Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Στα ίχνη του Βερμέερ

Υπόθεση
Μια νύχτα του Οκτώβρη σε κάποια γειτονιά του Σικάγο, τρία ολόιδια γράμματα φτάνουν σε ισάριθμους παραλήπτες. Ζητούν βοήθεια για την εξιχνίαση ενός "εγκλήματος" που έγινε αιώνες πριν και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ονόματος ενός μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου. 

Ο Κάλντερ Πίλεϊ είναι μαθητής στην έκτη τάξη ενός πειραματικού σχολείου που ίδρυσε ο J. Dewey. Χόμπι του είναι να ανακαλύπτει συσχετισμούς, να σπάει και να δημιουργεί κώδικες, όπως και να επικοινωνεί μέσω αυτών με τον μοναδικό του φίλο Τόμι. Παρότι σιχαίνεται το γράψιμο, λατρεύει τη νέα του δασκάλα δεσποινίδα Χάσεϊ (Hussey) που ακούει με προσοχή τις σκέψεις των παιδιών και ακολουθεί τις αρχές της ανακαλυπτικής μάθησης. Το ίδιο ξετρελαμένη με την απρόβλεπτη νέα δασκάλα είναι και η συμμαθήτριά του Πέτρα, που της αρέσει πολύ να γράφει, να φαντάζεται και να βρίσκει ερωτήσεις χωρίς απάντηση.  Μέσα από μια σειρά πρωτότυπων εργασιών και ένα πραγματικά παράξενο βιβλίο που πέφτει στα χέρια τους, τα δύο παιδιά θα γνωριστούν καλύτερα. Θα ανακαλύψουν συμπτώσεις που συνδέουν τις ζωές τους και θα βρεθούν αναπάντεχα στο κέντρο μιας περιπέτειας στην οποία εμπλέκονται μια εξαφάνιση παιδιού, η κλοπή ενός πίνακα του Βερμέερ, μια δολοφονία και πολλά άλυτα μυστήρια!

Θα αποδειχτεί άραγε αρκετή η βοήθεια των πεντόμινο και της ιδιότροπης κυρίας Σαρπ για να βγουν σώοι από την περιπέτεια και να γλιτώσουν την "Κυρία που γράφει" από τα χέρια των κακοποιών;
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί
Συγγραφέας: Blue Balliett
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εικονογράφηση: Brett Helquist
ISBN: 978-960-441-064-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004 (στα ελληνικά 2005)
Τίτλος πρωτοτύπου: Chasing Vermeer
Σελίδες: 310
Τιμή: περίπου 16 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρουσα περιπέτεια μυστηρίου γύρω από το ταξίδι των ιδεών αλλά και τα έργα του Γιαν Βερμέερ. Η μετάφραση μοιάζει καλοδουλεμένη και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με δημιουργικό τρόπο, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό που δεν δυσκολεύει ιδιαίτερα τον νεαρό αναγνώστη. Η υποψία ενοχής που περνά από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, τα δεδομένα που με ιδιοφυή τρόπο μπερδεύονται και ξεδιαλύνονται, οι διαρκείς ανατροπές και οι συμπτώσεις, όπως και η αγωνία που σταδιακά κλιμακώνεται, είναι στοιχεία που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, παρά τις 300 σελίδες του βιβλίου και τις κατά καιρούς σκόπιμες καθυστερήσεις που παρεμβαίνουν στην πλοκή. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 24 μέτριας έκτασης κεφάλαια (5-20 σελίδων, συνήθως όμως μεταξύ 7 έως 12), σε καθένα από τα οποία συναντάμε μια ολοσέλιδη ασπρόμαυρη εικόνα με ένα κρυφό μήνυμα. Οι συμβάσεις είναι λίγες (π.χ. στη σ.271 η πόρτα του κτηρίου είναι ξεκλείδωτη, αλλά ο συναγερμός ενεργοποιημένος) και δεν επηρεάζουν το ρεαλιστικό ύφος, ούτε μας εμποδίζουν να ταυτιστούμε με τους ήρωες. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Στ' τάξης Δημοτικού και του γυμνασίου, αλλά και γενικά στους φίλους των γρίφων, των καλών τεχνών και των συναρπαστικών μυστηρίων!

  • Ενδιαφέροντες χαρακτήρες
  • Ιδιοφυής πλοκή
  • Προσφέρει αφορμή για παρατήρηση του περιβάλλοντος και ενασχόληση με την τέχνη

  • Ογκώδη κεφάλαια με πυκνή γραφή και περιγραφές που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Τέχνη, Μυστήριο, Εκπαίδευση, Φιλία, Μαθηματικά

Εικονογράφηση
Παρότι η εικονογράφηση είναι καλοδουλεμένη και ακολουθεί την αισθητική του κειμένου, αφήνει την εντύπωση πως δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς το θέμα, ούτε και συμμετέχει στο τελικό αποτέλεσμα με τον τρόπο που ο σχεδιασμός της έκδοσης φιλοδοξεί. Τόσο τα παιδιά όσο και εμείς οι ενήλικοι, στάθηκε αδύνατο να αποκωδικοποιήσουμε τον γρίφο πίσω από τα σχέδια και γρήγορα εγκαταλείψαμε την προσπάθεια, στρεφόμενοι αποκλειστικά στο κείμενο.
Απόσπασμα
Το Ντέλια Ντελ Χολ, χτισμένο το 1916, είχε να επιδείξει αναρίθμητα διακοσμητικά στοιχεία· τερατόμορφες φιγούρες μισοκρυμμένες πίσω από πολυετή κισσό, πέτρινους πυργίσκους, πολυάριθμες καμινάδες, περίτεχνα δίφυλλα παράθυρα. Στους αρχικούς χώρους είχαν προστεθεί μια πισίνα, μια καφετέρια κι ένα σύγχρονο κινηματοθέατρο, όπου διοργανώνονταν πάρτι και θεατρικές παραστάσεις. Το κτίριο έριχνε στο χιόνι μια κίτρινη λάμψη που απέπνεε θαλπωρή κι έστελνε λωρίδες φωτός, λεπτές σαν δάχτυλα, στις σκοτεινές αίθουσες του Κινγκ Χολ.

«Επομένως, έκανα λάθος. Μάλλον το Π δε σήμαινε πανεπιστήμιο», είπε η Πέτρα, που ήρθε και στάθηκε δίπλα στο φίλο της, μπροστά στο παράθυρο. «Μάλλον δεν είναι εδώ ο πίνακας. Τι λες να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στο Ντέλια Ντελ προτού πάμε στο σπίτι;»

«Φυσικά! να αγοράσουμε και ένα κουτί καραμελίτσες και πατατάκια, γιατί πεθαίνω της πείνας».

Οι φωνές τους αργόσβηναν μες στο σούρουπο καθώς διέσχιζαν το δρόμο, αφήνοντας την ησυχία του Κινγκ Χολ ν’ απλωθεί και πάλι σε όλους τους χώρους του.

Οι δύο φίλοι κάθισαν σ’ ένα παγκάκι μες στο Ντέλια Ντελ Χολ, για να μοιραστούν τις καραμελίτσες και τα πατατάκια τους. Έπεφτες χιόνι, που με τρόπο μαγικό μαλάκωνε κι έσβηνε τον κόσμο του πανεπιστημίου έξω απ’ το κτίριο. Άφησαν τα μπουφάν, τους σκούφους και τα γάντια τους σ’ ένα υγρό βουναλάκι από ρούχα πλάι τους.

Μια παρέα φοιτητών στην άλλη άκρη της αίθουσας κουβέντιαζε για το μάθημα των Λατινικών. Ένας άντρας με βαριά ματόκλαδα διάβαζε την εφημερίδα του. Ένας καθηγητής με κεφάλι σαν ροζ μπάλα του μπόουλινγκ κατευθυνόταν βιαστικά προς την πισίνα με μια πετσέτα παραμάσχαλα. Μια γυναίκα με μια τεράστια αρμαθιά κλειδιά στο χέρι πέρασε από μπροστά τους κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά. Ο Κάλντερ μπόρεσε ν’ ακούσει το «κλικ» μιας κλειδαριάς που άνοιξε και το «κλακ» ενός μάνταλου που βρήκε ξανά τη θέση του όταν έκλεισε πάλι η πόρτα.

Η Πέτρα δεν είχε προσέξει τίποτε απ’ όλα αυτά. Μασούσε τα πατατάκια της κοιτάζοντας μπροστά της γλαρωμένη, λες κι ήταν έτοιμη να την πάρει ο ύπνος. Ο Κάλντερ είχε όρεξη για κουβέντα.

«Ουάου! Όλος ο χώρος εδώ πέρα είναι μες στο ξύλο. Κοίτα της σκάλα! Ποτέ δεν την είχα προσέξει μέχρι τώρα. Λες κι από ώρα σε ώρα θα φανεί στην κορυφή της κάποιο πρόσωπο από παλιά κινηματογραφική ταινία… Η Μπέτι Ντέιβις, ας πούμε…»

«Πράγματι». Η Πέτρα σηκώθηκε όρθια και τεντώθηκε. «Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά τώρα. Πέρασε η ώρα».

Απομακρύνθηκαν από την είσοδο του κτιρίου κι άρχισαν να περνούν τη μια άδεια αίθουσα μετά την άλλη. Παντού αντίκριζαν ξύλινη επένδυση στους τοίχους, πέτρινα τζάκια, πλακάκια στο δάπεδο. Είχαν φτάσει στους πιο παλιούς χώρους του κτιρίου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν το αρχικό κτίσμα του Ντέλια Ντελ Χολ. Η διάταξη των χώρων ήταν φιδογυριστή, οι ορθογώνιες αίθουσες θαρρείς πως χόρευαν αποκαλύπτοντας ένα σωρό εκπλήξεις σε κάθε στροφή. Τη μια στιγμή τα παιδιά βρίσκονταν σε μια αίθουσα μεγαλειώδη, την επόμενη σ’ ένα χώρο μικρό και οικείο. Μπήκαν σε μια τεράστια αίθουσα χορού, όπου σε μια γωνιά μερικοί φοιτητές μάθαιναν τάι τσι, μια κινεζική πολεμική τέχνη. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας μικροσκοπικός χώρος υποδοχής και πλάι του μια αίθουσα που έμοιαζε με τραπεζαρία.

Γύψινες κληματαριές κοσμούσαν τις επιβλητικές δοκούς της οροφής, ενώ οι τοίχοι, επενδυμένοι με ορθογώνια κομμάτια ξύλου σε διάφορα μεγέθη χωρίζονταν εδώ κι εκεί από σχεδόν αόρατες πόρτες. Ένα μικρό ξύλινο πόμολο και μια κλειδαρότρυπα ήταν οι μόνες ενδείξεις ότι μπορεί όντως να υπήρχαν κι άλλοι χώροι πίσω από ‘κει. Μια πόρτα οδηγούσε σε μια παλιομοδίτικη κουζίνα, μια άλλη σε μια πίσω σκάλα, και τρεις τέσσερις ήταν κλειδωμένες.

