Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Οι νικητές

Υπόθεση
Αθήνα, Δεκέμβριος 1944. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς, τα σύννεφα του εμφυλίου μαζεύονται πάνω απ' τη χώρα. Η νεαρή Ζωή, οργανωμένη στην Αριστερά, πηγαίνει σε κάποια συγκέντρωση σε σχολείο της Φωκίωνος Νέγρη. Όλμοι από τον Λυκαβηττό βάλλουν στο χώρο σκορπώντας το θάνατο, και το κορίτσι τραυματίζεται σοβαρά. Με κίνδυνο να χάσει χέρι και πόδι, μεταφέρεται αρχικά στο ιατρείο της Άνω Κυψέλης και στη συνέχεια στο νοσοκομείο Αγία Όλγα. Εκεί, ένας νεαρός γιατρός θα κάνει ό,τι μπορεί για να τη σώσει και θα αναπτυχθεί μεταξύ τους αμοιβαία έλξη. Αναρρώνοντας η Ζωή, γνωρίζει τις υπόλοιπες γυναίκες του θαλάμου και ζουν μαζί τα νέα της υποχώρησης των ανταρτών από την Αθήνα.. Όταν οι Άγγλοι καταλαμβάνουν το ίδρυμα, αποφασίζουν να οργανωθούν και να ξεκινήσουν έναν ιδιότυπο αγώνα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ζώρζ Σαρή
Εξώφυλλο:Μαρία Κωνσταντακάκη
1η Έκδοση: 1983
ISBN: 960-293-678-9
Σελίδες: 184
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα της Ζώρζ Σαρή, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η γλώσσα δεν είναι δύσκολη, αλλά το κείμενο περιλαμβάνει εικόνες σκληρές, που τα μικρότερα παιδιά  καλύτερα να αποφύγουν. Χωρίζεται σε τρία μέρη, από τα οποία πιο ενδιαφέρον είναι μάλλον το τελευταίο, όπου παρακολουθούμε τη διαμάχη των νοσηλευομένων γυναικών με τον άγγλο διοικητή του νοσοκομείου. Τα κεφάλαια δεν έχουν τίτλους, ωστόσο είναι μικρά και δεν κουράζουν. Η εικονογράφηση απουσιάζει εντελώς, κάτι που όμως λίγο προβληματίζει, αφού το ανάγνωσμα απευθύνεται αποκλειστικά σε έμπειρους αναγνώστες.

Θα προτείναμε το βιβλίο σε μαθητές Γυμνασίου που επιθυμούν να αποκτήσουν μια ιδέα του τι συνέβη στα Δεκεμβριανά του 1944. Τα κορίτσια έχουν σίγουρα περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν με την ρομαντική ηρωίδα, ενώ το βιβλίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως αφορμή για συζήτηση γύρω από την ιδεολογία του κομμουνισμού και την ιστορία της στη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να προσφερθεί για βοήθεια κάποιος ενήλικος, αφού οι απορίες που ανακύπτουν από την ανάγνωση είναι  ποικίλες (βλ. και απόσπασμα). 
Οκτώβρης 1944. Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση
Η ιστορία της Ζωής είναι πολύ ανθρώπινη· σκληρή και συμπαθητική ταυτόχρονα. Ξεκινάει αρκετά δυναμικά, μόλις όμως το κορίτσι τραυματίζεται, η πλοκή αρχίζει να περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός νοσοκομειακού θαλάμου, σαν να ήταν το έργο θεατρικό, ή σαν να είμαστε και μεις οι αναγνώστες υποχρεωμένοι σε ακαμψία για να συμπάσχουμε με την ηρωίδα. Παρά τη στατικότητα ωστόσο, υπάρχει πολυφωνία στους τρόπους μέσα από τους οποίους επικοινωνεί μαζί μας το κείμενο:
- πότε με τα λόγια της αφηγήτριας, όπως όταν στην εισαγωγή μας παρατίθεται με σχετική αντικειμενικότητα το ιστορικό πλαίσιο του έργου
- πότε με τη γλώσσα των πηγών, αφού συχνά πυκνά παρεμβάλλονται ντοκουμέντα (σημειώματα του Τσώρτσιλ, δηλώσεις άγγλων βουλευτών, αποσπάσματα άρθρων, κλπ.) που μας αποκαλύπτονται τις κινήσεις ισχυρών παραγόντων πίσω από τα γεγονότα
- και πότε με την υποκειμενική οπτική των διαφόρων χαρακτήρων, που ενθουσιάζονται, αγαπούν και μισούν ανάλογα με τα πιστεύω τους και τα όσα συμβαίνουν τριγύρω.

