Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν είμαι καρφί!

Υπόθεση 
Τον τελευταίο καιρό στο σχολείο χάνονται αντικείμενα. Και ο Λεωνίδας ξέρει τον ένοχο.Τι να κάνει άραγε; Να το πει στη δασκάλα ή να κρατήσει το μυστικό; Να γίνει το "καρφί" της τάξης ή να αφήσει τον ένοχο να συνεχίσει το "έργο" του; Ο Λεωνίδας παίρνει με κόπο τη σωστή απόφαση. 

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Ρουσάκη
Εικονογράφηση: Μαντλέν Φροσό
ISBN: 978-960-16-3604-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα αρκετά κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς αναγνώστες. Η επιμέλεια της σειράς φροντίζει και πάλι, ώστε η ανάγνωση να γίνεται ξεκούραστα χάρη στη γραμματοσειρά και ευχάριστα, χάρη στη συνοδεία της πολύ χαρακτηριστικής έγχρωμης εικονογράφησης. Με τόσα χρώματα, και το κείμενο να περιορίζεται συνήθως σε 4-5 γραμμές ανά δισέλιδο, το μικρό βιβλίο θυμίζει περισσότερο κόμικ. Στις τελευταίες σελίδες, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη αφορά στη συμπλήρωση ενός κειμένου με κενά (εγώ προσωπικά δυσκολεύτηκα!) και η δεύτερη καλεί τους μαθητές να εκφράσουν γραπτά πώς θα αντιδρούσαν αν ήταν στη θέση του κεντρικού ήρωα. Η πιο ενδιαφέρουσα είναι η τρίτη δραστηριότητα, όπου ζητάει από τον αναγνώστη να μπει στα όνειρα των δύο πρωταγωνιστών και να συμπληρώσει τα συννεφάκια με τις σκέψεις τους. Η τελευταία δραστηριότητα είναι μάλλον λεξιλογίου / ορθογραφίας, αφού αφορά καταγραφή σε λίστα διαφόρων αντικειμένων από μια ντουλάπα απολεσθέντων.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσε ωστόσο λόγω του θέματος να απασχολήσει και μαθητές μεγαλύτερων τάξεων.
Το θέμα των μικροκλοπών στο σχολείο, γύρω από το οποίο χτίζεται η ιστορία, είναι σίγουρα πολύ ενδιαφέρον και το συναντάμε συχνά στη σχολική καθημερινότητα. Το πώς το αντιμετωπίζει κανείς όταν παρουσιάζεται, είναι φαντάζομαι ζήτημα αξιών, ηθικής καλλιέργειας, ειδικών συνθηκών αλλά και ρόλου. Η θέση π.χ. του εκπαιδευτικού είναι ξεκάθαρη: Οφείλει να είναι τυπικός (έστω και με διακριτικό τρόπο) στην εφαρμογή των σχολικών κανονισμών.

Τι συμβαίνει όμως όταν ένας μαθητής ανακαλύπτει τον δράστη; Και πολύ περισσότερο, τι συμβαίνει αν ο δράστης είναι φίλος του; Άραγε προηγείται η φιλία ή ο νόμος; Το δίλημμα είναι κλασικό και έχει απασχολήσει γενιές και γενιές, με τη Φιλία συνήθως να υπερισχύει ως αξία, τουλάχιστον πάνω σε νόμους (ή άρχοντες) μη σεβαστούς.

από την ταινία "το μπλόκο" (1964)
Ποια όμως είναι η σωστή αντίδραση; Στο διήγημα Τρεις Λεύκες στην Αυλή μας, όταν η έφηβη ηρωίδα ανακαλύπτει τα κλοπιμαία στο δωμάτιο της φίλης της, σοκάρεται, ντρέπεται και αποφεύγει να της μιλήσει· αργότερα όμως αποκαλύπτει την αλήθεια στην αγαπημένη της καθηγήτρια μέσα από μια έκθεση. Προδοσία ή Υπευθυνότητα;

Ο ήρωας της ιστορίας αυτής, παρότι μικρότερος, αντιδρά εξαρχής με μεγάλη ωριμότητα και δίνει στους αναγνώστες ένα πολύ καλό πρότυπο αντίδρασης σε αντίστοιχες περιπτώσεις: Συζητάει με τον ίδιο του το φίλο και τον καλεί να επιστρέψει τα κλεμμένα αντικείμενα, δίνοντάς του ευκαιρία να επανορθώσει. Ταλαιπωρείται ωστόσο από νυχτερινές τύψεις, μήπως και δεν έκανε το σωστό.

Ζητάμε από τα παιδιά να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, να μάθουν να μπαίνουν στη θέση των άλλων και να νιώθουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ποια οπτική είναι άραγε σωστότερο να προσπαθήσουμε να υιοθετήσουμε; 
- Μήπως του «θύτη» φίλου μας και να νιώσουμε το άγχος της τιμωρίας που καραδοκεί; 
- Ή του «θύματος» και να συναισθανθούμε την αδικία και τη στεναχώρια της απώλειας;

Το τέλος της ιστορίας μπορεί να φανεί κάπως απότομο σε ορισμένους αναγνώστες, μας βοηθάει ωστόσο να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, κάνοντας έναν σαφή διαχωρισμό. Όταν είναι ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ συμφέροντα που θίγονται, τότε δεν τίθεται δίλημμα: ο κλέφτης πρέπει να καταγγελθεί!

Στην τάξη, το διήγημα μπορεί να αξιοποιηθεί δίνοντας αφορμή για ωραία συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων. Ειδικά στις μέρες μας, που ανακαλύπτουμε ότι ανεχόμενοι κακές συνήθειες των γύρω μας φτάσαμε να θεωρούμαστε και οι ίδιοι συνένοχοι (βλ. μαζί τα φάγαμε), το ζήτημα είναι επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μπορεί μάλιστα ο εκπαιδευτικός να μην σταθεί αποκλειστικά στο πρόβλημα της κλοπής, αλλά να θέσει θέμα ευρύτερο, για το τι θεωρείται προδοσία, πότε λέμε κάποιον καρφί, κλπ. Διαθεματικά, μπορεί να αντλήσει στοιχεία από το μάθημα της Γλώσσας, των Θρησκευτικών (τι κάνει ο καλός χριστιανός;), της Αγωγής (ο σωστός πολίτης ελέγχει τους συμπολίτες του σε μια δημοκρατία;) της Ιστορίας (Αρχαία Ελλάδα και Εφιάλτης*, Βυζάντιο και Αλέξιος Δ’ Άγγελος, Γερμανική κατοχή και δοσίλογοι), κλπ.

*Ίσως με λίγο κόπο και κάμποσους συνειρμούς, τα παιδιά οδηγηθούν στην υπόθεση ότι το όνομα Λεωνίδας δεν δίνεται τυχαία στον πρωταγωνιστή.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Αξιοπρέπεια, Εκπαίδευση, Υπευθυνότητα, Κλοπή

Απόσπασμα 
Πού να φανταστεί ο Λεωνίδας πως θα έμπλεκε έτσι.
Πως η φιλία μετριέται έτσι και όχι αλλιώς.
Όλα ξεκίνησαν μια μέρα στο σχολείο, όταν φώναξε
η Βαλεντίνα πως της έκλεψαν την κασετίνα.

- Κι εμένα μου πήραν το αγαπημένο μου στιλό!
φώναξε η Κλειώ.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως
υπήρχε κλέφτης μες στην τάξη.
Η κυρία Δόμνα τους καθησύχασε.

- Δεν υπάρχει κλέφτης. Μήπως τα ξεχάσατε κάπου;

Όλοι ήθελαν να την πιστέψουν,
όμως την επόμενη μέρα τους
περίμενε κι άλλη έκπληξη.

- Κάποιος μου πήρε το σημειωματάριό μου!
φώναξε ο Λουκάς.

- Μήπως θα έπρεπε να ψάξεις καλύτερα;
ρώτησε η κυρία Δόμνα.

- Όχι, είμαι σίγουρος ότι το είχα εδώ, κάτω
από το θρανίο, είπε ο Λουκάς με μεγάλο παράπονο.

Εκείνη την ώρα ο Λεωνίδας έσκυψε το κεφάλι του.
Δεν ήθελε να διαβάσουν οι υπόλοιποι
στα μάτια του αυτό που σκεφτόταν.
Στο διάλειμμα, όταν όλοι είχαν βγει απ’ την τάξη,
ο Λεωνίδας μπήκε μέσα κρυφά.

- Ώστε εσύ είσαι ο ένοχος;

Είχε ανακαλύψει κάποιον μες στην τάξη
να ψάχνει τα πράγματα των παιδιών.

Όμως δεν ήταν ένας
συνηθισμένος κλέφτης,
με γάντια και κουκούλα
στο πρόσωπο.

 
Θέμης Ανδρεάδης - η Βούρτσα (Πηγή)

Share/Bookmark

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και οι δεκαπέντε γόνδολες

Υπόθεση
Ο πειρατής Περπερούα λατρεύει τις Απόκριες. Γι' αυτό ντύνεται Αρλεκίνος και πηγαίνει στη Βενετία να διασκεδάσει... Εκεί συναντά ένα γονδολιέρη και οι δυο τους βάζουν ένα παράξενο στοίχημα. Τι θα συμβεί άραγε; Μα τι μπορεί να συμβεί όταν ένας ξακουστός πειρατής ντύνεται Αρλεκίνος;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-2932-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς μας φίλους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πανταχού παρούσα πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να ήταν το βιβλιαράκι ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι κατάλληλη για μαθητές της Α', καθώς τους καλεί να βρουν αντικείμενα που αρχίζουν από Κ και να τα γράψουν σε μια λίστα. Η δεύτερη είναι ένας απλός αναγραμματισμός και η τρίτη ένα κρυπτόλεξο με θέμα την πειρατεία. Στην τελευταία δραστηριότητα, οι αναγνώστες πρέπει να παρατηρήσουν μια εικόνα πειρατικού πλοίου και να σημειώσουν τα λάθη που βλέπουν, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται πόσα είναι αυτά.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα.

Δεν συναντά κανείς εύκολα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας με θέμα τις Απόκριες, γι’ αυτό χάρηκα όταν έπεσα πάνω σε τούτο το βιβλίο. Πιστεύω ότι εξίσου θα χαρούν και όσα παιδιά αποφασίσουν να το διαβάσουν, αφού είναι πολύ γιορτινό και αρκετά δροσερό.

Ξαναδιαβάζουμε την υπόθεση με άλλο μάτι:
Ο πρωταγωνιστής, παρότι εξ επαγγέλματος διαθέτει μια από τις πιο αγαπημένες μεταμφιέσεις, διεκδικεί το δικαίωμά του στη διασκέδαση και την υποκρισία (με την καλή έννοια) των ημερών και αποφασίζει να ντυθεί αρλεκίνος. Βολτάροντας στη γιορτινή Βενετία, συναντά έναν πάμπλουτο έμπορο ντυμένο γονδολιέρη, που φροντίζει να μας γίνει αντιπαθής με το καλημέρα σας. Οι δύο τους ξεκινούν μια έντονη στιχομυθία, αφού μπορεί οι μάσκες να καλύπτουν τα πρόσωπα, δεν κουκουλώνουν όμως και τα ήθη: έμποροι και πειρατές θυμίζουμε πως είναι φυσικοί εχθροί.
Με μεγάλη μαεστρία (που σε κάποιους θα θυμίσει συνομιλία Καραγκιόζη - Ταχήρ), ο μεταμφιεσμένος Περπερούα καταφέρνει να παγιδεύσει τον έμπορο της Βενετίας, οδηγώντας τον σε ένα στοίχημα που δεν χάνεται με τίποτα. Έτσι, σε απλές (στερεοτυπικές) γραμμές ο «πονηρός ήρωας» νικάει τον «κακό πλούσιο» και η τιμή των πειρατών αποκαθίσταται. Στο κλείσιμο της ιστορίας, ο πρωταγωνιστής επιλέγοντας να δωρίσει στους καλούς γονδολιέρηδες τα κέρδη του από το στοίχημα, ταξιδεύει τους συνειρμούς μας σε άλλες κλασικές μεταμφιέσεις όπως του Ρομπέν ή του Ζορρό. (Μόνο τον καουμπόη αφήσαμε απ’ έξω δηλαδή - o Batman είναι έτσι κι αλλιώς εκτός συναγωνισμού).

