Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Το αγόρι που κολύμπησε με τα πιράνχας

Υπόθεση
Α' Μέρος
Όταν η οικονομική κρίση υποχρεώνει το ναυπηγείο μιας μικρής αγγλικής πόλης να κλείσει, οι εργαζόμενοι σε αυτό αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες πηγές βιοπορισμού. Ο Έρνι Ποτς, ένας από τους απολυμένους εργάτες, αποφασίζει να μετατρέψει το σπίτι του σε κονσερβοποιία ψαριών. Η γυναίκα του Άννι και ο ανιψιός του Στάνλεϊ, που μένει μαζί τους από τον καιρό που έχασε τους γονείς του σε δυστύχημα, βλέπουν -παρά την επιτυχία της οικογενειακής επιχείρησης- τη ζωή τους να αλλάζει προς το χειρότερο: στριμωγμένοι ανάμεσα σε σωλήνες και θορυβώδεις μηχανές που βρωμάνε ψαρίλα, παρατηρούν την αλλοτρίωση να κυριεύει τον θείο Έρνι σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέρα και νύχτα να σκέφτεται μόνο τη δουλειά. Μετά μάλιστα από την «επίσκεψη» μιας ομάδας οικονομικών ελεγκτών - τραμπούκων που τον εκβιάζουν με έξωση, η συμπεριφορά του γίνεται εντελώς αλλόκοτη. Φτάνει να κονσερβοποιήσει τα όμορφα χρυσόψαρα του ανιψιού του, ο οποίος τότε αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι και να ακολουθήσει ένα περιοδεύον λούνα-παρκ, γεμάτο ιδιαίτερους καλλιτέχνες.

Β' Μέρος
Το λούνα παρκ μετακομίζει σε άλλη πόλη και ο νεαρός Στάνλεϊ το ακολουθεί. Έχει πιάσει δουλειά στον πάγκο του κυρίου Ντοστογέφσκι, που καλεί το κοινό να ψαρέψει πλαστικές πάπιες με δώρο μικρά χρυσόψαρα. Όταν το αγόρι στέλνεται να προμηθευτεί νέα ψαράκια, πιάνει φιλίες με πολλούς επαγγελματίες του χώρου και συναντάει τον Πάντσο Πιρέλλι, έναν παράτολμο άνδρα που στο νούμερό του κολυμπάει με πιράνχας! Ο αρτίστας - μύθος τον καλεί να παρακολουθήσει από κοντά την επόμενή του παράσταση!

Γ' Μέρος
Ο Σταν συγκλονίζεται από το νούμερο του Πιρέλλι, που βλέπει στον ταλαντούχο νεαρό τον αντικαταστάτη του και τον πείθει να ξεκινήσει τη σχετική εκπαίδευση. Σύντομα, είναι έτοιμος για το ντεμπούτο του μπροστά σε κοινό. Στο μεταξύ, αναζητώντας μετανιωμένοι τον ανιψιό τους, ο θείος και η θεία φτάνουν στην πόλη. Το ίδιο και οι αμείλικτοι, αγράμματοι, αχαρακτήριστοι οικονομικοί ελεγκτές - τραμπούκοι. Η αγωνία κορυφώνεται καθώς ο Σταν ανεβαίνει στη δεξαμενή με τα άγρια ψάρια... Ποιο θα είναι το φινάλε της παράστασης;
  
Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ντέιβιντ Άλμοντ (David Almond)
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εικονογράφηση: Oliver Jeffers
Τίτλος πρωτοτύπου: The boy who swam with piranhas
ISBN: 978-618-01-0528-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012 (στα ελληνικά 2014)
Σελίδες: 264
Τιμή: περίπου 10 ευρώ 
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Διαβάστε την εισαγωγή και τα δύο πρώτα κεφάλαια ακολουθώντας τον σύνδεσμο εδώ
Δείτε τον συγγραφέα να διαβάζει μια παράγραφο του βιβλίου εδώ (στα αγγλικά)

Κριτική
Εφηβικό μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αλληγορία, τη σκληρότητα και τον ρομαντισμό, για να μας αφηγηθεί την πορεία ωρίμανσης του Στάνλεϊ Ποτς, ενός πολύ ιδιαίτερου νέου. Με μετάφραση καλοδουλεμένη, που είναι ωστόσο αδύνατο να μεταφέρει κάποιες πτυχές της ιστορίας στα μέτρα του ελληνικού κοινού (για παράδειγμα το Fairground του αγγλικού κειμένου που αποδίδεται ως λούνα παρκ και θυμίζει περιπλανώμενο πανηγύρι με αρτίστες και φρικιά, είναι κάτι ξένο προς τις τοπικές μας παραστάσεις), το κείμενο ρέει χωρίς προβλήματα και χάρη στη μυθοπλαστική ικανότητα του συγγραφέα, παρασύρει τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο μαγικό. Η πλοκή χωρίζεται σε τρία μέρη και 47 συνολικά κεφάλαια (12, 15 και 20 σε κάθε μέρος αντίστοιχα) που συνήθως δεν ξεπερνούν τις 4-5 σελίδες το καθένα και διαβάζονται αστραπιαία. Προς την κατεύθυνση αυτή εξυπηρετούν και τα μικρά εμβόλιμα σκίτσα, που εμφανίζονται συχνά στο κείμενο. Παρότι η δράση μοιάζει -ειδικά στο δεύτερο- μέρος κάπως αργή, προσωπικά δεν συμφωνώ με όσους καταλογίζουν στην πλοκή "κοιλιά". Εξάλλου τα σημεία που αφιερώνονται σε όνειρα και αναπολήσεις του κεντρικού χαρακτήρα, είναι περιορισμένα. Σε κάθε περίπτωση, λόγω των αλληγορικών μηνυμάτων και της όλης θεματικής του, θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε έμπειρους αναγνώστες της Στ' Δημοτικού και των πρώτων τάξεων του γυμνασίου.


  • Μυστηριακή ατμόσφαιρα 
  • Πρωτότυπη υπόθεση και χαρακτήρες


  • Μηνύματα που μπορεί να παρεξηγηθούν

Αξίες - Θέματα
Κρίση, Οικογένεια, Γενναιότητα, Απώλεια, Διαφορετικότητα, Αυτογνωσία, Ωρίμανση

Σκηνές που ξεχωρίσαμε

Όταν ο Σταν περιπλανιέται νύχτα στον άλλοτε πραγματικό και άλλοτε παραμυθένιο κόσμο του λούνα-παρκ αλλά και όταν ο Πάντσο Πιρέλλι εξηγεί στον ήρωα πώς «έχτισε» τον προσωπικό του μύθο.

Εικονογράφηση

Ασπρόμαυρη και με μικρή, αλλά επιτυχημένη συμμετοχή στο τελικό αποτέλεσμα, προσφέρει στον αναγνώστη μια σειρά από εμβόλιμα σκίτσα και λίγες ολοσέλιδες ζωγραφιές που κοσμούν το κείμενο, αποδίδοντας διάφορα αντικείμενα και χαρακτήρες. Πολύ ελκυστικό το εξώφυλλο, που επιλέγει να παρουσιάσει τον ήρωα με μπέρτα κόκκινη αντί για την μπλε που κανονικά φοράει στο κείμενο.
Απόσπασμα 
Θα πρέπει να βλέπεις την καλή πλευρά των πραγμάτων, έτσι δεν είναι; Υπάρχει ένα φως στο τέλος του… Αλλά άκου, πέρασα πραγματικά υπέροχα κουβεντιάζοντας μαζί σου, Σταν, μα φοβάμαι πως δεν έχω μπροστά μου κι όλη την ημέρα· και, μια που το κουβεντιάζουμε, τι θα κάνουν με την τιμή των ψαριών;

«Δεν ξέρω, κύριε Χρυσοφάνη».

«Ακριβώς! Τώρα. Ψάχνεις το Α, το Β, το Γ ή το Δ;» Προσέχει το απορημένο ύφος του Σταν. «Θέλεις τα Μεγάλα Χρυσά, τα Πρώτης Κατηγορίας, το Όχι Πολύ Άσχημα ή τα Μικρά Νανάκια;» Βλέπει την έκφραση του Σταν να παραμένει απορημένη. «Να σου πω κάτι. Έλα και ρίξε μια ματιά στις λιμνούλες και θα σου εξηγήσω».

Ο Χρυσοφάνης λέει στον Σταν να κάνει τον γύρο του γραφείου για να φτάσει στις λιμνούλες. Του εξηγεί πως τα Μεγάλα Χρυσά στη λιμνούλα Α είναι τα καλύτερα και τα πιο ακριβά απ’ όλα, και πως τα Νανάκια στη λιμνούλα Δ είναι τα πιο κοκαλιάρικα και τα πιο φτηνά. Ο Σταν τα κοιτάζει. Μοιάζουν όλα όμορφα στα μάτια του, τα Μεγάλα Χρυσά που λικνίζονται υπέροχα, τα νευρικά νανάκια κι όλα τ’ άλλα ενδιάμεσα.

«Είναι αξιολάτρευτα», λέει ο Σταν. «Όλα μαζί και καθένα χωριστά».

Λες και τον άκουσαν, ένα σωρό ψάρια ανεβαίνουν ως την επιφάνεια του νερού και στρέφουν τα μάτια και το στόμα τους προς τον Σταν.

«Έχω εντυπωσιαστεί», του λέει ο Χρυσοφάνης. «Το έχεις μέσα σου. Θα μπορούσα να σου βάλω και από τα δυο αν θέλεις. Πόσα έχεις σκοπό ν’ αγοράσεις;»

«Μισό κοπάδι».

«Και για ποιον είναι;»

«Για τον Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι».

«Α, μάλιστα!» λέει ο Χρυσοφάνης. «Ο Ντοστογέφσκι. Πολύ παλιός πελάτης μου». Γυρνάει πίσω στο γραφείο του κι ανοίγει έναν φάκελο. «Όπως το θυμόμουν», λέει. «Ο Γουίλφρεντ Ντοστογέφσκι συνηθίζει να παίρνει τα Μικρά Νανάκια».

Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. Το είχε ήδη μαντέψει πως γι’ αυτά ενδιαφερόταν. Το δέκατο τρίτο ψάρι που είχε σώσει στα γενέθλιά του προερχόταν ολοφάνερα από τη λιμνούλα Δ.

«Αλλά», λέει ο Χρυσοφάνης, «σαν ν’ άκουσα πως έχει γίνει άλλος άνθρωπος αυτή την περίοδο».

«Άλλος άνθρωπος;»

«Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα στο λούνα παρκ, Σταν. Λένε πως έχει συναντήσει ένα παιδί που τον έχει επηρεάσει πολύ». Κλείνει τον φάκελο και κοιτάζει τον Σταν. «Έχει αλλάξει όντως, Σταν;»

«Δεν ξέρω. Δεν τον ήξερα και πριν».