Αναφερόμαστε στην οπτική "των διαφόρων χαρακτήρων", επειδή η συγγραφέας στα δύο πρώτα μέρη του έργου, χρησιμοποιεί την τεχνική της παράλληλης αφήγησης. Συγκεκριμένα, φωτίζει το περιστατικό που οδήγησε στον τραυματισμό της Ζωής μέσα από πολλαπλές προσεγγίσεις, τόσες σχεδόν όσοι και οι χαρακτήρες που συμμετέχουν. Κι αν αυτό θεωρητικά ακούγεται περίεργο, στην πράξη είναι πρωτότυπο και μπορεί επιπλέον να αξιοποιηθεί στην τάξη.

Το βιβλίο παρόλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία, αποφεύγω να το προτείνω σε παιδιά Δημοτικού, λόγω σκληρών σκηνών. Πολύ νωρίς στην υπόθεση, μετά από μόλις 4-5 σελίδες γνωριμίας με τους ήρωες, εμφανίζεται η πρώτη. Η συγγραφέας περιγράφει με "ανελέητο" -όπως προειδοποιεί και από την εισαγωγή- τρόπο το εφιαλτικό τοπίο: την ώρα που έξω απ' το σχολείο βρέχει όλμους, με μια γρήγορη ματιά τριγύρω παρατηρούμε έναν τραυματία να κρατάει τις ευαίσθητες περιοχές του, ένα πολτοποιημένο χέρι στο έδαφος, κομμένα μέλη εδώ κι εκεί... μερικές παράγραφοι αφιερώνονται δηλαδή σ' ένα γενικότερο κλίμα πανικού, και συνθέτουν σκηνικό τρόμου γύρω από την ηρωίδα που κυριολεκτικά τα έχει χαμένα. Προσωπικά, η σκηνή μου θύμισε αυτό το στιγμιότυπο από το Saving Private Ryan. Κι ενώ η αναστάτωση συντηρείται στις πρώτες τριάντα σελίδες, ακολουθεί έπειτα και δεύτερη σκηνή φρίκης, στην αίθουσα του χειρουργείου.

Το βιβλίο έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι προωθεί τον διπολισμό (Κυρ. Ντελόπουλος στο περιοδικό Διαβάζω 11.7.84, αρ.98, σ.44-46), κάτι με το οποίο δεν μπορούμε εντελώς να διαφωνήσουμε, από τη στιγμή που στις σελίδες του παρουσιάζονται με έντονη συναισθηματική φόρτιση οι μεν ως καλοί και αγωνιστές, οι δε ως χαφιέδες, προδότες και φονιάδες. Θα ήταν ωστόσο άδικο να έχουμε την απαίτηση από ένα λογοτεχνικό κείμενο - μαρτυρία παθούσας να διατηρεί τις αποστάσεις ή την αντικειμενικότητα μιας ιστορικής μελέτης. Από την άλλη, επειδή απευθύνεται σε νεαρές ηλικίες, ίσως θα ήταν σωστότερο κάποιοι χαρακτηρισμοί να είναι πιο ήπιοι και να λείπει η μονομέρεια. (Ομολογώ ότι στο σημείο που η κυρα-Μαρία από "συμμαζεμένη γυναικούλα" μετατρέπεται σε επιβλητική καθοδηγήτρια, νόμιζα ότι διαβάζω Γκόρκι). Εν πάση περιπτώσει, εμείς παραμένουμε οπαδοί της άποψης του μικρού αδελφού: Τίποτα δεν πρέπει να λησμονιέται... Μα θα διδαχτούμε και θα θυμόμαστε όχι για να μισούμε, αλλά για να ξέρουμε πού οδηγούνε τα μίση. 

Τα όσα συνέβησαν στα Δεκεμβριανά, ήταν έτσι κι αλλιώς τόσο απρόσμενα και απάνθρωπα, που την Άλκη Ζέη -φίλη της Ζ.Σαρή- την τρόμαξαν περισσότερο κι από τα γεγονότα της ίδιας της γερμανικής κατοχής. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή της στο Lifo (για την οποία έχουμε ήδη κάνει λόγο):

Η μόνη φορά που φοβήθηκα ήταν το Δεκέμβρη του '44. Ετοιμαζόμασταν να πάμε σε μια γιορτή, σ' ένα σχολείο της Κυψέλης. Λίγο πριν φτάσουμε, μάθαμε πως οι Άγγλοι είχανε ρίξει κάτι σαν «οβίδα» και σκοτώθηκαν παιδιά. Μάλιστα, στο σχολείο ήταν και η Ζωρζ Σαρρή, η οποία τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Κόντεψε να χάσει χέρι και πόδι. Ήταν φρικτό. 