Το στοιχείο της απόστασης που παίρνει η διήγηση από το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς ο ίδιος ο Περπερούα υποτίθεται ότι "βγαίνει" από τις σελίδες και προσπαθεί να αποδείξει στον αναγνώστη-έμπορο ότι δεν είναι απλώς λογοτεχνικός χαρακτήρας αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Καλό θα είναι ωστόσο να συζητήσουμε το συγκεκριμένο θέμα με τα μικρότερα παιδιά και να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τη λογοτεχνία από την πραγματικότητα, ώστε το βράδυ να μην τα βρούμε να περιμένουν τον Σρεκ να εμφανιστεί πίσω απ’ το ψυγείο.

Με αφορμή την εξαπάτηση του σιόρ Μπούσολα από τον ήρωα, ένα άλλο θέμα που μπορούμε να συζητήσουμε είναι το τι εννοούμε με τις λέξεις εξυπνάδα, πονηριά, ψέμα, ανειλικρίνεια, κλπ. Είναι σωστό να εξαπατούμε τους άλλους; Και αν ναι, επιτρέπεται να το κάνουμε σε όλους ή μόνο στους «κακούς»; Και παίζει ρόλο το αν έχουμε καλές προθέσεις ή όχι; Και μπορούμε να το κάνουμε συνέχεια ή μόνο όταν προκύπτει «ανάγκη» ή όταν το λέει το έθιμο; (βλ. Πρωταπριλιά) Το τι θα κάνουν τελικά τα παιδιά είναι βέβαια θέμα προσωπικότητας, συγκυριών και περιβάλλοντος, αλλά η στάση που αρχικά θα διαμορφώσουν εξαρτάται και από εμάς. Σκεφτείτε λοιπόν.

Όσοι τελικά δεν επιλέξουν να προχωρήσουν «με το σταυρό στο χέρι», θα βρουν αρκετούς συμπαραστάτες: 
- Στη φύση, όπου τα ανώτερα θηλαστικά (βλ. χιμπατζήδες) συνειδητά εξαπατούν για να γλιτώσουν από κινδύνους ή να εξασφαλίσουν τροφή.
- Στην ιστορία, όπου οι πόλεμοι δεν κερδίζονται πάντα με τη δύναμη των όπλων. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικές πονηριές στα Στρατηγήματα του Πολυαίνου (βιβλίο, αρχαίο κείμενο, αγγλικά). Και αν τα Απατούρια των αρχαίων Αθηναίων σας ακούγονται ξεπερασμένα, μην πάτε τόσο μακριά: απλώς θυμηθείτε πώς η πατάτα έφτασε στο τραπέζι των παππούδων μας.
- Στη μυθολογία και τη λαϊκή παράδοση, όπου ο Οδυσσέας, η Αλεπού, ο Καραγκιόζης και αρκετοί ήρωες παραμυθιών (Παπουτσωμένος Γάτος), επιβιώνουν χάρη στην ικανότητά τους να εξαπατούν τους αντιπάλους τους.

Η ίδια η παράδοση, ωστόσο, με τον μύθο του ψεύτη βοσκού, μας υπενθυμίζει ότι σε όλα, ακόμα και στην απάτη, χρειάζεται σύνεση και μέτρο. Για όσους το αγνοούν, λύκοι, τρόικες και άλλα τέρατα καραδοκούν.
 

Ολοκληρώνοντας τον σχολιασμό, να αναφέρω τη μικρή μου ένσταση σχετικά με την εικονογραφική απόδοση της Ευτυχίας, της μαϊμούς. Προσωπικά μου θυμίζει περισσότερο κορίτσι από την Αφρική παρά πίθηκο, κάτι που μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητο από τους μικρούς αναγνώστες.

Αξίες - Θέματα
Απόκριες, Ανισότητα

Απόσπασμα 
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα ο ξακουστός
πειρατής Περπερούα Πόντε Πούντα Ντε Τόρμες
ο Άτρωτος έφτασε στην πόλη της Βενετίας.

Ήταν Απόκριες και ο Περπερούα, που λάτρευε τις Απόκριες
από τότε που ήταν παιδί, αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε φτωχό Αρλεκίνο.
Φόρεσε ρούχα φτιαγμένα από πολύχρωμα
κομμάτια ύφασμα και μια μάσκα που έκρυβε
 το μισό του πρόσωπο.

Στόλισε το πειρατικό του καράβι με σερπαντίνες
και έκρυψε την πειρατική σημαία στο αμπάρι.

- Λοιπόν, σήμερα θα διασκεδάσω!
Σήμερα δε θα είμαι ο ξακουστός πειρατής,
σήμερα θα είμαι ο Αρλεκίνος και θα φέρομαι σαν Αρλεκίνος.


Κατέβηκε, λοιπόν, στην πόλη της Βενετίας,
περπάτησε στα στενά δρομάκια της, θαύμασε
τα παλάτια, τις πλατείες και τα κανάλια της και,
όταν βαρέθηκε να τριγυρνάει μόνος, πλησίασε,
σφυρίζοντας ανέμελα, ένα γονδολιέρη.

- Καλημέρα, κύριε, μπορώ να μπω στη γόνδολά σας;

- Πού θέλεις να σε πάω Αρλεκίνε;

- Μια βόλτα στο μεγάλο κανάλι.

- Πενήντα χρυσά δουκάτα.

- Δεν έχω τόσα χρήματα, κύριε.
Μπορώ απλώς να καθίσω μέσα στη γόνδολα να ξεκουραστώ;

- Τριάντα χρυσά δουκάτα.

- Αποκλείεται! Είμαι πάμφτωχος.
Δε βλέπετε, κύριε; Ένας φτωχός Αρλεκίνος είμαι!

Ο γονδολιέρης τον κοίταξε και έσμιξε θυμωμένος τα φρύδια του.

- Ένας παλιομασκαράς είσαι! Αν δεν έχεις πενήντα χρυσά δουκάτα, δε σε πάω πουθενά. Και αν δεν έχεις τριάντα χρυσά δουκάτα, δε σ' αφήνω να κάτσεις στη γόνδολά μου!

Share/Bookmark

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Το ζωντανό ρομπότ

Υπόθεση
Μπορεί ένας άνθρωπος να γίνει ρομπότ; Φαίνεται πως μπορεί, αν αγαπάει, αν βοηθάει κάποιον που τον χρειάζεται, αν είναι καλός φίλος, αν γίνεται η δύναμη για κάποιον αδύνατο. Τότε, ναι, γίνεται ένα «ζωντανό ρομπότ». Έτσι και ο μικρός Σέργιος έγινε ο σύντροφος του παιχνιδιού αλλά και ο φύλακας άγγελος του ξαδέρφου του Δημήτρη, που γεννήθηκε ανάπηρος και ποτέ δεν θα σηκωθεί από το αναπηρικό του καρότσι.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ναννίνα Σακκά -Νικολακοπούλου
Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
ISBN: 978-960-16-3995-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 33
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’- Γ’

Κριτική
Ένα ακόμη απλό διήγημα από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 2 – ψαράκια), που απευθύνεται σε νέους αναγνώστες και με την ευαίσθητη γραφή του καταφέρνει να μας συγκινήσει, παρά το περιορισμένο μέγεθος των 400 λέξεων. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και το κείμενο δεν ξεπερνά τις 6-7 σειρές σε κάθε δισέλιδο – τον υπόλοιπο χώρο καταλαμβάνει η όμορφη εικονογράφηση.

Στο τέλος του βιβλίου, μας περιμένουν τρεις δραστηριότητες: Στην πρώτη (αρκετά απαιτητική για παιδιά Α’- Β’ δημοτικού) παρακολουθούμε τις κινήσεις των δύο πρωταγωνιστών σε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, προσπαθώντας να υπολογίσουμε ποιος θα νικήσει. Στη δεύτερη, καλούμαστε να εντοπίσουμε και να σημαδέψουμε τα σημεία μιας ζωγραφισμένης διαδρομής που μπορεί να αποδειχθούν προβληματικά για ένα άτομο με προβλήματα κίνησης. Στην τελευταία, οι ίδιοι οι αναγνώστες περνούν στη δράση: πρέπει να ελέγξουν το χώρο του σχολείου τους, ώστε να συμπληρώσουν μια λίστα με σημεία που θα μπορούσαν να δυσκολέψουν την κίνηση ενός μαθητή με αναπηρικό καροτσάκι.

Το βιβλίο προτείνεται αρχικά σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει πολύ καλό υλικό ευαισθητοποίησης και για άλλες τάξεις, ή για γονείς που επιθυμούν να ενημερώσουν τα παιδιά τους πάνω στο ζήτημα της αναπηρίας και να τους διαμορφώσουν σωστές στάσεις.

Θέμα του βιβλίου είναι η αναπηρία δίπλα μας και το με πόση φυσικότητα θα μπορούσε να την αντιμετωπίζει κάθε παιδί. Η ευαίσθητη πένα της συγγραφέως που γνωρίζει το θέμα από πρώτο χέρι, μας δίνει μια ιστορία που μπορεί να μιλήσει σε παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Μας προσφέρει έτσι ένα χρήσιμο αν μη τι άλλο εργαλείο, καθώς η σχολική καθημερινότητα δείχνει ότι οι μαθητές μας είναι πολύ σκληροί όταν συναντούν τη διαφορετικότητα.  Κείμενα λοιπόν σαν και το Ζωντανό Ρομπότ, σε συνδυασμό με ανάλογες συζητήσεις στην τάξη και με επιλογή κατάλληλων δραστηριοτήτων, διευκολύνουν την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και μπορούν να προβάλλουν με πιο ελκυστικό τρόπο τις αξίες του ανθρωπισμού. Όλα αυτά φυσικά, εφόσον γονείς και εκπαιδευτικοί γινόμαστε και οι ίδιοι παράδειγμα προς μίμηση και δεν ακυρώνουμε με τη συμπεριφορά μας τα όσα θεωρητικά διδάσκουμε. 

Όσοι λοιπόν μπουν στον κόπο να διαβάσουν το μικρό αυτό βιβλίο, ίσως να μη συναντήσουν κάποια σπουδαία πλοκή. Θα δροσιστούν όμως με ένα απλό κείμενο γνήσιας ανθρωπιάς και ίσως μόλις το τελειώσουν, νιώσουν να βρίσκονται ένα βήμα πιο κοντά στα άτομα με κινητικές αναπηρίες.

Κάπως οξύμωρη φαντάζει η επιλογή του χαρακτηρισμού «ρομπότ», που χρησιμοποιείται για τον φιλόστοργο αφηγητή της ιστορίας. Γιατί ακόμα κι αν ως λέξη ενθουσιάζει τα παιδιά, όταν αναφέρεται σαν προσδιορισμός σε ανθρώπους γίνεται συνήθως για να αποδώσει μάλλον έλλειψη ευαισθησίας και πλούτου συναισθημάτων και όχι το αντίθετο. Προφανώς όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται εκεί για να τονίσει το πόσο ακούραστος και θωρακισμένος πρέπει να είναι (ή τουλάχιστον να μοιάζει) όποιος αποφασίζει να θέσει τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση ατόμων με δυσκολίες. Ίσως μια μικρή συζήτηση με τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο, φωτίσει περισσότερο το πώς το βλέπουν τα ίδια.

Για όσους εκπαιδευτικούς ενδιαφέρονται να εργαστούν με τις αξίες στο τμήμα τους, θυμίζουμε τα βήματα μιας προτεινόμενης μεθόδου (περισσότερες λεπτομέρειες εδώ)
  1. Ερωτήσεις Αφόρμησης
  2. Αφήγηση σχετικής με την Αξία ιστορίας
  3. Μεταναγνωστικές Ερωτήσεις
  4. Ερωτήσεις κατανόησης της Αξίας
  5. Ερωτήσεις οικειοποίησης της Αξίας
  6. Διάλογος
  7. Δραστηριότητες στην Τάξη
  8. Δραστηριότητες για το Σπίτι
  9. Αλληλεπίδραση με Γονείς
Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αλληλεγγύη, Ανθρωπισμός, Αναπηρία

Απόσπασμα  
Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος, αλλά έγινα ρομπότ.
Αυτό το οφείλω στον ξάδερφό μου τον Δημήτρη,
που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου
κι είναι σοφός. Θα μου πείτε, πώς να μην ξέρει
περισσότερα πράγματα αφού είναι πιο μεγάλος!

