Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Η φωτιά που δε σβήνει

Υπόθεση
Στην Ηλιούπολη της Συρίας, γεννιέται κάπου στο 620 μ.Χ. ο Καλλίνικος, γιος του Αρέτα και της Αυτονόης. Από παιδί δείχνει εξυπνάδα, περιέργεια και ιδιαίτερη έφεση στις κατασκευές. Η φωτιά τον συναρπάζει και περνάει ώρες προσπαθώντας να καταλάβει τη σχέση της με το νερό. Μετά από ένα άτυχο πείραμα που κατακαίει το κτήμα της οικογένειάς του, ο πατέρας του τον στέλνει μαθητευόμενο στον Παίονα, δίπλα στον οποίο θα μάθει την τέχνη της ναυπηγικής. Όταν οι Άραβες καταλαμβάνουν την πόλη του, ο 17χρονος πλέον Κάλλης πουλιέται σκλάβος και καταλήγει βοηθός μάγειρα σε μια μεγάλη έπαυλη πέρα από την έρημο. Εκεί θα γνωρίσει τη Δανάη, μια Ελληνίδα από την Αλεξάνδρεια και θα αρχίσει να πειραματίζεται με υλικά όπως η νάφθα και το πετρέλαιο. Λίγο πριν απελευθερωθεί, βρίσκει τυχαία μια περγαμηνή με τη συνταγή για το άσβεστον πυρ. Επιστρέφοντας στον τόπο του κληρονομεί το ναυπηγείο, υποχρεώνεται όμως σύντομα να διαφύγει για την ελεύθερη Αμμόχωστο. Όταν η αραβική λαίλαπα καταπίνει και την Κύπρο, ο Καλλίνικος μεταναστεύει στη Σμύρνη και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου η φήμη για την τέχνη του έχει ήδη φτάσει στα αφτιά του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος Δ' Πωγωνάτος τον δέχεται σε ακρόαση και του αναθέτει τον εκσυγχρονισμό του βυζαντινού στόλου. Έτσι, όταν στα 678 μ.Χ. οι Άραβες επιχειρούν να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα, τους περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος
ISBN: 978-960-03-0156-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (επανέκδοση 2011)
Σελίδες: 120
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Βραβευμένο διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που μας ταξιδεύει στους «σκοτεινούς αιώνες» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με απλότητα, σαφήνεια και βασιζόμενος περισσότερο στην αφηγηματική του δεινότητα παρά στις -έτσι κι αλλιώς ελάχιστες- ιστορικές πληροφορίες, ο Χάρης Σακελλαρίου μας προσφέρει ένα κείμενο όμορφο και ταυτόχρονα ωφέλιμο, μια ιστορία που χαίρεται κανείς να διαβάζει. Μέσα από 14 μικρά κεφάλαια (έκτασης 4-14 σελίδων) και με αμείωτη ροή στην πλοκή, παρακολουθούμε τη ζωή του ήρωα και ταυτιζόμαστε αβίαστα με την οπτική του. Συμπάσχουμε μαζί του και νιώθουμε την αγωνία των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, καθώς ο αραβικός κλοιός τους περισφίγγει. Διατηρώντας ήπιους τόνους και ξετυλίγοντας το νήμα ενός ενδιαφέροντα μύθου, το βιβλίο αυτό παρά τα 30 του χρόνια μπορεί να «μιλήσει» και στους σύγχρονους αναγνώστες. Το προτείνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα στους μαθητές των μεσαίων και μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και πιστεύουμε πως οι λάτρεις της ιστορικής περιπέτειας θα το βάλουν στην καρδιά τους.

  • Συναρπαστική ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα
  • Στοιχεία για την καθημερινότητα στη βυζαντινή εποχή
  • Ενδιαφέρων πρωταγωνιστικός χαρακτήρας 
  • Λιτή λογοτεχνικότητα, ήπιοι τόνοι, αποφυγή εύκολων λύσεων


  • Απουσία βιβλιογραφίας, λεξιλογίου, βοηθητικού χάρτη

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Επιστήμη - Τεχνολογία, Οικογένεια, Εκπαίδευση, Επιμονή, Δουλεία, Φωτιά

Εικονογράφηση
Συναντάμε περίπου δέκα ασπρόμαυρες ζωγραφιές του σκιτσογράφου Στάθη, που μπορεί να μην προσθέτουν ιδιαίτερη αξία στο έργο, εκπληρώνουν όμως τον συνοδευτικό τους ρόλο και είναι σίγουρα εντός κλίματος.
Απόσπασμα
Σε δύο βδομάδες η πληγή στο μάγουλο του Κάλλη έκλεισε. Κι έβγαλε πια τώρα το μαντίλι. Ήταν όμως το μάγουλό του αυτό, το αριστερό, ακόμα κοκκινωπό, με μιαν επιδερμίδα λεπτή και γυαλιστερή.

- Πήγες να σημαδευτείς, του έλεγε ο πατέρας του. Τον πήρε έν’ απόβραδο που σχόλασε κάπως νωρίς απ’ τη δουλειά του και τράβηξαν κατά το ναυπηγείο. Βρισκόταν στην άκρη της πόλης το ναυπηγείο και ήταν τριγυρισμένο ολόγυρα από ψηλό τοίχο.

Μπήκαν μέσα από τη μεγάλη φαρδιά του πύλη. Ένας κόσμος αλλιώτικος βρισκόταν πίσω απ’ αυτό τον τοίχο: κάθε είδους ξύλα, άλλα ακόμη άκοπα κι απελέκητα, έτσι όπως ήρθαν από τα κοντινά ρουμάνια και τα περιβόλια, άλλα πελεκημένα ή πριονισμένα κατά το σχέδιο που είχε βάλει με το νου του ο αρχιτεχνίτης, ο πρωτομάστορας του ναυπηγείου, βαλμένα τα πιο πολλά σε στοίβες και ντάνες, αλλά και πεταμένα αρκετά εδώ κι εκεί σαν ξεχασμένα ή παραπεταμένα. Και πελεκούδια και σκοινιά αφημένα στους διαδρόμους και στις γωνίες, και μια μυρουδιά από ρετσίνι και πίσσα, που σου κεντούσε επίμονα τα ρουθούνια.

Και να, σκαριά καραβιών κοντά στη θάλασσα, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα μόλις αρχινισμένα, Κι ένα καράβι εκεί στη μέση, μεγάλο, έτοιμο, με το κερατάριον και τα ιστία του, με τα κουπιά και το δοιάκι του, έτοιμο να ξεκινήσει.

