Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Στη χώρα των μαμούθ


Υπόθεση
Η περιπέτεια τοποθετείται στην περιοχή του προϊστορικού Πηνειού και του Παρνασσού το έτος 35.000 π.Χ. Εκεί, ο μικρός Αμού, Κρο-Μανιόν ο ίδιος, υιοθετημένος όμως από ανθρώπους του Νεάντερταλ, ξεχνιέται μια μέρα και αφήνει τη φωτιά της σπηλιάς να σβήσει. Φοβούμενος την τιμωρία από τους μεγαλυτέρους, αποφασίζει να το σκάσει. Τον ακολουθεί ο φίλος του Βαμ, τον οποίο όμως συλλαμβάνουν οι ανθρωποφάγοι. Ο Αμού τον γλιτώνει από τα χέρια τους και μαζί συναντούν τους Κρο-Μανιόν και τον μεγάλο τους μάγο. Εκείνος, θα πάρει τον ήρωα υπό την προστασία του και θα του μάθει να ζωγραφίζει στην ιερή σπηλιά. Οι ανθρωποφάγοι όμως είναι ακόμα κοντά στον οικισμό. Ποια από τις φυλές θα επικρατήσει τελικά;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Νίνα Σταματίου
ISBN: 978-960-04-0013-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 1977
Σελίδες: 205
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’, Γυμνάσιο

Κριτική
Το πρώτο βιβλίο της Κίρας Σίνου, ένα κείμενο προϊστορικής μυθοπλασίας, μας παρουσιάζει μέσα από την περιπέτεια του μικρού Αμού, το πώς ο άνθρωπος του Νεάντερταλ παραχώρησε σιγά-σιγά τη θέση του στον άνθρωπο του Κρο-Μανιόν, σε μια εποχή όπου στη χώρα μας ζούσαν μαμούθ, τριχωτοί ρινόκεροι, βίσονες, λιοντάρια και αρκούδες των σπηλαίων.

Το κείμενο είναι καλογραμμένο, γι’ αυτό παρά τα 35 του χρόνια και το παλαιολιθικό του θέμα, διαβάζεται ξεκούραστα. Οι χαρακτήρες είναι αρκετά ολοκληρωμένοι και πιστοί σε συγκεκριμένα σύνολα αξιών, και η απουσία αλλοπρόσαλλων συμβάσεων δεν οδηγεί σε εκπλήξεις ούτε ξαφνιάζει τον αναγνώστη. Ωστόσο, η ασπρόμαυρη εικονογράφηση είναι αραιή και αρκετά ξεπερασμένη και δεν προσφέρει πολλά στο συνολικό έργο. Τα περισσότερα κεφάλαια δεν έχουν έκταση μεγαλύτερη των 7-8 σελίδων, υπάρχουν όμως και ορισμένα που φτάνουν τις 15, κάτι που μπορεί να ταλαιπωρήσει τους άπειρους αναγνώστες, ειδικά από τη στιγμή που η γραμματοσειρά είναι μικρού μεγέθους (εκείνη που συναντάμε στα βιβλία για ενηλίκους).
Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές της Στ' τάξης, μια και εκτός από το ότι είναι πυκνογραμμένο, περιέχει και ορισμένες «άγριες» σκηνές που θεωρητικά ίσως ενοχλήσουν τους μικρότερους αναγνώστες. Τα αγόρια έχουν περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν με τον μικρό ήρωα, ενώ το διήγημα θα αγαπήσουν ιδιαίτερα όσα παιδιά ενδιαφέρονται για την αρχαία ιστορία και προϊστορία του τόπου μας.

Τα παιδιά που θα μπουν στη διαδικασία να διαβάσουν τη συγκεκριμένη ιστορία, εκτός από τα γνωστά κέρδη που έχουν να αποκομίσουν από την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου (βελτίωση έκφρασης, ψυχαγωγία, ορθογραφία, ανάπτυξη φαντασίας, εμπλουτισμός λεξιλογίου, κ.ά.) θα μάθουν και ένα σωρό πράγματα για την παλαιολιθική εποχή. Συμπληρωματικά με τα όσα διαβάζουν στο διήγημα, οι σημειώσεις της συγγραφέως στα υποσέλιδα, εξηγούν πώς διάφορα δεδομένα που συναντάμε στο κείμενο, συνδέονται με πορίσματα παλαιοντολογικών ερευνών. Έτσι τα παιδιά ψυχαγωγούνται και μαθαίνουν ταυτόχρονα, αφού αφομοιώνουν πολλές πληροφορίες για την προϊστορική περίοδο εντελώς ξεκούραστα.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Φιλία, Αρχαιολογία

Απόσπασμα 
Σε λίγο είχαν αφήσει το δάσος πίσω τους. Πέρα στο βάθος έβλεπαν τώρα τα άλογα να βόσκουν αμέριμνα. Ήταν καμιά πενηνταριά. κοντόσωμα, με κοκκινωπό τρίχωμα, έμοιαζαν μάλλον σαν πόνεϊ κι όχι σαν άλογα. Οι άνθρωποι τα κυνηγούσαν πολύ για το νόστιμο κρέας τους. δεν ήξεραν να εξημερώνουν ακόμα τα ζώα και κανένας τους δε φανταζόταν ότι αυτό το θήραμα που το κυνηγούσαν τόσο άγρια τώρα, θα γινόταν κάποτε ένας από τους πιστότερους συντρόφους τους!

Ο Νάβ, ο δυνατότερος κυνηγός της φυλής, που τους είχε περάσει όλους, πήρε τώρα την αρχηγία. Με γοργές χειρονομίες έδειξε στον καθένα τη θέση του και έγνεψε σε όλους να πέσουν κατάχαμα. Χωρίς να χάσουν ούτε στιγμή οι κυνηγοί άρχισαν να σέρνονται μέσα από τα χορτάρια για να περικυκλώσουν το κοπάδι απ’ όλες τις μεριές, αφήνοντας μονάχα μια διέξοδο προς τον γκρεμό.

Ένας ένας οι κυνηγοί σήκωναν το χέρι τους για να δείξουν ότι είχαν φτάσει στη θέση τους. Ο Ναβ τους πρόσεχε όλους, μετρώντας τους στα δάχτυλα. Όταν βεβαιώθηκε ότι ο κύκλος είχε κλείσει, πετάχτηκε από τη θέση του μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι. Βλέποντας το σήμα όλοι οι κυνηγοί πήδηξαν στα πόδια τους μονομιάς και κατευθύνθηκαν τρέχοντας πάνω στο κοπάδι, φωνάζοντας και χτυπώντας τα όπλα τους.

Τα άλογα έμειναν για μια στιγμή παγωμένα στη θέση τους, ξαφνιασμένα, κι έπειτα άρχισαν να καλπάζουν προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να διασπάσουν τον κλοιό που τα περιέσφιγγε, μόλις όμως κάνανε να περάσουν ανάμεσα στους κυνηγούς, εκείνοι τα χτυπούσαν με ξύλα, τα κέντριζαν με τ’ ακόντια και τα τρόμαζαν με φωνές και φασαρία αναγκάζοντάς τα ν’ ακολουθήσουν την κατεύθυνση που ήθελαν.

Τα ζώα γύρισαν κι άρχισαν να καλπάζουν προς τη μοναδική μεριά που τους φάνηκε ελεύθερη. Οι κυνηγοί τα ακολουθούσαν από κοντά.

Ο Αμού έτρεχε κι αυτός, προσπαθώντας να φανεί αντάξιος στο καθήκον που του είχαν αναθέσει. δεν ήταν δα λίγο πράγμα να σου κάνουν τέτοια τιμή και να σ’ αφήσουν να κυνηγήσεις με τους μεγάλους! Σε λίγο θα γινόταν κι αυτός ένας σωστός κυνηγός.

Ξαφνικά πρόσεξε ένα πουλάρι να τρέχει δίπλα του. Ήταν τόσο απορροφημένος από τις σκέψεις του, που δεν το είχε δει μέχρι εκείνην τη στιγμή. Γύρισε και το κοίταξε. ήταν χαριτωμένο με την κοντή κι όρθια χαίτη του που έμοιαζε σαν κουρεμένη. Τα μαυριδερά γοργά του πόδια μόλις θαρρείς κι άγγιζαν τη γη.

Το παιδί ένιωσε την περηφάνια να φουσκώνει το στήθος του. Αυτό το πουλάρι θα ήταν το πρώτο μεγάλο ζώο που θα σκότωνε. Τα ποντίκια και οι σκίουροι που σκότωνε μέχρι τώρα δεν μπορούσαν να λογαριαστούν σαν σπουδαίο θήραμα.


Share/Bookmark

Τα μαγικά μου αυτιά

Υπόθεση
Τ' αυτιά του Θόδωρου είναι μεγάλα και τα άλλα παιδιά στη γειτονιά τον πειράζουν και τον φωνάζουν Αυτιά. Όμως μια μέρα ο Θόδωρος ανακαλύπτει πως τα αυτιά του είναι μαγικά. Και τότε όλα αλλάζουν!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βούλα Μάστορη
Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης
ISBN: 978-960-16-0247-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 79
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’

Κριτική
Τρεις πολύ χαριτωμένες περιπέτειες, βασισμένες σε παλαιότερα (εξαντλημένα) βιβλία της συγγραφέως. Η γλώσσα είναι πολύ απλή και κατανοητή, καθώς η Μάστορη αποδίδει με επιτυχία τον παιδικό τρόπο σκέψης, ενώ η καταπληκτική εικονογράφηση του Σπύρου Γούση, παρότι ασπρόμαυρη, είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε σελίδα, βοηθώντας την φαντασία των παιδιών να ταξιδέψει στους μαγικούς κόσμους που χτίζει το κείμενο.

Η παραπάνω βοήθεια από την εικονογράφηση κρίνεται απαραίτητη, καθώς τα διηγήματα δεν είναι πάντα μικρά (το πρώτο κείμενο φτάνει τις 16-17 σελίδες με γραμματοσειρά μετρίου μεγέθους) και δεν χωρίζονται σε κεφάλαια. Έτσι οι μικροί αναγνώστες θα χρειαστούν τις «ανάσες» και τη στήριξη που παρέχουν οι εικόνες στο μάτι, ώστε να μην χάσουν το δρόμο για το τέλος της ιστορίας.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές της Γ’ της Δ’ τάξης, θα μπορούσαν ωστόσο να το διαβάσουν και μαθητές της Β’ ή της Ε’, μια και είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό και ωφέλιμο. Τα αγόρια είναι πιθανόν να συμπαθήσουν το βιβλίο περισσότερο, τόσο επειδή μπορούν αμεσότερα να ταυτιστούν με τον ήρωα (Θόδωρο), όσο και επειδή θα βρουν ελκυστικότερο το περιβάλλον στις περιπέτειες (ζούγκλα, διάστημα).

