Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Η κόρη του λοχαγού

Υπόθεση
Σιμπίρσκ, 1772. Ο 17χρονος Πιοτρ Γκρινιόφ, γιος απόστρατου αντισυνταγματάρχη, στέλνεται από τον πατέρα του να υπηρετήσει στο Όρενμπουργκ (αντί για την Πετρούπολη όπου τον περίμενε μια εύκολη ζωή δανδή), ώστε να σκληραγωγηθεί και να μάθει την πειθαρχία. Καθώς η άμαξά του προχωρά στη στέπα, πέφτει σε χιονοθύελλα και ο νεαρός σώζεται χάρη στη βοήθεια ενός Κοζάκου χωρικού. Όταν τελικά φτάνει στον προορισμό του, ο αρμόδιος στρατηγός τον στέλνει ακόμα πιο μακριά, στο μισορημαγμένο φρούριο Μπιελογκόρσκ, στα σύνορα της Ρωσίας με την Κιργιζία. Εκεί, ο Πιοτρ θα γνωριστεί με την οικογένεια του φρούραρχου Ιβάν Κούζμιτς και θα ερωτευτεί την κόρη του Μάσα, για χάρη της οποίας θα μονομαχήσει με τον συνάδελφό του Σβάμπριν. Οι πραγματικές δοκιμασίες για τον νεαρό αξιωματικό αρχίζουν ωστόσο λίγο αργότερα, όταν ο Κοζάκος Πουγκατσόφ, έχοντας ξεσηκώσει τις τοπικές φυλές, καταλαμβάνει τις γύρω φρουρές τη μία μετά την άλλη. Γρήγορα έρχεται και η σειρά του Μπιελογκόρσκ, που πέφτει με προδοσία του ίδιου μισητού συναδέλφου. Όλοι οι πιστοί στο στέμμα αξιωματικοί εκτελούνται, αλλά στον Πιοτρ δίνεται χάρη, επειδή ο επαναστάτης δεν είναι άλλος από τον Κοζάκο με τον οποίο είχε γνωριστεί στη στέπα. Σκοπός της ζωής του Πιοτρ, γίνεται τώρα να γλιτώσει την Μάσα από τα νύχια του απαίσιου Σβάμπριν. Αρκεί άραγε η γενναιότητά του και η αγνή του αγάπη για να τα καταφέρει μόνος εναντίον όλων;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ερευνητές
Συγγραφέας: Αλεξάντρ Πούσκιν (
Александр Пушкин)
Μετάφραση: Πέτρος Παπαπέτρος
Εικονογράφηση: Βασίλης Κοντογεώργος
Τίτλος πρωτοτύπου: 
Капитанская дочка
ISBN: 978-960-368-433-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1836 (παρούσα έκδοση στα ελληνικά 2008)
Σελίδες: 140
Τιμή: περίπου 13 ευρώ ή 5 ευρώ από το παζάρι βιβλίων
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική 
Μια από τις πιο αγαπητές περιπέτειες του Πούσκιν, φτάνει στα χέρια μας μέσα από την προσεγμένη έκδοση της σειράς Αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και η Εποχή τους. Σε πρωτοπρόσωπη κατά κύριο λόγο αφήγηση, ο πατέρας της νέας ρωσικής λογοτεχνίας, μας διηγείται τα γεγονότα γύρω από την εξέγερση του Πουγκατσόφ (1773-1775) όπως τα είδε ο κεντρικός του ήρωας Πιοτρ Αντρέιτς Γκρινιόφ, ένας νεαρός αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Η μετάφραση μας αποδίδει ένα κείμενο απλό αλλά και μεστό, με σχετικά καλή ροή και ένα ελαφρά χιουμοριστικό ύφος που το κάνει να διαβάζεται ευχάριστα. Η ιστορία χωρίζεται σε 14 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (με 6 έως 14 σελίδες το καθένα, συνήθως γύρω στις 8) και παρά τους σχεδόν δύο αιώνες ζωής της, καταφέρνει να μας κερδίσει το ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα. Ταυτόχρονα, η πλούσια εικονογράφηση, οι πληροφορίες στα περιθώρια των σελίδων και το πλήρες παράρτημα (χάρτες, βιβλιογραφία, κτλ.) αναβαθμίζουν την ανάγνωση του βιβλίου από απλή ψυχαγωγική δραστηριότητα σε μια εξαιρετικά μορφωτική εμπειρία. Εξαιτίας της ενήλικης θεματικής του και αρκετών βίαιων λεπτομερειών (μαστιγώματα σ.56-57, απαγχονισμοί σ.66 και 137, αποκεφαλισμοί σ. 63, κτλ.), θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές γυμνασίου.


  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Εξαιρετικές προσωπογραφίες
  • Ηθικοπλαστικά μηνύματα
  • Προσεγμένη έκδοση 
  • Πολλές πληροφορίες για την εποχή

Αξίες - Θέματα
Περιπέτεια, Ιστορία, Αγάπη, Φιλία, Ειλικρίνεια, Γενναιότητα 


Εικονογράφηση
Πλούσια εικονογράφηση που συναντάμε σε κάθε σελίδα και στην οποία περιλαμβάνονται έγχρωμες ζωγραφιές (το στυλ τους προσωπικά μου θύμισε Κλασικά Εικονογραφημένα), πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, λιθογραφίες, ντοκουμέντα, φωτογραφίες, χάρτες, σχέδια στολών, σκίτσα του ίδιου του Πούσκιν... όλα αυτά εμπλουτίζουν το κείμενο προσφέροντας πληθώρα πληροφοριών, ενώ παράλληλα βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τα όσα συμβαίνουν και να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα της εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Απόσπασμα
Στη συνέχεια, μου πήρε το σημειωματάριο κι άρχισε να κριτικάρει αμείλικτα κάθε στίχο και κάθε λέξη του τραγουδιού μου, και να με περιγελά με πολύ ειρωνικό ύφος. Αυτό δεν το άντεξα κι άρπαξα το σημειωματάριο από τα χέρια του, λέγοντας ότι δε θα του ξαναδείξω ποτέ τα ποιήματά μου. Ο Σβάμπριν ειρωνεύτηκε κι αυτή την απειλή μου.
«Θα δούμε», είπε, «αν θα κρατήσεις το λόγο σου. Οι ποιητές έχουν ανάγκη από ακροατές, όσο ο Ιβάν Κουζμίτς χρειάζεται την καράφα με τη βότκα πριν από το φαγητό. Όμως, ποια είναι αυτή η Μάσα στην οποία εξομολογείσαι το τρυφερό σου πάθος και τα ερωτικά σου βάσανα; Μήπως κατά τύχη είναι η Μάργια Ιβάνοβνα;» 



«Δεν είναι δουλειά σου όποια και να είναι αυτή η Μάσα», απάντησα συνοφρυωμένος. «Δε θέλω ούτε τη γνώμη σου ούτε τις εικασίες σου». 


«Ω! Εύθικτος ποιητής και ντροπαλός εραστής!» συνέχισε ο Σβάμπριν, εκνευρίζοντάς με όλο και περισσότερο. «Όμως, δέξου τη συμβουλή ενός φίλου: αν θες να τα καταφέρεις, θα πρέπει να καταφύγεις σε κάτι καλύτερο από τραγουδάκια». 

«Τι εννοείτε, κύριε; Εξηγηθείτε, παρακαλώ». 

«Ευχαρίστως. Εννοώ ότι αν θες να σε επισκέφτεται το απόβραδο η Μάσα Μιρόνοφ, χάρισέ της ένα ζευγάρι σκουλαρίκια αντί για μελιστάλαχτα στιχάκια». 

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. 

«Γιατί έχεις τέτοια γνώμη γι’ αυτή;» ρώτησα, συγκρατώντας δύσκολα το θυμό μου. 

«Γιατί», απάντησε χαμογελώντας σατανικά, «έχω προσωπική πείρα για το ήθος και τους τρόπους της». 

«Λες ψέματα, παλιάνθρωπε!» φώναξα οργισμένα. «Λες ψέματα με τον πιο αναίσχυντο τρόπο». 

Ο Σβάμπριν άλλαξε χρώμα: «Θα πληρώσεις γι’ αυτό που είπες», είπε σφίγγοντας το χέρι μου. «Απαιτώ ικανοποίηση». 

«Οπωσδήποτε! Όποτε το επιθυμείς!» απάντησα με ανακούφιση. 

Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να τον κάνω κομματάκια. 

Πήγα κατευθείαν στον Ιβάν Ιγκνάτιτς και τον βρήκα με μια βελόνα στα χέρια: έφτιαχνε αρμαθιές από μανιτάρια για να ξεραθούν για το χειμώνα, όπως του είχε παραγγείλει η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, Πιοτρ Αντρέιτς! Καλώς ήρθατε!» είπε μόλις με είδε. «Ποια καλή τύχη σας φέρνει εδώ; Τι δουλειά δηλαδή, τολμώ να ρωτήσω». 

Του εξήγησα με συντομία ότι είχα λογομαχήσει με τον Αλεξέι Ιβάνιτς και τον παρακάλεσα να είναι ο μάρτυράς μου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς με άκουσε προσεκτικά, γουρλώνοντας το μοναδικό του μάτι. 