Κι ανάμεσα εκεί ο κόσμος ο ζωντανός του ναυπηγείου, τεχνίτες και βοηθοί, άλλοι μ’ εργαλεία στα χέρια κι άλλοι δίπλα τους να βοηθούν, να κουβαλούν μαδέρια, σανίδες ή δοκάρια, ή να στηρίζουν κάποιο ξύλο με τα δυνατά τους μπράτσα. Κι όλοι δοσμένοι, αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, που αυτή την ώρα βρισκόταν στο τέλος της.

Μα ο πρωτομάστορας δε φαινόταν. Ο Αρέτας πλησίασε έναν τεχνίτη και τον ρώτησε:

- Εδώ είναι ο πρωτομάστορας;

- Ναι, εδώ είναι, του απάντησε κουρασμένα εκείνος. Και σηκώνοντας το κεφάλι και δείχνοντας κατά το μεγάλο καινούριο καράβι, του λέει:

- Να τος.

Αλήθεια, ο πρωτομάστορας ανέβηκε κείνη τη στιγμή πάνω στην πρύμη του μεγάλου καραβιού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο ξύλινο πήχη. Τον σήκωσε ψηλά κι ακούστηκε να λέει με φωνή δυνατή, για να τον ακούσουν οι πιο πολλοί μέσα στο ναυπηγείο.

- Τέλος για σήμερα!... Αύριο πάλι…

Ήταν ζεστή και καλοσυνάτη η φωνή του πρωτομάστορα κι αυτό έδωσε κάποιο θάρρος στον Κάλλη. Το καταλάβαινε πως όλος αυτός ο κόσμος εκεί μέσα, τεχνίτες και βοηθοί, απ’ αυτόν έπαιρναν οδηγίες κι ό, τι αυτός πρόσταζε αυτό και γινόταν. Και το έβλεπε πως σε λίγο, αν το θελήσει, βέβαια, θα μπει κι αυτός στη δούλεψή του και θα γίνει ένας απ’ αυτούς τους εργάτες και βοηθούς ή και τους τεχνίτες του ναυπηγείου.

Σε λίγο το ναυπηγείο άδειασε. Τεχνίτες κι εργάτες και βοηθοί, αφού έβαλαν τα εργαλεία τους στην αποθήκη, βγήκαν από την πύλη και τράβηξαν για τα σπίτια τους. Έμειναν οι δυο φύλακες, που κοίταζαν να ταχτοποιήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα τα διάφορα σκόρπια μικροπράγματα του ναυπηγείου.

Ο πρωτομάστορας κατέβηκε απ’ το καράβι κι ήρθε κοντά τους. Γνωρίζονταν με τον πατέρα του Κάλλη και πολλές φορές τον καλούσε να του κάνει καμιά δουλειά.

- Τι έχουμε; τον ρώτησε.

- Έχουμε παιδιά κι υποχρεώσεις, του απάντησε ο Αρέτας.

- Και τούτος δικός σου είναι;

- Το στερνοπαίδι. Και λέω να τον βάλω κάπου κι αυτόν, να μάθει καμιά τέχνη, να γλιτώσει λίγο απ’ το δικό μου τον παιδεμό.

- Τέχνη…

Ο πρωτομάστορας κοίταξε για μια στιγμή ολόγυρα.

- Ακύλα! φώναξε σ’ έναν από τους φύλακες. Σβήσε εντελώς τη φωτιά και σκέπασε το κατράμι.

Ύστερα περιεργάστηκε τον Κάλλη. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το σγουρό κεφάλι.

- Ώστε τέχνη, λοιπόν…

Ύστερα πρόσεξε το μάγουλό του.

- Εδώ τι πάθαμε;

- Μια μικρή κακοτυχιά. Καλά που δεν έπαθε κάνα κακό πιο μεγάλο… Πήρε φωτιά το περιβόλι. Άσ’ τα. Τέλος πάντων… Γι’ αυτό είπα: μακριά από τη φωτιά! Είναι θεριό ανήμερο. Τράβα εκεί που ξέρεις πως έχεις δίπλα σου το νερό. Δεν μπορείς να την πολεμήσεις αλλιώς, βουτάς μέσα και γλιτώνεις.

- Μα κι αυτή είναι θεριό και σε πνίγει.

- Το ξέρω. Και ξέρω ακόμα πως δεν έχει μπέσα αλλά, τέλος πάντων, είναι κάτι αλλιώτικο… Λοιπόν, είπα να τον φέρω εδώ, κοντά σου, κοντά στη θάλασσα, να της φτιάνει στολίδια, καράβια και κάθε λογής πλεούμενα, και να την καλοπιάνει, κι έτσι και από τη μια να γλιτώνει και με την άλλη να τα ‘χει καλά.

- Μα κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τη φωτιά. Ψήνουμε τα ξύλα, τα μαλακώνουμε βράζουμε πίσσα και κατράμι για καλαφάτισμα…

- Παίρνετε τα μέτρα σας όμως…

- Ναι, ναι, βέβαια. Ώστε… ναυπηγός. Μα θέλει μπράτσα γερά και πλάτες και μάτι να κόβει…

- Όσο γι’ αυτό το τελευταία, να μου το θυμηθείς πως δε θα το μετανιώσεις. Αν πάλι δεις πως δε σου κάνει, στείλε μού τον πίσω. Κάπου θα τον βολέψω.

- Καλά, καλά… Από Δευτέρα μπορεί να ‘ρθει…

Κι ο πρωτομάστορας χτύπησε ελαφρά, χαϊδευτικά τον Κάλλη στις πλάτες και τους ξεπροβόδισε και τους δυο ως την έξοδο. Ο φύλακας έκλεισε πίσω τους τη διπλή φαρδιά πύλη. Κίνησαν για το σπίτι. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Η Δευτέρα ήρθε γρήγορα. Πρωί πρωί, απάνω που έπαιρνε να γλυκοχαράξει, ο Κάλλης αισθάνθηκε κάτι να τον σκουντά. Άνοιξε τα μάτια. Ήταν ακόμα σκοτεινά μες στο δώμα και δεν κατάλαβε ποιος τον σκουντούσε. Μα ένιωσε αμέσως κοντά στο μάγουλό του τη ζεστή ανάσα της μητέρας του κι άκουσε σιγανή, απαλή τη φωνή της:

- Σήκω Κάλλη… Σήκω, παιδί μου… Ο πατέρας σου σε περιμένει.

Έτριψε τα μάτια και πετάχτηκε αμέσως πάνω. Ετοιμάστηκε γρήγορα, ήπιε λίγο ζεστό γάλα και ξεκίνησε. Η μητέρα του τον σταμάτησε στην πόρτα, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και στα δυο μάγουλα και τον ξεπροβόδισε λέγοντάς του:

- Με την ευχή μου, παιδί μου. Κι ο Θεός μαζί σου.