Μόλις μαθαίνει να τα χειρίζεται σωστά, ο Θόδωρος μεγαλώνει και μικραίνει το σώμα του με τη βοήθεια των αυτιών του, και γίνεται έτσι ένας νέος Gulliver, αφού ταξιδεύει σε χώρες γιγάντων και σε μικρόκοσμους. Χάρη στα αυτιά του μπορεί επίσης να μιλήσει όλες τις γλώσσες ανθρώπων και ζώων, ή να πετάξει και να βρεθεί σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη ή και έξω απ’ αυτόν, κάτι που από τη μια μεγαλώνει το πεδίο δράσης του και από την άλλη δείχνει στους μικρούς αναγνώστες ότι τα σύνορα της φαντασίας τους τα ορίζουν οι ίδιοι.

Πέρα λοιπόν από το προφανές που επιδιώκει το βιβλίο, να δείξει δηλαδή ότι το να είναι κανείς διαφορετικός δεν είναι απαραίτητα κακό «Και τα παιδιά, βέβαια, έπαψαν τώρα να γελούν με τα μεγάλα μου αυτιά. Μάλιστα, θα ήθελαν, λέει, να ‘χουν ίδια σαν τα δικά μου.», παρέχει σημαντική υπηρεσία στην ανάπτυξη της φαντασίας τους. Ωφέλιμο όμως είναι το ανάγνωσμα και για τον ψυχισμό των μικρών αναγνωστών. Και αυτό γιατί με τη βοήθεια κάποιου μεγαλυτέρου, με λίγη συζήτηση και αρκετή αγάπη, τα παιδιά μπορούν να παραδειγματιστούν από τον ήρωα και να μάθουν να αντιμετωπίζουν τα δικά τους «μειονεκτήματά» χωρίς σύνδρομο κατωτερότητας. Με τη συνδρομή της φαντασίας τους και λίγη καλή θέληση, ίσως ακόμα και να αρχίσουν να τα μετατρέπουν σε προτερήματα. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι κερδίζει το παιδί και από την ενασχόληση με υπερήρωες τύπου X-Men, μόνο που εκεί το μίγμα περιέχει πολύ περισσότερη βία.

Αν θα έπρεπε να εντοπίσουμε κάτι αρνητικό στην όλη ιστορία, ίσως αυτό θα ήταν ότι τα πάντα κινούνται γύρω από τον ήρωα σε ένα πανηγύρι εγωκεντρισμού, με εκείνον απόλυτο πρωταγωνιστή που τα σκέφτεται όλα, τα κάνει όλα και τα διορθώνει όλα. Στον αντίλογο ωστόσο, το κείμενο φροντίζει να προάγει και την συντροφικότητα – αλληλεγγύη, ιδιαίτερα στην περιπέτεια στη ζούγκλα, όπου τα ζώα ενεργούν όλα μαζί (υπό την ηγεσία του Θοδωρή και με δικό του σχέδιο πάντα) για να καταφέρουν το στόχο τους.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Φαντασία, Διαφορετικότητα, Αλληλεγγύη, Περιβάλλον

Απόσπασμα 
Μια μέρα θέλησα να παίξω τον… Ταρζάν. Όταν θες να κάνεις τον Ταρζάν, πού φαντάζεσαι ότι είσαι; Στη ζούγκλα, βέβαια. Όμως, επειδή εγώ είχα τα μαγικά μου αυτιά, δεν κάθισα να φτιάξω με τη φαντασία μου μια ζούγκλα. Βγήκα στο μπαλκόνι μου και πέταξα κατευθείαν σε μια πραγματική, κάπου στην Αφρική, όπου, λέει, είναι οι καλύτερες ζούγκλες…

Φτάνοντας, που λες, εκεί, προσγειώθηκα απαλά πάνω σε μια μπανανιά. Παραδίπλα καθόταν μια μικρή μαϊμού. Εγώ τη χαιρέτησα μ’ ένα φιλικό νεύμα κι έκοψα να φάω μια μπανάνα, γιατί το ταξίδι στον ουρανό μου είχε ανοίξει την όρεξη. Τότε ακριβώς η μαϊμού έβαλε τα κλάματα!

- Γιατί κλαις, μαϊμουδίτσα μου; τη ρώτησα τρυφερά στη γλώσσα της, γιατί, όπως σου είπα, χάρη στ’ αυτιά μου μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου –ακόμη και μαϊμουδικά. Μήπως έκοψα τη ΔΙΚΗ σου μπανάνα;

Μα η μαϊμού κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και συνέχισε πιο δυνατά τα κλάματα.

- Μήπως είναι ΟΛΟΚΛΗΡΗ η μπανανιά δική σου; ξαναρώτησα.

Πάλι «τσου» με το κεφάλι της η μαϊμού, ενώ τα κλάματά της έγιναν ακόμη πιο δυνατά.

Μια παράξενη ησυχία είχε πέσει, στο μεταξύ, στη ζούγκλα ολόγυρα. Τα πουλιά είχαν σταματήσει να κελαηδούν και τα ζώα εδώ κι εκεί μας κοίταζαν καλά καλά. Ε, όχι και να νόμιζαν πως είχα πειράξει τη μαϊμού!

- Τι έχεις, μαϊμουδίτσα μου; Γιατί κλαις; προσπάθησα ξανά να μάθω, ενώ κοίταζα τους άλλους γύρω σηκώνοντας τους ώμους μου ανήξερα.

- Ουουου! Πήραν τη μαμά μου! είπε επιτέλους αυτή μέσα από τα αναφιλητά της. Οι κυνηγοί… την έπιασαν… Θέλω τη μαμά μου! Ουουου!

Εντάξει, τα πουλιά και τα ζώα ολόγυρα ήξεραν τώρα ότι δεν έφταιγα εγώ που έκλαιγε η μαϊμουδίτσα. Να, είχαν πάψει να μας κοιτούν καχύποπτα. Εμένα όμως αυτό δε μου ‘φτανε. Γιατί, πρέπει να ξέρεις, εγώ με τους κυνηγούς δεν τα είχα κι ούτε θα τα έχω ποτέ καλά. Κι ακόμη λιγότερο καλά μ’ αυτούς που κυνηγούν άγρια ζώα. Έτσι, καθώς καταλαβαίνεις, αυτό που είχαν κάνει στη μαμά της μαϊμουδίτσας δεν μπορούσα να τ’ αφήσω να περάσει.

- Πάμε να την πάρουμε πίσω, είπα δίχως δεύτερη σκέψη.

Η μαϊμού σταμάτησε για μια στιγμή τα κλάματα και ρώτησε ξαφνιασμένη:
- Τι;

- Πάμε να πάρουμε τη μαμά σου.

- Δε γίνεται, είπε εκείνη και ξανάρχισε τα κλάματα. Την έχουν βάλει σε κλουβί. Κι είναι δυνατοί οι κυνηγοί… Πιο δυνατοί από μας. Έχουν και όπλα αυτοί…

- Κι εγώ έχω τ’ αυτιά μου. Έλα, πιάσου στην πλάτη μου. Πάμε!

Κι αρπάζοντας ένα μακρύ κλαδί, όπως είχα δει στην τηλεόραση να κάνει ο Ταρζάν, άρχισα να πετιέμαι από το ένα μέρος στο άλλο και να ψάχνω για τους κυνηγούς. Θα μπορούσα, βέβαια, χάρη στ’ αυτιά μου να πετάω κανονικά, αλλά, είπαμε, ήθελα να παίξω τον Ταρζάν εκείνη τη μέρα.

Προβληματισμοί για Συζήτηση  
Διαφορετικότητα στην εμφάνιση
Εσύ έχεις κάποιο χαρακτηριστικό που σε κάνει να νιώθεις διαφορετικός από τους άλλους; Γνωρίζεις ότι ο καθένας μας έχει κληρονομήσει από την οικογένειά του τέτοια μικρά χαρακτηριστικά που τον κάνουν να ξεχωρίζει από το σύνολο; Πιστεύεις πως είναι καλό ή κακό να έχεις τη δική σου ιδιαίτερη ταυτότητα; Με τι τρόπο άραγε μπορούμε να βοηθήσουμε τους φίλους μας να αποδεχτούν τα διαφορετικά τους σημεία, αντί να ντρέπονται γι' αυτά; Και τι θα συνέβαινε αν το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό μας, είχε μαγικές ιδιότητες, όπως συμβαίνει με τον ήρωα της ιστορίας;

Share/Bookmark

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Στο σκοτάδι της σπηλιάς

Υπόθεση
Η γη μας είναι γεμάτη σπηλιές. Μόνο στην Ελλάδα έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 7.000. Οι σπηλιές υπήρξαν ανέκαθεν καταφύγια ζώων, και αργότερα ανθρώπων, που προσπαθούσαν να προστατευτούν από τις κακές καιρικές συνθήκες. Σήμερα οι σπηλαιολόγοι κάνουν συστηματικά έρευνες. Παλιότερα όμως τέτοιου είδους ανακαλύψεις γίνονταν συνήθως κατά τύχη. Και σε πολλές απ’ αυτές τον πρώτο ρόλο παίξανε παιδιά, κυνηγοί και σκύλοι. Τις ιστορίες ανακάλυψης τεσσάρων από τις πιο σημαντικές σπηλιές, μας διηγείται σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας: Της Αλταμίρα στην Ισπανία (1868), του Λασκό στη Γαλλία (1940), των Πετραλώνων στη Χαλκιδική (1959) και της Αλεπότρυπας στο Διρό (1958).

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Χρήστος Δήμος
ISBN: 960-04-1545-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1998
Σελίδες: 92
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Η αείμνηστη Κίρα Σίνου καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα της θέματα, και μας δίνει τέσσερις αυτοτελείς περιπέτειες που θα αγαπήσουν οι μαθητές, ειδικά αν ενδιαφέρονται για την αρχαιολογία (παλαιοντολογία) και την επιστήμη.

Το ανάγνωσμα κινείται στα όρια ανάμεσα στον ιστορικό ρεαλισμό και το πληροφοριακό βιβλίο (ορισμένα τμήματα ανήκουν στο ένα είδος και ορισμένα στο άλλο). Όσοι το ξεκινήσουν καλό είναι να έχουν κάποια εμπειρία, αφού η κάθε ιστορία έχει έκταση γύρω στις 20 σελίδες, ενώ δεν συναντάμε και συνοδευτική εικονογράφηση. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης ιστορίας ωστόσο, υπάρχει ένα πολύ βοηθητικό 16σέλιδο με έγχρωμες φωτογραφίες από βραχογραφίες, όπως και εικόνες με κάποιους από τους πρωταγωνιστές των ιστοριών.

