Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το άγαλμα που κρύωνε

Υπόθεση
Το άγαλμα ενός μικρού αγοριού, λυπάται και κρυώνει μέσα στην αίθουσα του μουσείου όπου εκτίθεται, καθώς νιώθει απέραντη μοναξιά. Νοσταλγεί τη Μικρασία, απ' όπου το φυγάδεψαν το 1922, και ονειρεύεται κάποια μέρα να καταφέρει να γυρίσει εκεί. Η φιλία που αναπτύσσει με την καθαρίστρια και τον γιο του νυχτοφύλακα, αλλά κυρίως ένα γαλάζιο μαγικό πουλί που παρουσιάζεται στον ύπνο του, θα το βοηθήσουν να κάνει το μεγάλο του όνειρο πραγματικότητα.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Χρήστος Μπουλώτης
Εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη
ISBN: 978-960-600-883-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1998
Σελίδες: 30
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Βραβευμένο παραμύθι, που βαδίζοντας στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μας μεταφέρει τη νοσταλγία που νιώθουν οι πρόσφυγες για τις πατρίδες που άφησαν πίσω τους. Γραμμένο με αγάπη και ευαισθησία, καταφέρνει παρά το έντονα ποιητικό ύφος να μεταφέρει τα μηνύματά του με σαφήνεια και να κρατάει το ενδιαφέρον των αναγνωστών ζωντανό μέχρι το τέλος. Η έκδοση είναι σε σκληρό εξώφυλλο, με μέγεθος σελίδων κοντά στο Α4, αραιή στοίχιση αλλά μάλλον μικρά τυπογραφικά σε σχέση με το μέγεθος του βιβλίου. Τα περισσότερα "σαλόνια" μοιράζονται ανάμεσα στο κείμενο και τις πολύχρωμες απεικονίσεις, οι οποίες αποδίδουν ωραία το ονειρικό κλίμα, ίσως όμως κάποιοι μαθητές (όπως οι δικοί μου) τις βρουν λίγο υπερβολικά "καλλιτεχνικές". Μερικές σκηνές είναι πραγματικά πολύ όμορφες, όπως όταν παρακολουθούμε το άγαλμα να κλαίει μαργαριτάρια (σαν τις γοργόνες των κινέζικων μύθων) ή όταν μας περιγράφεται το ταξίδι των ηρώων προς την ακτή της Ιωνίας. Στην τελευταία σελίδα, μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για το άγαλμα αλλά και την αρχαιολόγο Σέμνη, που αποτελεί ένα από τα 5 πρόσωπα του έργου.

Περισσότερες πληροφορίες για το άγαλμα βοσκόπουλο με κουταβάκι και την αρχαιολόγο Σέμνη Καρούζου μπορείτε να βρείτε από τη wikipedia πατώντας στους αντίστοιχους συνδέσμους.

Προτείνεται σε μαθητές Δ', Ε' αλλά και Στ', με τους τελευταίους έτσι κι αλλιώς να έχουν ένα απόσπασμα από την ιστορία στο τέλος του βιβλίου της Γλώσσας. Πιστεύω ότι απευθύνεται εξίσου και στα δύο φύλα, ενώ θα το εκτιμήσουν περισσότερο οι ώριμοι μαθητές, οι κάπως ρομαντικοί αλλά και οι λάτρεις της αρχαιολογίας!