«Πριν συναντήσει εσένα εννοείς;»

«Δεν ξέρω», λέει ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει. Του κλείνει το μάτι.

«Χαρά και τιμή μου που σ’ έχω εδώ, Σταν», του λέει.

«Να σου πω κάτι. Θα σου δώσω μισό κοπάδι και από τα δυο. Εντάξει;»

«Εντάξει», λέει κι ο Σταν.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει το δίχτυ του, το βυθίζει με τη σειρά και στις τέσσερις λιμνούλες, βγάζει ψάρια από την καθεμιά και τα ρίχνει απαλά σ’ ένα πλαστικό δοχείο γεμάτο με καθαρό νερό. Τα ψάρια κολυμπούν όλα μαζί συνηθίζοντας τον καινούργιο χώρο τους, και ύστερα, καθώς ο Σταν και ο Χρυσοφάνης τα παρακολουθούν, χωρίζονται πάλι σε Α, Β, Γ και Δ.

«Είναι αστείο αυτό που συμβαίνει κάθε φορά», του λέει ο Χρυσοφάνης. Χαμογελάει. «Κοίτα εκείνα τα Μεγάλα Χρυσά. Κοίτα πόσο υπέροχα είναι εκεί μέσα! Δε νομίζεις κι εσύ πως είναι υπέροχα, Σταν;»

«Ναι», λέει ο Σταν.

«Αλλά πες μου στ’ αλήθεια, ποια προτιμάς εσύ, Σταν;»

Ο Σταν κοιτάζει προσεκτικά μέσα στο νερό. «Τα Νανάκια», λέει ύστερα από κάποιον δισταγμό.

Ο Χρυσοφάνης χαμογελάει ξανά. «Το περίμενα. Ίσως επειδή προήλθες κι εσύ από την ίδια λιμνούλα, ε, Σταν;» λέει χαμογελώντας ο Χρυσοφάνης.

Ο Σταν χώνει το χέρι στην τσέπη του και βγάζει μερικά λεφτά. «Πόσα χρωστάω;» τον ρωτάει.

Ο Χρυσοφάνης παίρνει λίγα κέρματα από το χέρι του. «Αυτά είναι ό, τι πρέπει», του λέει. «Τώρα γύρνα να σ’ τα φορτώσω στην πλάτη σου».

Σηκώνει ένα πλαστικό δοχείο από το οποίο κρέμονται λουριά. Περνάει τα λουριά στους ώμους του Σταν. Το δοχείο είναι βαρύ, αλλά εφαρμόζει καλά στην πλάτη του. Ο Σταν το νιώθει να κρέμεται τόσο κοντά στο σώμα του. Νομίζει πως μπορεί να νιώσει τις δονήσεις των ψαριών καθώς κολυμπάνε.

«Θα τα καταφέρεις;» τον ρωτάει ο Χρυσοφάνης. Ο Σταν κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. «Φύγε τώρα, Σταν». Τον αγγίζει στον ώμο. «Να σου ομολογήσω κάτι; Τα μικρά νευρικά Νανάκια αποδεικνύονται συχνά τα καλύτερα απ’ όλα».

Ο Σταν λέει γεια. Και φεύγει, περνώντας μπροστά από τα άδεια σκουριασμένα κλουβιά. Έχει ξεχάσει τους σκορπιούς και τον αετό. Νιώθει στην πλάτη του τη δόνηση των ψαριών καθώς κολυμπούν. Το δοχείο που τα μεταφέρει γυαλοκοπάει. 
Σχόλια
Κάθε ένα από τα τρία μέρη του βιβλίου, φαίνεται να συνδέεται με ένα διαφορετικό είδος ψαριού. Στο Α' κυριαρχούν οι σαρδέλες, τις οποίες ο θείος Έρνι κονσερβοποιεί, χτίζοντας μια βιομηχανία και ταυτόχρονα γκρεμίζοντας την οικογένειά του. Στο Β' μέρος, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στα λαμπερά χρυσόψαρα και την κοινωνικοοικονομική τους διαστρωμάτωση. Στο τελευταίο μέρος, αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές αναδεικνύονται τα μυθικά, τα θρυλικά, τα θανάσιμα πιράνχας, που καταφέρνουν να κερδίσουν και μια θέση στον τίτλο του βιβλίου. Ένας συμβολισμός που θα μπορούσε (αυθαίρετα όπως πάντα) να συνδεθεί με την εναλλαγή των ειδών αυτών, είναι τρεις διαφορετικές πτυχές της σχέσης ανθρώπου- φύσης: Οι γκρίζες σαρδέλες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν την εκμετάλλευση της Φύσης από τον άνθρωπο, τα υπέροχα χρυσόψαρα την ομορφιά που αυτή του εμπνέει, ενώ τα (ασημόγκριζα και κοκκινομάγουλα) πιράνχας το πώς αυτός μπορεί να συνυπάρξει μαζί της αν την κατανοήσει (όπως ο ήρωας) ή να καταστραφεί αν την αντιμετωπίσει ως ξένος.
από τις σαρδέλες στα χρυσόψαρα κι από εκεί στα πιράνχας!
Τι όμως μπορεί να αντιπροσωπεύει η ομάδα ΚΟΠΑΝΟΣ -Κρατική Ομάδα Περιστολής Ανάρμοστων Και Νοσιρών Σιμπεριφορών- (στα αγγλικά DAFT squad -Dept for the Abolishun of Fishy Things); Το σίγουρο είναι πως η παρέα του Κλάρενς Π. Κλαπ, δρα ως μια καρτουνίστικη κλίκα αμόρφωτων τραμπούκων. Κινούμενη η ίδια στα όρια του νόμου, βρίσκει χαρά στο να τρομοκρατεί οποιονδήποτε τον παραβαίνει... ή θα μπορούσε να τον παραβαίνει! Τα παλικάρια της, φουσκωτά και μαυροντυμένα (σ.83) με ξυρισμένα κρανία, χοντρά σβέρκα (σ.75) και κούφια κεφάλια, παραπέμπουν ευθέως σε νεοναζί. Υποπίπτουν μάλιστα διαρκώς σε αναγραμματισμούς, παρατονισμούς, επαναλήψεις, ορθογραφικά λάθη, κτλ. τα οποία υπογραμμίζουν την αγραμματοσύνη και την επιπολαιότητά τους. Η ελληνική μετάφραση στο σημείο αυτό ίσως στέκεται λίγο αναποφάσιστη: κάνει τον αρχηγό τους να θυμίζει λίγο επαρχιώτη κομμουνιστοφάγο χωροφύλακα και λίγο τον Σκύθη δεσμοφύλακα των Αποστολίδη - Ακοκαλίδη. Ένα παράδειγμα από τη σ.217: Μάλιστα, στυφύλακα. (σ.σ. στο αγγλικό κείμενο ossifer - όπως θα το ξεστόμιζε ένας μεθυσμένος) Ηπιθεωρητής μ' επτά αστέρια, δυο παράσημα κι ένα πτυχίο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον αρχιηπιθεωρητή. Ηπιθεωρώ παράξενα πράγκματα, ασυνήθιστα πράγκματα, πράγκματα που δε θα έπρεπε ούτε καν να είναι πράγκματα. Και τα σταματώ παραύτα, έχω τον τρόπο μου εγώ! Η σχέση της παρακρατικής αυτής ομάδας με την επίσημη αστυνομία, ξεδιπλώνεται στο κεφάλαιο 38, όπου ο Κλάρενς Κλαπ δείχνει να φοβάται τον αστυφύλακα παίξτε το αγγελούδια, παλικάρια αλλά και να τον προσεγγίζει με κολακείες Είναι καλό που ξέρω πως εσύ πολεμάς το κακό σ' αυτήνε την πόλη, όπως και αργότερα Εμείς οι εχθροί των παρανομιών θα πρέπει να παραμένουμε ενωμένοι, στυφύλακα, έτσι δεν είναι; Και πράγματι μοιάζουν ενωμένοι, αφού αντιμετωπίζουν τους πάντες με μισανθρωπισμό και καχυποψία.
Το κράνος που το 1863 αντικατέστησε το ημίψηλο που φορούσαν οι αστυνομικοί, 
ήταν, διαβάζουμε, εμπνευσμένο από το πρωσικό κράνος με αιχμή (Pickelhaube) (πηγή)
Η περιοχή που ο μικρός Σταν μεγαλώνει, ανάμεσα σε εργοστάσια και ναυπηγεία, είναι πιθανότατα εμπνευσμένη από τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Newcastle upon Tyne, που κατά τη βιομηχανική επανάσταση αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής. Ίσως λοιπόν κάπου εκεί, στο νούμερο 69 της Προκυμαίας της Ψαραγοράς, να γεννήθηκε το εργοστάσιο κονσερβοποίησης σαρδελών του θείου Έρνι. Η λατρεία του για τις μηχανές είναι μεγάλη (σ.22) Αχ, υπέροχες μηχανές μου! Αχ, πόσο τις αγαπώ! Ψάρια ψάρια ψάρια ΨΑΡΙΑ! Μηχανή μηχανή μηχανή ΜΗΧΑΝΗ! αφού κατάφεραν να σώσουν αυτόν από την ανεργία και την οικογένειά του από τη φτώχεια. Δυστυχώς όμως, ο ενθουσιασμός μετατρέπεται γρήγορα σε εργασιομανία και η δουλειά αλλοτριώνει τον θείο. Αποκορύφωμα της μετάλλαξής του, ένα παραλήρημα απερισκεψίας, στο οποίο τον παρασύρει η ματαιοδοξία του και ο χορός των μηχανών (σ.67) οι μηχανές αναστενάζουν, από τρόμο, μα και από χαρά, γι' αυτό που ο αφέντης τους ετοιμάζεται να κάνει. «Δείξε θάρρος», μονολογεί (...) «Ναι, είναι απαίσιο αυτό που πάω να κάνω, αλλά είναι για το καλό μας. Ναι, είναι σκληρό αλλά θα μας κάνει πλούσιους. Θα μας κάνει διάσημους.» Εδώ κρύβεται προφανώς ένας συμβολισμός για την λαιμαργία του ανθρώπου γενικά, ή ειδικότερα από το ξεκίνημα της βιομηχανικής εποχής... αν όμως ο θείος όντως εκπροσωπεί τον άνθρωπο-επιχειρηματία, γιατί το παρακράτος δεν τον αφήνει ήσυχο και συγκρούεται μαζί του; Πιθανόν επειδή με κάποιον τρόπο, θα πρέπει η πλοκή να προχωρήσει και ο ανθρωπισμός να βγει τελικά νικητής...
Ναυπηγείο κοντά στην προκυμαία - Newcastle upon Tyne (πηγή)
Μια άλλη πτυχή της λατρείας που δείχνει ο θείος Έρνι προς τις μηχανές (σ. 22-54) αφορά την πίστη του στο ότι αυτές μπορούν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες του, να κάνουν πραγματικότητα το όραμά του (σ.66). Πρόκειται ωστόσο για ένα όραμα φρικιαστικό, υπαγορευμένο από την κακώς εννοούμενη πρόοδο. Ένα όραμα από το οποίο ο ίδιος προσπαθεί να ξεφύγει: «Όχι» μονολογεί και σφίγγει τις γροθιές του. Παραδίδεται όμως τελικά σε αυτό, υποκύπτοντας ουσιαστικά στη θέληση των μηχανών. Μας θυμίζει έτσι τον Μπάστιαν της Ιστορίας χωρίς τέλος, που αρχικά φαίνεται να εξουσιάζει την μαγική Λαμπηδόνα, στη συνέχεια όμως καταπίνεται από την ισχύ της. Και οι δυο ήρωες πρόσκαιρα χάνουν τον προσανατολισμό τους, μαγεμένοι από μια δύναμη που τους καλεί να προχωράνε διαρκώς μπροστά, χωρίς να σκέφτονται πού θέλουν να καταλήξουν. Όπως και ο 10χρονος ήρωας του Έντε, έτσι και ο θείος Έρνι, βρίσκει τελικά τον δρόμο του, απολογούμενος στην Τσιγγάνα Ρόουζ (και τον αναγνώστη -σελ. 249): Είχα πάρει λάθος δρόμο. Κι αυτό έγινε γιατί έψαχνα μανιωδώς δόξα και χρήμα
Σκίτσο του Stefan Zsaitsits που θα μπορούσε να
έχει τίτλο "στο μυαλό του θείου Έρνι" (πηγή)
Στον αντίποδα όλων αυτών, βρίσκεται ο κόσμος του «λούνα παρκ», που ίσως να αντιπροσωπεύει τις αξίες, τους ανθρώπους και τους ρυθμούς της προβιομηχανικής κοινωνίας. Εκεί, το χρήμα δεν σημαίνει τα πάντα, ενώ υπάρχει ακόμα χώρος για τη μαγεία, το ακατανόητο και το μη εμπορευματοποιημένο. Οι χαρακτήρες που εργάζονται κάτω από τις τέντες του, έχουν ο καθένας ιδιαιτερότητες αλλά και ένα διαφορετικό μάθημα να δώσουν στον Σταν: ο Γαργαλιάρης Πίτερ, ο Χρυσοφάνης... ακόμα και ο ο Αγριόχοιρος! Ενδιαφέρον έχει το ότι η πρωτοτυπία της πλοκής και των ηρώων, ενέπνευσε τελικά ένα αληθινό ακροβατικό νούμερο σε τσίρκο!

