Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

30 αργύρια για το Χιονάτο


Υπόθεση
Μεγάλη Τετάρτη, κάπου στην ορεινή Πελοπόννησο του περασμένου αιώνα. Ο χασάπης Τσέκουρας καταφθάνει με το "Θεριό" του στην κεντρική πλατεία του χωριού και στήνει τη ζυγαριά του. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, αγοράζει τα αρνιά του από τα χωριατόπουλα και πληρώνει με ασημένια τάλιρα. Τα παιδιά καταφθάνουν από παντού, κρατώντας τα ζώα τους στα χέρια· η αγοραπωλησία ξεκινάει. Μόνο ο μικρός Αναστάσης διστάζει να πλησιάσει. Μήπως δεν είναι σωστό να παραδώσει τον Χιονάτο του για 30 αργύρια; Και όταν τελικά παρασύρεται και προχωράει στην «προδοσία», θα βρει άραγε κάτι να του ελαφρύνει την καρδιά;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Παρρησία
Συγγραφέας: Άννα Ιακώβου
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-696-118-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2013
Σελίδες: 48
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Πολύ συμπαθητικό πασχαλινό διήγημα, γραμμένο με ευαισθησία. Η γλώσσα είναι απλή αλλά καλοδουλεμένη και η έκφραση σαφής. Το ύφος σε κάποια σημεία γίνεται λυρικό επηρεάζοντας και τη σύνταξη, χωρίς όμως να δημιουργούνται προβλήματα κατανόησης. Χωρισμός σε κεφάλαια ή ενότητες δεν υπάρχει, όμως το στήσιμο είναι υποδειγματικό και οι ζωγραφιές συνοδεύουν κάθε δισέλιδο, επιτρέποντας το ξεκούραστο διάβασμα της ιστορίας. Η έκδοση είναι πολύ φροντισμένη, με σκληρό εξώφυλλο, ποιοτικό χαρτί και πολύχρωμη εικονογράφηση, οπότε το βιβλίο μπορεί να γίνει και ένα πολύ ωραίο δώρο. Το προτείνουμε σε παιδιά των μεσαίων και μεγάλων τάξεων του Δημοτικού.

  • Ενδιαφέρουσα ιστορία που προβληματίζει
  • Εξαιρετική ποιότητα έκδοσης
  • Ωραία εικονογράφηση

  • Κίνδυνος τα παιδιά να παρεξηγήσουν το μήνυμα

Αξίες - Θέματα
Πάσχα, Φιλία, Συμπόνοια, Ζωοφιλία, Αξιοπρέπεια

Εικονογράφηση
Πολύχρωμη και πανταχού παρούσα, παίζει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας και προσθέτει χαρακτήρα και αισθητική αξία στο έργο.
Απόσπασμα
Σαν το βουνό έστεκε στη μέση της πλατείας ο χασάπης ο Τσέκουρας. Δυο μέτρα ψηλός και γεροδεμένος, με χέρια μακριά και παλάμες θεόρατες. Μ’ ένα μουστάκι παχύ που χυνόταν ποταμός ίσαμε το σαγόνι του και φρύδια δασιά που ίσκιωναν τα μεγάλα του μάτια.

Περνούσε τακτικά από το χωριό κι αγόραζε αρνιά και κατσίκια από τους τσοπάνηδες για το μαγαζί του.

Το μεγαλύτερο όμως φόρτωμα το έκανε τη Μεγάλη Εβδομάδα. Συνήθως ερχότανε τη Μεγάλη Τετάρτη στην Πλατανιά και γέμιζε μ’ αρνιά την καρότσα του φορτηγού του. Ίσα με εβδομήντα ζωντανά θα χώραγε η αμαξιά.

Όλα αυτά τ’ αρνιά, διαλεγμένα ένα κι ένα, τα έπαιρνε ο Τσέκουρας για το κατάστημά του, «ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ» ανέγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα η ταμπέλα του μαγαζιού. Τα πουλούσε στους πελάτες του τούτες τις μέρες μιας και το πασχαλινό έθιμο απαιτεί κάθε σπίτι να γιορτάζει τρώγοντας οβελία την ημέρα της Λαμπρής.

Μα σ’ αυτό το χωριό, την Πλατανιά, σαν από παιχνίδι στην αρχή, σαν από συνήθεια λίγο αργότερα και σαν έθιμο τα τελευταία χρόνια, τα αρνιά δεν τα έπαιρνε από τους τσοπάνηδες. Μ’ αυτούς δεν είχε πάρε – δώσε το Πάσχα. Τα αρνιά τα αγόραζε από τα παιδιά του χωριού.

Όλα τα σπίτια εδώ στο χωριό έχουν άλλα πολλά, άλλα λίγα πρόβατα. Εκεί γύρω στο Γενάρη γεννούν οι προβατίνες από ένα – δυο αρνιά. Τότε τα παιδιά του σπιτιού διαλέγουν όποιο αρνάκια τους αρέσει και το παίρνουν δικό τους. Το ταΐζουν και το φροντίζουν μέχρι να μεγαλώσει. Σαν έλθει το Πάσχα πουλάνε το αρνί τους στο χασάπη και τα λεφτά που παίρνουν είναι όλα δικά τους.

Έτσι και σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, ο χασάπης ο Τσέκουρας έφτασε στο χωριό πριν ακόμη σκάσει ο ήλιος στ’ αντικρινά βουνά.  Αγκομαχώντας έβγαλε την ανηφόρα ως την πλατεία το φορτηγό του, το «Θερίο» όπως το έλεγε εκείνος. Και ήταν στ’ αλήθεια πραγματικό θεριό τούτο το φορτηγό, από σίδερο κι ατσάλι, με μια κατακόκκινη και χιλιομπαλωμένη μούρη, με μάτια γουρλωμένα που φώτιζαν αλλήθωρα τη νύχτα, με δυο καθρέφτες που έστεκαν δεξιά κι αριστερά σαν μεγάλα πεταχτά αφτιά, μια σαραβαλιασμένη καρότσα κι εκείνη την τρύπια εξάτμιση που έτριζε και πετούσε πίσω της μαύρο καπνό.

Σαν έβαλε το φορτηγό στην άκρη της πλατείας ο Τσέκουρας κατέβασε από την καρότσα μια μεγάλη ζυγαριά και την έστησε στα ριζά του πλάτανου για να ζυγίζει τα αρνιά, που σε λίγο θα του έφερναν για να τα αγοράσει.

Φόρεσε και μια μακριά, άσπρη, ολοκάθαρη χασαποποδιά που ξεκινούσε δεμένη ψηλά από το λαιμό κι έφτανε ως κάτω, στα κορδόνια των παπουτσιών του, με μια μεγάλη, άπατη τσέπη μπροστά. Σαν έζωσε την ποδιά του, πήγε και πήρε ένα μισοσκουριασμένο τσίγκινο κουτί που το είχε κρυμμένο κάτω από τη θέση του οδηγού στο φορτηγό. Το άνοιξε με προσοχή και γεμίζοντας τη χούφτα του με τα μικρά, ασημένια, γυαλιστερά νομίσματα, τάλιρα τα περισσότερα, παραγέμισε με τούτα την τσέπη της ποδιάς για να τα βρίσκει εύκολα την ώρα της πληρωμής.

Χάρτινα νομίσματα ποτέ του δε χρησιμοποιούσε σε τούτη τη συναλλαγή.

- Τα παιδιά καταλαβαίνουν τους παράδες, έλεγε ο Τσέκουρας, μονάχα, σαν γυαλίζουν στα μάτια τους και κουδουνίζουν στ’ αφτιά τους. Τα χαρτιά δεν τα υπολογίζουν. Γι’ αυτό κι εκείνος φρόντιζε να έχει μόνο κέρματα για να πληρώνει τούτη τη μέρα.

Όταν όλα ήταν έτοιμα ο κυρ Παντελής ο Τσέκουρας άνοιξε την πόρτα του «Θερίου», σκαρφάλωσε πάνω στο σκαλί και κόλλησε το χέρι του στην κόρνα για να την ακούσουν απ’ άκρη σ’ άκρη στο χωριό.