Το αγαλματάκι της ιστορίας ονειρεύεται μια μέρα να πετύχει κάτι που κανένα άλλο άγαλμα δεν έχει καταφέρει: να ταξιδέψει! Συγκεκριμένα, φλέγεται από την επιθυμία να βρεθεί στο μέρος απ' όπου κατάγεται και που νοσταλγεί όσο οι μαθητές τις διακοπές του καλοκαιριού. Προσεγγίζοντας διακειμενικά, θυμόμαστε άλλους ήρωες που ήθελαν να κατορθώσουν το ακατόρθωτο (και βέβαια τα κατάφεραν):  Την Κίκο, την κότα που ήθελε να πετάξει, τον Σπάρτακο, τον κούνελο του Χατζόπουλου που ήλπιζε να μεταμορφωθεί σε κανονικό κουνελάκι, ίσως ακόμα και την χρυσαφένια μπαλίτσα που ήθελε να ζήσει στιγμές δόξας (όμως μετά το μετάνιωσε). Για μια ακόμα λοιπόν φορά, αποδεικνύεται πως στην παιδική λογοτεχνία όλα είναι δυνατά, αρκεί να τα ονειρεύεσαι... για παν ενδεχόμενο, καλό είναι να έχει εξασφαλίσει κανείς και τη φιλία ενός μαγικού μπλε πουλιού που πραγματοποιεί ευχές. Σε κάποιους άλλους, η καρδιά του νεαρού αγάλματος που δεν είναι μαρμαρένια και η βοήθεια που λαμβάνει από ένα πουλί, ίσως θυμίσουν τον Ευτυχισμένο πρίγκηπα. Ο συνειρμός όμως σύντομα χάνεται, καθώς στην ιστορία μας όλα εξελίσσονται θετικά, ενώ στο παραμύθι του Ουάιλντ τα καταπίνει όλα το μαύρο σκοτάδι. Ολοκληρώνοντας, να θυμίσουμε τη φράση "φτάσε όπου δε μπορείς" που, παρότι γραμμένη εδώ και αρκετό καιρό, εξακολουθεί να εμπνέει ανθρώπους (βλ. ιστορία του Πέτρου του ποδηλάτη) και αγάλματα να κατορθώσουν το ακατόρθωτο.

Το βιβλίο αρέσει πολύ και στους μικρότερους μαθητές, και ένας από τους λόγους θα μπορούσε να είναι το ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αφειδώς παραμυθιακά στοιχεία: Ο ήρωας έχει έναν σκοπό για την επίτευξη του οποίου τον συντρέχουν φίλοι και μαγικοί βοηθοί. Για να τα καταφέρει πρέπει να συγκεντρώσει διάφορα υλικά αλλά και να περάσει από δοκιμασίες (να ράψει τα ρούχα σε σακούλι, να πάει το σακούλι στον Λυκαβηττό στην επόμενη πανσέληνο). Επίσης συναντάμε στερεοτυπικές φράσεις όπως Έτσι έγινε, γιατί έπρεπε να γίνει έτσι (σ.24), αλλά και περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται ο κανόνας των τριών (το άγαλμα κλαίει μαργαριτάρια τρεις φορές). Έτσι γύρω από την κύρια πλοκή διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αρκετά οικείο για τα παιδιά.

Ολοκληρώνοντας, να προσθέσουμε ότι η αναφορά στη Σμυρναία καθαρίστρια Γαλάτεια που τραγουδάει ανατολίτικα τραγούδια, θυμίζει αμυδρά την ιστορία της Δόμνας Σαμίου, που ως 13χρονη ορφανή μικρασιάτισσα, επίσης τραγουδούσε κάνοντας δουλειές, με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να την ακούσει και να τη στείλει να σπουδάσει κοντά στον Σίμωνα Καρά.
Καθαριστής μουσείου που τραγουδάει, στην περιπέτεια του Τεν-Τεν Το σπασμένο αυτί

Αξίες - Θέματα
Νοσταλγία, Παραμύθι, Μετανάστευση, Φιλία, Φαντασία

Εικονογράφηση
Απόσπασμα
Έτσι κυλούσανε οι μήνες και τα χρόνια εκεί στο μεγάλο μουσείο της Αθήνας. Και το μικρό προσφυγάκι όλο και πιο πολύ χωνόταν μες στην κάπα του. Και δώστου κι έσφιγγε στην αγκαλιά του το σκυλάκι για να ζεσταθεί. Κρύωνε, κρύωνε πολύ η καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια.

Τώρα τις νύχτες, όταν έφευγαν κι οι τελευταίοι επισκέπτες κι έκλειναν οι φύλακες τις βαριές πόρτες του μουσείου, έπαψε πια να σεριανά όπως παλιά με τ' άλλα αγάλματα στις ψηλοτάβανες τις αίθουσες. Ναι… να σεριανά. Γιατί μπορεί όλη μέρα να μένουν ακίνητα τ' αγάλματα, τις νύχτες όμως, όταν δεν τα βλέπει ανθρώπου μάτι, ζωντανεύουν!