Η τραπεζαρία οδηγούσε σε μια ηλιόλουστη βιβλιοθήκη με ένα υπέροχο, τεράστιο τζάκι. Πάνω στο ράφι του, υπήρχε ένας ξυλόγλυπτος πάπυρος με την επιγραφή: ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΦΟΙΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ. Σκαλισμένα λιοντάρια κι άλογα κοσμούσαν τον πάπυρο.

Η Πέτρα στάθηκε μπροστά από την επιγραφή, θαυμάζοντας τους περίτεχνους γοτθικούς χαρακτήρες.
«Υπέροχο! Τι να σημαίνει, άραγε;»
«Η μαμά μου μου είπε ότι σ’ αυτόν το χώρο επετράπη για πρώτη φορά, εκτός από τους φοιτητές, να κάθονται και οι φοιτήτριες», αποκρίθηκε ο Κάλντερ.
«Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε την έρευνα.»

Στο δεύτερο όροφο υπήρχαν κάποια γραφεία και τρεις αίθουσες διαλέξεων, με πολλές σειρές από ξύλινες καρέκλες, ελαιογραφίες στους τοίχους και μεγάλα παράθυρα.

Στον τρίτο όροφο βρισκόταν μια μικρή θεατρική σκηνή. Τους τοίχους απέναντι από τη σκηνή κοσμούσε μια ωραία παράσταση· άνθρωποι ντυμένοι με μεσαιωνικές ενδυμασίες χόρευαν, έπαιζαν και κουβέντιαζαν σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Στο βορινό τοίχο υπήρχαν θολωτά παράθυρα και μια δίφυλλη τζαμόπορτα που οδηγούσε σε μια ταράτσα.

Τα δυο παιδιά στάθηκαν με δέος στην είσοδο. Μια κόκκινη βελούδινη αυλαία έκρυβε τη σκηνή, στις δυο άκρες της οποίες υπήρχε από μια μικρή ξύλινη πόρτα.

Παρακινημένοι από την ίδια παρόρμηση, προχώρησαν προς τα εκεί. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Χωρίς να πει λέξη, ο Κάλντερ δοκίμασε ν’ ανοίξει την πόρτα στα δεξιά της σκηνής. ήταν ξεκλείδωτη. Τρία σκαλάκια οδηγούσαν στα παρασκήνια.

Γλίστρησαν αθόρυβα εκεί μέσα, περνώντας πάνω από ξεφτισμένα σχοινιά αυλαίας, ένα λαούτο χωρίς χορδές, μια πλαστική στάμνα και μια παλιά σκούπα.

«Όλα αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν υλικό για έναν ανόητο που περνιέται για τον Βερμέερ», σχολίασε ο Κάλντερ.

Νόμιζε ότι η Πέτρα θα γελούσε με το αστείο του, το κορίτσι όμως μάλλον δεν τον άκουσε.

«Δεν υπάρχει καμιά κρυψώνα εδώ», είπε.

Ξάφνου, η Πέτρα ένιωσε σαν να είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό ή σαν να έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού. Ένιωσε μια αδιαθεσία. Οι λέξεις βγήκαν με κόπο από το στόμα της.

Επέστρεψαν στο δεύτερο όροφο. Το κορίτσι βρήκε μια καρέκλα μπροστά σ’ ένα παράθυρο και κάθισε. Ένιωσε ν’ ανακουφίζεται λιγάκι και μόνο που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο, κι αυτό ήταν παράξενο.

Ο Κάλντερ είχε πέσει στα τέσσερα μπροστά στο τζάκι της αίθουσας και κοιτούσε προς τα πάνω.

«Είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως υπάρχουν κρυφά ράφια εδώ μέσα. Ούτε που χωράει ο νους μας πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει τούτο το κτίριο».

Δεν έλαβε καμιά απάντηση από τη φίλη του, γι’ αυτό και γύρισε να την κοιτάξει.

«Τι τρέχει; Ζαλίζεσαι;»

«Κάλντερ… Αυτά τα παράθυρα…»

Ο Κάλντερ σηκώθηκε όρθιος.
«Ναι, ξέρω. Μοιάζουν με τα παράθυρα στους πίνακες του Βερμέερ».

Η Πέτρα κοίταξε τριγύρω στην αίθουσα.
«Κι αυτό το ξύλο στους τοίχους… Θέλω να πω, εκατομμύρια παλιά κτίρια έχουν ξύλινη επένδυση, αλλά αυτά εδώ τα ορθογώνια…»

Καθώς κοιτούσε το είδωλό της στο σκούρο τζάμι του παραθύρου, η φωνή της έσβησε.

Ο Κάλντερ την πλησίασε και κάθισε πλάι της.
«Θες να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στο χώρο προτού φύγουμε;» ρώτησε.

Το ύφος του του θύμισε τους γονείς του, όταν προσπαθούσαν να τον βάλουν να κάνει μια δουλειά χωρίς να φαίνεται ότι του το ζητούσαν.

Η Πέτρα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του.

«Τι σκέφτεσαι, Κάλντερ;»
«Ότι δε φαίνεσαι και πολύ καλά... Σαν να ζεσταίνεσαι υπερβολικά».

Το κορίτσι πράγματι ένιωθε σαν να είχε πυρετό.

«Μάλλον με περιτριγυρίζει γρίπη. Έλα, πάμε να φύγουμε από ‘δω».

Κατευθύνθηκαν προς τον πρώτο όροφο. Πέρασαν μπροστά από πόρτες με μπρούντζινα πόμολα σε σχήμα νυφίτσας, έναν ανάγλυφο φλαουτίστα και μερικά πέτρινα λιοντάρια που ήταν σκαρφαλωμένα ψηλά πάνω από το κεφαλόσκαλο. Η Πέτρα, με το χέρι της ν’ αγγίζει την κουπαστή της σάλας καθώς κατέβαινε αργά αργά τα σκαλιά, αναπήδησε ξαφνιασμένη και σταμάτησε. Ο Κάλντερ συνέχισε να κατεβαίνει.

Το κιγκλίδωμα της σκάλας ήταν ένα καλαίσθητο σχέδιο από κληματόφυλλα που πλέκονταν μεταξύ τους, όπου φώλιαζαν κάμποσα πλάσματα – πουλάκια, ποντίκια και σαύρες. Στη βάση της σκάλας, μια περίεργη ανάγλυφη δρύινη μαϊμού στήριζε την κουπαστή. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο, δρύινο, φλάουτο, βρείτε… Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο… μαϊμού, δρύινο… ξύλινο, φλάουτο, βρείτε… βρείτε! Ήταν οι λέξεις της κυρίας Σαρπ στο νοσοκομείο. Η Πέτρα μαρμάρωσε στη θέση της, κρατώντας με το ένα χέρι την κουπαστή.

Είδε τον Κάλντερ να ψάχνει με ήρεμες κινήσεις το σωρό με τα νοτισμένα ρούχα για το μπουφάν του. Ήλπιζε ότι το πρόσωπό της δε φανέρωνε τις άγριες σκέψεις της, που θαρρείς και ούρλιαζαν δυνατά μες στο κεφάλι της.

«Προχώρα, περπάτα λες και δε συμβαίνει τίποτα», ψιθύρισε στον εαυτό της.

Ένας άντρας σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα του και την κοίταξε, καθώς περνούσε από δίπλα του. Άραγε ο κόσμος γύρω της άκουγε την καρδιά της που χτυπούσε σαν ταμπούρλο, καταλάβαινε ότι το μυαλό της είχε πάρει φωτιά; Άρπαξε με μια κίνηση τα πράγματά της και όρμησε έξω από την πόρτα, στο σούρουπο, που έλεγες πως τη σπλαχνίστηκε.

«Πέτρα, τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κάλντερ.
«Έλα!»

Ο Κάλντερ με κόπο ακολουθούσε τη φίλη του, που σχεδόν έτρεχε διαρκώς σκοντάφτοντας στο φρέσκο χιόνι. Όταν πέρασε ένα τετράγωνο στην 59η οδό, έριξε μια ματιά πίσω τους. Ο Κάλντερ γύρισε να κοιτάξει κι αυτός. Ξαφνικά, φοβήθηκε πολύ.

«Ας γυρίσουμε στο σπίτι περνώντας από τις πίσω αυλτές των σπιτιών. Πρέπει να εξαφανιστούμε οπωσδήποτε!»

Ο Κάλντερ άρχισε να περπατά με βήμα ταχύ πλάι στη φίλη του. Οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Σκέφτηκε το Π των πεντόμινο. Ας προσευχηθούμε κι ας προσέξουμε να μην πάθουμε τίποτα… Οι μοβ σκιές του σούρουπου έδειχναν απειλητικές τώρα. Οι θάμνοι ανάμεσα στα σπίτια φαίνονταν γεμάτοι μυστήριο, οι περαστικοί που περπατούσαν κυρτωμένοι για να προφυλαχτούν από το κρύο έδειχναν επικίνδυνοι.

Μόλις η Πέτρα σιγουρεύτηκε ότι κανένας δεν τους ακολουθούσε, σταμάτησε.

«Κάλντερ, αυτό είναι».

Εκείνος κοίταξε ολόγυρα στο έρημο δρομάκι.
Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του.

«Τι;»

