Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Στα ίχνη του Βερμέερ

Υπόθεση
Μια νύχτα του Οκτώβρη σε κάποια γειτονιά του Σικάγο, τρία ολόιδια γράμματα φτάνουν σε ισάριθμους παραλήπτες. Ζητούν βοήθεια για την εξιχνίαση ενός "εγκλήματος" που έγινε αιώνες πριν και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ονόματος ενός μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου. 

Ο Κάλντερ Πίλεϊ είναι μαθητής στην έκτη τάξη ενός πειραματικού σχολείου που ίδρυσε ο J. Dewey. Χόμπι του είναι να ανακαλύπτει συσχετισμούς, να σπάει και να δημιουργεί κώδικες, όπως και να επικοινωνεί μέσω αυτών με τον μοναδικό του φίλο Τόμι. Παρότι σιχαίνεται το γράψιμο, λατρεύει τη νέα του δασκάλα δεσποινίδα Χάσεϊ (Hussey) που ακούει με προσοχή τις σκέψεις των παιδιών και ακολουθεί τις αρχές της ανακαλυπτικής μάθησης. Το ίδιο ξετρελαμένη με την απρόβλεπτη νέα δασκάλα είναι και η συμμαθήτριά του Πέτρα, που της αρέσει πολύ να γράφει, να φαντάζεται και να βρίσκει ερωτήσεις χωρίς απάντηση.  Μέσα από μια σειρά πρωτότυπων εργασιών και ένα πραγματικά παράξενο βιβλίο που πέφτει στα χέρια τους, τα δύο παιδιά θα γνωριστούν καλύτερα. Θα ανακαλύψουν συμπτώσεις που συνδέουν τις ζωές τους και θα βρεθούν αναπάντεχα στο κέντρο μιας περιπέτειας στην οποία εμπλέκονται μια εξαφάνιση παιδιού, η κλοπή ενός πίνακα του Βερμέερ, μια δολοφονία και πολλά άλυτα μυστήρια!

Θα αποδειχτεί άραγε αρκετή η βοήθεια των πεντόμινο και της ιδιότροπης κυρίας Σαρπ για να βγουν σώοι από την περιπέτεια και να γλιτώσουν την "Κυρία που γράφει" από τα χέρια των κακοποιών;
  
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί
Συγγραφέας: Blue Balliett
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εικονογράφηση: Brett Helquist
ISBN: 978-960-441-064-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004 (στα ελληνικά 2005)
Τίτλος πρωτοτύπου: Chasing Vermeer
Σελίδες: 310
Τιμή: περίπου 16 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ενδιαφέρουσα περιπέτεια μυστηρίου γύρω από το ταξίδι των ιδεών αλλά και τα έργα του Γιαν Βερμέερ. Η μετάφραση μοιάζει καλοδουλεμένη και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με δημιουργικό τρόπο, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό που δεν δυσκολεύει ιδιαίτερα τον νεαρό αναγνώστη. Η υποψία ενοχής που περνά από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, τα δεδομένα που με ιδιοφυή τρόπο μπερδεύονται και ξεδιαλύνονται, οι διαρκείς ανατροπές και οι συμπτώσεις, όπως και η αγωνία που σταδιακά κλιμακώνεται, είναι στοιχεία που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, παρά τις 300 σελίδες του βιβλίου και τις κατά καιρούς σκόπιμες καθυστερήσεις που παρεμβαίνουν στην πλοκή. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε 24 μέτριας έκτασης κεφάλαια (5-20 σελίδων, συνήθως όμως μεταξύ 7 έως 12), σε καθένα από τα οποία συναντάμε μια ολοσέλιδη ασπρόμαυρη εικόνα με ένα κρυφό μήνυμα. Οι συμβάσεις είναι λίγες (π.χ. στη σ.271 η πόρτα του κτηρίου είναι ξεκλείδωτη, αλλά ο συναγερμός ενεργοποιημένος) και δεν επηρεάζουν το ρεαλιστικό ύφος, ούτε μας εμποδίζουν να ταυτιστούμε με τους ήρωες. Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές της Στ' τάξης Δημοτικού και του γυμνασίου, αλλά και γενικά στους φίλους των γρίφων, των καλών τεχνών και των συναρπαστικών μυστηρίων!

