Άλπεις, κι αυτό το μουγκρητό γέμισε τις κοιλάδες, διπλασιάστηκε, τριπλασιάστηκε απ’ την ηχώ μια φοβερή κραυγή απόγνωσης, που έφτασε μέχρι το μοναστήρι. Τρεμούλιασε το πέτρινο τεράστιο οικοδόμημα, τα φώτα χαμήλωσαν, ξανάναψαν και τελικά έσβησαν. Έτοιμες ήταν οι γεννήτριες και δώσανε φως στο μοναστήρι.

Τη δεύτερη μέρα, όταν το κακό, αντί να υποχωρήσει, γιγαντώθηκε, οι βάρδιες είδαν τις φωτοβολίδες. Δεν ήταν μια ούτε δυο. Πάνω από τρεις υπολογίσανε οι παρατηρητές. Άρα η ομάδα που κινδύνευε ήταν μεγάλη, πολυπρόσωπη.

- Θα χρησιμοποιηθούν και τα σκυλιά που εκπαιδεύονται τώρα, αποφάσισε ο ηγούμενος.

Ο αδελφός Αντώνιος είχε αντιρρήσεις. Άλλο ασκήσεις σε ομαλές περιπτώσεις κι άλλο να ζητάς από ένα σκυλί χωρίς πείρα να τα βγάλει πέρα σε τόσο σοβαρές στιγμές.

- Φοβάμαι να το ρισκάρω, εξήγησε βιαστικά στον ηγούμενο. Και το σκυλί μπορεί να κινδυνέψει, αλλά και ο εκπαιδευτής του. Μπορεί σκυλί και μοναχός να χαθούν.

- Είναι μεγάλη η ομάδα των ανθρώπων. Πρέπει να βοηθήσει όλη η μονάδα των μοναχών με όλα τα σκυλιά, δεν άλλαξε γνώμη ο ηγούμενος. Μόνο μην αργούμε. Κάθε δευτερόλεπτο φέρνει με σιγουριά τους αδερφούς μας προς το θάνατο.

Άλλο δεν μπορούσε να επιμείνει ο αδελφός Αντώνιος.

- Ευλόγησον, είπε και έφυγε τρεχάτος να δώσει διαταγές.

Έβαλε ο αδελφός Πιερ στον Μπάρι την κουβέρτα και το κονιάκ.

- Μπάρι, του ψιθύρισε, τα θυμάσαι όλα όσα σου ‘μαθα;

Το σκυλί γρύλισε. Ναι, τίποτα δεν ξέχναγε.
Τελείωσε το δέσιμο του κονιάκ και της κουβέρτας στην κοιλιά του ζωντανού ο αδελφός Πιερ και επιθεώρησε για τελευταία φορά τα πετσιά. Ήταν εντάξει. Έβαλε τα δικά του πλατιά παπούτσια και ετοιμάστηκε να βγει στην αυλή, εκεί που μαζεύονταν και οι άλλοι.

Φοβήθηκε ξαφνικά. Ξανακοίταξε το σκύλο του. Όπως τον είδε, μεγαλόσωμο, γεροφτιαγμένο, ένιωσε μια σιγουριά, πήρε μια βαθιά αναπνοή.

- Μπάρι, καλή τύχη να ‘χουμε κι οι δυο μας, του ψιθύρισε και του φίλησε το υγρό μουσούδι.

Κι ο Μπάρι, σοβαρά, έβγαλε τη γλώσσα του και τρυφερά του φίλησε το μάγουλο.

Κρατούσαν σφιχτά τις λάμπες θυέλλης απ’ το χέρι, τη χοντρή αλυσίδα με το σκύλο απ’ την άλλη. Και βγήκαν όλοι μαζί από το μοναστήρι.

Απ’ το φοβερό αέρα που τους υποδέχτηκε, δεν άκουσαν καν τη βαριά πόρτα που έκλεισε πίσω τους. Μπρος, θολές φιγούρες τα τεράστια βουνά. Το χιόνι γινόταν κρύσταλλο μόλις τους άγγιζε. Στην αρχή, πήγαιναν όλοι μαζί, μα τα σκυλιά κάποια στιγμή τινάχτηκαν μπροστά και τους παρέσυραν σ’ ένα ξέφρενο κατηφόρισμα.

Βρέθηκε μόνος με τον Μπάρι. Το σκυλί τραβούσε νευρικά με τόση δύναμη την αλυσίδα του, που κόντεψε να του βγάλει το χέρι απ’ τον ώμο. Δεν έβλεπε τίποτα, κάθε βήμα γινόταν απίθανα επικίνδυνο και κουραστικό. Πού πήγαιναν, Θεέ μου;

Μέρα ήταν; Νύχτα ήταν; Δεν ήξερε πια. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είχε πάψει να ψάχνει το έδαφος, αν ήταν στέρεο. Με τα παπούτσια, που είχαν μεγάλη επιφάνεια, πατούσε γερά στο χιόνι, προσπαθώντας να αντισταθεί στον αγέρα που πάλευε να τον ρίξει κάτω. Και προχωρούσαν. Τώρα το σκυλί έγινε πιο νευρικό. Κάποια στιγμή στάθηκε αναποφάσιστο, οσμίστηκε μια δυο φορές κι έπειτα ρίχτηκε προς την πλαγιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και ο αδελφός Πιερ, τυφλωμένος απ’ το χιόνι, που του έγδερνε το πρόσωπο, το ακολούθησε. Κατάλαβε το τράνταγμα της αλυσίδας να γίνεται επιτακτικό. Τέτοιο δυνατό τράνταγμα, που τον πέταξε κάτω. Βρέθηκε χωμένος σε μια εσοχή, κι έτσι σώθηκε.

Η χιονοστιβάδα, ακολουθώντας το δρόμο της με βοή, πέρασε ακριβώς από πλάι του. Το έδαφος τρεμούλιασε, έπαψε να ‘ναι σταθερό, ήταν έτοιμο να σκιστεί στα δύο.

Περίμενε φοβισμένος, άκουσε το θόρυβο της χιονοστιβάδας που, παρασύροντας κι άλλους όγκους χιονιού, έπεφτε με τρομαχτική βοή στο χάος. Έκατσε ακίνητος λίγη ώρα, με μισοχαμένες από τον τρόμο τις αισθήσεις του. Κάποια στιγμή συνήλθε.  Σηκώθηκε με κόπο. Πού ήταν ο Μπάρι; Τον έπιασε τρόμος. Αν έχανε τον Μπάρι, ελάχιστες ελπίδες είχε να σωθεί κι αυτός. Η αλυσίδα του ‘χε φύγει απ’ τα χέρια καθώς έπεφτε. Έψαξε στα τυφλά να τη βρει. Και αγκάλιασε το ζεστό κορμί του Μπάρι.

Ο Μπάρι ανυπόμονα περίμενε να βρει το αφεντικό του την αλυσίδα. Κι όταν σιγουρεύτηκε πως έγινε αυτό, βγάζοντας ένα δυνατό ουρλιαχτό, ξεκίνησε με καινούρια ορμή. Κάποια στιγμή ένας όγκος χιονιού τους έκοψε το δρόμο. Ο Πιερ δεν τον είχε αντιληφθεί και σκόνταψε απάνω του. Εκεί στάθηκε ο Μπάρι. Με ένα ακόμα ουρλιαχτό, άρχισε σαν παλαβός να σκάβει με τα τέσσερα πόδια του. Ο αδελφός Πιερ έβγαλε με μεγάλο κόπο ένα μικρό φτυάρι που είχε στον κόρφο του. Προσπάθησε να βοηθήσει τον Μπάρι, να του κάνει πιο εύκολη τη σκληρή δουλειά. Σκεφτόταν πως θα του ‘τρωγε πολλή ώρα αυτό το σκάψιμο κι όποιος ήταν εκεί παραχωμένος θα πέθαινε απ’ αυτή την αργοπορία. Για ώρα ανάγκης είχε το μικρό πιστόλι με τη φωτοβολίδα. Το έβγαλε και με μεγάλη προσπάθεια έριξε σήμα. Οι άλλοι μοναχοί δε θ’ αργούσαν να ‘ρθουν για βοήθεια. Κι όμως άργησαν.

Η ομάδα οδοιπόρων είχαν παραθαφτεί απ’ τη χιονοστιβάδα σε μεγάλη ακτίνα. Κι έτσι πάλευαν υπεράνθρωπα οι άλλοι καλόγεροι να ξεθάψουν αυτούς που τα δικά τους σκυλιά είχαν εντοπίσει.

Ο Μπάρι δεν είχε ξανακάνει αυτή την άσκηση σε τόσο βάθος.
Έσκαβε, έσκαβε απελπισμένα, πολλές στιγμές θύμωνε, άλλες δίβουλα στεκόταν, από φόβο μήπως έκανε λάθος, κι έπειτα με περισσότερο πείσμα προχωρούσε στην τρύπα που ‘χε καταφέρει να ανοίξει στο χιονισμένο σκληρό όγκο.

Κι όταν σε βάθος δύο μέτρων βρήκε αυτό που γύρευε, το λιποθυμισμένο άνθρωπο, τότε έβγαλε μια κραυγή, που ήταν όμως κραυγή νίκης. Ο αδελφός Πιερ έστειλε άλλο σινιάλο – άλλο χρώμα φωτοβολίδας- πως βρήκε οδοιπόρο, κι αμέσως άρχισε να στάζει στα παγωμένα χείλια του άγνωστου κονιάκ.

Ο οδοιπόρος σάλεψε, άρχισε να συνέρχεται. Τότε φτάσαν κι άλλοι μοναχοί. Δε θα μπορούσε να πει πώς ακριβώς έγινε. Ίσως επειδή πρώτη φορά λάβαινε μέρος σε ομάδα διάσωσης, ίσως γιατί η χαρά και η υπερηφάνεια τον συνεπήραν, μια και πέτυχε αυτή η πρώτη του έξοδος, ίσως γιατί ήταν αποκαμωμένος απ’ το τρέξιμο και το σκάψιμο, ίσως γιατί δεν είχε πείρα, ξέχασε τον Μπάρι.