Το βιβλίο προτείνεται σε μαθητές της Ε’ και κυρίως της Στ’ τάξης, που τους αρέσουν ιστορίες σχετικές με εξερευνητές ή αρχαιολόγους. Στις τελευταίες σελίδες οι μαθητές που ενδιαφέρονται θα βρουν και σχετική βιβλιογραφία για το κάθε σπήλαιο.
Το ότι προτείνουμε το ανάγνωσμα αυτό σε μαθητές που τους ενδιαφέρει η Ιστορία, δεν σημαίνει πως θα φανεί βαρετό στους υπολοίπους! Εκτός από την αναγνωστική απόλαυση που περιμένει τον κάθε αναγνώστη, κάποιοι ίσως αποκτήσουν γνώσεις και πλουτίσουν το αισθητικό τους κριτήριο παρατηρώντας τις όμορφες βραχογραφίες· άλλοι ίσως παραδειγματιστούν από τη μεταμέλεια του αρχαιολόγου Καρτεγιάκ, που, διαπιστώνοντας μετά από χρόνια το λάθος του, αποφάσισε να δικαιώσει τον Don Marcelino Sanz de Sautuola· άλλοι πάλι ίσως απλώς συνειδητοποιήσουν ότι στις εξερευνήσεις δεν πρέπει να πηγαίνουμε ασυνόδευτοι. Όλοι ωστόσο θα έρθουν σε επαφή τόσο με την προϊστορία όσο και με διάφορες χρονικές περιόδους, από την εποχή των τελών του 19ου αιώνα μέχρι πρόσφατα, θα μάθουν για τη νοοτροπία που επικρατούσε τότε, αλλά και για την πρόοδο που έχει σημειώσει η επιστήμη στις τελευταίες δεκαετίες.

Το πιο σημαντικό όμως κέρδος από την επαφή με άλλες περιόδους, είναι ότι θα ενισχυθεί η ιστορική σκέψη των μαθητών και ίσως έτσι αποκτήσουν μια αίσθηση του τρόπου με τον οποίο συνδέεται η εποχή μας με το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Ίσως δηλαδή αντιληφθούν ότι το "τώρα" ή το "εγώ" δεν βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου, αλλά αποτελούν απλώς στιγμές στην αέναη ροή του χρόνου· Πως το παρόν τους επηρεάζεται από τις επιλογές των προηγουμένων γενεών και με τη σειρά του επηρεάζει αυτές που θα έρθουν.

Αξίες - Θέματα
Επιστήμη, Αρχαιολογία

Απόσπασμα 
- Περίεργο. Τι να παριστάνουν;  ρώτησε απορημένος ο Ζακ

- Κολυμπάνε, είπε με βεβαιότητα ο Ζορζ. διασχίζουν ένα ποτάμι. Η μαύρη γραμμή είναι το νερό.

- Πρέπει να φύγουμε, είπε ο Μαρσέλ ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του. είναι αργά και οι γονείς μας θα μας κρεμάσουν το κουτάλι. Να μπω μόνο μια στιγμή εδώ, κι έδειξε ένα άνοιγμα, και φεύγουμε.

Βρέθηκε σε μια μικρή στοά. Δεν προχωρούσε πολύ καθώς την είχε κλείσει με χώματα και πέτρες μια κατολίσθηση. Ο Μαρσέλ σταμάτησε απότομα. Μπροστά του έχασκε ένα βάραθρο. Το αγόρι έριξε μέσα το φως της λάμπας του. Δεν ήταν βάραθρο αυτό. Ήταν ένα φρέαρ που έφτανε σε βάθος εφτά με οχτώ μέτρα. Δε θα έκανε τον κόπο να κατέβει αν δε διέκρινε μια παράσταση ζωγραφισμένη στον τοίχο.

- Θα κατέβω να δω τι έχει εδώ, είπε στα παιδιά, δένοντας το σκοινί σε μια προεξοχή του βράχου, κι ύστερα φεύγουμε.

Κατέβηκε πολύ προσεκτικά. Δεν είναι αστείο να πέσεις από τέτοιο ύψος και δεν είχε καμιά όρεξη να σπάσει κάνα πόδι. Και η λάμπα του φώτισε μια εικόνα εντελώς διαφορετική απ’ όσες είχαν δει στη σπηλιά.

Απεικόνιζε έναν άνθρωπο. Βέβαια ο άνθρωπος δεν ήταν παρά ένα χοντροκαμωμένο σχέδιο, από κείνα που φτιάχνουν τα παιδιά του νηπιαγωγείου, αποτελούσε όμως κάτι πολύ σημαντικό, καθώς ανάμεσα σ’ όλα αυτά τα ζώα ήταν ο μόνος. Ο άνθρωπος ήταν πεσμένος ανάσκελα, σε μια στάση ανημποριάς με τα χέρια του ανοιγμένα πλατιά. Και τα χέρια του είχαν μόνο τέσσερα δάχτυλα. Μα το πιο παράξενο ήταν το κεφάλι του. Δεν ήταν ανθρώπινο, ήταν ενός πουλιού με μακρύ ράμφος. Και δίπλα του ήταν ζωγραφισμένο ένα μπαστούνι, που η μια άκρη του κατέληγε κι αυτή σε πουλί.

Πάνω από τον πεσμένο άνθρωπο στεκόταν με σκυμμένο, το κεφάλι, έτοιμος να ορμήσει, ένας αγριεμένος βίσονας. Το ζώο ήταν θανάσιμα τραυματισμένο, γιατί μέσα από την κοιλιά του κρέμονταν τα έντερά του. Κι από την άλλη πλευρά είδε, σχεδιασμένο θαυμάσιο με αδρές γραμμές, ένα ρινόκερο που έφευγε.

Ο Μαρσέλ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτή η παράσταση τι να σήμαινε άραγε; Γιατί είχε πουλίσιο κεφάλι ο πεσμένος άνθρωπος; Και γιατί υπήρχε ένα πουλί και πάνω στο ραβδί; Και τα τέσσερα δάχτυλα; Ήταν απλά μια άτεχνα φτιαγμένη εικόνα ή είχε κάποια συμβολική σημασία; Δεν μπορούσε να βρει άκρη.

- Γιατί αργείς, Μαρσέλ; άκουσε να του φωνάζουν οι σύντροφοί του. Εσύ δεν έλεγες ότι πρέπει να φύγουμε;

Ο Μαρσέλ σαν να ξύπνησε. Ναι, έπρεπε να φύγουνε. Η ώρα ήταν περασμένη. Όμως μπήρε την απόφασή του. Δε θα έλεγε τίποτα στα παιδιά. Η παράσταση του τραυματισμένου βίσονα ήταν πολύ ανατριχιαστική, κι ο μικρός Σιμόν σίγουρα θα τρόμαζε.

- Είδες τίποτα το ενδιαφέρον; ρώτησε ο Ζακ.

- Πάλι βίσονες κι άλογα, απάντησε τάχα αδιάφορα ο Μαρσέλ. Είχε κι ένα πουλί.

Όταν βγήκαν στην επιφάνεια τα αγόρια κάθισαν για λίγο να πάρουν μια ανάσα.

- Ωραία η σπηλιά μας, είπε ο Σιμόν χαϊδεύοντας τον αγαπημένο του Ρομπότ.

- Σπηλιά μας; έκανε σκεφτικός ο Μαρσέλ. Μακάρι να ήτανε. Να μην ξεχνάμε όμως πως βρίσκεται στα κτήματα του κόμη. Δική του είναι.

- Είναι, δηλαδή, ανάγκη να του το πούμε; ρώτησε ο Ζακ. Δεν μπορούμε να την κρατήσουμε μυστική;

- Και να την έχουμε για στρατηγείο στα παιχνίδια μας; πρόσθεσε ο Ζορζ.

Ο Μαρσέλ όμως ήταν μεγαλύτερος κι είχε ένα πολύ ανεπτυγμένο αίσθημα ευθύνης.

Κούνησε το κεφάλι του:

- Όχι, δεν είναι σωστό. Αυτές οι ζωγραφιές πρέπει να είναι πολύ σπουδείες και δεν επιτρέπεται να τις κρατήσουμε για τον εαυτό μας. Όμως πώς να δούμε τον κόμη; Θα μας δεχτεί άραγε;

Ο Μαρσέλ έξυσε το κεφάλι του και ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε:

- Ξέρω σε ποιον θα το πούμε! Στον κύριο Λαβάλ!

- Στο δάσκαλό μας; ρώτησε μ’ αμφιβολία ο Ζακ. Μα ναι, έχεις δίκιο! Ο κύριος Λαβάλ κάνει σαν τρελός για ό,τι έχει σχέση με την προϊστορία. Θα ξέρει να μας συμβουλέψει σίγουρα.



Share/Bookmark

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Ένα κουτάβι νοιώθει μοναξιά

Υπόθεση
Ένα κουτάβι ζει πλουσιοπάροχα σε μια έπαυλη, αλλά στεναχωριέται καθώς θα ήθελε να έχει έναν, δύο, χίλιους φίλους! Μια ωραία μέρα αποφασίζει να παρατήσει το σπίτι του και να βρει φίλους στο λεμονοδάσος. Έτσι δημιουργείται μια τρελή παρέα που περνάει υπέροχα, παίζει, γελάει, τραγουδάει… και έτσι το κουτάβι δε θα νιώσει ποτέ πια μοναξιά.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ελληνικά Γράμματα
Συγγραφέας: Ευγένιος Τριβιζάς
Εικονογράφηση: Stephen West
ISBN: 960-406-530-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003
Σελίδες: 60
Τιμή: περίπου 13 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’

Κριτική
Μια απλή χαριτωμένη ιστορία σε έμμετρο λόγο, βασισμένη κυρίως στο ανάλαφρο ύφος και τις μεγάλες έγχρωμες ζωγραφιές. Χωρίς βαθυστόχαστα διδάγματα, αλλά με χαρούμενα μηνύματα και δροσερές εικόνες, όπως ακριβώς δηλαδή θα περιμέναμε από ένα ανάγνωσμα που απευθύνεται σε παιδιά Α’ Δημοτικού.

Στο τέλος του βιβλίου συναντάμε παράρτημα με παιχνίδια, ζωγραφιές και ερωτήσεις κατανόησης, παρατηρητικότητας, μαθηματικής σκέψης, κλπ., ώστε το παιδί να νιώσει ότι αυτενεργεί και δεν μένει παθητικός αναγνώστης.