Και καθόλου, μα καθόλου δεν το ένοιαζε που το νόμιζαν ακατάδεχτο. Αυτό μόνο τη μακρινή πατρίδα του νοσταλγούσε κι όλο αφουγκραζόταν μήπως και ακούσει να έρχονται τα Ελληνάκια.

Καμιά φορά αναρωτιόταν: «Μήπως είμαι παράλογο; Μήπως ζητώ πολλά; Τ’ αγάλματα μένουν κλεισμένα στα μουσεία, δεν ταξιδεύουνε τ’ αγάλματα. Πώς να ξαναδώ λοιπόν τη μακρινή πατρίδα μου πέρα απ’ το Αιγαίο; Και τα Ελληνάκια;… Μήπως δεν πολυνοιάζονται πια για τα παλιά αγάλματα;».

Κάποιον Οκτώβρη όμως που οι νεραντζιές της Αθήνας αντί για νεράντζια κάναν ρόδια και στον ουρανό πάνω απ’ την Ακρόπολη αρμένιζε για μέρες μια βάρκα με λευκό πανί, ολότελα απρόσμενα εκείνο τον ασυνήθιστο Οκτώβρη απόκτησε το προσφυγάκι τρεις φίλους: την κυρία Γαλάτεια πρώτα, με τα γαλάζια μάτια, ύστερα ένα παράξενο πουλί κι ύστερα το Λάμπη, το μικρό γιο του νυχτοφύλακα. Και θ’ άλλαζαν τα πράγματα από δω κι εμπρός…

Η καινούρια καθαρίστρια του μουσείου ήταν η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια. Κάθε Δευτέρα, που το μουσείο έμενε κλειστό, σκούπιζε και σφουγγάριζε το πάτωμα σιγοτραγουδώντας πάντα. Και την αγαπούσε τη δουλειά της, γιατί σκεφτόταν η κυρία Γαλάτεια: «Πόσοι αλήθεια άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη έχουν την τύχη να μείνουν μόνοι, ολομόναχοι με τ’ αρχαία αγάλματα, να τους μιλούν, να τα φροντίζουν;»

- Καλημέρα, κυρία Γαλάτεια, της έλεγε το μικρό άγαλμα, που την περίμενε ανυπόμονα κάθε φορά, για να μιλήσει ελληνικά μαζί της, να μάθει τα νέα απ’ τον έξω κόσμο.

- Καλή σου μέρα, όμορφο αγοράκι μου, του απαντούσε εκείνη τρυφερά και του ‘λεγε ένα ένα τα νέα της Αθήνας.

Ένα πρωί Δευτέρας της λέει το μικρό άγαλμα:
- Τι γλυκά που τραγουδάς, κυρία Γαλάτεια!

- Είναι παλιά τραγούδια της πατρίδας μου, ξέρεις, γι’ αυτό…

- Και ποια είναι η πατρίδα σου, κυρία Γαλάτεια;

- Απ’ τη Μικρασία είμαι, απ’ τη Σμύρνη… Την έχεις ακουστά; Από κει με φέραν μικρή… Την ηλικία σου θα είχα πάνω κάτω.
- Είσαι προσφυγοπούλα! Αναφώνησε το μικρό άγαλμα και έλαμψε ολόκληρο από χαρά σαν να ξαναντάμωνε δικό του άνθρωπο που τον νόμιζε χαμένο για πάντα. Κι εγώ προσφυγάκι είμαι, κυρία Γαλάτεια. Από κείνα τα μέρη είμαι.

Και η κυρία Γαλάτεια με τα γαλάζια μάτια το έκλεισε στην αγκαλιά της συμπονετικά. Σχεδόν είχε ραγίσει η καρδιά της απ’ την πολλή συγκίνηση.