Σιγουρεύτηκε πως ο τραυματισμένος δέθηκε γερά στο έλκηθρο κι ανάπνεε. Έτσι ακολούθησε τους άλλους μοναχούς, που κουβαλούσαν και τους υπόλοιπους οδοιπόρους. Ίσως, καθώς άκουγε τα άλλα σκυλιά να αλυχτούν, να πίστεψε πως μαζί τους ήταν και ο Μπάρι. Δεν ξέρει τι έφταιξε και, όσο γινότανε πιο γρήγορα, πήρε μαζί με τους υπόλοιπους το δρόμο για το μοναστήρι. Ο γυρισμός του φάνηκε πιο εύκολος, ο αγέρας τους έσπρωχνε από πίσω, ήταν πολλοί μαζί, δεν το κατάλαβε πώς έφτασε στο μοναστήρι.

Άνοιξε η βαριά εξώπορτα, οι νοσοκόμοι-αδελφοί πήγαν τους χτυπημένους στο κτίσμα που ήτανε νοσοκομείο. Και μόνο τότε, σαν είδε τους καλόγερους να παίρνουν τα σκυλιά να παν να τα ταΐσουν, μονάχα τότε αναζήτησε τον Μπάρι.

Σφύριξε… Τίποτα.
- Μπάρι, ψιθύρισε. Μπάρι, φώναξε. Μπάρι, ούρλιαξε.

Μα το γνώριμο γρύλισμα δεν τα’ άκουσε. Δε χωρούσε καμιά αμφιβολία. Ο σκύλος είχε απομείνει στις χιονισμένες πλαγιές.

Δε δίστασε. Με έναν πήδο βρέθηκε στην εξώπορτα. Με τη φασαρία που επικρατούσε, κανείς δεν τον πήρε είδηση που την άνοιξε. Την έκλεισε πίσω του και, χωρίς να σκεφτεί, άρχισε να τρέχει μες στην χιονοθύελλα· ούτε τον αγέρα κατάλαβε, ούτε το χιόνι που τον μαστίγωνε. Ούτε πρόσεξε τον ουρανό, που είχε μπλαβιάσει και τον απειλούσε. Έβγαλε μια σφυρίχτρα και καλούσε τον Μπάρι μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του. Δεν ξέρει ποιους αδιάβατους δρόμους πήρε. Δεν ξέρει καν αν κινδύνεψε σ’ αυτά τα μονοπάτια. Είχε ξεχάσει τον εαυτό του και μόνο τον Μπάρι σκεφτόταν. Η φαντασία του τον έβλεπε ξεπαγιασμένο, άψυχο, να πεθαίνει χωρίς κανείς να βρίσκεται κοντά του. Προσευχήθηκε: «Θεέ μου, ας βρω τον Μπάρι!».

- Μπάρι! Όλο το είναι του τον φώναξε. Ολόκληρος είχε γίνει μια κραυγή.

- Μπάρι!

Και τότε μέσα στα ουρλιαχτά του αγέρα, σαν να ‘κουσε ένα παραπονεμένο κλάμα. Καρδιοχτύπησε. Λες ν ‘ταν ιδέα του; Μήπως το φαντάστηκε; Κι από πού άκουσε το κλάμα; Ίδιο λαγωνικό τέντωσε τ’ αυτιά του. Και τότε καθαρά πια έφτασε ως αυτόν το ίδιο παραπονεμένο κλάμα. Σαν παλαβός, ο αδελφός Πιερ έτρεξε προς τα εκεί που ακούστηκε ο Μπάρι. Περισσότερο το ένστικτο τον οδήγησε σε κείνο το μέρος. Μα πού να ψάξει; Απελπισμένος έβλεπε την πλαγιά. Κάπου εκεί ψυχομαχούσε ο Μπάρι, αλλά πού;

Τότε ήταν που άκουσε καθαρά το κλάμα του σκυλιού. Πηδούσε τώρα, δεν έτρεχε. Έφτασε κι άρχισε να σκάβει σαν τρελός. Όταν ξέθαψε το σκύλο, όταν άγγιξε το αγαπημένο του κρομί, τότε στάθηκε να πάρει μια ανάσα. Έπειτα πήρε το κορμί του στα χέρια, αγκαλιά, και άρχισε το δύσκολο αγώνα της επιστροφής. Ο Μπάρι ήταν βαρύς, ήταν κι ο ίδιος πολύ κουρασμένος κι η θύελλα μαινόταν γύρω τους. Μα ο αδελφός προχωρούσε για το μοναστήρι, για τη σωτηρία. Ο Μπάρι ανάπνεε τώρα βαριά. Κι ο Μπάρι έζησε.

Στιγμή δεν έφυγε από πλάι του ο αδελφός Πιερ. Τα φάρμακα τα ανακάτευε στο ζεστό γάλα και τάιζε με μπιμπερό το εξαντλημένο σκυλί. Κι ο Μπάρι, μ’ όλη την αδυναμία του, προσπαθούσε να σαλέψει την ουρά του, να ξαναδεθεί, προσπαθούσε για τη ζωή. Κι αυτό, για να μη λυπήσει το αφεντικό του· γι’ αυτό περισσότερο…

- Αδελφέ, έκανες μεγάλη αμαρτία. Κινδύνεψες για να σώσεις το σκυλί σου.

Ο ηγούμενος, όρθιος, κατσάδιαζε τον αδελφό Πιερ.

- Από θαύμα γύρισες ζωντανός. Έβαλες και σε κίνδυνο κι άλλους αδελφούς, που βγήκαν να σε αναζητήσουν. Ναός του Θεού είναι ο άνθρωπος, Κι εσύ δεν τον λογάριασες αυτόν το ναό του Θεού.

Ο Πιέρ είχε σκύψει το κεφάλι κι άκουγε τα σκληρά λόγια του ηγούμενου. Έτσι όμως δεν έβλεπε τα μάτια του ηγούμενου, που τον κοιτούσαν όλο αγάπη και στοργή.

- Πήγαινε, αδελφέ, θα μείνεις αμίλητος πέντε μέρες και θα πεις την προσευχή της Παρθένου διακόσιες φορές.

- Ευλόγησον, γέροντα, ψέλλισε ο αδελφός Πιερ ταπεινά.

Όχι, δεν είχε δει πόσο καμάρι είχαν τα μάτια του ηγούμενου.
Το άσυλο του Αγ. Βερνάρδου, λίγα μέτρα βόρεια από τα ιταλικά σύνορα (κίτρινη γραμμή) όπως φαίνεται στο Google Earth
Σχόλιο
Η ιστορία του μοναστηριού του Αγίου Βερνάρδου όπως μας περιγράφεται στις σελίδες 44-45 είναι αληθινή, όπως αληθινές είναι και οι πληροφορίες για τον Μπάρι τον Σωτήρα (Barry der Menschenretter), που έζησε μεταξύ 1800-1814 και έσωσε από τον θάνατο πάνω από 40 ανθρώπους. Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, ο ηρωικός σκύλος αφού πέθανε βαλσαμώθηκε και από τότε εκτίθεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βέρνης. Ένα μνημείο στήθηκε προς τιμήν του στο κοιμητήριο ζώων του Παρισιού το 1900, ενώ το πιο εύρωστο κουτάβι που γεννιέται στο μοναστήρι, παίρνει ακόμα το όνομά του. Το 2004 συστήθηκε στην Ελβετία Ίδρυμα Barry du Grand Saint Bernard (στην ιστοσελίδα του οποίου πωλούνται σχετικά βιβλία, ημερολόγια, κτλ.), με στόχο την διατήρηση της συγκεκριμένης ράτσας. Ο γενναίος σκύλος έχει εμπνεύσει ποιητές και πεζογράφους, ενώ με θέμα τη ζωή του έχουν γυριστεί και κινηματογραφικές ταινίες. Περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Παρότι οι ναζί είναι σαφέστατα οι "κακοί" του μυθιστορήματος, η συγγραφέας αποφεύγει να πέσει στην παγίδα της μονομέρειας και δημιουργεί για τον κάθε Γερμανό, ένα ξεχωριστό ψυχολογικό προφίλ. Ο συνταγματάρχης Γιόχαν Γιούγκερς παρουσιάζεται ως ανθρωπιστής με αρχές (σ.22) που νιώθει ντροπή (σ.128) για τους φανατισμένους συστρατιώτες του και τελικά έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση (σ.131) μαζί τους. Στο αντίθετο άκρο, ο Βολφ Σουλτς που το βλέμμα του είναι γεμάτο μίσος (σ.128) μιλάει εχθρικά, όλο κακία (σ.111) και χαχανίζει σαρκαστικά. Ο Καρλ Σελ πάλι, εμφανίζεται ως θύμα του ναζιστικού μηχανισμού, αφού από τρυφερός και ευαίσθητος, έγινε αλλιώτικος από τότε που οργανώθηκε στη χιτλερική νεολαία (σ.22). Παρόμοιες αντιθέσεις παρατηρούμε όμως και στην ομάδα των Βρετανών κομάντος.
κάπως έτσι μπορούμε να φανταστούμε τον Βολφ (πηγή)

Η φιλία του Μπάρι με μια γάτα, όπως περιγράφεται στις σελίδες 85-88, ίσως κάνει κάποιους να αναρωτηθούν αν κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί στην πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως όταν γάτες και σκύλοι μεγαλώνουν μαζί, δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα συμβίωσης. Και επειδή η Φύση πάντα μας εκπλήσσει, πρόσφατα εντοπίστηκε στη Φινλανδία μια ακόμα πιο περίεργη φιλία, ανάμεσα σε έναν λύκο και μια αρκούδα!
Χρήση στην τάξη
Στη σελίδα 90, διαβάζουμε την παρακάτω εξωτερική περιγραφή του Μπάρι. Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να περιγράψουν με αντίστοιχο τρόπο ένα δικό τους, αγαπημένο ζώο;

Ο Μπάρι τώρα ήταν ένα εντυπωσιακό μεγαλόσωμο σκυλί με σωστές αναλογίες. Το κεφάλι του ήταν δυνατό, φαρδύ, με καμπυλωτό κρανίο και ρυτίδες στο μέτωπο. Τα μάτια του ήταν μεσαίου μεγέθους, σκούρα, με το κάτω βλέφαρο χαλαρό. Τ' αυτιά του, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, πέφταν μαλακά κάτω. Η ουρά του ήταν χοντρή, μακριά, βαριά και σηκωνόταν μόνο όταν ήταν σε επιφυλακή. Ψηλός, περίπου 70 εκ. Το τρίχωμά του άσπρο με αποχρώσεις κοκκινωπές, είχε κηλίδες μεγάλες γκρι τιγρέ. Τα πόδια του και το φαρδύ του στήθος ήταν κάτασπρα· άσπρη ήταν και η περιοχή γύρω απ' τη μύτη του και η άκρη της ουράς του. Άσπρο είχε και στο μέτωπο, στο λαιμό και στο σβέρκο. Ποτέ το κόκκινο δεν μπερδευόταν με τ' άσπρο· ήταν καθορισμένες οι κηλίδες. Η τρίχα του πυκνή, σκληρή, καθιστή στο δέρμα, λεία...