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Ειρήνη, Φιλία, Απώλεια, Ιστορία 

Απόσπασμα
Ο Αντρέας έσφιξε τ’ αριστερό χέρι της Ζωής.

- Γεια χαρά, κορίτσι μου, της είπε.

Η Ζωή έχασε τη μιλιά της. Θόλωσαν τα μάτια της. Η Ηλέκτρα είχε πέρα για πέρα δίκιο. Τι λεβεντάνθρωπος, πόσο νέος, δεν έμοιαζε για πατέρας. Δύο μορφές μπλέχτηκαν μέσα της, ο δικός της πατέρας, γέρος, φαλακρός κι όλο θυμωμένος, κι ο Δημήτρης. Αυτό ήταν, έμοιαζε του Δημήτρη κι ας ήταν τα μάτια του πράσινα σαν τα βαθιά νερά της θάλασσας. Ίδια μάτια της κόρης του… Να’ ταν δικός της τούτος ο πατέρα! Να’ ταν ο Δημήτρης, ο Δημήτρης της Κατοχής, ο δικός της Δημήτρης, ο ατρόμητος! Να μην κλάψω, Θε μου, να μην κλάψω…

- Γεια χαρά, απάντησε.

Αργά το βράδυ έφτασε κι ο Πελοπίδας. Θ’ ανέβαιναν στο βουνό με τον Αντρέα. Κοίτα σύμπτωση, μια χούφτα είναι ο κόσμος, δούλευαν μαζί κι ήταν φίλοι.

- Θα ‘ρθω μαζί σας, φώναξε η Ηλέκτρα.

- Δε θα πας πουθενά. Πώς θ’ αντέξεις το κρύο και την πεζοπορία; Είσαστε πληγωμένες. Οι Άγγλοι δε θα σας πειράξουν. Η κυρα-Μαρία πειράχτηκε για λόγου της.

- Να φύγω; Και τι θα μου κάνουν εμένα γριά γυναίκα; Θα μείνω. Όλες οι νοσοκόμες σκόρπισαν.

Κι ο Νίκος είπε:
- Είμαι γιατρός κι άλλωστε, ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα με την πολιτική. Ήμουν εδώ πριν από το Δεκέμβρη.

Η Ζωή σώπαινε. Τι να’ λεγε; Και να’ θελε να φύγει, δε θα το μπορούσε. Τώρα πονούσε μέρα νύχτα και το γόνατό της τούμπανο μελανό. Και τι θα της έκαναν οι Εγγλέζοι; Θα την έδερναν ή θα την έκλειναν φυλακή; Ίσως να κουβαλούσαν μαζί τους σουλφαμίδες. Για να περπατήσει το πόδι της, άλλη ελπίδα απ’ τη σουλφαμίδα δεν είχε. Αυτό πια το ήξερε.

Ο Πελοπίδας κάθισε για κάμποση ώρα κοντά της. Ήταν αξύριστος και τα μάτια του κόκκινα από την αγρύπνια.

- Θα συνεχίσουμε, Ζωή. Ένα καινούριο αντάρτικο θα φουντώσει. Θα σαρώσει. Ο λαός είναι μαζί μας. Τα όπλα δεν τα παραδίνουμε. Κρατάμε ολάκερη την Ελλάδα στα χέρια μας.

- Και μεις τι θ’ απογίνουμε; Πάλι τα ίδια; Θα κρυβόμαστε σε λαγούμια κυνηγημένοι από τους μπουραντάδες* κι από τους Εγγλέζους;

Η Ζωή κατάπινε τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να ξεμπροστιαστεί, δειλή στα μάτια του καθοδηγητή της. «Αλήθεια, σκεφτόταν, τώρα ποιον θα ‘χω για καθοδηγητή; Σε ποιον τομέα θα ανήκω; Πάλι στη διαφώτιση;» Ντρεπόταν να ρωτήσει. Η Αθήνα χανόταν, κι αυτή έψαχνε ψύλλους στ’ άχυρα.

- Μόλις σταθώ στα πόδια μου, θ’ ανεβώ στο βουνό.