Πάντσο Πιρέλι και Σταν ως σκίτσα (πηγή) και ως ακροβάτες στο τσίρκο
Ένας από τους ιδιαίτερους χαρακτήρες που δημιουργεί ο συγγραφέας είναι και η Τσιγγάνα Ρόουζ. Η μάγισσα του τσίρκου, δείχνει σε κάθε της εμφάνιση (σελ. 49, 105-7, 248-249) τη λατρεία της προς τη Σελήνη (θυμίζοντάς μας λίγο τις Μάγισσες του Μεσαίωνα του Ροΐδη), αμείβεται για τις υπηρεσίες της προς τους φτωχούς με ακτίνες φεγγαρόφωτος και με την παρουσία της σηματοδοτεί στην ιστορία δύο κύκλους... έναν για το ξεκίνημα και το κλείσιμο της πορείας του Σταν στο λούνα παρκ και έναν για την προσωπική ιστορία των Έρνι και Άννι: ήταν η ίδια Τσιγγάνα Ρόουζ που οι δυο τους ξεχωριστά συνάντησαν στα νιάτα τους και προέβλεψε ότι θα γίνουν ζευγάρι. «"Θα συναντήσεις ένα όμορφο κορίτσι! Αυτό μου είπε η τσιγγάνα. Και το συνάντησα, και ήσουν εσύ.» «Και σ' εμένα είπε πως θα συναντούσα έναν ψηλό, όμορφο άντρα. Και τον συνάντησα, και ήσουν εσύ»
Χρήση στην τάξη
Καθώς η έκταση των κεφαλαίων είναι περιορισμένη, θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε τίτλους. Κάθε ομάδα μαθητών μπορεί να αναλάβει ένα ή και περισσότερα κεφάλαια, επινοώντας τίτλους σύντομους ή εκτενείς, σοβαρούς ή αστείους. Παράλληλα, μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά κάθε ομάδας να μας ετοιμάσουν μια μικρή περίληψη για το κεφάλαιο που διάβασαν, ή να παίξουμε το παιχνίδι Αλφαβητάρι της ιστορίας (αναζητήστε το ως δραστηριότητα 9 στη σελίδα Φιλαναγνωσία) ώστε με έναν από τους δύο τρόπους, να ενημερωθεί η τάξη για το περιεχόμενο των κεφαλαίων που δεν διάβασε.
Μια και τα πιράνχας παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, μια δημιουργική ιδέα για χειροτεχνία, θα ήταν να κατασκευάσουμε γωνιακούς σελιδοδείκτες που να θυμίζουν τα ποταμίσια αυτά τερατάκια. Για να το καταφέρουμε αυτό θα χρειαστούμε είτε
  • έναν φάκελο του οποίου θα κόψουμε τη γωνία και στη συνέχεια θα τη ζωγραφίσουμε

είτε τα εξής υλικά: 

  • αυτό το πατρόν που εκτυπώνουμε σε χαρτόνι
  • ψαλίδι
  • χρώματα
  • κόλα στικ
  • λίγο διακοσμητικό χαρτί 
Στη συνέχεια, ακολουθούμε τις απλές οδηγίες που δίνονται εδώ για να τα διακοσμήσουμε σύμφωνα με το γούστο μας, και οι σελιδοδείκτες μας είναι έτοιμοι!
Σελιδοδείκτες πιράνχας - τερατάκια! (πηγή)

Share/Bookmark

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Ο Φώτης και ο Αϊ-Βασίλης των Φώτων

Υπόθεση
Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και ο μικρός Φώτης παρατηρεί γύρω του πολλές αλλαγές σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια: στο σπίτι οι γονείς του κουβεντιάζουν ψιθυριστά σαν κάτι να του κρύβουν, η αίθουσα αναμονής στο οφθαλμιατρείο μοιάζει παραμελημένη, ενώ η μαμά του δεν σταματάει πια στον δρόμο για να χαζέψουν τις στολισμένες βιτρίνες! Μαθαίνει τελικά πως "οι καιροί είναι δύσκολοι" και επίσης πως η θέση του μπαμπά στη δουλειά κινδυνεύει. Ο Φώτης αποφασίζει τότε, για να μην επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, να στείλει τη λίστα με τα δώρα που θέλει απευθείας στον Άγιο Βασίλη.

Όταν φτάνει η Πρωτοχρονιά, μια δυσάρεστη έκπληξη περιμένει τους ανθρώπους: ο ήλιος αρνείται να ανατείλει! Αιτία γι' αυτό, η βαριά κατάθλιψη στην οποία έχει πέσει ο Αϊ-Βασίλης! Ένα κλιμάκιο ψυχολόγων στέλνεται στον Βόρειο Πόλο για να διερευνήσει την κατάσταση του Αγίου και διαπιστώνει ότι έχει στεναχωρηθεί ανεπανόρθωτα από την απληστία των σύγχρονων παιδιών... Τα νέα γεμίζουν με τύψεις τον Φώτη και τον φίλο του Πετράκη, κι έτσι αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, διοργανώνοντας μια παγκόσμια συνέλευση παιδιών! 

Σ'αυτή αποφασίζεται τα παιδιά να μην ζητάνε πλέον παιχνίδια από τον Άγιο, αλλά φαγητό, νερό και σπίτι για όλους... ειρήνη, νοσοκομεία, φάρμακα, σχολεία και μια ζεστή αγκαλιά για κάθε παιδί. Μάλιστα, τα παιδιά αρχίζουν να στέλνουν κούτες με βοήθεια στον Άγιο, ώστε να τις μοιράσει σε όσους έχουν ανάγκη. Θα καταφέρουν άραγε να γιατρέψουν τον Άγιο Βασίλη και να φέρουν πίσω στον κόσμο το φως και την αγάπη;

  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Ελισάβετ Κουκουμάκα
Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός
ISBN: 978-960-496-433-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 72
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά: εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Διαβάστε ένα απόσπασμα που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος εδώ

Κριτική
Διδακτική πρωτοχρονιάτικη ιστορία που με χιούμορ και ευαισθησία μας μεταφέρει ένα μήνυμα υπέρ της παγκόσμιας συμφιλίωσης και κατά της ανισότητας. Χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να αποδώσει την οπτική του μικρού Φώτη και με γλώσσα καθημερινή, που ωστόσο παραπέμπει σε αρκετά μεγαλύτερο μαθητή, η συγγραφέας και εκπαιδευτικός "παντρεύει" αρκετά στοιχεία: Αρχικά την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας, μ' έναν θλιμμένο, απογοητευμένο και αγχωμένο Άγιο Βασίλη που έχει χρεοκοπήσει, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των παιδιών. Στη συνέχεια, μέσα από το τέχνασμα μιας παγκόσμιας συνέλευσης, βρίσκει την ευκαιρία να μας μιλήσει για το πώς η αδικία στον πλανήτη μας μπορεί να καταπολεμηθεί, αν οι επόμενες γενιές ευαισθητοποιηθούν πάνω στο πρόβλημα και αναλάβουν δράση. Ίσως και να στέλνει με τον τρόπο αυτό ένα έμμεσο μήνυμα στους νεαρούς αναγνώστες της χώρας μας: σε σχέση με άλλα παιδιά στον κόσμο, διαθέτουν (ακόμα) ένα αρκετά υψηλό βιοτικό επίπεδο και θα μπορούσαν να προσφέρουν αντί να απαιτούν. Παρά το μέγεθός της (κοντά στις 6.000 λέξεις) η ιστορία δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, η σελιδοποίηση ωστόσο έρχεται με μεγάλα τυπογραφικά και διάστιχο που επιτρέπει ξεκούραστη ανάγνωση. Η εικονογράφηση είναι παρούσα, με περίπου 5 ολοσέλιδες ζωγραφιές, εμβόλιμα στο κείμενο σχέδια και χαριτωμένα διακοσμητικά στα περιθώρια ορισμένων σελίδων. Θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων τάξεων του δημοτικού, αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά που αναζητούν ένα ευχάριστο κείμενο για τις γιορτές.

