Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναπηρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναπηρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Μουμού

 
Υπόθεση
Ο κωφάλαλος χωρικός Γκαράσιμ (Γεράσιμος - Герасим), γιγαντόσωμος και χειροδύναμος, δουλεύει στον κήπο μιας γριάς αρχόντισσας στη Μόσχα. Ερωτεύεται την ντροπαλή πλύστρα της Τατιάνα· πριν όμως προλάβει να τη ζητήσει σε γάμο, η πλούσια γριά αποφασίζει να τη δώσει γυναίκα σε έναν μεθύστακα τσαγκάρη. Απογοητευμένος ο γίγαντας, βρίσκει παρηγοριά στη φροντίδα της Μουμού, μιας σκυλίτσας που σώζει από πνιγμό και που γίνεται η καλύτερη φίλη του. Όμως η αρχόντισσα παρεμβαίνει και πάλι: τσαντισμένη που το σκυλάκι δεν τη συμπαθεί, διατάζει να το διώξουν από το σπίτι. Θα υπακούσει άραγε ο καλόκαρδος γίγαντας στις προσταγές της κυρίας του;
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ωκεανίδα
Συγγραφέας: Ιβάν Τουργκένιεφ (Иван Сергеевич Тургенев)
Τίτλος Πρωτοτύπου: Mymy
Μετάφραση: Πέτρος Ανταίος
Εικονογράφηση: Σ. Μπόημ (ίσως εννοείται η  Elizaveta Merkurievna Boehm 1843-1914)
ISBN: 960-410-003-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1854 (στα ελληνικά 1996)
Σελίδες: 66
Τιμή: περίπου 6 ευρώ (δεμένο)
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Άλλη κριτική εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Για τους γλωσσομαθείς, το διήγημα διατίθεται για ανάγνωση ή ακρόαση δωρεάν (στα ρωσικά)!

Κριτική
Δραματικό διήγημα με κοινωνικές προεκτάσεις και ζωοφιλικά μηνύματα. Λόγω του σοβαρού ύφους και της απουσίας αίσιας κατάληξης, μπορούμε να το προτείνουμε μόνο σε εφήβους. Η κάποιες φορές απαιτητική του γλώσσα απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού και του γυμνασίου. Θα το εκτιμήσουν ιδιαίτερα όσοι αναζητούν μια ήπια εισαγωγή στην κλασική ρωσική λογοτεχνία (Αντίστοιχα θα μπορούσαμε να προτείνουμε τη "Μύτη" και τον "Τάρας Μπούλμπα" του Γκόγκολ, όπως και τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι). Η ανάρτησή μας αφιερωμένη στην Οκτωβριανή επανάσταση, που θέριεψε τέτοιες μέρες (7 Νοεμβρίου 1917), πριν εκατό περίπου χρόνια. Τα παιδιά της τάξης το διαλέγουν συχνά από τη βιβλιοθήκη, χάρη στο ελκυστικό του εξώφυλλο, το μικρό του μέγεθος και τον χαριτωμένο τίτλο. Καμιά φορά όμως το επιστρέφουν απογοητευμένα: "Δεν μου άρεσε, έχει λυπητερό τέλος", είπε προχτές η Αλεξάνδρα και το έβαλε στη θέση του.

  • Συγκινητική ιστορία 
  • Αυθεντικοί χαρακτήρες
  • Λογοτεχνικότητα

  • Υπάρχουν σημεία στην πλοκή (όπως η συνάντηση οικονόμου - τσαγκάρη) που οι μαθητές μπορεί να βρουν στατικά / βαρετά
  • Κάποιες φορές η μετάφραση μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή (σ.13 διασαλευόμενη ηθική υπόσταση σ.27 δήλωσε εις επήκοον όλων) και δυσκολεύει τους πιο μικρούς

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Αναπηρία, Διαφορετικότητα, Ανισότητα, Αγάπη

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η τελευταία νύχτα της σκυλίτσας, όπου ο γίγαντας την περιποιείται, την βγάζει βόλτα φορώντας τα καλά του, της κάνει το δείπνο και αφού την αποχαιρετήσει με δυο δάκρυα, την οδηγεί στο ποτάμι.

Εικονογράφηση
Προσεγμένη και σίγουρα μέσα στο κλίμα, αλλά λίγο "παλαιού τύπου"
Απόσπασμα 
Σε κάποιον απόμακρο δρόμο της Μόσχας, σ’ ένα γκρίζο σπίτι με λευκές κολόνες, ζούσε μια αρχόντισσα, χήρα, τριγυρισμένη από ένα πλήθος υπηρετικό προσωπικό.

Οι γιοί της εργάζονταν στην Πετρούπολη και οι κόρες της είχαν παντρευτεί. Έβγαινε σπάνια και ζούσε μοναχικά τα στερνά χρόνια από τα φειδωλά και βαρετά γερατειά της.

Απ’ όλους εκείνους τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες το πιο αξιόλογο πρόσωπο ήταν ο θυρωρός-φύλακας, ο Γκαράσιμ, ένας γίγαντας δυο μέτρα ψηλός, κωφάλαλος από γεννησιμιού του.  Η αρχόντισσα τον είχε πάρει απ’ το χωριό του, όπου ζούσε απομονωμένος σε μια καλύβα χώρια από τ’ αδέρφια του∙ τον θεωρούσαν εκεί τον πιο άξιο δουλοπάροικο – δουλευτή στα χωράφια του τσιφλικά. 

Προικισμένος με ασυνήθιστη δύναμη, δούλευε όσο τέσσερις, βγάζοντάς τα πέρα και με την πιο δύσκολη δουλειά. Και ήταν χάρμα να τον βλέπεις όταν όργωνε, κι έλεγες, καθώς έγερνε με τις τεράστιες παλάμες του στο αλέτρι, πως μόνο του αυτός, δίχως τη βοήθεια του εξαντλημένου αλόγου, έμπηγε το υνί στο στήθος της γης∙ ή όταν θέριζε το κατακαλόκαιρο και νόμιζες πως το δρεπάνι του δούλευε έτσι που θα μπορούσε να θερίσει ένα νεαρό δάσος από σημύδες. Κι έβλεπες ν’ αναδεύονται οι μακρουλοί και σκληροί μύες στις πλάτες του σαν μοχλοί.

Η αδιάκοπη βουβαμάρα του προσέδιδε κάποια επισημότητα στον ακαταπόνητο μόχθο του. Κοντολογίς ήταν ένας σπουδαίος άντρας κι αν δεν τον βάραινε αυτή η κακοτυχία του, θα τον παντρευόταν πρόθυμα οποιαδήποτε κοπέλα του χωριού…

Και να που κουβάλησαν τον Γκαράσιμ στη Μόσχα, του αγοράσανε μπότες, του ράψανε καφτάνι (είδος πουκαμίσας) για το καλοκαίρι, κάπα από προβιά για το χειμώνα, του δώσανε σκούπα με μακρύ σκουπόξυλο και φτυάρι και τον βάλανε να καθαρίζει απ’ τα χιόνια ή απ’ τα χόρτα την αυλή.

Στην αρχή δεν του άρεσε καθόλου αυτή η καινούρια του ζωή. Είχε συνηθίσει από παιδί την δουλειά στα χωράφια, τη ζωή του χωριού. Αποξενωμένος εξαιτίας της κακοτυχίας του από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, μεγάλωσε έτσι μουγκός και ρωμαλέος σαν δέντρο σ’ εύφορη γη… Μεταφυτεμένος τώρα στην πόλη, ένιωθε στενόχωρα κι απορούσε, το ίδιο όπως δεν θα καταλάβαινε τι του συμβαίνει ένας νεαρός ταύρος, γερός, που τον πήρανε απ’ το χωράφι με το ολόχυμο χορτάρι που του ‘φτανε ως την κοιλιά, τον ρίξανε σ’ ένα βαγόνι τρένου όπου τύλιγε το κορμί του καπνός και σπίθες και τον τρέχανε τώρα με χτύπους και βουητό, και πού τον πήγαιναν, ένας Θεός ξέρει.

Η καινούρια δουλειά του Γκαράσιμ του φαινόταν παιχνιδάκι μετά τις βαριές αγροτικές δουλειές∙ σε μισή ώρα τα τέλειωνε όλα, και είτε στεκόταν καταμεσής στην αυλή και κοίταζε μ’ ανοιχτό το στόμα τους περαστικούς, λες και περίμενε απ’ αυτούς να του εξηγήσουν πώς βρέθηκε σ’ αυτή την αινιγματική κατάσταση, είτε κατέφευγε σε κάποια γωνία και, πετώντας πέρα τη σκούπα και το φτυάρι, έπεφτε με το πρόσωπο στη γη κι έμενε ώρες ξαπλωμένος έτσι μπρούμυτα ακίνητος, σαν αιχμαλωτισμένο αγρίμι.

Σε όλα όμως συνηθίζει ο άνθρωπος και στο τέλος ο Γκαράσιμ συνήθισε τη ζωή στην πόλη. Όλη κι όλη η έγνοια του ήταν να κρατάει καθαρή την αυλή, να κουβαλάει δυο φορές την ημέρα το βαρέλι με το νερό, να φέρνει καυσόξυλα και να τα πελεκάει για την κουζίνα και για τα τζάκια, να μην αφήνει τους ξένους να μπαίνουν στην αυλή και να φυλάει τη νύχτα. Οφείλουμε να πούμε πως εκπλήρωνε με ζήλο όλες του τις υποχρεώσεις… Μάλιστα όταν μια νύχτα έπιασε δύο κλέφτες, τσούγκρισε τον ένα με τον άλλο έτσι που σπάσανε τα μούτρα τους τόσο άσχημα, που δε χρειάστηκε να τους παραδώσουν στην αστυνομία. Μετά απ’ αυτό το περιστατικό άρχισαν να τον σέβονται πολύ στη γειτονιά.  Ακόμα κι εκείνοι που περνούσαν τη μέρα απ’ το δρόμο, δίχως να ‘ναι απατεώνες, βλέποντας την αγριάδα του έκαναν πέρα και του ‘βαζαν τις φωνές, λες και μπορούσε να τους ακούσει.