Κι αυτό το βραχνό, επίμονο κάλεσμα, ίδιο κι απαράλλαχτο με μουγκρητό, αντήχησε από τη μια μεριά του χωριού ως την άλλη και τρύπωσε θαρρετά μέσα από τα παραθυρόφυλλα και τις χαραμάδες των σπιτιών.
Σχόλιο
Κεντρική θέση στη διήγηση καταλαμβάνει το ηθικό δίλημμα του Αναστάση. Είναι άραγε σωστό ή όχι να πουλήσει τον μαλλιαρό του φίλο στον χασάπη; Και αν ακολουθήσει αυτά που του υπαγορεύουν η συνείδηση και η καρδιά του, πώς μετά θα συμβιώσει με τους φίλους του που θα τον κοροϊδεύουν; Υπακούοντας στα όσα επιτάσσει ο κοινωνικός του ρόλος ως αγοριού, ο Αναστάσης παραδίδει τελικά τον Χιονάτο, διαλέγοντας εν γνώσει του τον λάθος δρόμο. Τη στιγμή εκείνη όμως πιστεύει πως δεν έχει άλλη επιλογή... πόσο συχνά δε νιώθουμε και εμείς την κρίση μας θολωμένη και τον περίγυρο να μας πιέζει να πάρουμε αποφάσεις; Αφού όμως συμβεί το κακό, τα πειράγματα του κουτο-Νικόλα, -του τρελού του χωριού που ενεργεί ως γελωτοποιός του βασιλιά- κάνουν το νεαρό αγόρι να συνειδητοποιήσει την πράξη του και να αρχίσει να αναζητά έναν τρόπο να επανορθώσει. Δοκιμάζει να «πετάξει» τα χρήματά του σαν τον Ιούδα, όμως αυτό δεν βοηθάει, ούτε και οι συμβολισμοί: τα όσα μας βαραίνουν την καρδιά δεν καίγονται μαζί με τα άχυρα, όπως του εξηγεί ο παππούς του. Τη λύση δίνει στο τέλος η τύχη, που θα χαμογελάσει στους δύο φίλους και θα τους επιτρέψει να ξανανταμώσουν. Καθώς όμως η ζωή σπάνια δίνει δεύτερες ευκαιρίες, καλό είναι να αναρωτηθούμε πώς μπορούμε να αποφύγουμε να ενεργούμε υπό την πίεση των καταστάσεων. Καθαρή σκέψη, ανάλυση των θετικών και αρνητικών συνεπειών της πράξης μας και σταθερότητα στις αξίες και την προσωπική μας φιλοσοφία, σίγουρα μπορεί να βοηθήσουν.
Χρήση στην Τάξη
Διαβάζοντας την ιστορία του Αναστάση, ένας μαθητής θα μπορούσε να αναρωτηθεί: 
«Ποιον Χιονάτο θα σουβλίσουμε άραγε φέτος για το πασχαλινό μας τραπέζι;» 
Είναι όμως σωστό και υγιές να σκεφτόμαστε με τον τρόπο αυτό και να έχουμε τύψεις για κάθε μπουκιά κρέατος που μπαίνει στο στόμα μας; Καταρχάς, να επισημάνουμε ότι είναι θετικό πως στις μέρες μας έχουμε κατακτήσει ένα βασικό τουλάχιστον επίπεδο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, καθώς χάρη σε αυτό προβληματιζόμαστε και συνυπολογίζουμε στις αποφάσεις μας τόσο το περιβάλλον όσο και τις επόμενες γενιές. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ον παμφάγο και μάλιστα με ροπή προς την κρεοφαγία· γι' αυτό άλλωστε διαθέτει ένα μόνο στομάχι, ενώ είναι εφοδιασμένος και με τη χολή. Επιπλέον, το κρέας διατηρεί αναντικατάστατο ρόλο στην σωματική του ανάπτυξη και τη γενικότερη υγεία του.

Είναι επομένως απαραίτητο να σεβόμαστε τα ζώα των κτηνοτρόφων που προορισμό τους έχουν να μας θρέψουν -παρέχοντάς τους κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης-, δεν έχει νόημα όμως και να τα αντιμετωπίζουμε ως φίλους.

Αρκετοί βέβαια κάτοικοι των πόλεων τείνουμε συχνά να γινόμαστε υπερβολικοί, ξεχνώντας ότι πολλά από τα καθημερινά προϊόντα που χρησιμοποιούμε προέρχονται από ζώα. Την άγνοιά μας αυτή φανερώνουν οι αντιδράσεις των καταναλωτών σε τούτη την τηλε-φάρσα, ενώ η υπερβολική μας «οικολογική ευαισθησία» έφτασε φέτος ως και την πασχαλινή διαφήμιση των Jumbo που κραυγάζει: θα ζήσ' του ζωντανό!
http://www.dailymotion.com/video/x1kp04l_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7-jumbo-%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1-2014-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84-%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BE-%CF%84%CE%B7_tv


Share/Bookmark

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Του Δωδεκάμερου και της Λαμπρής

Υπόθεση
Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι ιστορίες (6 για το Δωδεκαήμερο και 10 σχετικές με τη Λαμπρή) με τους εξής τίτλους και υποθέσεις:

** Να τα πούμε; Παραμονή Χριστουγέννων και ο καπετάν Ζαννής βρίσκεται με το πλοίο του στο τρίγωνο των Βερμούδων. Κάτι περίεργο τους πλησιάζει απειλητικά και μόνο ένα θαύμα μπορεί να αλλάξει την κατάσταση...

*** Χριστούγεννα στο Ανήλιο Μια οικογένεια από τον Βόλο, περνάει τις γιορτές των Χριστουγέννων στο χωριό Ανήλιο, φιλοξενούμενη από συγγενείς. Τα παιδιά ζουν όμορφες και ήσυχες στιγμές κοντά στη φύση με τα ξαδέλφια τους, όταν όμως δοκιμάζουν να παίξουν με αυτοσχέδια έλκηθρα στο χιόνι... μαθαίνουν ότι αγώνες χωρίς απώλειες δεν γίνονται.

**** Οι φορεσίτσες της γιαγιάς Μαριγώς Η γιαγιά Μαριγώ κάθε Χριστούγεννα φυλάει την ομορφότερη φορεσιά που έχει πλέξει "για τον Χριστούλη". Η εγγονής της νομίζει πως για να Του τη δώσει, η γιαγιά ταξιδεύει μέχρι τη Βηθλεέμ. Μια μέρα όμως, θα καταλάβει ότι για να βρούμε το Χριστό δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά.

**** Τα παιδιά των φαναριών Δίπλα στη στάση του σχολικού της, ένα κορίτσι συναντά κάθε μέρα ένα παιδί των φαναριών. Βλέποντάς το να καθαρίζει τζάμια για λίγα κέρματα, νιώθει ενοχές για τα όσα εκείνη μπορεί και απολαμβάνει, κι έτσι προσπαθεί να το βοηθήσει, προσφέροντάς του αρχικά φαγητό και έπειτα το μπουφάν της.

**** Το σουρβάκισμα Την Πρωτοχρονιά του 1942, δυο νεαρά παιδιά αποφασίζουν κρυφά από τους γονείς τους, να ριψοκινδυνέψουν "σουρβακίζοντας" μ' ένα κλαδί ελιάς κάποιους Ιταλούς φρουρούς στο χωριό. Όμως η πράξη αυτή αντίστασης δεν περνάει ατιμώρητη.

**** Σήμερα τα Φώτα Η μικρή Οδύσσεια του Αλέξανδρου από το Αφγανιστάν, που προσπαθώντας να ακολουθήσει τα βήματα του μεγάλου του αδελφού, βρίσκεται μέσα από το μονοπάτι του λαθρεμπορίου ψυχών, σ' ένα επαρχιακό σχολείο μεταναστών στην Ελλάδα.

*** Τα λαζαράκια Δεύτερος χρόνος κατοχής και στο χωριό που ταλαιπωρείται από τους Ιταλούς, τα τρόφιμα έχουν λιγοστέψει. Καθώς όμως είναι Σάββατο του Λαζάρου, τα παιδιά θα ζυμώσουν λαζαράκια και θα τραγουδήσουν το Λάζαρο, ευχόμενοι η λευτεριά να έρθει γρήγορα.

*** Συγνώμη, Εβελίνα Η Εβελίνα από τη Γερμανία έρχεται να περάσει με την οικογένεια του νονού της για πρώτη φορά το Πάσχα στην Ελλάδα. Επιμένει μάλιστα για τις διακοπές τους να ταξιδέψουν όλοι μαζί στην Πάτμο. Εκεί, η συμπεριφορά της θα τσαντίσει τον νεαρό Πατινιώτη Ζήσιμο, ο οποίος θα αντιδράσει με άσχημο τρόπο και θα πρέπει να απολογηθεί.

*** Το αυγό κι η αποθήκη με τα ποντίκια Η Βαγγελίτσα θα τραγουδήσει φέτος τον Λάζαρο μόνη, αφού η αδελφή της μεγάλωσε πια για να τη συνοδεύει. Όλοι την καλοδέχονται και της δίνουν απλόχερα αβγά, ευχές και λαζαράκια. Όμως ο Γιάννος βάζει στο σημάδι το καλάθι της και της σπάει σχεδόν όλα τα αβγά. Πώς θα αντιδράσει άραγε η μικρή Βαγγελιώ, όταν σε λίγες μέρες ο Γιάννος θα εμφανιστεί στην πόρτα του σπιτιού της για να ψάλλει το μοιρολόγι της Παναγιάς;

** Η γιαγιά Ευανθία και οι βιολέτες της Η γιαγιά Ευανθία φροντίζει τον κήπο της και διαλέγει τα πιο όμορφα λουλούδια για να τα πάει κάθε Σάββατο στο μνήμα του παππού. Μετά από ένα Σάββατο του Λαζάρου όμως, φεύγει για το μεγάλο ταξίδι, ίσως για να τον συναντήσει.

*** Μια έκπληξη που δαγκώνει Δυο εγγόνια επισκέπτονται τον παππού και τη γιαγιά στην Κοζάνη για να περάσουν μαζί το Πάσχα. Κοντά τους θα γνωρίσουν τα τοπικά έθιμα της περιοχής, αφού "κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη". Μεγαλύτερη εντύπωση όμως απ' όλα, θα τους κάνουν τα περιστέρια του παππού, οι ταχυδρόμοι της Ανάστασης....

*** Χριστός Ανέστη Ο Σταύρος ζηλεύει τα κουλούρια που ετοιμάζει η μητέρα για τα υπόλοιπα αδέλφια του: άλλο του φαίνεται πιο μεγάλο κι άλλο πιο όμορφο από το δικό του... αποφασίζει έτσι να τα χαλάσει όλα! Όταν όμως η ώρα της Ανάστασης φτάνει, έχει ήδη μετανιώσει για την κακή του πράξη.

** Πάσχα στο εξοχικό Καθώς ένα κοριτσάκι επιστρέφει σπίτι μετά από τη λειτουργία της Ανάστασης, μια περίεργη σκιά φαίνεται να την ακολουθεί.... ευτυχώς, όπως θα αποδειχθεί, πρόκειται απλώς για τον σκύλο του βενζινάδικου που αναλαμβάνει το ρόλο τους φύλακα άγγελου. 