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Ο τελευταίος βασιλιάς της Ατλαντίδας


Υπόθεση
Στο πρώτο μέρος, ο Αζάης, γιος του βασιλιά Άτλαντα και διάδοχος του θρόνου της Ατλαντίδας, παρακολουθεί την άφιξη μιας ξένης αντιπροσωπείας στο λιμάνι της Ποσειδωνίας. Πρόκειται για τον βασιλιά της Λουάγκα, χώρας υποτελών στην Αμερική, που ήρθε να παραδώσει τον γιο του Μοχίκα ως όμηρο για να δείξει τις καλές του προθέσεις. Τα δύο παιδιά γίνονται γρήγορα φίλοι και ο ξένος προσαρμόζεται στον τόπο και τις συνήθειες των Ατλάντων. Γνωρίζει την Αθηναία σκλάβα Πανδώρα και μαθαίνει να ιππεύει. Μετά από καιρό, ο βασιλιάς της Λιβύης Ούμπα, επισκέπτεται και εκείνος την Ποσειδωνία, φέρνοντας μαζί του πλούσια δώρα αλλά και νέα για την πολεμική δραστηριότητα στη Μεσόγειο. Μετά από συμβούλιο, οι βασιλείς των Ατλάντων αποφασίζουν να επιτεθούν στους Αθηναίους και τους Αιγυπτίους, παρά τους κακούς οιωνούς.

Στο δεύτερο μέρος, παρακολουθούμε τις τρεις νεαρές Αθηναίες Πύρρα, Διώνη και Σίδη από την τάξη των πολεμιστών να ενημερώνονται μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης για την επέλαση των Ατλάντων από τα δυτικά. Η γιορτή προς τιμήν της θεάς Αθηνάς επισπεύδεται για να δώσει καλή τύχη στα στρατεύματα, που ξεκινούν άμεσα για τη Θεσσαλία. Ένας αγγελιαφόρος από την Αίγυπτο, εμφανίζεται με καλά νέα: ένας σεισμός κατέστρεψε τους επιτιθέμενους.

Στο τρίτο μέρος, οι Έλληνες έχουν ήδη κερδίσει την πρώτη μάχη και οι Ατλάντες (sic) υποχωρούν προς βορρά. Ο Αζάης σκέφτεται ντροπιασμένος τις ήττες σε όλα τα μέτωπα. Στην τελική αναμέτρηση, την ώρα της επέλασης του ατλαντικού ιππικού, ένας φοβερός σεισμός ανοίγει τη γη στα δύο και καταπίνει σχεδόν όλους τους αντιπάλους. Ο Αζάης σώζει την Πύρρα τραβώντας την από το κενό και την ερωτεύεται. Πίσω στην Ατλαντίδα, ο σεισμός βρίσκει τον Μοχίκα την ώρα που πηγαίνει βόλτα στο βουνό. Συναντάει την Πανδώρα και μαζί κρύβονται σε μια σπηλιά. Το βράδυ, τους ξυπνά η τρομερή έκρηξη ενός ηφαιστείου, που θα καταστρέψει για πάντα την Ποσειδωνία...
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης / Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σόνια Μητραλιά
ISBN: 960-03-0427-0 (Καστανιώτης) / 978-960-04-2240-5 (Κέδρος)
Έτος 1ης Έκδοσης:1988 (από το 2003 Κέδρος)
Σελίδες: 183
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο νεανικό μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στον κόσμο της Ατλαντίδας, όπως ο Πλάτωνας την περιγράφει στους διαλόγους Τίμαιο και Κριτία. Η γραφή είναι απλή και αρκετά σαφής, ενώ η πλοκή και οι αναφορές στο εντυπωσιακό βασίλειο κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό μέχρι τις τελευταίες σελίδες. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη (Ατλαντίδα - Αθήνα - Καταστροφή) και συνολικά 24 κεφάλαια, με έκταση 5-8 σελίδες το καθένα (υπάρχει όμως κι ένα με 21). Μέσα από τη διήγηση, τα παιδιά θα γνωρίσουν τον μυθικό λαό των Ατλάντων, θα μάθουν για τους νόμους και τις παραδόσεις τους, αλλά και για τη χλωρίδα και την πανίδα του βασιλείου τους. Δυστυχώς, οι συμβάσεις και κάποιες υπερβολές δεν λείπουν, ενώ στα αδύναμα σημεία θα συμπεριλαμβάναμε και την μάλλον φτωχή εικονογράφηση. Το προτείνουμε περισσότερο σε μαθητές της Στ' και του γυμνασίου, ίσως όμως αξίζει να το δοκιμάσουν και κάποιοι έμπειροι αναγνώστες της Ε', αφού υπάρχει ένα σχετικό κείμενο στο βιβλίο Γλώσσας τους.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Πληροφορίες για το μυθικό βασίλειο της Ατλαντίδας

  • Αρκετές συμβάσεις
  • Φτωχή εικονογράφηση

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Αγάπη, Μύθοι - Παραμύθι, Ιστορία - Αρχαιολογία, Φαντασία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Από τις πιο ιδιαίτερες σκηνές είναι η πρώτη συνάντηση του Μοχίκα με την Πανδώρα (σ.40-41). Στις πιο εντυπωσιακές όμως θα τοποθετούσαμε την άφιξη του βασιλιά Ούμπα που παρουσιάζει τα πλούσια δώρα του στον Άτλαντα (σ.55-56), και βέβαια τον καταποντισμό του μυθικού βασιλείου. 

Εικονογράφηση
10 ασπρόμαυρες ολοσέλιδες ζωγραφιές χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες (εκτός από την εικόνα της Ατλαντίδας) που απλώς συνοδεύουν το κείμενο και σε καμία περίπτωση δεν εκμεταλλεύονται ένα θέμα τόσο πλούσιο.
Απόσπασμα
Ξύπνησαν απότομα. Η γη κουνιόταν και χόρευε σαν παλαβή. Τα πέτρινα τοιχώματα της σπηλιάς σείονταν κι έτριζαν. Η Πανδώρα άρπαξε το Μοχίκα από το χέρι και τον τράβηξε έξω. Η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή, ένιωθαν, όμως, τα δέντρα να πηγαινοέρχονται και να χτυπούν στον αέρα τα κλαριά τους, σαν να ‘ταν μεγάλα πουλιά που ζητούσαν να υψωθούν στον αέρα. Πίσω τους ακούστηκε μια φοβερή φασαρία, βρόντοι και γδούποι, καθώς οι πέτρες πέφτανε η μια πάνω στην άλλη.

«Η σπηλιά!» ψιθύρισε η Πανδώρα. «Δεν άντεξε, γκρεμίστηκε. Ευτυχώς που προλάβαμε να βγούμε! Θα μας είχαν θάψει τα βράχια και τα χώματα».

Ένας θόρυβος που έμοιαζε με έκρηξη γέμισε τη νύχτα. Όλα γύρω τους, δέντρα, χώμα, βράχια βάφτηκαν ξαφνικά κατακόκκινα. Ο Μοχίκα παραμέρισε τα κλαριά και κοίταξε πάνω. Στον ολόμαυρο ουρανό σηκώθηκε ένα σιντριβάνι φωτιάς σκορπώντας γύρω του πολύχρωμες σπίθες που ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν ανάμεσα στ’ άστρα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τρομαγμένη η Πανδώρα παίρνοντας θέση δίπλα του.

«Ηφαίστειο», είπε ο Μοχίκα. «Είναι στην οροσειρά πίσω από τα βουνά που βρισκόμαστε τώρα. Έκρηξη ηφαιστείου. Σίγουρα την προκάλεσε αυτός ο σεισμός που δεν εννοεί να κοπάσει.

Η Πανδώρα έβγαλε μια φωνή κι έκρυψε το κεφάλι της στο στήθος του Μοχίκα. Μια πυρακτωμένη πέτρα διέγραψε μια φωτεινή καμπύλη κι έπεσε στα πόδια τους. Η κορυφή του φλογισμένου βουνού έσκασε με πάταγο και από το χείλος του κρατήρα άρχισε να ξεχειλίζει η λάβα και να κυλά στην πλαγιά αργά φωτίζοντας το δρόμο της μόνη της και καίγοντας ό,τι βρισκόταν μπροστά της.

«Δεν ήξερα πως στην Ατλαντίδα υπάρχουν ηφαίστεια», είπε η Πανδώρα προσπαθώντας να φανεί ήρεμη. Αλλά ο Μοχίκα την ένιωθε να τρέμει και το πρόσωπό της στο κόκκινο φως έδειχνε πολύ ωχρό και τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα.

«Είναι μακριά μας το ηφαίστειο. Δεν πρόκειται να έρθει από δω η λάβα», προσπάθησε να καθησυχάσει το κορίτσι μα και τον εαυτό του ο Μοχίκα.

Είχαν καθίσει καταγής, γιατί τα πόδια τους δεν τους βαστούσαν άλλο· εξακολουθούσαν, όμως, να είναι αγκαλιασμένοι. Αυτή η επαφή ήταν η μόνη τους παρηγοριά μέσα στη φοβερή νύχτα.

Έμειναν έτσι καθισμένοι επί ώρες. Ο σεισμός συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, η γη σπάραζε και βογκούσε και το ηφαίστειο ξερνούσε ολοένα καινούριες φλόγες και στάχτες.

Μετά από πολλή ώρα χάραξε. Ο πελιδνός ουρανός δεν ξεχώριζε από τη θάλασσα κι μόνο ένα φωτεινό στίγμα υποδήλωνε ότι ο ήλιος είχε ανατείλει. Ακόμα και η λάβα φαινόταν ξεθωριασμένη στο χλομό φως της μέρας.