«Δηλαδή, θέλετε να πείτε», μου απάντησε, «ότι έχετε την πρόθεση να σκοτώσετε τον Αλεξέι Ιβάνιτς κι επιθυμείτε να είμαι μάρτυρας σ’ αυτό; Κατάλαβα καλά, αν επιτρέπετε να ρωτήσω;» 

«Ακριβώς». 

«Θεέ και κύριε, Πιοτρ Αντρέιτς! Τι είναι αυτά που σκέφτεστε; Καβγαδίσατε με τον Αλεξέι Ιβάνιτς. χαρά στο πράμα! Τα άσχημα λόγια δεν σημαίνουν τίποτα! Σας έβρισε, βρίστε τον κι εσείς, σας χτύπησε στο πρόσωπο, χτυπήστε τον κι εσείς στα αφτιά μία, δύο, τρεις φορές, κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Εμείς αργότερα θα δούμε πώς θα σας φιλιώσουμε. Όμως να σκοτώσετε το συνάνθρωπό σας, είναι σωστά πράματα αυτά, αν επιτρέπετε; Και, τέλος πάντων, αν τον σκοτώσετε εσείς δε θα πείραζε και τόσο πολύ. Ούτε εγώ συμπαθώ τον Αλεξέι Ιβάνιτς. Αν όμως σας κάνει αυτός μια τρύπα; Με τι θα μοιάζει αυτό; Ποιος θα είναι μετά ο ανόητος, αν επιτρέπετε;» 

Τα λογικά επιχειρήματα του ευαίσθητου υπαξιωματικού δε με κλόνισαν. Έμεινα σταθερός στο στόχο μου. 

«Όπως θέλετε», είπε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, «κάντε ό,τι θεωρείτε καλύτερο. Όμως γιατί πρέπει να είμαι εγώ ο μάρτυράς σας; Για ποιο λόγο; Δυο άνθρωποι τσακώνονται μεταξύ τους! Τι το αξιόλογο σ’ αυτό, τολμώ να ρωτήσω. Έχω πολεμήσει με τους Σουηδούς και με τους Τούρκους, πιστέψτε με, έχουν δει πολλά τα μάτια μου.» 

Προσπάθησα να του εξηγήσω τα καθήκοντα του μάρτυρα, αλλά ήταν αδύνατο να με καταλάβει ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Ας γίνει όπως θέλετε», είπε. «Όμως αν ανακατευτώ σ’ αυτή την υπόθεση, θα είναι μόνο για να πάω στον Ιβάν Κουζμίτς και να του καταγγείλω, όπως επιβάλλει το υπηρεσιακό μου καθήκον, ότι κάποιο κακούργημα ενάντια στα συμφέροντα του κράτους σχεδιάζεται να γίνει στο φρούριο, και να τον ρωτήσω αν θα πρέπει ο φρούραρχος να πάρει τα αναγκαία μέτρα…» 

Πανικοβλήθηκε κι άρχισα να ικετεύω τον Ιβάν Ιγκνάτιτς να μην πει τίποτα στο φρούραρχο. Ήταν δύσκολο να τον πείσω, όμως τελικά μου έδωσε το λόγο του και αποφάσισα να τον αφήσω. 

Πέρασα το βράδυ μου, όπως συνήθως, στο σπίτι του φρούραρχου. Προσπάθησα να φαίνομαι εύθυμος και αδιάφορος γι ανα μην προκαλέσω υποψίες και να αποφύγω αδιάκριτες ερωτήσεις, όμως παραδέχομαι ότι δεν είχα την ψυχραιμία εκείνη που ισχυρίζονται ότι έχουν όσοι βρέθηκαν στη θέση μου. Εκείνο το βράδυ ήμουν τρυφερός και ευσυγκίνητος. Η Μάργια Ιβάνοβνα μου άρεσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η σκέψη ότι μπορεί να τη βλέπω για στερνή φορά, με έκανε να την αντιμετωπίζω με ξεχωριστή συγκίνηση. Ο Σβάμπριν ήταν επίσης εκεί. Τον τράβηξα πιο πέρα και τον πληροφόρησα για τη συνομιλία που είχα με τον Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Τι τους θέλουμε τους μάρτυρες;» μου είπε ψυχρά, «θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». 

Κανονίσαμε να μονομαχήσουμε πίσω από τις θημωνιές που ήταν κοντά στο φρούριο και να συναντηθούμε εκεί το επόμενο πρωί ανάμεσα στις έξι και τις επτά. Φαινόταν ότι μιλούσαμε τόσο φιλικά ώστε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, χαρούμενος, ξεστόμισε το μυστικό: 

«Πολύ καλά», μου είπε με ικανοποίηση, «μια κακή ειρήνη είναι πάντα καλύτερη από μια καλή διαμάχη, είναι καλύτερο να είσαι με πληγωμένο όνομα παρά με πληγωμένο κορμί». 

«Τι είπες, Ιβάν Ιγκνάτιτς;» ρώτησε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα, που έριχνε πασιέντζες σε μια γωνιά. «Δεν άκουσα τι είπες». 

Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς, που πρόσεξε την ενόχλησή μου και θυμήθηκε την υπόσχεσή του, τα έχασε και δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ο Σβάμπριν έσπευσε να τον βοηθήσει. 

«Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς χαίρεται για τη συμφιλίωσή μας», είπε. 

«Και με ποιον τσακώθηκες, πατερούλη;» 

«Κατά κάποιον τρόπο, είχαμε μια σοβαρή φιλονικία με τον Πιοτρ Αντρέιτς». 

«Για ποιο λόγο;» 

«Για ασήμαντο λόγο, Βασιλίσα Γεγκόροβνα, για ένα τραγουδάκι». 

«Τι αλλόκοτη αιτία για να τσακωθείτε! Ένα τραγουδάκι! Μα τι συνέβη;» 

«Να πώς: Ο Πιοτρ Αντρέιτς έγραψε ένα τραγουδάκι πρόσφατα και σήμερα το απήγγειλε μπροστά μου κι άρχισα κι εγώ να τραγουδώ το αγαπημένο μου: 

Του λοχαγού η κόρη το μεσονύχτι 

ας μην τριγυρνά έξω απ’ το σπίτι… 

Δημιουργήθηκε παρεξήγηση. Ο Πιοτρ Αντρέιτς θύμωσε αρχικά, όμως έπειτα σκέφτηκε καλύτερα και κατάλαβε πως ο καθένας είναι ελεύθερος να τραγουδά ό,τι του αρέσει. Έτσι έληξε αυτή η υπόθεση». 

Η αδιαντροπιά του Σβάμπριν με έκανε έξω φρενών, όμως κανείς εκτός από μένα δεν κατάλαβε τους άξεστους υπαινιγμούς του και κανένας δεν τους πρόσεξε. Από τα τραγουδάκια η συζήτηση πήγε στους ποιητές· ο φρούραρχος παρατήρησε πως είναι όλοι τους ακόλαστοι και μπεκρήδες. Γι’ αυτό με συμβούλεψε, φιλικά, να σταματήσω να γράφω στιχάκια, σαν μια δραστηριότητα που δεν αρμόζει στη στρατιωτική υπηρεσία και που δεν οδηγεί σε τίποτα καλό. 

Η παρουσία του Σβάμπριν μου ήταν ανυπόφορη. Σύντομα, αποχαιρέτησα το φρούραρχο και την οικογένειά του· όταν πήγα σπίτι, εξέτασα το ξίφος μου, δοκίμασα την αιχμή του και ξάπλωσα στο κρεβάτι, αφού είπα στον Σαβέλιτς να με ξυπνήσει στις έξι το χάραμα. 

Το επόμενο πρωί, την καθορισμένη ώρα, στεκόμουν πίσω από τις θημωνιές περιμένοντας τον αντίπαλό μου. Έφτασε μετά από μένα. 

«Μπορεί να μας καταλάβουν», μου είπε. «Ας κάνουμε γρήγορα». 

Βγάλαμε τα χιτώνιά μας, μένοντας μόνο με το πουκάμισο και γυμνώσαμε τα ξίφη μας. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από τις θημωνιές ο Ιβάν Ιγνάτις μαζί με πέντε βετεράνους στρατιώτες της φρουράς. Μας ζήτησε να πάμε στο φρούραρχο. Δεχτήκαμε με δυσφορία. Οι βετεράνοι στρατιώτες μας περικύκλωσαν και ακολουθήσαμε τον Ιβάν Ιγκνάτιτς που μας οδηγούσε θριαμβευτικά, βηματίζοντας με εξαιρετική σοβαρότητα. 

Μπήκαμε στο σπίτι του φρούραρχου. Ο Ιβάν Ιγκνάτιτς άνοιξε τις πόρτες και ανακοίνωσε πανηγυρικά: «Τους έφερα!» 

Μας υποδέχτηκε η Βασιλίσα Γεγκόροβνα. 