  • Ενδιαφέροντες χαρακτήρες
  • Ιδιοφυής πλοκή
  • Προσφέρει αφορμή για παρατήρηση του περιβάλλοντος και ενασχόληση με την τέχνη

  • Ογκώδη κεφάλαια με πυκνή γραφή και περιγραφές που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Τέχνη, Μυστήριο, Εκπαίδευση, Φιλία, Μαθηματικά

Εικονογράφηση
Παρότι η εικονογράφηση είναι καλοδουλεμένη και ακολουθεί την αισθητική του κειμένου, αφήνει την εντύπωση πως δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς το θέμα, ούτε και συμμετέχει στο τελικό αποτέλεσμα με τον τρόπο που ο σχεδιασμός της έκδοσης φιλοδοξεί. Τόσο τα παιδιά όσο και εμείς οι ενήλικοι, στάθηκε αδύνατο να αποκωδικοποιήσουμε τον γρίφο πίσω από τα σχέδια και γρήγορα εγκαταλείψαμε την προσπάθεια, στρεφόμενοι αποκλειστικά στο κείμενο.
Απόσπασμα
Το Ντέλια Ντελ Χολ, χτισμένο το 1916, είχε να επιδείξει αναρίθμητα διακοσμητικά στοιχεία· τερατόμορφες φιγούρες μισοκρυμμένες πίσω από πολυετή κισσό, πέτρινους πυργίσκους, πολυάριθμες καμινάδες, περίτεχνα δίφυλλα παράθυρα. Στους αρχικούς χώρους είχαν προστεθεί μια πισίνα, μια καφετέρια κι ένα σύγχρονο κινηματοθέατρο, όπου διοργανώνονταν πάρτι και θεατρικές παραστάσεις. Το κτίριο έριχνε στο χιόνι μια κίτρινη λάμψη που απέπνεε θαλπωρή κι έστελνε λωρίδες φωτός, λεπτές σαν δάχτυλα, στις σκοτεινές αίθουσες του Κινγκ Χολ.

«Επομένως, έκανα λάθος. Μάλλον το Π δε σήμαινε πανεπιστήμιο», είπε η Πέτρα, που ήρθε και στάθηκε δίπλα στο φίλο της, μπροστά στο παράθυρο. «Μάλλον δεν είναι εδώ ο πίνακας. Τι λες να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στο Ντέλια Ντελ προτού πάμε στο σπίτι;»

«Φυσικά! να αγοράσουμε και ένα κουτί καραμελίτσες και πατατάκια, γιατί πεθαίνω της πείνας».

Οι φωνές τους αργόσβηναν μες στο σούρουπο καθώς διέσχιζαν το δρόμο, αφήνοντας την ησυχία του Κινγκ Χολ ν’ απλωθεί και πάλι σε όλους τους χώρους του.

Οι δύο φίλοι κάθισαν σ’ ένα παγκάκι μες στο Ντέλια Ντελ Χολ, για να μοιραστούν τις καραμελίτσες και τα πατατάκια τους. Έπεφτες χιόνι, που με τρόπο μαγικό μαλάκωνε κι έσβηνε τον κόσμο του πανεπιστημίου έξω απ’ το κτίριο. Άφησαν τα μπουφάν, τους σκούφους και τα γάντια τους σ’ ένα υγρό βουναλάκι από ρούχα πλάι τους.