Το συγκεκριμένο εικονοβιβλίο με ιστορία (picture story book) προτείνεται σε μαθητές κυρίως της Α’ αλλά και της Β’ τάξης. Πιστεύουμε ότι θα το βρουν ιδιαίτερα διασκεδαστικό και θα ταξιδέψουν μέσα από τις όμορφες εικόνες του αναπτύσσοντας τη δημιουργική τους φαντασία.

Καλό θα είναι όταν τα παιδιά διαβάζουν μια ιστορία, ιδιαίτερα στα πρώτα αναγνωστικά τους χρόνια, κάποιος μεγάλος να βρίσκεται κοντά τους. Εκτός του ότι έτσι αισθάνονται καλύτερα, γιατί νιώθουν πως κάνουν κάτι όμορφο και σημαντικό, ο ενήλικας μπορεί και πρακτικά να τα βοηθήσει: εξηγώντας μια δύσκολη λέξη, διασαφηνίζοντας το νόημα μιας περίπλοκης φράσης στην οποία έχουν κολλήσει, κάνοντας την ανάγνωση πιο διασκεδαστική με αστείες φωνές και χειρονομίες, αλλά και διαβάζοντας χαμηλόφωνα, παράλληλα με τα παιδιά, ώστε εκείνα να βελτιώσουν τη ροή στο διάβασμά τους και επομένως την αυτοεκτίμησή τους ως αναγνώστες.

Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει αρκετές «δύσκολες» λέξεις, είτε ελληνικές (απίδια, ζιπουνάκια) είτε ξενικές (τρε σικ μπουτίκ, φίσκα), οπότε η παρουσία μεγαλυτέρων επιβάλλεται.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φαντασία, Χιούμορ

Απόσπασμα 
Ώσπου μια Τρίτη
το μικρό κουτάβι
της μοναξιάς ο άσος,
παρατάει το σπίτι,
τρέχει στο λεμονοδάσος,
βρίσκει μια πασχαλίτσα,
ένα παπάκι, μια αλεπουδίτσα,
ένα καγκουρό και μια νυφίτσα
και τους λέει θαρραλέα:

- Τι λέτε; Κάνουμε παρέα;

- Πρώτης τάξεως ιδέα!
απαντάει η τρελοπαρέα.

- Συντροφιά επιθυμείς;
Εδώ είμαστε εμείς!
Εμείς, εμείς, εμείς!

Έλα να συντροφιαστούμε
και να συντροφο-γαργαληθούμε
κι απ’ την πολλή τη συντροφιά
να σου φύγει μια για πάντα
η συννεφιά!

Δυο και μια,
μια και δυο,
χωρίς να χάνουνε καιρό,
με τρεχαντήρι
κάνουνε πανιά,

γυρνάνε όλο τον ντουνιά
τα λιμάνια, τα νησιά,

τις θαλασσινές σπηλιές,
τις ηλιόλουστες τις αμμουδιές!

Στων γιασεμιών τις λίμνες
κάνουνε κωπηλασία
και στης κανέλας τα βουνά
όλοι μαζί ορειβασία.

κάνουν κάτω από ροδιές
πικάντικα πικ νικ,
προβάρουν καπελίνα κι ομπρελίνα
σε τρε σικ μπουτίκ

ανεβαίνουν σε τελεφερίκ
και βγάζουνε φωτογραφίες
«κλικ», «κλικ», «κλικ»,
ανάποδα, προφίλ κι ανφάς,
ώσπου τους σώνονται τα φλας!

Share/Bookmark

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Γλυκό τσαμπί σταφύλι

Υπόθεση
Καθώς παίζει, ο μικρός Πετρής οδηγείται από τη νεράιδα της Φαντασίας του σε έναν μαγικό τόπο με τρεις γίγαντες. Εκεί, θα συναντήσει παιδιά από όλο τον κόσμο, απ’ όλες τις φυλές. Όλα μαζί, θα προσπαθήσουν να φέρουν την ειρήνη στη γη παίρνοντας έναν όρκο αιώνιας φιλίας.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Γουμενοπούλου
Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη
ISBN: 960-16-1055-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002
Σελίδες: 83
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ’

Κριτική
Ένα όμορφο αντιπολεμικό διήγημα για μικρά παιδιά, που πιθανόν βασίστηκε πάνω σε ένα ποίημα της συγγραφέως βραβευμένο από την Unicef το 1979. Η γραφή είναι απλή και κατανοητή και η γραμματοσειρά μεγάλη, αλλά τα κεφάλαια σε κάποιες περιπτώσεις είναι μεγάλα σε έκταση (17 σελίδες) και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να κουράσουν. Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση -ολοσέλιδες ζωγραφιές- είναι παρούσα κάθε 3-4 σελίδες αλλά μάλλον συνοδευτική, χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο στο κείμενο.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά τόσο της Α’ όσο και της Β’ και Γ’ τάξης, με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων να έχουν όπως είναι φυσικό περισσότερα να κερδίσουν από το περιεχόμενο.  

Το βιβλίο μοιάζει να χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, όπου ο Πετρής ταξιδεύει στη βουνοκορφή των γιγάντων, είναι ίσως το λιγότερο ενδιαφέρον, αλλά πιθανότατα απαραίτητο, καθώς μας συστήνει τον ήρωα και το περιβάλλον του, ενώ διαμορφώνει και τις προϋποθέσεις για τη δράση που ακολουθεί. Το δεύτερο μισό είναι πολύ πιο ουσιώδες και κρατάει τους αναγνώστες σε εγρήγορση, καθώς ένα μεγαλόπνοο σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή: Μπορούν τα παιδιά να σταματήσουν τον πόλεμο με όχημα τη Φαντασία;

Η συγγραφέας κινείται στα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και τον ρεαλισμό και τελικά μας δίνει η ίδια απάντηση στο ερώτημα. Δεν είναι εύκολο, αλλά μπορούν. Είτε με μια προσέγγιση πολιτική (την οποία προβάλλει περισσότερο το κείμενο), είτε μέσα από το πρίσμα του χριστιανισμού (στον οποίο γίνεται μια αναφορά στο κλείσιμο).

Δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε ασχολίαστο, το ότι σε κάποια σημεία το ανάγνωσμα μοιάζει αφελές, καθώς αναπαράγονται ξεπερασμένα στερεότυπα (τα γιαπωνεζάκια έχουν σχιστά μάτια και φορούν κιμονό), ενώ αν το ίδιο το κείμενο δεν ήταν αντιρατσιστικό, ορισμένες εκφράσεις (το παιδί που έρχεται από την Αραβία χαρακτηρίζεται «αραπάκι») θα μπορούσαν να μας προβληματίσουν.

Όπως και να έχουν τα πράγματα ωστόσο, πιστεύω ότι τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο έχουν πολλά να ωφεληθούν. Αν τα καθοδηγήσουμε σωστά και σταθούμε μαζί τους σε κάποια από τα μηνύματα του κειμένου, ίσως συνειδητοποιήσουν ότι αυτά είναι οι αυριανοί πολίτες του κόσμου και πως στα χέρια τους βρίσκεται το μέλλον. Ίσως κατανοήσουν ότι οι επιλογές τους έχουν μεγάλη σημασία και πως ακόμα κι αν δεν είναι πάντα εύκολο να επιτύχουν τους στόχους τους, θα πρέπει με οδηγό το όραμα και με τη βοήθεια των φίλων τους να προσπαθούν.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Ειρήνη, Διαφορετικότητα, Φιλία

Απόσπασμα 
Ένα ποτάμι  από ασημένιο φως χύθηκε στο δωμάτιο του Πετρή. Μπρος στο παράθυρο, που μόλις το ‘χε ανοίξει, στεκόταν η μητέρα του και κοίταζε το περιβόλι.
Ύστερα πήγε κοντά του.

- Ένα αγόρι μου, ξύπνα. Ξημέρωσε.

- Στάσου, μαμά, στάσου να σου πω πού πήγα…

Χαμογέλασε. Έτσι ακριβώς χαμογελούσε κάθε φορά που το μικρό αγόρι της ήθελε να της διηγηθεί το όνειρό του.

Μα δεν τον άφησε να το πει σήμερα. Ήταν αργά κι έπρεπε να ετοιμαστεί για το σχολείο.

- Παππού, να δεις πού πήγα, είπε στον παππού του καθώς έφευγε για το σχολείο. Όταν γυρίσω θα σου πω!

Μπήκε στην αυλή του σχολείου την ώρα που χτύπαγε το κουδούνι.

-Να δεις πού πήγα, είπε στον πλαϊνό του καθώς έμπαιναν στη γραμμή.

Ούτε αυτός όμως είχε όρξεη να τον ακούσει. Τον είχε σκουντήσει ο από πίσω του κι ήταν όλος θυμό.

Το μεσημέρι βρήκε τον παππού χμένο στην εφημερίδα. Κι όταν διάβαζε, δεν ήθελε κανείς να τον ενοχλεί.

Στο τραπέζι δεν του έδωσαν σημασία. Μιλούσαν όλοι μαζί. Ο παππούς διαφωνούσε με τον μπαμπά του για κάτι που έγραφε η εφημερίδα. Κι η μητέρα του ήταν σκεφτική και ανήσυχη.

-Να δεις πού πήγα, ξανάπε της μαμάς του τ’ απόγευμα καθώς της έδειχνε την αντιγραφή του.

-Πιο στρογγυλά και λίγο μικρότερα, του απάντησε εκείνη. Και τα μάτια της ήταν το ίδιο ανήσυχα, σαν το μεσημέρι.

Το βράδυ πήγε να κάτσει κοντά στη γιαγιά. Πάντα της αρέσανε τα λόγια. Θα τον άκουγε.

Κι ήξερε αυτή από γίγαντες. Πόσες φορές δεν του είχε πει για γίγαντες και νάνους στα παραμύθια!

-Γιαγιά, να δεις, πήγα στους τρεις γίγαντες!

- Σώπα τώρα να δούμε τηλεόραση. Θα πει για τον πόλεμο.

Ο Πετρής το πήρε απόφαση. Κανείς δε θα μάθαινε το σπουδαίο του νέο. Μα τι πάθανε αλήθεια όλοι τους σήμερα; Άλλοτε μόνο γι’ αυτόν μιλούσαν.

Σαν άρχισε το δελτίο ειδήσεων, τους είδε και τους τέσσερις να καρφώνουν τα μάτια τους πάνω στην τηλεόραση, σαν να μην ξανάδαν τέτοιο πράγμα στη ζωή τους.