«Αχ, πατερούληδες! Τι ήταν αυτό; Τι; Πώς μπορέσατε; Θα κάνατε φονικό στο φρούριό μας! Ιβάν Κουζμίτς, κλείστους στη φυλακή αμέσως! Πιοτρ Αντρέιτς, Αλεξέι Ιβάνιτς! Δώστε μου τα ξίφη σας, εμπρός, δώστε τα! Παλάσκα, βάλε αυτά τα ξίφη στο κελάρι. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από σένα, Πιοτρ Αντρέιτς, σαν δεν ντρέπεσαι! Καλά ο Αλεξέι Ιβάντις, αυτόν τον έδιωξαν από τη Φρουρά γιατί σκότωσε άνθρωπο, δεν πιστεύει και στο Θεό. Εσύ όμως; Θέλεις να γίνεις σαν κι αυτόν;» 

Ο Ιβάν Κουζμίτς συμφώνησε πλήρως με τη γυναίκα του και πρόσθεσε: «Η Βασιλίσα Γεγκόροβνα έχει απόλυτο δίκιο. Οι μονομαχίες απαγορεύονται από το στρατιωτικό κανονισμό». 

Στο μεταξύ, η Παλάσκα είχε πάρει τα ξίφη μας και τα πήγε στο κελάρι. Εγώ δεν μπορούσα να κρατήσω τα γέλια μου, αλλά ο Σβάμπριν διατηρούσε την αυτοκυριαρχία του. 

«Με όλο το σεβασμό», της είπε ψύχραιμα, «θα πρέπει να παρατηρήσω ότι άδικα μπήκατε σε μπελάδες, θέτοντάς μας υπό την κρίση σας. Αφήστε το στον Ιβάν Κουζμίτς, είναι δική του δουλειά». 

«Αχ, πατερούλη!» αποκρίθηκε η λοχαγίνα. «Δεν είναι ο άντρας και η γυναίκα ένα στην ψυχή και το σώμα; Ιβάν Κουζμίτς, τι σκέφτεσαι εκεί; Κλείδωσέ τους αμέσως σε χωριστά κελιά τον καθένα και δώσ’ τους λίγο ψωμί και νερό, ώσπου να ξανάρθουν στα σύγκαλά τους. Και ας τους βάλει τιμωρία ο παπα-Γεράσιμος να κάνουν μετάνοιες στο Θεό και να ζητήσουν συγχώρεση για τις αμαρτίες τους από τους ανθρώπους». 

Ο Ιβάν Κουζμίτς δεν ήξερε τι να κάνει. Η Μάργια Ιβάνοβνα ήταν εξαιρετικά χλομή. Σιγά σιγά η θύελλα κόπασε. Η λοχαγίνα ηρέμησε και μας έβαλε να φιληθούμε Η Παλάσκα έφερε πίσω τα ξίφη μας. Φύγαμε από το σπίτι του φρούραρχου φαινομενικά συμφιλιωμένοι. Μας συνόδευε ο Ιβάν Ιγκνάτιτς. 

«Δεν ντρέπεσαι;» του είπα θυμωμένα. «Μας ανέφερες στο φρούραρχο, ενώ είχες υποσχεθεί ότι δε θα το κάνεις!» 

«Μάρτυράς μου ο Θεός, δεν είπα τίποτα στον Ιβάν Κουζμίτς», απάντησε, «η Βασιλίσα Γεγκόροβνα με ανάγκασε να της τα φανερώσω. Αυτή κανόνισε τα πάντα, χωρίς να πει ούτε μια λέξη στο φρούραρχο. Όμως, δόξα τω Θεώ, όλα τέλειωσαν καλά». 

Με τα λόγια αυτά έφυγε για το σπίτι του, και μείναμε μόνοι μας ο Σβάμπριν κι εγώ. 

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το θέμα να τελειώσει έτσι», του είπα. 

«Φυσικά όχι», απάντησε ο Σβάμπριν, «θα πληρώσετε με το αίμα σας την αναίδειά σας. Όμως είμαι σίγουρος ότι θα μας παρακολουθούν. Θα πρέπει να παριστάνουμε τους φίλους για μερικές μέρες. Αντίο!»
Η σκηνή της μονομαχίας από την σοβιετική παραγωγή του 1958 Капитанская дочка (πηγή)...
...και από την πλέον πρόσφατη (2012) ιταλική παραγωγή La figlia del capitano (πηγή)
Σχόλια 
Ένα γεγονός που δείχνει τη στενή σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας, είναι το ακόλουθο: μετά το τέλος της επανάστασης του Πουγκατσόφ, η αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη θέλησε να σβήσει κάθε μνήμη της εξέγερσης. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του ποταμού Γιάικ (Yaik / Яик) σε Ουράλη, το όνομα των Κοζάκων του Γιάικ (που ήταν η κύρια δύναμη της εξέγερσης) σε Κοζάκους του Ουράλη, αλλά και της πόλης Γιάιτσκι (Yaitsky / Яицкий) σε Ουράλσκ (Uralsk / Уральск). Το πρώτο πράγμα που κάνει ο κατακτητής είναι να επανονομάζει, όπως γράφει ο Ζακ Ντεριντά, αφού κάθε ονομασία φέρει και επιβάλλει μια ταυτότητα.

Σήμερα, η ίδια πόλη ονομάζεται Οραλ (Орал), ανήκει στο Καζακστάν και διαθέτει ένα μουσείο αφιερωμένο στον επαναστάτη της Εμελιάν Πουγκατσόφ. Το κτήριο λέγεται ότι ήταν το σπίτι της γυναίκας του, την οποία ο Πούσκιν επισκέφτηκε το 1833, ώστε να γράψει την κόρη του λοχαγού. Μέσα στο μουσείο, εκτίθενται αντικείμενα από την καθημερινή ζωή των Κοζάκων (κύρια ασχολία των οποίων ήταν το ψάρεμα στον ποταμό), όπλα της εποχής αλλά και ο θρόνος του Πουγκατσόφ, πάνω στον οποίο ο επαναστάτης παρουσιάστηκε στους αγρότες ως Πέτρος ο Γ'. Στην πραγματικότητα, Πέτρος ο τρίτος ήταν το όνομα του πρώην αυτοκράτορα και συζύγου της Αικατερίνης, που λέγεται ότι δολοφονήθηκε από την ίδια μετά από 6 μόλις μήνες βασιλείας.
Ο θρόνος του επαναστάτη Εμελιάν Πουγκατσόφ (πηγή)
Ο Πουγκατσόφ δικάζει καθισμένος στον θρόνο του
Πίνακας του Βασίλι Περόφ (Василий Перов) (πηγή)
Ο συγγραφέας, παρότι μας δίνει την ιστορία μέσα από τη ματιά του πιστού στο στέμμα πρωταγωνιστή, καταφέρνει μέσα από ορισμένα σχόλια να δείξει τη συμπάθειά του προς τον απλό λαό που βασανίζεται από τη διαμάχη -σ. 118 Περνούσαμε μέσα από χωριά που είχαν λεηλατηθεί από τον Πουγκατσόφ και παίρναμε από τους κακόμοιρους κατοίκους ό,τι είχαν καταφέρει να σώσουν από τους στασιαστές. Παντού είχε διαλυθεί η διοίκηση. Οι γαιοκτήμονες κρύβονταν στα δάση. Οι συμμορίες των κακούργων πλιατσικολογούσαν παντού στην ύπαιθρο. Οι επικεφαλής των αποσπασμάτων που κυνηγούσαν τον Πουγκατσόφ τιμωρούσαν αυθαίρετα ή έδιναν χάρη σε όποιον ήθελαν. Οι επαρχίες στις οποίες λυσσομανούσε η κόλαση της φωτιάς ήταν σε θλιβερή κατάσταση... Να δώσει ο Θεός να μη δούμε ξανά εξέγερση στη Ρωσία, παράλογη κι ανελέητη!  αλλά και ως έναν βαθμό, προς τον Κοζάκο επαναστάτη. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο τότε κατάδικος Πουγκατσόφ, θεωρήθηκε από το μετέπειτα κομμουνιστικό καθεστώς ως λαϊκός ήρωας, αφού εκπροσωπούσε την αγανάκτηση του λαού. Έτσι η πόλη που γεννήθηκε φέρει σήμερα το όνομά του, ενώ στήθηκαν και μνημεία προς τιμήν του. Μια σοβιετική ταινία του 1937 μάλιστα, εξαίρει τα κατορθώματά του ενάντια στους αριστοκράτες-καταπιεστές. Τέλος, να αναφέρουμε ότι συναντάμε το όνομά του και ως ρόλο (βαρύτονου) στην όπερα του César Cui Η κόρη του λοχαγούΑντίθετα, ο χαρακτήρας του διεφθαρμένου αξιωματικού Σβάμπριν συγκεντρώνει όλα τα αρνητικά, χωρίς να του δίνεται καμία δικαιολογία: είναι υποκριτής, γλίσχρος, είρωνας, χαιρέκακος, μοχθηρός, διπρόσωπος... ένας γνήσιος παλιάνθρωπος! 

Στις εικόνες που ακολουθούν, βλέπουμε (αριστερά) το εξώφυλλο από το λιμπρέτο της εν λόγω όπερας (1911) και (δεξιά) την πρώτη σελίδα της πρώτης κανονικής έκδοσης (1837) του βιβλίου του Πούσκιν.