Μια παρέα φοιτητών στην άλλη άκρη της αίθουσας κουβέντιαζε για το μάθημα των Λατινικών. Ένας άντρας με βαριά ματόκλαδα διάβαζε την εφημερίδα του. Ένας καθηγητής με κεφάλι σαν ροζ μπάλα του μπόουλινγκ κατευθυνόταν βιαστικά προς την πισίνα με μια πετσέτα παραμάσχαλα. Μια γυναίκα με μια τεράστια αρμαθιά κλειδιά στο χέρι πέρασε από μπροστά τους κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά. Ο Κάλντερ μπόρεσε ν’ ακούσει το «κλικ» μιας κλειδαριάς που άνοιξε και το «κλακ» ενός μάνταλου που βρήκε ξανά τη θέση του όταν έκλεισε πάλι η πόρτα.

Η Πέτρα δεν είχε προσέξει τίποτε απ’ όλα αυτά. Μασούσε τα πατατάκια της κοιτάζοντας μπροστά της γλαρωμένη, λες κι ήταν έτοιμη να την πάρει ο ύπνος. Ο Κάλντερ είχε όρεξη για κουβέντα.

«Ουάου! Όλος ο χώρος εδώ πέρα είναι μες στο ξύλο. Κοίτα της σκάλα! Ποτέ δεν την είχα προσέξει μέχρι τώρα. Λες κι από ώρα σε ώρα θα φανεί στην κορυφή της κάποιο πρόσωπο από παλιά κινηματογραφική ταινία… Η Μπέτι Ντέιβις, ας πούμε…»

«Πράγματι». Η Πέτρα σηκώθηκε όρθια και τεντώθηκε. «Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά τώρα. Πέρασε η ώρα».

Απομακρύνθηκαν από την είσοδο του κτιρίου κι άρχισαν να περνούν τη μια άδεια αίθουσα μετά την άλλη. Παντού αντίκριζαν ξύλινη επένδυση στους τοίχους, πέτρινα τζάκια, πλακάκια στο δάπεδο. Είχαν φτάσει στους πιο παλιούς χώρους του κτιρίου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν το αρχικό κτίσμα του Ντέλια Ντελ Χολ. Η διάταξη των χώρων ήταν φιδογυριστή, οι ορθογώνιες αίθουσες θαρρείς πως χόρευαν αποκαλύπτοντας ένα σωρό εκπλήξεις σε κάθε στροφή. Τη μια στιγμή τα παιδιά βρίσκονταν σε μια αίθουσα μεγαλειώδη, την επόμενη σ’ ένα χώρο μικρό και οικείο. Μπήκαν σε μια τεράστια αίθουσα χορού, όπου σε μια γωνιά μερικοί φοιτητές μάθαιναν τάι τσι, μια κινεζική πολεμική τέχνη. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας μικροσκοπικός χώρος υποδοχής και πλάι του μια αίθουσα που έμοιαζε με τραπεζαρία.

Γύψινες κληματαριές κοσμούσαν τις επιβλητικές δοκούς της οροφής, ενώ οι τοίχοι, επενδυμένοι με ορθογώνια κομμάτια ξύλου σε διάφορα μεγέθη χωρίζονταν εδώ κι εκεί από σχεδόν αόρατες πόρτες. Ένα μικρό ξύλινο πόμολο και μια κλειδαρότρυπα ήταν οι μόνες ενδείξεις ότι μπορεί όντως να υπήρχαν κι άλλοι χώροι πίσω από ‘κει. Μια πόρτα οδηγούσε σε μια παλιομοδίτικη κουζίνα, μια άλλη σε μια πίσω σκάλα, και τρεις τέσσερις ήταν κλειδωμένες.

Η τραπεζαρία οδηγούσε σε μια ηλιόλουστη βιβλιοθήκη με ένα υπέροχο, τεράστιο τζάκι. Πάνω στο ράφι του, υπήρχε ένας ξυλόγλυπτος πάπυρος με την επιγραφή: ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΦΟΙΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ. Σκαλισμένα λιοντάρια κι άλογα κοσμούσαν τον πάπυρο.