  • Απλή γλώσσα
  • Ωφέλιμα μηνύματα

Αξίες - Θέματα
Χριστούγεννα, Κρίση, Ανισότητα, Περιβάλλον, Συνεργασία, Δραστηριοποίηση, Υπευθυνότητα

Εικονογράφηση
Με παρουσία στα περισσότερα δισέλιδα, αποδίδει με απλές, καθαρές γραμμές τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας και κάποιες από τις βασικές της σκηνές, αλληλεπιδρώντας διακριτικά με το κείμενο, αλλά περιοριζόμενη ουσιαστικά σε δευτερεύοντα ρόλο. 

Απόσπασμα
Από καιρό πριν, όλα έδειχναν πως τα φετινά Χριστούγεννα δε θα είναι όπως παλιά. Το είχα καταλάβει εδώ και καιρό μελετώντας προσεχτικά όλα μου τα δεδομένα. Γιατί, όπως συχνά λέει ο μπαμπάς μου, που είναι μαθηματικός: «Παρατήρηση, εξεύρεση και μελέτη δεδομένων, εξαγωγή συμπεράσματος».

Ωραία τα λένε οι μεγάλοι! Συχνά πυκνά, όταν είναι να πουν καμιά μεγάλη σοφία, για να καταπλήξουν τα πλήθη, παίρνουν ύφος προβληματισμένο, κοιτούν κάπου στο υπερπέραν και με λόγο σοβαρό και σκεπτικό πετάνε κάτι αρχαίες εξυπνάδες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πρέπει όλοι εμείς, είτε καταλάβαμε είτε όχι, να κουνήσουμε καταφατικά το κεφάλι με φανερή έκπληξη σαν να λέμε: «Ναι, βρε παιδί μου, πού το κατάλαβες; Ακριβώς αυτό ήθελα να πω κι εγώ!»

Εδώ και ένα χρόνο, λοιπόν, παρατηρούσα με μεγάλο ενδιαφέρον ένα σωρό αλλαγές μέσα στο σπίτι μας. Η μαμά συχνά κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με τον μπαμπά ή την κουμπάρα της, κρυφά από εμένα, στην κουζίνα. Μάλιστα, όταν πλησίαζα, δήθεν τυχαία, για να κρυφακούσω, δεν καταλάβαινα και πολλά. Μόνο κάτι δύσκολες λέξεις έπιανα, από αυτές που λένε οι μεγάλοι. Και μόλις αντιλαμβανόταν η μαμά το μάλλον αδιάκριτο βλέμμα μου, συνήθιζε να λέει τρυφερά: «Φώτη, αγάπη μου, γιατί δεν πας να δεις μήπως ξύπνησε η μπέμπα;» Και να πω ότι ξύπνησε ποτέ και δεν την πήραμε χαμπάρι; Τρεις μήνες τώρα που είναι στο σπίτι μας, όταν ξυπνάει, την ακούει μέχρι και η φουρνάρισσα στη γωνία!

Τον προηγούμενο μήνα κατεβήκαμε με τη μαμά στην πόλη, για να πάμε στον οφθαλμίατρο. Ο οφθαλμίατρός μου, ο κύριος Βρασίδας, είναι ένας κύριος πολύ συμπαθητικός. Είναι κοντός, μα δεν τον λες με τίποτα μικροκαμωμένο! Έχει μια μεγάλη, ολοστρόγγυλη κοιλίτσα και όλο γελάει δυνατά. Μάλιστα, φοράει και γυαλιά! Όπως τ’ ακούσατε: φοράει γυαλιά! Αν είσαι ολόκληρος οφθαλμίατρος και δεν μπορείς να γιατρέψεις τα ίδια σου τα μάτια, τι να τις κάνεις τις σπουδές και τα πτυχία;

Για να μη μακρηγορώ, όμως, με τις αμέτρητες παρατηρήσεις μου και την ατελείωτη συλλογή δεδομένων, θα σας πω την πιο συγκλονιστική μου ανακάλυψη των φετινών Χριστουγέννων. Εσείς μπορεί να τη θεωρήσετε ένα τυχαίο γεγονός. Μαζί, όμως, με όλα τ’ άλλα μέρη της έρευνάς μου, για μένα ήταν η αρχή της καταστροφής!

Το ιατρείο του κυρίου Βρασίδα δε φημίζεται για το καλό του γούστο και την κομψότητά του. Εκεί μέσα υπάρχουν ένα σωρό αταίριαστα πράγματα, μάλλον συνέπεια πολλών διαφορετικών μετακομίσεων και ανακαινίσεων. Πράγματα φίλων και συγγενών, που όλοι λυπούνται να πετάξουν, γιατί κάποτε τους κόστισαν μια περιουσία. Ειδικά τέτοιες μέρες, τέλη δηλαδή Δεκεμβρίου, όποτε κάνουμε το λάθος και πηγαίνουμε, το μετανιώνουμε πικρά. Από άκρη σ’ άκρη, τόσο το σαλόνι αναμονής, όσο και ο χώρος όπου εξετάζομαι, γεμίζουν με κάθε λογής χριστουγεννιάτικο στολίδι. Τα χρώματα των στολιδιών πολλά και διάφορα: κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, βεραμάν, ρουά, χαλκοκόκκινα, μπορντορόδινα και ό,τι άλλο βάζει ανθρώπου νους.

Το πιο βασανιστικό, όμως, είναι τα εκατοντάδες παρδαλά λαμπάκια σε όλο το χώρο, που αναβοσβήνουν με κάθε πιθανό ρυθμό και με κάνουν αν βλέπω αστράκια σε όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι. Σκέτο μαρτύριο! Αφού, και υγιής να είσαι, με αυτά αποκτάς σίγουρα μυωπία, αστιγματισμό, στραβισμό, μη σου πω και πρεσβυωπία! Αν ο κύριος Βρασίδας δεν ήταν τόσο ευγενικός και γελαστός, θα έλεγα πως όλα αυτά είναι μέρος ενός σατανικού σχεδίου, για να έχει πάντα πελάτες με όλων των ειδών τα προβλήματα στα μάτια.

Φέτος, όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Στο σαλόνι αναμονής δεν είχε πολύ κόσμο, ούτε πολλά μωρά να τσιρίζουν διαρκώς ώσπου να έρθει η σειρά τους. Όμως, το πιο σημαντικό και τόσο ανακουφιστικό για τα καημένα τα ματάκια μου ήταν πως δεν υπήρχαν ούτε τα μισά στολίδια. Και από τα λαμπάκια, τα μισά είχαν καεί και δεν είχαν αντικατασταθεί. Τρομερό! Ποτέ δεν περίμενα ένα τέτοιο ήρεμο περιβάλλον σε αυτό το ιατρείο!

Η γραμματέας, η δεσποινίς Σούλα, με τα ολόλευκα δόντια και το μονίμως κατακόκκινο κραγιόν, έλειπε. Και, όπως κατάλαβα από την ακαταστασία και τη σκόνη στο γραφείο της, είχε να έρθει καιρό. Κρίμα, και ήταν τόσο αστεία και διασκεδαστική!

Ωστόσο, συχνά η συμπεριφορά της με προβλημάτιζε και πάντα την παρατηρούσα καλά καλά, μήπως και καταλάβω τι είναι αυτό που μας κρύβει. Ήταν κοντή, με λεπτά πόδια και τσιριχτή φωνή. Με τα μαλλιά της έκρυβε πάντα προσεχτικά τα αυτιά της. Μας κερνούσε συνέχεια κουραμπιέδες και μελομακάρονα, ό,τι εποχή και να πηγαίναμε. Μια φορά, μάλιστα, θα ορκιζόμουν πως την είδα να κρύβει κάτω από το γραφείο της κάτι κόκκινα παπούτσια με κουδουνάκια, σαν αυτά των ξωτικών.

Αυτές οι παρατηρήσεις μου, μαζί με άλλες, με έκαναν να πιστεύω πως πράγματι ήταν ξωτικό. Ναι, ένα από τα ξωτικά του Άγιου Βασίλη. Είναι γνωστό, εξάλλου, πως ο Άγιος Βασίλης, για να μάθει ποια παιδιά είναι καλά όλο το χρόνο, στέλνει συχνά τα ξωτικά για να μας παρακολουθούν.
Σχόλια
Ο Φώτης θέλει να ειδοποιήσει τα παιδιά όλου του κόσμου για να έρθουν στην παγκόσμια συνάντηση. Έτσι, επικοινωνεί με γνωστούς του στο εξωτερικό, οι φίλοι του γεμίζουν τον τόπο αφίσες, ενώ ο Ντίνος βγάζει ανακοίνωση σε όλες τις παιδικές ιστοσελίδες του κόσμου. Στη συνέχεια, για να μετακινηθούν όλοι οι σύνεδροι στην Ελλάδα, οι αεροπορικές εταιρίες, τα τρένα, τα πλοία και τα λεωφορεία προσφέρουν δωρεάν εισιτήρια στα παιδιά που ταξιδεύουν, οι αλυσίδες εστιατορίων ετοιμάζουν δωρεάν γεύματα, ενώ τα ξενοδοχεία διαθέτουν δωρεάν τα δωμάτιά τους! 

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη γενναιοδωρία των επιχειρηματικών κολοσσών, μια και πρόκειται για παραμύθι· αναρωτιέμαι ωστόσο, μήπως θα ήταν πιο απλό, ρεαλιστικό και ωφέλιμο η παγκόσμια αυτή συνέλευση να πραγματοποιηθεί στον κυβερνοχώρο. 