Χρήση στην τάξη
Στις σελίδες 45 και 46 του βιβλίου, διαβάζουμε τα γράμματα που στέλνει ο πατέρας Αντρέι Γκρινιόφ στον γιο του και τον ιπποκόμο που τον συνοδεύει, και παρατηρούμε τη διαφορά ύφους στη γραφή, παρά την αυστηρότητα που χαρακτηρίζει και τα δύο.

«Γιε μου Πιοτρ! Στις 15 του τρέχοντος μηνός λάβαμε την επιστολή σου, με την οποία ζητάς τις πατρικές ευχές και τη συναίνεσή μας για να παντρευτείς με τη Μάργια Ιβάνοβνα, την κόρη του Μιρόνοφ. Δε σκοπεύω να σου δώσω την ευχή μου ή τη συγκατάθεσή μου, αλλά αντίθετα, προτίθεμαι να έρθω εκεί και να σου δώσω ένα καλό μάθημα για τις ζαβολιές σου, σαν κι αυτές ενός άτακτου παιδιού, που δεν ταιριάζουν στο βαθμό του αξιωματικού που φέρεις. Απέδειξες ότι δεν είσαι ακόμη άξιος να φέρεις το ξίφος του αξιωματικού, το οποίο σου δόθηκε για να υπερασπίζεις την πατρίδα και όχι για να μονομαχείς με κάτι μούτρα σαν και τα δικά σου. Θα γράψω αμέσως στον Αντρέι Κάρλοβιτς και θα του ζητήσω να σε μεταθέσει από το φρούριο Μπιελογκόρσκ σε κάποιο πιο μακρινό μέρος, για να σου περάσει η τρέλα. Όταν η μητέρα σου έμαθε για τη μονομαχία και τον τραυματισμό σου, αρρώστησε από τη λύπη της και είναι ακόμη στο κρεβάτι. Τι θα γίνει μ' εσένα; Προσεύχομαι στο Θεό να διορθωθείς, παρόλο που δεν τολμώ να ελπίζω στη μεγάλη ευσπλαχνία Του.»

«Πρέπει να ντρέπεσαι, παλιόσκυλο, που δε μου έγραψες για το γιο μου, Πιοτρ Αντρέιτς, παρά τις αυστηρές οδηγίες μου· ξένοι με πληροφόρησαν για τις τρελές του πράξεις. Έτσι εκτελείς τα καθήκοντά σου και τις διαταγές του κυρίου σου; Θα σε στείλω να βόσκεις γουρούνια, που τόλμησες να μου κρύψεις την αλήθεια και συνωμοτείς με το νεαρό. Μόλις λάβεις την επιστολή μου αυτή, σε διατάζω να μου γράψεις αμέσως για την κατάσταση της υγείας του, για την οποία, όπως σου είπα, με πληροφόρησαν άλλοι, αν έγινε καλά, κι ακόμη σε ποιο σημείο ακριβώς πληγώθηκε και αν το τραύμα του επουλώθηκε καλά».

Διαβάζουμε από το βιβλίο τη φράση (σ.133) Η Μάργια Ιβάνοβνα έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί από την τσέπη της και το έδωσε στην άγνωστη προστάτιδά της, η οποία άρχισε να το διαβάζει. Στη συνέχεια ζητάμε από τους μαθητές μας να αναλάβουν τον ρόλο της Μάσα που γράφει ένα γράμμα στην αυτοκράτειρα παρακαλώντας την να δώσει χάρη στον Πιότρ. Τι ύφος και τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιούσαμε για να την πείσουμε ότι ο αγαπημένος μας είναι αθώος;
Τα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό (Царское Село) -σήμερα αποτελούν προάστιο της πόλης Πούσκιν-
 στους κήπους των οποίων η Μάσα έδωσε στην αυτοκράτειρα το γράμμα της
Στο μάθημα της Γεωγραφίας, μπορούμε να ζητήσουμε από τους μαθητές να εντοπίσουν στον ευρωπαϊκό χάρτη την περιοχή όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, αφού τους θυμίσουμε ότι πρέπει να αναζητήσουν τοπωνύμια όπως το Όρενμπουργκ (βλ. εικόνα). Στη συνέχεια, χωρισμένοι σε ομάδες, οι μαθητές μας θα μπορούσαν να ασχοληθούν με την αναζήτηση πληροφοριών και την παρουσίαση στην τάξη διαφόρων λαών της στέπας που αναφέρονται στο βιβλίο, όπως οι Κιργίσιοι, οι Μπασκίριοι, οι Κοζάκοι, οι Καλμούχοι και οι Τάταροι. 
Χάρτης που δείχνει την περιοχή όπου έδρασε ο Πουγκατσόφ


Share/Bookmark

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Η Έλλη στο φεγγάρι


Υπόθεση
Η Έλλη επιστρέφει με τη μαμά της από τις καλοκαιρινές διακοπές. Η διαδρομή είναι μεγάλη και βαρετή, όμως σε λίγο βγαίνει στον ουρανό το ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου. Η μικρή ενθουσιάζεται όταν το αντικρίζει και θέλει να μοιραστεί τη χαρά της με όλο τον κόσμο. 

Προσπαθεί να πείσει τον μπαμπά της να το δει, όμως εκείνος έχει δουλειά και κλείνει το τηλέφωνο. Ζητάει τότε από την υπάλληλο των διοδίων να το κοιτάξει, όμως και εκείνη αρχικά διστάζει. Σειρά έπειτα έχει ένας μουτρωμένος μαέστρος, που σκέφτεται τα τύμπανα στη συναυλία του... Τελικά, η επιμονή της μικρής κάνει τη χαρά για την πανσέληνο να απλωθεί σε ολόκληρο τον αυτοκινητόδρομο. Στα πρόσωπα στρογγυλεύουν τα χαμόγελα. Μέχρι και ο μπαμπάς αποφασίζει να βγει στη βεράντα και να θαυμάσει το θέαμα. Πίσω στο σπίτι, μια έκπληξη περιμένει την Έλλη.

 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Παπαγιάννη
Εικονογράφηση: Θανάσης Δήμου
ISBN: 978-960-16-3069-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία 800 περίπου λέξεων από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 - δελφινάκια) για τις απλές ομορφιές της ζωής που τα παιδιά μας βοηθούν να ανακαλύψουμε, αλλά και για την αλλοτρίωση - λήθαργο που απειλεί τους μεγάλους, όταν ασχολούνται μόνο με την εργασία τους. Με απλή γλώσσα και κάποιες πινελιές ευαισθησίας και χιούμορ, το κείμενο δένει ιδανικά με την πολύχρωμη εικονογράφηση, σ' ένα βιβλίο που θα αποτελέσει ευχάριστη συντροφιά για τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού που έχουν κατακτήσει τον μηχανισμό της ανάγνωσης. Πέντε δραστηριότητες (ζωγραφικής, παρατηρητικότητας, δημιουργικής γραφής, κατανόησης κειμένου και ένα κρυπτόλεξο) που περιμένουν τους μικρούς αναγνώστες στις τελευταίες σελίδες, συμπληρώνουν την προσεγμένη έκδοση. Το προτείνουμε κυρίως σε μαθητές της Α' και Β' τάξης που αναζητούν ένα απλό βιβλίο για το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών.


  • Απλή γλώσσα
  • Χιούμορ
  • Προσεγμένη έκδοση

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Αγάπη

Εικονογράφηση
Πολύχρωμες ζωγραφιές σε κάθε σελίδα σκιαγραφούν με ζωντάνια τους χαρακτήρες, αποδίδουν σκηνές από την αφήγηση και συμπληρώνουν ιδανικά το κείμενο, κάνοντας το διάβασμά του ακόμα πιο ευχάριστο.

Απόσπασμα
Η Έλλη επιστρέφει από τις διακοπές.
Το αυτοκίνητο τρέχει στους μεγάλους δρόμους.
Δίπλα τρέχουν τα βουνά, τα πράσινα λιβάδια,
καμιά φορά η θάλασσα και πάλι τα βουνά
και πάλι τα ίδια.

Η Έλλη  μετράει τα αυτοκίνητα που περνάνε.

- Ουφφφφ…

Βαριέται, αλλά η μαμά της υποσχέθηκε ότι
σε λίγο θα βγει το μεγάλο φεγγάρι. Και το
φεγγάρι του Αυγούστου είναι το μεγαλύτερο απ’ όλα.

- Μικρό δώρο για τις διακοπές που τέλειωσαν, λέει η μαμά γελώντας.

Και να, σε λίγο, ένα τεράστιο φεγγάρι διάφανο εμφανίζεται πάνω από μια γέφυρα.

- Μαμά, μαμά, το φεγγάρι ετοιμάζεται να βγει.

Η μαμά προσπαθεί να το δει. Τα αυτοκίνητα
ανάβουν τα φώτα τους και η μαμά βιάζεται.
 Η Έλλη φωνάζει. Το φεγγάρι αρχίζει να κοκκινίζει.

