Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Για την άλλη πατρίδα

Υπόθεση
Η οικογένεια του μικρού Τέλη, μετανάστες δεύτερης γενιάς από την Γαλαζόνησο, ζουν υπό καθεστώς καταπίεσης στη σοβιετικού τύπου Δημοκρατία της Αργοβίας. Με πολύ κόπο και χάρη σε φίλους και βοηθούς, το σκάνε από εκεί μεταμφιεσμένοι σε Ισαδαίους, και καταφέρνουν να βρεθούν πίσω στον τόπο καταγωγής τους. Πριν όμως προλάβουν να ξεγνοιάσουν, καινούριες περιπέτειες κάνουν την εμφάνισή τους, αφού ο εχθρός αποβιβάζεται στο νησί και τους υποχρεώνει σε νέο ξεριζωμό.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης 
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου
Εικονογράφηση: Πέτρος Ζαμπέλης - Άννα Μενδρινού
ISBN: 978-960-
293-137-0 
Έτος 1ης Έκδοσης: 1978 (από Εκδόσεις των Φίλων)
Σελίδες: 151
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ένα μικρό, καλογραμμένο μυθιστόρημα από την πολυβραβευμένη Λότη Πέτροβιτς, που βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά μας δίνει μια συγκλονιστική ιστορία προσφυγιάς. Η γλώσσα της είναι όπως πάντα απλή και τα μηνύματα περνάνε με σαφήνεια, ενώ η ευγένεια στη γραφή της δεν μας εγκαταλείπει, ακόμα και όταν οι σκηνές που περιγράφονται γίνονται σκληρές (αναγνώριση πτωμάτων από μια μάνα μετά από εργατικό ατύχημα σ.80). Η έκδοση προσανατολίζεται σε μαθητές των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και σε παιδιά γυμνασίου, αφού τα κανονικά τυπογραφικά και η μάλλον σοβαρή συνοδευτική εικονογράφηση (10 ολοσέλιδα χαρακτικά για 20 κεφάλαια) δεν θα φανούν ελκυστικά στους μικρούς αναγνώστες. Το μέγεθος των κεφαλαίων από την άλλη είναι σχετικά μικρό (συνήθως 7-8 σελίδες) ενώ η πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον μας ζωντανό και δεν επιτρέπει να κουραστούμε παρά σε ελάχιστα σημεία. Ένα από αυτά, αφορά μια φιλοσοφική συζήτηση κοινωνικού περιεχομένου (σ. 73-77) που πιστεύω πως θα δυσκολέψει αρκετά τους πιο απροετοίμαστους.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Στ' τάξης και Γυμνασίου, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και έφηβοι ή ενήλικοι που ενδιαφέρονται για τη ζωή των μειονοτήτων στις Σοβιετικές Δημοκρατίες, το δράμα της Κύπρου ή γενικότερα για θέματα μετανάστευσης. Το μόνο σίγουρο είναι πως όσοι το διαβάσουν, θα καταφέρουν να μπουν στη θέση του πρόσφυγα και να νιώσουν έστω και για λίγο, τα συναισθήματα και τις αγωνίες του.

Ορισμένες σκηνές του βιβλίου είναι γραμμένες αριστοτεχνικά, και απορώ πώς δεν έχει τύχει να βρουν ακόμα το δρόμο προς κάποιο από τα ανθολόγια ή τα βιβλία του Δημοτικού. Συναντάμε σ' αυτές άλλοτε γνήσια συγκίνηση, (όπως όταν ο μικρός Τέλης αποχαιρετά το σπίτι του -σ. 58-61), και άλλοτε την αναστάτωση και αγωνία των φυγάδων, (όπως όταν με μεγάλη γλαφυρότητα μας περιγράφονται οι εικόνες και τα συναισθήματά τους σε έναν διωγμό -σ. 122-124).