«Νομίζω ότι τη βρήκαμε».
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και στην εισαγωγή, η μετάφραση έχει πολλά εμπόδια να προσπεράσει. Μερικά από αυτά σχετίζονται με την προσαρμογή του λατινικού πεντόμινο (που λειτουργεί σαν παζλ πίσω από το κείμενο), στο ελληνικό αλφάβητο. Στην προσπάθεια αυτή, κάποιες φορές το γράμμα από το πρωτότυπο κείμενο αλλάζει (π.χ. στη σ. 271 το Y γίνεται Ν ώστε να σημαίνει Ναι), ενώ άλλες φορές ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να βγάζει νόημα στα ελληνικά. Στη σ. 260 για παράδειγμα, βλέπουμε το γράμμα T που στα αγγλικά θα παρέπεμπε απευθείας σε Twelve, να διαβάζεται ως Τρεις Τέσσερις Δώδεκα! Τα μηνύματα ωστόσο που ανταλλάσσουν ο Κάλντερ με τον Τόμι στον κώδικα που επεξηγείται στη σ. 84, εμφανίζονται στο τέλος του βιβλίου στα αγγλικά και έπειτα μεταφράζονται στη γλώσσα μας.
Πεντόμινο, το αγαπημένο παιχνίδι του Κάλντερ (πηγή)
Η Ντένις, συμμαθήτρια του Κάλντερ και της Πέτρα, αντιπροσωπεύει το καλομαθημένο παιδί της μετανεωτερικής εποχής, που μοιάζει αδιάφορο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Στον αντίποδα, οι δύο αντιήρωες-πρωταγωνιστές αναζητούν συσχετισμούς πίσω από το κάθε τι που δεν μοιάζει φυσιολογικό, παρασυρμένοι από το έργο του συγγραφέα Τσαρλς Φορτ. Σύμφωνα με αυτόν, ο κόσμος που ζούμε κρύβει πολύ περισσότερα μυστικά απ' ό,τι πιστεύουν οι πιο πολλοί άνθρωποι (σ.75). Μπορούμε άραγε και εμείς να ψάξουμε γύρω μας για τις αιτίες των γεγονότων, για συμπτώσεις και ομοιότητες, ή θα καταλήξουμε μισότρελοι συνωμοσιολόγοι - κυνηγοί φαντασμάτων;
Συνωμοσιολόγος (πηγή)
Οι δύο μαθητές, θεωρούν την κυρία Χάσεϊ την τέλεια δασκάλα, γιατί τους ακούει με προσοχή, τους ενθαρρύνει να παίρνουν πρωτοβουλίες και τους δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν, ακόμα και αν οι απαντήσεις τους δεν είναι σωστές. Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις προσεγγίσεις της είναι εξαιρετικές και μας θυμίζουν την χαριτωμένη καινούρια δασκάλαΩστόσο, το γεγονός ότι (σ. 28) δεν μπορούσες ποτέ να προβλέψεις τι θα έκανε ή τι θα έλεγε στη συνέχεια, ή το ότι κατά τη διάρκεια των εκδρομών (σ.51) δε γύριζε ποτέ να κοιτάξει αν οι μαθητές της την ακολουθούσαν, φανερώνουν πλευρές της διδασκαλίας που σε αδύναμους ή νεαρότερους μαθητές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα.
Ο Γεωγράφος, Γ. Βερμέερ, π.1668 (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μας δίνει πολλές ιδέες για δραστηριότητες στην τάξη, ιδιαίτερα σε σχέση με την Τέχνη. Ακολουθώντας τα βήματα της κυρίας Χάσεϊ, μπορούμε με τους μαθητές μας να παρατηρήσουμε μια σειρά από πίνακες. Μπορούμε να επιλέξουμε έργα της αρεσκείας μας, ή άλλα που αναφέρονται στο ίδιο το βιβλίο, όπως Η κυρία που διαβάζει τα γράμματα των Heloise and Abelard του Auguste Bernard (σ.54), Η βροχερή μέρα του Gustave Caillebotte (σ.65), Ο Γεωγράφος του Johannes Vermeer (σ.102), κ.ά. Στη συνέχεια καλούμε τους μαθητές να μας πούν σε ποιον πίνακα πιστεύουν ότι (σ.53) θα είχε πλάκα να μπει κανείς; Μπορεί να ακολουθήσει μια γραπτή έκθεση με την περιπέτεια κάθε μαθητή μέσα στον πίνακα που διάλεξε!

Άλλη μια δραστηριότητα (και πολύ καλή άσκηση για την περιγραφή αντικειμένων) βγαλμένη από το βιβλίο είναι η εξής: (σ.62-65) Κοιτάξτε καλά τα πράγματα στο σπίτι σας και διαλέξτε κάποιο που για σας αποτελεί έργο τέχνης. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μη ζητήσετε βοήθεια από τους δικούς σας, πρέπει να βρείτε κάτι που ν' αρέσει σ' εσάς. Κατόπιν, περιγράψτε αυτό το αντικείμενο στην τάξη, χωρίς να αναφέρετε το όνομά του. Οι υπόλοιποι μαθητές πρέπει να ακούσουν προσεκτικά την περιγραφή, ώστε να καταφέρουν τελικά να βρουν το αντικείμενο.

Πιο πειραματική είναι η δραστηριότητα που διαβάζουμε στις σ. 26-27. Εκεί, οι μαθητές ανακαλύπτουν αν η γραφή είναι ο ακριβέστερος τρόπος επικοινωνίας. Πώς θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε στην τάξη; Αν ο εκπαιδευτικός διαβάσει στην αρχή της σχολικής ημέρας ένα μήνυμα προς τους μαθητές, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιήσουν γραφή για να το καταγράψουν, μπορούν άραγε εκείνοι να του το επαναλάβουν με ακρίβεια λίγο πριν το σχόλασμα, κρατώντας σημειώσεις με σύμβολα ή κάνοντας χρήση του προφορικού λόγου; 

Τέλος, μια πιο διασκεδαστική δραστηριότητα θα ήταν να οργανώσουμε με την τάξη ένα κυνήγι θησαυρού, κρύβοντας σε μια αίθουσα του σχολείου ένα αντίγραφο διάσημου πίνακα και δίνοντας στους μαθητές κωδικοποιημένα στοιχεία για την κρυψώνα!
Η κυρία γράφει ένα γράμμα, Γ. Βερμέερ, π.1670 (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ο προϊστορικός ζωγράφος (και ένα τερατάκι)

Υπόθεση
Η Ιωάννα, μια 30χρονη παλαιοντολόγος, ανακαλύπτει μαζί με συναδέλφους της μια μεγάλη σπηλιά με ενδιαφέροντα ευρήματα. Καθώς προχωρά μέσα στις γεμάτες βραχογραφίες στοές, ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια της η ιστορία ενός προϊστορικού ζωγράφου και της οικογένειάς του. Μαζί με τον αφηγητή, ταξιδεύουμε 15.000 χρόνια πίσω για να την ζήσουμε και μεις από κοντά!

Ο Γκρουντ, ένα 6χρονο παιδί της εποχής των σπηλαίων, δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά στο κυνήγι, αλλά έχει ταλέντο στη ζωγραφική. Όταν με τον πατέρα του συναντούν μια ετοιμοθάνατη μαμά-μαχαιρόδοντα μαζί με το παιδί της, ο μικρός αποφασίζει να κρύψει το τερατάκι και να το αναθρέψει μόνος του. Από εκείνη τη μέρα, το παιδί και το ζωάκι θα συνδεθούν με μια βαθιά φιλία. Όσο τα χρόνια περνούν, οι δυο τους μεγαλώνουν και εκπαιδεύονται: ο Γκρουντ μαθαίνει να βοηθάει τον πατέρα του στο κυνήγι και να ζωγραφίζει με χρώματα στους τοίχους, ενώ το τερατάκι να υπακούει και να βρίσκει μόνο του τροφή. Η καθημερινότητα της οικογένειας πρόκειται όμως να αλλάξει για πάντα, όταν μια αγέλη πεινασμένων λύκων εντοπίζει τη σπηλιά τους και την περικυκλώνει...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Πάνος Τσερόλας
Εικονογράφηση: Λέλα Στρούτση
ISBN: 978-960-04-4550-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 2014
Σελίδες: 176
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Ευχαριστούμε τον εκδοτικό οίκο για την προσφορά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη της τάξης μας!

Κριτική
Χιουμοριστική βιογραφικού τύπου περιπέτεια που μας διηγείται μια όμορφη ιστορία ζωοφιλίας τοποθετημένη στην εποχή των παγετώνων. Με γραφή σχετικά απλή, μιμούμενος την παιδική οπτική και ενσωματώνοντας στο κείμενο αρκετά γνωστικά στοιχεία, ο συγγραφέας διαμορφώνει ένα "light" παλαιολιθικό περιβάλλον και τοποθετεί στο κέντρο του μια σειρά συμπαθητικούς χαρακτήρες, κρατώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του εξωτερικού αφηγητή. Παρότι η λογοτεχνικότητα δεν θα λέγαμε ότι είναι το δυνατό του σημείο, το βιβλίο καταφέρνει τελικά να συγκινήσει, ενώ απέσπασε και έπαινο από την Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Η πλοκή χωρίζεται σε 17 κεφάλαια μικρού μεγέθους (3-13 σελίδων το καθένα) με προσεγμένο στήσιμο που αφήνει το κείμενο να αναπνέει. Τα ψήγματα χιούμορ και επιστημονικών γνώσεων διαμορφώνουν ένα περίεργο αλλά ευχάριστο μείγμα που διαβάζεται ξεκούραστα, κάτι στο οποίο συνεισφέρει και η πολύχρωμη εικονογράφηση. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, συναντάμε ένα κατατοπιστικό παράρτημα με πληροφορίες για την προϊστορική εποχή, τους μαχαιρόδοντες, τον εξοπλισμό του παλαιοντολόγου, τα σπήλαια της Ελλάδας, επεξηγήσεις σε ζητήματα χρονολόγησης, κ.ά. Ο μέτριος όγκος του βιβλίου, το ιδιαίτερο ύφος γραφής, τα "παιχνίδια" του αφηγητή με τους αναγνώστες και τα αλλεπάλληλα άλματα στον χρόνο, μας επιτρέπουν να το προτείνουμε κυρίως σε έμπειρους αναγνώστες των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού.

  • Ανάλαφρο κλίμα 
  • Ενδιαφέρουσα περιπέτεια
  • Πληροφορίες για την προϊστορική εποχή

Αξίες - Θέματα
Προϊστορία, Τέχνη, Ζωοφιλία, Επιστήμη, Υπευθυνότητα, Αλτρουισμός, Οικογένεια, Απώλεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η θυσία του πατέρα για να σωθεί η οικογένειά του από τα θηρία (σ.106).

Εικονογράφηση
Μια πολύχρωμη ολοσέλιδη ζωγραφιά σε κάθε κεφάλαιο και λίγες εμβόλιμες μέσα στο κείμενο, προσθέτουν ζωντάνια και σφραγίζουν τον ανάλαφρο και ιδιαίτερο χαρακτήρα του βιβλίου.
Απόσπασμα
Ήταν μια ακόμα συνηθισμένη μέρα. Ο Γκρουντ είχε αφήσει μια ολόκληρη μερίδα αλεπού στο τερατάκι, την οποία και καταβρόχθισε τόσο γρήγορα που έδειξε ότι είχε όρεξη για άλλες δέκα. Ο πατέρας του Γκρουντ ήταν αγχωμένος, γιατί είχε καιρό να πιάσει κάποιο μεγάλο θήραμα, και η μητέρα του με την αδερφούλα του δεν είχαν περιθώριο να μένουν νηστικές, όπως οι ίδιοι. Από το άγχος του είχαν ξεμακρύνει, είχαν περάσει ακόμα και τη λοφοσειρά που ήταν τα όρια της περιοχής τους. Ο Γκρουντ δεν είχε περάσει ποτέ τη λοφοσειρά. Κάθε του βήμα ήταν σε έναν καινούριο ανεξερεύνητο κόσμο.

Σε αντίθεση με τη δική τους, η άλλη πλευρά των λόφων δεν είχε πολύ πυκνή βλάστηση ούτε δάση. Ήταν σαν ένα μεγάλο ξέφωτο, μια φαρδιά πεδιάδα με αρκετά ρέματα και νερό, με αραιά δέντρα. Στη σκιά που έκαναν τα δέντρα μπορούσες να δεις αρκετά ζώα, ενώ στο βάθος βρίσκονταν οι πρόποδες μεγάλων βουνών. Τα βουνά ήταν ψηλά κι επιβλητικά, γκρίζα, ενώ είχαν σύννεφα στην κορυφή τους. Ο Γκρουντ ρώτησε γιατί δεν πήγαιναν πιο συχνά σε αυτά τα μέρη και ο πατέρας του εξήγησε ότι στα βουνά μένανε πολλοί λύκοι και οι σπηλιές τους ήταν επικίνδυνες. Οι λύκοι ήταν πιο επικίνδυνοι ακόμα και από ένα μαχαιρόδοντα για ένα βασικό λόγο: Οι μαχαιρόδοντες ήταν πιο δυνατοί και πιο μεγάλοι, αλλά ήταν συνήθως μόνοι τους. Οι λύκοι έκαναν τις επιθέσεις τους πάντα σε αγέλες. Βέβαια έβγαιναν κυρίως τη νύχτα και πάντα ύπουλα.