- Μαμά, μαμά, το φεγγάρι!

- Α, να το, το είδα. Υπέροχο!

- Μαμά, ο μπαμπάς βλέπει το φεγγάρι;

- Να τον πάρουμε τηλέφωνο.

Η Έλλη τηλεφωνεί στον μπαμπά της.

- Μπαμπά, είδες το φεγγάρι;

- Είμαι στη δουλειά τώρα.

- Μπαμπά, υποσχέσου ότι θα ψάξεις από το παράθυρό σου το φεγγάρι.

- Καλά, καλά. Θα τα πούμε στο σπίτι.

- Μπαμπά, το φεγγάρι!

- Θα σας ξαναπάρω, να προσέχετε!

Το αυτοκίνητο τρέχει. Τα αυτοκίνητα βιάζονται.
Τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.

- Μαμά, μη βιάζεσαι. Τα αυτοκίνητα τρομάξανε το φεγγάρι.
Κοίτα πόσο γρήγορα σηκώνεται. Δε θα προλάβουμε ποτέ να το φτάσουμε.

Η μαμά χαμογελάει. Κοιτάει μέσα από τον
καθρέφτη την Έλλη που θαυμάζει το φεγγάρι.
Σταματάει στα διόδια. Ψάχνει να βρει χρήματα.
η πανσέληνος του Αυγούστου (πηγή)

Σχόλιο 
Το μοτίβο της ιστορίας με το παιδί που χάρη στην επιμονή του καταφέρνει να ευαισθητοποιήσει τους μεγάλους, προκαλώντας ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας, θυμίζει λίγο το παρακάτω παραμύθι του Μπρούνο Φερρέρο οι αστερίες:

Μια φορά και έναν καιρό, μια μεγάλη καταιγίδα ξέσπασε στη θάλασσα και ο αέρας φυσούσε δυνατός και παγωμένος. Καθώς χτυπούσε με λύσσα το νερό, σήκωσε κάτι κύματα πελώρια. Αυτά, με τη σειρά τους, έπεσαν πάνω στην παραλία σαν ατσάλινα σφυριά, ξεβράζοντας κάθε λογής μικρά ψαράκια, οστρακόδερμα και μικρά σαλιγκαράκια. Όταν η καταιγίδα κόπασε και χάθηκε, τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί, το νερό υποχώρησε και άφησε πίσω του μια παραλία καλυμμένη με λάσπη και σπαρμένη με χιλιάδες αστερίες που αργοπέθαιναν. Και ήταν τόσο πολλοί, που η παραλία είχε πάρει χρώμα ροζ!
Το παράξενο φαινόμενο τράβηξε την προσοχή του κόσμου και γρήγορα πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν στον παραλιακό δρόμο για να χαζέψουν το θέαμα. Ακόμα και δημοσιογράφοι της τηλεόρασης έφτασαν και άρχισαν να αναμεταδίδουν το πρωτοφανές γεγονός. Οι αστερίες είχαν γεμίσει την παραλία και στέκονταν σχεδόν ακίνητοι. Αργοπέθαιναν...

Ο Πεπίτο ήταν κι αυτός μέσα στο πλήθος. Έφτασε εκεί μαζί με τον πατέρα του που τον κρατούσε από το χέρι. Ήταν έξυπνο και ευαίσθητο αγόρι, και κοιτάζοντας τους αστερίες, τα μάτια του γέμισαν με στενοχώρια και συμπόνοια για τα πλάσματα αυτά. Όλοι τα κοιτούσαν, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα. Ξαφνικά, ο Πεπίτο άφησε το χέρι του πατέρα του, έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του, και έτρεξε κάτω στην παραλία. Δίπλα σε ένα λοφάκι, έσκυψε, μάζεψε λίγους αστερίες με τα μικρά του χέρια και με γρήγορες κινήσεις τους πήγε πίσω στη θάλασσα. Χωρίς να χάνει χρόνο, ξαναγύρισε στο λοφάκι και μάζεψε λίγους ακόμα. 

Ένας από τους πολλούς ανθρώπους που παρακολουθούσαν τη σκηνή από το δρόμο, του φώναξε:
- Τι κάνεις εκεί, μικρέ;
- Πετάω τους αστερίες πίσω στη θάλασσα... βλέπετε πεθαίνουν έξω απ' το νερό!
απάντησε ο Πεπίτο, χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
- Μα υπάρχουν τόσο πολλοί έξω στην άμμο, δεν μπορείς να τους σώσεις όλους! Είναι πραγματικά χιλιάδες...όλες οι παραλίες της πόλης είναι γεμάτες! Η μικρή σου προσπάθεια δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι...

Ο Πεπίτο τότε χαμογέλασε, και, δείχνοντας έναν μικρούλη αστερία που μόλις πέταγε στο νερό, είπε:

- Η μικρή μου προσπάθεια μόλις άλλαξε πάρα πολλά γι' αυτόν εδώ τον αστερία!

Ο άντρας έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Αμέσως μετά, έσκυψε, έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια και τις κάλτσες του και έτρεξε στην παραλία. Άρχισε κι αυτός σβέλτα να πιάνει αστερίες και να τους πετάει πίσω στη θάλασσα. Μετά από λίγο, δύο κορίτσια τον ακολούθησαν. Και πριν περάσει ένα λεπτό, άλλοι τέσσερις μικροί έκαναν το ίδιο. Μέσα σε λίγες στιγμές, 50 άνθρωποι είχαν βρεθεί στο πλάι τους, και σε λίγο ήταν 100, και μετά 200, και ώσπου να το καταλάβει κανείς, χίλιοι ολάκεροι άνθρωποι είχαν κατέβει στην παραλία και βοηθούσαν τους αστερίες!

Όλοι μαζί, τους έσωζαν στέλνοντάς τους πίσω στη θάλασσα. Στο τέλος, γλίτωσαν όλοι οι αστερίες από τον θάνατο. Όλοι, χάρη σε ένα μικρό παιδί, που ήταν αρκετά θαρραλέο για να κάνει αυτό την αρχή.

Χρήση στην τάξη
Έχουν άραγε ακόμα τα μικρά παιδιά τη δύναμη να "ανοίγουν τα μάτια" στους μεγάλους; Μπορούμε να καλέσουμε τους μαθητές μας να δοκιμάσουν ένα μικρό, κοινωνικό πείραμα στο σπίτι. Αφού εντοπίσουν κάτι αξιοπρόσεκτο που απαιτεί από τους άλλους να σηκωθούν για να το δουν (όπως π.χ. το γεμάτο ακόμη αυγουστιάτικο φεγγάρι στον ουρανό, ένα περιστέρι που φαίνεται από το μπαλκόνι, κτλ.), το επισημαίνουν στην οικογένειά τους και καταγράφουμε τις αντιδράσεις, σημειώνοντας τις απαντήσεις και συμπληρώνοντας έναν πίνακα όπως παρακάτω.

απαντήσεις
π.χ. 
Μπαμπάς: Πού το είδες; Δείξε μου να το δω κι εγώ!Μαμά: Το έχω δει παιδί μου...
Αδελφός: Άσε με ήσυχο...


Αν προτιμάτε τη Φυσική από τις κοινωνικές επιστήμες, το κείμενο αποτελεί αφορμή ώστε να μιλήσουμε για τον δορυφόρο της Γης και τα διάφορα ονόματα που αλλάζει ανάλογα με τις φάσεις και τα ενδιάμεσα στάδιά τους: Νέα σελήνη - Μηνίσκος - Ημισέληνος- Αμφίκυρτος - Πανσέληνος. Μπορούμε επίσης να προβάλουμε ή να αντιγράψουμε το πείραμα της Emily Morgan, όπως φαίνεται στο πιο πάνω βίντεο.
Το σεληνιακό ημερολόγιο της χρονιάς από τον Όμιλο Φίλων Αστρονομίας (πηγή)

Share/Bookmark

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Τρίχες

Υπόθεση
Ο Δημήτρης προσβάλλεται στα πέντε του χρόνια από αλωπεκίαση και χάνει τα μαλλιά του. Ξαφνικά, όλα αλλάζουν στο σπίτι και στο σχολείο. Όσο μεγαλώνει, μαθαίνει σιγά σιγά να κρύβεται κάτω από το καπέλο του, να χάνεται μέσα στις σκέψεις του, να απομονώνεται στις σελίδες των πρώτων βιβλίων που διαβάζει. Να όμως που λίγα χρόνια αργότερα, ένα μικρό αδελφάκι έρχεται στη ζωή του και του μεταφέρει ένα πολύτιμο μήνυμα: ότι οι άνθρωποι πρέπει να σε αγαπάνε γι' αυτό που πραγματικά είσαι και όχι για την εξωτερική σου εμφάνιση.
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καλειδοσκόπιο
Συγγραφέας: Νόνη Νέζη
Εικονογράφηση: Νόνη Νέζη
ISBN: 978-960-471-003-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 24
Τιμή: περίπου 11 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ'

Κριτική
Συγκινητικό μίνι διήγημα για την απώλεια και το πώς η διαφορετικότητα επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η γραφή απλή και κατάλληλη για τις ηλικίες στις οποίες το βιβλίο απευθύνεται, ενώ τα μηνύματα φτάνουν στους αναγνώστες με σαφήνεια. Το κείμενο δεν κουράζει σε κανένα σημείο, καθώς, εκτός από το περιορισμένο μέγεθος (περίπου 400 λέξεις), υπάρχει και πολύ ωραία εικονογράφηση που αλληλεπιδρά με την ιστορία. Ταυτόχρονα, την εικόνα της επιμελημένης έκδοσης συμπληρώνει το εξαιρετικό στήσιμο, με τις λέξεις να παραπέμπουν σε χειρόγραφο μικρού μαθητή και να αλλάζουν διαρκώς κατεύθυνση παίζοντας με τα νοήματα. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές των μεσαίων τάξεων, αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά που επιδιώκουμε να προβληματιστούν για το συγκεκριμένο θέμα.