Την άλλη Δευτέρα του κουβάλησε η κυρία Γαλάτεια ένα σακούλι πράγματα. Του ‘φερε νεραντζάκι γλυκό, που το’ φτιαχνε με τα χέρια της, του ‘φερε μυριστικά φυτά από τον κήπο της, ξυλομπογιές κι άσπρο χαρτί να ζωγραφίζει, μαστίχα χιώτικη και κουκουνάρια. Του ‘φερε κι ένα πολύχρωμο τόπι, ένα τόπι πάνινο, γιατί ήξερε πως τ’ αγάλματα δεν αγαπούν το θόρυβο. Και βιάστηκε να καθαρίσει μια ώρα αρχύτερα τις αίθουσες του μουσείου, για να κερδίσει χρόνο, να καθίσει όσο γινόταν πιο πολύ κοντά στο μικρό άγαλμα που κρύωνε.

- Για μένα όλα τούτα τα δώρα, κυρία Γαλάτεια;

- Για σένα! Κι είναι λίγα… Κάθε φορά θα σου φέρνω κι άλλα. Κρύψ’ τα μόνο τώρα στην κάπα σου να μην τα δουν οι φύλακες.

- Και ποιο τραγούδι της πατρίδας μας θα μου τραγουδήσεις σήμερα, κυρία Γαλάτεια;

- Σήμερα, καλό μου αγοράκι, διάλεξα να σου πω ποιήματα για το Αιγαίο. Του Όμηρου, του αρχαίου ποιητή, που ήταν κι αυτός Μικρασιάτης σαν εμάς. Κι ήταν, λέει τυφλός και ποιητής τρανός. Και ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, που γεννήθηκε στο Αιγαίο. Την ηλικία μου έχει πάνω κάτω αυτός. Της γενιάς μου είναι.

- Μα πότε θα ξαναπεράσουμε τα νερά του Αιγαίου; Αναστέναξε το μικρό άγαλμα, σαν τέλειωσε να απαγγέλλει η κυρία Γαλάτεια με φτερωμένη τη φωνή.

- Ποιος ξέρει; Μπορεί… Ίσως… Μια μέρα ίσως ξαναδούμε τις πατρίδες μας στην αντίπερα ακτή του Αιγαίου. Έστω για λίγο. Το ‘χω κι εγώ καημό.

Και, καθώς ψιθύριζε κομπιαστά τα τελευταία λόγια, βούρκωσαν τα γαλάζια μάτια της.

Και το μικρό άγαλμα, που όλη τούτη την ώρα είχε το βλέμμα στυλωμένο στο δικό της, είπε:

- Σαν τα νερά του Αιγαίου είναι τα μάτια σου, κυρία Γαλάτεια. Τι γαλανά που είναι! Και η κυρία Γαλάτεια του φανέρωσε τότε πως είχε γεννηθεί με μαύρα μάτια.

- Με μαύρα;

- Ναι, καλά άκουσες. Τα μάτια μου ήταν μαύρα. Μα, όταν σ’ εκείνον το μεγάλο χαλασμό, μικρή εγώ μαζί με τους δικούς μου κι άλλους πολλούς πρόσφυγες, στοιβαγμένοι σε καΐκι, περάσαμε το Αιγαίο, γίναν τα μάτια μου γαλάζια. Βάφτηκαν σαν τη θάλασσα γαλάζια. «Τέτοιο πράγμα δεν έχει ξαναγίνει» λέγαν οι μεγάλοι και σταυροκοπιούνταν έκπληκτοι. Κι ακόμη λέγαν πως ήταν σημαδιακό… καλό σημάδι δηλαδή… Μα κύλησαν χρόνια και χρόνια από τότε…
- Με παραμύθι μοιάζει η ιστορία των ματιών σου, κυρία Γαλάτεια, της είπε το μικρό προσφυγάκι κι απ’ την ευαίσθητη καρδιά του, που δεν ήταν μαρμαρένια, ανέβηκε στα μάτια του λαμπυριστό ένα δάκρυ. Κι ύστερα κι άλλα, κι άλλα.

