Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Δομήνικος

Υπόθεση
Ο Δομήνικος, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ψάχνοντας για το φάρμακο που θα γιατρέψει τον πατέρα του, θα ξεκινήσει ένα παράξενο ταξίδι. Θα γνωρίσει πλάσματα αλλόκοτα και φανταστικά και θα έρθει σε επαφή με τις μεγάλες αξίες της ζωής. (Αναγραφή στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ)

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: -
ISBN: 9789602937242
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990
Σελίδες: 134
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Ο μικρός ήρωας στην πορεία του προς την εφηβεία, θα συναντήσει ενδιαφέροντα  μέρη, όπως το νησί όπου φτιάχνονται τα τούβλα από τη σκόνη των μαρμάρων, το ξωκλήσι μέσα στη σπηλιά που αναπνέει, το Δάσος Δίχως Όνομα, το Ανάποδο Σπίτι, αλλά και μοναδικούς χαρακτήρες, όπως ο σκελετός του Παλιού Παλιού Θαλασσινού, ο Πολύ Δυνατός νάνος, η Κυρά με τα χάντρινα Μαλλιά και η Κοπέλα Που Έχει Τα Μάτια Της Κλειστά. Όλοι αυτοί οι σταθμοί στο ταξίδι του θα δώσουν στον ίδιο σοφία και στον αναγνώστη του βιβλίου μερικές υπέροχες στιγμές που θα θυμάται για καιρό.

Η γραφή του Κοντολέων είναι από τις πιο φιλικές που μπορούμε να συναντήσουμε στη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία. Με σαφήνεια, χιούμορ (στη συγκεκριμένη περίπτωση περισσότερο μαγεία και λιγότερο χιούμορ), δράση και ποικιλία, δεν αφήνει το παιδί να βαρεθεί, αλλά αντίθετα το ψυχαγωγεί και το προκαλεί να προβληματιστεί.

Βοηθητική εικονογράφηση δεν συναντάμε στο βιβλίο, ωστόσο οι εικόνες που μας μεταφέρει ο συγγραφέας είναι πλούσιες σε χρώματα και παραστάσεις. Τα κεφάλαια είναι άλλοτε μικρά (4-5 σελίδες) και άλλοτε σχετικά μεγάλα (μέχρι 15 σελίδες) σε μέγεθος. Ωστόσο στην αρχή κάθε ενότητας, μια πρόταση προσφέρει μια συνοπτική περίληψη, κάτι που βοηθάει τον μικρό αναγνώστη να προσανατολιστεί και να θυμηθεί τα όσα έχουν διαδραματιστεί μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή.

Το βιβλίο προτείνεται σε παιδιά της Ε’ και Στ’ τάξης αλλά και σε εφήβους.

Ένα υπέροχο αλληγορικό διήγημα για μικρούς και λιγότερο μικρούς, η Οδύσσεια ενός παιδιού, του Δομήνικου, που ταξιδεύει για να ανακαλύψει τον εαυτό του, τη ζωή και τη σχέση του με τον κόσμο. Οι παραμυθιακές αναφορές και οι επιρροές από την Ιστορία Δίχως Τέλος του Μίχαελ Έντε και τον Μικρό Πρίγκηπα του Εξυπερύ είναι σαφείς, χωρίς αυτό να έχει μεγάλη σημασία, καθώς το έργο του Κοντολέων είναι ποιοτικό, καλογραμμένο και δημιουργεί τον δικό του ιδιαίτερο κόσμο.

Θεωρώ το συγκεκριμένο ανάγνωσμα σπουδαίο, όχι μόνο επειδή είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για τον παιδικό ψυχισμό, αλλά κυρίως επειδή -υπό συνθήκες- μπορεί να αποτελέσει το κρίσιμο ερέθισμα που θα γεννήσει στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα.

Αξίες - Θέματα
Αυτογνωσία, Αυτοεκτίμηση, Ανθρωπισμός, Αγάπη.

Απόσπασμα
Ο επόμενος σταθμός ήταν χτισμένος δίπλα σε μιαν ακρογιαλιά.
Ο Δομήνικος κατέβηκε από το τρένο. Τα πόδια του πάτησαν πάνω σε βότσαλα. Άσπρα βότσαλα που σπάγανε το σκοτάδι της νύχτας.

Το τρένο ξεκίνησε. «Προς τα πού πάνε τα τρένα;» αναρωτήθηκε ο Δομήνικος κι αμέσως σκέφτηκε πως θα ήταν πιο σωστό αν τον απασχολούσε μια άλλη ερώτηση: «Και τώρα προς τα πού θα πρέπει να τραβήξω;».
«ακολούθα το δρόμο που θα δείχνει η κίτρινη πινακίδα» - θυμήθηκε τα λόγια της γριάς. Για μια κίτρινη, λοιπόν, πινακίδα έψαχνε.

Μπροστά του υψωνόταν το κτίριο του σταθμού. Μια ετοιμόρροπη ξύλινη παράγκα. Άδεια. Κανείς δεν υπήρχε μέσα. Ένας σταθμός δίχως ανθρώπους, δίπλα στην ερημιά μιας παραλίας με βότσαλα. Κι η νύχτα πάντα εκεί, το σκοτάδι.

