Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου

Υπόθεση
Μια ομάδα Βρετανών κομάντος ανατινάζει ένα εργοστάσιο των ναζί στις ιταλικές Άλπεις και κλέβει πολύτιμα πυραυλικά σχέδια των Γερμανών. Στη συνέχεια, ο οδηγός Τζακ Λίμψον, αναλαμβάνει να τους φυγαδεύσει στην Ελβετία επιλέγοντας μια επικίνδυνη διαδρομή. Μια χιονοστιβάδα ωστόσο τους αποδεκατίζει και σώζονται χάρη στην επέμβαση ενός καλόγερου από το μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου. Όσο αναρρώνουν στη μονή, ο ηγούμενος τους ξεναγεί και τους διηγείται την ιστορία του σωτήρα τους, μοναχού Πιερ και του ειδικά εκπαιδευμένου σκύλου του Μπάρι, που τους ανακάλυψε μέσα στα χιόνια.

Πριν περάσει πολύς καιρός, μια ομάδα Γερμανών αλπινιστών που αναζητά τους σαμποτέρ, χτυπάει την πόρτα του μοναστηριού. Θα καταφέρουν άραγε οι αντίπαλοι να συνεννοηθούν πολιτισμένα ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία στον ιερό χώρο, ή είναι η σύγκρουση μοιραία;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Γαλάτεια Γρηγοριάδου - Σουρέλη
Εικονογράφηση: Liz Fainberg
ISBN: 978-960-293-921-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1995
Σελίδες: 174
Τιμή: 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις:

Κριτική
Συγκινητικό μυθιστόρημα που συνδυάζει στοιχεία πολεμικού δράματος και ζωοφιλικής περιπέτειας. Με όμορφη γλώσσα αλλά στήσιμο κειμένου που δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην κατανόηση (σκηνές αλλάζουν έπειτα από ένα απλό κενό, κάτι που μπορεί να μπερδέψει τους αναγνώστες), η συγγραφέας μας διηγείται μια ιστορία βγαλμένη από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και επιχειρεί να αναδείξει αξίες όπως η ειρήνη, η αγάπη προς τον συνάνθρωπο αλλά και προς τους σκύλους. Η πλοκή κινείται σε δύο άξονες: Στον πρώτο παρατηρούμε την σύγκρουση των Βρετανών με τους Γερμανούς στρατιώτες, ενώ στον δεύτερο -που καταλαμβάνει τις σελίδες 44-109 -σχεδόν το 1/3 του βιβλίου- και ίσως κερδίζει τις εντυπώσεις) ενημερωνόμαστε για τις συνθήκες εκπαίδευσης των σκύλων Αγ. Βερνάρδου, μέσα από σύντομες ιστορίες του Μπάρι και του δόκιμου μοναχού Πιερ. Το κείμενο δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, παρότι αυτό θα εξυπηρετούσε στο ευκολότερο διάβασμά του από τους λιγότερο έμπειρους. Αυτοί θα πρέπει επίσης να δείξουν υπομονή, καθώς η κυρίως δράση συγκεντρώνεται ουσιαστικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Εμείς το προτείνουμε περισσότερο σε μαθητές της Στ' Δημοτικού και του Γυμνασίου, που μπορούν να αντιληφθούν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, να εκτιμήσουν την ψυχολογική σύγκρουση των αντιπάλων χαρακτήρων και που δεν θα ενοχληθούν από τις σκηνές βίας.

  • Ενδιαφέρουσες ιστορίες με ανθρώπους και ζώα
  • Προβολή ανθρωπιστικών αξιών

  • Απουσία συμπληρωματικού υλικού, χαρτών, κτλ.
  • "Κοιλιά" στην κυρίως πλοκή

Αξίες - Θέματα
Ειρήνη, Γενναιότητα, Ζωοφιλία, Θρησκευτική πίστη, 28 Οκτωβρίου.

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη και δουλεμένη με πενάκι, η εικονογράφηση δεν μοιάζει να αναδεικνύει όσο θα μπορούσε το θέμα και δύσκολα θα συγκινήσει τους σύγχρονους μαθητές.