Κι ο Κάλλης πήρε το δρόμο για το ναυπηγείο πλάι στον πατέρα του, που περπατούσε σιωπηλός. Η πρωινή δροσιά του χάιδευε το πρόσωπο, έμπαινε στο στήθος του, τον γέμιζε με μιαν αλλιώτικη χαρά. Μια νέα ζωή άρχιζε γι’ αυτόν.
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, το έργο βασίζεται περισσότερο στη μυθοπλαστική δεινότητα του συγγραφέα και λιγότερο στα γεγονότα που παραδίδονται από τις πηγές. Κάποια από τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε σήμερα για τον Καλλίνικο, αντλούνται από τον Θεοφάνη τον Ομολογητή. Στην εικόνα που ακολουθεί, τονίζεται με κίτρινο χρώμα μια σχετική παράγραφος από τη Χρονογραφία του.
https://play.google.com/books/reader?id=PyIAAAAAYAAJ&printsec=frontcover&output=reader&authuser=0&hl=el&pg=GBS.PA542
Απόσπασμα για τον Καλλίνικο από τη Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή

Στο απόσπασμα που παραθέτουμε από το βιβλίο, αναφέρεται ότι το ναυπηγείο όπου ο πατέρας Αρέτας οδήγησε τον Καλλίνικο ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, ήταν στην άκρη της πόλης. Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει συμβεί στην πραγματικότητα, καθώς η Ηλιούπολη της Κοίλης Συρίας (σημερινό Baalbek του Λιβάνου) δεν ήταν πόλη παραθαλάσσια. Για του λόγου το αληθές μπορείτε να συμβουλευτείτε στη wikimapia τη θέση των αρχαίων ερειπίων της ή να κοιτάξετε τον χάρτη που ακολουθεί. Η απόσταση της πόλης σε ευθεία από την κοντινότερη θάλασσα (جونيه ή Jounieh Bay) είναι 51,7 χλμ και περνάει από υψίπεδα και ερήμους.
Η σύνθεση του υγρού πυρός παραμένει ένα μυστήριο για τους σύγχρονους μελετητές, καθώς η συνταγή για την κατασκευή του χάθηκε μέσα στους αιώνες. Μια πλήρη παρουσίαση για την ιστορία και τη χρήση του, μπορείτε να διαβάσετε εδώ ενώ σε αυτό το βιβλίο του Παντελή Καρύκα το βρίσκουμε να εντάσσεται σε μια γενικότερη παρουσίαση των "μυστικών" όπλων της αρχαίας και βυζαντινής τεχνολογίας. Η θαυματουργή φόρμουλα του Καλλίνικου έσωσε σε πολλές περιστάσεις το Βυζάντιο από τις επιθέσεις Αράβων και Ρώσων, ενώ φαίνεται πως η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν από τον Φραγκίσκο Φλαντανέλα λίγες μέρες πριν την άλωση· η παραγωγή του ωστόσο σε κείνα τα χρόνια ήταν πια περιορισμένη, καθώς η απώλεια των ανατολικών επαρχιών είχε στερήσει το βυζαντινό ναυτικό από τις απαραίτητες πρώτες ύλες. 

Οι περισσότεροι ξένοι συγγραφείς (όπως ο J.R. Partington) το αναφέρουν ως greek fire, ταυτίζοντάς το με διάφορα άλλα εύφλεκτα σκευάσματα της εποχής, τα οποία χρησιμοποιούσαν στόλοι όπως ο Αραβικός ή ο Ινδικός. Το ότι αντίστοιχα υλικά ήταν ήδη γνωστά σε λαούς της ανατολής, οδηγεί στην υπόθεση ότι η τελειοποίηση του υγρού πυρός από τον Καλλίνικο (που όπως διαβάζουμε σε άρθρο του Γεωργίου Τσούτσου το έκανε άσβεστο) δεν μπορεί να άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα στον ναυτικό αγώνα. 

Ένα ολιγόλεπτο βίντεο για το υγρό πυρ μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ, ενώ μια σχετική παρουσίαση για την τάξη μπορείτε να βρείτε εδώ. Περισσότερες πληροφορίες για το βυζαντινό ναυτικό γενικότερα θα διαβάσετε στη σελίδα της ψηφιακής τάξης απ' όπου και η εικόνα του χελάνδιου που ακολουθεί. Μια εμπεριστατωμένη επιστημονική ομιλία με θέμα Byzantium and the Sea: Archaeological and Iconographic Evidence for Maritime Activities in the Byzantine Era θα δοθεί από την Δρ. Κατερίνα Δελλαπόρτα αύριο 16 Απριλίου και ώρα 19.00 στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Παρθενώνος 14, Κουκάκι).

Χρήση στην Τάξη
Στη σελίδα 77 ο Καλλίνικος βρίσκει μια μικρή περγαμηνή από μαλακό γκριζόασπρο δέρμα, τυλιγμένη κυλινδρικά. Τα μάτια του αστράφτουν. Η περγαμηνή είναι γραμμένη στα ελληνικά. Η καρδιά του φτεροκοπάει. Ω, ναι, είναι μια άλλη φωνή τούτη εδώ, μια φωνή που έρχεται απ' τα βάθη της φυλής του. Τη γνωρίζει, την έχει μάθει εκεί στη μακρινή πατρίδα του, την Ηλιούπολη. Δεν αισθάνεται πια χαμένος στην άβυσσο. Του παραστέκουν όλοι οι πρόγονοι κι όσοι απ' τους συμπατριώτες του ζουν. Πιάνει με λαχτάρα να τη διαβάσει. Αφού η σκηνή αποδοθεί με παντομίμα, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια συζήτηση για την συναισθηματική αξία που ένα μικρό σημείωμα είναι δυνατόν να έχει για έναν μετανάστη. Πώς νιώθουν άραγε τα παιδιά της τάξης που κατάγονται από άλλες χώρες όταν διαβάζουν κάποιο κείμενο στη μητρική τους γλώσσα; Οι φίλοι των κατασκευών, μπορούν να δημιουργήσουν μικρές περγαμηνές κιτρινίζοντας χαρτί και καίγοντας τις άκρες του για να φαίνεται πολυκαιρισμένο. 

Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι η γραφή αποτελεί τον κώδικα που κάνει τη διαφορά για τους ανθρώπους, μεταφέροντας απίστευτο όγκο πληροφοριών και εμπειριών από τη μία γενιά στην άλλη. Το συγκεκριμένο σημείωμα που αναφέρεται στο παραπάνω απόσπασμα περιείχε πληροφορίες για το άσβεστον πυρ με την υπογραφή του Πρόκλου, του Αθηναίου φιλοσόφου που (επί Αναστασίου Α') εφηύρε τα θαλάσσια φλογοβόλα για να αντιμετωπίσει το 515 μ.Χ. τον στόλο του στασιαστή Βιταλιανού. 
Περγαμηνή (πηγή)

Στη σελ. 14 του βιβλίου, ο μικρός Κάλλης στέλνεται με χίλιες θυσίες σε έναν γραμματιστή για να μορφωθεί. Όμως η δημιουργική του σκέψη (χάρη στην οποία επινοεί έναν νέο τρόπο να σβήνει το αβάκιο με τη γλυφίδα) «ανταμείβεται» με δύο ξυλιές σε κάθε χέρι! Σχετικά με την σωματική βία που ασκούσαν οι εκπαιδευτές στο Βυζάντιο, διαβάζουμε εδώ (σ.24) ότι τα ραπίσματα στα παιδιά όχι απλώς θεωρούνταν φυσιολογικά, αλλά συνοδεύονταν και από μαστίγωμα(!), φτύσιμο, τράβηγμα μαλλιών, μουτζούρωμα με μελάνι, κ.ά. Συχνά η σκληρότητα και η αυστηρότητα ενός δασκάλου συνιστούσε την καλύτερη διαφήμιση και λειτουργούσε υπέρ του στις προτιμήσεις των γονέων! Μπορούν άραγε οι μαθητές μας να γράψουν στην παραπάνω περγαμηνή μια χιουμοριστική διαφήμιση δασκάλου της Βυζαντινής εποχής;
Το σχολείο στο Βυζάντιο (πηγή)
Στο μάθημα των Θρησκευτικών, θα μπορούσαμε να κάνουμε συζήτηση γύρω από το ζήτημα της δουλείας, που ο συγγραφέας έχει θίξει σε πολλά έργα του. Ποια είναι άραγε τα συναισθήματα του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του για να βρεθεί σκλάβος σε κάποιον ξένο τόπο;  Μια και λίγες μόλις μέρες έχουν περάσει από την 25η Μαρτίου, ίσως μπορούμε να αντλήσουμε κάποια στοιχεία από μια επιστολή του Αυστριακού πρεσβευτή Άντον Πρόκες φον Όστεν που μιλάει για ένα ταξίδι του στην Αίγυπτο την άνοιξη του 1827:

Στις 12 Μαρτίου πήγα έφιππος στο Μπούλακ, το κάτω λιμάνι του Καΐρου, για να αναχωρήσω με το πλοίο (...) Απέναντί μου, στη γωνιά της πύλης ενός καφενείου, καθόταν σταυροπόδι μια κοπελίτσα, δίπλα σ' έναν γέροντα Τούρκο που κάπνιζε το τσιμπούκι του, βουβός και με το βλέμμα ριγμένο μπροστά του. Παράγγειλα ένα φλυτζάνι καφέ και η ματιά μου έπεσε πάνω στο κοριτσάκι που με ατένιζε με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του. Παρατήρησα πως δεν ήταν πια παιδάκια παρά ένα κοριτσόπουλο 16 ή 17 χρονών. Το λευκό χρώμα του προσώπου του, η έκφραση των ματιών, ο τρόπος των κινήσεων και η συμπεριφορά του μ' έκαναν να μαντέψω πως ήταν Ελληνίδα. 
- «Είναι η σκλάβα σου;» ρώτησα τον γέρο
- «Ναι!»
- «Την πουλάς;»
- «Ναι». 
- «Από ποια χώρα είναι;»
- «Από το Μεσολόγγι», απάντησε η κοπελίτσα και σηκώθηκε. 

Είχε ένα αρχοντικό παράστημα που έδειχνε ότι είχε υποφέρει, αλλά ή νιότη της είχε ξεπεράσει τις στενοχώριες και την κακομεταχείριση. 

- «Είναι γερό παιδί», είπε ο γέρος. «Την έφεραν πριν από λίγο από το Μεσολόγγι, την πηγαίνω στο παζάρι στο Ταντάμπ. Δωσ' μου πέντε πουγκιά, και την παίρνεις.»
-«Πέντε πουγκιά;» απάντησα. «Τι είν' αυτά που λες; Κατέβασ' την τιμή!»

Είχα μόνο 100 τάληρα και το ταξίδι απλήρωτο για την Αλεξάνδρεια, αλλά ήμουν αποφασισμένος να πληρώσω το ποσό που ζητούσε. 

- «Αγόρασέ με», μου είπε στα ελληνικά το κορίτσι και τα δάκρυα φάνηκαν στα φωτεινά της μάτια. 
- «Μια τελευταία λέξη», φώναξα στον γέρο. «Σου δίνω 100 τάληρα και μάλιστα αμέσως. Θα μου αφήσεις το κορίτσι με τα ρούχα που φοράει»

Ο γέρος σιωπούσε.

- «Κράτα και τα ρούχα, αν σ' ενδιαφέρουν. Δεν αξίζουν ούτε 20 πιάστρα», είπα. 
Ο γέρος έμενε ανένδοτος. Το κορίτσι έκλαιγε και δεν ήθελε να μ' αφήσει. Οι ναύτες φώναζαν και σήκωναν άγκυρα. Έπεσα πάνω στο χαλί στην κάμαρά μου κι όλη τη νύχτα στεκόταν μπροστά στην ψυχή  μου η ευγενική μορφή της Μεσολογγιτοπούλας μ' ένα αδυσώπητο κατηγορώ.


Share/Bookmark

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Όταν οργίζεται η γη

Υπόθεση
Μια παρέα τριών αγοριών και τριών κοριτσιών που κάνει διακοπές στη Σαντορίνη, ανακαλύπτει σε υποθαλάσσια σπηλιά μια πυξίδα της μινωικής εποχής που κρύβει ένα περιδέραιο. Η Ειρήνη φοράει το κόσμημα και στον μεσημεριανό της ύπνο βλέπει ένα παράξενο όνειρο που την μεταφέρει στην αρχαία Θήρα! Όταν ξυπνάει το διηγείται στους φίλους της, που αποφασίζουν να συνεχίσουν την ιστορία από εκεί που την σταμάτησε. Κάθε ένας από τους έξι νέους γράφει ένα κεφάλαιο.