Θύμωσε. Πήγε στο δωμάτιό του, έφερε τα λέγκο του, ξάπλωσε στο χαλί κι άρχισε να παίζει. Σε λίγο θα νύχτωνε. Και τότε…

Και πάλι τη Φαντασία του δεν την είδε κανείς σαν παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του. Ούτε σαν της έπιασε το χέρι, ούτε σαν ξεκίνησε να φύγει μαζί της για τη βουνοκορφή των τριών γιγάντων.


Share/Bookmark

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ο Άλκης και ο λαβύρινθος


Υπόθεση
Ο Άλκης, γιος του αρχιτέκτονα Kώστα Δαιδάλου, είναι ένα παιδί αφοσιωμένο στον κόσμο των υπολογιστών και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ζει μια άνετη ζωή μαζί με τον πατέρα του, ενώ η μητέρα του έχει εξαφανιστεί πριν χρόνια. Μια μέρα ωστόσο εξαφανίζεται και η αγαπημένη του αδελφή, η Ελένη. Επικοινωνώντας μαζί του ηλεκτρονικά, ένα κορίτσι ισχυρίζεται ότι μπορεί να τον βοηθήσει να βρει την αδελφή του και του προτείνει μια συμφωνία. Εκείνος δέχεται και μπλέκει σ' ένα ασυνήθιστο κι επικίνδυνο παιχνίδι με περίεργους κανόνες. Η αναζήτηση θα τον οδηγήσει σε μία περιπέτεια μέσα από την οποία θα καταλάβει ότι η πραγματική ζωή δεν είναι οι υπολογιστές αλλά οι αληθινοί άνθρωποι, που σκέφτονται, αναπνέουν, αισθάνονται…

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Καστανιώτης
Συγγραφέας: Αλέξης Σταμάτης
Εικονογράφηση: Denis Lhomme
ISBN: 978-960-03-4820-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 91
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Ο συγγραφέας έχει ήδη φανατικούς αναγνώστες στη λογοτεχνία ενηλίκων, ωστόσο σε αυτή την αστυνομική περιπέτεια του τύπου «κυνήγι θησαυρού», τα πολλά ετερόκλητα στοιχεία (απαγωγές, μυθολογία, χακεράδες, ξιφομαχίες) που μπλέκονται στο σενάριο, φοβάμαι ότι τελικά δεν οδηγούν σε κάτι περισσότερο από μια απλώς συμπαθητική ιστορία.

Οι μαθητές δεν θα συναντήσουν δυσκολίες στην κατανόηση του κειμένου και τα κεφάλαια είναι αρκετά μικρά (γύρω στις 6 σελίδες) για τις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται το βιβλίο, ενώ υπάρχουν ολοσέλιδες ασπρόμαυρες ζωγραφιές σε κάθε κεφάλαιο που αποδίδουν τα πρόσωπα και κάποια χαρακτηριστική σκηνή από την πλοκή.

Το βιβλίο προτείνεται σε αγόρια Ε’ και Στ’ τάξης που ενδιαφέρονται για αστυνομικά μυστήρια, θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι το ύφος γραφής είναι ιδιαίτερο και με μία «μεγαλίστικη» αύρα, που προφανώς κάποιοι θα συμπαθήσουν και κάποιοι άλλοι όχι.

Παρότι το κεντρικό μήνυμα της ιστορίας απευθύνεται σε παιδιά που ασχολούνται διαρκώς με τους υπολογιστές -χάνοντας τη ζωή από τα χέρια τους, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν το συγκεκριμένο κείμενο έχει τη δύναμη να τραβήξει την προσοχή των μαθητών από την οθόνη στο βιβλίο, ώστε να έχει αποτέλεσμα. Ωστόσο το ίδιο το δίδαγμα με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: «Ζήσε στο τώρα και βοήθησε όσους βρίσκονται κοντά σου».

Το βιβλίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του συγγραφέα «Οδός Θησέως» και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως θεατρικό έργο στο Αρσάκειο του Ψυχικού. Κάποια θεατρικά στοιχεία μοιάζει να έχουν επιβιώσει (όπως ο διάλογος των τριών κοριτσιών στο απόσπασμα που ακολουθεί) και προσωπικά θεωρώ ότι ξενίζουν λίγο μέσα στο κείμενο. Περισσότερο όμως προβληματικός, είναι κατά τη γνώμη μου ο μη ρεαλιστικός τρόπος που αποδίδεται η γλώσσα των εφήβων: επιτηδευμένος λόγος, με «μοντέρνες» εκφράσεις να φυτρώνουν εδώ και κει, και όχι σπάνια εμποτισμένος με διδάγματα, στα οποία καταλήγουν οι νέοι «σαν καλά παιδιά». Καμία σχέση δηλαδή με τους διαλόγους που ακούμε στα προαύλια και στον δρόμο.

Κατά τα άλλα, ο συγγραφέας ξαναδιηγείται  την ιστορία του Θησέα και του Μινώταυρου, φωτίζοντάς την από μια σύγχρονη οπτική, όπου ο «Μινώταυρος» έχει γίνει σκέτος «Ρος», ο μίτος έχει γίνει πομποδέκτης και η Αριάδνη πρωταθλήτρια στο μπάσκετ με καρότσι. Κάπου εκεί μέσα συνωστίζονται παραμυθιακά στοιχεία (η μαγική έκφραση «φτου φτου φτου» ανοίγει τον βράχο μιας σπηλιάς) σκηνές βγαλμένες θαρρεί κανείς από την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων (μια οικογένεια με δούκισσες, κόμισσες και το σύμβολο της Πίστεως προσαρμοσμένο σε μακαρόνια), ένας γραφικός χάκερ («Χτυπάω στο σκοτάδι της οθόνης. Γι’ αυτό με λένε και Νυχτερίδα!»), συμβουλές του τύπου Paulo Coelho («Φοβάται, αλλά τελικά μόνο άμα ξεπεράσει κανείς το φόβο του αλλάζει τα πράγματα») και ένα φινάλε που αρχικά μυρίζει Dungeons & Dragons και Guillermo del Toro, αλλά τελικά αποδεικνύεται μάλλον space (ξιφομαχίες και κρυογενικοί θάλαμοι).

Προσωπικά μου έμεινε μια απορία: αφού καλλιεργείται ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα, με την Αριάδνη να κατευθύνει τον ήρωα από το αναπηρικό της καροτσάκι, γιατί πρέπει ο ρωτακισμός του πατέρα να θεραπεύεται στο τέλος;

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Αγάπη, Τεχνολογία, Διαφορετικότητα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Έχουν περάσει τρεις μέρες. Η Ελένη είναι άφαντη. Την ψάχνουν παντού, αλλά μοιάζει σαν να την κατάπιε η γη! Ο Άλκης είναι ξαπλωμένος στον καναπέ, δείχνει πολύ στεναχωρημένος. Δεν μπορεί να το πιστέψει πως η κατάρα χτύπησε για δεύτερη φορά την οικογένειά του. Έχει μάθει τόσο καιρό να ζει χωρίς τη μάνα του, χωρίς όμως κανείς ποτέ να του έχει δώσει μια πειστική εξήγηση γιατί χάθηκε. Ίσως γι’ αυτό το έχει ρίξει τόσο πολύ στους υπολογιστές. Ίσως να του λείπει πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόταν… Όσο είχε την Ελένη, τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα, αλλά τώρα…

Γύρω από τον Άλκη είναι καθισμένα τρία κορίτσια. Είναι οι συμμαθήτριές του: η Λουκία, η Πόλυ και η Βίκυ. Ο Άλκης είναι πολύ αγαπητός στο σχολείο του. Πρώτος μαθητής, φασαριόζος και δυναμικός. Πρώτη φορά όμως οι φίλες του τον βλέπουν έτσι χάλια. Προσπαθούν να τον παρηγορήσουν. Η μια του χαϊδεύει τα μαλλιά, η άλλη του φτιάχνει προτοκαλάδα και η Τρίτη του  ‘χει φέρει την αγαπημένη του σοκολάτα.

Η Λουκία τον πλησιάζει:
«Ήταν τόσο καλή η Ελενίτσα… Τόσο όμορφη… Και η καλύτερη μαθήτρια στο σχολείο… Το ξέρεις ότι με εμπιστευόταν εμένα η Ελένη; Μου ‘χε πει όλα της τα μυστικά. Κι είχε πολλά μυστικά… Κι εγώ φυσικά δεν έχω πει τίποτα».

«Ναι, Λουκία μου, γι’ αυτό τα ξέρει όλο το σχολείο τώρα», σχολιάζει η Πόλυ, που τη ζηλεύει.

«Μιλάς εσύ, Πόλυ; Εσύ που αντέγραφες απ’ την Ελένη σε κάθε διαγώνισμα;» λέει η Βίκυ, που ζηλεύει την Πόλυ.

«Βίκυ! Τι λες, απλώς δανειζόμουν καμιά φράση… Ε, τόσο έξυπνη που ήταν περίσσευε και μυαλό για εμάς τις χαζούλες! Αφού ξέρετε ότι δεν τα μπορώ τα μαθήματα… Έχει τόσα σίριαλ η τηλεόραση, πού να προλάβω…» δικαιολογείται η Πόλυ.


«Βέβαια, όλη μέρα η Πόλυ μπροστά στο χαζοκούτι. Και μιλάει κι από πάνω, που ό,τι φορούσε η Ελένη το έβαζε εκείνη την άλλη μέρα…» λέει η Λουκία, που ζηλεύει και την Πόλυ και τη Βίκυ.

«Είσαστε κι οι δύο ζηλιάρες. Εγώ είχα την καλύτερη σχέση με την Ελένη. Το ξέρετε ότι ερχόταν σπίτι μου και ζωγραφίζαμε; Είχαμε φτιάξει κι έναν πίνακα μαζί για ένα διαγωνισμό», λέει η Πόλυ, που προσπαθεί να βγάλει την ουρά της απ’ έξω.

Η Βίκυ όμως δεν την αφήνει έτσι:

«Εσύ καμιά μολυβιά θα ‘χες βάλει. Φαντάζομαι πως όλον η Ελένη θα τον έφτιαξε…»

«Ελάτε τώρα, η Ελενίτσα έχει εξαφανιστεί. Η δασκάλα χτες έλεγε ότι τέτοιο παιδί δεν έχει ξαναπεράσει απ’ το σχολείο», λέει η Λουκία.

«Ε, ναι, αλλά ήταν και λίγο νευρικιά… Κάποτε μου είχε σκίσει ένα τετράδιο», πετάει την μπηχτή της η Βίκυ, που πιο πολύ απ’ όλες ζηλεύει την Ελένη.