*** Το μυστικό της γιαγιάς Ελενίτσας Πριν πεθάνει, η γιαγιά Ελενίτσα εξομολογείται στην εγγονή της το μυστικό της συνταγής για το απίθανο τσουρέκι της. Όταν εκείνη δοκιμάζει να το φτιάξει για πρώτη φορά, τα ρουθούνια του παππού επιβεβαιώνουν ότι το πέτυχε ακριβώς. Έναν χρόνο αργότερα, με τη μυρωδιά αυτή θα αποχαιρετήσει και ο ίδιος τη ζωή. 

*** Ο Θεός μου ο αλλοδαπός Με αφορμή ένα τροπάριο της Μ. Παρασκευής, ένας καθηγητής της Βυζαντινής μουσικής μαθαίνει στον εγγονό του να δείχνει την αγάπη του προς τους ξένους έμπρακτα. 

**** Τα μανουσάκια Χάρη σ' ένα ματσάκι μανουσάκια που του βάζουν στην τσέπη, ένας στρατιώτης ταξιδεύει στην παιδική του ηλικία και αναθυμάται μια μάχη που οι νέοι του χωριού του είχαν δώσει με τους γείτονές τους για τα λουλούδια του επιταφίου.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Αποστολική Διακονία
Συγγραφέας: Ζωή Κανάβα
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-315-619-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 100
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Δεκαέξι γιορτινές ιστορίες γεμάτες ευαισθησία, ανθρωπιά και αγάπη για την παράδοση του τόπου μας. Η γλώσσα έχει ιδιαίτερο χρώμα, χωρίς να γίνεται δυσνόητη, στους νεότερους όμως αναγνώστες πιθανόν να φανεί λίγο ξεπερασμένη. Στο ύφος συναντάμε ποικιλία: ορισμένα κείμενα είναι περισσότερο λιτά, ενώ άλλα είναι πλούσια σε καλολογικά στοιχεία και όμορφες περιγραφές. Την έκφραση τη χαρακτηρίζει γενικά απλότητα και σαφήνεια. Η έκταση των διηγημάτων κυμαίνεται μεταξύ 2-10 σελίδων (συνήθως 3-5) και διαβάζονται ευχάριστα και ξεκούραστα, αφού εκτός του περιεχομένου φροντίζουν γι' αυτό η προσεγμένη έκδοση και η ελκυστική εικονογράφηση. Προτείνεται περισσότερο σε παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού.

  • Μικρές ιστορίες, διαβάζονται εύκολα και ευχάριστα
  • Ωφέλιμες αξίες όπως συγχώρεση, συμπόνοια, μεταμέλεια
  • Πληροφορίες για έθιμα της Μ. Εβδομάδας
  • Προσεγμένη έκδοση, σωστό στήσιμο, ωραία εικονογράφηση 

  • Το ύφος και η θεματική ίσως θεωρηθούν «παλιομοδίτικα»

Αξίες - Θέματα
Χριστούγεννα, Πάσχα, 28 Οκτωβρίου, Ανθρωπιά, Αλτρουισμός, Μετανάστευση, Συμπόνοια Οικογένεια, Ζωοφιλία, Γενναιότητα, Πατριδογνωσία

Εικονογράφηση
Πάντα όμορφη και προσεγμένη, η εικονογράφηση του Σπ. Γούση πλαισιώνει αισθητικά τα κείμενα και συμβάλλει στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.
Απόσπασμα
Η Βαγγελίτσα πάντα με την αδερφή της τη Μαρία τραγουδούσε το Λάζαρο. Μα φέτος η Μαρία μεγαλοπιάστηκε.

- Τέρμα ο Λάζαρος, είπε. Αυτά είναι για τα νήπια.

Η Βαγγελίτσα άρχισε να γκρινιάζει. Μα η μάνα της σεβάστηκε την απόφαση της Μαρίας και δε δοκίμασε να της αλλάξει γνώμη. Κοίταξε πώς θα παρηγορήσει τη μικρή, που είχε κιόλας στολίσει το καλαθάκι της κι έκανε και ξανάκανε πρόβλες πώς θα το κουνά λέγοντας ταυτόχρονα και το τραγούδι:

«Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια».

Μήτε μια λέξη δεν ξεχνούσε. Έσκυψε η μάνα της και τη φίλησε.

- Μα συ είσαι κοπέλα, αγάπη μου, τι σου χρειάζεται η παρέα και γκρινιάζεις; Να δεις που θα τα καταφέρεις εξίσου καλά και μοναχή σου. Εξάλλου δε θα πας στην Αφρική. Εδώ γύρω θα τραγουδήσεις, στη γειτονιά. Όλοι είναι δικοί μας άνθρωποι.

Τη συνόδεψε ως την ξώθυρα και τη σταύρωσε. Την εμπιστεύθηκε στην Παναγιά.

- Η Παναγιά μαζί σου, της ευχήθηκε.

Κι η Βαγγελίτσα διστακτικά χτύπησε το κουδούνι της κυρα-Τασίας, μιας μεσήλικης γυναίκας που έμενε με την αδερφή της ακριβώς απέναντι. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει «να τα πούμε;» και η κυρα-Τασία της άνοιξε την πόρτα και την αγκαλιά της.

- Καλώς μου το! Σε περίμενα. Και τι όμορφα στόλισες, καλέ, το καλαθάκι σου! Πού τις βρήκες τόσο ωραίες βιολέτες; Μοβ και άσπρες! Και πώς μοσχοβολούν!

Η Βαγγελίτσα χαμογέλασε και ξεθαρρεμένη, άρχισε το τραγούδι.

«Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια».

Μήτε μια λέξη δεν παρέλειψε. Και η κυρα-Τασία, εκτός από το αυγουλάκι που της έβαλε στο καλαθάκι της, τη φίλεψε κι ένα κουλουράκι.

- Και του χρόνου! Την κατευόδωσε.

Πήγε σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς η Βαγγελίτσα. Η μάνα της άκουγε τη φωνή της. Πήγε και στη θεία της και στη νονά της, που έμεναν ένα δρόμο πιο πέρα, και στη γιαγιά της.  Και το αυγό που της έβαλε στο καλαθάκι της η γιαγιά ήταν διπλάσιο σε μέγεθος από τ’ άλλα. Διέφερε και στο χρώμα. Δεν ήταν τελείως άσπρο. Ερχόταν προς το κιτρινωπό με πιτσιλάδες κεραμιδί. Το έπιασε στα χέρια η Βαγγελίτσα σαν να το ζύγιαζε.

- Ξέρω, είπε, δεν το γέννησε κότα. Γαλοπούλα το 'κανε. Και δε χρειάζεται βάψιμο. Είναι βαμμένο από μόνο του.

Η γιαγιά της έσκυψε και τη φίλησε. Τη φίλεψε κι ένα λαζαράκι. Κάθε χρόνο ζύμωνε λαζαράκια η γιαγιά. Τους έβαζε και μπόλικες σταφίδες μέσα και κανελογαρίφαλα να μοσχομυρίζουν. Τα φίλευε στα κοριτσάκια που πήγαιναν και της τραγουδούσαν το Λάζαρο.

- Και του χρόνου, της ευχήθηκε και τη συνόδεψε ως έξω στο δρόμο.

Χαρούμενη πήρε να ξεμακραίνει η μικρή κουνώντας το καλαθάκι της. Είχε σχεδόν γεμίσει μ' αυγουλάκια.

Περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να μπει στο δρόμο που έβγαζε στο σπίτι της, βλέπει το Γιάννο το συμμαθητή της. Έπαιζε μπάλα μόνος του.

Ο Γιάννος ήταν ο πιο άτακτος μαθητής στο σχολείο. Έσκιζε τα βιβλία των άλλων παιδιών, μουτζούρωνε τα τετράδιά τους και στο μάθημα δεν τ' άφηνε να προσέξουν. Όλο τα ενοχλούσε.

Όταν παραπονιόνταν στη δασκάλα τους, εκείνη τον φώναζε κοντά της, μα δεν τον μάλωνε. Ούτε τον τιμωρούσε.

- Τι έγινε πάλι Γιάννο; Καλοσυνάτα του μιλούσε. Πάλι ο κακο-Γιάννος νίκησε τον καλο-Γιάννο; Πάλι τον άφησες να κάνει το δικό του;

Σαν να 'ταν δυο πρόσωπα ο Γιάννος που αντιμαχότανε το ένα τ' άλλο. Και η δασκάλα δεν έκρυβε τη λύπη της όταν ο κακο-Γιάννος ήταν ο νικητής. 

Έσκυβε ο Γιάννος το κεφάλι και ξεμάκραινε. Ποιος ξέρει, μπορεί να λυπότανε κι αυτός για την ήττα του καλο-Γιάννου. 

Σαν είδε εκείνο το πρωινό τη Βαγγελίτσα, σημάδεψε με τη μπάλα του το καλαθάκι της και της έσπασε τα περισσότερα αυγά. Γύρισε η μικρή στο σπίτι της με κλάματα. 

- Έννοια σου και θα τον συγυρίσω, την παρηγόρησε η μάνα της, σαν άκουσε όσα έτρεξαν. Δε θα έρθει τη Μεγάλη Πέμπτη να μας πει το μοιρολόγι της Παναγίας; Θα τον πιάσω και θα τον κλείσω μέσα στην αποθήκη να τον φάνε τα ποντίκια. 

Ξέφυγε από την αγκαλιά της η μικρή, σκούπισε τη μύτη της που έτρεχε απ' το πολύ το κλάμα, κι έπιασε να ξεδιαλέγει τα γερά αυγά απ' τα σπασμένα. 

- Δες! Έβγαλε χαρούμενη φωνή κι έδειξε το αυγό της γαλοπούλας. Αυτό δεν είχε σπάσει. 