Συγκρίνοντας το βιβλίο αυτό με τον Μικρό Αδελφό της ίδιας συγγραφέως, βλέπουμε πως και τα δύο έχουν κεντρικό θέμα την ειρήνη και την παγκόσμια συμφιλίωση. Ακολουθείται και στα δύο έργα μια κοινή στρατηγική που θέλει την οπτική του ήρωα σταδιακά να "ανοίγει" από το προσωπικό στο γενικό. Έτσι, όπως προηγουμένως ο Άγγελος (1976) έτσι και ο Τέλης (1978), αρχικά μαθαίνει για την καταπίεση που υφίσταται η οικογένειά του στην Αργοβία (σ.16), στη συνέχεια διαπιστώνει πως αντίστοιχα συμβαίνουν και στη νέα του πατρίδα (σ.113), και τελικά (σ.148) αποφασίζει να αγωνιστεί για το όνειρο να ζουν αδελφωμένοι και λεύτεροι όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί, και ο καθένας να δίνει ό,τι καλύτερο έχει για το κοινό καλό.

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Οικογένεια, Αλτρουισμός, Φιλία, Μετανάστευση, Απώλεια, Δικαιοσύνη, Δημοκρατία, Ιστορία, Νοσταλγία, Υπευθυνότητα.

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Όχι, δεν ήταν μονάχα η θλίψη για το θάνατο του παππού εκείνη η σκιά που ξεχώριζε ο Τέλης, τρεις μέρες τώρα, στα μάτια του θείου και του πατέρα. Πρέπει να ήταν και κάτι ακόμα. Είχε αρχίσει να τους ζώνει μια παράξενη ανησυχία. Κι ο Τέλης αδιάκοπα θυμόταν εκείνο το μαύρο προαίσθημα.

Ώρες ώρες μιλούσαν σιγά μεταξύ τους, σαν τότε στην Αργοβία. Άλλοτε πάλι κουβέντιαζαν με τα ξαδέλφια τους δυνατά. Ο Τέλης τότε ξεχώριζε κάποιες λέξεις φριχτές: κάτι σαν «τυραννία», «συλλήψεις», «βασανιστήρια», «καταπίεση», «προδοσία»… Κι έδειχναν να μιλούν για τα μέρη τα συγγενικά τους, τα στεριανά, εκεί που ήταν το χωριό της μητέρας. Να λένε γι’ ανθρώπους γνωστούς, που καταδιώκονταν και φυλακίζονταν για τις ιδέες τους. Και για δικτάτορες, που κρατούσαν την εξουσία με το «έτσι θέλω». Γίνονταν, λοιπόν, κι αλλού τέτοια πράγματα; Δε γίνονταν μονάχα στην Αργοβία;  

Ένα βράδυ, στο σπίτι των συγγενών, κάποιος φίλος τους διηγήθηκε την ιστορία ενός ανθρώπου, που κυνηγημένος από τους δικτάτορες, μπήκε λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο να φύγει από τα μέρη εκείνα, να σωθεί. «Σαν εμάς» συλλογίστηκε ο Τέλης. «Κι εκεί τα ίδια!». Μόνο που κείνος ο άνθρωπος δεν είχε τη δική τους την καλή τύχη. Τον βρήκαν αργότερα νεκρό σ’ ένα απόμερο ακρογιάλι. Πολλοί έλεγαν πως κάποιος τον πρόδωσε, τον σκότωσαν στο βαπόρι και τον έριξαν στη θάλασσα. Άλλοι πως είχε πνιγεί καθώς έπεσε στα κύματα, προσπαθώντας να βγει σε κάποιο νησί.

Άκουσαν κι άλλες φοβερές ιστορίες εκείνο το βράδυ. Και μια σύντομη θλιβερή σιωπή ακολουθούσε καθεμιάς τους το τέλος.

- Μπορεί να γίνουν κι εδώ φασαρίες; Ρώτησε κάποτε η Ναταλία δειλά.

- Μπα, δεν το πιστεύω, την καθησύχασε ο πατέρας. Η Γαλαζόνησος είναι μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη μικρή χώρα που κανένας δεν μπορεί να τη βλάψει. Την ελευθερία της την έχουν εγγυηθεί δυνάμεις μεγάλες. Έχουν υπογραφεί συμφωνίες για την ασφάλειά της. Έπειτα, ο ελεύθερος κόσμος δε θ’ αφήσει ποτέ να της κάνουν κακό. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν έχει κανονικό στρατό ούτε όπλα.

Το βλέμμα του, ωστόσο, δε φαινόταν και τόσο σίγουρο. Πιο πέρα ο θείος κούνησε δύσπιστα το κεφάλι κι άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα με τους συγγενείς.