Απόσπασμα
Δεν ήξεραν πως τόσο γρήγορα τα γυμνάσματα για δήθεν χαμένους οδοιπόρους θα έπαυαν να είναι απλή εκπαίδευση. Πολύ γρήγορα χρειάστηκαν τα σκυλιά να παλέψουν και να σώσουν ανθρώπους.

Είχαν δεν είχαν ακόμα αναλάβει απ’ την περιπέτειά τους ο αδελφός Πιερ και ο Μπάρι, όταν ο καιρός, έτσι στα καλά καθούμενα, πήρε το χειρότερο. Το ραδιόφωνο μίλησε για «πρωτοφανή κακοκαιρία» -μια κακοκαιρία που εκατό χρόνια είχε να πλήξει την Ευρώπη – και έδωσε το δελτίο θυέλλης.

Από το τηλέφωνο, πριν ακόμα κοπεί και απομονωθούν οι καλόγεροι, ο ηγούμενος πήρε και την προσωπική συμβουλή του αστυνόμου της κοντινής πόλης να λάβουν μέτρα έκτακτης ανάγκης.

Με σύστημα, χωρίς πανικό, οι καλόγεροι οργάνωσαν την άμυνά τους στο κακό, που ώρα την ώρα θα χτυπούσε την περιοχή. Τα ζώα ασφαλίστηκαν, οι υδραυλικές εγκαταστάσεις ελέγχθηκαν, οι στέγες καθαρίστηκαν, οι αποθήκες με τα τρόφιμα εξετάστηκαν σχολαστικά, ειδικά τσεκαρίστηκε το απόθεμα ασφάλειας φαρμάκων. Ο μοναχός – γιατρός επέβλεπε προσεχτικά στην επιθεώρηση του κινητού χειρουργείου και την άψογη λειτουργία του μόνιμου. Οι βάρδιες στους πύργους του μοναστηριού διπλασιάστηκαν. Τα μπουκάλια με το κονιάκ γεμίστηκαν από τα τεράστια βαρέλια που φυλάγονταν στο κελάρι, και έτοιμα περίμεναν να δεθούν στις κοιλιές των σκυλιών. Και οι κουβέρτες, καλοδιπλωμένα μπογαλάκια, η μια πάνω στην άλλη, έτοιμες να δεθούν στην κοιλιά του κάθε σκύλου. Οι συνοδοί τους κοιμούνταν ντυμένοι. Έτοιμοι να ξεχυθούν έξω, στην άσπρη κόλαση, να δώσουν μάχη για τη σωτηρία κάποιου ανθρώπου που θα κινδύνευε. Όλα ήταν έτοιμα να δεχτούν την τρομερή επίθεση της κακοκαιρίας, που δεν άργησε να φτάσει στις Άλπεις.

Ξαφνικά, ο ουρανός έγινε μουντός. Μουντός, με κάτι περίεργες κόκκινες ανταύγειες. Η φύση κράτησε την αναπνοή της. Τα ζώα είχαν ειδοποιηθεί από το ένστικτό τους και είχαν λουφάξει. Για λίγο, μια απειλητική σιγή έπεσε πάνω στα χιονισμένα βουνά. Κι έπειτα ξέσπασε το κακό. Μούγκρισαν οι Άλπεις, κι αυτό το μουγκρητό γέμισε τις κοιλάδες, διπλασιάστηκε, τριπλασιάστηκε απ’ την ηχώ μια φοβερή κραυγή απόγνωσης, που έφτασε μέχρι το μοναστήρι. Τρεμούλιασε το πέτρινο τεράστιο οικοδόμημα, τα φώτα χαμήλωσαν, ξανάναψαν και τελικά έσβησαν. Έτοιμες ήταν οι γεννήτριες και δώσανε φως στο μοναστήρι.

Τη δεύτερη μέρα, όταν το κακό, αντί να υποχωρήσει, γιγαντώθηκε, οι βάρδιες είδαν τις φωτοβολίδες. Δεν ήταν μια ούτε δυο. Πάνω από τρεις υπολογίσανε οι παρατηρητές. Άρα η ομάδα που κινδύνευε ήταν μεγάλη, πολυπρόσωπη.