Η Πέτρα στάθηκε μπροστά από την επιγραφή, θαυμάζοντας τους περίτεχνους γοτθικούς χαρακτήρες.
«Υπέροχο! Τι να σημαίνει, άραγε;»
«Η μαμά μου μου είπε ότι σ’ αυτόν το χώρο επετράπη για πρώτη φορά, εκτός από τους φοιτητές, να κάθονται και οι φοιτήτριες», αποκρίθηκε ο Κάλντερ.
«Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε την έρευνα.»

Στο δεύτερο όροφο υπήρχαν κάποια γραφεία και τρεις αίθουσες διαλέξεων, με πολλές σειρές από ξύλινες καρέκλες, ελαιογραφίες στους τοίχους και μεγάλα παράθυρα.

Στον τρίτο όροφο βρισκόταν μια μικρή θεατρική σκηνή. Τους τοίχους απέναντι από τη σκηνή κοσμούσε μια ωραία παράσταση· άνθρωποι ντυμένοι με μεσαιωνικές ενδυμασίες χόρευαν, έπαιζαν και κουβέντιαζαν σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Στο βορινό τοίχο υπήρχαν θολωτά παράθυρα και μια δίφυλλη τζαμόπορτα που οδηγούσε σε μια ταράτσα.

Τα δυο παιδιά στάθηκαν με δέος στην είσοδο. Μια κόκκινη βελούδινη αυλαία έκρυβε τη σκηνή, στις δυο άκρες της οποίες υπήρχε από μια μικρή ξύλινη πόρτα.

Παρακινημένοι από την ίδια παρόρμηση, προχώρησαν προς τα εκεί. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω. Χωρίς να πει λέξη, ο Κάλντερ δοκίμασε ν’ ανοίξει την πόρτα στα δεξιά της σκηνής. ήταν ξεκλείδωτη. Τρία σκαλάκια οδηγούσαν στα παρασκήνια.

Γλίστρησαν αθόρυβα εκεί μέσα, περνώντας πάνω από ξεφτισμένα σχοινιά αυλαίας, ένα λαούτο χωρίς χορδές, μια πλαστική στάμνα και μια παλιά σκούπα.

«Όλα αυτά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν υλικό για έναν ανόητο που περνιέται για τον Βερμέερ», σχολίασε ο Κάλντερ.

Νόμιζε ότι η Πέτρα θα γελούσε με το αστείο του, το κορίτσι όμως μάλλον δεν τον άκουσε.

«Δεν υπάρχει καμιά κρυψώνα εδώ», είπε.

Ξάφνου, η Πέτρα ένιωσε σαν να είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό ή σαν να έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πού. Ένιωσε μια αδιαθεσία. Οι λέξεις βγήκαν με κόπο από το στόμα της.

Επέστρεψαν στο δεύτερο όροφο. Το κορίτσι βρήκε μια καρέκλα μπροστά σ’ ένα παράθυρο και κάθισε. Ένιωσε ν’ ανακουφίζεται λιγάκι και μόνο που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο, κι αυτό ήταν παράξενο.

Ο Κάλντερ είχε πέσει στα τέσσερα μπροστά στο τζάκι της αίθουσας και κοιτούσε προς τα πάνω.

«Είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως υπάρχουν κρυφά ράφια εδώ μέσα. Ούτε που χωράει ο νους μας πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει τούτο το κτίριο».

Δεν έλαβε καμιά απάντηση από τη φίλη του, γι’ αυτό και γύρισε να την κοιτάξει.

«Τι τρέχει; Ζαλίζεσαι;»

«Κάλντερ… Αυτά τα παράθυρα…»

Ο Κάλντερ σηκώθηκε όρθιος.
«Ναι, ξέρω. Μοιάζουν με τα παράθυρα στους πίνακες του Βερμέερ».

Η Πέτρα κοίταξε τριγύρω στην αίθουσα.
«Κι αυτό το ξύλο στους τοίχους… Θέλω να πω, εκατομμύρια παλιά κτίρια έχουν ξύλινη επένδυση, αλλά αυτά εδώ τα ορθογώνια…»

Καθώς κοιτούσε το είδωλό της στο σκούρο τζάμι του παραθύρου, η φωνή της έσβησε.