Τη Μεγάλη Πέμπτη, το έβρασε η μάνα της με τ' άλλα, μα δεν το έβαψε. Το στόλισε με χαλκομανίες η Βαγγελίτσα και το έβαλε με τα βαμμένα μέσα στο πανεράκι. Ήταν το πιο όμορφο και λογάριαζε να το πάρει μαζί της στην Ανάσταση, να τσουγκρίσει με της μάνας της, με του πατέρα, με της αδερφής της. Ήταν βέβαιη ότι δεν θα έσπαζε, αφού μήτε κι η μπάλα του κακο-Γιάννου δεν μπόρεσε να το σπάσει. 

Προς το μεσημεράκι νάτος κι ο Γιάννος έξω από την πόρτα τους.

Σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται

έψαλλε το μοιρολόγι της Παναγίας, σαν κοκοράκι βραχνιασμένο.

Πρώτη τον άκουσε η Βαγγελίτσα κι έτρεξε και του άνοιξε.
Ήταν μονάχος και βαστούσε ένα ξύλινο σταυρό στο χέρι. Δε φώναξε τη μάνα της να τον κλείσει μέσα στην αποθήκη με τους ποντικούς, όπως της υποσχέθηκε. Έτρεξε στην κουζίνα, πήρε από το πανεράκι το αυγό της γαλοπούλας και του το έδωσε. 

- Καλή Ανάσταση και του χρόνου, του ευχήθηκε και βιάστηκε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Πίσω του και την αποθήκη με τα ποντίκια.

Σχόλιο
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, από τις ιστορίες δεν λείπει σαφήνεια και η έκφραση είναι απλή και ζεστή, με αποτέλεσμα να αγγίζει τους αναγνώστες με άμεσο τρόπο. Αυτό, σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα της γλώσσας, μας κάνει σε πολλά σημεία να νιώθουμε πως διαβάζουμε λαϊκό παραμύθι και όχι κάποιο σύγχρονό μας (2009) λογοτεχνικό κείμενο. Για κάποιους αυτό θα είναι καλό, σε κάποιους άλλους ωστόσο, ίσως λείψει το φίλτρο του "πολιτικώς ορθού" αφού θα συναντήσουν φράσεις όπως η Μαρία (...) χτύπησε τη μούρη της και την πήραν τα αίματα ή του 'δωσε μια σβουριχτή στην πλάτη για να μάθει, να μην κοροϊδεύει, κ.ά.

Το ότι το βιβλίο έρχεται από τις εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας ίσως κάνει ορισμένους συναδέλφους να θεωρήσουν ότι περιέχει έντονο διδακτισμό ή δογματικά κηρύγματα. Κάτι τέτοιο όμως σπάνια συμβαίνει -π.χ. όταν (σ.85) ένας πατέρας βάζει «τα πράγματα στη σωστή τους θέση:  Εγώ λέω, να δοξάζουμε το Θεό που έβαλε μέσα σε κάθε ζωντανή ύπαρξη το φόβο»- Κατά κανόνα, στα διηγήματα της συλλογής η θρησκευτικότητα μπορεί να είναι αισθητή, όμως το βασικό γνώρισμα είναι η διάχυτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο, χωρίς διακρίσεις: ντόπιοι και ξένοι, χριστιανοί και αλλόθρησκοι, φίλοι και εχθροί, όλοι δικαιούνται και τελικά δέχονται αγάπη. Στην τάξη μας, καθώς τη συγκεκριμένη μέρα που το παρουσιάσαμε είχαν προκύψει αρκετές αντιδικίες, το κείμενο του αποσπάσματος έκανε τους μαθητές να προβληματιστούν έντονα. «Μήπως τελικά αυτό πρέπει να κάνουμε και μεις με αυτούς που έχουμε τσακωθεί;», απόρησαν αρκετοί. Η ιστορία της Βαγγελίτσας και του Γιάννου φαίνεται έτσι ότι ήρθε την κατάλληλη στιγμή, άγγιξε τα παιδιά με φυσικότητα, τα εξέπληξε με την κατάληξή της (όλοι περίμεναν την τιμωρία του «κακού») και τελικά μας βοήθησε να αποχαιρετιστούμε σαν αγαπημένοι φίλοι πριν κλείσει το σχολείο.

Ολοκληρώνοντας, να αναφέρουμε ότι στο ίδιο διήγημα, η αντιμετώπιση του Γιάννου από τη δασκάλα του πότε ως «καλο-Γιάννου»  και πότε ως «κακο-Γιάννου», ανάλογα με τη συμπεριφορά του, μας θύμισε την ιστορία με τον καλό και τον κακό λύκο που παλεύουν μέσα μας, όπως τη μεταφέρει η Λιλή Λαμπρέλλη στο Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών. Άραγε είναι ορθή ψυχολογικά η τακτική της δασκάλας, ή μπορεί να προκαλέσει διχασμό προσωπικότητας στους μαθητές;
Χρήση στην Τάξη
Τα διηγήματα της συλλογής μάς δίνουν αφορμή για αρκετές δραστηριότητες. Μια και η μέρα το καλεί, ας επικεντρωθούμε όμως στο Σάββατο του Λαζάρου. Πρώτα απ' όλα, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε την ιστορία του, συζητώντας με τους μαθητές για να δούμε τι θυμούνται και στη συνέχεια επισκεπτόμενοι κάποια σελίδα στο διαδίκτυο ή προβάλλοντας μια σχετική παρουσίαση

Στη δική μας τάξη, το κείμενο του αποσπάσματος προκάλεσε το ενδιαφέρον των παιδιών για τα «λαζαρικά», τα κάλαντα της ημέρας. Εδώ στην Αθήνα βέβαια, σπάνια βλέπουμε να τα τραγουδούν στο δρόμο, οπότε τα ακούσματα των μαθητών είναι περιορισμένα (για την ακρίβεια τα παιδιά τα αγνοούσαν πλήρως). Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορούμε να ζητήσουμε τη βοήθεια του συναδέλφου της μουσικής ή του you tube ώστε να ακούσουμε τη μελωδία και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να μάθουμε τα λόγια. 

Σε μικρές και μεγάλες τάξεις βλέπουμε συχνά να ζυμώνουν κουλουράκια με τη φιγούρα του Λαζάρου, τα γνωστά λαζαράκια. Μια κλασική συνταγή θα βρείτε εδώ και ωραίες φωτογραφίες από την προετοιμασία τους εδώ κι εδώ. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει φούρνος στο σχολείο, μπορούμε με τη βοήθεια μιας ξύλινης κουτάλας και πανιών να κατασκευάσουμε κούκλες - λαζαράκια όπως στη Σύρο. Αυτές βέβαια δεν τις τρώμε (εκτός αν πεινάμε πολύ), αλλά τις κρατούν στα χέρια τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα το Σάββατο το απόγευμα. Καλή διασκέδαση!


Share/Bookmark

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Βάφουμε αυγά, καλή μας Πασχαλιά!

Υπόθεση
Η 6χρονη Νεφέλη και ο μικρός της αδελφός Αλέξανδρος ανυπομονούν και φέτος να βάψουν τα πασχαλινά αβγά. Όταν η Μεγάλη Πέμπτη επιτέλους φτάνει, η γιαγιά τους -που είναι από χωριό- τούς βοηθάει να διαλέξουν τα πιο γερά αβγουλάκια... και η θεία Έφη, που σπουδάζει ζωγραφική, να τα χρωματίσουν! Πόσα πράγματα μαθαίνουν για τους τρόπους βαψίματος, τι όμορφους συνδυασμούς που κάνουν στα χρώματα... όταν μάλιστα επιστρέφει και ο μπαμπάς από τη δουλειά κρατώντας αυτοκόλλητα, τότε η χαρά των δυο παιδιών ολοκληρώνεται.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Σοφία Παράσχου
Εικονογράφηση: Μάρω Αλεξάνδρου
ISBN: 978-960-453-875-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 46
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ', 

Κριτική
Ευχάριστη πασχαλινή ιστορία από τη σειρά Βατόμουρο, για τους αναγνώστες των μικρών τάξεων. Η γλώσσα είναι σχετικά απλή και προβλήματα με τη σαφήνεια και την έκφραση δεν υπάρχουν. Όμως το μέγεθος των περιόδων και η σύνταξη σε κάποια σημεία, ίσως δυσκολέψουν ορισμένους μαθητές της Α'. Η εικονογράφηση, γεμάτη ζωηρά πρόσωπα και χρώματα, βοηθάει στη δημιουργία ευχάριστου κλίματος και συμβάλλει στην ξεκούραστη ανάγνωση. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, κάθε χρονική / νοηματική ενότητα χωρίζεται όμως από την προηγούμενη με μια σειρά πολύχρωμα αβγά. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου συναντάμε ένα πλούσιο παράρτημα που περιλαμβάνει πληροφορίες για τη Μεγάλη Εβδομάδα, έτοιμα σχέδια για χρωμάτισμα και δραστηριότητες για παιδιά των πρώτων τάξεων: δύο με αντιστοίχιση (τα χρώματα με τα ονόματά τους) και μια άσκηση παρατηρητικότητας. Προτείνουμε το βιβλίο για τις μέρες αυτές και κυρίως σε παιδιά των μικρών τάξεων του Δημοτικού.

  • Ωραία εικονογράφηση
  • Διαβάζεται ευχάριστα

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Πάσχα, Τέχνη, Αβγό

Εικονογράφηση
Εξαιρετικά χαριτωμένη και πολύχρωμη και παρούσα σχεδόν σε κάθε σαλόνι

Απόσπασμα
Μεγάλη Τετάρτη πρωί…
- Μαμά, πότε θα βάψουμε τα αυγά;  ρώτησε η Νεφέλη, μπαίνοντας πρωί πρωί στην κουζίνα. Τα μάτια της ήταν ακόμη κόκκινα από τον ύπνο και τα έτριψε να καθαρίσουν.