- Θα χρησιμοποιηθούν και τα σκυλιά που εκπαιδεύονται τώρα, αποφάσισε ο ηγούμενος.

Ο αδελφός Αντώνιος είχε αντιρρήσεις. Άλλο ασκήσεις σε ομαλές περιπτώσεις κι άλλο να ζητάς από ένα σκυλί χωρίς πείρα να τα βγάλει πέρα σε τόσο σοβαρές στιγμές.

- Φοβάμαι να το ρισκάρω, εξήγησε βιαστικά στον ηγούμενο. Και το σκυλί μπορεί να κινδυνέψει, αλλά και ο εκπαιδευτής του. Μπορεί σκυλί και μοναχός να χαθούν.

- Είναι μεγάλη η ομάδα των ανθρώπων. Πρέπει να βοηθήσει όλη η μονάδα των μοναχών με όλα τα σκυλιά, δεν άλλαξε γνώμη ο ηγούμενος. Μόνο μην αργούμε. Κάθε δευτερόλεπτο φέρνει με σιγουριά τους αδερφούς μας προς το θάνατο.

Άλλο δεν μπορούσε να επιμείνει ο αδελφός Αντώνιος.

- Ευλόγησον, είπε και έφυγε τρεχάτος να δώσει διαταγές.

Έβαλε ο αδελφός Πιερ στον Μπάρι την κουβέρτα και το κονιάκ.

- Μπάρι, του ψιθύρισε, τα θυμάσαι όλα όσα σου ‘μαθα;

Το σκυλί γρύλισε. Ναι, τίποτα δεν ξέχναγε.
Τελείωσε το δέσιμο του κονιάκ και της κουβέρτας στην κοιλιά του ζωντανού ο αδελφός Πιερ και επιθεώρησε για τελευταία φορά τα πετσιά. Ήταν εντάξει. Έβαλε τα δικά του πλατιά παπούτσια και ετοιμάστηκε να βγει στην αυλή, εκεί που μαζεύονταν και οι άλλοι.

Φοβήθηκε ξαφνικά. Ξανακοίταξε το σκύλο του. Όπως τον είδε, μεγαλόσωμο, γεροφτιαγμένο, ένιωσε μια σιγουριά, πήρε μια βαθιά αναπνοή.

- Μπάρι, καλή τύχη να ‘χουμε κι οι δυο μας, του ψιθύρισε και του φίλησε το υγρό μουσούδι.

Κι ο Μπάρι, σοβαρά, έβγαλε τη γλώσσα του και τρυφερά του φίλησε το μάγουλο.

Κρατούσαν σφιχτά τις λάμπες θυέλλης απ’ το χέρι, τη χοντρή αλυσίδα με το σκύλο απ’ την άλλη. Και βγήκαν όλοι μαζί από το μοναστήρι.

Απ’ το φοβερό αέρα που τους υποδέχτηκε, δεν άκουσαν καν τη βαριά πόρτα που έκλεισε πίσω τους. Μπρος, θολές φιγούρες τα τεράστια βουνά. Το χιόνι γινόταν κρύσταλλο μόλις τους άγγιζε. Στην αρχή, πήγαιναν όλοι μαζί, μα τα σκυλιά κάποια στιγμή τινάχτηκαν μπροστά και τους παρέσυραν σ’ ένα ξέφρενο κατηφόρισμα.

Βρέθηκε μόνος με τον Μπάρι. Το σκυλί τραβούσε νευρικά με τόση δύναμη την αλυσίδα του, που κόντεψε να του βγάλει το χέρι απ’ τον ώμο. Δεν έβλεπε τίποτα, κάθε βήμα γινόταν απίθανα επικίνδυνο και κουραστικό. Πού πήγαιναν, Θεέ μου;

Μέρα ήταν; Νύχτα ήταν; Δεν ήξερε πια. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είχε πάψει να ψάχνει το έδαφος, αν ήταν στέρεο. Με τα παπούτσια, που είχαν μεγάλη επιφάνεια, πατούσε γερά στο χιόνι, προσπαθώντας να αντισταθεί στον αγέρα που πάλευε να τον ρίξει κάτω. Και προχωρούσαν. Τώρα το σκυλί έγινε πιο νευρικό. Κάποια στιγμή στάθηκε αναποφάσιστο, οσμίστηκε μια δυο φορές κι έπειτα ρίχτηκε προς την πλαγιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και ο αδελφός Πιερ, τυφλωμένος απ’ το χιόνι, που του έγδερνε το πρόσωπο, το ακολούθησε. Κατάλαβε το τράνταγμα της αλυσίδας να γίνεται επιτακτικό. Τέτοιο δυνατό τράνταγμα, που τον πέταξε κάτω. Βρέθηκε χωμένος σε μια εσοχή, κι έτσι σώθηκε.