Έγινε μια ακόμα δόνηση, μα ήταν τόσο ισχυρή, που τους έριξε καταγής. Ένα περίεργο αίσθημα κυρίεψε την Πανδώρα. Της φαινόταν ότι η γη από κάτω της βούλιαζε και πως ο λόφος όπου είχαν βρει καταφύγιο, καθώς και η πανύψηλη οροσειρά πίσω του, βάλθηκαν να χαμηλώνουν. Κοίταξε ερωτηματικά τον Μοχίκα που ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, ανάμεσα στα κλαριά και τα φύλλα που είχαν κοπεί από τις βελανιδιές., και είδε στα μάτια τους να καθρεφτίζεται ο ίδιος φόβος. Ήταν όμως δυνατό να χαμηλώνουν τα βουνά;

Μόλο που ο ήλιος ήταν κρυμμένος μέσα στην καταχνιά, η Ποσειδωνία φαινόταν καθαρά. Από κει όπου βρίσκονταν, μπορούσαν να δουν ότι οι καταστροφές που είχε υποστεί η πόλη ήταν τεράστιες. Τα τείχη δεν υπήρχαν πια και τα νερά από τις διώρυγες είχαν ξεφύγει από τις ρωγμές που είχαν δημιουργηθεί στις κοίτες τους και είχαν χυθεί στη θάλασσα παρασέρνοντας μαζί τους και τα αγκυροβολημένα καράβια. Αντί για το ανάκτορο, στην κορυφή του λόφου της ακρόπολης υπήρχαν τώρα άμορφοι όγκοι. Ο ναός του Ποσειδώνα ήταν ακόμα όρθιος, μα έγερνε προς τη μια πλευρά, η στέγη του είχε φύγει και μέσα κάτι λαμπύριζε. Σίγουρα ήταν το περίφημο άγαλμα του θεού με τις εκατό Νηρηίδες. Αυτό, τουλάχιστον, ήταν όρθιο.

Το βουνό τους έτρεμε. Σίγουρα έτρεμε κι  ολόκληρη η Ατλαντίδα, γιατί οι δονήσεις έρχονταν τώρα απανωτά, δίχως σταματημό.

«Κοίτα εκεί», έδειξε με το χέρι του ο Μοχίκα. «Τι γίνεται στην παραλία;»

Ήταν κάτι που ξεπερνούσε τη φαντασία τους. Η πόλη είχε αρχίσει να καταποντίζεται μπροστά στα μάτια τους. Πρώτη βυθίστηκε η εξωτερική ζώνη, τα υπόλοιπα των τειχών, οι πύργοι της πύλης. Τα νερά της θάλασσας όρμησαν και πήραν τη θέση των κτιρίων, γέμισαν τις διώρυγες και άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους. Όσο χαμήλωνε η στεριά, τόσο φούσκωναν τα κύματα και χιμούσαν να πνίξουν την ανυπεράσπιστη πολιτεία. Ένα ένα τα σπίτια χάνονταν και, καθώς η ξηρά υποχωρούσε, το πέλαγος αγρίευε. Μόνο η ακρόπολη υψωνόταν ακόμα πάνω απ’ τη στάθμη των νερών. Οι τοίχοι του ναού είχαν γκρεμιστεί και το άγαλμα του Ποσειδώνα, όρθιο με την τρίαινα στο χέρι, έμοιαζε να προσφέρει την πόλη κι ό,τι ζωντανό υπήρχε σ’ αυτή θυσία στο υγρό στοιχείο που ο ίδιος όριζε.

Τα έβλεπαν στ’ αλήθεια αυτά ο Μοχίκα και η Πανδώρα; Ή, έτσι μακριά όπως βρίσκονταν από τη μεγάλη πολιτεία, τα φαντάζονταν μονάχα, την πόλη να καταποντίζεται και τους ανθρώπους της να τρέχουν σαν τρελοί να σωθούν, να σκαρφαλώνουν στους τοίχους του ναού και να κρέμονται από το πανύψηλο άγαλμα του θεού τους; Μα η εικόνα ήταν τόσο ζωντανή, ώστε ξέρανε, σαν να ‘ταν εκεί, ότι αυτά γίνονταν στην καταδικασμένη Ποσειδωνία. 
Σχόλιο
Ο μύθος για το βασίλειο της Ατλαντίδας είναι από τους πιο ελκυστικούς στον επιστημονικό (και παρεπιστημονικό) κόσμο, κι έτσι αρκετές θεωρίες έχουν κατά καιρούς γεννηθεί για να εξηγήσουν το πότε, πού και πώς δημιουργήθηκε και έσβησε. Πολλοί τον θεωρούν ως απλό παραμύθι, άλλοι ως θρύλο, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν ότι καθώς εμφανίζεται στην κουλτούρα περισσότερων από ενός λαών (Ελλήνων και Αιγυπτίων), οφείλουμε να τον αποδεχθούμε περισσότερο ως παράδοση.

Αν θέλετε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στην ίδια την πηγή. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα από τον Τίμαιο με παράλληλη μετάφραση του Γ. Σεφέρη, ενώ για το αρχαίο κείμενο από τον Κριτία υπάρχει εδώ απόδοση στα νέα ελληνικά.

Ξεκινώντας να διαβάζουμε τον Τίμαιο, παρατηρούμε ότι ολόκληρο το πρώτο μέρος του αναφέρεται στην τάξη των Φυλάκων, σαν το έργο αυτό να αποτελούσε συνέχεια της Πολιτείας. Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα μπορούσε να σημαίνει ότι ολόκληρη η ιστορία της Ατλαντίδας είναι κατασκευασμένη για να εξυπηρετήσει απλώς τη θεωρία που αναπτύσσεται από τον φιλόσοφο για την ιδανική πόλη. Ωστόσο, ανάμεσα στη συγγραφή των δύο έργων (Πολιτεία και Τίμαιος) μεσολαβούν είκοσι χρόνια (374-354 π.Χ) και επιπλέον η υπόθεσή τους τοποθετείται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές: ο διάλογος στην Πολιτεία πραγματοποιείται μεταξύ 19ης-20ής Θαργηλιώνος ενώ εκείνος στον Τίμαιο την 27η Εκατομβαιώνος· αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον από τον ίδιο τον συγγραφέα δεν υπήρχε πρόθεση τα δύο έργα να δηλωθούν ως συνέχεια.
μεσαιωνικό χειρόγραφο με τη μετάφραση στα λατινικά
του πρώτου μέρους του Τιμαίου από τον Χαλκίδειο (Πηγή)
Η περίπτωση της Ατλαντίδας θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπίζεται ως θρύλος, καθώς ως βάση έχει πιθανότατα κάποια γεγονότα πραγματικά, που όμως φτάνουν σε μας μέσα από το «χαλασμένο τηλέφωνο» της Ιστορίας: από τον Αιγύπτιο ιερέα που τα διαβάζει στα βιβλία του, περνάνε στον Σόλωνα· από εκείνον σε έναν φίλο του, ο οποίος πολύ αργότερα τα μεταφέρει στον 10χρονο εγγονό του, Κριτία· κι εκείνος με τη σειρά του τα διηγείται στον δικό του μικρεγγονό, τον Πλάτωνα, που τελικά τα καταγράφει για να τα διαβάσουμε εμείς μέσα από αντίγραφα αντιγράφων.
Σόλων ο Αθηναίος (πηγή)
Και μερικά ερωτήματα για περαιτέρω προβληματισμό:

○ Μήπως άραγε ο καταποντισμός της Ατλαντίδας αναφέρεται στην έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (κάπου στα 1620 π.Χ.) που όντως βύθισε ένα νησί και κατέστρεψε έναν λαμπρό πολιτισμό; Το σπάσιμο των Στενών του Γιβραλτάρ που έκανε θάλασσα τη Μεσόγειο θα ήταν μάλλον αδύνατο να έχει μεταφερθεί στη μνήμη των ανθρώπων, αφού συνέβη 5,4 εκατομμύρια χρόνια π.Χ.
○ Μήπως η απώλεια των γραπτών πηγών των Ελλήνων που αναφέρουν οι Αιγύπτιοι έχει να κάνει με την κάθοδο των Δωριέων (κάπου στα 1100 π.Χ.), που -παρότι αποκρούστηκαν από τους Αθηναίους όπως οι Άτλαντες του μύθου- όντως σήμανε το τέλος της παλαιάς γραφής (Γραμμικής Β');
○ Μήπως άραγε, το ότι όλα αυτά αναφέρεται πως έγιναν 9 χιλιάδες χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα, απλώς σημαίνει ότι συνέβησαν πολύ-πολύ παλιά; Θυμίζουμε ότι ο Όμηρος συχνά χρησιμοποιεί το εννέα όχι ως ακριβή αριθμό, αλλά ως δηλωτικό μεγάλης διάρκειας.

Πολλά λοιπόν μπορεί ο καθένας να υποθέσει. Το μόνο σίγουρο; Ότι μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, οι μικροί αναγνώστες θα προσλάβουν ως περιστατικά πραγματικά τα όσα περιγράφονται, όπως συχνότατα συμβαίνει και με τις ταινίες που βλέπουν. Αν δεν θέλουμε να γίνει αυτό, μπορούμε πάντα να συζητήσουμε μαζί τους και να διασαφηνίσουμε τα όρια μύθου και πραγματικότητας.
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, κάποιες ασυμφωνίες δυστυχώς δεν αποφεύγονται και γενικά το έργο, παρότι βραβευμένο, προσωπικά βρίσκω ότι υστερεί σε σύγκριση με άλλα της αείμνηστης συγγραφέως. Αρκετές συμβάσεις είναι διάσπαρτες σε ολόκληρο το έργο. Στο πρώτο π.χ. μέρος, διαβάζουμε ότι οι Άτλαντες στο σχολείο τους διδάσκονται τα φυσικά φαινόμενα με τρόπο σύγχρονο κι επιστημονικό (σ. 31), την ίδια όμως στιγμή φοβούνται (σ.49) την οργή των θεών όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τα ίδια αυτά φαινόμενα. Στο δεύτερο, ενώ ο γερο Κηδαλίωνας μας παρουσιάζεται ως απλός γεράκος που δεν τον έχουν καν καλέσει στο γυμναστήριο για ενημέρωση, γρήγορα εμφανίζεται ως δεξί χέρι του διοικητή των ελληνικών δυνάμεων (σ.141) που όλοι τον σέβονται για την εμπειρία του. Στο τρίτο μέρος, η μάχη μεταξύ Αθηναίων και Ατλάντων είναι μεν κοντά σε αυτά που περιγράφει ο Πλάτωνας, το σκηνικό όμως με την Πύρρα να κρέμεται από ένα δέντρο και τον Αζάη να στήνει ολόκληρη επιχείρηση σωτηρίας, αγγίζει τα όρια της κινηματογραφικής υπερβολής.
Χρήση στην τάξη
Αν τα παιδιά δείξουν ενδιαφέρον για τον μύθο της Ατλαντίδας, μπορούμε να προβάλουμε στην τάξη κάποιο από τα πολλά σχετικά ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν (με υπότιτλους, με αυθαιρεσίες ή ένα διαστημικό, από το UFO tv!) ή την γνωστή ταινία κινουμένων σχεδίων Η χαμένη Ατλαντίδα (Atlantis, The Lost Empire - 2001).