Ήταν καταμεσήμερο και όλα έμοιαζαν ήσυχα στην περιοχή. Δεν ήταν όμως.

Δεν είχαν περπατήσει πολύ, γιατί προσπαθούσαν να πηγαίνουν σκυφτοί δίπλα σε διάφορους θάμνους, καθώς δεν υπήρχαν ψηλά δέντρα για κάλυψη. Ο πατέρας είχε δει ένα ελάφι που έμοιαζε ξεστρατισμένο από το κοπάδι του και κάπως κουρασμένο. Ίσως ήταν τραυματισμένο ή μεγάλο σε ηλικία. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα ήταν να βρεις τον εύκολο στόχο. Ο Γκρουντ, που ακολουθούσε σε απόσταση ασφαλείας, πρώτος είδε το μεγάλο γκρίζο βράχο στη μέση της πεδιάδας. Ήταν τόσο λείος που έμοιαζε πολύ παράξενος.

Ο βράχος βρισκόταν ανάμεσα στα κιτρινωπά ξερόχορτα. Ο πατέρα του φαινόταν να τον πλησιάζει για να κρυφτεί πίσω του. Ο Γκρουντ κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν παρατήρησε ότι ο βράχος… ανέπνεε!! Σκέφτηκε να ειδοποιήσει τον πατέρα του, αλλά μετά σκέφτηκε ότι έτσι θα τρόμαζε το ελάφι και μπορεί να τα άκουγε χειρότερα. Όμως αυτό το πράγμα στο οποίο πήγαινε για να καλυφθεί δεν ήταν σίγουρα βράχος.

Τελικά αποφάσισε να μη μείνει αδρανής και με δύναμη εκσφενδόνισε ένα πετραδάκι, που έπεσε ακριβώς δίπλα στον πατέρα του. Αυτός γύρισε εκνευρισμένος, αλλά ο Γκρουντ του έδειξε με γουρλωμένα μάτια προς το «βράχο». Γύρισε ξανά και τότε το είδε κι αυτός. Αυθόρμητα πισωπάτησε προσπαθώντας να μην τραβήξει την προσοχή, αλλά ήταν αργά.

Ο «βράχος» τινάχτηκε και σηκώθηκε όρθιος. Έμοιαζε να σηκώνεται για αρκετή ώρα και φαινόταν μεγαλύτερος από ό,τι είχε δει ο Γκρουντ ως εκείνη τη στιγμή στη ζωή του. Ήταν ένας ρινόκερος. Μεγαλόπρεπος. Το ύψος του ήταν δυο φορές ο πατέρας του και το μήκος του τέσσερις φορές ο πατέρας του  ξαπλωμένος. Στο πρόσωπό του βρισκόταν ένα τεράστιο κέρατο, ίσο με το κοντάρι του Γκρουντ, μόνο που ήταν πολύ πιο χοντρό και πολύ πιο επικίνδυνο.

Ο ρινόκερος στάθηκε στα τέσσερά του πόδια και τίναξε μερικές μύγες από πάνω του. Φαινόταν κουρασμένος και λίγο ενοχλημένος που είχε ξυπνήσει από τη μεσημεριανή του σιέστα. Όταν είδε τον πατέρα του Γκρουντ ρουθούνισε και τα μικρά αυτιά του πετάρισαν μπρος πίσω, σαν να έστελνε κάποιο μήνυμα. Ο Γκρουντ ξεροκατάπιε. Κοίταξε τριγύρω, δεν υπήρχε κοντινό καταφύγιο. Παρατήρησε ότι το ελάφι πίσω τους κοιτούσε με ανάλογη έκπληξη.

Ο ρινόκερος ρουθούνισε άλλες δυο φορές και έτριψε το χοντρό του πόδι στο έδαφος σηκώνοντας σκόνη. Ο πατέρας είχε φτάσει σχεδόν τον Γκρουντ, πηγαίνοντας αργά, με την όπισθεν, έτοιμος να αρχίσει να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Είχε το κοντάρι του προτεταμένο προς τα εμπρός, αν και φαινόταν ότι ήταν μάταιο. Το δέρμα του ρινόκερου ήταν τόσο χοντρό που θα μπορούσε να σπάσει το ξύλο στα δύο.

Τελικά το ζώο γύρισε πλήρως το σώμα του και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Γκρουντ αυτή τη φορά δεν έκατσε πίσω από τον πατέρα του, αλλά δίπλα του, και γύρισε και αυτός το μικρό του ξύλο να κοιτάει προς το θηρίο. Ο πατέρας του ψιθύρισε να συνεχίσουν να πηγαίνουν προς τα πίσω, αν και η λοφοσειρά ήταν αρκετά μακριά. Για κακή τους τύχη, ο ρινόκερος φαινόταν να τους κατηγορεί για το ξύπνημά του. Έκανε μερικά βήματα προς το μέρος τους, χωρίς όμως να τρέχει ακόμα.

Τότε, μέσα στο καταμεσήμερο, ένα ουρλιαχτό σάρωσε σαν ανεμοστρόβιλος την πεδιάδα, έκανε τα φύλλα στα δέντρα να σαλεύουν, έκανε όλα τα μικρά τρωκτικά να χωθούν πανικόβλητα στις τρύπες τους. Ο Γκρουντ έβαλε το χέρι του πάνω από το μέτωπό του, για να δει καλύτερα, και είδε τις μαύρες σιλουέτες στον ορίζοντα να έρχονται με μεγάλη ταχύτητα. Ένα κοπάδι από ελάφια άρχισε να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, ένα σμήνος πουλιά τινάχτηκε από τα δέντρα και πέταξε σε ελλειπτική τροχιά στον ουρανό. Ο Γκρουντ κοίταξε καλύτερα και είδε ότι στους μηρούς του ρινόκερου υπήρχαν σημάδια από δαγκωματιές και νυχιές. Ο ρινόκερος δεν κοιμόταν. Προσπαθούσε να ξεκουραστεί μακριά από τους διώκτες του σε ένα κυνήγι που μάλλον είχε κρατήσει καιρό, αλλά τώρα φαινόταν να τελειώνει.

Η αγέλη των λύκων πλησίασε το ρινόκερο σχηματίζοντας ένα ημικύκλιο και μένοντας σε κάποια απόσταση. Ο ρινόκερος έστρεψε την προσοχή του πάνω τους αγνοώντας τον Γκρουντ και τον πατέρα του, που βρήκαν ευκαιρία να απομακρυνθούν, αν και αρχικά σάστισαν από αυτή την εξέλιξη. Άρχισαν να τρέχουν, αλλά ο Γκρουντ κάθε τόσο γύριζε το κεφάλι του προς τα πίσω για να δει.

Ο ρινόκερος φαινόταν εκνευρισμένος και αγανακτισμένος. Ρουθούνιζε ξανά και ξανά σβαρνίζοντας με το πόδι του το έδαφος, σηκώνοντας σκόνη. Η αγέλη πλησίαζε, ένα βηματάκι τη φορά, κι έκλεινε σιγά σιγά τον κύκλο. Αν ο ρινόκερος προσπαθούσε να αμυνθεί απέναντι σε έναν, οι άλλοι θα έβρισκαν ευκαιρία να ορμήσουν. Οι λύκοι ήταν αρκετά πεινασμένοι, γι’ αυτό και είχαν κατέβει τόσο μακριά από τα λημέρια τους μέρα μεσημέρι. Ο ρινόκερος αυτός θα ήταν ένα γεύμα που μπορούσε να τους κρατήσει και για το χειμώνα που ερχόταν.

Όταν έφτασαν ξανά στη λοφοσειρά δεν είχε γίνει ακόμα τίποτα, απλώς οι λύκοι είχαν πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής. Ένας από αυτούς ξάπλωσε καταγής. Ο Γκρουντ το θεώρησε πανέξυπνο. Βλέπετε, ο λύκος έκανε τον εαυτό του δόλωμα, για να του επιτεθεί ο ρινόκερος και να βρουν ευκαιρία οι υπόλοιποι να επιτεθούν με τη σειρά τους. Ήξερε ότι ήταν αρκετά ευέλικτος ώστε να αποφύγει το χτύπημα με το τεράστιο κέρατο, έστω την τελευταία στιγμή.

Πράγματι, ο ταλαιπωρημένος ρινόκερος κοίταξε τον καθιστό λύκο και χαμήλωσε το κεφάλι του σαν να σημάδευε. Ύστερα το γοργό ποδοβολητό του έκανε τη γη να τρέμει για μερικά δευτερόλεπτα. Ο λύκος σηκώθηκε εγκαίρως, οι υπόλοιποι είχαν φτάσει τώρα δίπλα του. Ο Γκρουντ έκλεισε τα μάτια. Η φύση ήταν σκληρή, ο κόσμος ήταν σκληρός. Το πιο μεγαλόπρεπο ζώο είχε μόλις ηττηθεί από μια αγέλη λύκων. Αλλά ο Γκρουντ δεν έκλεισε τα μάτια του για να αποφύγει τη σκληρότητα της φύσης. Τόσο καιρό πια είχε δει αρκετά. Τα έκλεισε γιατί ήξερε ότι έπρεπε να βρει τρόπο να αντιγράψει αυτή τη σκληρότητα. Να την αντιγράψει ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει. Πώς θα μπορούσε να αμυνθεί απέναντι στο ρινόκερο; Αν του έριχνε με το ξύλο, αυτό θα έσπαγε χωρίς να του κάνει ούτε μια γρατσουνιά.

Καθώς γυρίζανε, σκέφτηκε δυο πράγματα. Το ένα ήταν ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να ζουν σε αγέλες και να μην είναι απομονωμένοι σε σπηλιές οικογένεια οικογένεια. Το άλλο ήταν ότι έπρεπε κάπως να κάνει το όπλο του πιο αποτελεσματικό. Για το πρώτο δεν του έπεφτε ακόμα λόγος. Αλλά για το δεύτερο κάτι θα μπορούσε να κάνει.
Σχόλια
Στο κείμενο συναντάμε μικρές συμβάσεις που καλό είναι να τις λάβουμε υπόψη μας για να μπορούμε να λύσουμε τυχόν απορίες των μαθητών. Η κοινωνική οργάνωση, για παράδειγμα, που παρουσιάζεται, δεν είναι τυπική για την εποχή, αφού οι προϊστορικές οικογένειες στη φάση των νομάδων/κυνηγών ήταν διευρυμένες και δεν ζούσαν απομονωμένες η μία από την άλλη. Ο συγγραφέας επιλέγει ωστόσο να τοποθετήσει τον ήρωα σε μια οικογένεια πυρηνική, πιθανόν για να μπορέσει ο αναγνώστης να ταυτιστεί ευκολότερα μαζί του. Ή ίσως έτσι να διαμορφώνονται ευκολότερα οι συνθήκες που απαιτεί η πλοκή. Αν, ας πούμε, ο Γκρουντ και η οικογένειά του ζούσαν κοντά σε μια μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων, δύσκολα θα έφταναν σε σημείο όπου (σ. 92) ο πατέρας του δε θα προλάβαινε να μαζέψει πολλά ξύλα και να κυνηγάει ταυτόχρονα, έτσι έπρεπε να κάνουν οικονομία είτε στα ξύλα είτε στο φαΐ. Ή ίσως τελικά οι πυρηνικές προϊστορικές οικογένειες (βλ. Flintstones, Croods) να είναι πιο χαριτωμένες.