Η χιονοστιβάδα, ακολουθώντας το δρόμο της με βοή, πέρασε ακριβώς από πλάι του. Το έδαφος τρεμούλιασε, έπαψε να ‘ναι σταθερό, ήταν έτοιμο να σκιστεί στα δύο.

Περίμενε φοβισμένος, άκουσε το θόρυβο της χιονοστιβάδας που, παρασύροντας κι άλλους όγκους χιονιού, έπεφτε με τρομαχτική βοή στο χάος. Έκατσε ακίνητος λίγη ώρα, με μισοχαμένες από τον τρόμο τις αισθήσεις του. Κάποια στιγμή συνήλθε.  Σηκώθηκε με κόπο. Πού ήταν ο Μπάρι; Τον έπιασε τρόμος. Αν έχανε τον Μπάρι, ελάχιστες ελπίδες είχε να σωθεί κι αυτός. Η αλυσίδα του ‘χε φύγει απ’ τα χέρια καθώς έπεφτε. Έψαξε στα τυφλά να τη βρει. Και αγκάλιασε το ζεστό κορμί του Μπάρι.

Ο Μπάρι ανυπόμονα περίμενε να βρει το αφεντικό του την αλυσίδα. Κι όταν σιγουρεύτηκε πως έγινε αυτό, βγάζοντας ένα δυνατό ουρλιαχτό, ξεκίνησε με καινούρια ορμή. Κάποια στιγμή ένας όγκος χιονιού τους έκοψε το δρόμο. Ο Πιερ δεν τον είχε αντιληφθεί και σκόνταψε απάνω του. Εκεί στάθηκε ο Μπάρι. Με ένα ακόμα ουρλιαχτό, άρχισε σαν παλαβός να σκάβει με τα τέσσερα πόδια του. Ο αδελφός Πιερ έβγαλε με μεγάλο κόπο ένα μικρό φτυάρι που είχε στον κόρφο του. Προσπάθησε να βοηθήσει τον Μπάρι, να του κάνει πιο εύκολη τη σκληρή δουλειά. Σκεφτόταν πως θα του ‘τρωγε πολλή ώρα αυτό το σκάψιμο κι όποιος ήταν εκεί παραχωμένος θα πέθαινε απ’ αυτή την αργοπορία. Για ώρα ανάγκης είχε το μικρό πιστόλι με τη φωτοβολίδα. Το έβγαλε και με μεγάλη προσπάθεια έριξε σήμα. Οι άλλοι μοναχοί δε θ’ αργούσαν να ‘ρθουν για βοήθεια. Κι όμως άργησαν.

Η ομάδα οδοιπόρων είχαν παραθαφτεί απ’ τη χιονοστιβάδα σε μεγάλη ακτίνα. Κι έτσι πάλευαν υπεράνθρωπα οι άλλοι καλόγεροι να ξεθάψουν αυτούς που τα δικά τους σκυλιά είχαν εντοπίσει.

Ο Μπάρι δεν είχε ξανακάνει αυτή την άσκηση σε τόσο βάθος.
Έσκαβε, έσκαβε απελπισμένα, πολλές στιγμές θύμωνε, άλλες δίβουλα στεκόταν, από φόβο μήπως έκανε λάθος, κι έπειτα με περισσότερο πείσμα προχωρούσε στην τρύπα που ‘χε καταφέρει να ανοίξει στο χιονισμένο σκληρό όγκο.