Τέτοιες κουβέντες γίνονταν από τότε συχνά. Και λίγο λίγο την έτρωγαν θαρρείς σαν σαράκι την ανείπωτη εκείνη ευδαιμονία του γυρισμού, εκείνη την παραδεισένια γαλήνη που είχαν νιώσει τις πρώτες ημέρες.

Ώσπου ένα πρωί, αναστατώθηκε ο κόσμος στην πόλη. Αλλόκοτη κίνηση, φωνές κι ανακατωσούρα περίεργη ακούστηκε από το δρόμο. Ο πατέρας κόλλησε τ' αυτί στο ραδιόφωνο. Ο θείος πετάχτηκε έξω να μάθει τα νέα καλύτερα. Στην πρωτεύουσα του νησιού γίνονταν ταραχές! «Πραξικόπημα» το είπαν αγανακτισμένοι οι μεγάλοι.

Ο Τέλης έσκυψε απ’ το παράθυρο. Άνθρωποι με πρόσωπα ταραγμένα έτρεχαν εδώ κι εκεί, μαζεύονταν λίγοι λίγοι, κουβέντιαζαν φοβισμένοι, χειρονομούσαν… Τα μαύρα μαντάτα σκοτείνιαζαν θαρρούσες τον ουρανό, πλάκωναν το νησί σαν αντάρα – κι ας έφεγγε ο ήλιος ανέμελος.

Μέσα η μητέρα σταυροκοπιόταν κατάχλωμη.

- Πάλι, Θεέ μου, αδελφός τον αδελφό! Πάλι τα ίδια! Τι κατάρα είναι τούτη;

Η Ναταλία στεκόταν παράμερα σκυθρωπή. Δίπλα της είχαν κουρνιάσει αμίλητα τα κορίτσια.

Λίγες ώρες αργότερα, η κίνηση κόπασε. Η πόλη θαρρούσες πως είχε πεθάνει. Μια νέκρα παράξενη απλωνόταν παντού.

Κλείστηκαν μέσα μικροί μεγάλοι. Κι ο θείος κουβέντιαζε φωναχτά τώρα με τον πατέρα, που τον άκουγε αποθαρρημένος, στενοχωρημένος, σαν παιδί που το γέλασαν.

- Θέλουν να μας βάλουν και μας στο χέρι οι δικτάτορες κι οι προστάτες τους, Ανδρέα, το κατάλαβες τώρα; Αγανακτούσε ο θείος. Θέλουν να κάνουν κι εδώ τα ίδια. Σου τα έλεγα εγώ. Θυμάσαι τι σου έλεγα και για κείνα τα συστήματα; Κάθε τόσο κι ένα πραξικόπημα, μι δικτατορία σε κάποια χώρα. Και τότε ξεχνούν μεμιάς την ελευθερία την ατομική, που τόσο υποστηρίζουν. Λησμονούν τ' ανθρώπινα δικαιώματα όποτε τους συμφέρει. Σου τα έλεγα… Παντού οι μικροί και οι αδύνατοι την πληρώνουν. Αυτοί ‘ναι πάντα τα θύματα – κι ας πασχίζουν τάχα όλοι γι’ αυτούς. Χιλιάδες φορές σας τα είπα, μα κι εσύ κι ο πατέρας με θεωρούσατε απροσγείωτο!

«Εκείνα τα συστήματα»… «Οι δικτάτορες κι οι προστάτες τους»…. Τι να εννοούσε άραγε ο θείος; Θα τον ρωτούσε ο Τέλης σε πρώτη ευκαιρία.

Δεν πρόφτασε. Σε λίγες μέρες ξέσπασε η θύελλα.
Ήταν πρωί. Ένιωσε να τον ξυπνά η μητέρα αλαφιασμένη. Μάζευε σαν τρελή κάτι ρούχα. Παράξενες βροντές ακούγονταν που του τράνταζαν το κρεβάτι. Τα τζάμια έτριζαν, η μητέρα κάτι του φώναζε: να ντυθεί… να φύγουν… να γλιτώσουν… Πετάχτηκε τρομαγμένος. Να γλιτώσουν; Από τι; Δεν απαντούσε. Μιλούσε βιαστικά στα κορίτσια. Η Δανάη έντυνε κιόλας τη μικρή, που σιγόκλαιγε φοβισμένη. Ξάφνου τραντάχτηκαν πάλι… Έτρεξε στο παράθυρο. Η θάλασσα είχε γεμίσει μαύρα καράβια.