Με όλο το άλλο προσωπικό ο Γκαράσιμ είχε σχέσεις, δε θα λέγαμε φιλικές, απλώς κανονικές. Τους θεωρούσε πάντως δικούς του ανθρώπους. Εκείνοι συνεννοούνταν μαζί του με χειρονομίες, αυτός τους καταλάβαινε κι εκτελούσε με ακρίβεια τις εντολές τους. Γνώριζε όμως και τα δικαιώματά του∙ κανείς δεν τολμούσε να καθίσει στη θέση του στο τραπέζι.

Γενικά ο Γκαράσιμ ήταν τύπος αυστηρός και σοβαρός και αγαπούσε σε όλα την τάξη. Ακόμα και τα κοκόρια δεν κόταγαν να τσακωθούνε μπροστά του, αλλιώς τα περίμενε συμφορά! Τα’ άρπαζε απ’ τα πόδια μεμιάς, κι αφού τα στριφογύριζε καμιά δεκαριά φορές στον αέρα, τα πέταγε χωριστά το ένα από τ’ άλλο.

Στην αυλή του αρχοντικού περιφέρονταν επίσης και χήνες∙ αλλά, ως γνωστό, οι χήνες είναι πτηνά σοβαρά και λογικά. Ο Γκαράσιμ τους φερόταν με σεβασμό, πήγαινε και τις τάιζε, κι έμοιαζε κι ο ίδιος με επίσημο αρχιχήνο.

Του είχανε δώσει μια καμαρούλα πάνω από την κουζίνα και τη συγύριζε σύμφωνα με τα γούστα του. Είχε φτιάξει το κρεβάτι του από σανίδες βαλανιδιάς στηριγμένες σε τέσσερα κούτσουρα, κρεβάτι γίγαντα, στ’ αλήθεια. θα μπορούσες ν’ αποθέσεις πάνω του πάνω από εκατόν πενήντα κιλά και να μη λυγίσει∙ κάτω απ’ το κρεβάτι βρισκόταν ένα βαρύ σεντούκι∙ στη γωνιά έστεκε ένα τραπέζι το ίδιο βαρύ, και πλάι του μια καρέκλα με τρία πόδια, τόσο κοντόχοντρη και στραβοπόδα, που κι ο ίδιος ο Γκαράσιμ όταν πήγαινε να τη μετακινήσει, του έπεφτε κι εκείνος χαμογελούσε. η καμαρούλα έκλεινε μ’ ένα λουκέτο που θύμιζε κουλούρι, μόνο που ήταν μαύρο∙ το κλειδί του λουκέτου το κρέμαγε στη ζώνη του∙ δεν του αρέσανε οι επισκέψεις…

Κύλησε έτσι ένας χρόνος, κι εκεί προς το τέλος του συνέβη ένα μικρό περιστατικό.

Σχόλιο
O Iβάν Tουργκένιεφ έγραψε το μικρό αυτό αριστούργημα στη διάρκεια ενός μήνα που παρέμεινε φυλακισμένος στην Aγία Πετρούπολη από τις τσαρικές αρχές εξαιτίας προηγούμενων έργων του. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Ο Σύγχρονος τον Μάρτιο του 1854, προκαλώντας προβλήματα στον λογοκριτή που το άφησε να περάσει, καθώς για κάποιους το αλληγορικό μήνυμα είναι σαφές: η άρχουσα τάξη παρουσιάζεται ως πλούσια αλλά άκαρδη και ανεύθυνη γριά αρχόντισσα, ενώ ο λαός ως ένας απλοϊκός χωρικός που μπορεί να μην έχει φωνή (βλ. και σύγχρονα ΜΜΕ), έχει όμως αξιοπρέπεια και τεράστια δύναμη. Η εικόνα που παρουσιάζεται στο κείμενο (σ. 53), με τον τεράστιο χωρικό ντυμένο στα κόκκινα να κλείνει την είσοδο στους λακέδες της εξουσίας (εδώ της αρχόντισσας) απλώς τα λέει όλα. Οι αξίες που προβάλλονται είναι η ανθρωπιά, η φιλία, η ειλικρίνεια και βέβαια η αξιοσύνη του εργάτη, για την οποία ο κόσμος τον θαυμάζει (σ.67).

Αρκετά χρόνια αργότερα (1937), ο Στάινμπεκ θα μας μιλήσει κι εκείνος για έναν ήρωα με απλοϊκή σκέψη, τεράστια δύναμη και αγάπη για τα ζώα∙ τον Λένι από το Άνθρωποι και Ποντίκια, που επίσης αντιμετωπίζεται με μίσος από τους άλλους εργάτες της φάρμας και επίσης σκοτώνει μόνος του τον σκύλο του, χωρίς ωστόσο να το θέλει.

Χρήση στην τάξη
Μέσα από το κείμενο, μπορούμε να ταξιδέψουμε στη Ρωσία του 1850, την εποχή όπου οι μεγάλοι γαιοκτήμονες εξακολουθούν να καταπιέζουν τους δουλοπάροικους που ζουν στα κτήματά τους. Αναπαριστώντας με παντομίμα το απόσπασμα στη σελ. 37, τα παιδιά μπορούν να πάρουν μια γεύση από τις συνήθειες και τα ήθη της άρχουσας τάξης της εποχής. Αν υπάρχει διαδραστικός πίνακας στην τάξη, μπορούμε επίσης να προβάλουμε μια παρουσίαση του βιβλίου μέσω slideshare.

Το κείμενο προσφέρεται επίσης για να μιλήσουμε για τις σχέσεις ανθρώπου και ζώων. Γιατί ο γίγαντας Γεράσιμος καταφεύγει στη φιλία της Μουμού; Τι βρήκε σε μια σκυλίτσα και δεν μπορούσε να έχει από τους συνεργάτες του; Παίρνοντας ιδέες από το διδακτικό σενάριο  Λογοτεχνία και Οικολογία: Άνθρωποι και ζώα (σελ.26) του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά να κατασκευάσουν μια ενημερωτική αφίσα για τον σεβασμό και την προστασία των αδέσποτων σκυλιών, χρησιμοποιώντας ιδέες και φράσεις από το κείμενο.

Κλείνοντας, να επισημάνουμε ότι στο κείμενο γίνεται αναφορά σε αρκετά στοιχεία της ρωσικής κουλτούρας (τριπλός ασπασμός, νεόνυμφοι με χήνες στις μασχάλες) και ιστορίας (Μίνιν και Παζάρσκι (σ.23 Минин и Пожарский) ή το τραγούδι των βαρκάρηδων του Βόλγα (σ. 29), τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε πολύ αποτελεσματικά αν υπάρχει μαθητής από τη Ρωσία στο τμήμα μας. Στη γνωριμία με τον ρωσικό πολιτισμό, ίσως θα είχε νόημα και η προβολή του διηγήματος σε κινούμενα σχέδια στη ρώσικη γλώσσα (με αγγλικούς υποτίτλους) από το Dailymotion.

Share/Bookmark

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ένας απρόσμενος φίλος

Υπόθεση
Ανάμεσα σ' ένα βιβλίο και τον μικρό Φώτη, αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας. Όταν η μητέρα του τον φέρνει για πρώτη φορά στη βιβλιοθήκη, εκείνος το διαλέγει απ' όλα τα υπόλοιπα και το παίρνει στα χέρια του. Κάθε βδομάδα που ακολουθεί, συνεχίζει να το επισκέπτεται και να το διαβάζει. Ένα Σάββατο όμως, το νεαρό παιδί δεν εμφανίζεται στο καθιερωμένο ραντεβού. Τι συμβαίνει; Ο Φώτης έχει χάσει το φως του και γι' αυτό αφήνει χωρίς παρέα τον χάρτινο φίλο του. Θα καταφέρει άραγε το βιβλίο να τον παρηγορήσει και να τον στηρίξει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κόκκινη Κλωστή Δεμένη
Συγγραφέας: Βασίλης Κουτσιαρής - Γιάννης Διακομανώλης
Εικονογράφηση: Ζωή Λούρα
ISBN: 978-618-80218-0-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 34
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'
άλλες κριτικές εδώ, εδώ κι εδώ

Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κουτσιαρή για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Συγκινητικό μικρό παραμύθι για τη φιλία και τη φιλαναγνωσία. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές των μικρότερων και μεσαίων τάξεων.

  • Γραμμένο με απλότητα και ευαισθησία
  • Η πολύ ωραία εικονογράφηση μας μεταφέρει σε ονειρικούς κόσμους 
  • Σκληρό εξώφυλλο, έγχρωμο, μεγάλο μέγεθος (22.5x22.5εκ)

  • Η εξέλιξη της ιστορίας θυμίζει "μελό"
  • Η αναπηρία του Φώτη αντιμετωπίζεται μάλλον επιφανειακά

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φιλαναγνωσία, Αναπηρία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Πιο εντυπωσιακή βρήκαμε τη σκηνή με το κλάμα του Φώτη πάνω στο βιβλίο. Τα δάκρυα κάνουν τα γράμματα ανάγλυφα και φουσκώνουν τις εικόνες, κι έτσι ο νεαρός καταφέρνει και πάλι να διαβάσει!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Ποτέ δε μου άρεσε αυτό το στρίμωγμα στην παιδική βιβλιοθήκη.

Μπορεί να ήμουν ένα βιβλίο όπως τόσα άλλα, όμως πάντα πίστευα ότι μου άξιζε μια καλύτερη τύχη.

Ζήλευα τα καινούρια βιβλία που τα είχαν μπροστά με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται όλο το εξώφυλλο.

Εγώ βρισκόμουν πιεσμένο ανάμεσα σε πολλά άλλα βιβλία και το μόνο που φαινόταν ήταν ο τίτλος στα πλάγια.

Έπρεπε να γυρίσεις λίγο το κεφάλι για να τον διαβάσεις, διαφορετικά τον προσπερνούσες και προχώραγες παρακάτω.

Ένα Σάββατο μπήκε μέσα στη βιβλιοθήκη ένα μικρό παιδάκι.

Μιλούσε τόσο δυνατά που μας ξύπνησε όλα εκεί μέσα.

Είχαμε συνηθίσει στην ησυχία και οι φωνές του παιδιού μάς αναστάτωσαν.

- Φώτη, ησυχία! Αν φωνάζεις, δε θα σε ξαναφέρω, είπε η μαμά του.

- Εντάξει, μαμά, της απάντησε εκείνος.

- Θα περάσω να σε πάρω σε μια ώρα, του είπε και του έδωσε ένα φιλί.

Μόλις η μαμά του βγήκε έξω, ο Φώτης άρχισε να περπατά αργά ανάμεσα στα ράφια.