Κι όταν σε βάθος δύο μέτρων βρήκε αυτό που γύρευε, το λιποθυμισμένο άνθρωπο, τότε έβγαλε μια κραυγή, που ήταν όμως κραυγή νίκης. Ο αδελφός Πιερ έστειλε άλλο σινιάλο – άλλο χρώμα φωτοβολίδας- πως βρήκε οδοιπόρο, κι αμέσως άρχισε να στάζει στα παγωμένα χείλια του άγνωστου κονιάκ.

Ο οδοιπόρος σάλεψε, άρχισε να συνέρχεται. Τότε φτάσαν κι άλλοι μοναχοί. Δε θα μπορούσε να πει πώς ακριβώς έγινε. Ίσως επειδή πρώτη φορά λάβαινε μέρος σε ομάδα διάσωσης, ίσως γιατί η χαρά και η υπερηφάνεια τον συνεπήραν, μια και πέτυχε αυτή η πρώτη του έξοδος, ίσως γιατί ήταν αποκαμωμένος απ’ το τρέξιμο και το σκάψιμο, ίσως γιατί δεν είχε πείρα, ξέχασε τον Μπάρι.

Σιγουρεύτηκε πως ο τραυματισμένος δέθηκε γερά στο έλκηθρο κι ανάπνεε. Έτσι ακολούθησε τους άλλους μοναχούς, που κουβαλούσαν και τους υπόλοιπους οδοιπόρους. Ίσως, καθώς άκουγε τα άλλα σκυλιά να αλυχτούν, να πίστεψε πως μαζί τους ήταν και ο Μπάρι. Δεν ξέρει τι έφταιξε και, όσο γινότανε πιο γρήγορα, πήρε μαζί με τους υπόλοιπους το δρόμο για το μοναστήρι. Ο γυρισμός του φάνηκε πιο εύκολος, ο αγέρας τους έσπρωχνε από πίσω, ήταν πολλοί μαζί, δεν το κατάλαβε πώς έφτασε στο μοναστήρι.

Άνοιξε η βαριά εξώπορτα, οι νοσοκόμοι-αδελφοί πήγαν τους χτυπημένους στο κτίσμα που ήτανε νοσοκομείο. Και μόνο τότε, σαν είδε τους καλόγερους να παίρνουν τα σκυλιά να παν να τα ταΐσουν, μονάχα τότε αναζήτησε τον Μπάρι.

Σφύριξε… Τίποτα.
- Μπάρι, ψιθύρισε. Μπάρι, φώναξε. Μπάρι, ούρλιαξε.

Μα το γνώριμο γρύλισμα δεν τα’ άκουσε. Δε χωρούσε καμιά αμφιβολία. Ο σκύλος είχε απομείνει στις χιονισμένες πλαγιές.

Δε δίστασε. Με έναν πήδο βρέθηκε στην εξώπορτα. Με τη φασαρία που επικρατούσε, κανείς δεν τον πήρε είδηση που την άνοιξε. Την έκλεισε πίσω του και, χωρίς να σκεφτεί, άρχισε να τρέχει μες στην χιονοθύελλα· ούτε τον αγέρα κατάλαβε, ούτε το χιόνι που τον μαστίγωνε. Ούτε πρόσεξε τον ουρανό, που είχε μπλαβιάσει και τον απειλούσε. Έβγαλε μια σφυρίχτρα και καλούσε τον Μπάρι μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του. Δεν ξέρει ποιους αδιάβατους δρόμους πήρε. Δεν ξέρει καν αν κινδύνεψε σ’ αυτά τα μονοπάτια. Είχε ξεχάσει τον εαυτό του και μόνο τον Μπάρι σκεφτόταν. Η φαντασία του τον έβλεπε ξεπαγιασμένο, άψυχο, να πεθαίνει χωρίς κανείς να βρίσκεται κοντά του. Προσευχήθηκε: «Θεέ μου, ας βρω τον Μπάρι!».

- Μπάρι! Όλο το είναι του τον φώναξε. Ολόκληρος είχε γίνει μια κραυγή.

- Μπάρι!