Απλό, αφού για την πραγματοποίηση μιας τηλεδιάσκεψης, αρκεί πλέον το πάτημα ενός κουμπιού. Ρεαλιστικό, αφού η μαγεία του διαδικτύου έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί, σε αντίθεση με τα φιλάνθρωπα αισθήματα των πολυεθνικών εταιριών, τα οποία εμφανίζονται πλέον μόνο στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Και ωφέλιμο, επειδή θα παρουσίαζε στα παιδιά έναν τρόπο, τον οποίον όντως μπορούν να υιοθετήσουν για να επικοινωνήσουν με συνομηλίκους τους και να οργανώσουν κοινές δράσεις, στα πλαίσια της κουλτούρας του «παγκόσμιου πολίτη». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ζούμε στον αιώνα της τεχνολογίας!
αν όλα τα παιδιά της γης... (πηγή)
Όπως είχαμε δει να συμβαίνει και στο Ένα τσαμπί σταφύλι, έτσι κι εδώ, τα παιδιά ενώνουν τα χέρια μέσα στο συμβολικά πυκνό σκοτάδι του παρόντος, για να στείλουν μηνύματα προς τους μεγάλους και να προετοιμάσουν ένα φωτεινότερο αύριο. Με σαφήνεια και μια υποψία διδακτισμού, σε τρία σημεία του κειμένου εκφράζεται η ανάγκη να ξεπεραστούν οι επιφανειακές (αλλά και οι πολιτισμικές, αξιακές, ιδεολογικές, κ.) διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, ώστε να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε και να  συνεργαστούμε. Συγκεκριμένα διαβάζουμε (σ.48) ότι όλοι είμαστε ίδιοι, αν και εξωτερικά φαινόμαστε τόσο διαφορετικοί· λίγο αργότερα πως (σ.50) Όλοι ήμασταν τόσο διαφορετικοί στην εμφάνιση, αλλά τόσο όμοιοι στο μυαλό, στην ψυχή και την καρδιά, ενώ στο τέλος ότι (σ.60) Όσο διαφορετικές κι αν είναι οι πατρίδες μας, οι θρησκείες μας, οι γλώσσες που μιλάμε, άλλο τόσο ίδιες είναι οι καρδιές μας...
Χρήση στην τάξη
Το κείμενο μας δίνει μια πολύ ωραία ιδέα για τις φετινές γιορτές. Αντί να ανταλλάξουμε μεταξύ μας δώρα και παιχνίδια που γρήγορα θα ξεχαστούν, θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε με την τάξη μας τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για να τα δωρίσουμε σε ανθρώπους που υποφέρουν. Άστεγοι, άνεργοι και μετανάστες, είναι ευκαιρία να νιώσουν φέτος λίγη ανθρώπινη ζεστασιά!
Τα χρήματα που συγκεντρώσαμε πέρσι, έγιναν τρόφιμα για τα Παιδικά Χωριά SOS. Δραστηριότητες σαν αυτή,
πέρα από τη συνεισφορά τους στο σύνολο, ενισχύουν την αυτοεκτίμηση των μαθητών και τη διάθεση προσφοράς
Μπορεί στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου να μη συναντάμε κάποιο παράρτημα, όμως το κενό αναπληρώνει μια ανάρτηση στην οποία ο εκδοτικός οίκος περιλαμβάνει μια απλοποιημένη θεατρική διασκευή του έργου όπως και έξι δραστηριότητες βασισμένες στο βιβλίο. Ανάμεσα σε αυτές συναντάμε ερωτήσεις Σωστό ή Λάθος, μια άσκηση δημιουργικής γραφής, το παρακάτω κρυπτόλεξο και άλλα ενδιαφέροντα. Καλή διασκέδαση!



Share/Bookmark

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής

Υπόθεση
Στη γκρίζα πολιτεία όπου τα αγαθά είναι πια λιγοστά, ένας θρύλος μιλάει για τον μαυροντυμένο Βόρακα: έναν άνθρωπο - φάντασμα του παλιού του εαυτού, που ζει σ' ένα στοιχειωμένο πλοίο και γνωρίζει την ιστορία της Φανής. Θέλοντας να την ακούσει, ένα μικρό αγόρι με μεγάλη περιέργεια, ξεκινάει συντροφιά μ' ένα αηδόνι να τον συναντήσει.  Όταν το δειλινό φτάνει στο παλιό λιμάνι, ένας κόρακας εμφανίζεται και προαναγγέλλει τον κύριό του, που μ' αντάλλαγμα ένα μισοφαγωμένο κουλούρι, διηγείται την λυπητερή του ιστορία. 

Ο τόπος τους ήταν πριν από καιρό ένα μέρος φωτεινό και ανθισμένο, όμως ο Βόρακας με την απληστία του το κατέστρεψε: Πρώτα έκοψε όλα τα δέντρα για να κατασκευάσει πλοία, σπίτια και μαγαζιά. Στη συνέχεια, έχτισε ένα εργοστάσιο που πέταγε τα απόβλητά του στο λιμάνι· κι όλα αυτά χωρίς να αποδίδει τίποτα στην πολιτεία, χωρίς να τηρεί τους νόμους ή να επιδεικνύει σωφροσύνη για το μέλλον. Η φωνή της μικρής Φανής αποδείχθηκε πολύ αδύναμη για να τον αποτρέψει. Μέχρι που η νεράιδα έφυγε από κοντά του, αφήνοντας τον ίδιο και την πολιτεία να μαραζώσουν, ντυμένοι στα γκρίζα. Καθώς ολοκληρώνει τη διήγησή του, ο Βόρακας αποκαλύπτει στο αγόρι πως για να επιστρέψει η αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, η λύση κρύβεται σε μια λέξη μέσα στα κλαδιά του τελευταίου ασπρόδεντρου. Θα καταφέρουν άραγε τα παιδιά να τη διαβάσουν και να λύσουν τα μάγια;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Γεωργία Γαλανοπούλου
Εικονογράφηση: Βαγγέλης Παυλίδης
ISBN: 978-960-16-5089-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2015
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'
Διαβάστε ένα απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες εδώ
άλλες κριτικές για το βιβλίο θα βρείτε εδώ και εδώ

Ευχαριστούμε τη συγγραφέα για τη δωρεά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη μας!

Κριτική
Έμμετρο αλληγορικό παραμύθι για την άμετρη εκμετάλλευση της φύσης από τον άνθρωπο, που με απληστία κατασπαταλά τους πόρους της και ζημιώνει το περιβάλλον χωρίς να αποδίδει τίποτα στην "πολιτεία". Με ευαισθησία και λογοτεχνική γλώσσα, που σε έναν βαθμό ίσως δυσκολέψει τους μικρότερους μαθητές, η συγγραφέας μας χαρίζει μια ιστορία ιδιαίτερης αισθητικής, η οποία καταφέρνει κάτι δύσκολο: να γεφυρώσει το μαγικό πνεύμα των λαϊκών θρύλων του παρελθόντος με πολλά σύγχρονα περιβαλλοντικά και ηθικά προβλήματα. Το ποιητικό στοιχείο υπερισχύει του πεζού και επιτρέπει στο κείμενο να ρέει -και να διαβάζεται εύκολα-, ενώ ταυτόχρονα η προσεγμένη σελιδοποίηση και η εξαιρετική δουλειά στην εικονογράφηση, ολοκληρώνουν την πραγματικά άρτια έκδοση. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων και μεγάλων τάξεων του Δημοτικού ή σε παιδιά που η αναγνωστική τους εμπειρία θα τα βοηθήσει να ξεδιπλώσουν όλες τις πτυχές της ιστορίας και να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματά της.

  • Καλογραμμένη ιστορία
  • Ιδιαίτεροι χαρακτήρες και αισθητική
  • Εξαιρετική εικονογράφηση
  • Προσεγμένη έκδοση
  • Ωφέλιμα μηνύματα

Αξίες - Θέματα
Περιβάλλον, Φαντασία, Αειφορία, Μύθοι

Εικονογράφηση
Το κείμενο είναι γεμάτο εικόνες που ο Βαγγέλης Παυλίδης μετασχηματίζει σε εξαιρετικά σχέδια, πλημμυρίζοντας τις σελίδες του βιβλίου. Το απειλητικό ύφος του Βόρακα, ο καλοδουλεμένος Κόρακας και το στοιχειωμένο καράβι, εντυπωσίασαν ιδιαίτερα τα παιδιά της τάξης μας και τα προκάλεσαν να διαβάσουν την ιστορία. 

Απόσπασμα
Στην άκρη της πόλης,
εκεί που η θάλασσα με τη στεριά
άλλοτε αντάλλαζαν φιλιά,
εκεί που τ' ασπρόδεντρο το μαραμένο
μονάχο στέκεται και λυπημένο,
κάποτε ζούσε η Φανή,
η διάφανη, η φωτεινή.
Μάλιστα, λένε κάποιοι μεγάλοι
πως πλάι στο ασπρόδεντρο
σ' ένα παλιό τσουκάλι
ακόμα και σήμερα μπορείς να δεις
αυτό που ήταν άλλοτε το σπίτι της Φανής.

Να ξέρει άραγε να πει κανείς
την ιστορία της Φανής;
Πώς χάθηκε απ' τη φύση
κι αν πάλι θα γυρίσει;
Ο Βόρακας ξέρει! Ίσως μιλήσει...

Να το καράβι του!
Σαν φάντασμα στέκει φοβερό
σ' άδειο λιμάνι, δίχως νερό.
Κι έτσι που γέρνει ρημαγμένο
λένε πως είναι στοιχειωμένο!

Πρωί το Βόρακα δε θα τον δεις.
Βαθιά κοιμάται ολημερίς.
Μπορεί μονάχα να τον συναντήσεις
- σαν σου βαστά και αν τολμήσεις-
μια από τις νύχτες που βγαίνει σεργιάνι
στο δίχως θάλασσα λιμάνι.
Και τότε, ίσως καταφέρεις,
αν κάποιο αντάλλαγμα προσφέρεις
να μάθεις γιατί χάθηκε η Φανή.

Έτσι έλεγε εκείνος ο θρύλος ο παλιός, ο χιλιοειπωμένος. Τα παιδιά της γκρίζας πολιτείας τον γνώριζαν καλά, τον είχαν στο μυαλό τους χαραγμένο. Κι έτρεμε το φυλλοκάρδι τους κάθε φορά που αγνάντευαν πέρα μακριά το στοιχειωμένο το καράβι. Απ' όλα όμως τα παιδιά, ένα μικρό αγόρι ήταν περίεργο πολύ

«Θα πάω!» λέει μια μέρα. «Θα μάθω γιατί χάθηκε η Φανή!» «Και δε φοβάσαι;» το ρωτούν τα άλλα παιδιά της γκρίζας πολιτείας. «Φοβάμαι» λέει. «Και λοιπόν; Το φόβο θα νικήσω. Κι αν μάθω κάποιο μυστικό, γρήγορα θα γυρίσω».

Σχόλια
Μια και οι γιορτές πλησιάζουν, θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε τον Βόρακα με το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων, που μεταφέρει στους νέους ένα μήνυμα για το πού θα οδηγηθεί ο πλανήτης σε περίπτωση που εξακολουθήσουμε να ενεργούμε χωρίς σωφροσύνη. Αν δεν θέλουμε ο κόσμος μας να καταλήξει σαν την γκρίζα πολιτεία, τότε θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε τη λέξη που κρύβεται στο ασπρόδεντρο. Με γνώμονα τον σεβασμό, να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τη φύση, τους νόμους, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Μόνο αν συνειδητοποιήσουμε άμεσα ότι η απληστία και η νοοτροπία All you can eat δεν έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή, όπου η γη έχει φτάσει στα όριά της, μπορεί κάτι να αλλάξει. Αλλιώς, όπως οι επιστήμονες προειδοποιούν, θα πρέπει να επιλέξουμε τον δρόμο της φυγής και να αναζητήσουμε νέο -προσωρινό- σπίτι για την ανθρωπότητα. Μέχρι πότε όμως μπορεί να συμβαίνει αυτό; Μήπως ο εναλλακτικός (αλλά και ανηφορικός) δρόμος της αειφορίας, της συνετής διαχείρισης των πόρων και της αυτοσυγκράτησης, είναι τελικά προτιμότερος τόσο για τον πλανήτη όσο και για το ανθρώπινο πνεύμα;
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη μας αναζητήσαμε έναν δημιουργικό τρόπο για να αναπαραστήσουμε τους διαλόγους του βιβλίου: κατασκευάσαμε έναν μικρό Κόρακα και ένα παιδί από πηλό, μια Φανή από βαμμένο βαμβάκι, ενώ με λίγο χαρτόνι και πλαστελίνη το ξύλινο μανεκέν που χρησιμοποιούμε στη ζωγραφική μεταλλάχθηκε σε Βόρακα... με μουστάκι! Τέλος, κάνοντας πράξη την -φιλική προς το περιβάλλον- πρακτική της επαναχρησιμοποίησης των υλικών, μετατρέψαμε το δέντρο της ζωής που είχαμε κατασκευάσει για προηγούμενη ανάρτηση, σε ασπρόδεντρο του σεβασμού!