Ο Δομήνικος αισθάνθηκε την ψύχρα να του τρυπά το δέρμα. Έσπρωξε την ξύλινη πόρτα της παράγκας, μπήκε μέσα. Το πάτωμα ήταν σκονισμένο. Ο Δομήνικος λύγισε τα γόνατά του, κάθισε κάτω, ακούμπησε την πλάτη του πάνω στον ξύλινο τοίχο. Νύσταζε. Αλλά, αν κοιμόταν, θ’ αργούσε κι ο πατέρας… Να σηκωθεί, τότε;
Να ψάξει για την κίτρινη πινακίδα…

«Νηστικό αρκούδι δε χορεύει κι ο κοιμισμένος δεν περπατά!» ακούστηκε μια φωνή να λέει – μια φωνή γλυκιά και λεπτή, μια φωνή που σου έφερνε στο νου ήχους μιας μικρής φλογέρας. Ποιος ήταν; Ποιος μίλησε; - τρόμαξε ο Δομήνικος.

«Τις αράχνες τις φοβούνται τα παιδιά και τις πατάνε οι μεγάλοι. Εσύ τι είσαι;» ξανακούστηκε η φωνή, τώρα ακούστηκε ακριβώς δίπλα στο δεξί αυτί του Δομήνικου. Εκείνος έστρεψε το κεφάλι. Είδε. Πάνω στον τοίχο τον ξύλινο, στο ύψος των ματιών του, ήταν μια αράχνη. Ήταν μια χρυσαφιά αράχνη που έλαμπε πάνω στον ξύλινο τοίχο, μέσα στη σκοτεινιά του δωματίου. Ο Δομήνικος δεν τη φοβήθηκε μήτε κι είχε τη διάθεση να τη σκοτώσει.

«Είμαι ένας που ψάχνει για να βρει το φάρμακο που θα σώσει τον πατέρα του!» είπε.

Η αράχνη κούνησε τα πόδια της, το χρώμα της άλλαξε. Έγινε τώρα ασημί και η φωνή της ακούστηκε ίδια με το κλάμα ενός βιολιού.

«Πόσο λυπάμαι, όταν κάποιος πατέρας πρόκειται να πεθάνει!» είπε.

«Ο δικός μου δε θα πεθάνει!» ούρλιαξε ο Δομήνικος και σηκώθηκε όρθιος. «Θα βρω το φάρμακο! Είμαι σίγουρος!»

Η αράχνη ανέβηκε πιο ψηλά πάνω στον ξύλινο τοίχο, ξανάφτασε το ύψος των ματιών του αγοριού, Άλλαξε και πάλι χρώμα –έγινε ροζ- και η φωνή της ακούστηκε ζεστή – μια μελωδία παιγμένη σε πιάνο.

«Αλλά, καλό μου αγόρι, εδώ δεν είναι φαρμακείο. Σταθμός είναι. Και από ό,τι ξέρω, στους σταθμούς δεν πουλάνε φάρμακα».

Ο Δομήνικος κατέβασε το κεφάλι.
«Μια γριά μου είπε να φτάσω εδώ και να ψάξω για την κίτρινη πινακίδα. Αλλά έκανε κρύο έξω και νύσταζα… Κι έτσι μπήκα… αλλά μπήκα μόνο για λίγο… Να, τώρα φεύγω πάλι!»

Η αράχνη κούνησε ξανά τα πόδια της.
«Λοιπόν, είπε, εγώ, αν ήμουνα πεταλούδα ή μύγα, θα ήξερα να σου πω πού είναι η κίτρινη πινακίδα. Οι πεταλούδες και οι μύγες πετάνε συνέχεια και βλέπουν πολλά. Εγώ, από αυτόν εδώ τον τοίχο, μόνο να σκεφτώ μπορώ… ίσως και λίγο να φανταστώ… Λοιπόν, για στάσου! Σκέφτομαι πού μπορεί κανείς να βρει μια κίτρινη πινακίδα… Σκέφτομαι… σκέφτομαι…» το χρώμα της αράχνης σκούραινε, βάθαινε, από ροζ έγινε κόκκινο. «Μα ναι… ή μάλλον όχι…» η φωνή της –πάντα πιάνου φωνή- ακούστηκε σαν θλιμμένο ρεφρέν. Τίποτα δε σκέφτομαι… Ας αρχίσω, λοιπόν, να φαντάζομαι!» Το χρώμα της άρχισε να χάνει τις κόκκινες αποχρώσεις του, στρεφότανε προς το καφέ. «Φαντάζομαι!...» από το καφέ πήγαινε προς το πορτοκαλί. «Μα ναι, αυτό είναι!» -ένας πορτοκαλής ήλιος λες κι ήταν τώρα ή αράχνη, πάνω στον τοίχο.

«Μια κίτρινη πινακίδα σε μιαν ακρογιαλιά μπορεί να δείχνει προς τα πού βρίσκονται οι σπηλιές με τα εξωκλήσια των παλιών, πολύ παλιών θαλασσινών. Κι απ’ ό,τι έχω ακούσει από τις μύγες και τις πεταλούδες, δίπλα, σ’ αυτήν εδώ την ακρογιαλιά με τα λευκά βότσαλα, υπάρχει μια τέτοια σπηλιά. Πρέπει να πέφτει κατά κει όπου γεννούν τ’ αυγά τους θα θαλασσοπούλια».

«Ξεκινώ!» φώναξε ο Δομήνικος.
«Μα στάσου!» τον σταμάτησε η αράχνη. «Άσε στη νύχτα τις δουλειές της και μην της δίνεις τις σκοτούρες της ημέρας. Η νύχτα είναι για τα όνειρα. Κοιμήσου!»

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...