Κάτι έψαχνε αλλά δε μπορούσε να το βρει.

Τα βήματά του άρχισαν να ακούγονται πιο έντονα, ώσπου σταμάτησε.

Κατάλαβα ότι βρισκόταν μπροστά στο δικό μου ράφι.

- Παιδικά εικονογραφημένα... ψιθύρισε.

Σχόλια
Το μήνυμα της ιστορίας έφτασε στους μαθητές με σχετική ευκολία: "Στην ανάγκη, οι πραγματικοί φίλοι είναι εκεί ο ένας για τον άλλο. Αλληλοβοηθούνται και στηρίζονται". Κάποιες μικροσυμβάσεις (π.χ. το τυφλό βιβλίο μιλάει για το γαλάζιο χρώμα στο εξώφυλλό του), που επισημάνθηκαν, μάλλον δεν συνιστούν πρόβλημα, καθώς το ανάγνωσμα απευθύνεται κυρίως σε μικρότερες ηλικίες. Είχαμε όμως και μια εύλογη απορία που δεν κατάφερα να απαντήσω: γιατί αφού η βιβλιοθήκη είναι δανειστική, ο Φώτης επιλέγει να επισκέπτεται το βιβλίο αντί να το πάρει στο σπίτι του;

Χρήση στην τάξη
Διαβάζουμε στην αρχή της ιστορίας, πως το βιβλίο νιώθει στριμωγμένο και παραμελημένο μέσα στην παιδική βιβλιοθήκη. Συζητήσαμε στην τάξη αν και εμείς έχουμε στα σπίτια μας βιβλία που έχουν περάσει στα "αζήτητα". Πώς θα μπορούσαμε άραγε να τα ξαναζωντανέψουμε; Αναφέρθηκαν ιδέες για ανταλλαγή τους με άλλα διαβασμένα βιβλία από μαθητές άλλων τάξεων. Προτάθηκε για τον σκοπό αυτό να οργανώσουμε μια μικρή εκδήλωση-παιχνίδι ανταλλαγής βιβλίων, ή απλώς οι μαθητές να φέρουν τα βιβλία τους στη βιβλιοθήκη της τάξης, ώστε να τα διαβάσει όποιο παιδί επιθυμεί.

Με αφορμή τα παραπάνω, κάναμε αναφορά και στo σύγχρονο φαινόμενο του Bookcrossing, όπου διαβασμένα βιβλία απελευθερώνονται (αφήνονται) σε δημόσιους χώρους για να φτάσουν στα χέρια νέων, τυχαίων αναγνωστών. Οι μαθητές βρήκαν την ιδέα συμπαθητική, αλλά δεν νομίζω πως είναι έτοιμοι να συμμετάσχουν στο κίνημα.


Share/Bookmark

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Το σπίτι του Άγγλου συνταγματάρχη

 
Υπόθεση
Στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο της δεκαετίας του '50, η οικογένεια της νεαρής Αθηνάς μένει απέναντι από το σπίτι ενός Άγγλου συνταγματάρχη. Η ηρωίδα μας αφηγείται τα όσα περίεργα συμβαίνουν στο νησί, στο σχολείο αλλά και στην καρδιά της. Γιατί την ώρα που η σκληρή διακυβέρνηση των κατακτητών οδηγεί τους νέους του νησιού να εξεγερθούν, εκείνη τυχαίνει να βιώσει τον πρώτο της έρωτα με τον γιο του Άγγλου συνταγματάρχη! Τι κι αν ο Αχιλλέας, ο θερμόαιμος αδελφός της, φεύγει με τους αντάρτες για το βουνό; Τι κι αν συνέλαβαν τη λιγόλογη αδελφή της Αιμιλία για διανομή παράνομων προκηρύξεων; Η Αθηνά παρά τις ενοχές, νιώθει την καρδιά της να φτερουγίζει! Τι θα νικήσει τελικά μέσα της; Ο έρωτας ή η ανάγκη για ελευθερία;
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Αβρααμίδου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-16-2273-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 152
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο δραματικό διήγημα στο οποίο ο έρωτας κι ο θάνατος σημαδεύουν το πέρασμα της ηρωίδας στην ενήλικη ζωή. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε μαθητές γυμνασίου, ενώ τα κορίτσια θα ταυτιστούν ευκολότερα με την πρωταγωνίστρια Αθηνά.


  • Ζωντανοί χαρακτήρες
  • Έντονα και ρεαλιστικά συναισθήματα
  • Λογοτεχνικότητα και ενδιαφέροντα καλολογικά στοιχεία
  • Λίγες αλλά δυνατές δραματικές σκηνές
  • Ηθικοπλαστικό: Η ελευθερία ανάγεται σε κυρίαρχη αξία


  • Δεν υπάρχει χωρισμός σε κεφάλαια ή εικονογράφηση
  • Η εξέλιξη της πλοκής μοιάζει κάποιες φορές αργή, εξαιτίας του βάρους που δίνεται στην πάλη των συναισθημάτων μέσα στο μυαλό της ηρωίδας

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Αγάπη, Πατριωτισμός, Γενναιότητα, Υπευθυνότητα, Ιστορία, Εκπαίδευση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Συγκλονιστική η σκηνή αγωνίας στο σπίτι, καθώς ο μεγάλος γιος Αχιλλέας λείπει και έξω ακούγονται πυροβολισμοί και ποδοβολητά από τους Άγγλους (σ.30-32). 

Συγκινητικές και οι προσπάθειες της μητέρας να κρατήσει τα παιδιά της μακριά από "μπελάδες"... δεν μπορεί ωστόσο παρά να ρίξει νερό στο κρασί της, όταν ο γιος τελικά ζητάει την ελευθερία του (σ.67): Αχ, ρε μάνα, ρε μάνα, σε παρακαλώ, βοήθησε να μη μου δυσκολεύει τη ζωή η τόση σου αγάπη!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Κι έτσι άρχισε η ιστορία. Μια ιστορία που είχα βαλθεί με όλη μου τη δύναμη να τη θάψω στα τρίσβαθα της ψυχής μου, να προσποιηθώ πως ποτέ δε συνέβη. Όμως κάποτε, ολωσδιόλου ξαφνικά, ζωντάνευαν όλα, η κάθε λεπτομέρεια, τα πώς, τα γιατί, τα διότι, οι διεκδικήσεις, οι αντεγκλήσεις, όλα, όλα. Έτσι, χωρίς καμία αιτία και αφορμή, μου παρουσιάζονταν ολοζώντανα μπροστά μου, μου παίδευαν τις νύχτες, μου ζητούσαν το λόγο. 

- Μη μου πεις ότι θα κάμεις επίσκεψη στους Εγγλέζους, είπε άγρια ο Αχιλλέας.

- Το αίμα του πετεινού μας είναι ακόμα στο πουκάμισό σου, είπα και κίνησα για το δωμάτιό μου.

- Μη μου αλλάζεις κουβέντα, είπα απειλητικά τώρα ο Αχιλλέας και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του υπνοδωματίου μου.

- Αύριο κλείνω τα δεκαπέντε και είμαι μεγάλη. Δε θα με ελέγχεις πια τι κάνω και τι δεν κάνω. Και δε σου επιτρέπω να με κατασκοπεύεις όταν μιλώ στο διάλειμμα με το συμμαθητή σου τον Αλέξανδρο. 

- Έχεις καταλάβει, κοκόνα μου [γιατί όταν θύμωνε ο Αχιλλέας, με έλεγε κοκόνα του; Πώς και δεν τον ρώτησα ποτέ μου;], τι γίνεται αυτή τη στιγμή στο νησί; Πήρες καθόλου είδηση; 

- Ό,τι γίνεται αυτή τη στιγμή στο νησί είναι μια μεγάλη απερισκεψία, μπήκε κι η μάνα μου στην κουβέντα φουρκισμένη. Κι αν εσύ συνεχίσεις να κάνεις το παλικάρι, λεβέντη μου, ο πατέρας σου θα χάσει τη δουλειά του και θα πεινάσουμε όλοι μας.

- Παρά να είμαι δούλος αυτών... αυτών των χέσηδων... αυτών των χαραμοφάηδων... που απομυζούν το αίμα των λαών, χίλιες φορές καλύτερα να πεθάνω από την πείνα, είπε ο Αχιλλέας. 

Ηχούσε τόσο αληθινή η φωνή του, είχε μια τέτοια λαχτάρα [λαχτάρα για τι, για ποιο πράγμα;], που δε μιλήσαμε, ούτε εγώ ούτε η Αιμιλία. Η μάνα μου ξέχασε τις συνηθισμένες αντιρρήσεις της. Πήγε να τον σταυρώσει τρεις φορές και είπε "Ο Θεός να φυλάει όλον τον κόσμο, παιδί  μου, και σένα μαζί". 

Θυμούμαι, πως εκείνο το απόγευμα ο πατέρας σχόλασε από το Κτηματολόγιο, όπου εργαζόταν, ενωρίς. Μας χαιρέτησε με μισή καρδιά, όπως μου φάνηκε, και βυθίστηκε στο διάβασμα της Ελευθερίας

- Γιάννη, είπε η μάνα μου ανήσυχη, έγινε τίποτε; 

- Οι Εγγλέζοι σκότωσαν δυο παλικάρια, είπε ο πατέρας. Το κακό ξεκίνησε...

- Και χίλιους δυο να σκοτώσουν, πάλιν δε θα το βάλουμε κάτω, άρχισε πάλιν να χειρονομεί ο Αχιλλέας. Γιατί καόμαστε και μοιρολογούμε; Είναι ήρωες αυτοί, ήρωες!

- Καημένοι γονιοί, κλαψούρισε η μάνα μου, καημένοι γονιοί!

"Σφάξε μας ούλους τσ ας γενεί το γαίμα μας αυλάτζιν
κάμε τον κόσμον ματζελειόν τσιαί τους Ρωμιούς τραούλλια
αμμά ξερε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τριακόσια παραπούλια!" 
[Απόσπασμα από το επικό ποίημα του Κύπριου εθνικού ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη]

- Πάρτε, διαβάστε, να ζεστάνει το αίμα σας λίγο, να σας φύγει τούτος ο φόβος των δούλων, γιατί δούλοι είσαστε όλοι... δούλοι, είπε ο Αχιλλέας αρπάζοντας από τη βιβλιοθήκη την Ενάτη Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη, που την είχε πάντα πρόχειρη και τελευταία τη διάβαζε συνέχεια. Δεν καταλαβαίνετε ότι τώρα, τώρα αρχίζουμε να υπάρχουμε ως λαός, να γράφουμε ιστορία;

- Η ιστορία δε γράφεται με το συναίσθημα, παρά με αμείλικτη λογική και σοβαρότητα! Ούτε οι Αγώνες γίνονται με τα μεγάλα λόγια, είπε ήρεμα και ο πατέρας. 