- Μαμά, πότε θα… ξεκίνησε να λέει και ο Αλέξανδρος, μπαίνοντας στην κουζίνα πίσω από την αδελφή του, αλλά έκοψε τη φράση του στη μέση και ξανάβαλε το μισογεμάτο με γάλα μπιμπερό στο στόμα του. Με το άλλο χέρι κρατούσε την άκρη της άσπρης κουβερτούλας του, σέρνοντάς τη στο πάτωμα, προς μεγάλη χαρά του Τσίκο, που τη δάγκωνε κουνώντας τη φουντωτή ουρίτσα του.

Η μαμά, που εκείνη τη στιγμή είχε βάλει στο στόμα της μια μεγάλη γουλιά καφέ, κόντεψε να πνιγεί και ακούμπησε την κούπα στο τραπέζι, βήχοντας, για να καθαρίσει το λαιμό της.

- Γκουχ, γκουχ, μάζεψε την κουβέρτα σου, Αλέξανδρε, έχεις σκουπίσει όλο το πάτωμα. Τσίκο! φώναξε στο σκυλάκι. Σταμάτα αμέσως να τραβάς την κουβέρτα!

Η Νεφέλη πήρε ένα μπισκότο από το τραπέζι και δάγκωσε ένα κομμάτι.

- Μα… πότε θα βάψουμε τα αυγά, μαμά;

- Τα αυγά, μαμά.. επανέλαβε κι ο Αλέξανδρος.

Η μαμά σηκώθηκε από την καρέκλα και παίρνοντας στα χέρια της τον Αλέξανδρο τον κάθισε στο ψηλό καρεκλάκι του μπροστά στο τραπέζι. Τίναξε την κουβέρτα να φύγει η σκόνη και τη δίπλωσε.

- Τι πάθατε κι οι δυο σας πρωί πρωί με τα αυγά; Στον ύπνο σας τα βλέπατε; Θα τα βάψουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Σήμερα θα πάμε να τα αγοράσουμε. Θα πάρουμε και τις βαφές.

- Πού θα πάνε, λέει, τα καλά μου τα παιδιά; ρώτησε η γιαγιά μπαίνοντας στην κουζίνα. Κρατούσε το πλεκτό της και τα γυαλιά της είχαν κατεβεί κάτω κάτω στη μύτη της.

- Α, να και η γιαγιάκα μας! Θα έρθει και η γιαγιά μαζί μας να μας διαλέξει τα καλύτερα αυγά. Η γιαγιά ξέρει ποια αυγά είναι τα πιο καλά για βάψιμο, πρόσθεσε η μαμά.

- Ναι, γιαγιά, ξέρεις;

- Αμ πώς δεν ξέρω, Νεφέλη μου! Εγώ όλα μου τα χρόνια στο χωριό τα πέρασα και πάντα είχα κοτούλες που έκαναν αυγά. Θυμάσαι το καλοκαίρι που είχατε έρθει στο χωριό τι ωραία αυγά έτρωγες;

- Κι εγώ έτρωγα ωραία αυγά, γιαγιά, δεν έτρωγα; πετάχτηκε ο Αλέξανδρος, απλώνοντας τα χέρια στη γιαγιά του.

- Αν έτρωγες, λέει! Γι’ αυτό μεγάλωσες τόσο από τότε που έχω να σε δω.

- Ευτυχώς που ήρθες από το χωριό, γιαγιά, για να μας διαλέξεις γερά αυγά, μουρμούρισε ο Αλέξανδρος και τρίφτηκε στα πόδια της.

Η γιαγιά άφησε το πλεκτό της στην καρέκλα και πήρε στην αγκαλιά της τον εγγονό της.

- Πω, πω, τι βαρύ που είναι το αγόρι μας και δεν είναι ακόμα τριών χρονών!

- Εγώ είχα τα γενέθλιά μου και έγινα έξι χρόνων, γιαγιά, δήλωσε η Νεφέλη τραβώντας τη ρόμπα της γιαγιάς της.

- Ε, εσύ πια είσαι μεγάλη, νεφέλη μου, πας και στο σχολείο και έμαθες και να διαβάζεις! Εσύ τώρα θα βοηθάς τη μαμά σου στις δουλειές…

- Κι εγώ κάνω δουλειές, γιαγιά. Μαμά, πες στη γιαγιά, εγώ δε σε βοηθώ;

- Ναι, μητέρα, και ο Αλέξανδρος με βοηθά, μαζεύει τα παιχνίδια του, μου βρίσκει τα γυαλιά μου όταν τα χάνω, και βάζει και νερό στο πιατάκι του Τσίκο. Λοιπόν, ετοιμαστείτε να πάμε για ψώνια, έχουμε να πάρουμε πολλά πράματα!

Σχόλιο
Η ιστορία είναι ευχάριστη αλλά και τόσο απλή που πραγματικά δεν αφήνει περιθώρια σχολιασμού. Το μόνο που μπορούμε να επισημάνουμε είναι το ήρεμο, γιορτινό κλίμα στο οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή, η έλλειψη κάθε είδους έντασης και η σχεδόν απόλυτη ηπιότητα που επικρατεί στις σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, οι οποίοι παραμένουν χαρούμενοι σε όλη τη διάρκεια του διηγήματος (μόνο η μαμά τσαντίζεται πού και πού). Ιδιαίτερα σχόλια δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε για τα πρόσωπα ή τα πρότυπα, που δεν ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα: ο μπαμπάς, εντελώς φυσιολογικά, λείπει στη δουλειά και παραμένει σχεδόν αμέτοχος σε όσα συμβαίνουν, ενώ με τα παιδιά και τις ετοιμασίες ασχολούνται η μαμά, η γιαγιά και η θεία.

Χρήση στην Τάξη
Τελευταία εβδομάδα πριν την ανάπαυλα των εορτών και η ιστορία αυτή μπορεί να μας εμπνεύσει (τι άλλο;) να βάψουμε τα δικά μας αβγά στην τάξη. Ακολουθώντας τις συμβουλές της θείας της Νεφέλης, τυλίξαμε διάφορα φυλλαράκια επάνω στα αβγά μας ώστε να προκύψει κάτι ενδιαφέρον, μάλλον όμως κάτι πήγε στραβά με την ποσότητα της βαφής που χρησιμοποιήσαμε κι έτσι το αποτέλεσμα ήταν λίγο πιο ροζ από το αναμενόμενο. Ούτε όμως και το τρικ της γιαγιάς (σ.28) με τις λίγες σταγόνες λάδι στο μείγμα, φαίνεται να έπιασε, κι έτσι τα αβγά μας δεν πλησίασαν καθόλου τους πίνακες του Μονέ!


Αν δεν θέλουμε να βάψουμε αβγά, χέρια και θρανία, μπορούμε με αφορμή το κείμενο, απλώς να συζητήσουμε στην τάξη για την υψηλή διατροφική αξία του αβγού, για το ταξίδι του από την κότα ως το πιάτο μας, αλλά και τη σύνδεσή του με την Ανάσταση. Οι αγγλομαθείς συνάδελφοι, έχουν επίσης τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τα σχέδια μαθήματος του προγράμματος Incredible! Τέλος, θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να μιλήσουμε για τη σήμανση των αβγών και να ευαισθητοποιήσουμε τους μαθητές γύρω από το ζήτημα της ποιότητας ζωής της μαμάς κότας. Εσείς, τι θα τσουγκρίσετε φέτος;
https://www.youtube.com/watch?v=u2HNyxV770k

Share/Bookmark

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ελληνικές γιορτές

Υπόθεση
Δεκατρία μικρά διηγήματα με θέματα από τις γιορτές του τόπου μας. Τα περισσότερα αφορούν τα Χριστούγεννα, ενώ υπάρχουν ορισμένα και για την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, τις Απόκριες, την 25η Μαρτίου, το Πάσχα, ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Νέστορας Μάτσας
Εικονογράφηση: Βιολέττα Διαμαντή - Μελετίου
ISBN: 960-600-040-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1997
Σελίδες:140
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε' 

Κριτική
Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας και λαογράφος Νέστορας Μάτσας, μας δίνει μια σειρά από μικρές ιστορίες διαποτισμένες από το χριστιανικό πνεύμα, που μπορεί να καλύπτουν τις γιορτές όλου του χρόνου παρέχοντάς μας ένα πλήρες βοήθημα για την τάξη, μοιάζουν όμως αρκετά ξεπερασμένες από τα σύγχρονα δεδομένα, κι έτσι μάλλον δεν ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντα των παιδιών του 21ου αιώνα. Τα κείμενα είναι γραμμένα με τρυφερότητα και σε γλώσσα απλή, όμως σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στη δεύτερη ιστορία) το βασικό νόημα παραμένει ασαφές. Η έκταση των ιστοριών είναι περιορισμένη (5-7 σελίδες η κάθε μία) κι έτσι δεν κουράζει, φοβάμαι ωστόσο ότι δε συμβαίνει το ίδιο και με το περιεχόμενό τους, που όπως αναφέραμε ήδη, δύσκολα θα συγκινήσει τους μικρούς αναγνώστες της εποχής μας. Η (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση περιορίζεται σε συνοδευτικό ρόλο και είναι μάλλον επαρκής (2-3 ολοσέλιδες εικόνες ανά ιστορία), μοιάζει ωστόσο κι αυτή βγαλμένη από παλαιότερες δεκαετίες. Θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές Δ' και Ε' τάξης, ιδιαίτερα σε όσους ενδιαφέρονται για αντιπολεμικές ιστορίες.