- Κλαις, καλό μου αγοράκι; Το κανάκεψε η κυρία Γαλάτεια. Και, καθώς του σφούγγιζε τα δάκρυα, τα δάκρυα εκείνα έγιναν μαργαριτάρια. Ναι, πιστέψτε με αληθινά μαργαριτάρια!

- Παρ’ τα να τα φορέσεις στο λαιμό, κυρία Γαλάτεια. Για σένα είναι, δικά σου, πάρ’ τα, σου λέω.

Πιο όμορφο πράγμα από κείνο το μαργαριταρένιο κολιέ δεν είχε βάλει πάνω της ποτέ η κυρία Γαλάτεια. Δεν το αποχωριζόταν, γιορτές, καθημερινές, ούτε κι όταν σκούπιζε και σφουγγάριζε τις αίθουσες του μουσείου.

Το πρόσεξε ένα πρωί Δευτέρας και η διάσημη αρχαιολόγος, η κυρία Σέμνη.

- Πολύ μ’ αρέσει το κολιέ σου, Γαλάτεια.

- Είναι από τα δάκρυα… το προσφυγάκι, ξέρετε… απ’ τα μάτια του είναι.

Μα τούτη τη φράση δεν πρόλαβε να την ακούσει η κυρία Σέμνη, γιατί, πολυάσχολη όπως πάντα, είχε ανοίξει βιαστικά το βήμα της και βρισκόταν κιόλας στη διπλανή αίθουσα. 
Η κυρία Γαλάτεια
Προβληματισμοί για συζήτηση
νόστον Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος
Δεν θα γινόταν σε μια ιστορία νοσταλγίας σαν κι αυτή να μην μνημονευτεί κάπου (όπως γίνεται στη σ.13) κι ο Όμηρος, ο ποιητής που έγραψε το πρώτο αφιερωμένο στο νόστο έπος, την Οδύσσεια. Φαίνεται ότι η ανάγκη για επιστροφή είναι κάτι που νιώθουν όλοι οι άνθρωποι και σε όλες τις εποχές. Εσείς θυμάστε συχνά τα μέρη απ' όπου κατάγεστε; Πώς νιώθετε γι' αυτά και πόσο σας λείπουν; Ποιος άλλος μπορεί να νιώθει νοσταλγία για τον τόπο του; Τι γίνεται με τους συμπατριώτες μας που ζουν στο εξωτερικό; Με τους ναυτικούς; Και πώς άραγε να νιώθουν οι μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα μας;  

Αν είχατε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσετε μια οποιαδήποτε ευχή σας χάρη στο γαλάζιο πουλί, τι θα διαλέγατε να κάνετε; Σκεφτείτε την απάντηση και ίσως σας αποκαλυφθεί εκείνο που έχετε περισσότερο ανάγκη.
Τ' αγάλματα, τ' αγάλματα, τα χίλια δυο αγάλματα...
(από ποίημα μαθητή δημοτικού περασμένης δεκαετίας που σήμερα είναι επιστήμονας) Στην ιστορία που διαβάζουμε, τα μουσειακά εκθέματα ζωντανεύουν κάθε βράδυ (σ.10), κάνουν βόλτες, παίζουν και κουβεντιάζουν με τον νυχτοφύλακα και τον γιο του. Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα άλλαζαν διάφορα μουσεία που έχετε επισκεφθεί, αν τα αγάλματά τους το βράδυ ζωντάνευαν; Τι θα μπορούσε συμβεί μια τέτοια νύχτα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο; Στης Ακρόπολης; Στο Πολεμικό;

Δοκιμάστε να επινοήσετε μια δική σας ιστορία (ή περισσότερες, χωρισμένοι σε ομάδες) με τίτλο "Τα αγάλματα ζωντάνεψαν!" και μην περιοριστείτε στον χρόνο και τον χώρο: Τα αγάλματά σας μπορούν να βγουν ακόμα και τη μέρα έξω στο δρόμο, στο βουνό, στην παραλία και να αρχίσουν να μιλάνε με τους περαστικούς...
Τα αγάλματα ζωντανεύουν στη σειρά κωμικών ταινιών Night at the Museum