- Αν με αυτό εννοείς, πατέρα, ότι για ν' αποκτήσει κανένας την ελευθερία του, πρέπει πρώτα να κάνει χίλιες δυο συσκέψεις με χίλιους δυο αρτηριοσκληρωτικούς γέρους, τότε ξέχασέ το! Πάντα δούλοι θα κοιμόμαστε και δούλοι θα ξυπνούμε. Φαίνεται πως εντέλει η ελευθερία είναι υπόθεση μόνο εμάς των νέων.

- Εμένα, δεν είναι δική μου υπόθεση, είπε η Αιμιλία και κοίταξε σταθερά τον αδερφό μας. 

- Άνθρωποι σαν και σένα δεν πρέπει να λογαριάζονται, είπε σκληρά εκείνος. 

- Αυτό θα το δούμε στο τέλος της ιστορίας, αντιμίλησε εκείνη και έτρεξε στο δωμάτιό μας. Πρόφτασα όμως να δω τα μάτια της, που είχαν γεμίσει δάκρυα.

Σχόλιο
Έντονος συναισθηματισμός είναι διάχυτος σε όλο το έργο. Παρότι οι δραματικές σκηνές δεν αφθονούν, όταν τις συναντάμε είναι πραγματικά εξαιρετικές... οι εικόνες ζωντανεύουν μπροστά μας σαν να βρισκόμαστε σε κινηματογράφο. Με μεγάλη μαεστρία, η συγγραφέας καταφέρνει να συμπαρασύρει τις καρδιές μας να χτυπούν μαζί με αυτές των χαρακτήρων. Έτσι, πότε νιώθουμε τον ξέφρενο νεανικό ενθουσιασμό που δεν λογαριάζει τίποτα μπροστά στην ελευθερία, και πότε σταματάμε και αναρωτιόμαστε με αντιπολεμική ευαισθησία πού η "απερισκεψία" μπορεί να οδηγήσει (σ.106). Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος γραφής, τόσο σε ό,τι αφορά τον συνδυασμό των ντοπιολαλιών (κυπριακή διάλεκτος, ελληνικά Τουρκοκυπρίων αλλά και σπαστά καθαρευουσιάνικα των Άγγλων φιλελλήνων) όσο και σε σχέση με τις σκέψεις της συγγραφέως που εμφανίζονται σε αγκύλες, καθώς ουσιαστικά παραμιλάει, αναθυμούμενη πρόσωπα και καταστάσεις καθώς γράφει.

Η αναπηρία είναι αυτή τη φορά στην πλευρά του αντιπάλου, καθώς παράλυτος είναι ο γιος του Άγγλου συνταγματάρχη. Τι νιώθουμε άραγε για τον μισητό εχθρό όταν ταλαιπωρείται από ένα πρόβλημα υγείας; Τον κάνει αυτό λιγότερο αντιπαθητικό, και μπορεί ίσως να επηρεάσει τη γενικότερη θέση μας σχετικά με το ποιον πολεμάμε και γιατί;


Οι ρόλοι των δύο φύλων φαίνονται καθορισμένοι, ακόμα και αν στην οικογένεια επικρατεί κλίμα προοδευτικό, καθώς η κοινωνία στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα είναι παραδοσιακή. Ο πατέρας προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία του σε κάθε περίσταση, ενώ στη μάνα επιτρέπεται να συγκλονίζεται και να μας συγκλονίζει. Ο μεγάλος αδελφός προσέχει τις αδελφές του αλλά και τις περιορίζει, ενώ οι ίδιες είναι ελεύθερες να αισθάνονται αλλά όχι πάντα να αποφασίζουν για το τι θα πράξουν.

Σε σχέση με το θρησκευτικό συναίσθημα, συναντάμε δύο πόλους: από τη μια τη μητέρα που σε κάθε ευκαιρία "καπνίζει" (θυμιατίζει) κόρες και σπίτι, προσπαθώντας να ξορκίσει το κακό, και από την άλλη την αφηγήτρια και το νεαρό Άγγλο που αμφιβάλλουν άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο ανοιχτά για τη λειτουργία της θείας Πρόνοιας.

Για όσους ενδιαφέρονται, να σημειώσουμε ότι στο κείμενο γίνεται αναφορά τόσο σε παιδικά βιβλία της εποχής (σ.61-63) όσο και σε παραδοσιακά κυπριακά εδέσματα (σ.75).


Η αγάπη της συγγραφέως για την αρχαία ελληνική κληρονομιά θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς κάνει την εμφάνισή της με διάφορους τρόπους: από τα ονόματα των χαρακτήρων (Αχιλλέας, Αθηνά, Αλέξανδρος), τις παρομοιώσεις (αυτό το παλικάρι είναι σαν αρχαίος Έλληνας θεός) και τον φιλελληνισμό των Άγγλων, μέχρι τη βαρύτητα που προσδίδεται στην σχολική παράσταση του Αγαμέμνονα, η οποία ουσιαστικά διατρέχει με την προετοιμασία της ολόκληρο το έργο. Για τους φίλους της αρχαίας τραγωδίας, το συγκεκριμένο έργο του Αισχύλου (πρώτο μέρος της τριλογίας "Ορέστεια") ανεβαίνει από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης αύριο (2 Σεπτεμβρίου) στο Ηρώδειο.
σκηνή από ανέβασμα του Αγαμέμνονα το 2001 (πηγή)

Χρήση στην τάξη
Εκτός από την αξία του ως κειμένου, το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να γίνει αφορμή για να συζητήσουμε με τα παιδιά σε μια πιο ανθρώπινη βάση το κυπριακό πρόβλημα, όπως αυτό παρουσιάζεται στην ύλη της Ιστορίας της Στ'. (σελ. 225)

Share/Bookmark

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ένα σακί μαλλιά



Υπόθεση
Σ' ένα νησάκι της άγονης γραμμής, το έργο του λιμανιού μένει χρόνια ανολοκλήρωτο, εξαιτίας της προσωπικής κόντρας του κοινοτάρχη με τον μπακάλη και συνδιεκδικητή της τοπικής εξουσίας. Κι εκεί που όλα δείχνουν ότι ποτέ δε θα μπορέσει να τους πλησιάσει πλοίο, ο 6χρονος Γιωργαρέλλος με τη στάση του απέναντι στο πρόβλημα ενός συμμαθητή του, δίνει στους μεγάλους ένα μάθημα ζωής και αλληλεγγύης, κάνοντας την κόντρα τους να μοιάζει απλώς ανόητη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Παντελής Καλιότσος
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-360-702-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996
Σελίδες: 184
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Αρκετά ανάλαφρο, συγκινητικό διήγημα, βασισμένο σ' ένα πραγματικό γεγονός. Με εξαίρεση τους ναυτικούς όρους (για τους οποίους υπάρχει γλωσσάρι στο τέλος) και κάποιες ιδιαίτερες εκφράσεις (π.χ. ευδαιμονικά ανυπόφορη σ.110) η γραφή είναι σχετικά απλή. Το ύφος έχει αρκετά στοιχεία θεατρικότητας και η λαϊκή γλώσσα με την οποία εμπλουτίζονται οι διάλογοι των επαρχιωτών, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στο κείμενο. Πρόβλημα με τη σαφήνεια δεν υπάρχει, καλό είναι ωστόσο όσοι καταπιαστούν με το βιβλίο να έχουν κάποια εμπειρία, καθώς εκτός των άλλων η κυρίως δράση αρχίζει μετά τη σελ. 125. Κάποια προσοχή ίσως χρειαστεί επίσης στο παιχνίδι που κάνει ο συγγραφέας με τους χρόνους, αφού σε κάποιες περιπτώσεις πεταγόμαστε μπροστά από τη διήγηση για να επιστρέψουμε λίγο αργότερα και να ξαναδούμε τα πράγματα αναλυτικότερα. Τα περισσότερα κεφάλαια δεν ξεπερνούν τις 10 σελίδες, όμως δεν υπάρχουν τίτλοι ούτε και αρίθμηση, κάτι που δεν κάνει τα πράγματα ευκολότερα για τους πιο μικρούς. Έτσι κι αλλιώς τα τυπογραφικά και η στοίχιση απευθύνονται σε παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού, ενώ η εικονογράφηση έχει αρκετά περιορισμένο ρόλο, αφού μας δίνει λιγοστά (και μάλιστα επαναλαμβανόμενα -δύο, τρεις, ακόμα και τέσσερις φορές) μικρά σκίτσα, που τα βρίσκουμε στο κλείσιμο των κεφαλαίων.