Με τον Δημήτρη είμαστε πρώτα
ξαδέρφια από τις μαμάδες μας,
που είναι αδερφές. Μένουμε
στο ίδιο σπίτι πάνω κάτω.

Όταν ήρθα στον κόσμο, μ’ ακούμπησαν με
προσοχή στην αγκαλιά του ξαδέρφου μου.
Εκείνος με κρατούσε τρυφερά κι ένιωσε
πολύ χαρούμενος που απέκτησε ένα μικρό
ξαδερφάκι και μάλιστα αγοράκι.

Όταν περπάτησα, ήμουν πολύ μικρός
για να καταλάβω πως ο Δημητράκης μας
δεν περπατούσε και θα ήταν πάντα καθισμένος
σ’ ένα καρότσι. Αυτό εμένα δε μου έκανε
εντύπωση, γιατί κι εγώ καθόμουνα σε καρότσι
όταν βγαίναμε βόλτα στο πάρκο.

Όταν άρχισα να τρέχω, εκείνος έμενε πάντα
στο καρότσι του. Αυτό δε μας εμπόδιζε να
παίζουμε μπάλα. Μου την πετούσε, την έπιανα,
του την ξανάδινα, κι όταν την έριχνε μακριά,
έτρεχα και την έφερνα πίσω.

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως ο ξάδερφός μου
δε θα περπατούσε ποτέ! Γεννήθηκε μ’ ένα
πρόβλημα και δε θα μπορούσαμε να τρέξουμε
μαζί.



Share/Bookmark

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Μυστήριο στη Βιβλιοποντικοθήκη

Υπόθεση
Στη Βιβλιοθήκη συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Η Τίτα Γραβιέρα προσπαθεί να βρει το δράστη και ο Βιβλιοπόντικας σφυρίζει αδιάφορα. Ώσπου ένα βράδυ βλέπουν μέσα στη βιβλιοθήκη πρίγκιπες, νεράιδες, ιππότες και μάγισσες να χορεύουν και να διαβάζουν! Τι να έχει συμβεί άραγε;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Κιάρα Φεντέλε
ISBN: 978-960-16-1934-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’


Κριτική
Η τρίτη συνέχεια στις περιπέτειες του Βιβλιοπόντικα. Τα παιδιά που τον παρακολούθησαν στις προηγούμενες ιστορίες του έχουν μεγαλώσει λίγο, και καλούνται πλέον να διαβάσουν ένα κείμενο 800 περίπου λέξεων, για να μάθουν τι σκαρώνει πάλι ο αγαπημένος τους ήρωας. Η γραφή του Ηλιόπουλου είναι όπως πάντα στρωτή και κατανοητή. Η επιμέλεια παραμένει ιδιαίτερα προσεγμένη, και μια πολύ έξυπνη, έγχρωμη εικονογράφηση δένει σε κάθε σελίδα με το κείμενο που ποτέ δεν ξεπερνάει τις 9-10 σειρές. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι παρατηρητικότητας, και τα παιδιά θα χρειαστούν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο για να τα χρονομετρήσει. Στη δεύτερη καλούνται να ενώσουν τις αριθμημένες τελείες ώστε να σχηματιστεί ένας αγαπημένος τους ήρωας. Στην τρίτη δραστηριότητα πρέπει να ακολουθήσουν ένα μπερδεμένο νήμα που θα τους οδηγήσει στη σωστή απάντηση και στην τέταρτη τους ζητείται να τοποθετήσουν τις σωστές ταμπελίτσες στο ωράριο λειτουργίας μιας βιβλιοθήκης, κάτι που για να κάνουν σωστά, οφείλουν να ξέρουν να διαβάσουν την ώρα από ψηφιακό ρολόι (κάτι που επισήμως μαθαίνουν στην ύλη της Δ’ Δημοτικού). Στην τελευταία δραστηριότητα, παρατηρούμε τα παιδιά του Βιβλιοπόντικα να παίζουν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι... οι αναγνώστες καλούνται να μελετήσουν προσεκτικά τους κανόνες, και να βρουν το νικητή.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, και βέβαια στους κάθε ηλικίας φανατικούς φίλους του Βιβλιοπόντικα.

Εντάξει, το μυστήριο της ιστορίας μπορεί να μην είναι από τα άλυτα... και μπορεί επίσης οι αναγνώστες να καταλαβαίνουν αρκετά γρήγορα ότι ο Βιβλιοπόντικας βρίσκεται και πάλι πίσω από τα όσα περίεργα συμβαίνουν... όλα αυτά ωστόσο δεν σημαίνουν ότι οι μικροί μας φίλοι δεν θα διασκεδάσουν με αυτή τη συνέχεια των περιπετειών του πονηρού ποντικού. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που τον βλέπουν να μετατρέπεται πλέον σε έναν κανονικό οικογενειάρχη, αφού αποκτάει δύο (υγιέστατα) τρισχαριτωμένα ποντικάκια. Παρά τα χρόνια βέβαια δεν βάζει μυαλό (εδώ δεν βάζουμε εμείς οι άνθρωποι), και επιστρέφει στις παλιές ατασθαλίες, αυτή τη φορά μασουλώντας όσα βιβλία του φέρνουν ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του στη βιβλιοθήκη. Παρατηρούμε έτσι να εκδηλώνεται για πρώτη φορά μια (ίσως έμφυτη, αφού μιλάμε για τρωκτικό) τάση του ήρωα να κάνει «υπόγειες ζαβολιές» κρυφά από τη γυναίκα του, τάση που στην επόμενη ιστορία κάνει ακόμα πιο έντονη την εμφάνισή της.

Κατά τα άλλα, η ιδέα για μια δανειστική βιβλιοθήκη που παραμένει ανοιχτή 24 ώρες το 24ωρο δεν είναι καθόλου κακή. Μακάρι να είχαμε μια και στην πόλη μας, όπως συμβαίνει ας πούμε με ορισμένα βιντεοκλάμπ ή σουβλατζίδικα. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα βρισκόταν κάποιος ήρωας αντίστοιχος με τον Βιβλιοπόντικα για να δουλέψει σε αυτήν υπό τις παρούσες συνθήκες…

Ολοκληρώνοντας, ας ελπίσουμε ότι το (αυτοανατρεπτικό;) μήνυμα στο τέλος της ιστορίας θα μπολιάσει τα παιδιά με κάποια ψήγματα ενσυναίσθησης, ώστε να αρχίσουν να νοιάζονται και για τα λιγότερο γνωστά βιβλία, αυτά που μένουν αδιάβαστα και σκονισμένα στο ράφι της βιβλιοθήκης· ίσως έτσι σκεφτούν κάποια φορά να πρωτοτυπήσουν, να ξεφύγουν από την πεπατημένη των διαφημισμένων και πολυδιαβασμένων χαρακτήρων, και να δοκιμάσουν να απλώσουν το χέρι τους προς τον άγνωστο κόσμο κάποιων παραπονεμένων, αφανών ηρώων.

Αξίες - Θέματα
Φιλαναγνωσία, Οικογένεια

Απόσπασμα  
Ο Βιβλιοπόντικας και η Τίτα Γραβιέρα δούλευαν
αγαπημένοι στη βιβλιοθήκη του σχολείου.
Εκεί είχαν στήσει και το σπιτικό τους κι όλη
μέρα δάνειζαν βιβλία στα παιδιά, μέχρι που
η Τίτα ανακοίνωσε πως περιμένει μωρό.

Ο Βιβλιοπόντικας τότε έφτιαξε το σπιτάκι τους στη
σκεπή και η βιβλιοθήκκη άνοικγε πια μόνο το πρωί.
Εκεί, στη σκεπή, γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους,
ο Χαρτοπόντικας, κι αργότερα κι ο μικρότερος
γιος τους, ο Μίμης Κασεράκης, ένα κλαψιάρικο
κι ανήσυχο μωρό που δεν άφηνε κανέναν να
κοιμηθεί.

Τον τελευταίο καιρό η Τίτα ανακάλυψε
πως κάτι περίεργο γινόταν στη βιβλιοθήκη,
μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι.

-    Μήπως λείπουν βιβλία; Πάντως, εγώ δεν έχω φάει βιβλίο της βιβλιοθήκης.

-    Όχι, δε λείπουν βιβλία.

Την άλλη μέρα την είδε πάλι αναστατωμένη.

-    Μήπως βρήκες ανακατεμένα τα βιβλία; τη ρώτησε

-    Όχι, όλα είναι στη θέση τους.

Οι μέρες περνούσαν. Εκείνος έδειχνε αδιάφορος.
Η Τίτα όμως δεν ησύχαζε.

-    Τι έχεις πάλι;

-    Να, το πρωί που ερχόμαστε βρίσκω στη θέση τους ακόμη και τα βιβλία που δεν είχα προλάβει να τακτοποιήσω στα ράφια και τα είχα αφήσει στο καλάθι πάνω στο γραφείο μου!

-    Ε! και τι μ’ αυτό;



Share/Bookmark

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Τ + Υ = Αγάπη για πάντα

Υπόθεση
Η τηλεόραση και ο υπολογιστής ερωτεύτηκαν κι αποφάσισαν να κλεφτούν! Όμως, πριν εγκαταλείψουν για πάντα το σπίτι, αφήνουν πίσω τους ένα γράμμα για τις απλές χαρές της ζωής, προτρέποντας τα μέλη της οικογένειας να βρουν άλλους τρόπους εκτόνωσης και διασκέδασης. Θα τα καταφέρουν άραγε χωρίς σίριαλ και ηλεκτρονικά παιχνίδια; Και τι μπορεί να κάνει κάποιος αντί να βλέπει όλη τη μέρα τηλεόραση;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αμάντα Μιχαλοπούλου
Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου
ISBN: 978-960-16-4012-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’


Κριτική
Μια νέα ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 – Δελφινάκια) με κείμενο 800 περίπου λέξεων. Η γλώσσα της συγγραφέως δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, παρότι τα μικρότερα παιδιά θα έχουν σίγουρα άγνωστες λέξεις (όπως περισυλλογή, διαμεσολαβούμε, σύμπαν, δέκτης, κ.ά.). Ένα ζήτημα ωστόσο υπάρχει με το περιεχόμενο του διηγήματος, το οποίο όλα δείχνουν ότι απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερα του δημοτικού. Κατά τα άλλα, η επιμέλεια είναι προσεγμένη, και το κείμενο σε κάθε σελίδα δεν ξεπερνάει τις 10-12 σειρές, ενώ δένει με μια ιδιαίτερη εικονογράφηση που βαδίζει ανάμεσα στο ροζ και το μαύρο, ίσως επιχειρώντας να μας δείξει τη διαφορά μεταξύ του ζωντανού κόσμου των ανθρώπων και του σκοτεινού των μηχανών. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τα παιδιά πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι ένα κρυπτόλεξο με ηλεκτρικές συσκευές και η δεύτερη τους ζητά να συμπληρώσουν διάφορες φράσεις χρησιμοποιώντας τη φαντασία τους. Στην τρίτη, οι μαθητές καλούνται να αλλάξουν οπτική γωνία και να μπουν στη θέση της τηλεόρασης, περιγράφοντας αυτά που συμβαίνουν στο ίδιο τους το σπίτι (κάτι που δεν μπορούμε να ζητήσουμε από παιδιά 7 ετών). Η προτελευταία δραστηριότητα, προκαλεί τα παιδιά να «βγουν έξω και να ζήσουν», αναφέροντας τι θα μπορούσαν να κάνουν αντί για να δουν διάφορες εκπομπές στην τηλεόραση. Το χορό κλείνει μια άσκηση ζωγραφικής και φαντασίας.