Share/Bookmark

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Η μελωδία της ευτυχίας

Υπόθεση
Αυστρία, 1926. Σ' ένα γυναικείο μοναστήρι Βενεδικτίνων στο Νόνμπεργκ των Άλπεων, μια ζωηρή δόκιμη με σπουδές νηπιαγωγού καλείται να εγκαταλείψει τη μονή για λίγους μήνες, ώστε να αναλάβει την διαπαιδαγώγηση της μικρής κόρης ενός απόστρατου πλοιάρχου του Αυστριακού Ναυτικού. Ταξιδεύει στο Άιγκεν και γνωρίζεται με τον πικραμένο χήρο και τα 7 παιδιά του. Η Μαρία καταφέρνει να τους δώσει πάλι χαρά, παίζοντας τραγούδια με την κιθάρα της. Η ζέστη επιστρέφει έτσι σιγά σιγά στην οικογένεια, ο πλοίαρχος σύντομα ερωτεύεται την νεαρή παιδαγωγό και τη ζητάει σε γάμο. Λίγα χρόνια μετά έρχεται το κραχ και η περιουσία των φον Τραπ εξανεμίζεται. Αναγκάζονται να απολύσουν προσωπικό και να νοικιάσουν τα δωμάτια του αρχοντικού τους σε φοιτητές, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να τραγουδούν πιο σοβαρά και συστηματικά. Η διάσημη σοπράνο Lotte Lehmann τους ακούει τυχαία το 1936 και τους παρακινεί να συμμετάσχουν σ' ένα φεστιβάλ συγκροτημάτων. Η οικογενειακή χορωδία κερδίζει την πρώτη θέση και μέσα από μια σειρά ευτυχών συμπτώσεων, οδηγείται στην πρώτη της ευρωπαϊκή περιοδεία! Τον Μάρτιο του 1938, οι Γερμανοί προσαρτούν την Αυστρία και λίγους μήνες μετά η οικογένεια αποφασίζει να δραπετεύσει προς την ελευθερία.
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ατραπός (διαθέσιμο και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος)
Συγγραφέας: Μαρία φον Τραπ
Διασκευή: Γ. Μπόρας
Εικονογράφηση: Γιάννα Δελφίνο (εξώφυλλο)
ISBN: 960-8325-45-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 163
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά: εδώ  
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Υπέροχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στην Αυστρία του μεσοπολέμου για να μας αφηγηθεί τις περιπέτειες της πολυτάλαντης, θεοσεβούμενης αλλά και λίγο αφελούς Μαρίας φον Τραπ και της οικογένειάς της, ενώ ταυτόχρονα μας μεταφέρει μηνύματα πίστης, αξιοπρέπειας και αγάπης για τη μουσική. Η παρούσα διασκευή είναι αρκετά καλή, η γλώσσα ρέει και δεν δημιουργεί προβλήματα κατανόησης, η έκδοση ωστόσο θα μπορούσε να είναι πιο προσεγμένη ώστε να αποφευχθούν τα αρκετά τυπογραφικά και λάθη όπως η αντίστροφη εκτύπωση των σελίδων 158-159. Η πλοκή χωρίζεται σε 13 κεφάλαια των 6-20 σελίδων που, παρά την απουσία εικονογράφησης και τη σελιδοποίηση τύπου μπετόν, διαβάζονται ιδιαίτερα ευχάριστα. Εξαίρεση, κάποιες μακροσκελείς (παρότι ενθουσιώδεις) περιγραφές εθίμων (π.χ. κεφάλαιο 6) που δημιουργούν "κοιλιά" και είναι πιθανό να κουράσουν τους λιγότερο αποφασισμένους αναγνώστες. Το προτείνουμε σε μαθητές της Στ' και του Γυμνασίου, ενώ για τους μικρότερους η ίδια ιστορία κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος (βλ. εξώφυλλο που ακολουθεί), με ασπρόμαυρη εικονογράφηση, κεφάλαια των 3-6 σελίδων, απλοποιημένη σύνταξη, αλλά και λιγότερη έμπνευση. 

  • Πληροφορίες για την ζωή στην Αυστρία του μεσοπολέμου
  • Χιούμορ
  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Ωφέλιμες αξίες

  • Απουσία εικονογράφησης, χαρτών, ντοκουμέντων
  • Σημεία με "κοιλιά" στην πλοκή

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Μουσική, Αξιοπρέπεια, Θρησκευτική πίστη, Οικογένεια

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ζάμπλουτοι μεγιστάνες να χάσουν μέσα σε λίγες στιγμές όλη τους την περιουσία. Όταν διαβάζεις γι’ αυτές τις «απώλειες» στα μυθιστορήματα ή τις παρακολουθείς να ζωντανεύουν σε μια θεατρική σκηνή, τις βρίσκεις πολύ δραματικές. Όμως, όταν τις ζεις εσύ ο ίδιος, είναι μια εντελώς διαφορετική εμπειρία. Η φωνή που ανακοίνωσε την πτώχευση της τράπεζάς μας, έκλεισε οριστικά ένα πολύ άνετο και όμορφο κεφάλαιο της ζωής μας: το κεφάλαιο «πλούσιοι».

Η τράπεζα στην οποία είχαμε τις καταθέσεις μας ανήκε σε κάποια κυρία Λάμερ. Την ίδια περίπου εποχή, ο Χίτλερ και οι Ναζί του, στην άλλη μεριά των συνόρων, είχαν αρχίσει να δημιουργούν προβλήματα στη μικρή Αυστρία. Για να την αναγκάσουν να σκύψει το κεφάλι, είχαν απαγορέψει κάθε λογής οικονομικές συναλλαγές μαζί της, κόβοντάς της έτσι τον ομφάλιο λώρο. Αυτό προκάλεσε σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και πολλοί τραπεζίτες – ανάμεσά τους και η κυρία Λάμερ- άρχισαν ν’ ανησυχούν για το μέλλον. Ο σύζυγός μου γνώριζε την κυρία Λάμερ, την εκτιμούσε πολύ και τη θεωρούσε γενναία και πανέξυπνη γυναίκα. Όταν πληροφορήθηκε πως η τράπεζά της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, σήκωσε όλα τα κεφάλαιά του-που ήταν απολύτως ασφαλή σε μια εγγλέζικη τράπεζα- και τα κατέθεσε στην τράπεζά της, για να τη σώσει. Ο άμοιρος ο σύζυγός μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις τύψεις.

«Δεν έπρεπε να είχα πάρει τα λεφτά μου από την Αγγλία» θρηνούσε. «Δεν έπρεπε! Αχ, τι θ’ απογίνουν τώρα τα παιδιά μου;»

«Για να σου πω» του είπα μια μέρα «δεν τα πήρες τα λεφτά για να γλεντήσει. Ήθελες να βοηθήσεις κάποιον που αντιμετώπιζε προβλήματα, έτσι δεν είναι; Για ποιο λόγο διαβάζουμε τόσα χρόνια το Ευαγγέλιο; Δε θυμάσαι που λέει πως ό, τι κάνουμε από αγάπη προς Εκείνον θα μας το ανταποδώσει εκατονταπλάσιο σε τούτη τη ζωή και θα εξασφαλίσουμε, επιπλέον, την αιώνια ζωή;»

Εξάλλου, δεν μπορώ να πω ότι πεθαίναμε της πείνας. Έπρεπε όμως ν’ αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Είχαμε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μας, έμεναν όμως αρκετά για να πληρώνουμε τους απαραίτητους λογαριασμούς και να τα φέρνουμε βόλτα, φτάνει να ζούσαμε απλά. Υπήρχε, ακόμα, μια σεβαστή ακίνητη περιουσία, αρκετά μεγάλης αξίας. Αυτή όμως δεν είχαμε σκοπό να την αγγίξουμε: θα έμενε για ώρα μεγάλης ανάγκης, ώστε να εξασφαλίσουμε το μέλλον των παιδιών. Έπρεπε συνεπώς να προσαρμοστούμε σ’ ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο: πουλήσαμε το αυτοκίνητο, απολύσαμε έξι από τους οχτώ υπηρέτες – έμειναν μόνο ο μπάτλερ και η μαγείρισσα- κλειδώσαμε τα μεγάλα δωμάτια στο ισόγειο και στο δεύτερο όροφο και εγκατασταθήκαμε όλοι μαζί στον τρίτο, όπου θα τα βγάζαμε πέρα χωρίς καμαριέρα. Ο κακομοίρης ο άντρας μου ένιωθε σαν ζητιάνος. Δεν του έπαιρνες πια λέξη και τον λυπόμουν πολύ όταν το έβλεπα να πηγαινοέρχεται απελπισμένος στο δωμάτιο, πάνω κάτω, μασουλώντας την άκρη του μουστακιού του.

Σαν αν μην έφταναν όλες οι άλλες σκοτούρες του, τον εκνεύριζα από πάνω κι εγώ. Για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν μπορούσα να συμμεριστώ την απελπισία του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή όταν μάθαμε πως χάσαμε τα λεφτά μας, αισθάνθηκα μια παράξενη προσδοκία. Ένιωσα να φεύγει από πάνω μου ένα βάρος και, μόλο που πάσχιζα σκληρά, δεν μπορούσα να δείχνω αποκαρδιωμένη. Μήπως αισθανόμουν άραγε -αμυδρά- πως άρχιζε το μεγάλο κρεσέντο του τραγουδιού της ζωής μας, που θα συνεχιζόταν από εδώ και πέρα χωρίς διακοπή;

Η «εκατονταπλάσια ανταμοιβή» εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, με την αντίδραση των παιδιών: αδιαφορώντας τελείως για το αν είχαμε αυτοκίνητο ή όχι, προθυμοποιήθηκαν ν’ αναλάβουν νέα καθήκοντα, ευθύνες και υποχρεώσεις, κι όχι μοιρολατρικά και μουτρωμένα, αλλά ανασκουμπώνοντας αποφασιστικά τα μανίκια!