  • Προσεγμένη έκδοση
  • Κείμενο σύντομο και περιεκτικό

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Απώλεια 

Εικονογράφηση
Πανταχού παρούσα εικονογράφηση που βασίζεται σε μεικτές τεχνικές και κολλάζ, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο και διαμορφώνοντας την αισθητική του.
Απόσπασμα
Ο Δημήτρης γεννήθηκε την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη.

Αργότερα, στα γενέθλιά του, θα ζήλευε τα δέντρα,
γιατί αυτά χάνουν τα φύλλα τους
όταν μπαίνει το φθινόπωρο, αλλά ξέρουν…

ότι την άνοιξη θα βγάλουν καινούρια…

Για πέντε ολόκληρα χρόνια,
ήταν ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα.
Ξαφνικά μεγάλωσε σε μία μόνο μέρα.

το πρωί, όταν χτενιζόταν, έπεσαν
λίγες τρίχες από το κεφάλι του.

Τ’ απόγευμα του έμειναν δύο ολόκληρες τούφες
στο χέρι. Και το βράδυ,
βρίσκονταν περισσότερα μαλλιά στο πάτωμα,
απ’ ό, τι στο κεφάλι του…

«Αλωπεκίαση»
Δύσκολη λέξη… Τι είδους αρρώστια ήταν αυτή;
Δεν το χωρούσε το μυαλό του.

«Αυτή είναι όλη κι όλη η αρρώστια» είπε ο γιατρός.

Ούτε θα ένιωθε ποτέ άρρωστος απ’ αυτή,
ούτε θα πονούσε, ούτε φάρμακα θα έπαιρνε.

Μόνο που δεν θα είχε ποτέ μαλλιά. Μόνο;

ίσως και λίγο χειρότερα… Γιατί, από ‘δώ και πέρα,
όποτε στενοχωριόταν,
θα έπεφταν και οι βλεφαρίδες του.

Τι ήταν πάλι αυτό; Χιούμορ; Δεν θα ‘χεις
μαλλιά, αλλά μη στενοχωριέσαι κιόλας,
γιατί μετά δεν θα ‘χεις ΟΥΤΕ βλεφαρίδες…

Μια σοφή συμβουλή προς εφήβους: Άδραξε τη μέρα (πηγή)

Σχόλιο
Τώρα το καλοκαίρι τέτοια πράγματα συνήθως δεν περνούν από το μυαλό, με αφορμή όμως βιβλία σαν κι αυτό, ίσως είναι ευκαιρία να σκεφτούμε πόσο εύκολο είναι να αλλάξει η ζωή μας από κάποια ασθένεια ή ένα ατύχημα. Πόσο διαφορετικά θα εκτιμούσαμε άραγε τον χρόνο μας αν γνωρίζαμε ότι είναι λιγοστός και άρα πολύτιμος; Θα κάναμε τότε τις ίδιες επιλογές;

Σε πρόσφατη επίσκεψή του στη Σπάρτη, ο δημοφιλής δήμαρχος Μαραθώνα ανέλυσε στους φοιτητές του πανεπιστημίου Πελοποννήσου μια σχετική θεωρία, καταλήγοντας στη φράση: όσα κι αν έχεις, όποιος κι αν είσαι, ο χρόνος είναι το μόνο που τελειώνει. Στον σύνδεσμο που ακολουθεί, μπορείτε να παρακολουθήσετε την ομιλία του (μετά το 5ο λεπτό) ή εναλλακτικά να προβληματιστείτε μέσα από φράσεις αρχαίων φιλοσόφων γύρω από την έννοια του χρόνου, στη σελίδα Γνωμικολογικόν.

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Ο τελευταίος βασιλιάς της Ατλαντίδας


Υπόθεση
Στο πρώτο μέρος, ο Αζάης, γιος του βασιλιά Άτλαντα και διάδοχος του θρόνου της Ατλαντίδας, παρακολουθεί την άφιξη μιας ξένης αντιπροσωπείας στο λιμάνι της Ποσειδωνίας. Πρόκειται για τον βασιλιά της Λουάγκα, χώρας υποτελών στην Αμερική, που ήρθε να παραδώσει τον γιο του Μοχίκα ως όμηρο για να δείξει τις καλές του προθέσεις. Τα δύο παιδιά γίνονται γρήγορα φίλοι και ο ξένος προσαρμόζεται στον τόπο και τις συνήθειες των Ατλάντων. Γνωρίζει την Αθηναία σκλάβα Πανδώρα και μαθαίνει να ιππεύει. Μετά από καιρό, ο βασιλιάς της Λιβύης Ούμπα, επισκέπτεται και εκείνος την Ποσειδωνία, φέρνοντας μαζί του πλούσια δώρα αλλά και νέα για την πολεμική δραστηριότητα στη Μεσόγειο. Μετά από συμβούλιο, οι βασιλείς των Ατλάντων αποφασίζουν να επιτεθούν στους Αθηναίους και τους Αιγυπτίους, παρά τους κακούς οιωνούς.

Στο δεύτερο μέρος, παρακολουθούμε τις τρεις νεαρές Αθηναίες Πύρρα, Διώνη και Σίδη από την τάξη των πολεμιστών να ενημερώνονται μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης για την επέλαση των Ατλάντων από τα δυτικά. Η γιορτή προς τιμήν της θεάς Αθηνάς επισπεύδεται για να δώσει καλή τύχη στα στρατεύματα, που ξεκινούν άμεσα για τη Θεσσαλία. Ένας αγγελιαφόρος από την Αίγυπτο, εμφανίζεται με καλά νέα: ένας σεισμός κατέστρεψε τους επιτιθέμενους.

Στο τρίτο μέρος, οι Έλληνες έχουν ήδη κερδίσει την πρώτη μάχη και οι Ατλάντες (sic) υποχωρούν προς βορρά. Ο Αζάης σκέφτεται ντροπιασμένος τις ήττες σε όλα τα μέτωπα. Στην τελική αναμέτρηση, την ώρα της επέλασης του ατλαντικού ιππικού, ένας φοβερός σεισμός ανοίγει τη γη στα δύο και καταπίνει σχεδόν όλους τους αντιπάλους. Ο Αζάης σώζει την Πύρρα τραβώντας την από το κενό και την ερωτεύεται. Πίσω στην Ατλαντίδα, ο σεισμός βρίσκει τον Μοχίκα την ώρα που πηγαίνει βόλτα στο βουνό. Συναντάει την Πανδώρα και μαζί κρύβονται σε μια σπηλιά. Το βράδυ, τους ξυπνά η τρομερή έκρηξη ενός ηφαιστείου, που θα καταστρέψει για πάντα την Ποσειδωνία...
 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης / Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σόνια Μητραλιά
ISBN: 960-03-0427-0 (Καστανιώτης) / 978-960-04-2240-5 (Κέδρος)
Έτος 1ης Έκδοσης:1988 (από το 2003 Κέδρος)
Σελίδες: 183
Τιμή: περίπου 12 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο νεανικό μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στον κόσμο της Ατλαντίδας, όπως ο Πλάτωνας την περιγράφει στους διαλόγους Τίμαιο και Κριτία. Η γραφή είναι απλή και αρκετά σαφής, ενώ η πλοκή και οι αναφορές στο εντυπωσιακό βασίλειο κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό μέχρι τις τελευταίες σελίδες. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη (Ατλαντίδα - Αθήνα - Καταστροφή) και συνολικά 24 κεφάλαια, με έκταση 5-8 σελίδες το καθένα (υπάρχει όμως κι ένα με 21). Μέσα από τη διήγηση, τα παιδιά θα γνωρίσουν τον μυθικό λαό των Ατλάντων, θα μάθουν για τους νόμους και τις παραδόσεις τους, αλλά και για τη χλωρίδα και την πανίδα του βασιλείου τους. Δυστυχώς, οι συμβάσεις και κάποιες υπερβολές δεν λείπουν, ενώ στα αδύναμα σημεία θα συμπεριλαμβάναμε και την μάλλον φτωχή εικονογράφηση. Το προτείνουμε περισσότερο σε μαθητές της Στ' και του γυμνασίου, ίσως όμως αξίζει να το δοκιμάσουν και κάποιοι έμπειροι αναγνώστες της Ε', αφού υπάρχει ένα σχετικό κείμενο στο βιβλίο Γλώσσας τους.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή
  • Πληροφορίες για το μυθικό βασίλειο της Ατλαντίδας

  • Αρκετές συμβάσεις
  • Φτωχή εικονογράφηση

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Αγάπη, Μύθοι - Παραμύθι, Ιστορία - Αρχαιολογία, Φαντασία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Από τις πιο ιδιαίτερες σκηνές είναι η πρώτη συνάντηση του Μοχίκα με την Πανδώρα (σ.40-41). Στις πιο εντυπωσιακές όμως θα τοποθετούσαμε την άφιξη του βασιλιά Ούμπα που παρουσιάζει τα πλούσια δώρα του στον Άτλαντα (σ.55-56), και βέβαια τον καταποντισμό του μυθικού βασιλείου. 