Το βιβλίο θα το προτείναμε περισσότερο για μαθητές Δ’ και Ε’ τάξης, αφού παρά την περιορισμένη έκταση του κειμένου, τα παιδιά μικρότερων ηλικιών θα δυσκολευτούν να κατανοήσουν το περιεχόμενο και ίσως βαρεθούν.


Το διήγημα αποτελεί μια σφοδρή κριτική στην τηλοψία και το σύστημα που την υποστηρίζει και τρέφεται από αυτήν· ένα «κατηγορώ» που απευθύνει στους αναγνώστες μια μπουχτισμένη τηλεοπτική συσκευή που δεν αντέχει άλλο τις ανοησίες που προβάλλονται διαμέσου της. Αφού λοιπόν πέσει σε περισυλλογή και αναλογιστεί το γιατί υπάρχει, η τηλεόρασηαποφασίζει να κλεφτεί με τον (επίσης μπαϊλντισμένο) υπολογιστή.

Φράσεις όπως «Χωρίς εμάς ίσως πάρετε καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή σας» μάς κάνουν να πιστεύουμε ότι η συγγραφέας μάλλον απευθύνεται σε εφήβους ή ενηλίκους. Όχι ότι διαφωνούμε με το παραπάνω μήνυμα ή με το «βγείτε έξω και ζήστε λιγάκι επιτέλους!», απλώς θεωρούμε ότι το υπόλοιπο στήσιμο του βιβλίου δεν υποστηρίζει την κατηγορία αυτή του κοινού. Ένα παρόμοιο μήνυμα θα μπορούσε πιθανότατα να περάσει στα παιδιά με πιο ταιριαστό για την ηλικία τους τρόπο. (βλ. π.χ ο Άλκης και ο λαβύρινθος).

Αξίες - Θέματα
Τεχνολογία, Τηλεόραση

Απόσπασμα

Αγαπητοί μας,
Υπαγορεύω αυτό το γράμμα στον φορητό
υπολογιστή, γιατί, αν περιμένω από εκείνον,
ζήτω που καήκαμε.

Θα το πω, γιατί να μην το πω; Ο υπολογιστής
μια ζωή ξενυχτάει γράφοντας ποιήματα.
Και μετά ζητάει από μένα να βγάλω το φίδι
απ’ την τρύπα. Λέει ότι ξέρω από ανακοινώσεις,
επειδή συνέχεια εκπέμπω δελτία ειδήσεων.

Δεν έχω να σας ανακοινώσω κάτι. Μάλλον
για εξομολόγηση πρόκειται. Πριν σας γράψω,
δοκίμασα όλους τους άλλους τρόπους.
Χάλασα μια φορά την οθόνη μου.
Κατέστρεψα την κεραία μου.

Και χάρηκα πολύ όταν το τηλεκοντρόλ έπεσε
από τα χέρια του μικρού Απόστολου κι άνοιξε
στα δύο σαν καρπούζι.
Κάνατε σαν να συνέβη κάποια τρομερή
καταστροφή. Τότε κατάλαβα πως είναι άσκοπο
να προσπαθώ να σας πείσω.

Λοιπόν, η ουσία είναι μία: αποφάσισα
να φύγω μαζί με τον υπολογιστή.
Και να ζήσουμε κάτι που δε συνηθίζεται
στην οικογένεια των ηλεκτρονικών – μια
αγάπη για πάντα. Ξέρω, ξέρω. Σας φαίνεται
τρελό να παίρνει η τηλεόρασή σας
τον υπολογιστή αγκαζέ και να τρέχουν
νυχτιάτικα. Νομίζετε ότι μόνο οι άνθρωποι
φεύγουν, όχι οι συσκευές.

Θα σας πω ένα μυστικό: όταν ο αποχυμωτής
χαλάει, σημαίνει πως κουράστηκε να στύβει.
Όταν η τηλεόραση δεν ανάβει, σημαίνει πως
διαμαρτύρεται. Ξέρω καλά τι είμαι: μια κοινή
οθόνη, ένας δέκτης κινουμένων εικόνων.



Share/Bookmark

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Η Μιλένα και το φρικτό ψάρι


Υπόθεση 
Τι γίνεται όταν η Μιλένα αρνείται να φάει το ψάρι που τής σερβίρει η μητέρα της; Στην αρχή αποφάσισε να ακούσει μουσική για να ξεχάσει την πείνα της, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και έπεσε με τα μούτρα στο σοκολατούχο γάλα και τα ντόνατς. Μέχρι που το στομάχι της δεν άντεξε... Ποιος είναι τελικά πιο δυνατός και ποιος πρέπει να υποχωρήσει; Η μαμά που σερβίρει ψάρι ξανά και ξανά, ή η Μιλένα που το σιχαίνεται;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
ISBN: 978-960-16-4026-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’


Κριτική
Συμπαθητική ιστορία από τη σειρά Δελφινάκια (χωρίς σωσίβιο 3 – μέχρι 800 λέξεις) που ασχολείται με το ζήτημα της σωστής διατροφής και της υπακοής στις μητρικές επιταγές. Η γραφή σε κάποια σημεία δεν μοιάζει ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται η σειρά (η ηρωίδα χαρακτηρίζει τα αδέλφια της «ηλίθια» (σελ. 15) και «βλαμμένα» (σελ.21) και γενικά τους σούρνει τα εξ αμάξης) αλλά σε γενικές γραμμές είναι απλή και κατανοητή. Η επιμέλεια της σειράς είναι όπως πάντα άψογη, και η εικονογράφηση ακολουθεί το κείμενο για να διαμορφώσει έναν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα σχετικά ασυνήθιστο σε παιδικά διηγήματα: Η Μιλένα είναι σκληρή, παραπονιάρα και επαναστάτρια και τούτο περνάει στους αναγνώστες και από το εικαστικό μέρος, που επιπλέον μας αποδίδει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της ιστορίας.

Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες: Η πρώτη μας θυμίζει άσκηση φυσικής της Ε’ δημοτικού, αφού ζητάει από τα παιδιά να διαμορφώσουν ένα ημερήσιο πρόγραμμα σύμφωνο με τη μεσογειακή πυραμίδα της διατροφής. Η δεύτερη καλεί τους αναγνώστες να αντιστοιχήσουν φράσεις από το κείμενο με τα πρόσωπα που τις είπαν, ενώ η επόμενη είναι ένα κρυπτόλεξο με λέξεις από την οικογένεια «ψάρι». Η τελευταία δραστηριότητα απευθύνεται και πάλι σε μεγαλύτερα παιδιά και περιέχει ένα παιχνίδι που απαιτεί καλή γνώση της αλφαβήτου, αλλά και ουσιαστικών και επιθέτων.

Ο συνδυασμός των ιδιαίτερων στοιχείων του κειμένου και των απαιτητικών δραστηριοτήτων στο τέλος του, δεν μας επιτρέπουν να προτείνουμε το βιβλίο για τάξεις μικρότερες της Γ’. Ίσως λοιπόν η συγκεκριμένη ιστορία να απευθύνεται σε παιδιά 8-10 ετών που δυσκολεύονται με μεγαλύτερα κείμενα και επιθυμούν κάτι σύντομο και ευχάριστο που θα τονώσει την  αναγνωστική τους αυτοπεποίθηση.

Η ιστορία μας δίνει μια καλή αφορμή να συζητήσουμε γύρω από τη σωστή διατροφή και να αναρωτηθούμε για το ποια είναι τα δικαιώματα των παιδιών στο οικογενειακό τραπέζι. Μπορούν να αρνηθούν να φάνε το σπιτικό φαγητό και να τρώνε έξω; Επιτρέπεται να αποφεύγουν μια συγκεκριμένη τροφή που απεχθάνονται, ανεξάρτητα από το αν τους κάνει καλό ή όχι; Ποιος είναι ο ρόλος των γονέων στην περίπτωση αυτή;

Βέβαια στο συγκεκριμένο κείμενο, η μορφή του πατέρα απουσιάζει, και η κόντρα μητέρας – κόρης φτάνει από την αδιαλλαξία τους στα ύψη, για να αποκλιμακωθεί στο τέλος από την εμφάνιση ενός απρόσμενου συμμάχου (των διδύμων αδελφών που λένε ψέματα στη μαμά). Στην πραγματική ζωή ωστόσο δεν μπορούμε να περιμένουμε τέτοιες λύσεις. Ούτε και μας βεβαιώνει κανείς ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση το παιδί θα βαρεθεί να τρώει έτοιμες τροφές και γλυκά και θα επιστρέψει στο οικογενειακό τραπέζι. Καλό είναι λοιπόν να έχει γίνει μια προετοιμασία από τους γονείς, ώστε σε περίπτωση που όντως το παιδί ταυτιστεί με την πρωταγωνίστρια και αποφασίσει να κάνει μια μικρή επανάσταση (στον τομέα του φαγητού ή αλλού), να μπορούν να συζητήσουν ήρεμα μαζί του και να οδηγήσουν την κατάσταση σε μια ωφέλιμη και ειλικρινή λύση.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διατροφή

Απόσπασμα 
Τα προβλήματα άρχισαν την Κυριακή, που
η Μιλένα έσπρωξε το πιάτο της με το ψάρι
πάνω στο τραπέζι.

- Δε θέλω ψάρι! είπε κάνοντας ένα μορφασμό
αηδίας. Της άρεσαν οι τηγανητές πατάτες, τα
παγωτά με σαντιγί, οι σοκολάτες και τα ντόνατς
τα πασπαλισμένα με ζάχαρη. Όχι τα ψάρια,
που ασήμιζαν με φρικτό τρόπο στα πιάτα.

Τα αδέρφια της – δυο δίδυμα αγόρια, που δεν
της έδιναν σημασία και ήταν τέσσερα χρόνια
μεγαλύτερα και είκοσι πόντους ψηλότερα-
είχαν ήδη αρχίσει να τρώνε το φρικτό ψάρι,
που, εκτός του ότι είχε αλλόκοτη μυρωδιά
και γεύση, έπρεπε να το καθαρίζεις, να βγάζεις
τα κόκαλα και να τα τοποθετείς στην άκρη
του πιάτου.

«Δεν πρέπει να είναι έτσι τα φαγητά» σκέφτηκε
η Μιλένα. «Τα φαγητά πρέπει να είναι μαλακά
και εύκολα. Χωρίς αγκάθια, φλούδες,
κουκούτσια και άλλα εμπόδια. Δε θέλω ψάρι.
Δε μ’ αρέσει το ψάρι.»

Η Μιλένα περίμενε ότι θα έβρισκε στο ψυγείο
κάτι πιο ενδιαφέρον από το ψάρι ή ότι η μαμά
θα της έφτιαχνε μια ωραία ομελέτα με τρία είδη
τυριών, ζαμπόν και κομματάκια ξεροψημένης
πατάτας. Χώνοντας όμως το κεφάλι της στο
ψυγείο, είδε ένα μπουκάλι γάλα, δυο κουτιά
καροτόζουμο, ένα ακόμη ψάρι τυλιγμένο
σε ασημόχαρτο, μερικά μήλα, λίγη μελιτζανοσαλάτα
σε πλαστικό δοχείο, δύο κόκκινες πιπεριές,
δυο ντομάτες και ένα αγγούρι.

- Δεν έχει τίποτα να φάω, παραπονέθηκε η Μιλένα.

- Μα πώς, είπε η μαμά, που έτρωγε με μικρές μικρές μπουκιές, όπως συνήθιζε. Φάε το ψάρι σου.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Τα περισσότερα παιδιά στον κόσμο δεν έχουν τίποτα να φάνε. Φάε το ψάρι.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Και πεθαίνουν από την πείνα… Φάε, λοιπόν, το ψάρι.