Guardare ma non toccare
Το μαρμάρινο βοσκόπουλο καλεί τον Λάμπη να το αγγίξει για να νιώσει θαλπωρή (σ.20) Έλα, ακούμπησε κι εμένα, χάιδεψέ με. Εσείς τι λέτε; Είναι σωστό να ακουμπάμε τα αγάλματα; Ισχύει άραγε ότι το άγγιγμά μας τα κάνει να νιώσουν καλύτερα; Όπως θα διαβάσετε και πιο κάτω στον πεντάλογο καλής συμπεριφοράς του μουσείου, τα εκθέματα απαγορεύεται να τα αγγίζουμε γιατί καταστρέφονται. Τι γίνεται όμως αν η ιστορία είναι όντως αληθινή -όπως διατείνεται ο συγγραφέας- και το συγκεκριμένο αγαλματάκι επιζητά πραγματικά το χάδι μας; Για όποιον λοιπόν επηρεαστεί από το βιβλίο και αποφασίσει αμέτι μουχαμέτι να ακουμπήσει το "προσφυγάκι", μπορούμε να προτείνουμε δύο λύσεις:
στο Βρετανικό Μουσείο ορισμένα εκθέματα επιτρέπεται να αγγίζονται
α. Αφήστε το πρωτότυπο ήσυχο και ακολουθήστε το δρόμο προς την έξοδο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Μόλις φτάσετε στο χολ, κατεβείτε τα σκαλάκια που οδηγούν στο Museum Shop, όπου εκτίθεται ένα ακριβές αντίγραφο του βοσκόπουλου. Αν σας το επιτρέψει η υπάλληλος, μπορείτε χωρίς τύψεις να το ακουμπήσετε. Αν πάλι έχετε οικονομική άνεση, μπορείτε με 330 ευρώ να το πάρετε σπίτι σας, όπου λογικά το αγαλματάκι θα νιώσει ακόμα καλύτερα.

β. Επισκεφθείτε το μουσείο Αφής (Αθηνάς 17, Καλλιθέα) όπου θα μάθετε ένα σωρό πράγματα για τον κόσμο των συνανθρώπων μας που ζουν στο σκοτάδι, θα ευαισθητοποιηθείτε γύρω από τα προβλήματά τους, και -το κυριότερο- θα βρείτε στον επάνω όροφο ένα αντίγραφο του συγκεκριμένου αγάλματος από πλαστικό. Αυτό λοιπόν επιτρέπεται να το χαϊδέψετε μέχρι κατσιάσματος, καθώς βρίσκεται εκεί γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο.
αριστερά: πλαστικό αντίγραφο από το "προσφυγάκι" στο μουσείο Αφής

δεξιά: το πρωτότυπο


Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο μάς προσφέρει μια πολύ καλή αφορμή να μιλήσουμε στην τάξη για τα μουσεία. Ευκαιρία λοιπόν να αναφέρουμε το πόσο ωφέλιμη μπορεί να είναι η επίσκεψή μας σε αυτά (μερικές ιδέες μπορείτε να βρείτε εδώ) αλλά και για το πώς οφείλουμε ως επισκέπτες να συμπεριφερόμαστε όσο βρισκόμαστε στον χώρο τους. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (ετικέτα) κατά την επίσκεψη σε ένα μουσείο περιλαμβάνουν τον ακόλουθο πεντάλογο:

α. Δεν τρώμε / πίνουμε στις αίθουσες του μουσείου. Καλύτερα να έχουμε τσιμπήσει κάτι πριν ξεκινήσουμε την ξενάγηση, ώστε να μην πεινάσουμε σύντομα. Κάποιες φορές, μπορούμε αν μας επιτρέψουν να μασάμε τσίχλα, αρκεί να φερόμαστε σωστά, να μην κάνουμε π.χ. τσιχλόφουσκες κοντά στα εκθέματα. 