Εκείνη την εποχή, από το σπίτι έλειπε μόνο ο Ρούπερτ, ο μεγαλύτερος. Έμενε στο Ίνσμπρουκ, όπου προετοιμαζόταν για την Ιατρική Σχολή, και τον επισκέφθηκα για να του ανακοινώσω τα δυσάρεστα νέα –πως όχι μόνο κοβόταν το γενναίο χαρτζιλίκι του, αλλά θα έπρεπε να εργαστεί για να τελειώσει το πανεπιστήμιο. Γύρισα στο σπίτι λάμποντας από ενθουσιασμό.

«Τελικά, Γκέοργκ, είμαστε τυχεροί που χάσαμε τα λεφτά μας! Πώς αλλιώς θα διαπιστώναμε πόσο καλά παιδιά έχουμε;»

Του εξήγησα πως ο Ρούπερτ είχε δεχτεί την καταστροφή με το χαμόγελο –κι αυτό το χαμόγελο του αγοριού κατάφερε επιτέλους να φωτίσει το σκυθρωπό πρόσωπο του πατέρα του. Βλέποντας τον άντρα μου να χαμογελάει περήφανος, μετά από τόσα μερόνυχτα πίκρας, κόντεψα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου. Όμως ακόμα κι η πολλή χαρά πρέπει να μοιράζεται, γιατί αλλιώς καταντάει πόνος. Έτσι, αγκάλιαζα κι έσφιγγα τον καημένο τον άντρα μου με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που εκείνος ξεγλίστρησε από τα χέρια μου γελώντας και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του.

«Τι έπαθες, μπορείς να μου πεις; Κάνεις λες και κέρδισες ένα εκατομμύριο δολάρια!»

«Μόνο;» απάντησα. «Μόλις τώρα ανακάλυψα πως δεν ήμασταν πραγματικά πλούσιοι, απλώς είχαμε κατά τύχη πολλά χρήματα. Γι’ αυτό και δε θα γίνουμε ποτέ φτωχοί. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι τώρα που ξέρω πως δεν ανήκουμε σ’ εκείνους που θα δυσκολευτούν πολύ να μπουν στο βασίλειο του Θεού».

Όμως, παρά τον ενθουσιασμό μου, κάτι έπρεπε να γίνει. Έπρεπε να εξασφαλίσουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα. Πώς όμως;

Εκείνες τις μέρες θερίσαμε τους πρώτους καρπούς από την ευλογημένη συνήθεια που είχαμε σπείρει πριν από πολλά χρόνια: να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο μαζί με τα παιδιά. Σε κάθε σταυροδρόμι, κάθε δύσκολη στιγμή, εμφανιζόταν μια ρήση που έλεγες πως είχε φτιαχτεί ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση. «Ό, τι ζητήσετε, αυτό θα λάβετε» είχε πει ο Κύριός μας.

«Ό, τι ζητήσουμε». Αρχίσαμε λοιπόν ν’ αναζητούμε τη σωστή διαφώτιση, τη σωστή καθοδήγηση, κι η απάντηση βρισκόταν πολύ κοντά μας, στο Νόνμπεργκ. Πήγα εκεί και ζήτησα από τις καλόγριες να μας βοηθήσουν σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα.

«Γιατί δε ζητάτε από τον Αρχιεπίσκοπο άδεια να φτιάξετε ένα παρεκκλήσι, όπως κάνουν σε τόσα άλλα κάστρα και σπίτια;» πρότεινε η Αδελφή Ραφαέλα. «Είμαι σίγουρη, μάλιστα, ότι θα στείλει κάποιον ιερέα να μείνει μαζί σας, και μπορείτε να νοικιάζετε τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού σε φοιτητές του Καθολικού Πανεπιστημίου».

Τόσο απλό! Ο καλοσυνάτος Αρχιεπίσκοπος Ιγνάτιος μας έδωσε πρόθυμα την άδεια. Το μεγάλο δωμάτιο του ισογείου, που δεν το χρησιμοποιούσαμε πια, φαινόταν ιδανικό για το σκοπό μας, με τη μεγάλη γωνιακή μπαλκονόπορτα, όπου στήθηκε ο βωμός· τα στασίδια τοποθετήθηκαν στο μήκος των τοίχων, αντικριστά, όπως στα παλιά, γραφικά παρεκκλήσια των μοναστηριών. Ο πάστορας της ενορίας μας, μας παραχώρησε τα πιο απαραίτητα άμφια και σκεύη. Ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής αναζητούσε ένα ήσυχο μέρος για να γράψει κάποιο φιλοσοφικό βιβλίο. Ήταν ο πρώτος μας ένοικος κι ανέλαβε να κάνει την πρωινή λειτουργία. Εκείνες τις μέρες, όταν ήμαστε μόνοι, ο άντρας μου, μου έλεγε βιαστικά: «Ναι, είμαστε τυχεροί, και μακαρίζω το Θεό που ήρθαν έτσι τα πράγματα».

Μα πραγματικά, δεν ήμασταν τυχεροί; Πρώτη φορά δεθήκαμε τόσο πολύ ο ένας με τον άλλον, και μόνο τώρα, χάρη στη μεγαλοψυχία του Θεού, είχαμε διακρίνει τις αρετές των παιδιών μας· ούτε ένα μουρμουρητό, ούτε ένα παράπονο… Και ποτέ πριν δεν είχαμε ανάμεσά μας έναν ιερέα ή ένα παρεκκλήσι και τη Θεία Ευχαριστία μέσα στο σπίτι μας. Αυτό πια δεν ήταν τύχη – ήταν ευλογία!

Τώρα δεν ξέρω ποια λέξη να χρησιμοποιήσω· ήταν άραγε αστείο, κωμικό ή αξιοθρήνητο να παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των πλούσιων γειτόνων μας; Φαίνεται πως ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να πάθει ένας πλούσιος είναι να υποψιαστεί ότι τον πλησιάζεις για να του ζητήσεις λεφτά. Προβλέποντας έναν τόσο σοβαρό κίνδυνο, πρέπει να τον αποτρέψει με κάθε θυσία. Έτσι, όποτε οι παλιοί μας φίλοι συναντούσαν τον άντρα μου, άρχιζαν να του λένε πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα και πόσο «ζορίζονταν» κι εκείνοι να τα βγάλουν πέρα. Μια μέρα ο Γκέοργκ γύρισε έξαλλος στο σπίτι.

«Αν σου πω τι μου συνέβη, δε θα το πιστέψεις!»

«Άντε πάλι!» σκέφτηκα, βλέποντάς τον να βηματίζει πάνω κάτω, μασουλώντας το μουστάκι του.

«Πρώτα συνάντησα τον Μάξι» (ο Μάξι ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της περιοχής). «Στα καλά καθούμενα, άρχισε να μου εξηγεί πως κι ο ίδιος ο αδερφός του να του ζητούσε δάνειο, δεν θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. «Δύσκολες εποχές», είπε μιμούμενος τη θλιμμένη φωνή του Μάξι. «Λίγο παρακάτω» συνέχισε «βλέπω τη βαρόνη Κ., που μου λέει σχεδόν απογοητευμένη: «Είδα τα παιδιά σου τις προάλλες και ξαφνιάστηκα –τόσο όμορφα, πρόσχαρα κι ακόμα τόσο καλοντυμένα». Ακόμα, τα’ ακούς; Έτσι μου ‘ρθε…» Σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου: «Μα καλά, τους βάρεσε η τρέλα στο κεφάλι; Και μη μου ξαναπείς πως είμαι τυχερός!»

«Θα σ’ το πω και θα σ’ το λέω συνέχεια» απάντησα κι όπως στεκόταν αντίκρυ μου, έσκυψα και τον φίλησα στο στόμα. «Και ξέρεις γιατί; Επειδή είσαι πολύ τυχερός. Ακόμα κι αν ξόδευες όλα τα πλούτη του κόσμου, δε θα κατάφερνες να μάθεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου φίλοι – τώρα όμως, ξέρεις».

Στο σημείο αυτό γελάσαμε – κι άμα γελάσεις μια φορά, ο θυμός σου εξατμίζεται.

Ένα χρόνο αργότερα, το σπίτι μας ήταν γεμάτο κόσμο, νεαρούς καθηγητές και σπουδαστές της Σχολής. Πρώτη φορά διασκεδάζαμε τόσο πολύ και περνούσαμε τόσο όμορφα απογεύματα. Όχι πως βγάζαμε τίποτα σπουδαία λεφτά απ’ τους ενοικιαστές – ωστόσο, ήταν αρκετά για να πληρώνουμε τους λογαριασμούς και να συντηρούμε το μεγάλο σπίτι.

Παλιά, σπάνια θυμάμαι να γελούσαμε τόσο πολύ, να συμμετείχαμε σε τόσο πνευματώδεις συζητήσεις, να συναντούσαμε τόσο ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο καθηγητής Ντ. , ο πρώτος μας ενοικιαστής, έγινε γρήγορα ένας πολύ αγαπητός και υπέροχος φίλος. Όταν κόντευε να τελειώσει το βιβλίο του, ήρθε να τον επισκεφθεί ο εκδότης του, κι έμεινε μετά για ένα φλιτζάνι τσάι στη βιβλιοθήκη, όπου τα κούτσουρα τριζοβολούσαν στο τζάκι. Ήταν μια άθλια παγερή μέρα το Νοέμβρη, κι ήταν η πρώτη επίσκεψη από τις πολλές που θ’ ακολουθούσαν. Ο Όττο Μίλερ, ο νεαρός εκδότης, μπήκε γρήγορα στον κατάλογο των πιο στενών φίλων μας, και πολύ σύντομα όσοι συγγραφείς, επιστήμονες και καθηγητές έρχονταν να τον επισκεφθούν, κατέληγαν στο σπίτι μας. Καταλαβαίνετε πόσο  πιο όμορφη και πλούσια έγινε η ζωή μας – ιδιαίτερα η ζωή των παιδιών, που βρίσκονταν πάνω στην ανάπτυξη. Κάτι τέτοιες βραδιές δεν μπορούσα να μην κοιτάζω θριαμβευτικά τον άντρα μου ο οποίος, για να μην ακούσει τη φοβερή λέξη «τυχερός», έπιανε καθησυχαστικά το χέρι μου και μουρμούριζε: «Καταλαβαίνω τι εννοείς».

Όλον αυτόν τον καιρό δεν σταματήσαμε στιγμή να τραγουδάμε και να φτιάχνουμε όλοι μαζί μουσική, προς μεγάλη ευχαρίστηση των καλεσμένων μας. Το παρεκκλήσι μας ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για να τραγουδάμε πιο σοβαρά απ’ ό, τι στο παρελθόν.