Στα πλαίσια του μαθήματος της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους μαθητές να περιγράψουν ένα ταξίδι τους στη μυθική αυτή πολιτεία, χρησιμοποιώντας στοιχεία από το βιβλίο ή μελετώντας εικόνες από το διαδίκτυο. Στα εικαστικά, θα είχε ενδιαφέρον να δοκιμάσουμε να ζωγραφίσουμε και εμείς ένα θαλάσσιο (ή και υποθαλάσσιο) βασίλειο, χρησιμοποιώντας κάποια διαφορετική τεχνική (π.χ. χάραξη πάνω σε στρώμα μαύρης κηρομπογιάς). Άλλη σκηνή που θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε εικαστικά ή γλωσσικά είναι η υποδοχή της αντιπροσωπείας στην αίθουσα του θρόνου (σ.21). Πώς θα έμοιαζε μια συγκέντρωση μυθικών προσώπων ή ηρώων σε ένα τέτοιο βασίλειο;

Τέλος, ίσως θα ήταν εποικοδομητικό να αποδώσουμε με παντομίμα τη σκηνή της συνάντησης του βασιλιά Ούμπα με τον πανίσχυρο Άτλαντα (κεφ. 8) - προσέχοντας ωστόσο να μην αρχίσει ο μαθητής που θα παίζει τον Ούμπα να χτυπάει το κεφάλι του στο πάτωμα! Καλό θα ήταν επίσης να φροντίσουμε η συγκεκριμένη σκηνή να επαναλαμβάνεται δύο φορές, ώστε οι μαθητές να παίζουν τους ρόλους του βασιλιά και του εξαρτημένου ηγεμόνα εναλλάξ.

Share/Bookmark

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Οι περιπέτειες του Οδυσσέα

Υπόθεση
Ο Τζερόνιμο Στίλτον υποδέχεται στο γραφείο του τον μικρό του ανιψιό Βενιαμίν και τη φίλη του Τσουρεκίτα σοκολάτα, που τον ρωτούν αν γνωρίζει τον Οδυσσέα. Στη συζήτηση μπλέκονται ο ξάδελφος Τράπολα, ο παππούς Τορκουάτο και η αδελφή του Τέα, με τον καθένα τους να αναφέρει διάφορα πρόσωπα με το όνομα "Οδυσσέας" άσχετα όμως με τον ομηρικό. Τότε, ο Τζερόνιμο αποφασίζει να διηγηθεί μπροστά σε όλους την ιστορία του αυθεντικού ήρωα. Αμέσως μετά, πιάνει στα χέρια του τον τόμο της Οδύσσειας για να αντλήσει έμπνευση, καθώς έχει αναλάβει να γράψει ένα σχετικό βιβλίο.

Η θεά Αθηνά ζητάει από τον Δία επιείκεια, καθώς ο Ποσειδώνας δεν αφήνει τον Οδυσσέα να γυρίσει στην πατρίδα του εδώ και πολλά χρόνια. Ο πατέρας των θεών της δίνει την άδεια να τον βοηθήσει, κι εκείνη κατεβαίνει στην Ιθάκη ώστε να προετοιμάσει το έδαφος της επιστροφής. Ταυτόχρονα, στέλνει τον Ερμή στην Ωγυγία για να απελευθερώσει τον ήρωα από τα δίχτυα της Καλυψώς. Ο Οδυσσέας ναυαγεί τελικά στο νησί των Φαιάκων, όπου ο βασιλιάς Αλκίνοος τον υποδέχεται με τιμές. Αποκαλύπτει την ταυτότητά του και αρχίζει να διηγείται την μεγάλη του περιπέτεια:

Από την Τροία στη χώρα των Κικόνων, κι από κει στους Λωτοφάγους και στους Κύκλωπες, στο νησί του Αιόλου, έπειτα στους Λαιστρυγόνες, στην Κίρκη, κι από εκεί στο βασίλειο του Άδη, δίπλα από τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, μέχρι το νησί του Ήλιου, από το οποίο έφτασε ναυαγός στην Ωγυγία. Οι Φαίακες, εντυπωσιασμένοι, αποφασίζουν παρά τον σεβασμό τους για τον Ποσειδώνα, να βοηθήσουν τον πολύπαθο βασιλιά και να τον μεταφέρουν στην Ιθάκη. Εκεί, χάρη στις συμβουλές της Αθηνάς, τη συνδρομή του Τηλέμαχου και λίγων πιστών υπηρετών, ο Οδυσσέας απαλλάσσει την Πηνελόπη από τους μνηστήρες και επιστρέφει στον θρόνο του θριαμβευτής!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Τζερόνιμο Στίλτον (Elisabetta Dami - ελεύθερη διασκευή από το έπος του Ομήρου)
Μετάφραση: Βίκη Λιανού
Εικονογράφηση: Roberta Bianchi (συντονισμός), Andrea Denegri (κόμικ), Claudia Forcelloni, Elisabetta Giulivi, Rosa La Barbera, Danilo Loizedda, Arianna Rea, Roberta Tedeschi, Lusa Usai, Concetta Valentino και Danilo Barozzi
Tίτλος πρωτοτύπου: Le avventure di Ulisse
ISBN: 978-960-04-4508-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 390
Τιμή: περίπου 17 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Η ελληνική ιστοσελίδα του ήρωα εδώ
Το αυθεντικό έργο του Ομήρου με απόδοση στα νέα ελληνικά εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Ευχαριστούμε τον εκδοτικό οίκο για την προσφορά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Απλοποιημένη μεταφορά του ομηρικού έπους με πλούσια εικονογράφηση και ήρωα έναν ποντικό, που περνάει από σαράντα κύματα, αναδεικνύοντας τη σημασία της ειρήνης και της δικαιοσύνης. Με πολύ χαριτωμένο τρόπο, η πανάρχαια ιστορία ξαναζωντανεύει στα μάτια των παιδιών γεμάτη περιπέτειες, συγκινήσεις και αξίες. Η γλώσσα της μετάφρασης είναι αρκετά απλή και ο λόγος ρέει χωρίς προβλήματα στα 50 κεφάλαια (3-7 σελίδων το καθένα) του βιβλίου. Χάρη στο δυναμικό στήσιμο με τις πολύχρωμες λέξεις, τις ζωγραφιές και τα εφέ κίνησης του κειμένου, η ιστορία -παρά τον όγκο της- διαβάζεται ευχάριστα και ξεκούραστα ακόμα και από τους πιο άπειρους αναγνώστες. Την πολυτελή έκδοση συμπληρώνουν στοιχεία όπως το σκληρό εξώφυλλο, έγχρωμη μπορντούρα σε κάθε σελίδα, πρωτογράμματα, ένα 12σέλιδο ένθετο κόμικ σε γυαλιστερό χαρτί κι ένα παράρτημα 46 ολόκληρων σελίδων, που λειτουργεί ως μίνι εγκυκλοπαίδεια, παρέχοντας πληροφορίες για τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο έργο. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα στους μαθητές των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, που αγαπούν τις περιπέτειες και την αρχαία ιστορία.

  • Ανεπανάληπτη πλοκή
  • Προσεγμένο στήσιμο
  • Εικονογράφηση
  • Πολυτελής έκδοση

Αξίες - Θέματα
Ταξίδια, Περιπέτεια, Οικογένεια, Φιλία, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Μύθος, Ιστορία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Στο επεισόδιο με τον Πολύφημο δίνεται ιδιαίτερο βάρος, αφού το παρακολουθούμε να ξεδιπλώνεται σε πέντε ολόκληρα κεφάλαια.
Εικονογράφηση
Με συνολικά περίπου 20 δισέλιδες ζωγραφιές κι ακόμα περισσότερες ολοσέλιδες που κοσμούν κάθε κεφάλαιο, ένθετα σκίτσα, πρωτογράμματα, μπορντούρες που συνοδεύουν το κείμενο και ένα εμβόλιμο 12σέλιδο κόμικ, η εικονογράφηση δεν είναι απλώς πανταχού παρούσα, αλλά διαμορφώνει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για το βιβλίο. Συνδυάζεται αρμονικά με το ελαφρύ κλίμα του κειμένου, συνδιαμορφώνει την ταυτότητα του ποντικού-ήρωα και τελικά συμβάλλει σ' ένα όμορφο αισθητικά αποτέλεσμα. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την απεικόνιση των ενδυμασιών και των χώρων ιστορικά ακριβή (το παλάτι του Οδυσσέα άλλοτε -σ.257- παραπέμπει σε ελληνορωμαϊκό μέγαρο και άλλοτε -σ.309- στολίζεται με μινωικούς κίονες, μαιάνδρους και μελανόμορφα αγγεία) η δουλειά που έχει γίνει είναι πραγματικά αξιόλογη. Στα ονόματα των συντελεστών συναντάμε άλλωστε περισσότερους από 10 καλλιτέχνες.
Απόσπασμα
Όχι πολύ μακριά, στο παλάτι των Φαιάκων, η πριγκίπισσα Ναυσικά κοιμόταν βαθιά. Η κάμαρά της ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι και επικρατούσε απόλυτη σιωπή.