Ο Κάλντερ την πλησίασε και κάθισε πλάι της.
«Θες να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στο χώρο προτού φύγουμε;» ρώτησε.

Το ύφος του του θύμισε τους γονείς του, όταν προσπαθούσαν να τον βάλουν να κάνει μια δουλειά χωρίς να φαίνεται ότι του το ζητούσαν.

Η Πέτρα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του.

«Τι σκέφτεσαι, Κάλντερ;»
«Ότι δε φαίνεσαι και πολύ καλά... Σαν να ζεσταίνεσαι υπερβολικά».

Το κορίτσι πράγματι ένιωθε σαν να είχε πυρετό.

«Μάλλον με περιτριγυρίζει γρίπη. Έλα, πάμε να φύγουμε από ‘δω».

Κατευθύνθηκαν προς τον πρώτο όροφο. Πέρασαν μπροστά από πόρτες με μπρούντζινα πόμολα σε σχήμα νυφίτσας, έναν ανάγλυφο φλαουτίστα και μερικά πέτρινα λιοντάρια που ήταν σκαρφαλωμένα ψηλά πάνω από το κεφαλόσκαλο. Η Πέτρα, με το χέρι της ν’ αγγίζει την κουπαστή της σάλας καθώς κατέβαινε αργά αργά τα σκαλιά, αναπήδησε ξαφνιασμένη και σταμάτησε. Ο Κάλντερ συνέχισε να κατεβαίνει.

Το κιγκλίδωμα της σκάλας ήταν ένα καλαίσθητο σχέδιο από κληματόφυλλα που πλέκονταν μεταξύ τους, όπου φώλιαζαν κάμποσα πλάσματα – πουλάκια, ποντίκια και σαύρες. Στη βάση της σκάλας, μια περίεργη ανάγλυφη δρύινη μαϊμού στήριζε την κουπαστή. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο, δρύινο, φλάουτο, βρείτε… Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν. Πουλιά, μαϊμού, ξύλινο… μαϊμού, δρύινο… ξύλινο, φλάουτο, βρείτε… βρείτε! Ήταν οι λέξεις της κυρίας Σαρπ στο νοσοκομείο. Η Πέτρα μαρμάρωσε στη θέση της, κρατώντας με το ένα χέρι την κουπαστή.

Είδε τον Κάλντερ να ψάχνει με ήρεμες κινήσεις το σωρό με τα νοτισμένα ρούχα για το μπουφάν του. Ήλπιζε ότι το πρόσωπό της δε φανέρωνε τις άγριες σκέψεις της, που θαρρείς και ούρλιαζαν δυνατά μες στο κεφάλι της.

«Προχώρα, περπάτα λες και δε συμβαίνει τίποτα», ψιθύρισε στον εαυτό της.

Ένας άντρας σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα του και την κοίταξε, καθώς περνούσε από δίπλα του. Άραγε ο κόσμος γύρω της άκουγε την καρδιά της που χτυπούσε σαν ταμπούρλο, καταλάβαινε ότι το μυαλό της είχε πάρει φωτιά; Άρπαξε με μια κίνηση τα πράγματά της και όρμησε έξω από την πόρτα, στο σούρουπο, που έλεγες πως τη σπλαχνίστηκε.

«Πέτρα, τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κάλντερ.
«Έλα!»

Ο Κάλντερ με κόπο ακολουθούσε τη φίλη του, που σχεδόν έτρεχε διαρκώς σκοντάφτοντας στο φρέσκο χιόνι. Όταν πέρασε ένα τετράγωνο στην 59η οδό, έριξε μια ματιά πίσω τους. Ο Κάλντερ γύρισε να κοιτάξει κι αυτός. Ξαφνικά, φοβήθηκε πολύ.

«Ας γυρίσουμε στο σπίτι περνώντας από τις πίσω αυλτές των σπιτιών. Πρέπει να εξαφανιστούμε οπωσδήποτε!»