Προτείνεται σε μαθητές Ε' και Στ' τάξης και σε παιδιά γυμνασίου, ενώ ιδιαίτερα θα συγκινήσει τους ευαισθητοποιημένους σε ζητήματα απώλειας (ο μικρός Γιωργαρέλος ωριμάζει απότομα από τότε που χάνει τον πατέρα του) και αλληλεγγύης προς ανθρώπους με προβλήματα υγείας.
Ο παρδαλός θίασος των χαρακτήρων που ζωντανεύουν χάρη στη δημιουργικότητα του συγγραφέα, εκφράζεται αρκετά ελεύθερα, οπότε όλο και κάποια "κακιά" λέξη μπορεί να συναντήσετε (σ.13, 15, 33, 74, κ.ά.) μέσα στα χωρατά και τις υπερβολές των νησιωτών. Επίσης, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το βιβλίο μοιάζει να χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο, μέχρι περίπου τη σελ. 125, γνωρίζουμε τους χαρακτήρες και τον τόπο που συμβαίνουν τα γεγονότα. Στο δεύτερο, που είναι και το πιο ενδιαφέρον, ξεδιπλώνεται η βασική ιστορία. Εκεί μας περιγράφεται και το γεγονός που ενέπνευσε τον συγγραφέα για να γράψει το βιβλίο. Δεν στάθηκε δυνατό να εντοπίσω το συγκεκριμένο συμβάν που αναφέρεται, βρήκα όμως μια παρόμοια ιστορία αλληλεγγύης, η οποία συνέβη πρόσφατα, κάπου στην Ουαλία. Τον ίδιο δρόμο συμπαράστασης ακολουθούν και ενήλικοι, όπως κάποιες γυναίκες στη Ν. Αφρική, ένας πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, και ένας δάσκαλος στο Ιράν! Το πιο πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από το Xenion High School στο Παραλίμνι της Κύπρου, όπου οι μαθητές ξύρισαν τα κεφάλια τους για να συμπαρασταθούν σε 12χρονο συμμαθητή τους που υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία. Πάντως η εικόνα είκοσι κουρεμένων γουλί ανθρώπων που μπαίνουν σε ένα σχολείο (στο βιβλίο σ.162-3) θα μπορούσε με διαφορετικά συμφραζόμενα να βρίσκεται στον αντίποδα της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς...
Η πένα του Καλιότσου φαίνεται να έχει ιδιότυπο χιούμορ... κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι στον αναγνώστη και αρνείται να συνταχθεί γραμμικά: Όπως ακριβώς ο Περγάμαλλης, ο κουρέας που  δεν συνηθίζει να κάνει διάκριση ανάμεσα σοβαρού και αστείου (σ.92), έτσι και ο συγγραφέας, εκεί που γράφει για ένα θέμα σοβαρό για όπως τον μακαρίτη πατέρα του Γιωργαρέλου (σ.47), μας θυμίζει από το πουθενά μια διαφήμιση για οδοντόπαστα! Εκπλήξεις περιμένουν και τους ήρωες, αλλά άλλου είδους. Όταν το σχέδιο του μικρού Γιωργαρέλου αποκαλύπτεται, πολλοί ξαφνιάζονται ευχάριστα και συνειδητοποιούν ότι η ανθρωπιά μπορεί να φωλιάζει ακόμα και στις μικρότερες καρδιές. Είναι ικανό ένα παιδάκι έξι χρονώ να το σκεφτεί έτσι; αναρωτιέται ο ψαράς (σ.153). Και βέβαια είναι!
Ζωόφιλος όπως ο Γιωργαρέλος, ο μικρούλης Luiz μας δίνει με τη σειρά του μαθήματα
Αξίες - Θέματα
Αλληλεγγύη, Χιούμορ, Ζωοφιλία, Συνεργασία, Απώλεια, Αναπηρία, Εκπαίδευση, Απόκριες

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Το σφύριγμα της «Ανεμόεσσας» ακούστηκε.
Ο καπετάνιος μίλησε στο ραδιοτηλέφωνο.

- «Ανεμόεσσα» καλεί Χορευτό Λαλάρι… «Ανεμόεσσα» καλεί Χορευτό Λαλάρι… Ακούει κανείς; Τέλος.

- Έλα, καπετάνιε, το Χορευτό Λαλάρι ακούει, όβερ.

- Με τον κοινοτάρχη μιλάω; Άκου, Πυροφάνη. Θα κατεβάσω έναν δικό σας. Ετοίμασέ μου ένα βραστόψαρο και στείλ’ το με το Θανάση. Ροφουδάκι, αν έχεις, ίσαμε πέντε κιλά. Μ’ άκουσες; Τέλος.

- Έχω μεγάλο ροφό, καπετάνιε. θα σου στείλω σκορπίνες, όβερ.

- Εντάξει, στείλε μου δυο μεγάλες. Θα κατεβάσω τη σκάλα και θα φύγω αμέσως, τέλος.

- Εδώ έχουμε μπονάτσα, μπορείς και να πιάσεις, όβερ.

- Εμένα μου λες; Δώσε μου το Χράπαλο, τέλος.

- Δε σ’ άκουσα, είπες τίποτα; Όβερ.

- Θέλω να μιλήσω στο Χράπαλο, τέλος.

- Κάποιος μπαίνει στη γραμμή, όβερ.

- Δώσε μου, λέω, το Σταμάτη Χράπαλο, τον μπακάλη, τέλος.

- Δε σ’ ακούω, έχει παράσιτα, όβερ.

- Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. μ’ άκουσες τώρα;

- Σ’ άκουσα, όβερ.

- Εντάξει, κατάλαβα. Κλείνω, τέλος.

Ο αέρας είναι πεσμένος. Ξανακούστηκε το βαρύτονο σφύριγμα. Πριν ακόμα εμφανιστεί το καράβι στα Κρεμαστά Νερά, μια μικρή βάρκα με κουπιά απομακρύνεται από το μόλο. Ο Θανάσης κωπηλατεί όρθιος, για να συναντήσει την «Ανεμόεσσα». Από τη δυσαρεστημένη φυσιογνωμία του καταλαβαίνει κανείς ότι τα ‘χει μ’ όλο τον κόσμο. Σίγουρα αυτός δεν υποστηρίζει κανένα κόμμα.

Είναι Σάββατο απόγευμα. Η θάλασσα σηκώνει μικρά αντιμαχόμενα κυματάκια. Μερικοί παρακολουθούν τις μανούβρες. Αφού σταθεί λίγο η «Ανεμόεσσα», ξαναφεύγει με το αποχαιρετιστήριο της σφύριγμα, ενώ η βάρκα ξαναγυρίζει μ’ έναν επιβάτη στην πρύμνη. Κάμποσα παιδιά την περιμένουν στην άκρη του μόλου.

Από ώρα είναι καθισμένα εκεί τα παιδιά και κουβεντιάζουν ήσυχα. Ο καθένας έχει να ει για κάτι που διάβασε ή άκουσε ή είδε στην τηλεόραση. Ο ένας κάτι βρήκε, ο άλλος κάτι σκέφτηκε. Το ‘να θέμα φέρνει τ’ άλλο. Όταν η συζήτηση αφορά τα μαθήματα και τους δασκάλους και τους άλλους γνωστούς, δεν υπάρχουν έντονες διαφωνίες. Ανάβει όταν μιλούν για παιχνίδια. Ο Γαβρήλος με τον Καζανόβα κάθονται πλάι πλάι κι ονειρεύονται διακοπές. Ύστερα μιλάνε για χαρτζιλίκια και δώρα. Αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση, γιατί έχει μέσα πολλά σχέδια. Είναι πολλοί αυτοί που στερούνται και το κουλούρι τους, που λέει ο λόγος, για να μαζέψουν λεφτά ν’ αγοράσουν ποδήλατο ή κάτι τέτοιο. Ο Στρατηγός έχει ένα πιο φιλόδοξο σχέδιο: άμα πάρει, λέει, τη σύνταξή του (απ’ το στρατό ή απ’ το σχολείο, το ίδιο κάνει), θα πάει στο Μέγα Νησί να δουλέψει βοηθός σερβιτόρου, για να πάρει μηχανάκι. Το άλλο καλοκαίρι σίγουρα θα κυκλοφορεί με μηχανάκι…

Το πρώτο μοναχικό αστέρι απέναντί τους αρχίζει να λάμπει δειλά. Εσπερινός… Βραδιάζει σιγά σιγά…

Ο Γαβρήλος θαυμάζει το σύμπαν τη νύχτα. Καθώς αρχίζουνε με την ευκαιρία μια μεγάλη συζήτηση για να μυστήρια του σύμπαντος, ο Γαβρήλος ακούει εκστατικός τους σοφότερους κι έξαφνα αποφασίζει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει. Το αποφάσισε τούτο το βραδάκι, καθισμένος με τους φίλους του στην άκρη της θάλασσας. Δε θα το πει σε κανέναν, ώσπου να το σκεφτεί καλά την υπόλοιπη νύχτα. Φοβάται μήπως άργησε κιόλας, μήπως τον πήραν τα χρόνια, γι’ αυτό λέει στον Καζανόβα ότι δε θ’ αφήσει το ερχόμενο καλοκαίρι να πάει χαμένο. Θα κάνει ιδιαίτερο μάθημα με το δάσκαλο ή με την κυρία Διονυσία.

- Εσύ σκέφτηκες τίποτα; τονε ρωτάει μετά.

- Α πα πα!... κάνει με απέχθεια ο Καζανόβας. Ανατριχιάζω και μόνο που το ακούω, ότι το καλοκαίρι θα βλέπεις δασκάλους. Δε σου φτάνει ο χειμώνας;

Πιο πέρα ο Γιάννης ο Λήσταρχος μ’ ένα φίλο του δεν ασχολούνται καθόλου με τον ουρανό. Ψαρεύουνε μπαλαδάκια με το καλάμι και κοιτάνε μόνο το φελλό, αν τσιμπάει. Τώρα δεν καλοφαίνεται ο φελλός, κι αρχίζουν να τα μαζεύουν.

Μια μάνα ακούγεται απ ‘ τα πρώτα σπίτια, που φωνάζει το γιο της. Ανάβουν ένα ένα τα φώτα, το μουράγιο ερημώνει. Έμειναν τελευταίοι οι Φάνης με τον Αριστείδη να συνεχίζουνε τη συζήτηση, μέχρι την ώρα που ο ουρανός γέμισε άστρα. Όπως κάθε φορά, δε χώριζαν εύκολα. Είχαν πολλά για συζήτηση. Πριν ακόμα εξαντληθεί το ένα ζήτημα, άρχιζε τ’ άλλο. Κι αν αποφάσιζαν κάποτε να χωρίσουν, έλεγε ο ένας: «Θα σε πάω λίγο πιο πέρα». Εκεί είχε ξεφυτρώσει άλλο θέμα, κι ερχότανε η σειρά του άλλου να πει: «Θα σε πάω λίγο πιο πέρα». Εκεί άλλο θέμα ξεφύτρωνε και, τέλος πάντων, θα μπορούσε το πέρα δώθε να κρατήσει ως το πρωί, εφόσον το ‘να θέμα φέρνει τ’ άλλο και τίποτα δεν τελειώνει.

Αύριο δεν έχει σχολείο. Τώρα λοιπόν η συζήτησή τους κατέληξε σ’ ένα σχέδιο για αυριανό ψάρεμα πιο πέρα απ’ τα Κρεμαστά Νερά, σε νερά σχεδόν άγνωστα. Με την ευκαιρία αυτή μάλιστα θα συνέχιζαν και τη χαρτογράφηση.

Αφού κανόνισαν για τα διάφορα σύνεργα, μπλοκ, μολύβια, μέτρα, καθώς και τα ψαρικά, δώσανε ραντεβού ξημερώματα.