Το Πάσχα του 1933, ο καθηγητής Ντ. Έπρεπε να κάνει ένα ταξίδι και παρακάλεσε κάποιο φίλο του ιερέα να έρθει να λειτουργήσει στη θέση του. Όταν τελείωσε η πρωινή λειτουργία, ο πάτερ Βάσνερ, ο νεαρός ιερέας, είπε: «Πραγματικά, τραγουδήσατε πολύ όμορφα σήμερα το πρωί, αλλά…» και μας εξήγησε, με λίγα λόγια, μερικά πολύ σημαντικά πράγματα – κι εκεί, στο τραπέζι του πρωινού, μας έβαλε να επαναλάβουμε ένα τροπάριο, διευθύνοντάς μας από εκεί που καθόταν. Κανένας μας δεν ήξερε τότε πόσο τυχεροί ήμασταν:

Έτσι γεννήθηκαν οι ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΡΑΠ.
Φωτογραφία της αληθινής οικογένειας Τραπ (πηγή)
Σχόλια
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαρίας φον Τραπ εκδόθηκε το 1949 και αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία ενός γερμανικού φιλμ (Die Trapp Familie, 1956) που προβλήθηκε με αρκετή επιτυχία στην Ευρώπη. Στη συνέχεια, Αμερικάνοι παραγωγοί αγόρασαν τα δικαιώματα και διασκεύασαν το έργο σε μιούζικαλ για το Μπρόντγουεϊ, γράφοντας νέο σενάριο και μουσική και κερδίζοντας πολλά βραβεία. Λίγα χρόνια αργότερα, γεννήθηκε και η διάσημη χολιγουντιανή ταινία που τιμήθηκε με Όσκαρ και αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο (με εξαίρεση το κοινό στην Αυστρία και τη Γερμανία που δεν είδε με καλό μάτι την αλλαγή του μουσικού ρεπερτορίου της οικογένειας!) Φέτος, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την πρώτη προβολή της, γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ The Untold Story of the Sound of Music. Σε αυτό, μαθαίνουμε μεταξύ άλλων ότι η οικογένεια φον Τραπ, δεν είχε κανέναν λόγο να πάρει τα βουνά (όπως βλέπουμε να συμβαίνει στο τέλος της χολιγουντιανής εκδοχής) για να αποδράσει από την Αυστρία. Και αυτό, επειδή δίπλα ακριβώς από το αρχοντικό της, υπήρχε (και ακόμα υπάρχει) σταθμός τρένου, το οποίο στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε για να φτάσει στην Ιταλία. Αντίθετα, μια πορεία προς τα βόρεια, θα οδηγούσε την οικογένεια στο στόμα του λύκου!
Μέσω Google Earth μπορούμε να δούμε πόσο κοντά βρίσκεται η βίλα Τραπ στον σταθμό του τρένου
Εκτός από τη διασκεδαστική, περιπετειώδη ιστορία της νεαρής καλόγριας, το βιβλίο περιέχει και αρκετά μηνύματα, που πηγάζουν από την προσωπική φιλοσοφία της Μαρίας φον Τραπ. Για παράδειγμα, σχετικά με την αγάπη της για την παράδοση και την αντίθεσή της προς την επέλαση του παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού, διαβάζουμε (σ.85) οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων δεν ασχολούνται πια μ' αυτά τα έθιμα. Οι εθνικές φορεσιές θάφτηκαν στα σεντούκια κι όλοι βγαίνουν στους δρόμους ντυμένοι με τα ίδια σχεδόν ρούχα παντού: στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη ή στη Σαγκάη· οι λαϊκοί χοροί αντικαταστάθηκαν από διεθνείς χορευτικούς ρυθμούς· κι αντί για τα λαϊκά έθιμα -την πανάρχαιη φωνή του λαού σου, που σε πληροφορεί τι έκαναν οι πρόγονοί σου σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και τι θα πρέπει να κάνεις και συ-  κυκλοφορούν βιβλία που σου δίνουν λεπτομερείς οδηγίες, τι να φορέσεις αν θέλεις να θεωρείσαι "κομψός", πώς να φερθείς αν θέλεις να γίνεις "κοινωνικά αποδεκτός".

Αντίστοιχα, σαφής είναι και η κριτική που ασκεί στην εμπορευματοποίηση, αφού για τα δώρα των γιορτών γράφει στη σελ. 83 και φυσικά, σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν τρέχεις στα μαγαζιά να πάρεις ένα ψυχρό δώρο, φτιαγμένο από κάποιο εργοστάσιο, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αδερφό ή την αδερφή σου. Πώς θα μπορούσες τάχα ν' αγοράσεις, όσα λεφτά κι αν έδινες, το ξεχωριστό σπιτάκι που χρειάζονταν οι νάνοι της Μαρτίνας, πλεγμένο από ρίζες, μ' ένα χαλάκι φτιαγμένο από μούσκλια κι έπιπλα σκαλισμένα σε κλαράκια! Μια καρδιά που αγαπά και επιδέξια δάχτυλα μπορούν να φτιάξουν μικρά αριστουργήματα...

Σε άλλα σημεία, η προσωπική της βιοθεωρία φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από την χριστιανική πίστη (σ.93-4) Οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους αλλάζουν κι οι ιδέες· όμως, η ανθρώπινη καρδιά κι η ανθρώπινη φύση παραμένουν ίδιες. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι είμαστε φτιαγμένοι από σάρκα και αίμα, και να ξέρουμε πότε πρέπει να νηστέψουν τα σώματα και πότε να πανηγυρίσουν οι καρδιές.

Τέλος, όταν η οικογένεια ζυγίζει τις προσφορές του καθεστώτος του Χίτλερ, επιλέγοντας τελικά να διατηρήσει την ηθική της ακεραιότητα, δίνει σε μας τους αναγνώστες ένα μάθημα αξιοπρέπειας (σ.160-1) Αυτό σήμαινε πως είχαμε κάνει την τύχη μας. Από εδώ και πέρα θα μπορούσαμε να τραγουδάμε πρωί, μεσημέρι και βράδυ και να γίνουμε πάμπλουτοι. 

Ο Χανς είχε ρεπό. Αφού βάλαμε τη Ρόζμαρι και τη Λόρλι για ύπνο, ο Γκέοργκ συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο. Ενημέρωσε τα παιδιά για τις προτάσεις που είχαν γίνει στον ίδιο και τον Ρούπερτ, σε πόσο μεγάλο πειρασμό μας έβαλαν αυτές οι προσφορές, κι επίσης για τις προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά μας από την καινούργια πρόσκληση να τραγουδήσουμε στα γενέθλια του Χίτλερ - τι γνώμη είχε η οικογένεια για όλα αυτά;

Για μερικές στιγμές τα παιδιά έμειναν σιωπηλά. Έπειτα, άρχισαν να ρωτούν όλα μαζί:
"Και θα πρέπει να λέμε «Χάιλ Χίτλερ;»"
"Ποιον εθνικό ύμνο θα τραγουδήσουμε στη σκηνή, τον καινούργιο;"
"κι ο πάτερ Βάσνερ τι θα γίνει; Οι Ναζί δεν συμπαθούν τους ιερείς!"
"Στο σχολείο δε μας επιτρέπουν να τραγουδάμε θρησκευτικά τραγούδια που αναφέρουν το Χριστό ή τα Χριστούγεννα. Πώς θα μπορέσουμε τότε να τραγουδήσουμε Μπαχ;"
"Δίχως άλλο, το ρεπερτόριό μας θα έχει μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία... όμως, θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε τις ιδέες μας και να παραμείνουμε αντιναζιστές όταν θα έχουμε εισπράξει τα λεφτά τους και τους επαίνους τους;"
Σιωπή.
"Δεν μπορούμε να το κάνουμε..."
"Όμως, έτσι απορρίπτουμε για τρίτη φορά μια πολύ δελεαστική πρόταση των Ναζί. Ακούστε, παιδιά" -στο σημείο αυτό η φωνή του Γκέοργκ έγινε πολύ πιο σοβαρή- "ακούστε με, σας παρακαλώ. Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σταυροδρόμι και πρέπει ν' αποφασίσουμε τώρα: θέλουμε να διατηρήσουμε τα υλικά αγαθά μας, αυτό το σπίτι με τα παλιά έπιπλα, τους φίλους μας κι όλα όσα αγαπάμε; -σ' αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να παραδώσουμε ως αντάλλαγμα τα πνευματικά μας αγαθά: την πίστη μας και την τιμή μας. Δεν μπορούμε πια να τα έχουμε και τα δύο. Στο χέρι μας είναι να γίνουμε τώρα όλοι πολύ πλούσιοι, αμφιβάλλω όμως αν αυτό θα μας εξασφαλίσει την ευτυχία. Προτιμώ να βλέπω τα παιδιά μου φτωχά, αλλά έντιμα. Αν όμως επιλέξουμε αυτό το μονοπάτι, θα πρέπει να φύγουμε. Συμφωνείτε;"
Ο Christopher Plummer (ως Georg von Trapp) σκίζει τη ναζιστική σημαία
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη θα μπορούσαμε να αποδώσουμε με θεατρικό παιχνίδι το οικογενειακό συμβούλιο των Τραπ, δίνοντας διάφορες εναλλακτικές. Με ποιους τρόπους θα μπορούσαμε να απαντήσουμε στις δελεαστικές προσφορές των Γερμανών; Τι θα μπορούσαμε να τους γράψουμε σε ένα γράμμα; Και τι θα γινόταν άραγε αν η οικογένεια δεχόταν να τραγουδήσει μπροστά στον Χίτλερ; Πώς άραγε θα εξελισσόταν η ζωή της από εκεί και πέρα;

Ενδιαφέρον θα ήταν επίσης να συζητήσουμε για τις πιο πάνω απόψεις της Μαρίας φον Τραπ ώστε να ακούσουμε τι πιστεύουν τα σημερινά παιδιά σχετικά με τα θέματα που θίγει. Γιατί επιλέγουμε στις μέρες μας να φοράμε απρόσωπα, βιομηχανικά κατασκευασμένα ρούχα και όχι χειροποίητες φορεσιές που μας συνδέουν με τον τόπο και την παραδοσιακή μας ταυτότητα; Και γιατί προτιμάμε να προσφέρουμε στους αγαπημένους μας πλαστικά δώρα που προέρχονται από κινέζικα εργοστάσια αντί για μοναδικά αντικείμενα με προσωπικό συναισθηματικό βάρος; Μήπως η μερική μας απεμπλοκή από το χρήμα, θα μας επέτρεπε να ακολουθήσουμε έναν πιο ανθρωπιστικό κώδικα αξιών και να νιώσουμε ελεύθεροι;

Στα παρακάτω βίντεο, παρακολουθούμε ένα κυνηγετικό τραγούδι του 16ου αιώνα (Es wollt ein Jägerlein jagen) που η πραγματική οικογένεια Τραπ τραγούδησε στις περιοδείες της, έναν αντίστοιχο σκοπό από την γερμανική ταινία και τέλος ένα νούμερο γραμμένο από τους Rodgers και Hammerstein που βλέπουμε στην αμερικάνικη ταινία. Τι διαφορές παρατηρούμε ανάμεσα στα τρία κομμάτια;




Share/Bookmark