Ο Κάλντερ άρχισε να περπατά με βήμα ταχύ πλάι στη φίλη του. Οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Σκέφτηκε το Π των πεντόμινο. Ας προσευχηθούμε κι ας προσέξουμε να μην πάθουμε τίποτα… Οι μοβ σκιές του σούρουπου έδειχναν απειλητικές τώρα. Οι θάμνοι ανάμεσα στα σπίτια φαίνονταν γεμάτοι μυστήριο, οι περαστικοί που περπατούσαν κυρτωμένοι για να προφυλαχτούν από το κρύο έδειχναν επικίνδυνοι.

Μόλις η Πέτρα σιγουρεύτηκε ότι κανένας δεν τους ακολουθούσε, σταμάτησε.

«Κάλντερ, αυτό είναι».

Εκείνος κοίταξε ολόγυρα στο έρημο δρομάκι.
Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του.

«Τι;»

«Νομίζω ότι τη βρήκαμε».
Σχόλιο
Όπως αναφέρουμε και στην εισαγωγή, η μετάφραση έχει πολλά εμπόδια να προσπεράσει. Μερικά από αυτά σχετίζονται με την προσαρμογή του λατινικού πεντόμινο (που λειτουργεί σαν παζλ πίσω από το κείμενο), στο ελληνικό αλφάβητο. Στην προσπάθεια αυτή, κάποιες φορές το γράμμα από το πρωτότυπο κείμενο αλλάζει (π.χ. στη σ. 271 το Y γίνεται Ν ώστε να σημαίνει Ναι), ενώ άλλες φορές ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να βγάζει νόημα στα ελληνικά. Στη σ. 260 για παράδειγμα, βλέπουμε το γράμμα T που στα αγγλικά θα παρέπεμπε απευθείας σε Twelve, να διαβάζεται ως Τρεις Τέσσερις Δώδεκα! Τα μηνύματα ωστόσο που ανταλλάσσουν ο Κάλντερ με τον Τόμι στον κώδικα που επεξηγείται στη σ. 84, εμφανίζονται στο τέλος του βιβλίου στα αγγλικά και έπειτα μεταφράζονται στη γλώσσα μας.
Πεντόμινο, το αγαπημένο παιχνίδι του Κάλντερ (πηγή)
Η Ντένις, συμμαθήτρια του Κάλντερ και της Πέτρα, αντιπροσωπεύει το καλομαθημένο παιδί της μετανεωτερικής εποχής, που μοιάζει αδιάφορο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Στον αντίποδα, οι δύο αντιήρωες-πρωταγωνιστές αναζητούν συσχετισμούς πίσω από το κάθε τι που δεν μοιάζει φυσιολογικό, παρασυρμένοι από το έργο του συγγραφέα Τσαρλς Φορτ. Σύμφωνα με αυτόν, ο κόσμος που ζούμε κρύβει πολύ περισσότερα μυστικά απ' ό,τι πιστεύουν οι πιο πολλοί άνθρωποι (σ.75). Μπορούμε άραγε και εμείς να ψάξουμε γύρω μας για τις αιτίες των γεγονότων, για συμπτώσεις και ομοιότητες, ή θα καταλήξουμε μισότρελοι συνωμοσιολόγοι - κυνηγοί φαντασμάτων;
Συνωμοσιολόγος (πηγή)
Οι δύο μαθητές, θεωρούν την κυρία Χάσεϊ την τέλεια δασκάλα, γιατί τους ακούει με προσοχή, τους ενθαρρύνει να παίρνουν πρωτοβουλίες και τους δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν, ακόμα και αν οι απαντήσεις τους δεν είναι σωστές. Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις προσεγγίσεις της είναι εξαιρετικές και μας θυμίζουν την χαριτωμένη καινούρια δασκάλαΩστόσο, το γεγονός ότι (σ. 28) δεν μπορούσες ποτέ να προβλέψεις τι θα έκανε ή τι θα έλεγε στη συνέχεια, ή το ότι κατά τη διάρκεια των εκδρομών (σ.51) δε γύριζε ποτέ να κοιτάξει αν οι μαθητές της την ακολουθούσαν, φανερώνουν πλευρές της διδασκαλίας που σε αδύναμους ή νεαρότερους μαθητές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα.
Ο Γεωγράφος, Γ. Βερμέερ, π.1668 (πηγή)
Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μας δίνει πολλές ιδέες για δραστηριότητες στην τάξη, ιδιαίτερα σε σχέση με την Τέχνη. Ακολουθώντας τα βήματα της κυρίας Χάσεϊ, μπορούμε με τους μαθητές μας να παρατηρήσουμε μια σειρά από πίνακες. Μπορούμε να επιλέξουμε έργα της αρεσκείας μας, ή άλλα που αναφέρονται στο ίδιο το βιβλίο, όπως Η κυρία που διαβάζει τα γράμματα των Heloise and Abelard του Auguste Bernard (σ.54), Η βροχερή μέρα του Gustave Caillebotte (σ.65), Ο Γεωγράφος του Johannes Vermeer (σ.102), κ.ά. Στη συνέχεια καλούμε τους μαθητές να μας πούν σε ποιον πίνακα πιστεύουν ότι (σ.53) θα είχε πλάκα να μπει κανείς; Μπορεί να ακολουθήσει μια γραπτή έκθεση με την περιπέτεια κάθε μαθητή μέσα στον πίνακα που διάλεξε!