  • Ανθρώπινα μηνύματα, μεταφερμένα με τρυφερότητα
  • Ιστορίες για όλες τις μεγάλες γιορτές του χρόνου

  • Περιεχόμενο που δύσκολα συγκινεί σύγχρονα παιδιά
  • Ασάφειες σε κάποιες από τις ιστορίες

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Παραμύθια, Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, 25η Μαρτίου, Δεκαπενταύγουστος.

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Μια φορά κι έναν καιρό – όπως αρχίζουν όλα τα παλιά γοητευτικά παραμύθια…- σε κάποια πολύ μακρινή πολιτεία, τυλιγμένη στ’ όνειρο και στο μύθο, ζούσαν τα Τσιλικροτά.

Τα ξέρετε τα Τσιλικροτά; Είναι οι καλικάντζαροι, οι μικροί διάβολοι που με τα καμώματά τους τρελαίνουν τις νοικοκυράδες και τα κορίτσια τις άγιες τούτες μέρες της χριστιανοσύνης…

Τα Τσιλικροτά ήταν κι αυτά κάποτε όμορφα πριγκιπόπουλα και είχαν στην πιο ψηλή κορφή ενός καταπράσινου λόφου της μαγικής τούτης πολιτείας ένα θαυμάσιο πύργο, που όμοιός του δεν υπήρχε σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν όλος από κρύσταλλο και στο μεγάλο πάρκο του πετούσαν πολύχρωμα παραδείσια πουλιά κι όμορφες νύμφες κρύβονταν πίσω απ’ τους κορμούς των αιωνόβιων δέντρων του…

Τα Τσιλικροτά είχαν ξανθά και πυκνά μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα του θέρους και τα μάτια τους ήταν γαλάζια και φωτεινά…

Η ομορφιά τους όμως ήταν μόνο εξωτερική. Ήταν κακά κι αχάριστα και ένιωθαν βαθιά χαρά όταν σκόρπιζαν τον πόνο και τα δάκρυα.

Αγαπούσαν να βασανίζουν τα μικρά ζώα του δάσους, να τραβούν τα φτερά των ωραίων παραδείσιων πουλιών και να στήνουν παγίδες στις νύμφες για να τυραννιούνται ώρες, προσπαθώντας να ξεφύγουν απ’ τα μεγάλα σιδερένια δόκανα…

Μια σκοτεινή και παγωμένη νύχτα του χειμώνα έφτασε ως το μακρινό πύργο τους το μεγάλο μήνυμα:

Σε μια μικρή και ταπεινή φάντη είχε γεννηθεί ο μέγας Βασιλιάς του κόσμου, αυτός που ούτε με τη βία ούτε με τη δύναμη, αλλά με την καρτερία και την αγάπη θα γινόταν κύριος του ουρανού και της γης, των ανθρώπων και των πραγμάτων…

Πάγωσαν τα πριγκιπόπουλα. Ποιος ήταν αυτός ο απροσδόκητος εχθρός που  θα βασίλευε σ’ όλο τον κόσμο;

Σκέφτηκαν να στείλουν τους υπηρέτες τους να τον σκοτώσουν ή ακόμη να πάνε οι ίδιοι με τα χρυσά τους τόξα και να καρφώσουν ένα, το πιο όμορφο αλλά και το πιο φαρμακερό, στην καρδιά του μικρού Θεού…


Ετοίμασαν λοιπόν τα πιο δυνατά άλογά τους, ζώστηκαν τ’ άρματά τους και μια νύχτα, βαθιά και κρύα σαν το μίσος που έσερναν στις ψυχές τους, ξεκίνησαν για το μακρινό τους ταξίδι.


Θα ζητούσαν ένα μικρό χωριό, τη Βηθλεέμ, κι εκεί σίγουρα θα ήταν εύκολο να βρουν τη φάτνη του θαύματος…


Κάλπασαν ώρες ατέλειωτες κάτω από έναν ουρανό σκοτεινό και βαθύ, χωρίς ούτ’ ένα άστρο να φέγγει την άδικη πορεία τους… Και δεν έλεγε να ξημερώσει…


Θα πίστευε κανείς ότι η αυγή φοβόταν να προβάλει πίσω απ΄ το πυκνό σκοτάδι της νύχτας κι ότι ποτέ πια δε θα γλιστρούσε στο μαύρο ουρανό λίγο φως… Κι όσο κάλπαζαν με τ’ άλογά τους, τόσο η νύχτα γινόταν πιο βαθιά, τόσο το σκοτάδι τύλιγε τα πάντα μ’ ένα πέπλο πυκνό κι αδιαπέραστο…


Σε μια στιγμή τ’ άλογα σταμάτησαν. Τα πριγκιπόπουλα τα κέντησαν δαιμονισμένα, μα αυτά δε σάλευαν απ’ τη θέση τους.


Κατέβηκαν τότε και συνέχισαν μόνα τους την πορεία. Το μίσος και το κακό που φώλιαζε στις ψυχές τους ήταν δυνατότερο από καθετί άλλο… Τίποτε δεν μπορούσε να τους σταματήσει, αφού ήθελαν με κάθε τρόπο να εξοντώσουν τούτο τον απρόσμενο άρχοντα που – ποιος ξέρει; - μπορεί να τους έπαιρνε τον πύργο τους, τ’ αγαθά τους, τ’ άρματα και τα χρυσάφια τους… Μα δεν έβλεπαν πια να προχωρήσουν.


Ξαφνικά, σαν μεσ’ από κάποια αβυσσαλέα τάρταρα, ακούστηκε μια δυνατή βουή και η γη άρχισε να τρέμει.


Τα πριγκιπόπουλα για πρώτη φορά στη ζωή τους ένιωσαν τόσο δυνατό φόβο. Τίποτε ως τότε δεν τα είχε συγκινήσει, ούτε τα είχε φοβίσει.

Ήταν περήφανα για τη σκληρότητά τους και για το αλόγιστο θάρρος τους…


Ωστόσο, εκείνη η νύχτα, βαθιά κι ατέλειωτη, ήταν τόσο παράξενη!... Κι εκείνο το σκοτάδι τόσο πυκνό!... Κι η αδιαπέραστη σιωπή –θα ‘λεγε κανείς ότι όλα είχαν μαρμαρώσει- τόσο τρομακτική!...


Πήγαν κάτι να πουν, να βρίσουν θεούς και δαίμονες, δεν πρόλαβαν όμως!... Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Είχαν γίνει πια οι καλικάντζαροι!...


Δεν τελειώνει όμως εδώ το παραμύθι των Τσιλικροτών. Στη γη που βρέθηκαν δε θέλησαν να ησυχάσουν. Για να εκδικηθούν λοιπόν τους ανθρώπους που έμεναν πάνω σ’ αυτήν και χαίρονταν τη ζωή και το φως, άρχισαν με τα δόντια τους – που στο μεταξύ είχαν γίνει μυτερά κι άσχημα σαν των ποντικών – να πριονίζουν τους στύλους της γης για να σωριαστούν κάποτε όλες οι ομορφιές της και οι άνθρωποι μαζί στα σκοτεινά τάρταρα.


Δε φτάνει όμως ως εκεί η δύναμή τους- γιατί κάθε τέτοια περίοδο που κατορθώνουν και γλιστρούν στην επιφάνεια της γης, οι στύλοι ξανάρχονται στη θέση τους, κι όταν φτάσουν τα Φώτα και τα Τσιλικροτά κυνηγημένα από τον αγιασμό γυρίζουν στα τάρταρα, ρίχνονται πάλι απ’ την αρχή στη δουλειά…

Πρέπει, αφού αυτά ζουν στα πυκνά σκοτάδια, όλοι να χαθούν μαζί τους… Όλοι!...


Εδώ κλείνει το παραμύθι των καλικαντζάρων. Άλλωστε, μόλις ακούγεται η πρώτη ευχή του αγιασμού, τρέχουν να κρυφτούν στα βάθη της γης, φωνάζοντας σαν δαιμονισμένα:


Πάμετε να φύγουμε

κι έρχεται ο τρελόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με τη μαγκούρα του.


Και χάνονται στα τάρταρα…
Σχόλιο
Τι κάνει Ηο-Ηο-Ηο στα κεραμίδια;
Στο πιο πάνω απόσπασμα, διαβάζουμε την -θεωρώ- πιο ενδιαφέρουσα ιστορία του βιβλίου, με θέμα τους καλικαντζάρους. Σύμφωνα με την λαϊκή μας παράδοση, τα υποχθόνια αυτά πλασματάκια βγαίνουν από τη γη κατά το 12ήμερο των Χριστουγέννων και μπαίνουν στα σπίτια των πιστών από τις καμινάδες για να κάνουν όσες ζημιές μπορούν. 

Η σύγχρονη παγκόσμια κουλτούρα ωστόσο, θέλει κατά τις μέρες αυτές να περιμένουμε να μας επισκεφθεί κάποιος άλλος, που επίσης κατεβαίνει από τις καμινάδες. Τι μας περιμένει τελικά στο τζάκι; Τα δώρα ή ο Ζονγκ? 

Και τι συμβαίνει όταν η λαϊκή παράδοση ενός τόπου έρχεται σε σύγκρουση με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα της κατανάλωσης; Στην περίπτωση της Πρωτοχρονιάς έχει προς το παρόν επικρατήσει ένας βολικός αχταρμάς, που μπορεί να μπερδεύει τα παιδιά, αλλά τα χωράει όλα. Έτσι, στα κάλαντα ψέλνουμε τον Αϊ Βασίλη από την Καισάρεια, τα γράμματά μας τα στέλνουμε στο επίσημο κατάλυμα του Santa Claus στο Ροβανίεμι (μπορούμε μάλιστα να στείλουμε και email στο site του) ενώ την τάξη τη στολίζουμε με τις φιγούρες του χοντρού παππούλη που επινόησε η Coca Cola... οι καλοί παντού χωράνε. Αν μάλιστα δεν ήταν η κρίση, ίσως ήδη να είχαμε αρχίσει να ανταλλάσσουμε δώρα και την 6η Δεκεμβρίου, ώστε να μην μείνει παραπονεμένος ο Nikolaus (ο για μας Άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων) των Γερμανών. Χρόνια πολλά!