«Εκεί που είχες ζωγραφίσει τις καρδούλες για τον…» λέει η Λουκία, που κι αυτή πιο πολύ την Ελένη ζηλεύει.

«Ποια μιλάει… Να μην πω για τη φωτογραφία που έχεις στο δωμάτιό σου με κάποιον γνωστό μας…» της απαντάει εκνευρισμένη η Βίκυ και δείχνει τον Άλκη, που τόση ώρα δεν ασχολείται με καμιά τους.

«Σσσστ! Άμα συνεχίσεις, θα πω και για το γράμμα που ετοίμαζε η Πόλυ για τον…» λέει η Λουκία και δείχνει κι αυτή τον Άλκη.

«Αφήστε τα αυτά, κορίτσια, ο Άλκης είναι πολύ στεναχωρημένος…» λέει η Πόλυ, που αυτή να δείτε πόσο τη ζηλεύει την Ελένη.

Τόση ώρα ο Άλκης ούτε που τις ακούει. Το μυαλό του είναι αλλού. Οι τρεις κοπέλες σκύβουν από πάνω του:

«Πρέπει να το πάρεις απόφαση πια, Άλκη» - η Λουκία.

«Μη μένεις άλλο μέσα…» - η Βίκυ.

«Να ξανάρθεις στο σχολείο…» - η Πόλυ.

«Η ζωή συνεχίζεται, βρε Άλκη…» - η Λουκία.

«Δεν υπάρχει μόνο η Ελένη…» - η Βίκυ.

«Υπάρχουμε κι εμείς…» - η Πόλυ.

Ε, πια ο Άλκης γίνεται έξαλλος. Πετάγεται από τον καναπέ φωνάζοντας:

«Φύγετε, φύγετε! Ωραίες φίλες είσαστε εσείς. Ούτε στο νυχάκι της δε φτάνετε!» Και τις διώχνει κακήν κακώς.

Share/Bookmark

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ο βασιλιάς Μοναχούλης

Υπόθεση
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα βασίλειο τόσο φτωχό, που οι πάντες, εκτός από το βασιλιά, αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν. Ο βασιλιάς Μοναχούλης απόμεινε μόνος στο ερημικό του βασίλειο και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του. Με το εφευρετικό του μυαλό και με τη φαντασία του άρχισε ένα παιχνίδι που, με πρωταγωνιστή τον ίδιο, έφερε σιγά σιγά τη ζωή στο ερημωμένο παλάτι και τέλος σε όλο το βασίλειο.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ραφαέλ Εστράδα (Rafael Estrada)
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
Εικονογράφηση: Χεσούς Γκαμπάν
ISBN: 960-600-477-5
Τίτλος πρωτοτύπου: El rey Solito
Έτος 1ης Έκδοσης: 1994 (στα ελληνικά 1997)
Σελίδες: 58
Τιμή: περίπου 2 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’

Κριτική
Πολύ φοβάμαι ότι μάλλον λείπει το νεύρο και η ουσία από αυτή τη σύντομη ιστοριούλα για μικρά παιδιά. Η ιδέα για τον βασιλιά που μένει μόνος του και επιμένει να κρατήσει το βασίλειό του ζωντανό είναι ίσως πρωτότυπη, ωστόσο η αντισυμβατική υπόθεση είναι γεμάτη συμβάσεις και πιστεύω ότι κάπου χάνεται αυτό που θέλει να μας πει ο συγγραφέας. Ωστόσο, και παρ’ ότι το περιεχόμενο δεν βοηθάει, είναι πιθανό οι μικροί αναγνώστες να καταφέρουν να τελειώσουν το βιβλίο, καθώς το κείμενο είναι σύντομο, δοσμένο σε μορφή (αραιογραμμένων) στίχων, με γραμματοσειρά μετρίου μεγέθους και έγχρωμη εικονογράφηση σε κάθε σελίδα.

Αν το κείμενο το διαβάζουμε εμείς στα παιδιά, ίσως καταφέρουμε να τα κάνουμε να γελάσουν στη σκηνή όπου ο βασιλιάς προσπαθεί να αναπαραστήσει μια σκηνή πολέμου στο κάστρο του και τρέχει εκατέρωθεν των τειχών για να παίξει τους ρόλους του πολιορκούμενου και του πολιορκητή.

Θα το προτείναμε σε παιδιά Α’ και Β’ Δημοτικού, τα οποία επιθυμούν περισσότερο να εξασκηθούν στην ανάγνωση και λιγότερο σε όσα αναζητούν μια συναρπαστική ή διδακτική ιστορία. Παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς αδέλφια και πολλούς φίλους, ίσως θα μπορούσαν να ταυτιστούν με τον ήρωα, αλλά και πάλι το κείμενο δεν τους προτείνει κάποιο τρόπο δράσης που θα απαλύνει τη μοναξιά τους.

Η ιστορία μπορούμε να πούμε ότι αποπνέει έναν αέρα σχιζοφρένειας. Ο βασιλιάς Μοναχούλης μπορεί να μην έχει υπηκόους, αλλά δεν το βάζει κάτω, καθώς αναλαμβάνει ο ίδιος να παίξει όλους τους ρόλους στο βασίλειό του. Θυμίζει λίγο εκείνον τον χαρακτήρα του σταθμάρχη στον Lucky Luke που αλλάζει καπέλο και γίνεται υπάλληλος της τράπεζας για να εξυπηρετήσει τον καουμπόη. Μόνο που στην περίπτωσή μας ο μόνος υπηρέτης και υπηρετούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο. Ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα όταν ο βασιλιάς αποφασίζει να ερωτευτεί, οπότε εκτός από ρόλο αναγκάζεται να αλλάζει και φύλο, στέλνοντας και εισπράττοντας φιλιά στον αέρα.

Στο τέλος της ιστορίας, και αφού ο ήρωας έχει καταφέρει να παντρευτεί τον εαυτό του, ο από μηχανής θεός εμφανίζεται με τη μορφή μιας βοσκοπούλας που επιστρέφει στην άκαρπη χώρα η οποία ξαφνικά έγινε γόνιμη. Μαζί ξαναζούν όσα ο Μοναχούλης είχε ζήσει μόνος με τον εαυτό του, ώσπου και οι υπόλοιποι κάτοικοι επιστρέφουν, κλείνοντας το παραμύθι με ένα αναμενόμενο happy end.

Πιθανό δίδαγμα; Πρέπει πρώτα να μάθεις να αγαπάς τον εαυτό σου πριν συναντήσεις τον αληθινό έρωτα.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Επιμονή

Απόσπασμα 
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό
ένα βασίλειο πολύ φτωχικό.
Ήταν τόσο φτωχό,
που όλοι οι κάτοικοι του κάστρου του
αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν
και να πάνε να ζήσουν στο διπλανό βασίλειο.

Οι υπουργοί,
οι βαρόνοι,
οι μαρκήσιοι
και όλος ο καλός ο κόσμος, η αριστοκρατία,
είχαν φύγει από καιρό,
γιατί έβλεπαν άφωνοι
το φοροεισπράκτορα να ζητάει φόρους
και γιατί δεν είχαν να κάνουν τίποτ’ άλλο
παρά να κυνηγάνε μύγες.

Οι χωρικοί
που ζούσαν στους αγρούς
γύρω από το κάστρο, βλέποντας
ότι η γη δεν έδινε καρπό
παρά τις σκληρές προσπάθειές τους,
μετακόμισαν κι αυτοί στο διπλανό βασίλειο
παίρνοντας μαζί όλα τους τα ζώα.

Στο τέλος, απόμεινε στο βασίλειο
μονάχα ένας άνθρωπος.
Εκείνος που δεν μπορούσε
να το εγκαταλείψει,
γιατί τότε
δε θα ήταν πια βασίλειο.
Ο άνθρωπος αυτός
ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς:
ο βασιλιάς Μοναχούλης.

Κάθε πρωί, μόλις ξημέρωνε,
ο βασιλιάς Μοναχούλης σηκωνόταν
αθόρυβα από το κρεβάτι του
και πήγαινε στον πιο ψηλό πύργο
του κάστρου, ανεβαίνοντας προσεχτικά
στις μύτες των ποδιών του.
Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί ψηλά,
υπήρχε μια τρομπέτα που μ’ αυτήν
ο βασιλιάς Μοναχούλης ξυπνούσε
τον ίδιο του τον εαυτό.

Μετά γύριζε τρέχοντας στο βασιλικό υπνοδωμάτιο
και έπεφτες ξανά στο κρεβάτι.
-Μμμμ…, έλεγε ο βασιλιάς
Μοναχούλης τεντώνοντας το κορμί του
και χουζουρεύοντας.

Ύστερα διέταζε
να του φέρουν το πρωινό του,
αφού για κάτι τέτοιες στιγμές ήταν βασιλιάς.
Σηκωνόταν με πολλή προσοχή
από το κρεβάτι του,
κατέβαινε τρέχοντας στην κουζίνα
και έφτιαχνε ένα πλούσιο πρωινό
με καλοψημένες
φρυγανιές και γάλα.
Αμέσως μετά ανέβαινε τρέχοντας
στο βασιλικό διαμέρισμά του
και ο ίδιος σερβίριζε στον εαυτό του
το πρωινό στο κρεβάτι.

-Ευχαριστώ, έλεγε στον εαυτό του,
γιατί ήταν πολύ καλλιεργημένος και με καλή
ανατροφή και του άρεσε να είναι ευγενικός με όλον τον κόσμο.


Share/Bookmark

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Το Μαγικό μου Ημερολόγιο (1): Ένα μελαγχολικό κορίτσι

Υπόθεση
Προσπαθώντας να προσαρμοστεί στη ζωή μιας καινούριας πόλης και νοσταλγώντας την παλιά της κολλητή, τη Χάνα, η Ήβη χαίρεται που παίρνει μια πρόσκληση να παρακολουθήσει μαθήματα χορού στην Ακαδημία Χορού Μάλκοβα. Όταν, όμως, μια συμμαθήτριά της τής κάνει τη ζωή δύσκολη, η Ήβη ανησυχεί πως οι πιθανότητές της να προσαρμοστεί στην καινούρια πόλη αρχίζουν να λιγοστεύουν. Ωστόσο, μια μαγική συμβουλή θα τα αλλάξει όλα…

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Άγκυρα
Συγγραφέας: Laura Baker
Μετάφραση: Αιμιλία Μανούση
Εικονογράφηση: Mélanie Florain
ISBN: 978-960-422-869-0
Τίτλος πρωτοτύπου: From your Diary with Love, New Girl Blues
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008 (στα ελληνικά 2010)
Σελίδες: 105
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’, E', Στ'

Κριτική
Πολύ συμπαθητική, χαριτωμένη, δροσερή αλλά και ωφέλιμη αυτή η ιστορία της σειράς Το Μαγικό μου Ημερολόγιο. Μπορεί να τηρεί ευλαβικά τις ισορροπίες του πολιτικά ορθού και να φλερτάρει με ένα light ύφος (όμορφη ξανθιά ηρωίδα αγαπάει το ροζ και το μπαλέτο, βάζει τα κλάματα με το παραμικρό, κλπ.), μπορεί ακόμα και να αναπαράγει κατά στιγμές τα καταναλωτικά πρότυπα, ωστόσο είναι εμποτισμένη με τις αρχές τις συναισθηματικής εκπαίδευσης και πιστεύω ότι όσες μικρές αναγνώστριες τη διαβάσουν έχουν να κερδίσουν πράγματα.