Εικονογράφηση
10 ασπρόμαυρες ολοσέλιδες ζωγραφιές χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες (εκτός από την εικόνα της Ατλαντίδας) που απλώς συνοδεύουν το κείμενο και σε καμία περίπτωση δεν εκμεταλλεύονται ένα θέμα τόσο πλούσιο.
Απόσπασμα
Ξύπνησαν απότομα. Η γη κουνιόταν και χόρευε σαν παλαβή. Τα πέτρινα τοιχώματα της σπηλιάς σείονταν κι έτριζαν. Η Πανδώρα άρπαξε το Μοχίκα από το χέρι και τον τράβηξε έξω. Η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή, ένιωθαν, όμως, τα δέντρα να πηγαινοέρχονται και να χτυπούν στον αέρα τα κλαριά τους, σαν να ‘ταν μεγάλα πουλιά που ζητούσαν να υψωθούν στον αέρα. Πίσω τους ακούστηκε μια φοβερή φασαρία, βρόντοι και γδούποι, καθώς οι πέτρες πέφτανε η μια πάνω στην άλλη.

«Η σπηλιά!» ψιθύρισε η Πανδώρα. «Δεν άντεξε, γκρεμίστηκε. Ευτυχώς που προλάβαμε να βγούμε! Θα μας είχαν θάψει τα βράχια και τα χώματα».

Ένας θόρυβος που έμοιαζε με έκρηξη γέμισε τη νύχτα. Όλα γύρω τους, δέντρα, χώμα, βράχια βάφτηκαν ξαφνικά κατακόκκινα. Ο Μοχίκα παραμέρισε τα κλαριά και κοίταξε πάνω. Στον ολόμαυρο ουρανό σηκώθηκε ένα σιντριβάνι φωτιάς σκορπώντας γύρω του πολύχρωμες σπίθες που ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν ανάμεσα στ’ άστρα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τρομαγμένη η Πανδώρα παίρνοντας θέση δίπλα του.

«Ηφαίστειο», είπε ο Μοχίκα. «Είναι στην οροσειρά πίσω από τα βουνά που βρισκόμαστε τώρα. Έκρηξη ηφαιστείου. Σίγουρα την προκάλεσε αυτός ο σεισμός που δεν εννοεί να κοπάσει.

Η Πανδώρα έβγαλε μια φωνή κι έκρυψε το κεφάλι της στο στήθος του Μοχίκα. Μια πυρακτωμένη πέτρα διέγραψε μια φωτεινή καμπύλη κι έπεσε στα πόδια τους. Η κορυφή του φλογισμένου βουνού έσκασε με πάταγο και από το χείλος του κρατήρα άρχισε να ξεχειλίζει η λάβα και να κυλά στην πλαγιά αργά φωτίζοντας το δρόμο της μόνη της και καίγοντας ό,τι βρισκόταν μπροστά της.

«Δεν ήξερα πως στην Ατλαντίδα υπάρχουν ηφαίστεια», είπε η Πανδώρα προσπαθώντας να φανεί ήρεμη. Αλλά ο Μοχίκα την ένιωθε να τρέμει και το πρόσωπό της στο κόκκινο φως έδειχνε πολύ ωχρό και τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα.

«Είναι μακριά μας το ηφαίστειο. Δεν πρόκειται να έρθει από δω η λάβα», προσπάθησε να καθησυχάσει το κορίτσι μα και τον εαυτό του ο Μοχίκα.

Είχαν καθίσει καταγής, γιατί τα πόδια τους δεν τους βαστούσαν άλλο· εξακολουθούσαν, όμως, να είναι αγκαλιασμένοι. Αυτή η επαφή ήταν η μόνη τους παρηγοριά μέσα στη φοβερή νύχτα.

Έμειναν έτσι καθισμένοι επί ώρες. Ο σεισμός συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, η γη σπάραζε και βογκούσε και το ηφαίστειο ξερνούσε ολοένα καινούριες φλόγες και στάχτες.

Μετά από πολλή ώρα χάραξε. Ο πελιδνός ουρανός δεν ξεχώριζε από τη θάλασσα κι μόνο ένα φωτεινό στίγμα υποδήλωνε ότι ο ήλιος είχε ανατείλει. Ακόμα και η λάβα φαινόταν ξεθωριασμένη στο χλομό φως της μέρας.

Έγινε μια ακόμα δόνηση, μα ήταν τόσο ισχυρή, που τους έριξε καταγής. Ένα περίεργο αίσθημα κυρίεψε την Πανδώρα. Της φαινόταν ότι η γη από κάτω της βούλιαζε και πως ο λόφος όπου είχαν βρει καταφύγιο, καθώς και η πανύψηλη οροσειρά πίσω του, βάλθηκαν να χαμηλώνουν. Κοίταξε ερωτηματικά τον Μοχίκα που ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, ανάμεσα στα κλαριά και τα φύλλα που είχαν κοπεί από τις βελανιδιές., και είδε στα μάτια τους να καθρεφτίζεται ο ίδιος φόβος. Ήταν όμως δυνατό να χαμηλώνουν τα βουνά;

Μόλο που ο ήλιος ήταν κρυμμένος μέσα στην καταχνιά, η Ποσειδωνία φαινόταν καθαρά. Από κει όπου βρίσκονταν, μπορούσαν να δουν ότι οι καταστροφές που είχε υποστεί η πόλη ήταν τεράστιες. Τα τείχη δεν υπήρχαν πια και τα νερά από τις διώρυγες είχαν ξεφύγει από τις ρωγμές που είχαν δημιουργηθεί στις κοίτες τους και είχαν χυθεί στη θάλασσα παρασέρνοντας μαζί τους και τα αγκυροβολημένα καράβια. Αντί για το ανάκτορο, στην κορυφή του λόφου της ακρόπολης υπήρχαν τώρα άμορφοι όγκοι. Ο ναός του Ποσειδώνα ήταν ακόμα όρθιος, μα έγερνε προς τη μια πλευρά, η στέγη του είχε φύγει και μέσα κάτι λαμπύριζε. Σίγουρα ήταν το περίφημο άγαλμα του θεού με τις εκατό Νηρηίδες. Αυτό, τουλάχιστον, ήταν όρθιο.

Το βουνό τους έτρεμε. Σίγουρα έτρεμε κι  ολόκληρη η Ατλαντίδα, γιατί οι δονήσεις έρχονταν τώρα απανωτά, δίχως σταματημό.

«Κοίτα εκεί», έδειξε με το χέρι του ο Μοχίκα. «Τι γίνεται στην παραλία;»

Ήταν κάτι που ξεπερνούσε τη φαντασία τους. Η πόλη είχε αρχίσει να καταποντίζεται μπροστά στα μάτια τους. Πρώτη βυθίστηκε η εξωτερική ζώνη, τα υπόλοιπα των τειχών, οι πύργοι της πύλης. Τα νερά της θάλασσας όρμησαν και πήραν τη θέση των κτιρίων, γέμισαν τις διώρυγες και άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους. Όσο χαμήλωνε η στεριά, τόσο φούσκωναν τα κύματα και χιμούσαν να πνίξουν την ανυπεράσπιστη πολιτεία. Ένα ένα τα σπίτια χάνονταν και, καθώς η ξηρά υποχωρούσε, το πέλαγος αγρίευε. Μόνο η ακρόπολη υψωνόταν ακόμα πάνω απ’ τη στάθμη των νερών. Οι τοίχοι του ναού είχαν γκρεμιστεί και το άγαλμα του Ποσειδώνα, όρθιο με την τρίαινα στο χέρι, έμοιαζε να προσφέρει την πόλη κι ό,τι ζωντανό υπήρχε σ’ αυτή θυσία στο υγρό στοιχείο που ο ίδιος όριζε.