Και τότε μέσα στα ουρλιαχτά του αγέρα, σαν να ‘κουσε ένα παραπονεμένο κλάμα. Καρδιοχτύπησε. Λες ν ‘ταν ιδέα του; Μήπως το φαντάστηκε; Κι από πού άκουσε το κλάμα; Ίδιο λαγωνικό τέντωσε τ’ αυτιά του. Και τότε καθαρά πια έφτασε ως αυτόν το ίδιο παραπονεμένο κλάμα. Σαν παλαβός, ο αδελφός Πιερ έτρεξε προς τα εκεί που ακούστηκε ο Μπάρι. Περισσότερο το ένστικτο τον οδήγησε σε κείνο το μέρος. Μα πού να ψάξει; Απελπισμένος έβλεπε την πλαγιά. Κάπου εκεί ψυχομαχούσε ο Μπάρι, αλλά πού;

Τότε ήταν που άκουσε καθαρά το κλάμα του σκυλιού. Πηδούσε τώρα, δεν έτρεχε. Έφτασε κι άρχισε να σκάβει σαν τρελός. Όταν ξέθαψε το σκύλο, όταν άγγιξε το αγαπημένο του κρομί, τότε στάθηκε να πάρει μια ανάσα. Έπειτα πήρε το κορμί του στα χέρια, αγκαλιά, και άρχισε το δύσκολο αγώνα της επιστροφής. Ο Μπάρι ήταν βαρύς, ήταν κι ο ίδιος πολύ κουρασμένος κι η θύελλα μαινόταν γύρω τους. Μα ο αδελφός προχωρούσε για το μοναστήρι, για τη σωτηρία. Ο Μπάρι ανάπνεε τώρα βαριά. Κι ο Μπάρι έζησε.

Στιγμή δεν έφυγε από πλάι του ο αδελφός Πιερ. Τα φάρμακα τα ανακάτευε στο ζεστό γάλα και τάιζε με μπιμπερό το εξαντλημένο σκυλί. Κι ο Μπάρι, μ’ όλη την αδυναμία του, προσπαθούσε να σαλέψει την ουρά του, να ξαναδεθεί, προσπαθούσε για τη ζωή. Κι αυτό, για να μη λυπήσει το αφεντικό του· γι’ αυτό περισσότερο…

- Αδελφέ, έκανες μεγάλη αμαρτία. Κινδύνεψες για να σώσεις το σκυλί σου.

Ο ηγούμενος, όρθιος, κατσάδιαζε τον αδελφό Πιερ.

- Από θαύμα γύρισες ζωντανός. Έβαλες και σε κίνδυνο κι άλλους αδελφούς, που βγήκαν να σε αναζητήσουν. Ναός του Θεού είναι ο άνθρωπος, Κι εσύ δεν τον λογάριασες αυτόν το ναό του Θεού.

Ο Πιέρ είχε σκύψει το κεφάλι κι άκουγε τα σκληρά λόγια του ηγούμενου. Έτσι όμως δεν έβλεπε τα μάτια του ηγούμενου, που τον κοιτούσαν όλο αγάπη και στοργή.

- Πήγαινε, αδελφέ, θα μείνεις αμίλητος πέντε μέρες και θα πεις την προσευχή της Παρθένου διακόσιες φορές.

- Ευλόγησον, γέροντα, ψέλλισε ο αδελφός Πιερ ταπεινά.