Share/Bookmark

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Η ζωή και οι περιπέτειες του Σάντα Κλάους

Υπόθεση
Ο μικρός Κλάους γεννιέται στο δάσος του Μπαρζί και ανατρέφεται από τις νύμφες. Όταν ενηλικιώνεται και μαθαίνει για την πραγματική του φύση, φεύγει από κοντά τους και χτίζει ένα καλύβι στη Γελαστή Κοιλάδα, ξεπερνώντας διάφορες δυσκολίες χάρη στους αόρατους προστάτες του. Ο καιρός περνάει και αποφασίζει να αφοσιωθεί στην ευτυχία των παιδιών των ανθρώπων. Κατασκευάζει έτσι τα πρώτα του παιχνίδια και τα χαρίζει, κάνοντας τα μικρά των φτωχών να χοροπηδούν από χαρά. Αργότερα, αρχίζει τα ταξίδια με ένα έλκηθρο που το τραβούν τάρανδοι, ώστε να μπορεί να φτάνει μακρύτερα και να κάνει όλο και περισσότερα παιδιά ευτυχισμένα. Κερδίζει έτσι πρώτα την εκτίμηση των ανθρώπων, που τον αναγνωρίζουν ως άγιο και στη συνέχεια την αθανασία, όταν το συμβούλιο των αρχόντων του αόρατου κόσμου αποφασίζει να του χαρίσει αιώνια ζωή, ώστε να συνεχίσει το έργο του ες αεί.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λ. Φρανκ Μπάουμ (Lyman Frank Baum)
Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Ελένη Τσάμπρα
ISBN: 978-960-16-2599-7
Τίτλος πρωτοτύπου: The Life and Adventures of Santa Claus
Έτος 1ης Έκδοσης: 1902 (στα ελληνικά 2007)
Σελίδες: 220
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’


Κριτική
Μία φανταστική βιογραφία του Σάντα Κλάους γραμμένη από το δημιουργό του Μάγου του Οζ, που γνώρισε επιτυχία ως βιβλίο, και μεταφέρθηκε αρκετές φορές στη μικρή οθόνη, πρώτα ως τηλεοπτικό animation – μιούζικαλ το 1985, έπειτα ως  τηλεοπτική μίνι σειρά το 1994 (Shounen Santa no daibôken) και τέλος το 2000 ως βιντεοταινία κινουμένων σχεδίων.



Παρά τα 110 χρόνια του, το έργο παραμένει χαριτωμένο και ενδιαφέρον και η μετάφραση το κρατάει δροσερό. Η γλώσσα είναι σχετικά απλή, αλλά οι αναγνώστες πρέπει να διαθέτουν αρκετή εμπειρία, καθώς το κείμενο δεν είναι μικρό, ενώ η εικονογράφηση δεν θα τους βοηθήσει ιδιαίτερα: είναι ασπρόμαυρη και με απλώς συνοδευτική παρουσία μιας περίπου ολοσέλιδης εικόνας για κάθε δέκα σελίδες κειμένου. Από την άλλη, τα κεφάλαια έχουν τίτλους που προκαλούν τον αναγνώστη να τα ξεκινήσει, ενώ το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει συνήθως τις 10-12 σελίδες. Ίσως κάποια παιδιά δυσκολευτούν λίγο μέχρι να εξοικειωθούν με τα πλάσματα που τοποθετεί στον κόσμο του ο συγγραφέας, αλλά μόλις το καταφέρουν αυτό, θα διαπιστώσουν ότι το διάβασμα κυλάει γρήγορα και απρόσκοπτα.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε αγόρια της Ε’ και Στ’ τάξης, ενώ μπορούν να το διαβάσουν και μικρότερα παιδιά που έχουν ήδη κάποια εμπειρία και ενδιαφέρονται για το θέμα.

Το δημιούργημα δεν έχει χαρακτηριστεί άδικα ως το Lord of the Rings των Χριστουγέννων,  αφού η μυθοπλαστική δεξιότητα του συγγραφέα είναι μεγάλη και δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο που ορίζουν τάξεις φανταστικών πλασμάτων (όπως τα Νουκ και τα Ριλ -Knooks & Ryls-). Πλάσματα που εμφανίζονται και σε επόμενα έργα του (βλ. The Road to Oz). Το βιβλίο λογικά πέρασε και από τα χέρια του Tolkien (ήταν 10 χρονών όταν κυκλοφόρησε), ωστόσο αγνοώ αν του αναγνωρίζεται κάποια επιρροή στο μετέπειτα έργο του. Από τα χέρια των δικών μας παιδιών βέβαια, καλό είναι αφού περάσει το όμορφο αυτό βιβλίο, να κάνουμε και μια μικρή συζήτηση. Θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί.

Όπως αναφέρεται και στο επίμετρο, ο Φρανκ Μπάουμ δεν έλαβε υπόψη του καμία παράδοση σχετικά με την καταγωγή του Σάντα Κλάους, αλλά συνέθεσε μια βιογραφία φανταστική, προσπαθώντας μέσα από αυτή να ερμηνεύσει τις παραδόσεις που σχετίζονται με το πρόσωπο του αγίου. Μοιάζει δηλαδή σαν να είχε μπροστά του μια λίστα με άσχετα μεταξύ τους έθιμα από όλο τον κόσμο (χριστουγεννιάτικο δέντρο, δώρα, ιπτάμενοι τάρανδοι, κάλτσες στο τζάκι, κ.ά.) και να επιχείρησε να τα στεγάσει κάτω από έναν νέο ενιαίο μύθο.

Το πώς τελικά εξηγεί και εκλογικεύει ένα ετερόκλητο πλήθος θρύλων, συνενώνοντάς τους σε έναν φανταστικό δικό του κόσμο κατασκευασμένο πέρα από τη λογική, είναι στη μαγεία της ιστορίας και σας αφήνουμε να το ανακαλύψετε.

Ειδικά για την Ελλάδα, σε περίπτωση που τα παιδιά αρχίσουν να αναρωτιούνται αν τελικά ο Άγιος κατοικεί στην Γελαστή Κοιλάδα, το Ροβανιέμι ή την Καισάρεια, και αν μοιράζει τα δώρα μέσα από τζάκια, σόμπες ή air condition, ωφέλιμο θα ήταν να εξηγήσετε ότι αυτό που διαβάζουν είναι ένα έργο φανταστικής μυθοπλασίας· μπορείτε μάλιστα να τα καλέσετε να γράψουν και τα ίδια δικά τους κείμενα, όπου θα εξηγούν διάφορα φαινόμενα ή έθιμα της εποχής μας με τη δημιουργική τους φαντασία. Έτσι τα καθησυχάζετε και επιπλέον μειώνετε τις πιθανότητες να αρχίσουν να βλέπουν στον ύπνο τους νεράιδες, Ριλ, Νουκ και Ούγκα – Ούγκα.

Το γιατί το έργο δεν μεταφράστηκε νωρίτερα στα ελληνικά δεν το γνωρίζω, σίγουρα πάντως η εποχή που εκδόθηκε δεν θα ήταν η πιο κατάλληλη για να κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Θυμίζω ότι μόλις το προηγούμενο φθινόπωρο (του 1901) είχαν αιματοκυλήσει την πρωτεύουσα τα «Ευαγγελικά», και το γεγονός ότι στο κείμενο η φιγούρα του Αϊ Βασίλη συνδέεται με πλήθος παγανιστικά στοιχεία δεν θα επέτρεπε στο βιβλίο να γίνει αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία εκείνου του καιρού.
το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1902)
Καλό είναι να γίνει κουβέντα με τα παιδιά και σχετικά με τα οικολογικά μηνύματα του κειμένου. Γιατί όσο θετικά και σύγχρονα τα συναντάμε στην αρχή και κατά τη διάρκεια της διήγησης, τόσο ανάποδα τα βλέπουμε να παρουσιάζονται στο τέλος της. Έτσι, από τη μια η δύναμη της φύσης κάνει αισθητή την αρμονική κυριαρχία της σε όλο το έργο, τα ζώα όπως οι τάρανδοι έχουν αυταξία και απαγορεύεται να τα εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους (σελ. 160), ενώ και ο ίδιος ο Κλάους αποφεύγει να καταστρέφει τα μικρά λουλουδάκια και το γρασίδι προκειμένου να βρει κάτι να φάει, οδηγούμενος σε πρακτικές τζαϊνισμού. Από την άλλη, στις τελευταίες σελίδες (σ. 206-208) έρχονται δυο τρεις παράγραφοι να ανατρέψουν τα πάντα και να μας γυρίσουν πίσω, στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Έτσι, ο Ακ παραδέχεται: «Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους ανθρώπους (…) Ο ρόλος μου είναι να φυλάω τα δάση μέχρι τη στιγμή που θα τα χρειαστεί ο άνθρωπος. Είμαι πολύ χαρούμενος που τα γερά μου δέντρα γίνονται σπίτια μέσα στα οποία ξεκουράζονται οι άνθρωποι, γίνονται φωτιά στο τζάκι τους για να ζεσταίνονται τις μέρες του χειμώνα. Ελπίζω μόνο να μην κόψουν όλα τα δέντρα, γιατί πάντα θα χρειάζονται τη δροσιά του δάσους το καλοκαίρι.»

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε σε κάποια στοιχεία που περιέχει το βιβλίο και μοιάζουν να παραπέμπουν στον κόσμο της μασονίας (αν και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο συγγραφέας ήταν τέκτονας). Η κλειστή και μυστική στους κοινούς θνητούς αδελφότητα των αθανάτων που αλληλοϋποστηρίζονται και χτυπούν αλύπητα τους κοινούς εχθρούς. Οι τρεις αδιαφιλονίκητοι αρχηγοί της ιεραρχίας, Μεγάλος Δασοκόμος, Μεγάλος Σιτιστής και Μεγάλος Ναυτικός, στους οποίους είναι υποτελή όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Τα τεκτονικά ιδανικά της αγνότητας, της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της προσφοράς, τα οποία ακολουθεί ευλαβικά ο προστατευόμενος ήρωας πριν «προαχθεί» και ο ίδιος σε αθάνατο από το ανώτατο συμβούλιο που παρακολουθεί την πρόοδό του. Τέλος, προς μια τέτοια κατεύθυνση φαίνεται να κινούνται και φράσεις όπως (σελ. 116): «Τα αδέρφια μας στο Μπαρζί έχουν παράξενους φίλους (...) Αυτός όμως που γνωρίζει το μυστικό μας σήμα είναι και δικός μας φίλος και πρέπει να τον βοηθάμε. Κλείσε τα μάτια σου ξένε, και θα σε πάμε στο σπίτι σου».

Κλείνοντας, αν λάβουμε υπόψη μας τις θέσεις που είχε εκφράσει ο συγγραφέας για τους ινδιάνους, μπορούμε να αποτολμήσουμε μια σύνδεση ανάμεσα στα μοχθηρά Ούγκα Ούγκα (Awgwas) του βιβλίου και τους ιθαγενείς της Αμερικής. Τα πρώτα παρενοχλούν τον Κλάους και ζητούν τη δυστυχία του κόσμου, ενώ οι δεύτεροι έβαζαν σε κίνδυνο την ασφάλεια των λευκών και παρενοχλούσαν την πρόοδο του πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Μπάουμ, οι άγριοι έπρεπε «να εξαφανιστούν από προσώπου Γης» και ακριβώς αυτό συμβαίνει στα πολυπληθή Ούγκα και τους συμμάχους τους: απαλλάσσουν τη γη από τη μοχθηρή τους ύπαρξη. Μετά από μια σκληρή, αιματοβαμμένη μάχη (σελ. 131), κατά τη διάρκεια της οποίας παρακολουθούμε διάφορα αντιπαιδαγωγικά να λαμβάνουν χώρα (Γίγαντες παρακαλούν να πεθάνουν για να μην υποφέρουν τόσο, Ανατριχιασμένοι Δαίμονες με κοφτερά νύχια αφήνουν την τελευταία τους πνοή και το αίμα τους ποτίζει την κοιλάδα, Δράκοι κατακαίγονται ζωντανοί από την τρομερή φωτιά τους) όλα τελειώνουν, το καλό επικρατεί και οι εχθροί αποδεκατίζονται.