Ξαφνικά, μια μυστηριώδης σκιά εμφανίστηκε μέσα από το σκοτάδι και πλησίασε κρυφά στο κρεβάτι της πριγκίπισσας. Ήταν η Αθηνά! Αλλά είχε πάρει τη μορφή της πιο αγαπημένης φίλης της Ναυσικάς, της κόρης του ξακουστού θαλασσοπόρου Δύμαντα.

Η Αθηνά κάθισε πλάι στην πριγκίπισσα και της ψιθύρισε:

- Ναυσικάαα… άκουσέ με! Αύριο το πρωί έλα να με συναντήσεις στην παραλία της Σχερίας. Φόρτωσε στα μουλάρια τα άπλυτά σου ρούχα, πάρε και τις υπηρέτριές σου και ελάτε να πλύνουμε μαζί στο ποτάμι!

Ενώ μιλούσε η θεά, εμφανίστηκε και στο όνειρο της Ναυσικάς, πάντα με τη μορφή της φίλης της. Όταν η πριγκίπισσα ξύπνησε, ήταν ακόμα επηρεασμένη από το όνειρο, έτσι ζήτησε από τον πατέρα της την άδεια να πάει στο ποτάμι, που βρισκόταν δίπλα στην παραλία.

Ήταν μια υπέροχη μέρα. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο ήλιος έλαμπε.

Η πριγκίπισσα πήρε για συνοδεία τις υπηρέτριές της, που έφεραν μάλιστα μια μικρή δερμάτινη μπάλα για να παίξουν όλες μαζί στην αμμουδιά.

Εκείνη τη μέρα, η Ναυσικά αισθανόταν απόλυτα ευτυχισμένη· το πρωινό ήταν ηλιόλουστο και η συντροφιά των υπόλοιπων κοριτσιών πολύ ευχάριστη.

Οι κοπέλες σταμάτησαν ακριβώς στο σημείο όπου τα νερά του ποταμού ενώνονταν με αυτά της θάλασσας.

Βρήκαν μια γωνιά προστατευμένη από τους θάμνους και άρχισαν να χορεύουν και να παίζουν πετώντας η μια στην άλλη τη δερμάτινη μπάλα, προσέχοντας να μην πέσει στο έδαφος.

Παρασυρμένη από τον ενθουσιασμό, η Ναυσικά πέταξε την μπάλα με περισσότερη δύναμη. Η κοπέλα που έπρεπε να την πιάσει δεν μπόρεσε και έτσι η μπάλα αναπήδησε πάνω σε έναν κορμό και τελικά κατέληξε μέσα στο ποτάμι. Τότε οι νεαρές υπηρέτριες έβγαλαν μια κραυγή έκπληξης.

Ο Οδυσσέας, που κοιμόταν σε ένα αυτοσχέδιο στρώμα λίγο πιο πέρα, άκουσε αυτή την κραυγή και ξύπνησε απότομα.

Τι είχε συμβεί;
Ποιος είχε ουρλιάξει;
Και πού βρισκόταν;

Καθώς οι αναμνήσεις της καταιγίδας και του ναυαγίου επέστρεφαν στο μυαλό του, άρχισε να νιώθει τον πόνο στο κορμί του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και το σώμα του αδύναμο.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε και την όψη αγριάνθρωπου. Ήταν γεμάτος μώλωπες και πληγές, και τα μαλλιά του ήταν μέσα στην αλμύρα. Με λίγα λόγια, είχε γίνει σκιά του εαυτού του.

Προσπάθησε να θυμηθεί πώς είχε φτάσει σε αυτή την ακτή, αλλά αισθανόταν ζαλισμένος και μπερδεμένος.

Βρισκόταν στη Σχερία ή μήπως η καταιγίδα τον είχε παρασύρει κάπου αλλού;

Και τι θα συναντούσε; Πλάσματα φιλόξενα ή βίαια τέρατα;

Μολονότι στην αρχή του ταξιδιού ήταν γεμάτος περιέργεια και ενθουσιασμό, οι πολλές περιπέτειες που είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή τον είχαν κάνει δύσπιστο και καχύποπτο. Για μια στιγμή ο Οδυσσέας έμεινε ακίνητος, από φόβο να μη βρεθεί σε άλλους μπελάδες… ύστερα, όμως τον νίκησε η περιέργεια και βγήκε από την κρυψώνα του.

Δοκίμασε να σηκωθεί και να κατευθυνθεί προς τις φωνές που άκουγε να έρχονται πίσω από τους θάμνους.

Με μεγάλη του έκπληξη είδε μερικές κοπέλες με ευγενική και χαριτωμένη όψη, που τον κοιτούσαν κοκαλωμένες από το φόβο.

Οι υπηρέτριες έμειναν ακίνητες για λίγο και ύστερα έτρεξαν πανικόβλητες να κρυφτούν:
- Βοήθεια! Ένας αγριάνθρωπος!

Η Ναυσικά απάντησε:
- Περιμένετε! Δεν ξέρουμε καν ποιος είναι! Και άλλωστε απόψε είδα ένα όνειρο… ένα πάρα πολύ παράξενο όνειρο, ξέρετε…

Από την κρυψώνα της, μια από τις κοπέλες την προέτρεψε:
- Πριγκίπισσα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σκέφτεστε τα όνειρα! Πρέπει να φύγουμε αμέσως από δώ!

Όμως η Ναυσικά δε φοβόταν, και μάλιστα πλησίασε τον άγνωστο. Η Αθηνά της είχε δώσει θάρρος και κουράγιο να αντιμετωπίσει αυτή τη συνάντηση στην παραλία. Ο Οδυσσέας κατάφερε να κάνει λίγα βήματα και ύστερα σωριάστηκε στην άμμο. Ήταν τόσο εξασθενημένος, που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.

Σε αντίθεση με τις υπηρέτριές της που έβλεπαν έναν αγριάνθρωπο, η Ναυσικά έβλεπε μόνο έναν ταλαίπωρο ναυαγό που σερνόταν στην αμμουδιά.

Η πριγκίπισσα στράφηκε αποφασιστικά στις υπηρέτριες:

- Αυτός ο άνθρωπος χρειάζεται βοήθεια!

Ύστερα πλησίασε τον Οδυσσέα, έσκυψε πάνω του…

…Αλλά αυτό το ξέρουμε ήδη.

Και έτσι το έμαθαν οι Φαίακες, που είχαν παραμείνει σιωπηλοί μέχρι εκείνη τη στιγμή, ακούγοντας την αφήγηση του Οδυσσέα.

Σχόλια
Ακολουθώντας τη γραμμή της επιμορφωτικής σειράς των "μικρών βιβλίων" του Τζ. Στίλτον (διατροφή, περιβάλλον) η κυρίως ιστορία ξεκινάει μετά από μια σύντομη εισαγωγή που λειτουργεί ως κέλυφος, παρέχοντας στον δημοφιλή ποντικό τις απαραίτητες δικαιολογίες, ώστε να αναφερθεί στη συνέχεια στο κεντρικό θέμα. Έτσι, ο Τζερόνιμο διηγείται την Οδύσσεια πρώτα στην οικογένειά του και έπειτα για δεύτερη φορά, μέσα από ένα βιβλίο, σ' εμάς τους αναγνώστες. Αλλά και στη δεύτερη αυτή του διήγηση, υπάρχουν περιστατικά που αλληλοκαλύπτονται κι έτσι τα συναντάμε περισσότερες από μία φορές, όπως η σκηνή με τη Ναυσικά. Αυτές οι επαναλήψεις δεν πρέπει να μας φαίνονται αφύσικες, αφού το νήμα της ιστορίας πιάνεται από τη μέση, αλλά κι επειδή και ο ίδιος ο Όμηρος δεν διστάζει να επαναλάβει αρκετά γεγονότα μέσα στο αυθεντικό έργο. Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, (2003, «Οι Οδύσσειες στην Οδύσσεια» σ.24-32)

Πόσες Οδύσσειες περιλαμβάνει η Οδύσσεια; Στην αρχή του ποιήματος, η Τηλεμαχία είναι η αναζήτηση  μιας ανύπαρκτης ιστορίας, της ιστορίας που στη συνέχεια θα γίνει η Οδύσσεια. Στο βασίλειο της Ιθάκης ο ραψωδός Φήμιος γνωρίζει ήδη τους νόστους των άλλων ηρώων· του λείπει μόνο ένας, εκείνος του βασιλιά του· γι' αυτό η Πηνελόπη δεν θέλει πλέον να τον ακούει να τραγουδά. Και ο Τηλέμαχος φεύγει να αναζητήσει την ιστορία του ανάμεσα στους βετεράνους του πολέμου της Τροίας: αν βρει την ιστορία αυτή, είτε αυτή έχει τέλος αίσιο είτε άσκημο, η Ιθάκη θα βγει από την ανώμαλη κατάσταση στην οποία βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια, μια κατάσταση χωρίς χρόνο και χωρίς νόμο.

Όπως όλοι οι βετεράνοι, ο Νέστορας και ο Μενέλαος έχουν επίσης πολλά να αφηγηθούν·  όχι όμως την ιστορία που ψάχνει ο Τηλέμαχος. Μέχρι που ο Μενέλαος διηγείται μια φανταστική περιπέτεια: καμουφλαρισμένος ως φώκια, συνέλαβε το «γέροντα της θάλασσας», δηλαδή τον Πρωτέα με τις ατέλειωτες μεταμορφώσεις, και τον αναγκάζει να του διηγηθεί παρελθόν και μέλλον. Ο Πρωτέας βεβαίως γνώριζε ήδη ολόκληρη την Οδύσσεια με το νι και με το σίγμα: αρχίζει να διηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα από το ίδιο εκείνο σημείο από το οποίο ξεκινά και ο Όμηρος, με τον ήρωα στο νησί της Καλυψώς· ύστερα διακόπτει. Στο σημείο εκείνο ο Όμηρος μπορεί να τον αντικαταστήσει και να συνεχίσει την αφήγηση. 