Όχι, δεν είχε δει πόσο καμάρι είχαν τα μάτια του ηγούμενου.
Το άσυλο του Αγ. Βερνάρδου, λίγα μέτρα βόρεια από τα ιταλικά σύνορα (κίτρινη γραμμή) όπως φαίνεται στο Google Earth
Σχόλιο
Η ιστορία του μοναστηριού του Αγίου Βερνάρδου όπως μας περιγράφεται στις σελίδες 44-45 είναι αληθινή, όπως αληθινές είναι και οι πληροφορίες για τον Μπάρι τον Σωτήρα (Barry der Menschenretter), που έζησε μεταξύ 1800-1814 και έσωσε από τον θάνατο πάνω από 40 ανθρώπους. Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, ο ηρωικός σκύλος αφού πέθανε βαλσαμώθηκε και από τότε εκτίθεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βέρνης. Ένα μνημείο στήθηκε προς τιμήν του στο κοιμητήριο ζώων του Παρισιού το 1900, ενώ το πιο εύρωστο κουτάβι που γεννιέται στο μοναστήρι, παίρνει ακόμα το όνομά του. Το 2004 συστήθηκε στην Ελβετία Ίδρυμα Barry du Grand Saint Bernard (στην ιστοσελίδα του οποίου πωλούνται σχετικά βιβλία, ημερολόγια, κτλ.), με στόχο την διατήρηση της συγκεκριμένης ράτσας. Ο γενναίος σκύλος έχει εμπνεύσει ποιητές και πεζογράφους, ενώ με θέμα τη ζωή του έχουν γυριστεί και κινηματογραφικές ταινίες. Περισσότερες λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Παρότι οι ναζί είναι σαφέστατα οι "κακοί" του μυθιστορήματος, η συγγραφέας αποφεύγει να πέσει στην παγίδα της μονομέρειας και δημιουργεί για τον κάθε Γερμανό, ένα ξεχωριστό ψυχολογικό προφίλ. Ο συνταγματάρχης Γιόχαν Γιούγκερς παρουσιάζεται ως ανθρωπιστής με αρχές (σ.22) που νιώθει ντροπή (σ.128) για τους φανατισμένους συστρατιώτες του και τελικά έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση (σ.131) μαζί τους. Στο αντίθετο άκρο, ο Βολφ Σουλτς που το βλέμμα του είναι γεμάτο μίσος (σ.128) μιλάει εχθρικά, όλο κακία (σ.111) και χαχανίζει σαρκαστικά. Ο Καρλ Σελ πάλι, εμφανίζεται ως θύμα του ναζιστικού μηχανισμού, αφού από τρυφερός και ευαίσθητος, έγινε αλλιώτικος από τότε που οργανώθηκε στη χιτλερική νεολαία (σ.22). Παρόμοιες αντιθέσεις παρατηρούμε όμως και στην ομάδα των Βρετανών κομάντος.
κάπως έτσι μπορούμε να φανταστούμε τον Βολφ (πηγή)

Η φιλία του Μπάρι με μια γάτα, όπως περιγράφεται στις σελίδες 85-88, ίσως κάνει κάποιους να αναρωτηθούν αν κάτι τέτοιο είναι πιθανό να συμβεί στην πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως όταν γάτες και σκύλοι μεγαλώνουν μαζί, δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα συμβίωσης. Και επειδή η Φύση πάντα μας εκπλήσσει, πρόσφατα εντοπίστηκε στη Φινλανδία μια ακόμα πιο περίεργη φιλία, ανάμεσα σε έναν λύκο και μια αρκούδα!
Χρήση στην τάξη
Στη σελίδα 90, διαβάζουμε την παρακάτω εξωτερική περιγραφή του Μπάρι. Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να περιγράψουν με αντίστοιχο τρόπο ένα δικό τους, αγαπημένο ζώο;

Ο Μπάρι τώρα ήταν ένα εντυπωσιακό μεγαλόσωμο σκυλί με σωστές αναλογίες. Το κεφάλι του ήταν δυνατό, φαρδύ, με καμπυλωτό κρανίο και ρυτίδες στο μέτωπο. Τα μάτια του ήταν μεσαίου μεγέθους, σκούρα, με το κάτω βλέφαρο χαλαρό. Τ' αυτιά του, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, πέφταν μαλακά κάτω. Η ουρά του ήταν χοντρή, μακριά, βαριά και σηκωνόταν μόνο όταν ήταν σε επιφυλακή. Ψηλός, περίπου 70 εκ. Το τρίχωμά του άσπρο με αποχρώσεις κοκκινωπές, είχε κηλίδες μεγάλες γκρι τιγρέ. Τα πόδια του και το φαρδύ του στήθος ήταν κάτασπρα· άσπρη ήταν και η περιοχή γύρω απ' τη μύτη του και η άκρη της ουράς του. Άσπρο είχε και στο μέτωπο, στο λαιμό και στο σβέρκο. Ποτέ το κόκκινο δεν μπερδευόταν με τ' άσπρο· ήταν καθορισμένες οι κηλίδες. Η τρίχα του πυκνή, σκληρή, καθιστή στο δέρμα, λεία...

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...