Άλλη μια δραστηριότητα (και πολύ καλή άσκηση για την περιγραφή αντικειμένων) βγαλμένη από το βιβλίο είναι η εξής: (σ.62-65) Κοιτάξτε καλά τα πράγματα στο σπίτι σας και διαλέξτε κάποιο που για σας αποτελεί έργο τέχνης. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μη ζητήσετε βοήθεια από τους δικούς σας, πρέπει να βρείτε κάτι που ν' αρέσει σ' εσάς. Κατόπιν, περιγράψτε αυτό το αντικείμενο στην τάξη, χωρίς να αναφέρετε το όνομά του. Οι υπόλοιποι μαθητές πρέπει να ακούσουν προσεκτικά την περιγραφή, ώστε να καταφέρουν τελικά να βρουν το αντικείμενο.

Πιο πειραματική είναι η δραστηριότητα που διαβάζουμε στις σ. 26-27. Εκεί, οι μαθητές ανακαλύπτουν αν η γραφή είναι ο ακριβέστερος τρόπος επικοινωνίας. Πώς θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε στην τάξη; Αν ο εκπαιδευτικός διαβάσει στην αρχή της σχολικής ημέρας ένα μήνυμα προς τους μαθητές, απαγορεύοντάς τους να χρησιμοποιήσουν γραφή για να το καταγράψουν, μπορούν άραγε εκείνοι να του το επαναλάβουν με ακρίβεια λίγο πριν το σχόλασμα, κρατώντας σημειώσεις με σύμβολα ή κάνοντας χρήση του προφορικού λόγου; 

Τέλος, μια πιο διασκεδαστική δραστηριότητα θα ήταν να οργανώσουμε με την τάξη ένα κυνήγι θησαυρού, κρύβοντας σε μια αίθουσα του σχολείου ένα αντίγραφο διάσημου πίνακα και δίνοντας στους μαθητές κωδικοποιημένα στοιχεία για την κρυψώνα!
Η κυρία γράφει ένα γράμμα, Γ. Βερμέερ, π.1670 (πηγή)

Share/Bookmark

1 σχόλιο:

Rania Boubouri είπε...

Εξαιρετική παρουσίαση-κριτική για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν τα παιδιά. Η μετάφραση ήταν πράγματι απαιτητική, όπως λέτε, και χρειάστηκε να στύψω το μυαλό μου σε αρκετά σημεία. :) Καλή συνέχεια!

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...