Όταν ο Οδυσσέας φτάνει στην αυλή των Φαιάκων, ακούει έναν τυφλό αοιδό που, όπως ο Όμηρος, τραγουδάει τις δικές του περιπέτειες· ο ήρωας ξεσπάει σε κλάματα· ύστερα αποφασίζει να διηγηθεί τα γεγονότα κι αυτός με τη σειρά του. Σ' αυτή του την αφήγηση, φτάνει μέχρι τον Άδη για να ρωτήσει τον Τειρεσία, και ο Τειρεσίας του διηγείται τη συνέχεια της ιστορίας του. ύστερα ο Οδυσσέας συναντά τις Σειρήνες που τραγουδάνε. τι όμως τραγουδάνε; Και πάλι την Οδύσσεια, ίσως ίδια με αυτή που εμείς διαβάζουμε, ίσως πολύ διαφορετική. Αυτή η επιστροφή- αφήγηση είναι κάτι που ήδη υπάρχει, πριν ακόμα ολοκληρωθεί: προϋπάρχει της πραγμάτωσής της.
Στην εκδοχή του Τζερόνιμο Στίλτον, η πλοκή του ομηρικού έπους απλοποιείται αρκετά, αλλά δεν αλλοιώνεται ως προς τα βασικά της συστατικά. Οι σκηνές βίας περιορίζονται, ακολουθώντας τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής, αλλά κάποια γεγονότα που πρέπει αναπόφευκτα να αναφερθούν -καθώς ο Οδυσσέας αναμετριέται με ένα σωρό τέρατα- δίνονται με πολύ ήπιο τρόπο. Έτσι π.χ. παρακολουθούμε (σ.90) τον Πολύφημο να καταβροχθίζει δύο αντί για έξι συντρόφους του Οδυσσέα (67% κούρεμα), ενώ στην σκηνή της τύφλωσης η εικονογράφηση προστατεύει τον αναγνώστη επιλέγοντας μια "τυφλή" γωνία (χιούμορ). Αντίστοιχα, η μνηστηροφονία καταλήγει σε συμφωνία χωρίς να χρειάζεται το πάτωμα να αχνίζει από το αίμα των μνηστήρων όπως στο πρωτότυπο (ω185). Διαβάζουμε απλώς (σ.301) ότι σωριάζεται στο έδαφος ο Αντίνοος και λίγο αργότερα υπονοείται (σ.310) ότι αρκετοί μνηστήρες δεν επέζησαν.

Ακόμα και όταν τα γεγονότα αποδίδονται με μεγαλύτερη ακρίβεια, όταν π.χ. οι Λαιστρυγόνες τρώνε έναν σύντροφο του Οδυσσέα (σ.110), και η Σκύλλα καταπίνει άλλους έξι (σ.149), τα συμβάντα δεν δίνονται με λεπτομέρειες που θα μπορούσαν ίσως να προκαλέσουν εφιάλτες. Την ίδια ώρα, ο Όμηρος δίνει ρεσιτάλ τρόμου, αφηγούμενος (μ245-260) πώς οι ναύτες σπαρταρούσαν στα στόματα της Σκύλλας, κουνώντας χέρια και πόδια και εκλιπαρώντας τον ήρωα να τους σώσει!
Η τύφλωση του Πολύφημου όπως τη συναντάμε στο βιβλίο, σε μια σπαρτιατική μελανόμορφη κύλικα του 550 π.Χ. και
στο σύμπλεγμα της Sperlonga, έργο που αποδίδεται στους Ρόδιους γλύπτες Αγήσανδρο, Αθηνόδωρο και Περίανδρο.
Σε ορισμένα σημεία της διήγησης, οι αποφάσεις του ήρωα μπορεί με τον τρόπο που δίνονται (και που δεν συμφωνεί απόλυτα με το ομηρικό κείμενο) να προβληματίσουν τους μικρούς αναγνώστες και να τους κάνουν να αναρωτηθούν για τον χαρακτήρα του. Όταν φτάνει στο νησί της Κίρκης, παρά την προειδοποίηση των συντρόφων του, ο Οδυσσέας φαίνεται πως αποφασίζει να τους στείλει σε εξερεύνηση επειδή (σ. 114) ήθελε να κάνει το δικό του. Δίκαια ίσως θα αναρωτηθούν τα παιδιά: Είναι άραγε σωστό η περιέργεια ενός αρχηγού να βάζει σε κίνδυνο τις ζωές των ανδρών που τον ακολουθούν; Το πρωτότυπο δεν δημιουργεί ανάλογες απορίες: ο Οδυσσέας ανεβαίνει σ' ένα βουνό να φέρει κυνήγι στους άντρες του, και από την κορυφή του παρατηρεί καπνό να βγαίνει από το δάσος. Καθώς το νησί τριγυρίζουν απέραντες θάλασσες και κανείς δεν ξέρει πλέον πού πέφτει η ανατολή και πού η δύση, στέλνει τους άντρες να ερευνήσουν το εσωτερικό μήπως και βρουν κάποιο στοιχείο που θα τους βοηθήσει (κ190-209).

Αντίστοιχο προβληματισμό θα μπορούσε να προκαλέσει και η σκηνή όπου ο Οδυσσέας αποκρύπτει τις οδηγίες της Κίρκης από το πλήρωμά του και διατάζει να πλησιάσουν στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη επειδή (σ. 147) ένιωθε πολύ δυνατός και ήθελε να αναμετρηθεί μαζί τους. Στο πρωτότυπο τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Διαβάζουμε μεν (μ116) ότι η μάγισσα τον χαρακτηρίζει σχέτλιο, απερίσκεπτο, επειδή πριν ξεκινήσει όντως ήθελε να επιτεθεί στο τέρας... όταν όμως βρίσκεται τελικά ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, φαίνεται πως δεν του μένει άλλη επιλογή, παρά να κρύψει την ορμήνια της Κίρκης από τους άνδρες του αλλιώς (μ224) φοβάται πως θα παρατήσουν τα κουπιά και τότε ολόκληρο το πλοίο είναι καταδικασμένο.

Ας μην βιαστούμε λοιπόν να χαρακτηρίσουμε τον Οδυσσέα ανόητο ή επηρμένο. Και ας μην ξεχνάμε ότι υπό την οπτική του αφηγητή, η παράβαση αποτελεί μια από τις βασικές (κατά Propp) λειτουργίες του μαγικού παραμυθιού. Αν οι ήρωες ήταν πάντοτε προσεκτικοί, ούτε θα κατέληγαν σε περιπέτειες, ούτε και θα τραγουδούσαμε ποτέ τις ιστορίες τους.
Ένα άλλο σημείο που θα μπορούσε να φανεί παράξενο στα παιδιά, είναι εκείνο με την τιμωρία των Φαιάκων από τον Ποσειδώνα. Ο θεός της θάλασσας πετρώνει το πλοίο τους, επειδή αψηφώντας τη βούλησή του, βοήθησαν τον Οδυσσέα να γυρίσει στην πατρίδα του. Σωστά η βασίλισσα Αρήτη ρωτάει απορημένη τον πατέρα της (σ. 235) Μα, Αλκίνοε, αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει πια να είμαστε γενναιόδωροι; Για να λάβει την απάντηση ότι απλώς θα πρέπει να προσπαθήσουν να είναι πολύ πολύ προσεκτικοί... Τι μήνυμα μπορεί άραγε να μεταφέρει η σκηνή αυτή σε έναν σύγχρονο μαθητή; Αν το να βοηθήσουμε έναν συνάνθρωπό μας αντιβαίνει στη βούληση του Θεού ή στο γράμμα του νόμου, ποια πρέπει να είναι η αντίδρασή μας; Τι είναι σωστό και τι δίκαιο να γίνει;
Οι Λαιστρυγόνες διαλύουν τον στόλο του Οδυσσέα -
τοιχογραφία 1ου αιώνα π.Χ., μουσείο Βατικανού (πηγή)
Όπως η Ιλιάδα (από την περασμένη εβδομάδα) έτσι και η Οδύσσεια, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έπη στην παγκόσμια λογοτεχνική ιστορία, κι έχει όπως είναι φυσικό αποτελέσει (συνειδητά ή ασυνείδητα) έμπνευση για κάθε άνθρωπο και κάθε καλλιτεχνικό έργο που την ακολούθησε. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και σήμερα, επιστήμονες ανατρέχουν σε αυτήν αναζητώντας απαντήσεις για σύγχρονα ζητήματα, όπως η ψυχολογία των στρατιωτών που επιστρέφουν από διεθνή μέτωπα. Η ιστορία του βασιλιά της Ιθάκης έχει τραγουδηθεί αμέτρητες φορές, ενώ τα παιδιά την συναντούν για πρώτη φορά σε νηπιακή ηλικία και όσο μεγαλώνουν την απαντούν ξανά και ξανά σε πάμπολλες διασκευές, τόσο στο σχολείο, όσο και στην καθημερινή τους ζωή: ως εικονογραφημένο παραμύθι - ιστορία, κόμικ, κινούμενο σχέδιο ή 3D animation, ως τραγούδι, παράσταση θεάτρου σκιών, θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά, μέσα από μια σειρά εκφράσεις αλλά και στις άπειρες παραλλαγές που ενέπνευσε. Η παρούσα εκδοχή, ακόμα κι αν δεν μπορεί να θεωρηθεί η καταλληλότερη για την πρώτη επαφή των παιδιών με τον μύθο, αποτελεί μια αξιόλογη εναλλακτική διασκευή που σέβεται την αυθεντική πλοκή.
Στη σκηνή με την δοκιμασία των μνηστήρων, τα δώδεκα τσεκούρια μέσα από τα οποία οι υποψήφιοι διεκδικητές του θρόνου καλούνται να περάσουν ένα βέλος, μάλλον δεν είχαν έναν κρίκο στην κορυφή (όπως διαβάζουμε στη σ.290), αλλά ούτε και τρύπα στην κορφή (όπως αναφέρει το σχολικό βιβλίο της Γ' τάξης). Είχαν πιθανότατα απλώς διαφορετικό σχήμα από τα σύγχρονα τσεκούρια. Μυκηναϊκός πέλεκυς τέτοιου τύπου έχει βρεθεί στην περιοχή του Βαφειού Λακωνίας και εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο ίδιο δωμάτιο με τα χρυσά κύπελα του διάσημου ομώνυμου τάφου.