Στο βίντεο αυτό, παρακολουθούμε σύγχρονες οικογένειες Δανών να κάνουν τις διακοπές τους σε έναν οικισμό που αναπαριστά συνθήκες ζωής παλαιότερων εποχών κάπου στην Κοπεγχάγη... αναρωτιέται κανείς αν στη χώρα μας, που από άποψη ιστορικού πλαισίου και καιρικών συνθηκών συνιστά ιδανικό τόπο διακοπών, οι ιθύνοντες του Υπουργείου Τουρισμού σκέφτονται να οργανώσουν κάτι αντίστοιχο (ποιος δεν θα ήθελε να κατασκηνώσει στον Μαραθώνα ντυμένος Αισχύλος;).
Ξαναζώντας την εποχή του Σιδήρου στην Κορνουάλη (πηγή)
Αν μετά την παρουσίαση του βιβλίου δούμε τους μαθητές μας να ψάχνουν στην αυλή για παλαιολιθικά ευρήματα, καλό είναι να τους ενημερώσουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι επιστήμονες δεν είναι τόσο τυχεροί ώστε να βρίσκουν τα αντικείμενα που τους ενδιαφέρουν απλώς "ψαχουλεύοντας" (βλ. επιφανειακή περισυλλογή) όπως η Ιωάννα -για πρακτικούς λόγους- κάνει στο βιβλίο. Οι παλαιοντολόγοι χρειάζεται να οργανώνουν συστηματικές ανασκαφές, αφού συνήθως το επίπεδο του εδάφους της προϊστορικής εποχής βρίσκεται αρκετά μέτρα κάτω από τα πόδια μας. Στην αριστερή παρακάτω φωτογραφία (πηγή) από το σπήλαιο Φράγχθι, βλέπουμε με τον αριθμό (1) το σύγχρονο επίπεδο του εδάφους, με το (2) εκείνο της Νεολιθικής εποχής, με το (3) το επίπεδο της Μεσολιθικής και στο (4) που μόλις διακρίνεται στο σκοτάδι, το επίπεδο του εδάφους κατά την Παλαιολιθική εποχή.
Χωρίς η απώλεια να ανάγεται σε βασικό θέμα του κειμένου, ο μικρός ήρωας πρέπει να τη διαχειριστεί σε αρκετά σημεία της ιστορίας, αφού αρχικά χάνει (ή νομίζει ότι χάνει) το ζωάκι του, αργότερα τον πατέρα του και τελικά και την υπόλοιπη οικογένειά του, από την οποία υποχρεώνεται να χωριστεί. Ο συγγραφέας επιλέγει να μην εστιάσει ιδιαίτερα σε αυτές τις πτυχές της πλοκής, διατηρώντας το κλίμα όσο γίνεται ελαφρύ... οι αναγνώστες όμως πιστεύω πως λαμβάνουν έτσι κι αλλιώς το μήνυμα ότι η προϊστορική εποχή ήταν αρκετά βίαιη, επικίνδυνη και γεμάτη αντιξοότητες.

Ο μαχαιρόδοντας του Γκρουντ που τον θυμάται μετά από χρόνια, και ξαπλώνει για να δεχτεί τα χάδια του, μας θυμίζει την ιστορία του Κρίστιαν του λιονταριού, που μπορείτε να παρακολουθήσετε στο παρακάτω βίντεο. 
 

Χρήση στην Τάξη
Στην τάξη με αφορμή το βιβλίο μπορούμε να συζητήσουμε για αρκετά ζητήματα. Πόσα χρόνια χρειάστηκε ο άνθρωπος για να φτάσει από μια εποχή γεμάτη φυσικούς κινδύνους και διατροφική ανασφάλεια στη σύγχρονη (γεμάτη ανθρωπογενείς κινδύνους και οικονομική ανασφάλεια) κοινωνία; Πώς άραγε θα μοιάζει ο κόσμος μας όταν περάσουν άλλα 10.000 χρόνια από σήμερα; Θα μας βλέπουν και μας ως προϊστορικούς οι μελλοντικοί άνθρωποι; Ποια σημάδια μας θα μπορούν να διαβάσουν για να καταλάβουν πώς ζούσαμε; Και μπορούμε να φανταστούμε πού θα έχει οδηγήσει η πρόοδος το ανθρώπινο γένος μέχρι τότε;

Ένα ακόμα ενδιαφέρον θέμα συζήτησης που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε ως δίλημμα στο μάθημα των Θρησκευτικών, είναι η απόφαση του πατέρα (σ.108) να θυσιαστεί για την οικογένειά του. Πηγαίνοντας να συναντήσει τα θηρία, είναι σίγουρο πως προστατεύει την οικογένειά του ή μήπως την εγκαταλείπει στο έλεος (των ίδιων ή) άλλων κινδύνων; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση του;

Σε ό,τι αφορά διαδραστικές δραστηριότητες, θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε με ένα πρωτότυπο παιχνίδι δημιουργικότητας και ανακάλυψης.

Προεργασία: Οι μαθητές παίρνουν από ένα χαρτί Α4 και χαράζουν με το μολύβι τους 2 κάθετες γραμμές, ώστε να διαμορφωθούν τρία ίσα τμήματα. Καλούνται στη συνέχεια να σκεφτούν μια απλή ιστορία, να τη χωρίσουν σε τρεις σκηνές και να τις αποδώσουν με σκίτσα στα ισάριθμα αυτά μέρη.

Δημιουργικό μέρος: Οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες, κάθε μια από τις οποίες παίρνει τρία λευκά βότσαλα ή τρία μεγάλα κομμάτια από ένα σπασμένο πήλινο αγγείο (π.χ. τσανάκα). Στα τρία αυτά κομμάτια, τα μέλη της καλούνται να αποδώσουν με λαδοπαστέλ μια σύντομη ιστορία σε τρεις σκηνές. Στη συνέχεια τα βαμμένα βότσαλα / πινακίδες θάβονται κάτω από λίγο χώμα στο παρτέρι της αυλής ή σε κάποια γλάστρα.

Ανακαλυπτικό μέρος: Στα μέλη κάθε ομάδας, υποδεικνύεται το μέρος που είναι θαμμένα τα βότσαλα / πινακίδες που έθαψε η άλλη. Πρέπει να τα ξεθάψουν με προσοχή, να τα καθαρίσουν χωρίς να καταστρέψουν τις παραστάσεις και να τα βάλουν σε σειρά, προσπαθώντας στη συνέχεια να ανασυνθέσουν την αρχική ιστορία. Αν μάλιστα ήμασταν τυχεροί στο σπάσιμο του πήλινου αγγείου, μπορούμε να δοκιμάσουμε να το ξανακολλήσουμε, σαν μικροί συντηρητές έργων τέχνης.
Μια άλλη ευχάριστη και δημιουργική (αν και απαιτητική για τις μικρότερες τάξεις) δραστηριότητα θα ήταν να ζητήσουμε από τα παιδιά να ζωγραφίσουν την οικογένειά τους όπως θα έμοιαζε αν ζούσε την εποχή του μικρού Γκρουντ. Τι θα ήταν διαφορετικό και τι θα έμοιαζε σε σχέση με μια σύγχρονη ζωγραφιά πάνω στο ίδιο θέμα;

Παραμένοντας στα εικαστικά, θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να χρωματίσουμε κάποια σχέδια με τη βοήθεια φυσικών χρωμάτων από φρούτα, όπως ο Γκρουντ κάνει στο βιβλίο (σ.57-58) με τα κίτρα και τα βατόμουρα. Λεπτομέρεια: τα κίτρα μπορούν όντως να δώσουν ένα ωραίο πορτοκαλί χρώμα στις ζωγραφιές μας, δύσκολα όμως θα μπορούσε να τα έχει χρησιμοποιήσει ο ήρωας στην προϊστορική Ελλάδα, καθώς το κίτρο έφτασε στην Μεσόγειο γύρω στο 300 π.Χ. και μόνο αφού ο Μ. Αλέξανδρος κατέκτησε την Περσία.
Ο Αλέκος με τα κυδώνια (περισσότερα εδώ)

Εμείς τελικά επικεντρωθήκαμε στον μαχαιρόδοντα της ιστορίας, το "τερατάκι" του τίτλου. Αφού παρουσιάσαμε το προϊστορικό ζώο στα παιδιά της Α' τάξης (ο Σπύρος εντυπωσιάστηκε και ζήτησε μια εικόνα του για να τον αντιγράψει) και μιλήσαμε για τους σύγχρονους απογόνους του (που κάνουν νιάου-νιάου στα κεραμίδια), κατασκευάσαμε μερικά πτυσσόμενα τερατάκια! Αν θέλετε να δημιουργήσετε το δικό σας Monster - Έκπληξη, το μόνο που χρειάζεστε είναι ένα χαρτί Α4 που θα διπλώσετε σε τέσσερα κομμάτια, θα σχεδιάσετε προσεκτικά και έπειτα θα χρωματίσετε. Πριν ξεδιπλωθεί κάθε χαρτί αυτό που φαίνεται είναι απλώς ένα ήρεμο ζωάκι, μόλις όμως τραβηχτούν οι δύο άκρες του... γρρρρ!