Στην ιστορία που δημιουργούν, ηρωίδα είναι η Αθηναία Πριήνη, που φιλοξενείται από την οικογένεια του αρχιερέα της Σαντορίνης Άττη. Ζώντας στο παλάτι του, η νεαρή επισκέπτης γνωρίζει τα έθιμα και τις συνήθειες των ντόπιων, τις αντιδικίες τους, αλλά και τη σχέση τους με το ηφαίστειο που σύντομα θα απειλήσει την ίδια τους την ύπαρξη.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Νίτσα Τζώρτζογλου
Εικονογράφηση: -
ISBN: 978-960-04-0316-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 1978
Σελίδες:155
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Μυθιστόρημα φαντασίας και ιστορικής μυθοπλασίας, που μας ξεναγεί στον προϊστορικό πολιτισμό της Θήρας με βάση τις θεωρίες της δεκαετίας του '70 και τα μέχρι τότε αρχαιολογικά ευρήματα. Με γλώσσα πλούσια σε καλολογικά στοιχεία, ωραίες περιγραφές αλλά πλοκή που δύσκολα θα συγκινήσει τους σημερινούς μαθητές, η συγγραφέας επιχειρεί να μας ταξιδέψει στο 1613 π.Χ., έτος που το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη. Το βιβλίο χωρίζεται σε 11 κεφάλαια μετρίου μεγέθους (3-20 σελίδων, συνήθως γύρω στις 14) ξετυλίγει την ιστορία του σε αργούς ρυθμούς, ενώ κάποιες φορές οι υπερβολές δεν αποφεύγονται (όπως στη σκηνή του μαχαιρώματος του Ίναχου). Στο τελευταίο κεφάλαιο η έκρηξη του ηφαιστείου οδηγεί σε ραγδαίες εξελίξεις και κάνει την αφήγηση αρκετά πιο δυναμική. Εικονογράφηση δεν υπάρχει, περιλαμβάνονται όμως δύο δισέλιδα με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από ευρήματα που η συγγραφέας εντάσσει με τρόπο στο διήγημα. Παρά τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουν σε κάποια σημεία του βιβλίου, οι φίλοι της ιστορίας και της αρχαιολογίας αξίζει να δώσουν στο βιβλίο αυτό μια ευκαιρία.

  • Πολλά στοιχεία για τον πολιτισμό της Θήρας
  • Περιγραφές πλούσιες σε καλολογικά στοιχεία
  • Έξυπνα συγγραφικά τεχνάσματα

  • Ύφος γραφής που δύσκολα συγκινεί τους σύγχρονους νέους
  • Πλοκή κινείται σε αργούς ρυθμούς
  • Η ιστορική ακρίβεια κάποιων θέσεων αμφισβητείται

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Υπευθυνότητα, Εξουσία, Ιστορία - Αρχαιολογία, Αρχαιοκαπηλία, Σεισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν η Πριήνη παρακολουθεί με αγωνία τον Πελασγό να σαμποτάρει τη φλόγα στο Ιερό της Μητέρας Γης (σ.97-98) και βέβαια όταν η έκρηξη του ηφαιστείου διακόπτει την γιορτή (σ.127-129).

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Οι μέρες που ακολούθησαν το σαλπάρισμα του τελευταίου πλοίου απ’ τη Στρογγύλη, περνούσαν εφιαλτικές. Μια χούφτα κόσμος είχε απομείνει πια στη ρημαγμένη πολιτεία. Άλλοι τόσοι και λιγότεροι θα είχαν ξεμείνει στα χωριά, σε χτήματα. Και πού ξέρεις; Μπορεί να είχαν φύγει από την ανατολική παραλία. Το ηφαίστειο είχε αποκόψει κάθε επικοινωνία με την άλλη μεριά του νησιού.

Ο Άττης όλο και περίμενε, όλο κι έλπιζε πως κάποιο πανί θα φαινότανε, κάποιο πλοίο θα παραλάβει και τους υπόλοιπους κατοίκους να τους οδηγήσει στη σιγουριά. κι αν το ηφαίστειο είχε ξοδέψει τη μανία του; Αν καταλάγιαζε; Τότε θα γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Πώς θα το ήθελε! Πώς λαχταρούσε να χαρεί τα παιδιά των παιδιών του, να τα πάρει από τα τρυφερά τους χεράκια να τα πάει στο Ιερό Άντρο, όπως άλλοτε τον Λίνο και την Οινόη!

Με πονεμένο ξάφνιασμα γύρισε στο σήμερα… Η πολιτεία είχε γίνει ακατοίκητη. Οι ελαφρόπετρες που σφεντονιζόντανε με δύναμη απ’ τον κρατήρα πέφτανε σα βροχή στις σκεπές, στα πλατώματα, στους δρόμους. Είχανε σχηματίσει παχύ στρώμα που έτριζε απαίσια κάτω από τα πόδια των τολμηρών που κάνανε την αποκοτιά να ξεμυτίσουν από τα ερείπια. Να είσαι ξιπόλητος ήταν πια άχρηστο κι επικίνδυνο. Το χώμα έκαιγε τόσο, που οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να δέσουν τα πόδια με κουρέλια. Η σκωρία και το θειάφι κάνανε τον αγέρα μολυσμένο και δύσκολο στην αναπνοή. Η ζέστη έγινε ανυπόφορη. Διάπυρες μάζες τέφρας σφιχτές και μεγάλες σαν κοτρόνια, τιναζόντανε μ’ απίστευτη δύναμη σπρωγμένες από τ’ αέρια της κάθε έκρηξης και σκάγανε πάνω στα σπίτια σκορπίζοντας φλόγες κι όλεθρο. Τα πλοκάμια της λάβας, κοκκινόχρυσα στην ατέλειωτη νύχτα της τέφρας που είχε σβήσει τον ήλιο, κυλούσαν αργά κι απειλητικά στις πλαγιές καίγοντας καθετί στο φλογισμένο διάβα τους. Ήτανε σα να λέγανε μ’ ανατριχιαστικό τσίριγμα:

- Εδώ είμαστε! Δε μας γλιτώνετε. Όπου και να’ ναι τα φλογάτα νύχια μας θα μπηχτούν στις σάρκες σας. θα σας κάψουμε, θα σας αφανίσουμε, θα σας καταπιούμε!

Τα πάνω πατώματα των σπιτιών είχαν γκρεμίσει Τα περάσματα γέμισαν τούβλα και χαλάσματα. Τα πλακόστρωτα είχαν υποχωρήσει. Τα πιθάρια με τις σοδειές, τσακισμένα απ’ τις βαριές πλάκες που τα κουκούλωσαν, άφηναν τα γεννήματα να ξεχύνονται στις σκόνες. Το χειρότερο ήταν οι ζημιές στις στέρνες. Είχαν ραγίσει από το αδιάκοπο τράνταγμα, αφήνοντας το πολύτιμο νερό να πηγαίνει χαμένο.

Στον ανταριασμένο κάμπο τ’ ουρανού τ’ αστροπελέκια, ποτάμια με χιλιάδες παραπόταμα, γράφανε το πύρινο, αστραπιαίο διάβα τους, αφήνοντας στα θαμπωμένα μάτια μαύρα αχνάρια. Η φωτιά, από το ανοιχτό στόμα του κρατήρα είχε ξεπηδήσει στα σύννεφα και συνέχιζε το λυσσομανητό της. Το στερέωμα μούγκριζε λες κι ήθελε να παραβγεί τα μουγκανητά της γης.