- Θα χρειαζόμαστε πάντα συντρόφους στην Αθήνα. Μη σε νοιάζει. Οι δικοί μας θα σε βρούνε. Θα ξανάχεις επαφή. Άλλωστε, πολύ γρήγορα θα γυρίσουμε πίσω νικητές. Λες κι ο Πελοπίδας είχε μαντέψει τη σκέψη της.

Κίνησαν να φύγουν. Έξω, πίσσα σκοτάδι. Ούτε ένα αστέρι να φωτίζει το δρόμο τους. Καμιά πενηνταριά άντρες και γυναίκες. Άλλοι με επιδέσμους, άλλοι με δεκανίκια, λίγοι οι γεροί. Η Ηλέκτρα τους ξεπροβόδισε ίσαμε την αυλόπορτα της Αγίας Όλγας. Την τελευταία στιγμή γαντζώθηκε πάνω στον πατέρα της. «Κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου… της έλεγε εκείνος και καταφιλούσε το προσωπάκι της.

Όταν γύρισε πίσω στο θάλαμο τρέχανε ποτάμι τα δάκρυά της.

- Μα πώς κάνεις έτσι; Είναι δυνατό με το γύψο να τους πάρεις από πίσω; τη μάλωσε η κυρα-Μαρία κι έσβησε τα μεγάλα φώτα.

- Ας κοιμηθούμε. Ποιος ξέρει τι μέρα θα ξημερώσει αύριο…

Ωστόσο η κούραση δεν έφερνε τον ύπνο. Η έγνοια κρατούσα τα βλέφαρα ανοιχτά.

Η Ηλέκτρα μιλούσε ψιθυριστά στη Ζωή:
- Αχ, πότε θα τον ξαναδώ;

Όλο τον πατέρα της είχε στο νου της. Η Ζωή πάλι σκεφτόταν τη μητέρα της. Τι να’ κανε μόνη στο Δαφνί; Άραγε φώναζε τα’ όνομά της σαν τότε που με το ζόρι οι νοσοκόμοι την ανέβασαν στην κλούβα με τα σιδερένια κάγκελα; Η μητέρα που ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν…

Την έπιασε το παράπονο.

- Και τη μάνα σου; Τη μάνα σου δεν τη σκέφτεσαι;

Νευρίασε η Ηλέκτρα.

- Παράτα με με τη μάνα μου Αυτή φόβο δεν έχει, τον ξεφορτώθηκε…

Πάντα έτσι μιλούσε για τη μάνα της. Οι γονείς της μια ζωή τσακώνονταν για τα πολιτικά. Ο πατέρας της, δύο χρόνια εξορία στην Ακροναυπλία, τότε με το Μεταξά, κι ύστερα, μόλις πάτησαν οι Γερμανοί το πόδι τους στην Ελλάδα, από τους πρώτους μπήκε στην Αντίσταση. Η μάνα της μαλλιοτραβιόταν: «Φτάνει πια, έχεις παιδί, θα φας το κεφάλι σου…» Όλη μέρα γκρίνιαζε, είχε και τα δικά της. Πεινούσαν. Στεκόταν με τις ώρες στην ουρά για λίγο λάδι, για λίγο χαρουπάλευρο. Η Ηλέκτρα από μικρή είχε πάρει το μέρος του πατέρα της και μόλις έγινε δεκαπέντε χρονών είπε να πάει να γραφτεί στην ΕΠΟΝ. Ο πατέρας της δε συμφώνησε μαζί της. «Άσε να μεγαλώσεις…» και κείνη καμώθηκε πως τον άκουσε, αλλά πού και πού με τα’ άλλα παιδιά της γειτονιάς μοίραζε προκηρύξεις και μια νύχτα, λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση, το ‘σκασε από το σπίτι κι έγραψε πάνω σ’ έννα τοίχο με κόκκινα κεφαλαία γράμματα: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Ο πατέρας της πιάστηκε πάλι με τη μάνα: «Εδώ ξεσηκώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα. Γιατί θέλεις το παιδί μας να μένει με δεμένα χέρια; Τέλειωσε το Γυμνάσιο, τώρα είναι κοπέλα, δε θα την ορίζουμε πια. Πάρ’ το απόφαση…» Η μάνα μπαρούτιασε. «Είσαι τρελός… τρελός… Με τις ορμήνιες σου θα χάσουμε την κόρη μας. Ο Θεός δεν τα θέλει τέτοια πράματα…» Κι ο πατέρας της είχε απαντήσει πολύ ήρεμα: «Τι ανακατεύεις το Θεό, γυναίκα; Έχει πεθάνει από δω και χρόνους…»