- Καίγεται το δάσος! Όρμησε στο δωμάτιο η Ναταλία. Δείτε! Ρίχνουν στο βουνό!

- Γρήγορα! Γρήγορα! Ξεφώνισε η μητέρα. Είπαν τα ξαδέλφια να κάνουμε γρήγορα.

Ούτε κατάλαβε πότε βγήκαν, πού έτρεξαν, ποιοι τους πήραν. Θυμάται μονάχα πως μπήκαν σ’ ένα αυτοκίνητο. Θυμάται τις φλόγες που έβγαιναν από το δάσος× Τις βροντές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, ανακατωμένες με βόμβο από αεροπλάνα και τον κόσμο να φωνάζει:
- Απόβαση! Απόβαση! Οι εχθροί κάνουν απόβαση!

Έπειτα βρέθηκαν σ’ ένα υπόγειο, κάπου πιο πέτρα, μακριά απ’ την πόλη. Ακούστηκε πάλι βόμβος από αεροπλάνα… και πολυβόλα… Κι αμέσως τα σπίτια, οι δρόμοι, τα χωράφια τριγύρω βάλθηκαν να τραντάζονται.

Δυο γυναίκες που έστεκαν πλάι του άρχισαν να σταυροκοπιούνται λαχταριασμένες.

- Βόμβες! Φώναξε έντρομη η μητέρα. Θεέ μου! Μας βομβαρδίζουν!
Ο πατέρας, ο θείος Ιάσονας, δεν ήταν μαζί τους. Δεν τολμούσε να ρωτήσει ο Τέλης. Δεν έβγαινε λέξη από το στόμα του. Κοίταξε τη Δανάη που στεκόταν βουβή… Έπειτα την Ηλέκτρα που είχε ζαρώσει στην αγκαλιά της μητέρας και κάθε τόσο πεταγόταν με κάθε βόμβα που έπεφτε…

Πόλεμος, λοιπόν! Γινόταν πόλεμος. Μα το νησί τους δεν είχε κανονικό στρατό, ούτε όπλα – έτσι δεν είχε πει ο πατέρας; Ποιος άνανδρος, λοιπόν, τολμούσε να το χτυπήσει; Κι οι συμφωνίες; Τι έγραφαν οι συμφωνίες που είχε πει πως υπογράφτηκαν;  «Η Γαλαζόνησος είναι μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη μικρή χώρα…», «την ελευθερία της την έχουν εγγυηθεί δυνάμεις μεγάλες»…, «ο ελεύθερος κόσμος δε θ’ αφήσει ποτέ να της κάνουν κακό…» - έτσι δεν έλεγε; Πού ήταν, λοιπόν, τώρα όλοι αυτοί; Γιατί άφηναν τον εχθρό να τους βομβαρδίζει; Και τ' ανθρώπινα δικαιώματα που του διάβαζε ο θείος; Τι έλεγαν τ' ανθρώπινα δικαιώματα; Δεν υπήρχε λοιπόν δικαιοσύνη σε τούτη τη γη; Ήταν όλα λόγια; Λόγια και τίποτ’ άλλο; Α, πόση απογοήτευση τον κυρίευε!

Δε θυμόταν πια πόσες ώρες έμειναν έτσι κλεισμένοι. Στο μυαλό του χαράζονταν μονάχα φωνές από πανικόβλητα γυναικόπαιδα, ουρλιαχτά από λαβωμένους, θόρυβοι από κανόνια, βόμβες και πολυβόλα.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι
Σε σχέση με τη βοήθεια που προσφέρουν στους πρωταγωνιστές - μετανάστες, συναντάμε στο βιβλίο διάφορους χαρακτήρες:

- Τους ανθρωπιστές, εκείνους δηλαδή που τους συνδράμουν με κάθε ειλικρίνεια και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους. Τέτοιος είναι ο Στεφάν, που βοηθάει τον θείο Ιάσονα και τον Τέλη... ακόμα και μετά τον ίδιο του τον θάνατο!