Σίγουρα όσοι ξεκινήσουν δεν θα δυσκολευτούν να την τελειώσουν: Η γραφή είναι ξεκούραστη, οι διάλογοι έξυπνοι και η δράση συνεχής, ενώ η μετάφραση ρέει και δεν προβληματίζει σχεδόν σε κανένα σημείο. Επιπλέον τα κεφάλαια κυμαίνονται γύρω στις επτά σελίδες το ένα, με γραμματοσειρά μετρίου μεγέθους και όμορφες (ασπρόμαυρες) εικόνες να εμφανίζονται κάθε τέσσερις σελίδες, ξεκουράζοντας τα μάτια. Με όλα αυτά τα στοιχεία μαζεμένα, θεωρώ ότι όχι μόνο δεν θα κουράσει τα παιδιά, αλλά μάλλον θα τα συναρπάσει!

Το προτείνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα σε κορίτσια τόσο της Δ’ και Ε’ τάξης, όσο και σε λίγο μικρότερα ή μεγαλύτερα. Περισσότερο ίσως ταυτιστούν όσα από αυτά ασχολούνται με το μπαλέτο ή προσπαθούν να προσαρμοστούν σε νέο σχολικό περιβάλλον.

Με τη βοήθεια της ώριμης σκέψης του μαγικού της ημερολογίου και τη στήριξη της οικογένειάς της, η μικρή ηρωίδα βρίσκει το θάρρος να αντιπαρατεθεί με ένα σωρό προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές στα σύγχρονα σχολεία: bullying (εκφοβισμός), προβλήματα προσαρμογής, άγχος εξετάσεων, φυγή από τα προβλήματα, κ.ά. Και μπορεί στη δική μας, την πραγματική καθημερινότητα, αυτό το touch μαγείας που φέρνει η κυρία Βολκόφ στο βιβλίο να λείπει, αλλά μια καλή συμβουλή μπορούν πάντα να τη βρουν και να την ακολουθήσουν τα παιδιά. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ανάγνωσμα μπορεί να γίνει αφορμή για προβληματισμό ή και (γιατί όχι;) να εθίσει τα παιδιά σε έναν υγιέστερο τρόπο σκέψης. 

Από την άλλη, οφείλουμε να σχολιάσουμε το ότι εφαρμόζονται στο βιβλίο ένα σωρό σύγχρονα τρικ του εμπορικού μάρκετινγκ, σε βαθμό που τα όρια ανάμεσα στην παιδική λογοτεχνία και το νεανικό περιοδικό να θολώνουν. Όχι επειδή η οικογένεια και οι φίλοι της ηρωίδας μας συστήνονται από την πρώτη σελίδα, όπως άλλοτε οι ήρωες στην αρχή κάθε περιπέτειας του Αστερίξ. Ούτε επειδή στο τέλος της ιστορίας υπάρχει preview από το πρώτο κεφάλαιο του επόμενου τόμου της σειράς. Αλλά επειδή στο πίσω μέρος του βιβλίου συναντάμε παράρτημα με μια χειροκατασκευή για βραχιόλι, πληροφορίες για μια διάσημη μπαλαρίνα, οδηγίες για τις θέσεις των ποδιών στο μπαλέτο, και ένα τεστ προσωπικότητας α λα Cosmopolitan! Δύσκολοι ωστόσο οι καιροί οπότε...

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Φιλία, Υπευθυνότητα, Εκπαίδευση, Οικογένεια, Χορός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Η Ήβη καθόταν στο γραφείο της σχεδιάζοντας αφηρημένα πάνω στο εξώφυλλο του βιβλίου Ιστορίας. Πρόσθεσε στη σειρά μία ακόμη όμορφη μπαλαρίνα, που χόρευε γύρω από τη σελίδα, κι αναστέναξε στενοχωρημένη. Είχε περάσει μια ολόκληρη εβδομάδα από τότε που πρωτοπήγε στο Δημοτικό Σχολείο του Κρόσακρ, αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, δεν θα μπορούσε ποτέ να προσαρμοστεί σ’ αυτό το περιβάλλον.

Στην αυλή του σχολείου, την πρώτη ημέρα της εκεί, όλα τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω της και η ήβη είχε ενθουσιαστεί που θα γνώριζε ένα σωρό καινούριους φίλους.

«Από πού είσαι;» την ρώτησε μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο ένα κορίτσι που το έλεγαν Μίρα.

Η Ήβη άρχισε να της εξηγεί ότι η οικογένειά της μόλις είχε μετακομίσει από το Λονδίνο, αλλά ξαφνικά διαπίστωσε πως δεν την άκουγε κανείς. Ένα κοκαλιάρικο κορίτσι με μαύρα μαλλιά με ανταύγειες και μακριά, βαμμένα κόκκινα νύχια –προφανώς η βασίλισσα των «κουλ»- άνοιξε δρόμο σπρώχνοντας και βγήκε μπροστά στην ομάδα των παιδιών. Στάθηκε εκεί με σταυρωμένα τα χέρια και το κεφάλι της γερμένο στο πλάι.

«Λοιπόν», είπε χαμογελώντας ειρωνικά, «ποιο είναι το αγαπημένο σου συγκρότημα;»

Ξαφνικά όλοι σώπασαν. Η Ήβη ανατρίχιασε γιατί ήξερε ότι αν δεν έλεγε το σωστό όνομα, όλοι θα άρχιζαν να την κοροϊδεύουν.

«Χμ, μ’ αρέσουν πολλά και διάφορα συγκροτήματα…», άρχισε να λέει.

«Άα!» σχολίασε το κορίτσι περιφρονητικά γουρλώνοντας τα μάτια κι ύστερα μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού, κάτι σαν σύνθημα για να την ακολουθήσουν, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε.

Οι άλλες έτρεξαν πίσω της ή σκορπίστηκαν γύρω, αφήνοντας την Ήβη ολομόναχη, να προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της.

***

«Μήπως μπορείς να μου πεις εσύ, Ήβη;» είπε ο κύριος Μίτσιν, ο δάσκαλος της Πέμπτης τάξης.

Η Ήβη πετάχτηκε όρθια και σταμάτησε να μουντζουρώνει αφηρημένη.

«Συγνώμη, κύριε;» ψέλλισε. «Πώς είπατε;»
Ο κύριος Μίτσιν κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του, που είχαν σχήμα μισοφέγγαρου, και χαμογέλασε ευγενικά. «Μπορείς να μου πεις εσύ τι είναι αυτό;» επανέλαβε, κρατώντας κάτι που έμοιαζε με ντόνατ. Η Ήβη κούνησε το κεφάλι αρνητικά και μετάνιωσε που δεν πρόσεχε.

«Είναι ένα αρχαίο ρωμαϊκό…», άρχισε ο κύριος Μίτσιν, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.

«Περάστε», φώναξε ο κύριος Μίτσιν – και τότε μπήκε στην τάξη μια νοσοκόμα που κρατούσε ένα μεγάλο κόκκινο μήλο κι ένα γυαλιστερό πλαστικό τάπερ.

Η Ήβη κοκκίνισε από ντροπή. Ήταν η μαμά της, που πήγαινε για δουλειά στο νοσοκομείο του Μίλτσεστερ.

«Με συγχωρείτε πολύ που διακόπτω το μάθημα», είπε η κυρία Ντέναμ, «αλλά η Ήβη ξέχασε το φαγητό της στο σπίτι».

Η Ήβη κοκκίνισε περισσότερο κι από το μήλο κι έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της.

«Θα φροντίσετε, παρακαλώ, να φάει πρώτο το φρούτο της και μετά τα δημητριακά της;»

«Ωχ», αναστέναξε η Ήβη και ζάρωσε στο θρανίο της – κι ενώ ευχότανε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, η μαμά της γύρισε πίσω και της έστειλε ένα φιλί.

Ε, τότε πια, ξέσπασε μεγάλη αναστάτωση. Όλοι άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους και να γελούν. Ο Άντονι και ο Τζόζεφ, οι ταραξίες της τάξης, έστελναν φιλιά σε όλα τα κορίτσια. Μόνο η Μπεθ καθόταν ήσυχη, αν και η Ήβη δεν πρόσεξε τίποτε απ’ όλα αυτά, αφού είχε ακόμη το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της.

Είναι φρικτό! Σκεφτόταν. Γιατί τάχα έπρεπε να έρθει η μαμά και να με φέρει σε τόσο δύσκολη θέση;

«Ησυχία, παρακαλώ!» είπε ο κύριος Μίτσιν με έναν περίεργο μορφασμό. Κι αυτός ακόμη προσπαθούσε να συγκρατήσει τα γέλια του!

«Σας παρακαλώ, κύριε», είπε ο Άντονι, προσπαθώντας να διατηρήσει το πρόσωπό του σοβαρό. «Νιώθω άσχημα. Νομίζω πως έφαγα το πρωινό μου με τα δημητριακά πριν από το γιαούρτι μου. Λέτε να πεθάνω;»

«Πολύ αστείο, Άντονι», είπε ο κύριος Μίτσιν. «Πρόσεξε μόνο μην πεθάνεις της πείνας – βλέπω πως άφησες λίγο γιαούρτι πάνω στο σαγόνι σου!»

Ο Άντονι γέλασε και το σκούπισε.

Ο Τζόζεφ σήκωσε το χέρι του. «Παρακαλώ, κύριε. Καλύτερα να τσεκάρετε αν η μαμά της Ήβης έκοψε τις άκρες από το σάντουιτς, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να σπάσει τα δοντάκια της».

Πριν προλάβει να απαντήσει ο κύριος Μίτσιν, ένα κορίτσι με μεγάλα, όμορφα μαύρα μάτια, σηκώθηκε κι έβαλε τις φωνές στον Τζόζεφ.