Αυτά είχε στο νου της η Ηλέκτρα και συνέχισε:

- Ξέρεις, Ζωή… θαυμάζω τον πατέρα μου και σ’ όλα συμφωνώ μαζί του. Μόνο στο θέμα της θρησκείας δεν μπορώ να τον καταλάβω. Είμαι σαν τη μάνα μου. Κάθε βράδυ κάνω την προσευχή μου. Μια μέρα, όταν θα νικήσουμε, όταν γυρίσει, θα το συζητήσω μαζί του…

- Δηλαδή, τι θα συζητήσεις;

- Γιατί να μη γίνεται να ‘σαι μαρξιστής και χριστιανός μαζί; Να, ας πούμε, η κυρα-Μαρία είναι ίσαμε τα μπούνια κουκουεδίνα κι όμως την εικόνα του Χριστού την έχει στο προσκέφαλό της και κάθε βράδυ, τη βλέπω, κάνει το σταυρό της και την προσκυνάει. Θα μου πεις, η κυρα-Μαρία δεν ξέρει τι πάει να πει Μαρξ. Ούτε κι εγώ άλλωστε. Όμως, τι σημασία έχει; Εγώ θα τον μελετήσω και η κυρα-Μαρία θα μείνει για πάντα στο Κόμμα. Πες μου, αλήθεια, τι πειράζει να πιστεύεις ΚΑΙ στο Θεό;

Η Ζωή είχε πάψει να πιστεύει από δω και κάμποσα χρόνια. Ο Δημήτρης στην Κατοχή της μιλούσε, της εξηγούσε, της έδινε βιβλία να διαβάσει…

- Αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού δεν έχουμε. Όμως, τα όσα είπε ο Μαρξ είναι χειροπιαστά. Δύο και δύο κάνουν τέσσερα…

- Έχεις διαβάσει «Το Κεφάλαιο»;

- Φυσικά.

- Ολόκληρο;

Θα ‘ταν μεγάλο ψέμα της Ζωής ν’ απαντήσει ναι. Ο Δημήτρης της έλεγε: «Μα γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια; Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας μαρξιστής…» Και κείνη, σαν καλή μαθήτρια, δώστου από την αρχή κι ύστερα βαριόταν και τα παρατούσε. Τον παρακαλούσε: «Πες τα μου με δικά σου λόγια…»

- Ναι… δηλαδή, όχι… θέλω να πω πως ο Μαρξ… «Το Κεφάλαιο» δε διαβάζεται μια κι έξω. Χρειάζεται μελέτη. Με μέσες άκρες δε γίνεται κανένας αληθινός μαρξιστής. Δεν κάνει η Συνείδηση το Είναι αλλά το Είναι τη Συνείδηση…

* μπουραντάδες: μηχανοκίνητο τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων με αρχηγό τον Ν. Μπουραντά
4 Δεκ.1944. Σύνταγμα, διαδήλωση για τα θύματα (από τη διαδήλωση) της προηγούμενης μέρας (πηγή)
Προβληματισμοί για Συζήτηση
Αδερφοφάδες
Τα ντροπιαστικά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944, παρά τα 70 χρόνια που έχουν περάσει, παραμένουν αόρατα στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Αν σκοπός του συγκεκριμένου μαθήματος είναι να διδάσκει και να προβληματίζει, γιατί να μην τα αξιοποιήσουμε όπως τόσα άλλα; Ίσως έτσι αποκομίσουμε και κάτι θετικό από όλα τα αρνητικά που ο πόλεμος αυτός μας προκάλεσε.

Θυμίζω εδώ ότι ως συνέπεια του εμφυλίου, αντί η πατρίδα μας να ανοικοδομηθεί μετά το τέλος του Β' Π.Π, παρέμεινε σε εμπόλεμη κατάσταση για 5 επιπλέον χρόνια, ξοδεύοντας μέρος της εξωτερικής οικονομικής ενίσχυσης σε νέες καταστροφές, όπλα και πυρομαχικά. Επιπλέον, η εθνική ενότητα πληγώθηκε ανεπανόρθωτα και ο λαός χωρίστηκε σε "αριστερούς" και "εθνικόφρονες", ακριβώς όπως τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν μοιρασμένος σε βενιζελικούς / βασιλικούς, νωρίτερα σε δημοτικιστές / αρχαϊστές, ή τον περασμένο αιώνα σε αγγλόφιλους / γαλλόφιλους / ρωσόφιλους, κοκ. 

