Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και οι δεκαπέντε γόνδολες

Υπόθεση
Ο πειρατής Περπερούα λατρεύει τις Απόκριες. Γι' αυτό ντύνεται Αρλεκίνος και πηγαίνει στη Βενετία να διασκεδάσει... Εκεί συναντά ένα γονδολιέρη και οι δυο τους βάζουν ένα παράξενο στοίχημα. Τι θα συμβεί άραγε; Μα τι μπορεί να συμβεί όταν ένας ξακουστός πειρατής ντύνεται Αρλεκίνος;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-2932-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς μας φίλους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πανταχού παρούσα πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να ήταν το βιβλιαράκι ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι κατάλληλη για μαθητές της Α', καθώς τους καλεί να βρουν αντικείμενα που αρχίζουν από Κ και να τα γράψουν σε μια λίστα. Η δεύτερη είναι ένας απλός αναγραμματισμός και η τρίτη ένα κρυπτόλεξο με θέμα την πειρατεία. Στην τελευταία δραστηριότητα, οι αναγνώστες πρέπει να παρατηρήσουν μια εικόνα πειρατικού πλοίου και να σημειώσουν τα λάθη που βλέπουν, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται πόσα είναι αυτά.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα.

Δεν συναντά κανείς εύκολα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας με θέμα τις Απόκριες, γι’ αυτό χάρηκα όταν έπεσα πάνω σε τούτο το βιβλίο. Πιστεύω ότι εξίσου θα χαρούν και όσα παιδιά αποφασίσουν να το διαβάσουν, αφού είναι πολύ γιορτινό και αρκετά δροσερό.

Ξαναδιαβάζουμε την υπόθεση με άλλο μάτι:
Ο πρωταγωνιστής, παρότι εξ επαγγέλματος διαθέτει μια από τις πιο αγαπημένες μεταμφιέσεις, διεκδικεί το δικαίωμά του στη διασκέδαση και την υποκρισία (με την καλή έννοια) των ημερών και αποφασίζει να ντυθεί αρλεκίνος. Βολτάροντας στη γιορτινή Βενετία, συναντά έναν πάμπλουτο έμπορο ντυμένο γονδολιέρη, που φροντίζει να μας γίνει αντιπαθής με το καλημέρα σας. Οι δύο τους ξεκινούν μια έντονη στιχομυθία, αφού μπορεί οι μάσκες να καλύπτουν τα πρόσωπα, δεν κουκουλώνουν όμως και τα ήθη: έμποροι και πειρατές θυμίζουμε πως είναι φυσικοί εχθροί.
Με μεγάλη μαεστρία (που σε κάποιους θα θυμίσει συνομιλία Καραγκιόζη - Ταχήρ), ο μεταμφιεσμένος Περπερούα καταφέρνει να παγιδεύσει τον έμπορο της Βενετίας, οδηγώντας τον σε ένα στοίχημα που δεν χάνεται με τίποτα. Έτσι, σε απλές (στερεοτυπικές) γραμμές ο «πονηρός ήρωας» νικάει τον «κακό πλούσιο» και η τιμή των πειρατών αποκαθίσταται. Στο κλείσιμο της ιστορίας, ο πρωταγωνιστής επιλέγοντας να δωρίσει στους καλούς γονδολιέρηδες τα κέρδη του από το στοίχημα, ταξιδεύει τους συνειρμούς μας σε άλλες κλασικές μεταμφιέσεις όπως του Ρομπέν ή του Ζορρό. (Μόνο τον καουμπόη αφήσαμε απ’ έξω δηλαδή - o Batman είναι έτσι κι αλλιώς εκτός συναγωνισμού).

Το στοιχείο της απόστασης που παίρνει η διήγηση από το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς ο ίδιος ο Περπερούα υποτίθεται ότι "βγαίνει" από τις σελίδες και προσπαθεί να αποδείξει στον αναγνώστη-έμπορο ότι δεν είναι απλώς λογοτεχνικός χαρακτήρας αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Καλό θα είναι ωστόσο να συζητήσουμε το συγκεκριμένο θέμα με τα μικρότερα παιδιά και να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τη λογοτεχνία από την πραγματικότητα, ώστε το βράδυ να μην τα βρούμε να περιμένουν τον Σρεκ να εμφανιστεί πίσω απ’ το ψυγείο.

Με αφορμή την εξαπάτηση του σιόρ Μπούσολα από τον ήρωα, ένα άλλο θέμα που μπορούμε να συζητήσουμε είναι το τι εννοούμε με τις λέξεις εξυπνάδα, πονηριά, ψέμα, ανειλικρίνεια, κλπ. Είναι σωστό να εξαπατούμε τους άλλους; Και αν ναι, επιτρέπεται να το κάνουμε σε όλους ή μόνο στους «κακούς»; Και παίζει ρόλο το αν έχουμε καλές προθέσεις ή όχι; Και μπορούμε να το κάνουμε συνέχεια ή μόνο όταν προκύπτει «ανάγκη» ή όταν το λέει το έθιμο; (βλ. Πρωταπριλιά) Το τι θα κάνουν τελικά τα παιδιά είναι βέβαια θέμα προσωπικότητας, συγκυριών και περιβάλλοντος, αλλά η στάση που αρχικά θα διαμορφώσουν εξαρτάται και από εμάς. Σκεφτείτε λοιπόν.