Στην εικόνα που ακολουθεί, βλέπουμε στο πάνω μέρος αριστερά τα τσεκούρια της δοκιμασίας όπως αποδίδονται από την ομάδα των εικονογράφων του Τζ. Στίλτον, πιο δεξιά σε μια εκδοχή του Γιάννη Στεφανίδη, ακριβώς κάτω της σ' ένα έργο του Theodor van Thulden (1669) και πιο δεξιά σε μια εικονογράφηση του N.C. Wyeth (1929). Στο μέσο της εικόνας οι ομηρικοί στίχοι (φ73-77) με τα λόγια της Πηνελόπης και στο κάτω μέρος ο τύπος πέλεκυ που μάλλον εννοεί ο ποιητής ότι χρησιμοποιήθηκε. Στη σφραγίδα από το Βαφειό, εικονίζεται άνδρας με το συγκεκριμένο όπλο στον ώμο.
Λίγο αργότερα, στη σκηνή της μνηστηροφονίας, διαβάζουμε ότι (σ.304) ο Ευρύμαχος προσπάθησε να βρει ένα όπλο για να χτυπήσει τον Οδυσσέα πισώπλατα, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο όλα τα σπαθιά είχαν εξαφανιστεί. Πιο μετά (σ.310), ότι ο Ευρύμαχος συγκέντρωσε μερικούς συντρόφους του και προσπάθησε να επιτεθεί στον Οδυσσέα και στον Τηλέμαχο πισώπλατα. Προφανώς η συγγραφέας θέλει με κάποιον τρόπο να τονίσει τον ύπουλο χαρακτήρα κάποιων μνηστήρων. Στο ομηρικό ωστόσο πρωτότυπο (χ79-88), ο Ευρύμαχος και χάλκινο σπαθί έχει, αλλά και κατά μέτωπο ορμάει στον Οδυσσέα. Αντίθετα, το μοναδικό πισώπλατο χτύπημα έρχεται από τον ίδιο τον Τηλέμαχο (χ92), που κατόπισθε βαλὼν χαλκήρεϊ δουρὶ ὤμων μεσσηγύς, κάρφωσε δηλαδή το δόρυ του στη μέση της πλάτης του μνηστήρα Αμφίνομου (για να προστατεύσει τον μπαμπά του).
Οδυσσέας και Τηλέμαχος σκοτώνουν τους μνηστήρες της Πηνελόπης (1812) Thomas Degeorge (πηγή)
Μια και ο μήνας Μάρτιος είναι συνήθως αφιερωμένος στην εθνική γιορτή, ας κλείσουμε με μια σύντομη αναφορά στη σχέση Ιλιάδας και Οδύσσειας με την ελληνική κουλτούρα. Τα δυο ομηρικά έπη είναι συνυφασμένα με τον πολιτισμό μας και συνοδοιπορούν μαζί του μέσα στην Ιστορία ξεκινώντας από τόσο παλιά, ώστε δε θα ήταν υπερβολικό να τα αντιμετωπίζουμε ως την πηγή απ' όπου ρέει ο ίδιος ο ελληνισμός (θυμίζουμε και τη λέξη Ιλιαδορωμιοσύνη που ακούστηκε πρόσφατα στη Βουλή). Σε αυτά μπορούμε με ασφάλεια να ανατρέχουμε όποτε αναζητούμε την αρχή μας, γιατί αποτελούν θεμέλιο λίθο του πνευματικού μας οικοδομήματος.

Για τους ξένους λαούς, τα δυο έπη συνταυτίζονται με τους Έλληνες και αποτελούν τους καλύτερους πρεσβευτές τους. Αντιγράφουμε από το Οι Ετρούσκοι του Friedhelm Prayon (σ.76)
Πόσο οι Ετρούσκοι είχαν ενσωματωθεί στον ελληνικό πολιτισμό ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. φαίνεται και στη μυθολογία. Οι ελληνικοί μύθοι δεν αποτελούσαν απλώς υλικό για την εικονογραφία· θεωρούνταν, όπως και στον ελληνικό κόσμο, μέρος του κοινού ηρωικού παρελθόντος. Τα ομηρικά έπη, λ.χ. - ανεξάρτητα από το πώς εμείς σήμερα μπορούμε να τα προσεγγίσουμε- αποτελούσαν για τους Ετρούσκους αναπόσπαστο στοιχείο του πνευματικού τους κόσμου. Στο κάτω κάτω, ελληνικοί μύθοι, μεταξύ άλλων και η Οδύσσεια, διαδραματίζονται εν μέρει στην Ιταλία.

Στο βιβλίο Η Ιστορία των Επτανήσων από το 1797 μέχρι την Αγγλοκρατία διαβάζουμε ότι όταν στις 29 Ιουνίου 1797 έφτασε στην Κέρκυρα ο γαλλοβενετικός στόλος με αρχηγό τον στρατηγό Anselmo Gentili για να παραλάβει τη διοίκηση από τους Βενετούς (σ.46), όλες οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές του τόπου και πλήθος κόσμου υποδέχτηκαν στην προκυμαία τους δημοκρατικούς Γάλλους. Ο αρχηγός της ορθόδοξης εκκλησίας της Κέρκυρας, ο γέροντας πρωτοπαπάς Γεώργιος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, προσφώνησε τους Γάλλους με τα λόγια: «Γάλλοι, θα βρείτε σ' αυτό το νησί έναν λαό αμαθή από τις επιστήμες και τις τέχνες που δοξάζουν τα έθνη. Μη σταθείτε σ' αυτό. Θα ξαναγίνει στο μέλλον ό,τι υπήρξε στο παρελθόν. Μάθετε να τον εκτιμάτε διαβάζοντας τούτο το βιβλίο» και πρόσφερε στον στρατηγό Gentili την Οδύσσεια του Ομήρου. Το γεγονός κατέπληξε και τον ίδιο το Ναπολέοντα, που το περιγράφει λεπτομερώς σε επιστολή του προς το Διευθυντήριο, της 14 Αυγούστου 1797. Ο Κερκυραίος λόγιος Αρλιώτης, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, στο ημερολόγιό του δεν αναφέρει τίποτε για την προσφορά του αντίτυπου της Οδύσσειας. Ίσως ο Βοναπάρτης να έγραφε στις εκθέσεις του «ό,τι έπρεπε να έχει συμβεί», γράφει ο Γ. Δαφνής.
Χρήση στην τάξη
Για τα μαθήματα της Γλώσσας και της Ιστορίας, θα βρούμε την περιπέτεια του Οδυσσέα να αναπτύσσεται στα έξι κεφάλαια της 6ης ενότητας του α' μέρους του βιβλίου Ιστορίας της Γ' τάξης. Αποσπάσματα και εικόνες από το βιβλίο του Τζερόνιμο Στίλτον, αλλά και παιχνίδια φιλαναγνωσίας σχεδιασμένα για τα δύο κείμενα (όπως η απαγγελία ενός αποσπάσματος της ιστορίας σε ρυθμό ραπ!), μπορούν να βελτιώσουν τις αναγνωστικές δεξιότητες των παιδιών και να ενισχύσουν τη δημιουργική τους φαντασία. Αν πάλι θεωρούμε χρησιμότερο να εξετάσουμε το επίπεδο αντίληψης και την κριτική ικανότητα των μαθητών μας, μπορούμε να ετοιμάσουμε κάποιες ερωτήσεις, ή και να αναζητήσουμε κάτι έτοιμο, όπως αυτό εδώ το online test για τη μνηστηροφονία. Για τους εκπαιδευτικούς που διαθέτουν στη βιβλιοθήκη τους τη σειρά των Ερευνητών, στο τεύχος Νο 23 - Ιούλιος 2001 θα βρουν ένα αφιέρωμα στον Οδυσσέα (η εικόνα από το οπισθόφυλλο).
Για τα εικαστικά, μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από έργα τέχνης που αναφέρονται στην περιπέτεια του Οδυσσέα με τον Πολύφημο, αλλά και πίνακες δυτικής ζωγραφικής που σχετίζονται με άλλα επεισόδια από το ταξίδι και που έχει συγκεντρώσει η Κλειώ Αρτεμίδου εδώ. Αν το τμήμα μας δείξει συγκεκριμένο ενδιαφέρον για τα τέρατα που αντιμετωπίζει ο Οδυσσέας, μπορούμε να συναντήσουμε αρκετά από αυτά (και να τα κατασκευάσουμε με πηλό) στο χιουμοριστικό βιβλίο γνώσεων για μεγαλύτερα παιδιά Αστεία και Τέρατα από της γης τα πέρατα

Αν τέλος, αποφασίσουμε να συζητήσουμε για τον ρόλο της γυναίκας την μυκηναϊκή εποχή (μια και χτες ήταν η μέρα της), μπορούμε με λίγο μαλλί και ακολουθώντας απλά βήματα να δείξουμε στα παιδιά πώς θα κάνουν τα χέρια τους να μοιάζουν με τον αργαλειό της Πηνελόπης! Περισσότερα για τον αργαλειό μπορούμε να μάθουμε από το πολύ καλό αφιέρωμα του Cretainfo ή από αυτό το βίντεο που μας ενημερώνει για όλη την διαδικασία της ύφανσης. Από τις εικόνες που ακολουθούν, η πρώτη αριστερά βρίσκεται στο βιβλίο του Τζ. Στίλτον, η δεξιά στο αφιέρωμα των Ερευνητών που αναφέραμε πριν, η κάτω αριστερά είναι από το μουσείο της Βραυρώνας και περιγράφει τα μέρη του αρχαίου αργαλειού, ενώ η κάτω δεξιά από το ιστορικό μουσείο Κρήτης· βλέπουμε σε αυτήν, πώς και στα νεότερα χρόνια η θέση του αργαλειού είναι εκεί που αναφέρει ο Όμηρος, δηλαδή απέναντι από το κρεβάτι: ιστόν εποιχομένην και εμόν λέχος αντιόωσαν (Α31)

Μια πιο απαιτητική δραστηριότητα που ίσως αφορά περισσότερο μαθητές Γυμνασίου, είναι η διαδικτυακή αναζήτηση μουσικών έργων εμπνευσμένων από τα ομηρικά έπη απευθείας ή μέσω της Λατινικής γραμματείας. Η λίστα με τους δημιουργούς περιλαμβάνει ονόματα όπως των Μότσαρτ, Gluck, Μοντεβέρντι, Μπερλιόζ, Χαίντελ, κ.ά., ενώ στο Δημοτικό μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε ως υπόκρουση για κάποιες από τις παραπάνω προτεινόμενες δράσεις.

Share/Bookmark