Τα έβλεπαν στ’ αλήθεια αυτά ο Μοχίκα και η Πανδώρα; Ή, έτσι μακριά όπως βρίσκονταν από τη μεγάλη πολιτεία, τα φαντάζονταν μονάχα, την πόλη να καταποντίζεται και τους ανθρώπους της να τρέχουν σαν τρελοί να σωθούν, να σκαρφαλώνουν στους τοίχους του ναού και να κρέμονται από το πανύψηλο άγαλμα του θεού τους; Μα η εικόνα ήταν τόσο ζωντανή, ώστε ξέρανε, σαν να ‘ταν εκεί, ότι αυτά γίνονταν στην καταδικασμένη Ποσειδωνία. 
Σχόλιο
Ο μύθος για το βασίλειο της Ατλαντίδας είναι από τους πιο ελκυστικούς στον επιστημονικό (και παρεπιστημονικό) κόσμο, κι έτσι αρκετές θεωρίες έχουν κατά καιρούς γεννηθεί για να εξηγήσουν το πότε, πού και πώς δημιουργήθηκε και έσβησε. Πολλοί τον θεωρούν ως απλό παραμύθι, άλλοι ως θρύλο, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν ότι καθώς εμφανίζεται στην κουλτούρα περισσότερων από ενός λαών (Ελλήνων και Αιγυπτίων), οφείλουμε να τον αποδεχθούμε περισσότερο ως παράδοση.

Αν θέλετε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στην ίδια την πηγή. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα από τον Τίμαιο με παράλληλη μετάφραση του Γ. Σεφέρη, ενώ για το αρχαίο κείμενο από τον Κριτία υπάρχει εδώ απόδοση στα νέα ελληνικά.

Ξεκινώντας να διαβάζουμε τον Τίμαιο, παρατηρούμε ότι ολόκληρο το πρώτο μέρος του αναφέρεται στην τάξη των Φυλάκων, σαν το έργο αυτό να αποτελούσε συνέχεια της Πολιτείας. Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα μπορούσε να σημαίνει ότι ολόκληρη η ιστορία της Ατλαντίδας είναι κατασκευασμένη για να εξυπηρετήσει απλώς τη θεωρία που αναπτύσσεται από τον φιλόσοφο για την ιδανική πόλη. Ωστόσο, ανάμεσα στη συγγραφή των δύο έργων (Πολιτεία και Τίμαιος) μεσολαβούν είκοσι χρόνια (374-354 π.Χ) και επιπλέον η υπόθεσή τους τοποθετείται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές: ο διάλογος στην Πολιτεία πραγματοποιείται μεταξύ 19ης-20ής Θαργηλιώνος ενώ εκείνος στον Τίμαιο την 27η Εκατομβαιώνος· αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον από τον ίδιο τον συγγραφέα δεν υπήρχε πρόθεση τα δύο έργα να δηλωθούν ως συνέχεια.
μεσαιωνικό χειρόγραφο με τη μετάφραση στα λατινικά
του πρώτου μέρους του Τιμαίου από τον Χαλκίδειο (Πηγή)
Η περίπτωση της Ατλαντίδας θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπίζεται ως θρύλος, καθώς ως βάση έχει πιθανότατα κάποια γεγονότα πραγματικά, που όμως φτάνουν σε μας μέσα από το «χαλασμένο τηλέφωνο» της Ιστορίας: από τον Αιγύπτιο ιερέα που τα διαβάζει στα βιβλία του, περνάνε στον Σόλωνα· από εκείνον σε έναν φίλο του, ο οποίος πολύ αργότερα τα μεταφέρει στον 10χρονο εγγονό του, Κριτία· κι εκείνος με τη σειρά του τα διηγείται στον δικό του μικρεγγονό, τον Πλάτωνα, που τελικά τα καταγράφει για να τα διαβάσουμε εμείς μέσα από αντίγραφα αντιγράφων.
Σόλων ο Αθηναίος (πηγή)
Και μερικά ερωτήματα για περαιτέρω προβληματισμό:

○ Μήπως άραγε ο καταποντισμός της Ατλαντίδας αναφέρεται στην έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (κάπου στα 1620 π.Χ.) που όντως βύθισε ένα νησί και κατέστρεψε έναν λαμπρό πολιτισμό; Το σπάσιμο των Στενών του Γιβραλτάρ που έκανε θάλασσα τη Μεσόγειο θα ήταν μάλλον αδύνατο να έχει μεταφερθεί στη μνήμη των ανθρώπων, αφού συνέβη 5,4 εκατομμύρια χρόνια π.Χ.
○ Μήπως η απώλεια των γραπτών πηγών των Ελλήνων που αναφέρουν οι Αιγύπτιοι έχει να κάνει με την κάθοδο των Δωριέων (κάπου στα 1100 π.Χ.), που -παρότι αποκρούστηκαν από τους Αθηναίους όπως οι Άτλαντες του μύθου- όντως σήμανε το τέλος της παλαιάς γραφής (Γραμμικής Β');
○ Μήπως άραγε, το ότι όλα αυτά αναφέρεται πως έγιναν 9 χιλιάδες χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα, απλώς σημαίνει ότι συνέβησαν πολύ-πολύ παλιά; Θυμίζουμε ότι ο Όμηρος συχνά χρησιμοποιεί το εννέα όχι ως ακριβή αριθμό, αλλά ως δηλωτικό μεγάλης διάρκειας.

Πολλά λοιπόν μπορεί ο καθένας να υποθέσει. Το μόνο σίγουρο; Ότι μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, οι μικροί αναγνώστες θα προσλάβουν ως περιστατικά πραγματικά τα όσα περιγράφονται, όπως συχνότατα συμβαίνει και με τις ταινίες που βλέπουν. Αν δεν θέλουμε να γίνει αυτό, μπορούμε πάντα να συζητήσουμε μαζί τους και να διασαφηνίσουμε τα όρια μύθου και πραγματικότητας.
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, κάποιες ασυμφωνίες δυστυχώς δεν αποφεύγονται και γενικά το έργο, παρότι βραβευμένο, προσωπικά βρίσκω ότι υστερεί σε σύγκριση με άλλα της αείμνηστης συγγραφέως. Αρκετές συμβάσεις είναι διάσπαρτες σε ολόκληρο το έργο. Στο πρώτο π.χ. μέρος, διαβάζουμε ότι οι Άτλαντες στο σχολείο τους διδάσκονται τα φυσικά φαινόμενα με τρόπο σύγχρονο κι επιστημονικό (σ. 31), την ίδια όμως στιγμή φοβούνται (σ.49) την οργή των θεών όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τα ίδια αυτά φαινόμενα. Στο δεύτερο, ενώ ο γερο Κηδαλίωνας μας παρουσιάζεται ως απλός γεράκος που δεν τον έχουν καν καλέσει στο γυμναστήριο για ενημέρωση, γρήγορα εμφανίζεται ως δεξί χέρι του διοικητή των ελληνικών δυνάμεων (σ.141) που όλοι τον σέβονται για την εμπειρία του. Στο τρίτο μέρος, η μάχη μεταξύ Αθηναίων και Ατλάντων είναι μεν κοντά σε αυτά που περιγράφει ο Πλάτωνας, το σκηνικό όμως με την Πύρρα να κρέμεται από ένα δέντρο και τον Αζάη να στήνει ολόκληρη επιχείρηση σωτηρίας, αγγίζει τα όρια της κινηματογραφικής υπερβολής.
Χρήση στην τάξη
Αν τα παιδιά δείξουν ενδιαφέρον για τον μύθο της Ατλαντίδας, μπορούμε να προβάλουμε στην τάξη κάποιο από τα πολλά σχετικά ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν (με υπότιτλους, με αυθαιρεσίες ή ένα διαστημικό, από το UFO tv!) ή την γνωστή ταινία κινουμένων σχεδίων Η χαμένη Ατλαντίδα (Atlantis, The Lost Empire - 2001).

Στα πλαίσια του μαθήματος της Γλώσσας, θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους μαθητές να περιγράψουν ένα ταξίδι τους στη μυθική αυτή πολιτεία, χρησιμοποιώντας στοιχεία από το βιβλίο ή μελετώντας εικόνες από το διαδίκτυο. Στα εικαστικά, θα είχε ενδιαφέρον να δοκιμάσουμε να ζωγραφίσουμε και εμείς ένα θαλάσσιο (ή και υποθαλάσσιο) βασίλειο, χρησιμοποιώντας κάποια διαφορετική τεχνική (π.χ. χάραξη πάνω σε στρώμα μαύρης κηρομπογιάς). Άλλη σκηνή που θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε εικαστικά ή γλωσσικά είναι η υποδοχή της αντιπροσωπείας στην αίθουσα του θρόνου (σ.21). Πώς θα έμοιαζε μια συγκέντρωση μυθικών προσώπων ή ηρώων σε ένα τέτοιο βασίλειο;

Τέλος, ίσως θα ήταν εποικοδομητικό να αποδώσουμε με παντομίμα τη σκηνή της συνάντησης του βασιλιά Ούμπα με τον πανίσχυρο Άτλαντα (κεφ. 8) - προσέχοντας ωστόσο να μην αρχίσει ο μαθητής που θα παίζει τον Ούμπα να χτυπάει το κεφάλι του στο πάτωμα! Καλό θα ήταν επίσης να φροντίσουμε η συγκεκριμένη σκηνή να επαναλαμβάνεται δύο φορές, ώστε οι μαθητές να παίζουν τους ρόλους του βασιλιά και του εξαρτημένου ηγεμόνα εναλλάξ.

Share/Bookmark