- Τους συμφεροντολόγους, εκείνους δηλαδή που βοηθούν επειδή νιώθουν μεν κάποια συμπάθεια, αλλά και επειδή αυτό τους εξυπηρετεί. Τέτοιος είναι ο κύριος Βαρούχ, που περιμένει από την οικογένεια του Τέλη οικονομικά ανταλλάγματα προς όφελος της Ισαδαιϊκής κοινότητας.

- Τους εκμεταλλευτές, όπως ο σιχαμερός διευθυντής Λεπαντάρ, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να κερδίσουν από τους ξένους, ρίχνοντας επάνω τους ακόμα και τα δικά τους κρίματα.

Οι μετανάστες είναι μια πονεμένη υπόθεση, ειδικά στην Ελλάδα αυτού του καιρού. Εύκολα θύματα (βλ. Μανωλάδα), αλλά και επιρρεπείς σε εκτροπές (βλ. λιμάνι Πάτρας), γίνονται (μια ακόμη) αφορμή για να χωριστεί η κοινή γνώμη σε στρατόπεδα και να αποπροσανατολιστεί από πολύ σημαντικότερα προβλήματα (όπως π.χ. η λειτουργία της δημοκρατίας μας).

Τι ομοιότητες και τι διαφορές έχουν άραγε οι μετανάστες που βλέπουμε τριγύρω μας, σε σχέση με τους πρωταγωνιστές του βιβλίου; Γιατί να βρίσκονται στη χώρα μας και τι σκοπό έχουν; Και εμείς πώς τους αντιμετωπίζουμε; Ως Στεφάν, ως Βαρούχ ή ως Λεπαντάρ; Επιτρέπεται το πλήθος, η κουλτούρα και το επίπεδο μόρφωσής τους να γίνονται δικαιολογία για μια αρνητική στάση απέναντί τους; Ή αρκεί το γεγονός ότι είναι άνθρωποι για να προσπαθήσουμε να τους βοηθήσουμε; Όπως και να 'χει το πράγμα, οι περισσότεροι φαίνεται να αδιαφορούν ή να λαμβάνουν θέση α λα Βαρούχ.

Η συγγραφέας, πάντως, δεν μας αφήνει να αμφιβάλλουμε. Στο τέλος της ιστορίας, μας δείχνει τον Τέλη να βοηθάει κάθε έναν που έχει ανάγκη, γιατί δεν αντέχει να βλέπει τους ανθρώπους να υποφέρουν (σ. 147). Οι εμπειρίες του και το δίδαγμα του Στεφάν τον σημάδεψαν και πια θεωρεί τον κόσμο ολάκερο σαν αδέλφια του. Νιώθει ταγμένος να παλέψει για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ελευθερία όλων. Τι θα είχε άραγε να πει για το πρόσφατο ναυάγιο της Λαμπεντούζα;

Χρήση στην Τάξη
Στην ιστορία παρακολουθούμε τις αγωνιώδεις προσπάθειες της οικογένειας Ιακώβου να διατηρήσει την εθνική της ταυτότητα ζωντανή, χωρίς όμως να προκαλεί και το καθεστώς της Αργοβίας. Είναι κοινό χαρακτηριστικό των μεταναστών σε όλο τον κόσμο, από τη μία να προσπαθούν να προσαρμοστούν στη χώρα που τους φιλοξενεί και από την άλλη να κάνουν ό,τι μπορούν για να μην ξεχάσουν τον πολιτισμό τους. Αν έχουμε μαθητές από άλλες χώρες στην τάξη μας (στη δική μας συνήθως αποτελούν το 80% των μαθητών) μπορούμε να κάνουμε μια ανοιχτή συζήτηση για το πώς διατηρούν τα έθιμά τους σε έναν ξένο γι'αυτούς τόπο όπως είναι η Ελλάδα.

Όπως το Σπίτι του Άγγλου Συνταγματάρχη, έτσι και αυτό το βιβλίο μας προσφέρει μια εξαιρετική αφορμή να μιλήσουμε στην τάξη για το ζήτημα της Κύπρου, που στο κείμενο τη συναντάμε ως "Γαλαζόνησο".

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...