- Τι θα πεις στο γέρο σου; ρώτησε ο Φάνης.
- Θα το σκεφτώ. Το πολύ πολύ να φύγω σκαστός, μ’ ένα σημείωμα, για να μη με ψάχνουν .

- Μην του πεις ότι πάμε μαζί και βρω κάναν μπελά, όπως την άλλη φορά. Ραντεβού στο νεκροταφείο στις έξι, εντάξει; Για δόλωμα θα πάρω απ’ το γέρο μου καμιά σουπιά και γαριδούλα.

- Εγώ θα βουτήξω κοπανιστή. Σπάει μύτη. Οι κέφαλοι και τα μελανούρια θα τσιμπάνε σαν τρελά.

- Ω ρε μάνα μου, τι έχει να γίνει! Θα τα ταράξουμε!!

- Για τη βυθομέτρηση θα φτιάξω ειδική πετονιά.

- Θα υπολογίσουμε και το ύψος των Κρεμαστών με το μολύβι και τη σκιά, όπως μας έμαθε ο δάσκαλος.

Ο Αριστείδης έκανε να φύγει, αλλά στάθηκε γιατί κάτι σκέφτηκε:
- Εμείς τι θα φάμε, ρε Φάνη; Αν ψαρεύουμε ολημέρα, θα λυσσάξουμε στην πείνα.

- Ψωμοτύρι κι εμείς.

- Θα πάρω και λίγο σαλαμάκι κι ελιές. Αρκεί να μην βρέξει. Φεύγω αμέσως, άντε γεια. Πάω ν’ ακούσω μετεωρολογικό.

Έκανε να τρέξει, αλλά κάτι θυμήθηκε πάλι:
- Τι θα γίνει όμως αν πει ότι βρέχει;

- Τίποτα δε θα γίνει. Βρέξει χιονίσει, εμείς θα πάμε για ψάρεμα!

- Γεια σου, ρε μάγκα Φάνη! Έτσι σε θέλω!...

Χώρισαν ευτυχισμένοι.
Προβληματισμοί για συζήτηση
...και φωνάζω "κούι κούι"
Μια κλασική απορία των παιδιών, είναι αν ο Θεός μπορεί στ' αλήθεια να ακούσει τις προσευχές τους και να πραγματοποιήσει τα όσα εύχονται. Η παράδοση (θυμόμαστε και το τραγουδάκι του Αϊ-Βασίλη) λέει πως βασική προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι να διαθέτουν αθώα καρδιά, καθαρή συνείδηση και καλή συμπεριφορά, που δεν είναι και το δυσκολότερο πράγμα για ένα παιδί. Ο Γιωργαρέλος πάντως φαίνεται τα έχει όλα αυτά, αφού και τις τέσσερις φορές (σ. 133, 134, 137, 172) που επικαλείται τη θεία βοήθεια, την έχει "στο τσεπάκι". Εντάξει, μάνα, μη στενοχωριέσαι. Θα πω του Θεού να κάνει καλό καιρό. καθησυχάζει τη μητέρα του.

Τι γίνεται όμως αν κάποιος μικρός αναγνώστης διαβάσει την ιστορία, επικαλεστεί τη θεία βοήθεια για ένα πρόβλημά του και δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση; Θα πιστέψει ότι δεν είναι αρκετά έτοιμος και θα συνεχίσει να ελπίζει όπως συνέβαινε τον παλιό καιρό ή θα εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια;
Χρήση στην τάξη
Ένα από τα πιο αγαπημένα έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, είναι το πέταγμα του χαρταετού (προσωπικά προτιμώ την ταραμοσαλάτα). Στο βιβλίο θα συναντήσουμε ολόκληρη ανάλυση (σ.104-105) για δύο βασικά είδη αετών που συναντάμε στον τόπο μας: τους φρόνιμους, πολυγωνικούς που λέγονται και "κοκκόνες" και τους ημικυκλικούς ή "αρμενάκια", που είναι πολύ πιο ζόρικοι στη χρήση, αλλά προσφέρουν περισσότερο θέαμα και βέβαια κύρος στον χειριστή. Στο εξωτερικό βέβαια μπορούμε να συναντήσουμε πολύ περισσότερα είδη αφού ο χαρταετός δεν είναι ελληνική επινόηση. Εδώ κι εδώ θα βρείτε οδηγίες για το πώς να κατασκευάσετε δικούς σας χαρταετούς, ενώ εδώ κι εδώ θα μάθετε λίγα πράγματα για την ιστορία τους και τη (μικρή) σχέση τους με την αρχαία Ελλάδα.
Μπορούμε επίσης, με αφορμή την υπέρβαρη οικογένεια του μπακάλη, να μιλήσουμε στην τάξη για το ζήτημα της παιδικής παχυσαρκίας, τα προβλήματα υγείας που μπορεί να προκαλέσει, αλλά και την σύνδεσή του με την παγκόσμια ανισότητα και το άδικο μοίρασμα των πόρων στον πλανήτη μας. Εδώ μπορείτε να βρείτε την παρουσίαση μιας έρευνας για την παχυσαρκία από το 6ο ΕΠΑΛ Ηρακλείου και να εμπνευστείτε έτσι για την πραγματοποίηση αντίστοιχης έρευνας στο δικό σας σχολείο.

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Ένας κήπος στην τάξη μας


Υπόθεση
Ο Στέλιος και οι συμμαθητές του είναι ενθουσιασμένοι, καθώς από φέτος που ξεκινάει η τρίτη τάξη, πιστεύουν πως επιτέλους θα μετακομίσουν στον επάνω όροφου του σχολείου! Όταν όμως φτάνουν στο σχολείο, μαθαίνουν πως η τάξη τους θα παραμείνει στο ισόγειο, αφού ο Στέλιος κινείται με αναπηρικό καροτσάκι και δεν μπορεί να ανεβαίνει σκάλες. Μετά από έναν λανθασμένο χειρισμό του δασκάλου, όλοι στρέφονται κατά του Στέλιου, θεωρώντας τον υπεύθυνο για την διάψευση των προσδοκιών τους. Εκείνος τότε σταματάει να πηγαίνει στο σχολείο, κλείνεται στο σπίτι του απαρηγόρητος και παριστάνει τον αδιάθετο για μέρες. Μπορούν άραγε οι συμμαθητές του να διορθώσουν το λάθος τους και να βοηθήσουν στο να ξεπεραστεί αυτή η δύσκολη κατάσταση;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός 
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσαμπαλή - Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-453-693-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 71
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Ένα ανθρώπινο διήγημα, αφιερωμένο στη διαφορετικότητα και την αναπηρία, γραμμένο με τρυφερότητα κι ευαισθησία. Η έκφραση, ακόμη κι αν κάποιες φορές τείνει λίγο προς το εξεζητημένο, είναι αρκετά σαφής και δεν δυσκολεύει τους αναγνώστες. Η προσεγμένη επιμέλεια, με μεγάλα τυπογραφικά και ένθετες εικόνες σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα, επιτρέπει το ξεκούραστο διάβασμα, ακόμα και από μικρότερα παιδιά. Η εικονογράφηση είναι έγχρωμη, χαριτωμένη, και σε κάποια σημεία αρκετά βοηθητική προς το κείμενο, αν και περισσότερο περιορίζεται σε διακοσμητικό ρόλο. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει καθόλου, αυτό όμως μάλλον δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς το διήγημα είναι μικρό. Στη σελίδα των εκδόσεων Ψυχογιός, μπορείτε να βρείτε έξι δραστηριότητες που ετοίμασε η Έλενα Αρτζανίδου για την παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου στους εκπαιδευτικούς της Λέσχης Ανάγνωσης "Αχιλλέας Καψάλης", και επιπλέον τέσσερις ασκήσεις κάπως γενικότερου χαρακτήρα.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Δ'και Ε' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που ενδιαφέρονται για τα θέματα που θίγει, όπως π.χ. η αναπηρία  (βλ.και το ζωντανό ρομπότ).

Το κείμενο έχει αρκετές όμορφες σκηνές, δοσμένες με τρόπο ιδιαίτερο. Προσωπικά συμπάθησα περισσότερο εκείνη στις σελίδες 14-15, όπου με λυρισμό μας περιγράφεται το πώς τα παιδιά μαζεύονται στις γειτονιές για να πάνε σχολείο την πρώτη μέρα του αγιασμού. Στο επίκεντρο βρίσκονται διαρκώς οι σκέψεις του πρωταγωνιστή, όπως και τα συναισθήματά του. Οι αναγνώστες έτσι συμπάσχουν με τον ήρωα και μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην αγωνία, την ντροπή ή τη χαρά του. Μια και αναφερόμαστε στα συναισθήματα, να συμπληρώσουμε ότι η συγκινησιακή φόρτιση του Στέλιου όταν μαθαίνει πως η αναπηρία του είναι η αιτία που η τάξη του δεν θα αλλάξει αίθουσα (σ.16-25), παρατηρούμε ότι κλιμακώνεται με μεγάλη φυσικότητα, στοιχείο που δεν συναντάμε συχνά σε σύγχρονα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας.

Από την ιστορία δε λείπουν ωστόσο και λιγότερο ρεαλιστικά στοιχεία. Ο δάσκαλος ας πούμε, που αναγνωρίζει το λάθος που έκανε, μοιάζει λίγο εκτός (ελληνικής) πραγματικότητας - όπως άλλωστε και οι γονείς που επιμένουν ότι το φταίξιμο είναι δικό τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναδεικνύεται έστω και έτσι, η ανάγκη για στενότερη συνεργασία ανάμεσα στο σπίτι και το σχολείο (κάποιοι καθηγητές μας θυμάμαι να το ανέφεραν ως ολιστική προσέγγιση). Κάτι που επίσης φαντάζει ξένο -προς τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα-, είναι το σημείο όπου ο μικρός πρωταγωνιστής δεν λέει αυτό που του ήρθε στο μυαλό, επειδή το έχουν ήδη αναφέρει οι συμμαθητές του (βλ. τέλος του αποσπάσματος). Μπορεί με τον τρόπο αυτό η συγγραφέας να θέλει να μας υπογραμμίσει την ωριμότητα του Στέλιου, όμως προσωπικά δεν έχω γνωρίσει ποτέ μαθητή της Γ' δημοτικού να μη μιλάει επειδή αυτό που έχει να πει είναι "περιττό" και η ουσία του έχει προαναφερθεί!