Share/Bookmark

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Η Επανάσταση των Κουνελιών

Υπόθεση
Ένας μικρός, σοκολατένιος κούνελος χωρίς όνομα, κάθεται μονάχος και κλαίει τη μοίρα του. Το Πάσχα πλησιάζει και τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει τον Πετράκη (τον ιδιοκτήτη του) να τον μισο-δαγκώσει και να τον πετάξει στα σκουπίδια. Ακούγοντας όμως τα παραμύθια που διαβάζει η μαμά στο παιδί της κάθε βράδυ, αρχίζει κι αυτός να ονειρεύεται ότι θα γίνει αληθινός, όπως έγινε ο Πινόκιο ή πως θα σπάσει τα δεσμά όλων των σοκολατένιων κουνελιών, όπως έκανε ο Σπάρτακος. Όταν πια ξημερώνει Μεγάλη Πέμπτη, κάτι πολύ περίεργο έχει συμβεί...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Πέτρος Χατζόπουλος (Αύγουστος Κορτώ)
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης
ISBN: 978-960-03-3695-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 24
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ένα επαναστατικό πασχαλινό διήγημα, που ψυχαγωγεί αλλά και βάζει τον αναγνώστη σε σκέψεις. Γραμμένο με ελαφρύ σκωπτικό χιούμορ, διαβάζεται πολύ ευχάριστα, καθώς αντανακλά την οξυδέρκεια του συγγραφέα χωρίς όμως να χάνει σε απλότητα ή σαφήνεια. Φτάνει έτσι στους αναγνώστες από τη μία δροσερό κι από την άλλη σταθερά προσανατολισμένο στα μηνύματα -και τα διλήμματά του. Το βιβλίο απευθύνεται σε μαθητές τουλάχιστον Γ'-Δ' Δημοτικού, διαβάζεται όμως ευχάριστα και από τους μεγαλύτερους. Η επιμέλεια είναι ιδιαίτερα προσεγμένη: σκληρό εξώφυλλο, μεγάλες σελίδες (μέγεθος κοντά στο Α4) και πολύ συμπαθητική εικονογράφηση που γεμίζει χρώμα τις σελίδες αντίκρυ από το κείμενο. Τα τυπογραφικά είναι μεσαίου μεγέθους και η στοίχιση σχετικά πυκνή. Χωρισμός σε κεφάλαια δεν υπάρχει, αν και κάθε σαλόνι μας εισάγει ουσιαστικά σε μια νέα ενότητα της περιπέτειας του ήρωα. Πιστεύω πως οι μικροί μας φίλοι θα το απολαύσουν!

Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε παιδιά που ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον και σκοπεύουν να κάνουν κάτι για να το κερδίσουν.
Όπως και στα Μαγικά μαξιλάρια (1995), τα όνειρα παίζουν κι εδώ σημαντικότατο ρόλο στην αφύπνιση των καταπιεσμένων. Αυτή τη φορά, ο ρόλος του ηγέτη δεν αποδίδεται σε κάποιον επίσημο φορέα (όπως ο δάσκαλος κύριος Αντώνης), αλλά σε έναν απλό κούνελο που τυχαίνει να αντιληφθεί πρώτος την αλήθεια... δεν την φυλάει όμως για τον εαυτό του, αλλά τολμά και μπαίνει στα ζαχαροπλαστεία και ξυπνάει τις συνειδήσεις κι άλλων σοκολατένιων αδελφών του, που τελικά πλημμυρίζουν τους δρόμους. Ο συμβολισμός για μένα είναι αρκετά προφανής: κουνέλι για φάγωμα = αρνί για σφάξιμο = αποχαυνωμένος πολίτης. Ειδικά λοιπόν στις μέρες μας, τις μέρες της κρίσης, η ιστορία μάς παρακινεί να μη μείνουμε σιωπηλοί και φοβισμένοι θεατές των γεγονότων (των 20.00), αλλά να αναζητήσουμε ένα σχέδιο δράσης και να συνεργαστούμε (και με τα υπόλοιπα θύματα) για να κερδίσουμε την ελευθερία μας. Ή αλλιώς, όπως λέει και ο ποιητής:

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αἰσθάνονται, 
ζυγὸν δουλείας ἂς ἔχωσι· θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην ἡ ἐλευθερία
Αξίες - Θέματα
Αλτρουισμός, Πάσχα, Χιούμορ, Ζωοφιλία, Φαντασία, Παραμύθι, Συνεργασία.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Ο μικρός κούνελος χωρίς όνομα καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας κι έκλαιγε τη μοίρα του. Ήταν δυστυχισμένος, αφάνταστα δυστυχισμένος.

«Γιατί ήταν δυστυχισμένος;» θα με ρωτήσετε.
«Θέλει και ρώτημα;» θα σας απαντούσε εκείνος. «Απ’ τη μια δεν έχω όνομα, απ’ την άλλη είμαι σοκολατένιος και θα με φάνε. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κανείς δε μου δίνει σημασία!»

Κάθε πρωί ο μικρός κούνελος χωρίς όνομα έβλεπε τον Πετράκη να κάθεται αγουροξυπνημένος στο τραπέζι της κουζίνας και να παίζει με τον Τσάρλυ, αυτό το χαζόσκυλο! και σ’ εκείνον να μη ρίχνει ούτε μια ματιά!

Αχ, ζήλευε, πόσο ζήλευε! Ήθελε να είναι αυτός στην αγκαλιά του Πετράκη, δεν ήθελε να στέκεται εκεί και να παριστάνει τη βοηθητική αλατιέρα· ήθελε να λέγεται εκείνος Τσάρλυ κι όχι αυτός ο κοπρίτης με την πλακουτσή μούρη και το ενοχλητικό γάβγισμα! και πάνω απ’ όλα, δεν ήθελε να φαγωθεί. Το πιθανότερο, βέβαια, ήταν ότι θα κατέληγε μισοφαγωμένος στα σκουπίδια το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, γιατί ο Πετράκης ήταν φοβερά ανόρεχτο παιδί και ποτέ δεν τέλειωνε το φαγητό τους. Η μαμά του ήταν αναγκασμένη να του διαβάζει ένα σωρό παραμύθια, το μεσημέρι, το βράδυ, ακόμα και το πρωί, στο πρωινό, για να φάει μια μπουκιά.

Έτσι ο μικρός κούνελος χωρίς όνομα έβλεπε τις μέρες στο ημερολόγιο του τοίχου να περνούν και τον έλουζε κρύος σοκολατένιος ιδρώτας, Σάββατο του Λαζάρου, Κυριακή των Βαΐων… Σε λιγότερο από μια βδομάδα θα βρισκόταν στο σκουπιδοτενεκέ, με τα σοκολατένια αυτάκια του δαγκωμένα, και μετά θα τον πετούσαν και θα περνούσε το σκουπιδιάρικο. Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται γιατί θα τον έπιαναν τα κλάματα, κι έτσι που ήταν σοκολατένιος, δεν μπορούσε και να κλάψει!

Για να ξεχάσει τη δυστυχία του, ο μικρός κούνελος άκουγε τα παραμύθια που διάβαζε η μαμά του Πετράκη την ώρα του φαγητού και φανταζόταν πως ήταν κάποιος απ’ όλους εκείνους τους ευτυχισμένους ήρωες των βιβλίων. Ότι ήταν βασιλιάς, ας πούμε, ή πρίγκιπας, ή μάγος που με το μαγικό του ραβδί μεταμορφωνόταν στον Τσάρλυ – ή μάλλον σ’ ένα πιο όμορφο σκυλί.

Καμιά φορά, ακούγοντας τη φωνή της μαμάς του Πετράκη, ξεχνιόταν εντελώς. Η φαντασία γινόταν πραγματικότητα, νόμιζε ότι στ’ αλήθεια έβλεπε γύρω του παλάτια και λίμνες και δάση… Όμως ύστερα, όταν ο Πετράκης τελείωνε το φαγητό του – ή μάλλον το μισό, γιατί ποτέ δεν το έτρωγε όλο- κι έφευγαν από την κουζίνα σβήνοντας πίσω τους το φως, ο μικρός κούνελος γινόταν ακόμα πιο μελαγχολικός. Πόσο κουτός ήταν να πιστεύει ότι η ζωή του θ’ άλλαζε και θα γινόταν σαν παραμύθι…

Τις νύχτες ο μικρός κούνελος χωρίς όνομα κοιμόταν κι έβλεπε μάλιστα και όνειρα. Γιατί τα όνειρα δεν ανήκουν μόνο στους ζωντανούς· ακόμα κι οι καρέκλες το βράδυ ονειρεύονται ότι τα πόδια τους κουνιούνται κι ότι χορεύουν τανγκό – γι’ αυτό καμιά φορά το πρωί τις βρίσκουμε σε άλλη θέση.

Και στα όνειρα του κούνελου γυρνούσαν ξανά και ξανά δυο παραμύθια που είχε ακούσει τις πρώτες μέρες που τον έφεραν στο σπίτι. Δυο υπέροχα, μαγικά παραμύθια. Στο πρώτο απ’ αυτά, ένας σκλάβος που τον έλεγαν Σπάρτακο, ή κάπως έτσι, έσπαζε τις αλυσίδες του, έκανε επανάσταση με τους άλλους σκλάβους και νικούσε τους κακούς που τον είχανε φυλακισμένο τόσα χρόνια. Στο άλλο παραμύθι, μια ξύλινη κούκλα που την έλεγαν Πινόκιο ονειρευόταν πως ήταν αληθινό αγόρι και στο τέλος ζωντάνευε και το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα. Ο σοκολατένιος κούνελος έβλεπε αυτά τα παραμύθια στον ύπνο του κάθε βράδυ, κι όταν ξυπνούσε το πρωί, ένιωθε ακόμα πιο δυστυχισμένος.