«Ε, λοιπόν, πάω στοίχημα ότι η Ήβη δεν θα έβαζε τα κλάματα επειδή φοβόταν τη νεράιδα των δοντιών… όπως έκανε κάποιος στην Τρίτη τάξη!»

Έβαλαν όλοι τα γέλια και το καλαθάκι με το κολατσιό της Ήβης ξεχάστηκε.

Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό, Μπεθ», είπε ο κύριος Μίτσιν. «Και τώρα πίσω στους αρχαίους Ρωμαίους…»


Share/Bookmark

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Μαθητευόμενη Μαγισσούλα (3): Μαγεία όχι αστεία!

Υπόθεση
Η μαθητευόμενη μαγισσούλα Τζέσικα, κάνει καλοκαιρινά μαθήματα με μια καινούρια δασκάλα, την Πελαγία, η οποία κάποτε ήταν πειρατής. Η Τζες βρίσκει τα μαθήματα για τις Μαγικές Ενορχηστρώσεις, τα Φυλαχτά, τους Χρησμούς και τις Μαντείες συναρπαστικά και σύντομα αρχίζει να χρησιμοποιεί τις καινούριες της ικανότητες. Σε μια δοκιμασία κρυφτού με την κυρία Στρέγκα και την Πελαγία η Τζέσικα καταφέρνει να τις ξεγελάσει. Η περιέργειά της όμως τη βάζει σε επικίνδυνα μπλεξίματα, και τότε συνειδητοποιεί ότι οι μεγαλύτερες, σοφότερες μάγισσες μπορούν ακόμη να της μάθουν δύο τρία πράγματα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Μέιβ Φρίελ (Maeve Friel)
Μετάφραση: Στεφανία Φερρό
Εικονογράφηση: Νέιθαν Ριντ
ISBN: 960-04-2567-1
Τίτλος πρωτοτύπου: Witch-in-training. Charming or What?
Έτος 1ης Έκδοσης: 2003 (στα ελληνικά 2004)
Σελίδες: 94
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’

Κριτική
Το τρίτο βιβλίο της σειράς Μαθητευόμενη Μαγισσούλα διαβάζεται γρήγορα σαν πασατέμπος καθώς είναι γραμμένο με χαριτωμένο ύφος, περιέχει δράση και πολλούς σύντομους διαλόγους. Η μετάφραση ωστόσο θα μπορούσε να βοηθάει το κείμενο περισσότερο, καθώς κάποιες φορές μοιάζει να αναζητά τις λέξεις που αποδίδουν με ακρίβεια το νόημα, θυσιάζοντας τη σπιρτάδα του κειμένου. Τούτο οδηγεί και την ιστορία να «κολλάει» σε ορισμένα σημεία, υποχρεώνοντας τον ανυποψίαστο αναγνώστη να ξαναδιαβάσει κάποιες παραγράφους πριν προχωρήσει με σιγουριά.

Τα κεφάλαια έχουν έκταση γύρω στις δέκα σελίδες το καθένα, ωστόσο διαβάζονται με άνεση επειδή το μέγεθος της γραμματοσειράς είναι μέτριο και οι σειρές αραιωμένες. Επιπλέον η (ασπρόμαυρη αλλά όμορφη) εικονογράφηση είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε δεύτερη σελίδα και τα σκίτσα σχεδιασμένα με μια «τσαχπινιά» που κατά κάποιον τρόπο μας μεταφέρει την οπτική της παιχνιδιάρας μάγισσας. Έτσι οι μικρές αναγνώστριες θα είναι δύσκολο να κουραστούν.

Προτείνεται σε κορίτσια της Γ’ και Δ’ τάξης που ενδιαφέρονται για ιστορίες με μάγους και μάγισσες, αλλά που βαριούνται να διαβάσουν πολύ ή να ψάξουν κάτω από την επιφάνεια για κρυφά μηνύματα.

Όλα καλά με αυτό το βιβλίο, μόνο που τελειώνοντάς το δεν ένιωσα να μου έμεινε κάτι. Σαν να χάζεψα για μια στιγμή κάποια πολύχρωμη τσιχλόφουσκα που έσκασε παίρνοντας μαζί της λίγον από τον χρόνο μου. Πίσω από μια έξυπνη ιδέα, μερικούς συμπαθέστατους χαρακτήρες και ένα ελκυστικό εξώφυλλο φαίνεται δηλαδή να μην υπάρχει ουσία, απλώς ψυχαγωγία και αυτή περιορισμένη σε μετρημένα διασκεδαστικά κεφάλαια. Η ιρλανδέζα συγγραφέας έχει ωστόσο ήδη εκδώσει γύρω στα 20 βιβλία και παρουσιάζεται βραβευμένη και αγαπημένη, οπότε μάλλον δεν θα ήταν σωστό να την καταδικάσω με το πρώτο δείγμα γραφής που έτυχε να συναντήσω.

Οφείλω παρολαυτά να σχολιάσω, ότι τα διάφορα περιστατικά που συνθέτουν την ιστορία, μοιάζουν σαν υλικά δοκιμασμένα μεν (βλ. Χάρι Πόττερ, Οδύσσεια, κ.ά.), αλλά τυχαία ανακατεμένα σε μια μεγάλη μαρμίτα... κάτι σαν συνταγή για μαγικό φίλτρο δηλαδή, μόνο που το συγκεκριμένο σε εμένα προσωπικά δεν έπιασε... (μένει να δούμε βέβαια αν θα βγάλω ουρά)

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Εκπαίδευση

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Η Τζέσικα ακολούθησε την Πελαγία μέχρι την άκρη του λόφου και σκαρφάλωσε ύστερα απ’ αυτή σε μια σχοινένια σκάλα που οδηγούσε κάτω στην αμμουδιά.

- Εδώ προσγειώθηκα πριν από πολλά φεγγάρια, εξήγησε η Πελαγία, καθώς έδινε το χέρι της στην Τζέσικα για να τη βοηθήσει να πηδήξει από το τελευταίο σκαλί. Είναι ιδανική αμμουδιά για τυχερά βότσαλα.

Έσκυψε κι άρχισε να μαζεύει λεία βότσαλα, τα οποία χώρισε σε τρεις ομάδες, για να φτιάξει τρεις συμμετρικούς κύκλους που έμπαιναν ο ένας μέσα στον άλλο.

- Η κυρία Στρέγκα είπε ότι κάποτε ήσουν πειρατής, είπε, δήθεν αδιάφορα, η Τζέσικα γονατίζοντας δίπλα της για να βλέπει.

Τα βραχιόλια της Πελαγίας κουδούνισαν.

- Ποτέ μη λες πειρατής, κοπέλα μου, να λες περιπλανώμενος ιστιοπλόος. Αλλά ναι, η κυρία Στρέγκα έχει δίκιο. Πέρασα πολλά χρόνια στις ανοιχτές θάλασσες και ταξίδεψα από την παλιά Καθαία μέχρι το Βαλπαραΐσο.

- Και γιατί σταμάτησες;

- Ας αφήσουμε αυτή την ιστορία για μια άλλη μέρα, είπε η Πελαγία με ένα πικραμένο ύφος.

Έπειτα έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να απαγγέλλει:

Κύκλοι μέσα σε κύκλους πλεγμένοι,
από τριάδες βότσαλων φτιαγμένοι,
όλα τα κακά ξορκίστε,
δρόμο για τα Μάγια ανοίξτε.

Αμέσως μετά η Πελαγία έμοιαζε να ‘χει αποκοιμηθεί. Η Τζέσικα κοίταξε γύρω της. Άκουσε το φύσημα του ανέμου μέσα στα φοινικόδεντρα και τα γουργουρητά που έρχονταν απ’ το στομάχι της.

- Πεινάω πολύ, μουρμούρισε και θυμήθηκε τα μάνγκο και τους ανανάδες. Αναρωτιέμαι πότε θα φάμε βραδινό.

Η Μπέρκλεϊ έβγαλε το κεφάλι της απ’την τσέπη της Τζέσικα.
- Τσίου-τσίου; σφύριξε προσφέροντας στην Τζέσικα ένα σποράκι με το ράμφος της.

Ξαφνικά ακούστηκε μεγάλη φασαρία από ένα δέντρο εκεί κοντά.

- Δίνε του, έκρωξε κάποιος. Φύγε. Γίνε καπνός.

- Εεε, Πελαγία; Είπε  η Τζέσικα χαϊδεύοντας τα φτερά κάτω απ’ το λαιμό της Μπέρκλεϊ για να την ηρεμήσει. Κάποιος σ’ εκείνο το δέντρο δεν είναι καθόλου ευγενικός μαζί μας.

Η Πελαγία άνοιξε τα μάτια της.

- Είναι η Τζόζεφιν που κάνει σαν χαζή για την Μπέρκλεϊ. Δεν είναι συνηθισμένη σε επισκέπτες πουλιά.

- Η Τζόζεφιν είναι κάποια άλλη μάγισσα;

- Όχι, καλέ. Είναι η μασκότ μου, ένα τροπικό πτηνό που ονομάζεται καλάο. Είναι μέσα στην κουφάλα εκείνου του δέντρου, όπου έχει γεννήσει το αυγό της. Θα μείνει κλεισμένη εκεί μέσα μέχρι το κλωσόπουλό της να μπορεί να πετάξει.

- Κλεισμένη μέσα στο δέντρο; Θα πρέπει να πεθαίνει της πείνας.

Η Πελαγία γέλασε.
- Κάθε άλλο. Μπορείς να με βοηθήσεις να την ταΐσουμε αργότερα. Βλέπεις εκείνο το σκληρό κιντρινοκόκκινο πράγμα που ξεπροβάλλει από την τρύπα του κορμού; Είναι το ράμφος της. Αλλά τώρα ας ξαναστρωθούμε στη δουλειά.

Πέρασε το χέρι της πάνω από τους τρεις κύκλους με τα βότσαλα.

- Το τρία είναι τέλειος αριθμός, δε συμφωνείς; Έχει αρχή, μέση και τέλος. Και τόσα καλά πράγματα υπάρχουν σε τριάδες.

- Όπως δύο φέτες ψωμί με μία φέτα τυρί στη μέση; Πρότεινε η Τζέσικα. Το στομάχι της γουργούρισε ακόμα πιο δυνατά. Ένα μαχαίρι, ένα πιρούνι κι ένα κουτάλι; Φρυγανιά, βούτυρο και μαρμελάδα; Αυγά, λουκάνικα και πατάτες τηγανητές;

Τα βραχιόλια της Πελαγίας κουδούνισαν.

- Ώχ, συγνώμη, είπε η Τζέσικα και κοκκίνισε.


Share/Bookmark