Όσοι τελικά δεν επιλέξουν να προχωρήσουν «με το σταυρό στο χέρι», θα βρουν αρκετούς συμπαραστάτες: 
- Στη φύση, όπου τα ανώτερα θηλαστικά (βλ. χιμπατζήδες) συνειδητά εξαπατούν για να γλιτώσουν από κινδύνους ή να εξασφαλίσουν τροφή.
- Στην ιστορία, όπου οι πόλεμοι δεν κερδίζονται πάντα με τη δύναμη των όπλων. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικές πονηριές στα Στρατηγήματα του Πολυαίνου (βιβλίο, αρχαίο κείμενο, αγγλικά). Και αν τα Απατούρια των αρχαίων Αθηναίων σας ακούγονται ξεπερασμένα, μην πάτε τόσο μακριά: απλώς θυμηθείτε πώς η πατάτα έφτασε στο τραπέζι των παππούδων μας.
- Στη μυθολογία και τη λαϊκή παράδοση, όπου ο Οδυσσέας, η Αλεπού, ο Καραγκιόζης και αρκετοί ήρωες παραμυθιών (Παπουτσωμένος Γάτος), επιβιώνουν χάρη στην ικανότητά τους να εξαπατούν τους αντιπάλους τους.

Η ίδια η παράδοση, ωστόσο, με τον μύθο του ψεύτη βοσκού, μας υπενθυμίζει ότι σε όλα, ακόμα και στην απάτη, χρειάζεται σύνεση και μέτρο. Για όσους το αγνοούν, λύκοι, τρόικες και άλλα τέρατα καραδοκούν.
 

Ολοκληρώνοντας τον σχολιασμό, να αναφέρω τη μικρή μου ένσταση σχετικά με την εικονογραφική απόδοση της Ευτυχίας, της μαϊμούς. Προσωπικά μου θυμίζει περισσότερο κορίτσι από την Αφρική παρά πίθηκο, κάτι που μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητο από τους μικρούς αναγνώστες.

Αξίες - Θέματα
Απόκριες, Ανισότητα

Απόσπασμα 
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα ο ξακουστός
πειρατής Περπερούα Πόντε Πούντα Ντε Τόρμες
ο Άτρωτος έφτασε στην πόλη της Βενετίας.

Ήταν Απόκριες και ο Περπερούα, που λάτρευε τις Απόκριες
από τότε που ήταν παιδί, αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε φτωχό Αρλεκίνο.
Φόρεσε ρούχα φτιαγμένα από πολύχρωμα
κομμάτια ύφασμα και μια μάσκα που έκρυβε
 το μισό του πρόσωπο.

Στόλισε το πειρατικό του καράβι με σερπαντίνες
και έκρυψε την πειρατική σημαία στο αμπάρι.

- Λοιπόν, σήμερα θα διασκεδάσω!
Σήμερα δε θα είμαι ο ξακουστός πειρατής,
σήμερα θα είμαι ο Αρλεκίνος και θα φέρομαι σαν Αρλεκίνος.


Κατέβηκε, λοιπόν, στην πόλη της Βενετίας,
περπάτησε στα στενά δρομάκια της, θαύμασε
τα παλάτια, τις πλατείες και τα κανάλια της και,
όταν βαρέθηκε να τριγυρνάει μόνος, πλησίασε,
σφυρίζοντας ανέμελα, ένα γονδολιέρη.

- Καλημέρα, κύριε, μπορώ να μπω στη γόνδολά σας;

- Πού θέλεις να σε πάω Αρλεκίνε;

- Μια βόλτα στο μεγάλο κανάλι.

- Πενήντα χρυσά δουκάτα.

- Δεν έχω τόσα χρήματα, κύριε.
Μπορώ απλώς να καθίσω μέσα στη γόνδολα να ξεκουραστώ;

- Τριάντα χρυσά δουκάτα.

- Αποκλείεται! Είμαι πάμφτωχος.
Δε βλέπετε, κύριε; Ένας φτωχός Αρλεκίνος είμαι!

Ο γονδολιέρης τον κοίταξε και έσμιξε θυμωμένος τα φρύδια του.

- Ένας παλιομασκαράς είσαι! Αν δεν έχεις πενήντα χρυσά δουκάτα, δε σε πάω πουθενά. Και αν δεν έχεις τριάντα χρυσά δουκάτα, δε σ' αφήνω να κάτσεις στη γόνδολά μου!

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...