Καθώς έχουμε ήδη επεκταθεί υπερβολικά, θα αφήσουμε ασχολίαστη την κάπως περίεργη διαχρονικά σχέση του Κλάους με τη νύμφη Νεσίλια.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Ανθρωπισμός, Περιβάλλον, Αλληλεγγύη, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα  
Ο Κλάους πίστευε ότι κανένα από τα παιδιά που θα έβρισκαν την επόμενη μέρα το πρωί το παιχνίδι που τους είχε αφήσει δε θα καταλάβαινε ποιος τους το είχε χαρίσει. Αλλά, αν κάνει κάποιος το καλό, γρήγορα γίνεται γνωστός κι η φήμη του εξαπλώνεται πολύ μακριά – πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος πιστεύει. Έτσι, την επόμενη μέρα, παντού οι άνθρωποι μιλούσαν για τον Κλάους και τα υπέροχα δώρα που είχε κάνει στα παιδιά. Η γενναιοδωρία του έκανε κάποιους εγωιστές να τον σχολιάσουν σαρκαστικά, αλλά ακόμα κι αυτοί υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν την καλοσύνη αυτού του ανθρώπου που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη χαρά και στην ευτυχία των παιδιών.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, οι κάτοικοι κάθε πόλης και χωριού περίμεναν με ανυπομονησία τον ερχομό του Κλάους κι ένα σωρό ιστορίες άρχισαν να διαδίδονται από στόμα σε στόμα για τις καλοσύνες του και τα υπέροχα παιχνίδια που έφτιαχνε για τα παιδιά.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη μέρα μετά το πρώτο ταξίδι του Κλάους με τους τάρανδους. Όταν λοιπόν ξύπνησαν τα παιδιά κι έδειξαν στους γονείς τους τα όμορφα παιχνίδια που είχαν βρει στο προσκεφάλι τους ρωτώντας τους ποιος τους τα είχε φέρει, όλοι σκέφτηκαν αυτόν.

«Ο καλός μας ο Κλάους θα ήταν» έλεγαν. «Μόνο αυτός φτιάχνει παιχνίδια στον κόσμο!»

«Και πώς μπήκε στο σπίτι μας;» ρωτούσαν τα παιδιά.

Στην ερώτηση αυτή οι μπαμπάδες ανασήκωναν τους ώμους τους, μην μπορώντας να καταλάβουν πώς είχε καταφέρει να μπει, αλλά οι μαμάδες, βλέποντας την ευτυχία στα πρόσωπα των λατρεμένων τους παιδιών, τους έλεγαν ότι ο Κλάους δεν ήταν θνητός όπως αυτοί, αλλά αθάνατος. Κάποιος άγιος ίσως. Κι έπειτα τον ευχαριστούσαν μεγαλόφωνα για τη χαρά που είχε φέρει στο κάθε παιδί ξεχωριστά.

«Άγιος;» αναρωτήθηκε σκεφτικό ένα παιδί.

«Σωστά. Γιατί ένας άγιος δε χρειάζεται να χτυπάει την πόρτα για να μπει σε ένα σπίτι».

Έτσι, τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, άρχισαν να αποκαλούν τον Κλάους Σάντα Κλάους, γιατί, αν δεν το ξέρετε, στη γλώσσα τους η λέξη «Σάντα» σημαίνει «άγιος». Κι όταν κάποιο παιδί ήταν άτακτο ή ανυπάκουο, του έλεγε η μαμά του για να το συνετίσει: «Πρέπει να παρακαλέσεις το Σάντα Κλάους να σε συγχωρέσει, γιατί αν δε βάλεις μυαλό, δε θα σου ξαναφέρει παιχνίδι».

Αν όμως άκουγε ο Κλάους τα λόγια των μαμάδων, δε θα συμφωνούσε καθόλου μαζί τους, γιατί αυτός χάριζε παιχνίδια σε όλα τα παιδιά – είτε ήταν φρόνιμα είτε άτακτα- επειδή τα αγαπούσε. Κι ήξερε πολύ καλά ότι ακόμα και τα καλύτερα παιδιά ήταν μερικές φορές άτακτα, όπως κι ότι τα άτακτα ήτανε πολύ συχνά φρόνιμα κι υπάκουα. Γιατί έτσι είναι τα παιδιά όλου του κόσμου κι αυτός δεν ήθελε να τα αλλάξει, ακόμα κι αν είχε τη δύναμη να το κάνει.

Έτσι λοιπόν, ο Κλάους έγινε Σάντα Κλάους, αποδεικνύοντας ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν άγιοι στις καρδιές των ανθρώπων αν κάνουν το καλό δίχως να επιδιώκουν ανταμοιβή.




Share/Bookmark

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Με ένα χάρτινο φεγγαράκι... ταξιδεύω

Υπόθεση
Είναι μια κρύα νύχτα του Οκτώβρη. Τρεις μικρές φιγούρες γλιστρούν κρυφά από το Δέντρο της Καλοσύνης και χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Αναζητούν το Μάνο. Τον αναζητούν για να του χαρίσουν ένα μικρό χάρτινο φεγγαράκι που θα τον ταξιδέψει, εφτά νότες πασπαλισμένες με ζάχαρη που θα γλυκάνουν τη ζωή του και μια μουσική για να τραγουδήσει. Θα τον βρουν άραγε;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Δέσποινα Μπογδάνη - Σουγιούλ
Εικονογράφηση: Μαρίνα Μαρκολίν
ISBN: 978-960-16-1933-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 32
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ'
Κριτική
Άλλη μια όμορφη μικρή ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο, σε ένα κείμενο περίπου 400 λέξεων (επίπεδο 2 - Ψαράκια). Οι μικροί αναγνώστες δεν θα δυσκολευτούν να διαβάσουν και να κατανοήσουν (σε επιφανειακό τουλάχιστον επίπεδο, μια και τα βιώματα, η κουλτούρα και η εμπειρία τους δεν τους επιτρέπουν ακόμα να εμβαθύνουν στα πολιτιστικά στοιχεία) το βιογραφικό αυτό διήγημα γύρω από τη ζωή του μεγάλου μας συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι. Οι λέξεις είναι απλές κι ακόμα και αν το κείμενο κάποιες φορές μοιάζει να μη ρέει ανεμπόδιστα, η εκπληκτική εικονογράφηση το συμπληρώνει και διαμορφώνει το τελικό αποτέλεσμα σε μια άρτια, ολοκληρωμένη δημιουργία, όχι άδικα βραβευμένη.

Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους αναγνώστες τέσσερις χαριτωμένες δραστηριότητες. Για ξεκίνημα ένας λαβύρινθος, στον οποίο οι μοίρες προσπαθούν να φτάσουν το καρότσι του Μάνου· στη συνέχεια μια άσκηση παρατηρητικότητας που εισάγει τους μαθητές στην ανάγνωση μουσικών κειμένων. Έπειτα μια δραστηριότητα ταξινόμησης εικόνων ανάλογα με τη σειρά που εμφανίστηκαν στη διήγηση, και τέλος μια άσκηση αντιστοίχησης, που καλεί τους μαθητές να αντλήσουν πληροφορίες από το κείμενο.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτερα ή μικρότερα, που προετοιμάζονται για το σχολείο και θα θέλαμε να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με τον κόσμο της δημιουργίας.


Το διήγημα αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της συγγραφέως. Σε εκείνο (που απευθυνόταν σε αναγνώστες πρώτου επιπέδου), τα παιδιά γνώριζαν ένα φανταστικό επεισόδιο από την παιδική ηλικία του ποιητή Ελύτη· τώρα, διαβάζουν για (πάλι φανταστικές) στιγμές από τα πρώτα χρόνια του Μάνου Χατζιδάκι. Η χρήση χαρακτήρων από τη λαϊκή παράδοση συνεχίζεται (τούτη τη φορά αντί για γοργόνα έχουμε τις Μοίρες) και προσδίδει στο κείμενο λίγη μαγεία από τον κόσμο των παραμυθιών που συνήθως ενθουσιάζει τους μικρούς μαθητές. Στο κείμενο όμως γίνεται αναφορά και σε υπαρκτά πρόσωπα, άλλους μεγάλους δημιουργούς και φίλους του συνθέτη, όπως ο Τσαρούχης, ο Γκάτσος αλλά και ο Ελύτης, ο οποίος τώρα παρουσιάζεται να έχει συντροφιά του τον ήλιο και τη θάλασσα (τις πιο όμορφες λέξεις στις τσέπες του τις πήρε πλέον ο Νίκος Γκάτσος).

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η επαφή των παιδιών με αναγνώσματα αντίστοιχης θεματολογίας, μπορεί με διασκεδαστικό και ωφέλιμο τρόπο να τα εξοικειώσει με τον κόσμο της τέχνης και να τα βοηθήσει να ενεργοποιήσουν το δημιουργικό τους δυναμικό. Με λίγη βοήθεια από τους γονείς ή τους εκπαιδευτικούς, οι μικροί μαθητές θα έρθουν σε επαφή με έργα και των άλλων δημιουργών που αναφέρονται στο διήγημα, συγκεντρώνοντας ερεθίσματα από ένα ευρύτερο φάσμα καλών τεχνών. Για όσους θεωρούν ότι το ανάγνωσμα είναι άσχετο με το πνεύμα των ημερών, να σημειώσουμε ότι οι τρεις Μοίρες με τα δώρα τους προς τον μικρό Μάνο (Εμμανουήλ), θα μπορούσαν άμεσα να παραπέμπουν στους τρεις μάγους που επισκέπτονται το Θείο Βρέφος στη φάτνη. (χιούμορ)

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η συγγραφέας είναι και η ίδια μουσικός, γεγονός που δίνει στη γραφή της ένα ειδικό βάρος όταν αναφέρεται σε δημιουργούς όπως ο Χατζιδάκις. Στο τέλος της ιστορίας, η Δέσποινα Μπογδάνη – Σουγιούλ βγαίνει από το ρόλο του αφηγητή και παρουσιάζεται στους αναγνώστες να αγναντεύει τον πρωταγωνιστή στον ουρανό, αποχαιρετώντας τον με την τελευταία φράση από τον «Κεμάλ».


Αξίες - Θέματα
Μουσική, Τέχνη, Ταλέντο

Απόσπασμα 
Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν πως
στις φυλλωσιές του Δέντρου της Καλοσύνης
κρύβονταν τρεις μοίρες.

Κάθε φορά που γεννιόταν ένα παιδί κατέβαιναν
από το δέντρο και τρύπωναν στο δωμάτιό του.
Εκεί η καθεμιά έβγαζε από τις τσέπες της ό,τι
καλό είχε για να του το χαρίσει.

Το πρωινό που γεννήθηκε ο ήρωας της
ιστορίας μας ήταν κρύο και μουντό.
Οκτώβρης, βλέπετε.

- Αγόρι, φώναξε ο μπαμπάς του.

- Ο Μάνος, ο Μάνος, φώναξαν η μαμά
και η αδελφή του.

Το σπίτι ήταν έτοιμο να υποδεχθεί
τον καινούριο επισκέπτη.

Αυτό όμως που όλοι περίμεναν με ανυπομονησία
ήταν οι μοίρες από το Δέντρο της Καλοσύνης,
που θα έδιναν τα δώρα τους στο μωρό.

Εκείνες δεν άργησαν να έρθουν. Ψάχνοντας
τις τσέπες τους, αναρωτιόντουσαν τι θα χάριζαν
στο Μάνο!