Share/Bookmark

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Τότε που χτιζόταν ο Παρθενώνας

Υπόθεση
Αθήνα, 433 προ Χριστού. Καθώς τα έργα κατασκευής των νέων μνημείων της Ακρόπολης προχωρούν, η 9χρονη Μερόπη ζει μέρα με τη μέρα τη χαρά όλων των Αθηναίων. Όλων, εκτός από τον παππού του φίλου της του Άγη, που νιώθει ακόμα πόνο και νοσταλγία για την παλιά, «τη δική του Ακρόπολη» που οι Πέρσες έκαψαν πριν 40 χρόνια. Ψάχνοντας έναν τρόπο να πείσουν τον γέρο μαραθωνομάχο να ανέβει στον ιερό βράχο και πάλι, τα παιδιά συζητούν με τους φίλους τους στην πλατεία. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί την περιπέτεια που τα περιμένει σύντομα...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Ουρανία Τουτουντζή
Εικονογράφηση: Σοφία Παπαδοπούλου
ISBN: 978-960-04-4316-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες:162
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Συμπαθητικό διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που (όπως λέει και ο τίτλος) μας γυρίζει στην εποχή που χτιζόταν ο Παρθενώνας. Η γλώσσα είναι απλή και σαφής, το κείμενο όμως παρουσιάζει αδυναμίες. Η πλοκή κινείται γύρω από μια χαριτωμένη ιδέα (τα παιδιά βοηθούν έναν ηλικιωμένο ήρωα να ξεπεράσει τον ψυχικό του πόνο) που όμως αρχίζει να ξεδιπλώνεται αρκετά αργά - περίπου στη σελίδα 100. Μέχρι τότε, το κείμενο μας συστήνει τους ήρωες, κάνει μια περίληψη των περσικών πολέμων και μας ξεναγεί στον ιερό βράχο με τη βοήθεια του Ικτίνου. Το βιβλίο χωρίζεται σε 7 κεφάλαια (6-34 σελίδων) δύο από τα οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλα, και καθώς οι ρυθμοί είναι αργοί, ίσως κουράσουν τους λιγότερο αποφασισμένους. Η εικονογράφηση είναι αραιή αλλά παρούσα, χωρίς να αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με το κείμενο. Λόγω θεματικής, θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές της Δ', αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά που ενδιαφέρονται για την αρχαία Αθήνα και την Ακρόπολη.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Χαριτωμένη ιδέα
  • Πληροφορίες για την Ακρόπολη

  • Κείμενο με αδυναμίες 
  • Απλοϊκές προσεγγίσεις
  • Μεγάλα κεφάλαια που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Ιστορία - Αρχαιολογία, Τέχνη, Απώλεια, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν η παρέα της πλατείας δείχνει την αλληλεγγύη της και αποφασίζει να βοηθήσει τον Άγη και τη Μερόπη.

Εικονογράφηση
Ένα δισέλιδο σκίτσο του Παρθενώνα, 3-4 ολοσέλιδα όπως αυτό της εικόνας και περίπου 10 μικρά, εμβόλιμα στο κείμενο, το συνοδεύουν, προσθέτοντας στην αισθητική αξία του βιβλίου.

Απόσπασμα
Συνεχίζοντας έπειτα να προχωρά στο βορινό φρύδι του λόφου, πρόσθεσε:

«Λίγο πιο πέρα ήταν ο παλιός ναός του Ηφαίστου. Είναι πολλά ακόμη αυτά που μένει να οικοδομήσουμε από την αρχή… κι εδώ ήταν ο βωμός του Ερεχθέα, δίπλα σε αυτήν εδώ τη σπηλιά όπου ακόμα φωλιάζει το ιερό του φίδι. Εδώ ήταν και το ιερό του Ποσειδώνα, εδώ και το παλιό Ερέχθειο, που και αυτό κάηκε από τους Πέρσες. Κι εδώ ακριβώς, καθώς έχουμε αποφασίσει να σεβαστούμε τη θέση των παλιών ιερών, πρόκειται να χτιστεί το νέο Ερέχθειο. ένας ναός αφιερωμένος στον Ερεχθέα, στον Ποσειδώνα και στην Αθηνά, ακριβώς στο σημείο όπου ο θεός και η θεά αγωνίστηκαν κάποτε για την αγαπημένη τους Αθήνα. Κοιτάξτε, το έχετε δει ποτέ αυτό;

Τα παιδιά έσκυψαν και κοίταξαν προς το μέρος του βράχου που τους έδειχνε ο Ικτίνος: τρεις ακανόνιστες τρύπες, που ήταν τα σημάδια τα οποία είχε αφήσει επάνω στο βράχο η τρίαινα του Ποσειδώνα.

«Όπως κι αν διαμορφωθούν στο τέλος τα σχέδια του ναού που θα χτιστεί εδώ», είπε ο Ικτίνος, το σίγουρο είναι πως θα υπάρχει σε αυτό ακριβώς το σημείο μια στοά χωρίς στέγη ή με κάποιο ειδικά μελετημένο άνοιγμα από πάνω, ώστε πάντοτε το φως του ήλιου και των νυχτερινών άστρων να χαιρετίζουν το σημάδι που άφησε η τρίαινα του θεού».

Τα παιδιά έσκυψαν περισσότερο, ψηλάφησαν με τα χέρια τους τις τρεις τρύπες κι ένιωσαν να κυριεύονται από δέος. Εκεί, δίπλα τους, ήταν η πηγή με το αλμυρό νερό, το δώρο που ο Ποσειδώνας δεν πήρε ποτέ πίσω από τους πολίτες της Αθήνας, κι ας είχαν διαλέξει εκείνοι για προστάτιδά τους τη θεά Αθηνά. Λίγο πιο πέρα, μια άλλη σπηλιά μέσα σχεδόν στο βράχο μαρτυρούσε την πανάρχαιη τοποθεσία του ιερού του Κέκροπα. Κι όλα αυτά τα ιερά, όλα αυτά τα σημεία του βράχου με την τόσο ιδιαίτερη σημασία που είχε το καθένα για τους Αθηναίους και τις Αθηναίες, έμελλε να ενωθούν αρμονικά στο καινούριο Ερέχθειο που θα χτιζόταν αργότερα. Πώς θα ήταν άραγε; Αυτό αναρωτιόνταν τώρα τα παιδιά, που δυσκολεύονταν να φανταστούν τη μορφή που θα είχε ο ναός. Πώς θα ενώνονταν όλα αυτά τα ιερά σε ένα, που θα σεβόταν τη σημασία και την προϊστορία του καθενός ξεχωριστά; Τα παιδιά δεν είχαν προλάβει το παλιό Ερέχθειο, και δεν είχε ακόμα φτάσει η στιγμή που θα αντίκριζαν το καινούριο.

«Κι έτσι τώρα», είπε ο Ικτίνος σαν να μάντευε τις σκέψεις τους, «δεν μπορούμε παρά να κλείνουμε τα μάτια μας και να προσπαθούμε να δούμε με τα μάτια της καρδιάς μας αυτό που πρόκειται να υπάρξει εδώ αργότερα».

Τώρα, χωρίς να έχουν συνεννοηθεί, αλλά σαν αυτό να αποτελούσε την κορύφωση αυτής της περιήγησης στον ιερό βράχο, σαν να υπάκουαν, θα ‘λεγες, σε μια δύναμη που τους οδηγούσε και τους ξεπερνούσε, βάδισαν και οι τρεις προς το μέρος όπου βρισκόταν η ιερή ελιά, πολύ κοντά στο μέρος που είχε στηθεί τα πανάρχαια χρόνια ο βωμός του Ερκείου Διός, και στάθηκαν κάτω από τη σκιά της.

«Αυτό, παιδιά μου, που μας έδωσε το κουράγιο να ξεκινήσουμε να χτίζουμε πάλι ναούς και ιερά εδώ πάνω στο βράχο ήταν ετούτο εδώ το δέντρο», τους είπε ο Ικτίνος.

«Η ελιά της Αθηνάς», ψιθύρισε η Μερόπη.

«Ούτε για μια στιγμή μετά την πυρκαγιά δεν απέμεινε αυτό το δέντρο κούτσουρο καμένο», είπε ο Ικτίνος. «αμέσως η αρχαία ρίζα πέταξε νέο βλαστό. Κι αν το δέντρο που βλέπετε τώρα εδώ είναι νεαρό, ρίζα πανάρχαιη το δένει με τη γη καθώς η ελιά είναι αιωνόβιο δέντρο».

Ο Ικτίνος σταμάτησε, πήρε βαθιά ανάσα, κι έπειτα συνέχισε: «γι’ αυτό και είναι ετούτη εδώ η ελιά που θα κάνει να αναγεννηθεί και η ελπίδα στην καρδιά του παππού σου, Άγη. Και μη νομίζεις πως ο παππούς σου είναι μόνος του…»

«Α, μα όχι», βιάστηκε να αποκριθεί ο Άγης. «Ο παππούς έχει βέβαια εμάς, έχει τους γονείς μου, εμένα, τους φίλους μας…»

«Σίγουρα έχει εσάς», είπε χαμογελώντας ο Ικτίνος, «όμως άλλο εννοούσα εγώ. Σαν τον παππού σου, Άγη, υπάρχουν, κι άλλοι πολλοί ακόμη. Τι νομίζεις, ότι είναι ο μόνος απ’ όσους πολέμησαν στο Μαραθώνα κι απ’ όσους πολέμησαν στη Σαλαμίνα που ζει ακόμα;»

«Δεν το είχα άλλοτε σκεφτεί αυτό, Ικτίνε», είπε ξαφνιασμένος ο Άγης. «Ήταν πάντα τόσο μεγάλη η έγνοια μου για τον παππού μου, που δε σκέφτηκα πως… πως δεν είναι ο μόνος, πως είναι κι άλλοι που μοιράζονται τις σκέψεις του κι όλα αυτά που νιώθει…»

«Κι άλλοι που είδαν την Ακρόπολή τους ερειπωμένη», πρόσθεσε ο Ικτίνος κοιτώντας τον Άγη.

«Και είναι όλοι τους… σαν τον παππού του Άγη;» ρώτησε η Μερόπη. «Κανείς τους δεν έρχεται εδώ πάνω να θαυμάσει τους καινούριους ναούς;»

«Είναι κάποιοι που ανεβαίνουν», αποκρίθηκε ο Ικτίνος. «Έρχονται εδώ πάνω, και τους αναγνωρίζεις από μακριά ότι ανήκουν σ’ εκείνες τις γενιές… όχι μονάχα από τα άσπρα τους μαλλιά, γιατί τέτοια έχουν κι άλλοι, νεότεροί τους. Αλλά τους αναγνωρίζεις από μια σκιά που σκοτεινιάζει το βλέμμα τους ακόμη και την ίδια τη στιγμή που θαυμάζουν όσα βλέπουν ολόγυρά τους. Κι έπειτα, βέβαια, είναι κι εκείνοι που, σαν τον παππού του Άγη, δε θέλησαν ποτέ να ανεβούν και να δουν».

Ο Ικτίνος σώπασε για λίγο κι ύστερα εξακολούθησε από εκεί που είχε σταματήσει:

«Άνθρωποι τίμιοι όλοι τους, που αγωνίστηκαν με υπερηφάνεια, όχι επειδή κάποιος άλλος τους πρόσταζε να το κάνουν , μα επειδή τους πρόσταζε η καρδιά τους. κι επειδή ήξεραν πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος όχι μονάχα για κείνους τους ίδιους. Γιατί, αν μας είχαν νικήσει οι Πέρσες, θα ζούσαμε πια κάτω από την πιο σκληρή μοναρχία, κι αυτοί, περνώντας από τη χώρα μας, θα κατευθύνονταν προς τις πιο δυτικές χώρες ανεμπόδιστοι και θα υποδούλωναν κι άλλους λαούς. Εμείς όμως δεν τους νικήσαμε απλώς, αλλά μετά απελευθερώσαμε και τις πόλεις τη Ιωνάς από το ζυγό τους».

«Ο παππούς», ξαναμίλησε ο Άγης και αυτή τη φορά η φωνή του ήχησε πιο δυνατή και χαρούμενη, «μου το έχει πει κι αυτό, ότι δηλαδή όταν νικήσαμε τους Πέρσες δε νικήσαμε μόνο ένα στρατό που ήθελε να μας κατακτήσει, αλλά τον ίδιο το δεσποτισμό, που είναι το αντίθετο της δημοκρατίας».

«Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, παιδιά», είπε κοιτώντας τους πολύ σοβαρά μέσα στα μάτια ο Ικτίνος. «να το θυμάστε πάντα αυτό. Οι άνθρωποι που εμπόδισαν τότε τους Πέρσες εμπόδισαν την εξάπλωση ενός πολιτικού συστήματος που δε γνώριζε το σεβασμό στον άνθρωπο. Δίπλα στην αναγεννημένη ελιά της Αθηνάς αναγεννήθηκε και το δέντρο της δημοκρατίας μας. Οι ρίζες υπήρχαν, οι ρίζες αυτές είναι πανάρχαιες…»

Ο Ικτίνος σταμάτησε πάλι για λίγο. Στέκονταν και οι τρεις τους κάτω από το φύλλωμα της ιερής ελιάς. Ο κορμός του δέντρου ήταν ακόμα λείος, σημάδι πως το δέντρο ήταν νεαρό. Η Μερόπη έσκυψε, άγγιξε με το χέρι της τις ρίζες του δέντρου που απλώνονταν, μισές έξω από τη γη και μισές μέσα, βαθιά ως την καρδιά του βράχου. Ο Άγης τέντωσε λίγο το χέρι του προς τα πάνω, άγγιξε ένα κλαδί, και χάιδεψε κι εκείνος δυο μικρά φύλλα, σαν λόγχες ασημένιες από τη μια μεριά και σκουροπράσινες από την άλλη.

«Καταλάβατε λοιπόν, παιδιά;» ρώτησε στο τέλος στοργικά τα δύο παιδιά ο Ικτίνος.

Εκείνα δεν του απάντησαν. Έμειναν σιωπηλά, για ώρα πολλή, κάτω από την ελιά. Είχαν καταλάβει.
Σχόλιο
Κάποιες εκφράσεις που συναντάμε στο κείμενο, δείχνουν ότι η επιμέλειά του ίσως έγινε βιαστικά. Για παράδειγμα στη σ.92 διαβάζουμε Αλλά βλέποντάς τον τώρα μέσα από τα μάτια αυτών των παιδιών που εκείνα τον έβλεπαν μέσα από τα δικά του μάτια... και λίγο νωρίτερα στη σ. 82 Το όραμά του δε διέφερε από αυτό που είναι τώρα το δικό μας όραμα. Ήταν η ίδια η Αθήνα το όραμά του. Αντίστοιχα, μόνο στο πρώτο κεφάλαιο πληροφορούμαστε τρεις φορές για την ηλικία της μικρής Μερόπης: Η Μερόπη ήταν εννέα χρονών πια (σ.12) Η Μερόπη, στα εννέα της χρόνια (σ.16) Η Μερόπη είχε πια μεγαλώσει, ήταν ήδη εννέα ετών (σ.22).

Πέρα απ' αυτό, κάποιες από τις ιστορικές πληροφορίες που παρατίθενται, δεν είναι ιδιαίτερα ακριβείς. Για παράδειγμα, διαβάζουμε στη σελ. 47 ότι οι Φωκείς που φρουρούσαν την Ανοπαία ατραπό έπεσαν νεκροί από τα όπλα των Περσών, ενώ σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (βιβλίο Ζ' παρ.212 και 213), ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού για να προστατευτούν από τους Πέρσες, οι οποίοι τους παρέκαμψαν και κατηφόρισαν βιαστικά για να βρεθούν πίσω από τον Λεωνίδα. Πιο κοντά στα συγκεκριμένα  γεγονότα, φαίνεται να είναι η περιγραφή του Χάρη Σακελλαρίου στο Ένα παιδί από σίδερο.

Το ότι οι σύμμαχοι αγκάλιασαν με ενθουσιασμό την ανοικοδόμηση της Ακρόπολης (σ.15), φαίνεται επίσης να μην αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Την εποχή εκείνη, η Αθήνα καταπίεζε τους συμμάχους της, κρατώντας τους με τη βία κάτω από την ηγεμονία της. Ταυτόχρονα, είχε ιδιοποιηθεί το ταμείο της Δήλου και για να χτιστούν οι ναοί της χρησιμοποιούσε το κοινό χρυσάφι, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Οι σύμμαχοι δεν θα μπορούσαν να είναι ενθουσιασμένοι με όλα αυτά. Αντιδράσεις, για να μην ψάξουμε πολύ μακριά, υπήρξαν μέσα στην ίδια την Αθήνα· το 444 π.Χ. ο αρχηγός των συντηρητικών Θουκυδίδης του Μελησία, κατηγόρησε τον Περικλή ότι για τα έργα αυτά κατασπατάλησε το δημόσιο χρήμα - εδώ το πλήρες κείμενο του Πλουτάρχου - και εδώ μπορείτε να διαβάσετε σχετικά με το κόστος ανέγερσης των μνημείων της Ακρόπολης σε σύγχρονα οικονομικά μεγέθη.

Διαβάζουμε στις σ.59-60 «Αλήθεια, Έρση, ο Ερμογένης μου είπε μια μέρα ότι τα πολύ παλιά χρόνια υπήρχαν ξύλινα αγάλματα και ξύλινοι ναοί πάνω στην Ακρόπολη, πολύ απλοί και λιτοί» (...) «Ναι, τα πολύ παλιά χρόνια υπήρχαν πάνω στην Ακρόπολή μας πολλά ξύλινα κτίσματα. Οι τεχνίτες εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν βέβαια και την πέτρα, όμως οι στέγες των ναών, όπως και πολλά από τα αγάλματα, φτιάχνονταν από ξύλο.» Για να μη δημιουργηθούν στους μικρούς αναγνώστες λανθασμένες εντυπώσεις, καλό είναι σχετικά με τα παραπάνω να αναφέρουμε ότι μπορεί στην κλασική εποχή σε αρκετές περιπτώσεις το ξύλο να αντικαταστάθηκε από πέτρα, όμως ως υλικό ούτε ξεχάστηκε (για να μιλούν γι' αυτό οι γηραιότεροι στα παιδάκια), ούτε εγκαταλείφθηκε. Ξύλινα αγάλματα και αγαλμάτια (βλ. φωτογραφία), κτήρια και στέγες εξακολούθησαν να κατασκευάζονται, παρότι δεν σώζονται μέχρι τις μέρες μας λόγω κλιματικών συνθηκών. Να θυμίσουμε π.χ. ότι ο ίδιος ο Παρθενώνας είχε ξύλινη στέγη (καλυμμένη από μαρμάρινα κεραμίδια) αλλά και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού που χτίστηκε 600 χρόνια μετά τα γεγονότα του βιβλίου, διέθετε στέγη από ξύλο κέδρου.
Στο βιβλίο, οι Πέρσες χαρακτηρίζονται σκληροί και άσπλαχνοι (σ.41) και διαβάζουμε ότι το μόνο που ξέρουν είναι να καταστρέφουν ό,τι δεν μπορούν να φτάσουν (σ.43). Πέρα από τις γενικεύσεις και το μισαλλόδοξο του πράγματος, αν δεν θέλουμε οι νεαροί αναγνώστες να διαμορφώσουν την άποψη ότι οι Πέρσες έκαψαν την Αθήνα από κόμπλεξ κατωτερότητας, ίσως θα ήταν καλό να τους ενημερώσουμε ότι στη συγκεκριμένη διαμάχη οι Αθηναίοι ήταν αυτοί που πρώτοι έβαλαν φωτιά (έστω και κατά λάθος) στις περσικές Σάρδεις το 498 π.Χ., όταν τις πολιόρκησαν μαζί με άλλους Ίωνες. Ωστόσο, επειδή η αναφορά σε ανεγκέφαλους βαρβάρους μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν παραδείγματα εισβολέων όπως οι Έρουλοι, που το 267 μ.Χ. ισοπέδωσαν την Αθήνα.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τα παραπάνω, οι χρυσοφόροι Μήδοι περιγράφονται στη σελ. 44 ως ασήμαντοι, με την επιδίωξη να περάσει στους αναγνώστες το μήνυμα ότι το χρυσάφι δεν έχει αξία μπροστά στην αιωνιότητα. Βέβαια, χωρίς το χρυσάφι ούτε και τα αιώνια έργα της Ακρόπολης θα είχαν χτιστεί, αλλά αυτό αφορά μιαν άλλη συζήτηση. Ο λόγος που κάνουμε την αναφορά είναι ότι το παραπάνω συμπέρασμα αγγίζεται μάλλον επιφανειακά και ότι οι λίγες και κάπως βεβιασμένες αναφορές, δύσκολα θα βρουν τον στόχο τους.
Ολοκληρώνοντας τα σχετικά με το κείμενο, να σχολιάσουμε ότι η τρισέλιδη περιγραφή της στενοχώριας των Αθηναίων για την Ακρόπολη που καταστράφηκε (σ.12-14), μπορεί να μοιάζει ελλιπής καθώς δεν περιέχει λέξη για τους ηρωικούς υπερήλικες που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τα ιερά, λειτουργεί όμως όμορφα ως προοικονομία για τα συναισθήματα του παππού, τον οποίο θα γνωρίσουμε αργότερα. Και μια και το μουντιάλ για την ομάδα μας μόλις τελείωσε, να πούμε ότι ο παππούς του Άγη δε θα εκτιμούσε καθόλου το γραφικό που δημοσίευσαν οι Tico Times του Σαββάτου, ενόψει του αγώνα της Εθνικής μας ομάδας με την Κόστα Ρίκα. Ο Sloth Kong, αφού πέρασε από Αγγλία και Ιταλία, κατάφερε τελικά να καταστρέψει και τον Παρθενώνα.
Στη σελ. 78 διαβάζουμε στο όμορφο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδας που είχε οικοδομήσει ο Πεισίστρατος (...) πήγαιναν οι γυναίκες που περίμεναν παιδί για να προσευχηθούν στη θεά Άρτεμη να πάνε όλα καλά. Η Άρτεμη, βλέπεις, είναι η θεά που προστατεύει τη γέννα...

Στη σημερινή εποχή, χιλιάδες χρόνια -και μία θρησκεία- αργότερα, τον ρόλο της βοηθού των μητέρων έχει αναλάβει πλέον η Μεγαλόχαρη. Έτσι, στο μοναστήρι της Παναγίας Τσαμπίκας στη Ρόδο, τα κέρινα ομοιώματα μωρών συνωστίζονται κοντά στην εικόνα της, όπως κάποτε συνέβαινε με τα μαρμάρινα αγαλματάκια που αφιερώνονταν στην Αρτέμιδα της Βραυρώνας (βλ. φωτογραφίες).