Διακειμενικά, το θέμα "παιδί με πρόβλημα υγείας αρνείται να επιστρέψει στο σχολείο και οι συμμαθητές του αναζητούν τρόπο να τον ενισχύσουν ψυχολογικά" μας θυμίζει κάπως το Ένα σακί μαλλιά, του Παντελή Καλιότσου. Στην περίπτωση όμως εκείνη, οι ενέργειες των φίλων έχουν περισσότερο μυστικό χαρακτήρα, ενώ δεν γίνεται και χρήση επιχειρημάτων για να πεισθεί να γυρίσει στο σχολείο.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αναπηρία, Φιλία, Διάλογος, Περιβάλλον, Εκπαίδευση, Οικογένεια.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Οι ακτίνες, στις ρόδες του καροτσιού,
άστραφταν κάτω απ’ το ζεστό φθινοπωρινό
ήλιο. Η διαδρομή απ’ το σπίτι στο σχολείο
με το καροτσάκι κάθε μέρα δεν ήταν εύκολη
υπόθεση. Όχι ότι η απόσταση ήταν ιδιαίτερα
μεγάλη, όπως και να ‘χε όμως χρειαζόταν
δυνατά, ακούραστα χέρια για να γυρίζουν
ασταμάτητα για δέκα λεπτά τις μεγάλες ρόδες του.
Το πράγμα δυσκόλευε όταν σε κάποια σημεία
της διαδρομής έκαναν την εμφάνισή τους εκείνες
οι ενοχλητικές λακκούβες –συνήθως ύστερα από
κάποια δυνατή βροχή- ή τα στραπατσαρισμένα
πεζοδρόμια που έμοιαζαν λες και κάποιος
σκάλισε τις πλάκες τους…

Όμως ο Στέλιος δεν το έβαζε κάτω. Τι κι αν
οι γονείς του προσπαθούσαν να τον πείσουν
πως θα ήταν ευκολότερο για εκείνον αν τον
πήγαιναν στο σχολείο με το αυτοκίνητο,
τουλάχιστον τις βροχερές μέρες; Ο Στέλιος
δε σήκωνε κουβέντα. Ο πρωινός περίπατος από
το σπίτι για το σχολείο ήταν αληθινή ιεροτελεστία
που κρατούσε χρόνια τώρα, απ’ το νηπιαγωγείο
ακόμη: κάθε πρωί ξεκινούσε με την Αλέκα και
τον Μιχάλη, και στο δρόμο συναντούσαν και
άλλους μαθητές από μεγαλύτερες ή μικρότερες τάξεις.
Έκαναν αστεία, μιλούσαν για ποδόσφαιρο, έλεγαν
λίγα για τα μαθήματα και βέβαια δεν ξεχνούσαν
να αναφέρουν τα πιο περίεργα, αστεία και
«πικάντικα»γεγονότα των προηγούμενων ημερών:
ήταν αλήθεια πως ο Σπύρος έφυγε άρον άρον
απ’ το μάθημα επειδή πονούσε η κοιλιά του
ή ήταν πάλι κόλπο γιατί είχε ξεχάσει να μάθει
την ορθογραφία; Αγαπούσε ακόμη ο Ραφαήλ τη Μαρία;
Της έδωσε επιτέλους της σοκολατένια καρδιά
ή ντράπηκε για τρίτη φορά και την έφαγε μόνος του;

Έχοντας πει λοιπόν χίλια πράγματα και περιμένοντας
τα διαλείμματα για να πουν άλλα τόσα, περνούσαν τη
θαλασσιά σιδερένια αυλόπορτα του σχολείου πάντα
λίγο προτού χτυπήσει το κουδούνι. ήταν δυνατό λοιπόν
ο Στέλιος να τα χάνει όλα αυτά επειδή έτυχε να γεννηθεί
με μια ιδιαιτερότητα στα πόδια του που δεν του επέτρεπε
να περπατά όπως τα περισσότερα παιδιά; Όχι βέβαια!
Και σε αυτό συμφωνούσαν και η Αλέκα και ο Μιχάλης,
και όλα τα παιδιά της τάξης τους, που μάλωναν για το
ποιος θα κυλά το καροτσάκι όταν ο Στέλιος κουραζόταν.
Κι εκείνος, που ένιωθε ευγνωμοσύνη, δεν τους ξεχνούσε
ποτέ, ούτε στα μαθηματικά ούτε στην ορθογραφία όπου
ήταν πραγματικά αστέρι. Όλο και έβρισκε τρόπο να
σπρώχνει την κόλα του πιο δεξιά χωρίς να παίρνει είδηση
ο δάσκαλός τους, για να βοηθάει όποιον είχε μπλεχτεί με
τις προσθέσεις, τις αφαιρέσεις και τα πέντε «ι» του
ελληνικού αλφαβήτου.

«Καλή χρονιά!» ακουγόταν στις γειτονιές γύρω από
το σχολείο. Ακόμη μία σχολική χρονιά ξεκινούσε.
Ο αγιασμός είχε γίνει την προηγούμενη μέρα.
Τα βιβλία όμως δεν είχαν μοιραστεί και οι τσάντες,
πεντακάθαρες αλλά άδειες, έστεκαν στις πλάτες έτοιμες
να δεχθούν το βαρύ αλλά πολύτιμο φορτίο. Καθαρά
μπουμπουκένια πρόσωπα, μυρωδάτα και καλοχτενισμένα,
διέσχιζαν μ’ ένα πελώριο χαμόγελο τις γειτονιές·
με το χαμόγελο που φωτίζει κάθε αρχή.

Χαρούμενες φωνές αντηχούσαν σε όλους τους δρόμους.
Μανάδες, γιαγιάδες, θείες και γειτόνισσες εύχονταν και
καμάρωναν. Καμάρωναν και εύχονταν.

- Καλή χρονιά! φώναξε στον Στέλιο, στην Αλέκα και
στον Μιχάλη η κυρία Ελένη, η μαμά του Ανέστη, που
ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος και φέτος θα πήγαινε στην
τετάρτη τάξη. Άντε, από φέτος κι εσείς μεγαλώνετε.
Δε θα είστε πια τα μικράκια του σχολείου.
Ποιος σας πιάνει τώρα!

- Ναι, φέτος θα ανέβουμε επάνω! Στην αίθουσα της τρίτης τάξης!
είπε με περηφάνια η Αλέκα.

- Στους μεγάλους! φώναξε και ο Μιχάλης.

«Επιτέλους στους μεγάλους», ήθελε να πει και ο Στέλιος.
Μα δεν το είπε. Ήταν περιττό. Την ουσία την είχαν πει
η Αλέκα και ο Μιχάλης. Και η ουσία ήταν πως φέτος θα
ανέβαιναν επάνω.

Προβληματισμοί για συζήτηση     
Υπευθυνότητα
Διαβάζοντας την ιστορία, βλέπουμε να προβάλλονται έμμεσα δύο μάλλον συγκρουόμενες θέσεις για την υπευθυνότητα. Στο ξεκίνημα (σ.9), μας περιγράφεται με συμπάθεια το πώς ο Στέλιος, γεμάτος ευγνωμοσύνη για τους συμμαθητές του που του σπρώχνουν το καρότσι, σπρώχνει κι εκείνος την κόλλα του πιο δεξιά στα τεστ, ώστε οι φίλοι του να μπορούν να αντιγράφουν. Σίγουρα όχι πολύ υπεύθυνη πρακτική, αφού με τον τρόπο αυτό τους δίνει κίνητρο να αναζητήσουν την εύκολη λύση, δεν επιτρέπει στον δάσκαλο να εντοπίσει τις ελλείψεις τους και να τους βοηθήσει, ενώ επιπλέον εκθέτει τον εαυτό του και τους φίλους του σε πιθανό έλεγχο. Αν θέλουμε μάλιστα να το τραβήξουμε λίγο περισσότερο, μπορούμε με απλούς συνειρμούς να φανταστούμε τα προβλήματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει το σύστημα "μου δίνεις - σου δίνω" όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικοι (βλ. 6η πτέρυγα Κορυδαλλού - "VIP").

Στη συνέχεια μια άλλη, πιο υπεύθυνη υπευθυνότητα, παίρνει σάρκα και οστά, όταν οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση του νεαρού Στέλιου, προσπαθούν να αναλάβουν την ευθύνη για τα γεγονότα (σ.39-44):

(σ.39) μαμά: Πώς δεν το σκέφτηκα; Εγώ φταίω!
(σ.42) δάσκαλος: Είμαι ασυγχώρητος! Για να μην πω τίποτα χειρότερο για τον εαυτό μου...
(σ.42) γονείς: Είναι και δικό μας το λάθος! (...) Εμείς φταίμε...
(σ.43) δάσκαλος: Μην τα βάζετε με τον εαυτό σας! Ήταν δική μου απερισκεψία!
(σ.44) διευθυντής: Ήταν αμέλεια όλων μας!