Share/Bookmark

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Τσέπες γεμάτες λέξεις

Υπόθεση
Οι τσέπες του Οδυσσέα ήταν γεμάτες λέξεις. Εκείνο το πρωινό ήταν αποφασισμένος να τις σκορπίσει στα κύματα, να τις αφήσει να πετάξουν όσο πιο μακριά γίνεται. Τα κατάφερε άραγε ή μήπως κάποιος είχε αποφασίσει να χαλάσει τα σχέδιά του;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Δέσποινα Μπογδάνη - Σουγιούλ
Εικονογράφηση: Μαρίνα Μαρκολίν
ISBN: 978-960-16-2634-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 22
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ'


Κριτική
Μια όμορφη ιστορία και πάλι από την πολύ φροντισμένη σειρά χωρίς σωσίβιο, στο επίπεδο Καβουράκια (κείμενο μέχρι 250 λέξεις). Παρότι η διήγηση κινείται αυτή τη φορά στα όρια της φαντασίας, η γλώσσα παραμένει σχετικά απλή και οι προτάσεις σαφείς. Τα νοήματα ωστόσο που κρύβονται πίσω από τις λέξεις, οι μικροί αναγνώστες θα περάσει καιρός πριν αρχίσουν να τα αντιλαμβάνονται στην πληρότητά τους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα υποδειγματική, και η πολύχρωμη εικονογράφηση δένει απόλυτα με το κείμενο ακολουθώντας το στα μονοπάτια του ονείρου. Το έργο της εικονογράφου ταυτίζεται μάλιστα τόσο με το πνεύμα της ιστορίας, που άνετα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως πρώτα δημιουργήθηκαν οι εικόνες και έπειτα βρέθηκαν οι λέξεις να τις συνοδεύσουν. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους αναγνώστες δύο δραστηριότητες. Η πρώτη, καλεί τα παιδιά να βάλουν στη σειρά μερικές από τις εικόνες της ιστορίας, διαμορφώνοντας έτσι τον –ακατάληπτο γι’ αυτά- τίτλο Άξιον Εστί. Η δεύτερη, επίσης εκτός κλίματος για μαθητές Α’ δημοτικού, τους ζητάει να συμπληρώσουν τα στοιχεία της ταυτότητας του Οδυσσέα Ελύτη, χρησιμοποιώντας κάποιες λέξεις στο κάτω μέρος της σελίδας. Τους δίνεται έτσι η ευκαιρία να έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με την έννοια βραβείο Νόμπελ.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτερα, δοκιμάζοντας να φτιάξουν δικές τους ιστορίες πάνω στις εικόνες, ή και μικρότερα, που προετοιμάζονται για το σχολείο και θέλουμε να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με τον κόσμο της δημιουργίας και της ποίησης.

Το διήγημα περιγράφει ένα φανταστικό επεισόδιο από την παιδική ζωή του μεγάλου μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Μου είναι άγνωστο αν ο ίδιος το έχει διηγηθεί στο παρελθόν ή αν το όλο είναι αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως. Όπως και να ‘χει, δεν υπάρχουν πολλά σημεία για σχολιασμό, αφού ουσιαστικά πρόκειται για μια βιογραφική ιστορία αναστοχασμού και φαντασίας. Ως τέτοια, δεν επηρεάζει τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς ή τους συμμαθητές τους, αλλά μονάχα τη σχέση τους με την τέχνη.

Οι συγκεκριμένοι αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται η σειρά, είναι βέβαια νωρίς για να το συνειδητοποιήσουν αυτό, η επαφή όμως με περισσότερα αναγνώσματα αντίστοιχης θεματολογίας, ίσως τους βοηθήσει στο μέλλον να νιώσουν πιο ελεύθεροι στην έκφραση των ιδεών και των συναισθημάτων τους μέσα από τη δημιουργία.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Δημιουργικότητα

Απόσπασμα  
Πάντα πίστευα ότι ζούσα
μια συνηθισμένη ζωή.
Εκείνο το καλοκαίρι
άλλαξα γνώμη.

Ας πάρουμε όμως τα
πράγματα από την αρχή…

Τα καλοκαίρια συνήθως μ’ έβρισκε
κανείς σκαρφαλωμένο στον πιο
ψηλό βράχο, να ξεκινάω μακρινά
ταξίδια με τη φαντασία μου,

μπλεγμένος ανάμεσα στις γαλάζιες
και άσπρες γάζες της θάλασσας
και τ’ ουρανού.

Εκείνο το απόγευμα κατηφόριζα βιαστικά
Το δρομάκι για τη θάλασσα. Είχα, βλέπετε,
Γεμάτες τις τσέπες μου με λέξεις.

Έπρεπε να προλάβω να τις σκορπίσω
στα κύματα πριν σκοτεινιάσει.



Share/Bookmark

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Του σκοινιού τα μανταλάκια

 Υπόθεση
Αν μπορούσατε να ακούσετε τι λένε τα βράδια τα μανταλάκια της μπουγάδας, θα βλέπατε ότι μοιάζουν πολύ με εσάς και τους φίλους σας: τσακώνονται, ησυχάζουν, σπρώχνονται, αλλά, όταν χρειαστεί να σηκώσουν τη βαριά χειμωνιάτικη μπουγάδα, δίνουν όλοι ένα χεράκι!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αντώνης Παπαθεοδούλου
Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης
ISBN: 978-960-16-4019-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 24
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ'


Κριτική
Άλλη μια χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο, αυτή τη φορά στο επίπεδο Καβουράκια (κείμενο μέχρι 250 λέξεις). Η γλώσσα είναι απλή και κατανοητή (η πιο δύσκολη λέξη που συναντήσαμε είναι «ναφθαλίνη») και τα νοήματα δεν θα δυσκολέψουν τους νέους αναγνώστες. Η επιμέλεια είναι πολύ προσεγμένη, και σε κάθε σελίδα η πολύχρωμη -αλλά μάλλον συμβατική- εικονογράφηση δένει με το κείμενο. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές δύο δραστηριότητες. Η πρώτη, λίγο απαιτητική για μαθητές Α’ τάξης, ζητάει να περιγράψουν τι είναι γι’ αυτούς η φιλία, χωρίς να τους δίνει κάποια βοήθεια. Τους αφήνει ωστόσο ένα κείμενο για να διαβάσουν στο μέλλον την άποψη που είχαν μικροί για τη φιλία. Η δεύτερη δραστηριότητα, πιο πολύ στα μέτρα των μαθητών, τους καλεί να γράψουν σε μικρά χαρτάκια τι κάνουν οι καλοί φίλοι και στη συνέχεια να τα κρεμάσουν με μανταλάκια στο δωμάτιό τους.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μικρότερα που προετοιμάζονται για το σχολείο. 

Είναι αξιοπρόσεκτο, πώς μέσα σε 250 λέξεις, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κείμενο που, παρότι απλό, μεταφέρει στα παιδιά την άποψή του για τη φιλία.

Οι μικροί αναγνώστες ίσως δουν στα μανταλάκια τους εαυτούς τους να παίζουν με τους φίλους τους την ώρα του διαλείμματος. Όπως και κείνα, έτσι και αυτοί μπορεί να πειράζονται ή να καυγαδίζουν συχνά για μικροπράγματα. Είναι σημαντικό για τα παιδιά να καταλάβουν ότι κάτι τέτοιο δεν ακυρώνει τη φιλία. Ωστόσο, πρέπει να ξέρουν ότι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, οφείλουν να μπορούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, να στηρίξουν ο ένας τον άλλον και να συνεργαστούν ως πραγματικοί φίλοι. Και τότε μπορούν να ξεπεράσουν και το δυσκολότερο εμπόδιο: Οι φίλοι μαζί θα αντέξουν τα βάρη του χειμώνα που έρχεται.

Κλείνοντας να αναφέρουμε και το μήνυμα ισότητας των δύο φύλων που περνάει από το κείμενο. Το άπλωμα των ρούχων, καλοκαίρι ή φθινόπωρο, το κάνουν ο μπαμπάς και η μαμά μαζί.
Αξίες - Θέματα
Φιλία, Ισότητα φύλων

Απόσπασμα 
Τα μανταλάκια στην αυλή μού θυμίζουν
Εμένα και τους φίλους μου.

Τα βράδια που δεν έχουν τι να κάνουν,
Κρεμασμένα στο σκοινί, ψάχνουν αφορμή
να τσακωθούν.

-    Πήγαινε πιο κει.

-    Να πας εσύ! Δικός σου είναι ο χώρος;

-    Εσείς οι τρεις τι κάνετε εκεί;

-    Ό, τι θέλουμε.

-    Να ‘ρθω κι εγώ;

-    Όχι, να μην έρθεις.

-    Μην κουνάτε το σκοινί, κοιμόμαστε.

-    Μμμ… να ξυπνήσετε, νωρίς είναι ακόμη.


Χρήση στην Τάξη
Στο ετήσιο περιοδικό αναγνωστικών εμψυχώσεων Παίζουμε Βιβλίο; του 2θέσιου νηπιαγωγείου Ποταμιάς Θάσου, διαβάζουμε ότι το βιβλίο ενέπνευσε παιχνίδια ρόλων που οργανώθηκαν από τα παιδιά με στόχο να προάγουν την ομαδικότητα, τη συνεργασία και τη φιλία! Επίσης, ένα σκίτσο του εικονογράφου με ένα μανταλάκι - ιππότη που συναντάμε στην ίδια έκδοση, μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν μπορούμε να δοκιμάσουμε στην τάξη αντίστοιχες κατασκευές με μανταλάκια!

Share/Bookmark

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Τα καμώματα της χρυσαφένιας μπαλίτσας

Υπόθεση
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Μια μικρή χρυσαφένια μπαλίτσα που στολίζει το δέντρο στο οικογενειακό σαλόνι, ονειρεύεται μεγαλεία. Θέλει να πετάξει και να βρεθεί στο μεγάλο έλατο στο κέντρο της πόλης, ώστε να μπορούν να τη θαυμάσουν περισσότεροι άνθρωποι. Θα τα καταφέρει άραγε να πραγματοποιήσει το σχέδιό της;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσιαμπαλή - Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-453-060-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 61
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’, Δ’

Κριτική
Αλληγορική χριστουγεννιάτικη ιστορία που παρά τον εύθυμο χαρακτήρα της, μπορεί να δώσει έναυσμα για μια συζήτηση με πολύ σοβαρό περιεχόμενο. Η απλή γλώσσα, οι μεγάλοι χαρακτήρες και το διπλό διάστιχο συμβάλλουν στην ξεκούραστη ανάγνωση, ενώ η γραφή, προφανώς επηρεασμένη από την ενασχόληση της συγγραφέως με παιδιά νηπιαγωγείου, μπορεί κάποιες φορές να μοιάζει απλοϊκή, αλλά στην ουσία της είναι γεμάτη ευαισθησία και οξυδέρκεια. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί, σύγχρονοι και το κείμενο τελικά πολύ καλογραμμένο, οπότε δεν θα δυσκολέψει τους μικρούς αναγνώστες. Ωστόσο, το γεγονός ότι παρά την έκτασή του δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, αποτελεί σίγουρα ψεγάδι που αφορά στη γενικότερη επιμέλεια. Επιπλέον, η εικονογράφηση, παρότι έγχρωμη, περιορίζεται σε διακοσμητικό ρόλο και παραμένει στο περιθώριο σαν φτωχός συγγενής· Σχεδόν σε κάθε σελίδα, συναντάμε μικρά σχέδια από προσωποποιημένα στολίδια δέντρου που απλώς βρίσκονται εκεί, χωρίς να εξυπηρετούν στην κατανόηση της πλοκής ή να παρέχουν επιπρόσθετες πληροφορίες στους αναγνώστες. Στην πρώτη και την τελευταία σελίδα του βιβλίου, τα παιδιά θα βρουν τέσσερις έγχρωμες εικόνες από χαρτόνι για να στολίσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο ή το δωμάτιό τους.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθήτριες και μαθητές της Β’, Γ’ και Δ’ τάξης, ενώ ίσως φανεί χρήσιμο σε γονείς με φιλόδοξα παιδιά, που επιθυμούν να κάνουν μαζί τους μια μικρή συζήτηση για τα όσα καμιά φορά επιφυλάσσει το μέλλον.

Όταν ζητάς κάτι με όλη σου την ψυχή, ακόμη κι αν αυτό φαντάζει ακατόρθωτο, η ζωή δεν σου στερεί την ευκαιρία να δοκιμάσεις τα φτερά σου. Το όμορφο δίδαγμα που συναντάμε συχνά σε παιδικά κείμενα (Κίκο, Τριγωνοψαρούλης, κ.ά.) επιστρέφει και σε αυτό το βιβλίο, με σημαντικές ωστόσο διαφορές.

Η ηρωίδα του έργου, μια μαντάμ Σουσού των χριστουγεννιάτικων στολιδιών, παρουσιάζεται σε αντίθεση με άλλους πρωταγωνιστές παιδικής λογοτεχνίας ιδιαίτερα αλαζονική και υπεροπτική, ενώ το όνειρο που θέλει να πραγματοποιήσει ακούγεται λιγότερο σαν στόχος ζωής και περισσότερο σαν «ψώνιο»: Ενώ ήδη την καμαρώνουν οι ένοικοι του σπιτιού και την αγαπάνε οι φίλοι της, εκείνη θέλει να τους εγκαταλείψει για να παρουσιαστεί σε περισσότερους ανθρώπους και να αποσπάσει τον θαυμασμό τους.