β. Δεν φωτογραφίζουμε τα εκθέματα με φλας και δεν βιντεοσκοπούμε όταν δεν έχουμε πάρει άδεια. Το χρώμα στα εκθέματα καταστρέφεται όταν το χτυπάει το δυνατό φως του φλας. Άδεια πρέπει να ζητήσουμε και αν θέλουμε να σκιτσάρουμε κάποιο έκθεμα, καθώς συνήθως υπάρχει περιορισμός στο μέγεθος του χαρτιού και στα υλικά που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε.

γ. Δεν αγγίζουμε τα εκθέματα  Το ανθρώπινο δέρμα περιέχει έλαια που μπορεί να βλάψουν τα εκθέματα και να λερώσουν τις προθήκες.

δ. Δεν τρέχουμε / σπρωχνόμαστε / χορεύουμε και γενικά αποφεύγουμε ενέργειες που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες για την ακεραιότητα των εκθεμάτων.

ε. Δεν κάνουμε θόρυβο. Ο χώρος του μουσείου πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν εκείνον της βιβλιοθήκης, από σεβασμό προς τα εκθέματα αλλά και τους μελετητές τους. Αν λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε καλό είναι να ψιθυρίζουμε, ενώ αποφεύγουμε να γελάμε, να μουρμουράμε ή να σφυρίζουμε. Μπορούμε ωστόσο να ακούμε μουσική από τα ακουστικά μας, αρκεί να μην παρασυρθούμε και αρχίσουμε να τραγουδάμε!
Επίσκεψη στο μουσείο (πηγή)
Και συ λάμπεις, Μπάμπη μου
Σε κάποια σημεία του κειμένου γίνονται λογοπαίγνια με το όνομα του Λάμπη, του γιου του νυχτοφύλακα. Διαβάζουμε έτσι: (σ.16) Από χαρά σύντομα θα λάμπεις. Σε λίγες μέρες θα 'ναι κοντά σου κι ο Λάμπης. Και λίγο αργότερα (σ.20) Έλαμπε με τον Λάμπη. Μπορείτε και σεις να σκεφτείτε λογοπαίγνια με διάφορα ονόματα; π.χ. η Χαρά είναι μια χαρά, ο Γιώργος έγινε γεωργός, κ.ο.κ. Δοκιμάστε να βρείτε λέξεις που ταιριάζουν με το όνομα του διπλανού σας και φτιάξετε στιχάκια με τα ονόματα των συμμαθητών σας σε ομοιοκαταληξία. 

Χρησιμοποιήστε τα ονόματά σας για περισσότερα λεξοπαίχνιδα: Φιδόλεξα που ξεκινούν από το τελευταίο γράμμα του προηγούμενου ονόματος, αναγραμματισμούς, λίμερικς, κ.ά.

Αν η τάξη δεν είναι δυνατή στα γλωσσικά, μπορείτε πάντα να βγείτε στην αυλή και να δοκιμάσετε το αγαλματάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;

Προσφυγάκι, ο φτωχός συγγενής του μπακαλιάρου (πηγή)
Ε.Τ.
Στο ακόλουθο βιντεάκι της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης, παρακολουθούμε τον συγγραφέα να απαντάει σε ερωτήσεις δύο παιδιών σχετικά με το βιβλίο. Μαθαίνουμε ότι πάντα ήθελε να γράψει μια ιστορία για ένα τέτοιο αγαλματάκι, καθώς οι γονείς του είναι και εκείνοι Μικρασιάτες πρόσφυγες. Έπειτα διαβάζει κάποια αποσπάσματα του βιβλίου του και βγάζει μέσα από την τσάντα του κάποια υλικά που αναφέρονται στο παραμύθι, θυμίζοντάς μας μια αντίστοιχη δραστηριότητα όπου οι μαθητές μαντεύουν / ανασυνθέτουν μια ιστορία με τη βοήθεια αντικειμένων που περιέχονται σε αυτή. Τέλος, παρατηρούμε την εικονογράφο να μας μιλάει για την αγαπημένη της φιγούρα στο έργο, ενώ το βίντεο κλείνει με μια πρόταση δημιουργικής γραφής για τα παιδιά (επινόηση ιστορίας με βάση λέξεις κλειδιά).


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...