Αθήνα 5.12.1944 Με κόκκινο οι περιοχές που ελέγχει ο ΕΛΑΣ, με μπλε τμήματα εθνικός στρατός και Βρετανοί
Χρήση στην τάξη
Συζητήστε για τη σημασία των φράσεων
"Διαίρει και βασίλευε" και "Η ισχύς εν τη ενώσει". Πότε χρησιμοποιούμε την καθεμία;

Εξηγήστε τα λαϊκά ρητά
"Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο" και "Βόηθα με να σε βοηθώ, ν' ανεβούμε το βουνό" ;
Με ποια από τις παραπάνω φράσεις ταιριάζουν;

Δείτε το ακόλουθο βίντεο από την ταινία Το χώμα βάφτηκε κόκκινο και συζητήστε τι προσπαθεί (μετά το 2:15) να εξηγήσει ο πατέρας (Μάνος Κατράκης) στα δύο αδέλφια.


Στον ελληνικό εμφύλιο, μπορούσαν άραγε οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές να αγνοήσουν τον ξένο παράγοντα και να βρουν τρόπο συνεννόησης πριν καταλήξουν σε αλληλοφάγωμα; Τι θα λέγατε στους αρχηγούς των δύο παρατάξεων αν μπορούσατε με ένα μαγικό τρόπο να μεταφερθείτε σε εκείνη την εποχή;  Εσείς, όταν διαφωνείτε με κάποιον, αναζητάτε ειρηνικές λύσεις πριν συγκρουστείτε ανοιχτά; Έχει τύχει να τσακωθείτε με τους φίλους, τα αδέλφια ή τους γονείς σας; Πώς νιώθετε αφού περάσει ο θυμός σας; Έχετε μετανιώσει ποτέ για πράγματα που είπατε ή κάνατε θυμωμένοι;

Αν αποφασίσετε να αξιοποιήσετε το βιβλίο στην τάξη ή να συζητήσετε για τον εμφύλιο, μπορείτε συμπληρωματικά να προβάλλετε την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά", που αναφέρεται στο τελευταίο έτος του εμφυλίου. Υπάρχουν επίσης αποσπάσματα εκπομπών και ντοκιμαντέρ, όπως και παλαιότερες ταινίες, μόνο που θα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός γιατί συνήθως υιοθετείται μονομερής οπτική (πολύ περισσότερο σε ταινίες γυρισμένες τον καιρό της δικτατορίας, όπως αυτή).

Αναφερόμενος στην κατάσταση της χώρας 6 μήνες πριν τα Δεκεμβριανά, ο Γεώργιος Παπανδρέου (πρωθυπουργός κατά τα Δεκεμβριανά) αναφέρει στο Συνέδριο του Λιβάνου (Μάιος 1944):
Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα τάγματα ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται. Σφάζουν και καίουν. Τι θα απομείνη από την άτυχη αυτήν Χώρα; (...) Δεν είναι ο ξένος κατακτητής αλλά, δυστυχώς, ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος υπονομεύει θανασίμως το μέλλον μας.
Απελευθέρωση: Ο Γ. Παπανδρέου υψώνει τη σημαία στις 18 Οκτωβρίου 1944

Share/Bookmark

4 σχόλια:

Άντρη Αντωνίου είπε...

Πολύ σοφά τα λες...

lampros lampinos είπε...

θαυμάσια ανάρτηση

Ανώνυμος είπε...

to ποστ κινδυνεύει λίγο να γίνει των ίσων αποστασεων, όσο για τη θρυλική φωτογραφία των δεκεμβριανών μηπως ξεχναει αν γραψει ότι ήταν μετά από απεργία? μήπως λίγο η μεν κρατήσαν άλλη στάση και οι δε συμαμχήσανε με τους γερμανούςκαι γίνανε δοσίλογοι με κουκουλες, μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι τη μια με τους γερμανουςκαι την αλλη με τους άγγλους? προσωπικά βρίσκω λίγο τραγικό τον παραλληλισμό του εμφυλιου με το θυμο που υπαρχει στον τσακωμό μιας οικογενειας

Vangelis Valasiadis είπε...

Αγαπητέ Ανώνυμε, το ποστ δεν κινδυνεύει απλώς, αλλά επιδιώκει να είναι ίσων αποστάσεων. Κρατάει ίση -και ελπίζω άπειρη- απόσταση από οποιαδήποτε ιδεολογία ξεδιψάει με αίμα αθώων ανθρώπων.

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...