Προβληματισμοί για συζήτηση
I have a dream
O κούνελος του βιβλίου, μόλις σπάει τα σοκολατένια του δεσμά, είναι έτοιμος να ορμήσει στην εξοχή για να εξασφαλίσει μια όμορφη, άνετη και ζεστή φωλίτσα, στην οποία θα την περνάει μπέικα. Ένα συμβατικό παραμύθι θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, αφήνοντας τον ήρωα στις μάσες και ξάπλες, και προσθέτοντας ένα "και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". Όμως ο Σπάρτακος δεν είναι οποιοσδήποτε κούνελος. Αντί λοιπόν να επαναπαυθεί στη βολή του (βλ. βολεύομαι, βολευτής, κ.ά.) κλείνει τα μάτια και σκέφτεται τα άλλα σοκολατένια κουνελάκια, που περιμένουν τη σκληρή τους μοίρα σε κάποιο σπίτι ή ζαχαροπλαστείο. Είναι αδέλφια μου! Πρέπει να τα ελευθερώσω! μονολογεί, και αποφασίζει να δράσει. Και, όχι, δεν βγάζει κάποια ανακοίνωση... προχωράει σε πράξεις!

Παρά τα πολλά παραδείγματα που προσφέρουν η ιστορία, η λογοτεχνία αλλά και η θρησκεία μας (μέρες που είναι), το να σταματήσουμε να ακολουθούμε το μονοπάτι του εγωισμού και να βοηθήσουμε τους άλλους ανθρώπους -τα αδέλφια μας- ακούγεται ακόμα σαν ουτοπική ευχή. Ακόμη και σε καιρούς όπως αυτοί που περνάμε, φαίνεται ν' αδιαφορούμε για ό,τι συμβαίνει δίπλα μας ή για οτιδήποτε μας συνέβαινε χτες και εμείς καταφέραμε να ξεπεράσουμε. Έτσι όμως, τα άλλα  κουνελάκια εξακολουθούν να μένουν ακίνητα στο ράφι και έρμαια στις ορέξεις των διεθνών και ντόπιων ζαχαροπλαστών.

Αναρωτηθείτε: τί θα μπορούσατε να κάνετε για να βοηθήσετε έναν κοντινό σας άνθρωπο σήμερα; Πώς θα τον έκανε η ενέργειά σας να νιώσει; Και πώς θα νιώθατε εσείς; Τι είναι αυτό που τελικά σας εμποδίζει να τον βοηθήσετε; Μήπως είναι καιρός να σταματήσουμε να τα περιμένουμε όλα από τον Άγιο Βασίλη και το πασχαλινό λαγουδάκι;
το πασχαλινό λαγουδάκι από την ταινία Οι Πέντε Θρύλοι
Η καταγωγή των ιδεών
Ιστορίες με ιδέες που δεν έχουν ξαναεμφανιστεί πουθενά, δύσκολα βρίσκονται. Ο κάθε δημιουργός δανείζεται στοιχεία από τις εμπειρίες του και από τα διαβάσματά του, από τους προηγούμενους δημιουργούς, για να διηγηθεί τη δική του εκδοχή της αλήθειας. Κάποιες φορές βέβαια, οι συγγραφείς αρνούνται να παραδεχτούν ότι έχουν επηρεαστεί (συνειδητά ή ασυνείδητα) από άλλους, θεωρώντας ότι αυτό θα μειώσει την αξία τους ή θα τους κάνει να φαντάζουν λιγότερο δημιουργικοί, κάτι που προφανώς δεν ισχύει.

Είναι πολύ ενδιαφέρον λοιπόν, όταν ένας νεαρός κούνελος έρχεται από μόνος του να μας εξηγήσει πώς εμπνεύστηκε από παραμύθια και γεγονότα του παρελθόντος. Κατά κάποιον τρόπο, έτσι μας αυτοσυστήνεται και μας βοηθάει να εντοπίσουμε και τη γενεαλογία της ιστορίας του. Αν θεωρήσουμε λοιπόν πως κάτι τέτοιο όντως υπάρχει, μπορούμε να τοποθετήσουμε στο κάδρο ως μαμά του βιβλίου αυτού την ιστορία του Πινόκιο (αφού χάρη σε αυτή ο ήρωας γεννιέται) και μπαμπά την περιπέτεια του Σπάρτακου (αφού ο Θράκας του εμπνέει τον δυναμισμό να επαναστατήσει... εκτός αυτού κρατάει και σπαθί, αντικείμενο που κάθε ψυχολόγος που σέβεται τον εαυτό του συνδέει με το σχήμα του πατέρα). Αν μάλιστα συνεχίσουμε να ψάχνουμε, ίσως μπορούμε να βρούμε και τον ένα παππού από τη μεριά της μαμάς, που θα ήταν δικαιωματικά ο μύθος του Πυγμαλίωνα. 

Δοκιμάστε να διαβάσετε μια ιστορία που έχετε γράψει και σας άρεσε, και προσπαθήστε να  βρείτε τη δική της γενεαλογία... από ποιούς ήρωες ή ιστορίες πιστεύετε ότι επηρεαστήκατε; Αν δεν τα καταφέρνετε, ανταλλάξτε την ιστορία σας με ενός φίλου, και προσπαθήστε να βρείτε ο καθένας τις επιρροές του άλλου. Αυτό ίσως σας φανεί ευκολότερο.... Καλή διασκέδαση!
Προγάστωρ τύραννος
Διαβάζοντας κανείς την ιστορία του Σπάρτακου υπάρχει κίνδυνος να πλησιάσει το πλησιέστερο σοκολατένιο κουνέλι, να το κοιτάξει καχύποπτα και να του ψιθυρίσει στο αυτί: "Έχεις μέσα σου ζωή;" "Σε βασανίζω;" "Με φοβάσαι;" "Θα ξυπνήσεις το βράδυ να κρυφτείς στον σκουπιδοντενεκέ;" και άλλα τέτοια. Εμείς βέβαια που ξέρουμε, δεν θα τον παρεξηγήσουμε, φοβάμαι όμως ότι αν κάποιος άλλος τον ακούσει δεν θα δείξει ανάλογη κατανόηση. Από το ίδιο δε το κουνέλι δεν νομίζω πως θα πάρει κάποια απάντηση. Οι ζαχαροπλάστες βλέπετε (μάγειρες, αρτοποιοί, κλπ.) συνηθίζουν να δίνουν από τα αρχαία χρόνια ονόματα και μορφές ζώων στα προϊόντα τους, και είναι μόλις η πρώτη φορά (άντε, ίσως η δεύτερη μετά τον Gingerbread man) που διάβασα πώς κάποιο από αυτά αποφάσισε να ζωντανέψει. Ησυχάστε λοιπόν, και μη θεωρείτε ότι καταπιέζονται τα σοκολατένια σας κουνελάκια, τα λαζαράκια σας και η πάστα - ποντικάκι.

Ίσως όμως, πίσω από το χαμογελαστό μας κουνελάκι, να κρύβεται όντως μια ιστορία καταπίεσης. "Μα τι μας γράφεις πάλι;" θα μου πείτε. "Ποιον μπορεί να καταπιέζουμε με ένα αθώο γλυκούλι;". Αν λοιπόν κοιτάξουμε το κουνελάκι μας κατάματα και το πείσουμε να μας ανοιχτεί, ίσως αρχίσει να μας διηγείται την πραγματική του καταγωγή. Τότε θα μάθουμε από πού ξεκίνησε το ταξίδι το κακάο του, και για κάποια άλλα "σοκολατένια" πλασματάκια που όντως τυραννιούνται για να απολαμβάνουμε εμείς τα επιδόρπιά μας. Εκείνα θα επαναστατήσουν άραγε ποτέ, ή μήπως περιμένουν τη βοήθειά μας;

Χρήση στην τάξη
 Το μυστικό της σοκολάτας
Το μυστικό της σοκολάτας


Την περίοδο του Πάσχα, τα σχολεία μένουν βέβαια κλειστά. Όποιος όμως επιθυμεί και διαθέτει τα υλικά, μπορεί με λίγο πηλό και πολλή υπομονή να κατασκευάσει ένα μικρό "σοκολατένιο" κουνελάκι από πηλό, ακολουθώντας τις οδηγίες από το βιντεάκι πιο κάτω. Οι τυχεροί που διαθέτουν ήδη σοκολατένια κουνελάκια, δεν χρειάζεται να κατασκευάσουν τίποτα. Αρκεί να τα φάνε (ή ακόμα καλύτερα να τα μοιραστούν) και μάλιστα γρήγορα (μετά βεβαίως την Ανάσταση), για να μη βάζουν και εμάς τους υπόλοιπους σε πειρασμό. Στη σπάνια περίπτωση που κάποιος μισεί το κουνελάκι του (όπως ίσως ο ζαχαροπλάστης κύριος Πετιμέζης) και δεν είδε τα παραπάνω βίντεο για να νιώσει τον κόπο των παιδιών που δούλεψαν για να φτάσει ως εμάς, μπορεί να το λιώσει σε μπεν μαρί ή με άλλους μακάβριους τρόπους... μετά όμως ας μην παραπονιέται που θα μείνει νηστικός...Καλή Ανάσταση!
https://www.youtube.com/watch?v=7wkOfZEG8IA

Share/Bookmark