- Μας μάχεται το βουνό, μας οχτρεύεται ο ουρανός; Πού θα βρούμε παρηγοριά;

Μετά ερχότανε η βροχή. Η καταιγίδα έδερνε αλύπητα το νησί, μα δεν της ήταν βολετό να σβήσει τη φλόγα που έκαιγε στα σπλάχνα του.

- Λίγο νερό! λίγο νεράκι!

Οι συφοριασμένοι άνθρωποι βγαίνανε με τα κύπελα στα τεντωμένα τους χέρια να μαζέψουν βροχή. τα φέρνανε με λαχτάρα στα χείλη και τα τραβούσαν αηδιασμένοι. Η πηχτή λάσπη βρομούσε θειάφι. τότε, με κίνδυνο να ζεματιστούν, πλησίαζαν τα χάσματα που τίναζαν πίδακες νερού με την ελπίδα να μαζέψουν λίγο, να το κρυώσουν, να ξεγελάσουν τη δίψα που τους έκαιγε. Ήτανε πιο βρόμικο και πιο γλυφό από το βρόχινο, με την ίδια αηδιαστική μυρουδιά!

Όλοι κοιτούσαν τον Αρχιερέα στα μάτια περιμένοντας συμβουλή και σωτηρία. Ο Άττης ένιωθε την ευθύνη – ασήκωτη ακόμα και για τους τεράστιους ώμους του – να τον συντρίβει. Πώς να βοηθήσει; Την κάθε στιγμή οι νησιώτες πάλευαν με χίλιους κινδύνους. Άλλοι καίγονταν, άλλοι παγιδεύονταν κάτω από ερείπια, άλλοι αρρώσταιναν από την τέφρα που ερέθιζε μάτια και δέρμα. Πάνω απ’ όλα, διψούσαν!

«Η στέρνα! Η μεγάλη στέρνα της ακρόπολης! Αν δεν έχει ραγίσει…» σκέφτηκε ο Άττης, και, σε μια από τις μετρημένες στιγμές ηρεμίας, μάζεψε το λαό. τους μίλησε. Φτάσανε λαχανιασμένοι, αποκαμωμένοι, κουβαλώντας φτωχικά μπογαλάκια. Στα πρώτα βήματα τα πέταξαν. κοιτώντας να γλιτώσουν τη ζωή τους. Το κοπάδι, κυνηγημένο από φωτιά και τέφρα, από ελαφρόπετρες και ζεματιστούς ατμούς, άνοιγε δρόμο για τη μακρινή ακρόπολη. Παρεκτός από νερό, στα χοντρά τείχη της ο Άττης έλπιζε να τους προσφέρει προστασία.

Ο δρόμος ήτανε πολύς κι η λαχτάρα τον έκανε ατέλειωτο. Δρασκελώντας ερείπια, πηδώντας χάσματα, προσπερνώντας σκοτωμένους χωρίς καν να τους βλέπουν, κυνηγημένοι από την ανάσα του καμινιού που ρέκαζε, οι νησιώτες τρέχαν μπροστά απ’ τον Αρχιερέα τους. Ο Πελασγός έτρεχε κι αυτός. Τι να σκεφτότανε άραγε τούτη την ώρα του αφανισμού; τούτη την ώρα που η ζωή του βρέθηκε στα χέρια του ανθρώπου που τόσο μίσησε;

Ο Άττης δεν είχε καιρό για έχθρητες. Πάντα έβλεπε τον αντίπαλό του σαν ένα δυστυχισμένο. Τώρα, ούτε που τον έβλεπε. Νοιαζότανε να σώσει ψυχές! Αν βρίσκανε νερό…

Ξαφνικά το βουνό, σα να κατάλαβε πως η στερνή του λεία πάει να του ξεγλιστρήσει, θύμωσε για τα καλά. Έσφιξε τη θανατερή τανάλια του. Η γης τραντάχτηκε κι οι άνθρωποι, με φυλλοκάρδι τρεμάμενο από το άγριο κι αδάμαστο μουγκρητό της φύσης, σωριάστηκαν…

- Μη σταματάτε! Γρήγορα… Γρήγορα! Μόλις κι ακουγότανε η φωνή του Άττη. Η χούφτα των κυνηγημένων βάλθηκε να τρέχει ξετρελαμένη, σκουντουφλώντας, πέφτοντας. Πίσω τους τ’ απλωμένα χέρια του Αρχιερέα, πάσκιζαν να τους προφυλάξουν σαν τα φτερά της κλώσας που προστατεύουν τα κλωσόπουλα απ’ τα όρνια. Πιο πίσω, η φωτιά…

Ξάφνου η γη με φοβερό πάταγο, σκίστηκε κάτω πα’ τα πόδια τους. Όσοι έπεσαν στο χάσμα δεν ξαναφάνηκαν.

- Από δω! Από δω! ούρλιαζε ο Άττης.

Μετρημένοι ήταν οι δύστυχοι που φτάσανε στην ακρόπολη. Τα τείχη, στεριοχτισμένα μ’ αγκωνάρια θεόρατα, βρισκότανε μακριά από το ηφαίστειο. Δίνανε κάποια ελπίδα… Αφανισμένοι, χωρίς δύναμη, χωρίς πνοή, οι φυγάδες χώθηκαν στην προστασία τους. Ο Άττης τους μέτρησε. Ένιωσε πόνο στην καρδιά. Η Αρεσάνα δεν ήτανε μαζί τους. Ούτε κι ο Πελασγός… Έκανε να ξαναβγεί, να τρέξει πίσω στο χάσμα. Σταμάτησε. Οι ζωντανοί τον είχαν πιότερη ανάγκη. κάτω από το κοκκινωπό φως της φωτιάς που λαμπάδιαζε πήγε στη δεξαμενή. Δεν είχε ραγίσει. Τουλάχιστον θα γλίτωναν τη δίψα. Σοδειές βρέθηκαν πιότερες απ’ ό, τι χρειαζότανε η χούφτα των μισοπεθαμένων φυγάδων.

Περιποιήθηκε τους πληγωμένους και τους γεροντότερους, τους συμβούλεψε να κλείσουν τις μύτες με μουσκεμένα πανιά, για να μη ρουφούν την αποπνικτική τέφρα και τη βρόμα, και ανέβηκε στον πύργο. Όχι πως μπορούσε να δει άλλο από τη μακρινή και θαμπή λάμψη του ηφαιστείου. Η πολιτεία μπροστά του δε φαινότανε, χαμένη σε σύννεφο σκόνης και σκοταδιού. Η τέφρα είχε σκεπάσει τον ήλιο και νόμιζες πως ήταν νύχτα βαθιά. Ποιος να το ’ξερε κι αν δεν ήταν! Ποιος είχε νου να λογαριάσει, ποιος νοιαζότανε;

Δυνατός βήχας έπνιξε τον Άττη. Ακόμα και για τα γερά πλεμόνια του και το πλατύ του στήθος, η τέφρα γινόταν ανυπόφορη. κατέβηκε στη στέρνα, μούσκεψε μεγάλο πανί, κι αφήνοντας μόνο τα μάτια έξω, το έδεσε γύρω απ’ το κεφάλι. Ξανανέβηκε. Τι περίμενε; Δεν θα ‘ξερε να το πει. Η γη βογκούσε, τα τείχη τρέμανε. Για πόσο θ’ άντεχαν; Αν σωριαζόντανε; αν έθαβαν τους ανθρώπους ζωντανούς; Δε σωριάστηκαν όμως.