Στο ξεκίνημα λοιπόν της ιστορίας, οι αναγνώστες είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα συμπαθήσουν την πρωταγωνίστρια. Στη συνέχεια ωστόσο, καθώς βλέπουν πως η επιμονή της την οδηγεί στην επιτυχία, αλλά και ζουν από κοντά τις διάφορες περιπέτειές της, είναι πολύ πιθανό να αρχίσουν να συμπάσχουν μαζί της. Όταν τελικά το όνειρο αποδειχθεί εφιάλτης, και σαν βρεγμένη γάτα η ηρωίδα πάρει το δρόμο της επιστροφής, αυτή η αρχική αποστασιοποίηση των παιδιών μπορεί να τα προφυλάξει από το αίσθημα ματαίωσης που στο σημείο εκείνο είναι διάχυτο. Αν όλο αυτό γίνεται σκόπιμα, και η συγγραφέας παρουσιάζει αρχικά την μπαλίτσα τόσο αχώνευτη, με σκοπό αργότερα να προστατέψει τους μικρούς αναγνώστες, πρόκειται για ένα τέχνασμα πολύ επιτυχημένο. Ίσως έτσι τα παιδιά αποφύγουν να πιστέψουν ότι και τα δικά τους μεγαλεπήβολα σχέδια για το μέλλον θα τα οδηγήσουν στη γελοιοποίηση. 

Η συζήτηση με τους γονείς πάνω στα νοήματα του βιβλίου είναι πολύ σημαντική, επειδή το δίδαγμα της ιστορίας μπορεί να διαφέρει πολύ ανάλογα με την ανάγνωση που γίνεται. Αναλυτικότερα:

Η μπαλίτσα, από το περιθώριο που αρχικά επιλέγει η ίδια -επειδή πιστεύει πως είναι ανώτερη-, οδηγείται σε ένα περιθώριο που επιλέγουν οι άλλοι γι’ αυτήν -επειδή πιστεύουν πως είναι κατώτερη. Η αντίδρασή της είναι γρήγορα να επιστρέψει σπίτι, αφού κατανοεί την αληθινή αξία της οικογένειας / φιλίας. Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε, ώστε κάποιοι αναγνώστες - μαθητές που νιώθουν περιθωριοποιημένοι στο σχολείο, να μην εκλάβουν ως μήνυμα ότι η μοναδική λύση του προβλήματός τους είναι η φυγή και η επιστροφή στην οικογενειακή εστία, όπου όλοι τους αγαπάνε.

Για κάποιους άλλους, το τελικό μήνυμα ίσως να έχει μια δόση συντηρητισμού, κάτι σαν “μην αιθεροβατείς, γιατί θα αναγκαστείς να γυρίσεις πίσω”, οπότε αξίζει να γίνει μια συζήτηση γύρω από το πόσο βοηθάει η σωστή οργάνωση, η εκπόνηση ενός βιώσιμου πλάνου και η επαρκής πληροφόρηση πριν αρχίσουμε να ενεργούμε.

Ίσως πάλι για άλλους να προβάλλεται η φιλόδοξη άποψη του Ιουλίου Καίσαρα καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη. Ή για κάποιους που δεν στέκονται στην πανωλεθρία της μπαλίτσας, το δίδαγμα να είναι ότι μόνο με επιμονή και αδιαφορία απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις, μπορούμε να πετύχουμε τα όνειρά μας (βλ. και Ο πόλεμος της τέχνης).

Προσωπικά, το βασικό μήνυμα που μου ψιθύρισε η ιστορία είναι το Πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να σου συμβεί. Η χρυσαφένια μπαλίτσα της ιστορίας το μαθαίνει με τον δύσκολο τρόπο, τα παιδιά όμως που θα διαβάσουν το βιβλίο έχουν την ευκαιρία να το κατανοήσουν αυτό πολύ πιο ξεκούραστα.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φιλοδοξία, Επιμονή, Αλαζονεία, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
- Αχ! Πόσο όμορφα αισθάνομαι κάθε χρόνο αυτές τις μέρες! ψιθύρισε μια όμορφη ασημιά μπάλα στο αγγελάκι που βρισκόταν δίπλα της. Νιώθω την καρδιά μου ν’ ανοίγει και να χωρά όλη την αγάπη του κόσμου…

Και τα άλλα στολίδια, όμως, το καθένα με τον δικό του τρόπο, χαίρονταν αυτή τη βραδιά. Όλα. Όλα εκτός από ένα…

- Ουφ! Ουφ! ακούστηκε ένα απαλός αναστεναγμός μέσα στη γλυκιά γαλήνη του σπιτιού.

Τα στολίδια κοίταξαν γύρω τους να δουν από πού ερχόταν αυτή η λυπημένη φωνή.

-Ουφ! Ουφ! ακούστηκε ξανά.

Ήταν μια μικρή αστραφτερή χρυσαφένια μπαλίτσα στο ψηλότερο κλαδί του δέντρου που αναστέναζε.

- Γιατί αναστενάζεις, καλή μου; τη ρώτησε μια κόκκινη μπάλα με χρυσαφιές λωρίδες, αρκετά μεγαλύτερη, που βρισκόταν στα μεσαία κλαδιά του δέντρου. Σου συμβαίνει κάτι;

- Όχι… όχι, τίποτα δε μου συμβαίνει, απάντησε η μπαλίτσα.

Λίγη ώρα αργότερα, όμως, οι ίδιοι αναστεναγμοί ακούστηκαν ξανά και  μάλιστα πιο δυνατοί. Αυτή τη φορά η κόκκινη μπάλα επέμεινε περισσότερο.

- Μα… πες μας, καλή μου, τι σου συμβαίνει;

Είναι φανερό πως κάτι έχεις!

- Ναι, πες μας τι σου συμβαίνει, την παρακίνησαν και οι άλλες μπάλες.

- Τι να συμβαίνει;… Να… απλώς είναι όλα τόσο βαρετά… τόσο πληκτικά! απάντησε διστακτικά η μικρή χρυσαφένια μπαλίτσα.

- Πληκτικάαα; Πληκτικάαα; ρώτησαν σαν σε χορωδία και γεμάτα έκπληξη όλα τα στολίδια του σαλονιού μαζί!

- Ναι, πληκτικά! επανέλαβε η χρυσαφένια μπαλίτσα λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά.

- Μα πώς είναι δυνατό να βρίσκεις πληκτικά τα Χριστούγεννα; ξαναρώτησε γεμάτη απορία η κόκκινη μπάλα με τις χρυσαφιές λωρίδες. Μήπως εννοείς «εκ–πλη–κτι–κά»;

- Μμμ! Όχι! Όχι! Εννοώ αυτό που είπα, φώναξε αυτή τη φορά δυνατά και αποφασιστικά η μπαλίτσα. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια… το σπίτι, τα παιδιά, λίγοι συγγενείς… Βαρέθηκα! Είναι τόσο άδικο για μένα!

- Λυπάμαι, γλυκιά μου, αλλά εξακολουθώ να μη σε καταλαβαίνω! Τι είναι άδικο για σένα; Εξήγησέ μας!

- Μα κοιτάξτε με! Κοιτάξτε με, όλοι σας, προσεχτικά! Βλέπετε πόσο όμορφη είμαι! Λαμπερή χρυσόσκονη έχει πασπαλιστεί στο κορμάκι μου και κάθε φορά που κουνιέμαι λίγο, αστράφτω ολόκληρη. Κοιτάξτε και δω, αριστερά μου, και δεξιά μου, είμαι στολισμένη με αστεράκια πιο όμορφα και απ’ αυτά του ουρανού. Όσο για τα κεντημένα με χρυσή κλωστή λουλούδια μου, τα βλέπετε μόνοι σας… είπε όλο καμάρι η μπαλίτσα.

- Και τι σχέση έχουν όλα αυτά; Δε σε καταλαβαίνω, την ξαναρώτησε με μεγαλύτερη απορία από πριν η κόκκινη μπάλα. Για όλα αυτά τα όμορφα στολίδια που φοράς επάνω σου θα έπρεπε να είσαι χαρούμενη και όχι στενοχωρημένη.

- Έχουν σχέση, γιατί, μια και είμαι τόσο εντυπωσιακή, θα έπρεπε να βρίσκομαι στο μεγάλο δέντρο της πόλης, στο κέντρο της πλατείας! Εκεί απ’ όπου περνούν τόσοι άνθρωποι κάθε μέρα και θαυμάζουν τα όμορφα στολίδια του. Εκεί θα έπρεπε να βρίσκομαι, να με φωτίζουν τα μεγάλα φώτα της πόλης και εγώ να αστράφτω σαν αστεράκι του ουρανού, και όλοι να μένουν άφωνοι από την ομορφιά μου… Εκεί και όχι εδώ που λίγοι με βλέπουν και ακόμη λιγότεροι με προσέχουν, κατέληξε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα, η μικρή χρυσαφένια μπαλίτσα.

- Νομίζω πως υπερβάλλεις, χρυσή μου! Και εδώ σε θαυμάζουν, όλους μας θαυμάζουν δηλαδή! Δεν είδες πόση χαρά έκαναν τα παιδιά όταν άνοιξαν τα κουτιά μας! Πόσο ενθουσιάστηκαν όταν μας ξαναείδαν! Πόσο απαλά μας κρατούσαν στα χέρια τους, τα χρυσά μου, και με πόση προσοχή μας έδιναν στη μητέρα τους για να μας τοποθετήσει στο δέντρο!

- Σαν να είμαστε κάτι πολύτιμο, συμπλήρωσε μια μεγάλη χρυσαφένια μπάλα από το τελευταίο κλαδί του δέντρου.
Άσε που εκτός από την οικογένεια των παιδιών θα έρθουν όλοι οι συγγενείς και πολλοί φίλοι αυτές τις γιορτινές μέρες. Δεν της φτάνει να τη θαυμάσουν αυτοί; σκέφτηκε θυμωμένος ο φωτεινός Αϊ-Βασίλης, που δεν του άρεσαν καθόλου τα λόγια της μπαλίτσας. Αλλά δε θέλησε να μιλήσει.

Η μπαλίτσα έμεινε για λίγο σκεφτική.

- Μμμ! Δεν ξέρω… δεν ξέρω, απάντησε γεμάτη αμφιβολίες. Τα παιδιά χάρηκαν όταν μας έβγαλαν από τα κουτιά, αλλά δε φτάνει μόνο αυτό!

- Μα πώς είναι δυνατό να μην είδες τον ενθουσιασμό των παιδιών; τη ρώτησε μια πράσινη γιρλάντα στολισμένη με παχύ χιόνι.

- Ο ενθουσιασμός των παιδιών ήταν καλός, αλλά λίγος. Τι να κάνω τον ενθουσιασμό δύο παιδιών όταν θα μπορούσα να έχω πενήντα δύο, εκατόν δύο, πεντακοσίων δύο, χιλίων δύο; Εγώ φτιάχτηκα για το ψηλό κλαδί ενός δέντρου που θα το θαυμάζουν όλοι και όχι για το δεντράκι μιας οικογένειας, που δεν θα το δει σχεδόν κανείς! επανέλαβε γεμάτη υπεροψία η μπαλίτσα.

Μα τι ήταν αυτά που άκουγαν τα στολίδια! Ποτέ δε φαντάζονταν πως η μικρή μπάλα, που πέρυσι έδειχνε τόσο χαρούμενη στα κλαδιά του δέντρου τους, φέτος θα μιλούσε με τόση αδιαφορία και αλαζονεία για το σπίτι που τους φιλοξενούσε. Μπα, καμιά κρίση θα είναι και θα της περάσει! σκέφτηκαν. Αν της μιλήσουμε, σίγουρα θα καταλάβει πως δεν είναι έτσι τα πράγματα.


Share/Bookmark