Οι παραπάνω φράσεις συγκεντρωμένες, καταλήγουν σ' έναν μάλλον αστείο διάλογο, με τον ζήλο των "ανταγωνιζόμενων" να θυμίζει σκετσάκι των Monty Python. Φτάνουμε λοιπόν στο αντίθετο άκρο απ'όπου ξεκινήσαμε, με τους χαρακτήρες σχεδόν να τσακώνονται για το ποιος φταίει (σύνηθες), προσπαθώντας όμως να ρίξουν το φταίξιμο στον εαυτό τους (λιγότερο σύνηθες). Αν αφήσουμε βέβαια την κωμική πλευρά του πράγματος, κάπου εδώ ίσως μπορούμε να θυμηθούμε τη φράση από την Ασκητική του Καζαντζάκη:
Ν' αγαπάς την ευθύνη. 
Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης.
Πάταξον μεν
Στις σελίδες 58-60, οι συμμαθητές του Στέλιου τον επισκέπτονται στο σπίτι του για να τον πείσουν να επιστρέψει στα μαθήματα. Παραθέτοντας μια σειρά από λογικά επιχειρήματα, καταφέρνουν να κλονίσουν την πίστη του ότι οι επάνω αίθουσες είναι καλύτερες από τις κάτω, και πως η τάξη δεν ζημιώθηκε από τη μη μετακινησή της. Συγκεκριμένα του αναφέρουν ότι στις κάτω αίθουσες έχουν περισσότερο διάλειμμα, ότι χάνουν κάποια λεπτά μάθημα, αλλά και πως βρίσκονται μακριά από το "στόμα του λύκου" -το γραφείο του διευθυντή. Αφήνοντας τη λογική να πετύχει το στόχο της, οι επισκέπτες του προχωρούν στο συναισθηματικό μέρος της φιλικής τους επίθεσης. Ανακοινώνουν στον Στέλιο ότι χρειάζονται τη βοήθειά του, καθώς η τάξη τους μετακινήθηκε σ' έναν νέο χώρο, στο σπίτι του κηπουρού. Εκεί, τους επιτρέπεται να φυτέψουν βολβούς και φυτά και να περιποιηθούν πολλά μικρά ζωάκια (που ξέρουν ότι ο Στέλιος λατρεύει)! Και το κάστρο πέφτει...
Έχετε άραγε συνειδητοποιήσει την αξία των επιχειρημάτων και του διαλόγου στην καθημερινή μας ζωή; Εσείς τι είδους επιχειρήματα χρησιμοποιείτε για να πείσετε τους γονείς σας: Λογικά ή συναισθηματικά; Και πώς προσπαθείτε να πείσετε τους συμμαθητές σας για τα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν στην τάξη και στο διάλειμμα;

Το βιβλίο γλώσσας της Στ' Δημοτικού, κάνει μια μικρή αναφορά στο θέμα στο κεφάλαιο "Αυτόχθονες λαοί". Όποιος όμως ενδιαφέρεται να γίνει πραγματικά καλός στο να πείθει τους άλλους, θα πρέπει να διαβάσει και να εξασκηθεί αρκετά. Παραθέτω εν συντομία έναν συγκερασμό των μεθόδων (AIDA και πέντε βήματα) που προτείνει o BizWriter, με στοιχεία από ένα παλαιότερο άρθρο του Harvard Business Review:

0.Αναγνώριση Πριν ξεκινήσουμε, επιδιώκουμε να γνωρίσουμε αυτούς που θέλουμε να πείσουμε: ποια είναι η οπτική τους; τι τους ενδιαφέρει περισσότερο; πώς τους αρέσει να πείθονται; Το τελευταίο το καταλαβαίνουμε όταν ακούμε τα δικά τους επιχειρήματα. Είναι άραγε περισσότερο πρακτικοί (χρησιμοποιούν στοιχεία και αριθμούς) ή συναισθηματικοί; Στον ίδιο τομέα θα πρέπει να επενδύσουμε κι εμείς. 

1.Αφόρμηση - Συμπάθεια. Για να ξεκινήσουμε, τραβάμε την προσοχή τους με ένα αστείο, ένα δώρο (που μπορεί να είναι μια χορευτική φιγούρα ή το καλύτερό μας χαμόγελο) ή μια υπόσχεση, ίσως ανακοινώνοντας ότι αυτό που θα πούμε τους αφορά άμεσα. Μια συνηθισμένη επίσης στρατηγική είναι να συνδέσουμε τον εαυτό μας με κάτι που αρέσει στο κοινό (π.χ. ποδόσφαιρο, παιχνίδια, τηλεόραση).

2.Αυθεντία Παρουσιάζουμε τον εαυτό μας ως ειδικό στο εν λόγω ζήτημα (όπως κάνω εγώ πιο πάνω, παραθέτοντάς σας παραπομπές από το HBR), αναφέροντας ότι έχουμε λύσει αντίστοιχα προβλήματα ή επικαλούμενοι τις σπουδές και το βιογραφικό μας. Αναφέρουμε ή υπονοούμε ότι έχουμε τη στήριξη οργανισμών ή υψηλών προσώπων (όπως έκανε η Φιλική Εταιρία). Έτσι αυξάνεται η πίστη του κοινού και η ασφάλειά του ότι αυτός που μιλάει, ξέρει τι λέει.

3.Συμφωνία - Πρόβλημα Προσπαθούμε να απλώσουμε γέφυρες επικοινωνίας προς το κοινό. Παρουσιάζουμε την κατάσταση που αντιμετωπίζουν όπως ακριβώς είναι. Επιδιώκουμε όχι να υπερβάλλουμε, αλλά να δούμε το κοινό να συμφωνεί, έστω και με κάτι οτιδήποτε μικρό, π.χ. κουνώντας το κεφάλι. Για να σιγουρευτούμε, χρησιμοποιούμε παραδείγματα από την καθημερινότητά όσων μας ακούνε και θέσεις που γνωρίζουμε ότι υιοθετούν. Παρουσιάζουμε τα ελαττώματα της παρούσας κατάστασης. Εξηγούμε πού μπορεί να οδηγήσει αν συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο. Δεν επενδύουμε σε υπερβολές, αλλά τονίζουμε αναφέροντας συγκεκριμένα προβλήματα, όπως το τι έχει να χάσει το κοινό αν εξακολουθήσει να αδρανεί. 

4.Λύση Ώρα για φαντασία και λογικά επιχειρήματα. Παρουσιάζουμε την κατάσταση όπως μπορεί να γίνει, αν ακολουθηθεί η λύση που προτείνουμε. Αναφέρουμε πολύ συγκεκριμένα τα οφέλη που θα προκύψουν για το κοινό μας στη νέα αυτή κατάσταση. Εξηγούμε με συντομία και απλότητα τη λύση που προτείνουμε. Η σιγουριά μας για το αποτέλεσμα πρέπει να στηρίζεται σε απτές αποδείξεις: Στατιστικά στοιχεία, ιστορίες από το παρελθόν, αναλογίες με αντίστοιχα ζητήματα που έχουν λυθεί, μεταφορές από το βασίλειο της φύσης, παραδείγματα...

5.Δράση Εξηγούμε ξεκάθαρα στους ανθρώπους που μας ακούν, τι πρέπει να κάνουν ώστε να εφαρμοστεί η λύση που προτείναμε. Τους ενημερώνουμε ότι το χρονικό περιθώριο δράσης είναι περιορισμένο (window of opportunity) και τους εξηγούμε ότι η ώρα να ενεργήσουν είναι τώρα.

6.Συναίσθημα Κλείνοντας την παρουσίασή μας, δείχνουμε το συναισθηματικό μας δέσιμο με το σχέδιο που προτείνουμε, αποφεύγοντας υπερβολές. Ακόμα σημαντικότερο είναι να καταφέρουμε να προκαλέσουμε το αίσθημα του κοινού. Ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να χρειαστεί να φωνάξουμε ή να ψιθυρίσουμε, να αναφερθούμε στις αξίες, να επενδύσουμε στον θυμό, τη λύπη, τον ενθουσιασμό του κοινού... Ανάλογα με τη σύστασή του, ίσως χρειαστεί να αναφερθούμε σε πρόσωπα από το παρελθόν ή στις επόμενες γενιές. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε τις αντιδράσεις, ώστε τα όσα λέμε να βρίσκουν ανταπόκριση.
Δημοσθένης, ίσως ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας
Χρήση στην τάξη
Ένας κήπος στην τάξη μπορεί όπως διαβάζουμε στο βιβλίο να αποτελέσει τεράστιο κίνητρο για τους μαθητές και πραγματικό "σχολείο" (μέσα σε εισαγωγικά) μέσα στο σχολείο (αλλά έξω απ' τα εισαγωγικά). Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον τα παιδιά μαθαίνουν να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετατρέπονται από καταναλωτές σε παραγωγούς, να αγαπούν στην πράξη τη φύση και τη ζωή και τελικά να γίνονται πιο υπεύθυνα, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα οργανισμών που χωρίς μέριμνα δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν. Έτσι οι μικροί μαθητές καλλιεργούν και ταυτόχρονα καλλιεργούνται. Επιπλέον, σχεδόν όλα τα μαθήματα μπορούν με τη βοήθεια ενός κήπου να γίνουν πιο βιωματικά (γλώσσα, μαθηματικά, φυσική, γεωγραφία) και γι' αυτό πιο ενδιαφέροντα για όλους.

Τα παραπάνω θετικά αποτελέσματα της ενασχόλησης των παιδιών με την κηπουρική επιβεβαιώνονται από σύγχρονες μελέτες, είναι όμως γνωστά από πολύ παλιά. Εδώ ας πούμε, μπορείτε να ξεφυλλίσετε εγχειρίδια λαχανοκομίας που ξεπερνούν τα 100 χρόνια ζωής (!) και μιλούν για τον σχολικό κήπο ως ψυχαγωγικό μέσο, χαρακτηρίζοντάς τον εργαστήριο του αυριανού ανθρώπου (να αναφέρονται άραγε σ' εμάς;)

Παρακολουθώντας το αυξανόμενο ενδιαφέρον για σχολικούς κήπους παγκοσμίως, το ίδρυμα "Σταύρος Νιάρχος" χρηματοδοτεί αυτή τη χρονιά 15 (τυχερά) γυμνάσια, ώστε να δημιουργηθούν σε αυτά πρότυποι βοτανικοί κήποι με τη βοήθεια του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ. Οι αιτήσεις ολοκληρώθηκαν τον μήνα που πέρασε και από συναδέλφους που συμμετέχουν άκουσα πολύ καλά λόγια για το πρόγραμμα. Από την άλλη, εμείς στην τάξη μας περιοριστήκαμε φέτος στις διάσημες φακές-στο-ποτήρι :-)

Η αλήθεια ωστόσο, είναι ότι ο κυριότερος παράγοντας για να ευδοκιμήσουν τέτοιες δράσεις δεν είναι η οικονομική στήριξη, αλλά το μεράκι εκπαιδευτικών και μαθητών. Χάρη σε αυτό -και με ελάχιστα μέσα- έχουν δημιουργηθεί υπέροχοι κήποι, τόσο σε αστικό περιβάλλον, όσο βέβαια και στην επαρχία. Ο φίλος και δάσκαλος Νεκτάριος Τσαγλιώτης για παράδειγμα, κόντρα σε αντιξοότητες και με μηδενική χρηματοδότηση -αλλά πολύ κόπο- κατόρθωσε να δημιουργήσει εδώ και λίγα χρόνια μια μικρή Εδέμ στο 9ο Δ.Σ. Ρεθύμνου. Με χαρά μοιράζεται μαζί μας σχέδια και συμβουλές, στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου Φυσικής του σχολείου του. 
από το εντυπωσιακό Kingdom of Plants

Share/Bookmark