Με πρωτάκουστο υποχθόνιο μούγκρισμα, καινούρια έκρηξη συντάραξε το νησί. Το τράνταγμα τον έριξε κατάχαμα. Τα μάτια του σκοτείνιασαν…. ανασηκώθηκε με προσπάθεια και κοίταξε από τη στενή πολεμίστρα.

- Θεοί!

Κάτω από το μανιτάρι που κόχλαζε πύρινο, το βουνό φάνηκε κολοβωμένο. Η κορφή του είχε κοπεί. Η μύτη του κώνου είχε βουλιάξει στο μανιασμένο χωνευτήρι, ενώ οι μικρότεροι κρατήρες παράστεκαν σαν αναμμένοι δαυλοί. Δεν πρόφτασε να συνέρθει από κατάπληξη και φρίκη, όταν χαλάζι ελαφρόπετρες βάλθηκε να δέρνει λυσσασμένα την ακρόπολη. Αντηχούσαν σαν ποδοβολητό αφηνιασμένων αλόγων, ταύρων, θεριών… ο Άττης δεν ήξερε να πει σαν τι. ζέστη αφόρητη άρχισε να τον πνίγει. Η πύρα από τις ελαφρόπετρες ήτανε τόση, που διαπερνούσε ακόμα και το χοντρό, νοτισμένο απ’ την υγρασία της θάλασσας τείχος.

- Κάτω! Τι γίνεται κάτω;

Περισσότερο κι απ’ τη λαχτάρα, ένιωσε τον τρόμο της μοναξιάς να τον τυλίγει. Θέλησε να βρεθεί ανάμεσα σ’ ανθρώπους. Ν’ αγωνιστεί, να πεθάνει μαζί τους. Πήγε να βγει, να κατέβει την πέτρινη σκάλα. Έξω από την πολεμίστρα, οι ελαφρόπετρες πέφτανε σα ζωντανός, πύρινος τοίχος. Η καυτή ανάσα τους τον ανάγκασε να πισωπατήσει. Ήταν αποκλεισμένος! Αποκλεισμένος κι ολομόναχος! Το τέλος… το τέλος έφτανε ανάμεσα σε μουγκρητά της γης και σε πέτρινη βροχή του ουρανού. Δεν είχε παρά να το περιμένει.. Καλύτερα όχι! Τράβηξε το ιερό, χάλκινο μαχαίρι της θυσίας απ΄ τη ζώνη του. Δοκίμασε με το δάχτυλο την κόψη…

Η λάμψη τον τύφλωσε, χίλιοι κεραυνοί τον κούφαναν, η γης έφευγε κάτω απ’ τα πόδια του. Έχασε τον εαυτό του…
Μια διαφορετική άποψη για τη μορφολογία της Θήρας πριν την έκρηξη του ηφαιστείου (πηγή).
Η επίσημη άποψη για την έκρηξη περιγράφεται πιο κάτω σε έξι στάδια.
Σχόλιο
Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά του Θηραϊκού πολιτισμού που συναντάμε στο μυθιστόρημα (ρουχισμός, κόμμωση, αγγεία, σκεύη, διατροφή) προκύπτουν από ευρήματα και τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Ακρωτήρι. Κάποιες φορές όμως κάνουν την εμφάνισή τους και στοιχεία χωρίς ιστορική βάση, όπως π.χ. ότι τον βασιλιά - αρχιερέα σε κάποιες περιπτώσεις εξέλεγε κάποια γερουσία (σ.66), ότι η απουσία των υποδημάτων ήταν υποχρεωτική (σ.79), ότι οι άνδρες δεν ήξεραν (σ.104) ή ήξεραν (σ.106) να μεταχειρίζονται όπλα, κ.ά. Η ευθύνη ωστόσο για τις αυθαίρετες αυτές πληροφορίες, δεν βαρύνει τη συγγραφέα. Χάρη στο έξυπνο τέχνασμα που χρησιμοποιεί, η αρχαία περιπέτεια δεν φτάνει στον αναγνώστη ως αποτέλεσμα εξαντλητικής ιστορικής έρευνας, αλλά ως γέννημα της φαντασίας έξι νέων, που ανέμελα παίζουν ένα λογοτεχνικό παιχνίδι, διασκεδάζοντας την πλήξη τους - κάπως σαν τους αριστοκράτες της εποχής του Διαφωτισμού. Το αρχικό τέχνασμα, με την Ειρήνη που κοιμάται και ταξιδεύει στο παρελθόν, δανείζεται η Κίρα Σίνου πέντε χρόνια αργότερα (1983) για την ιστορία Τα διαμάντια της μαϊμούς.
η ανασκαφή στο Ακρωτήρι
Σε σχέση με το ζήτημα των ανθρωποθυσιών, που στο μυθιστόρημα προβάλλονται ως κοινή πρακτική, έχουν ήδη γραφτεί αρκετά, ενώ στον βωμό της επιστημονικής αλήθειας έχει «θυσιαστεί» και μια καθηγητική έδρα (του αρχαιολόγου Γιάννη Σακελλαράκη). Όσο κι αν μας είναι ή όχι αρεστό, από τις ανασκαφές στα Ανεμόσπηλια, προκύπτει με σαφήνεια ότι για τον εξευμενισμό σείσμιων θεοτήτων, τέτοιες θυσίες αποτελούσαν πραγματικότητα. Για την αρχαία Θήρα βέβαια δεν έχουμε κάποια αντίστοιχα δεδομένα, όμως ο πολιτισμός της είναι έτσι κι αλλιώς μέρος του μινωικού - μυκηναϊκού. Άλλες ανασκαφές μάλιστα, όπως εκείνες στο Καστέλι Χανίων και την Ελεύθερνα, αλλά και γραπτές πηγές (βλ. εδώ), δείχνουν ότι άνθρωποι στον τόπο μας συνέχισαν να θυσιάζονται και στα κατοπινά χρόνια για διάφορους λόγους αν και σε διαρκώς μικρότερους αριθμούς. Σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμπολίδη, κάποιες από αυτές τις θυσίες δεν έχουν να κάνουν με μηνύματα προς τους θεούς αλλά απλώς με εκδίκηση:

«Δεν αναφερόμαστε σε ανθρωποθυσίες αλλά στο δίκαιο του πολέμου, σε τελετουργική εκδίκηση. Βρήκαμε δίπλα στην ταφική πυρά ενός πρίγκιπα, ο οποίος έχασε τη ζωή του στη μάχη, το σκελετό ενός άλλου άνδρα που πρέπει να ήταν δεμένος πισθάγκωνα. Εκεί ήταν και ένα μαχαίρι, ένα πελέκι, μία ακονόπετρα. Ίχνη του κρανίου του εντοπίστηκαν αργότερα στα πόδια του πρίγκιπα και ήταν καψαλισμένα από την πυρά, γεγονός που μαρτυρά τη συγχρονία των γεγονότων. Ήταν ένας αιχμάλωτος πολέμου που σφαγιάστηκε σε αντίποινα. Ένας από τους εργάτες της ανασκαφής μου είπε τότε την ιστορία του Στεφανογιάννη, του Κρητικού ήρωα που εκτέλεσαν οι Γερμανοί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Έλληνες συμπολεμιστές του είδαν ποιος Γερμανός τον σκότωσε, μπήκαν νύχτα στον στρατώνα των εχθρών, τον απήγαγαν και τον σκότωσαν πάνω στον τάφο του Στεφανογιάννη για αντίποινα».

Η πρακτική των εκτελέσεων, δεν σταματάει λοιπόν στα προϊστορικά χρόνια, αλλά είναι στον τόπο μας διαχρονική. Σε σχέση με τη Σαντορίνη μάλιστα, διαβάζουμε μια πληροφορία που καταγράφει ο C.J. Lawson (Modern Greek Folktale, 1910 σ.339-340) και μας μεταφέρει ο Μ. Γ. Μερακλής («Το τραγικό του κωμικού» στον τόμο Το Λαϊκό Παραμύθι, Ελληνικά Γράμματα 1999, σ.178). Στα χρόνια της επανάστασης του '21, οι κάτοικοι του νησιού «έστειλαν στον Άγιο Νικόλαο» (δηλαδή σκότωσαν) έναν άνθρωπο, για να παρακαλέσει τον άγιο να χαρίσει τη νίκη στα ελληνικά πλοία, που είχαν αγκυροβολήσει εκεί κοντά.
Σχηματική αναπαράσταση του «Ιερού της Ανθρωποθυσίας» στα Ανεμόσπηλια της Κρήτης (1700-1650 π.Χ.)
Στο δωμάτιο δεξιά βρέθηκαν καταπλακωμένοι ένας 38χρονος ψηλός άνδρας (1.78), μια κοπέλα και το 18χρονο θύμα
δεμένο στον βωμό, ενώ στον προθάλαμο κάποιος που επιχειρούσε να βγει κρατώντας ένα αγγείο με αίμα -ίσως του θύματος
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη, θα μπορούσαμε στα πλαίσια του μαθήματος της γλώσσας, να συγκρίνουμε τη σκηνή της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας (βλ. απόσπασμα) με την περιγραφή των γεγονότων από έναν επιστήμονα (ηφαιστειολόγος Γιώργος Βουγιουκαλάκης - πηγή). Τι ομοιότητες και τι διαφορές μπορούμε να παρατηρήσουμε στο ύφος του κειμένου και στις πληροφορίες που μας δίνονται;

Κατά την πρώτη φάση, δημιουργείται μια μεγάλη εκρηκτική στήλη από τέφρα ύψους 35-36 χλμ. Διαρκεί περίπου 4-6 ώρες και τινάζει στον αέρα περίπου 2 κυβ. χλμ. (4,6 δισεκατομμύρια τόνους) μάγματος. Η τεράστια ενέργεια, που ελευθερώνεται από την εξάτμιση του νερού κονιορτοποιεί μεγάλες ποσότητες μάγματος και τις εκτινάσσει με μεγάλες ταχύτητες (80-150 μέτρα ανά δευτερόλεπτο) και θερμοκρασίες (150-200ο C) καλύπτοντας όλη τη Σαντορίνη με λευκή τέφρα. Οι αλλεπάλληλες αυτές εκρήξεις δημιουργούν συχνά έντονα ωστικά κύματα, τα καταστροφικά αποτελέσματα των οποίων έχουν καταγραφεί σε τμήματα οικιών του προϊστορικού οικισμού. Στη δεύτερη εκρηκτική φάση νέφος ατμών και τέφρας κινούνται με υψηλές ταχύτητες ακτινοειδώς γύρω από την περιοχή της έκρηξης.  Κατά την τρίτη φάση η περιοχή καλύπτεται με τεράστια ποσά ηφαιστειακής τέφρας. Κατά την τελευταία φάση εκτοξεύονται παχιά σύννεφα ζεστής κόκκινης τέφρας, η οποία τελικά εναποτίθεται στη γή, ή βυθίζεται στη θάλασσα.  Το όλο συμβάν, από τις πρώτες εκρήξεις μέχρι και τη δημιουργία της καλδέρας, δεν πρέπει να είχε διάρκεια μεγαλύτερη από λίγα (2-3) εικοσιτετράωρα. Ο όγκος του υλικού, που εκτινάχτηκε υπολογίστηκε σε τουλάχιστον 60 km3 μάγματος ή περίπου 150 δισεκατομμύρια τόνων πετρώματος.
οι φάσεις της έκρηξης του 1613 π.Χ.
Περισσότερες πληροφορίες για τον πολιτισμό του Ακρωτηρίου μπορούμε να βρούμε εδώ. Αν οι μαθητές δείξουν ενδιαφέρον, θα μπορούσαμε να ζωγραφίσουμε κάποια από τα θέματα στα έργα της εποχής ή να επισκεφθούμε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να τα θαυμάσουμε από κοντά.
Στις σελίδες 31 και 49 μας περιγράφεται η Σαντορίνη της δεκαετίας του '70, όπως την γνώρισε η συγγραφέας: Στα Φηρά όμως δεν είχε άσφαλτο. Η ανηφόρα ήταν τόση, που μόνο γαϊδουράκια και μουλάρια την ανέβαιναν. Θα μπορούσαμε άραγε να βρούμε πληροφορίες για το πώς έμοιαζε η δική μας πόλη / γειτονιά στη δεκαετία του '70; Στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας, μπορούμε να οργανώσουμε μια μίνι ιστορική έρευνα, με επίσκεψη στο δημαρχείο, αναζήτηση πληροφοριών στις τοπικές αρχές και το διαδίκτυο και συνεντεύξεις από ανθρώπους που έζησαν την εποχή εκείνη.
Η θέα προς Περίσσα από την Αρχαία Θήρα το 1961 (πηγή)

Share/Bookmark