Χρήση στην τάξη
Το θέμα του βιβλίου εντάσσεται ιδανικά στα μαθήματα για την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Στις σελίδες 72-73 φαίνεται ο σεβασμός που νιώθει ο Ικτίνος για τους πρώτους ενοίκους της που έζησαν στη Νεολιθική εποχή. Περισσότερα για την ιστορία του ιερού βράχου μπορούμε να διαβάσουμε εδώ ενώ υπάρχουν πολλά σχετικά animations. Μια κομψή 3D παρουσίαση θα βρούμε εδώ ενώ μπορούμε να απολαύσουμε κι ένα από τα πολλά εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Μια εικονική ή (ακόμα καλύτερα) πραγματική επίσκεψη στο μουσείο της Ακρόπολης, θα έκλεινε ιδανικά τις σχετικές δραστηριότητες. Να ενημερώσουμε ότι από σήμερα και για 10 ημέρες (1 έως 10 Ιουλίου 2014), πραγματοποιούνται στο μουσείο καλοκαιρινές αποδράσεις για παιδιά 7-12 ετών ενώ σύμφωνα με αυτό το άρθρο, μέσα στην εβδομάδα θα παραλάβουμε και μια Ακρόπολη φτιαγμένη από LEGO, προσφορά του μουσείου Nicholson του πανεπιστημίου του Σίδνεϊ!
http://www.theacropolismuseum.gr/el/content/ekpaideytiko-yliko

Share/Bookmark

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ο μικρός ζωγράφος των βράχων

Υπόθεση
Ο 6χρονος Ποκ, ένα αγόρι της παλαιολιθικής εποχής, ζει σε μια σπηλιά μαζί με τους γονείς του και τα υπόλοιπα μέλη της φυλής. Θέλει να γίνει κυνηγός, αλλά βλέπει ότι οι μεγαλύτεροι δεν τον υπολογίζουν ακόμα λόγω της νεαρής του ηλικίας. Την ημέρα των γενεθλίων του, η μητέρα τού αποκαλύπτει έναν τοίχο με ζωγραφιές, που τα σχήματα και τα χρώματά τους τον καταγοητεύουν. Από εκείνη τη στιγμή, ξεχνάει το κυνήγι και θέλει μόνο να ζωγραφίζει. Σύντομα, γνωρίζεται με τον παππού - ζωγράφο της φυλής, ο οποίος θα τον διδάξει με υπομονή και θα τον βοηθήσει να ζωγραφίσει το πρώτο του έργο.
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καλειδοσκόπιο
Συγγραφέας: Μαρία Πετκανοπούλου
Εικονογράφηση: Άννα Καρνή
ISBN: 978-960-471-028-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 44
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γ', Δ'
Ιστότοπος του βιβλίου εδώ
Απόσπασμα του βιβλίου από τον Μικρό Αναγνώστη εδώ

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα προϊστορικής μυθοπλασίας, που μας μεταφέρει στα πρώτα βήματα ενός μικρού καλλιτέχνη της ανώτερης παλαιολιθικής εποχής (35.000-10.000 π.Χ.). Η γραφή είναι απλή και γεμάτη τρυφερότητα, σε ορισμένα όμως σημεία η έκφραση ίσως θα μπορούσε να είναι λιγότερο αποσπασματική και περισσότερο σαφής. Η αφήγηση μας οδηγεί με μαεστρία ανάμεσα στο λογοτεχνικό και το πληροφοριακό μέρος, επιτρέποντάς μας να έρθουμε αβίαστα σε γνωριμία με τις τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην προϊστορική εποχή. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη: σκληρό εξώφυλλο, ζωγραφιές με απλοϊκότητα που ίσως αποδίδουν την "αγνότητα" της εποχής, και κυριαρχία της εικονογράφησης έναντι του κειμένου (3/4 προς 1/4 στο δισέλιδο). Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε ένα ενημερωτικό παράθεμα με πληροφορίες για τα "Πού πώς πότε και γιατί;" της εποχής. Οι ζωγραφιές βοηθούν στη δημιουργία ατμόσφαιρας, εξηγούν και συνοδεύουν το κείμενο και κάνουν την ανάγνωσή του πιο ξεκούραστη. Το ανάγνωσμα προτείνεται περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων τάξεων, και σίγουρα σε όσους ενδιαφέρονται για την προϊστορία και τις απαρχές της ζωγραφικής.

  • Τρυφερές εικόνες
  • Πληροφορίες για την προϊστορική εποχή
  • Προσεγμένη έκδοση

  • Από ορισμένα σημεία λείπει σαφήνεια

Αξίες - Θέματα
Προϊστορία, Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Τέχνη

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Ποκ ανακαλύπτει τη σπηλιά με τις ζωγραφιές, μένει με ανοιχτό το στόμα και τις κοιτάζει γεμάτος θαυμασμό.

Εικονογράφηση
Αρκετά απλοϊκή αλλά και πανταχού παρούσα, η εικονογράφηση διατηρεί κυρίαρχο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα. Αντικατοπτρίζει τον κόσμο με γήινα χρώματα και πολλή αθωότητα, όπως ακριβώς και η ματιά του ήρωα.
Απόσπασμα
Ενθουσιάστηκε με όσα είδε, αλλά πιο πολύ μ’ εκείνο το καρβουνάκι… 
Το έπιασε στα χέρια του και προσπάθησε να σχεδιάσει κι αυτός κάτι.
Πόσο ευχάριστο ήταν να τραβάει γραμμές με το καρβουνάκι!
Κι ας του μουντζούρωνε τα χέρια… Δεν χόρταινε να σχεδιάζει.

Ζήτησε από τη μαμά του να του το χαρίσει. 
Αυτή χαμογέλασε και τον οδήγησε στη σβησμένη φωτιά:
μπορούσε να πάρει από εδώ όσα καρβουνάκια ήθελε!

Με μαυρισμένα ήδη τα χεράκια του, γέμισε τις χούφτες του και βγήκε έξω.

Τα φυτά, η φύση και τα ζώα δεν τον συγκινούσαν πια.
Ξέχασε το παράπονο των τελευταίων ημερών. 
Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βρει λείες επιφάνειες στους βράχους, 
για να καταπιαστεί με την καινούρια του ανακάλυψη.

Τι πρόκληση εκείνο το καρβουνάκι!

Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος και ξεκίνησε.
Στην αρχή τράβηξε μόνο γραμμές· μετά, προσπάθησε να φτιάξει έναν κύκλο, 
σαν τον ήλιο που έβλεπε στον ουρανό και σαν τα σχήματα του ημερολογίου.

Όταν τελικά τα κατάφερε, χάρηκε πάρα μα πάρα πολύ.

Δεν σταματούσε να σχεδιάζει κύκλους και κυκλάκια, 
κύκλους μεγάλους και κυκλάκια μικρά, το ένα μέσα στο άλλο, 
το ένα δίπλα στο άλλο. Όλο και πιο όμορφα.

Ενθουσιασμένος, δεν χόρταινε να τα βλέπει και να τα καμαρώνει. 
Ήθελε όμως να βρει και έναν τρόπο να τα βάψει, και μάλιστα 
με το χρώμα που είχαν οι κύκλοι των ημερολογίων…

Προσπάθησε να θυμηθεί πώς ήταν τα φρούτα,
τα φυτά και οι καρποί που είχε βρει τις προηγούμενες μέρες.

Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα…

Η κοιλίτσα του άρχισε
να γουργουρίζει από την πείνα,
όμως εκείνος δεν ήθελε να γυρίσει
στη σπηλιά για να φάει, δεν ήθελε
να απομακρυνθεί από τα σχέδιά του.

Φοβόταν μήπως έρθει κάποιος και του τα χαλάσει.

Θυμήθηκε τις αγριοφράουλες…

Έτρεξε, τις ξαναβρήκε, έφαγε μέχρι να χορτάσει και πήρε μερικές μαζί του.
Ευτυχώς, τα σχέδιά του ήταν όπως
τα είχε αφήσει: κανένας δεν είχε έρθει, κανένας δεν τα είχε δει.

Ήταν μόνο δικά του!

Ζούληξε πάνω στα σχέδιά του τις φράουλες, για να τα βάψει.

Όμως δεν του άρεσε…

Καινούρια ερωτηματικά, καινούρια προβλήματα στο μικρό του μυαλουδάκι. 
Κάθισε κοντά στο βράχο μέχρι αργά το απόγευμα, με την ίδια απορία να τον βασανίζει:

«Πώς θα βάψω τα κυκλάκια;»

Και όταν ο ήλιος κόντευε πια να κρυφτεί, απογοητευμένος που δεν είχε βρει τίποτα, σηκώθηκε να φύγει.
http://www.youtube.com/watch?v=MphhJJh4pT8
Στην ταινία The Croods, η Eep παρακολουθεί για πρώτη φορά τα παιχνίδια που κάνει το φως στην οροφή της σπηλιάς
Σχόλιο
Μετά την απόρριψη του μικρού Ποκ από τους κυνηγούς, η συγγραφέας μας περιγράφει το πώς η παρατηρητικότητά του αρχίζει να οξύνεται με το πέρασμα του χρόνου. Ο ήρωας, επηρεασμένος από την τέχνη, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα παιχνίδια του φωτός και της σκιάς. Σε επίπεδο ρεαλισμού ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα παιδί που ενώ ζει όλη μέρα μέσα στη φύση, ανακαλύπτει τα χρώματα της δύσης του ηλίου για πρώτη φορά στα έξι του χρόνια.

Σε ένα σημείο του κειμένου το νήμα της αφήγησης κόβεται απότομα, οπότε οι μικροί αναγνώστες ίσως χρειαστούν βοήθεια. Πρόκειται για τη σύνδεση ανάμεσα στις σελίδες 15-17, όπου ενώ αφήνουμε τον Ποκ να κυνηγάει αγριοκούνελα για να αποδείξει την αξία του, αμέσως μετά το σκηνικό έχει αλλάξει εντελώς, και -όπως καταλαβαίνουμε από τα συμφραζόμενα- έχουμε μεταφερθεί έναν ολόκληρο χρόνο αργότερα. 
Μερικά χρώματα και η ετυμολογία τους
 Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, μπορούμε να εμπνευστούμε από το βιβλίο για διάφορες δραστηριότητες εικαστικής φύσεως. Χρησιμοποιώντας τις παλάμες μας και νερομπογιά, φτιάχνουμε μια ομαδική προϊστορική ζωγραφιά· ζωγραφίζοντας με καρβουνάκι, νιώθουμε τη χαρά της δημιουργίας που αισθάνθηκε και ο μικρός Ποκ.

Στα πλαίσια του μαθήματος της Γλώσσας, συζητάμε για το πώς φτιάχνονται τα χρώματα και αναζητούμε την ετυμολογία διαφόρων ονομάτων (βλ. πίνακα πάνω). Γιατί το "κόκκινο" γράφεται με δύο "κ"; Από πού πήρε το όνομά του το χρώμα μπορντό; Και τι διαφορά έχει το γαλανό από το μπλε; 

Στη δική μας τάξη, ετοιμάσαμε στα πλαίσια του προγράμματος Ιστορία της Γραφής μικρές βραχογραφίες, χρησιμοποιώντας κηρομπογιές επάνω σε βότσαλα και λευκές επίπεδες πέτρες. Τα θέματα είχαν να κάνουν με την καθημερινότητα της προϊστορικής εποχής και περιλάμβαναν κυνήγι, συλλογή καρπών, συζήτηση γύρω από τη φωτιά, κ.ά.

Share/Bookmark