Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Ο μικρός δραπέτης

Υπόθεση
Ελληνική Επαρχία, δεκαετία του '30. Η αλήθεια της ζωής, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας την έζησε. Ο πατέρας του για λόγους οικονομικούς τον στέλνει μακριά, να γίνει μαθητευόμενος ράφτης. Μα ο συγγραφέας, από ένα βαθύ πόθο να σπουδάσει, "δραπετεύει" από τον κλοιό που του επιφύλαξε η μοίρα κι ακολουθεί τον δρόμο το δύσκολο, πράγμα που γίνεται αιτία να περάσει από μια σειρά οδυνηρές περιπέτειες και δοκιμασίες που μοιάζουν απίστευτες, ενώ είναι απόλυτα αληθινές.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου 
Εικονογράφος: Σπύρος Γούσης 
Σελίδες: 111
1η έκδοση: 1991
ISBN: 9789603605959
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ' 

Κριτική
Το βιβλίο είναι γραμμένο σε γλώσσα απλή αλλά με ύφος στιβαρό, κάτι που ωστόσο δεν ενοχλεί μια και απευθύνεται σε παιδιά 11 ετών και πάνω. Η εικονογράφηση περιορίζεται στο εξώφυλλο, αλλά τα περισσότερα κεφάλαια αποτελούνται από λίγες μόλις σελίδες και έτσι δεν κουράζουν τον μικρό αναγνώστη.
Προτείνεται περισσότερο για μαθητές της Ε' και Στ' τάξης Δημοτικού που έχουν εξοικειωθεί με το διάβασμα και τους αρέσει να προβληματίζονται, μια και πρόκειται για μια αληθινή ιστορία βιοπάλης.
Τα αγόρια θα έχουν την ευκαιρία να ταυτιστούν περισσότερο με τον ήρωα. Αντίστοιχους χαρακτήρες που αντιτίθενται στη μοίρα τους, μπορούν τα κορίτσια να βρουν στα έργα της Ζωρζ Σαρή.

Το βιβλίο μπορεί να είναι ένα χρήσιμο ανάγνωσμα για όσους μαθητές δεν έχουν αντιληφθεί ότι το να σπουδάσει κανείς στη χώρα μας δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο ή εύκολο.

Η αντίδραση του ήρωα απέναντι στο "ριζικό" που του επιφυλλάσει η οικονομική του θέση και το γεγονός ότι το σκάει από την εργασία στην οποία τον βάζει ο πατέρας του, αποτελούν από μόνα τους επαναστατικά στοιχεία στην ιστορία αυτή. Πόσοι και πόσοι μικροί και μεγάλοι προτιμάμε να παραμένουμε προσκολλημένοι σε μια εργασία που δεν μας εκφράζει, απλώς και μόνο επειδή νιώθουμε βολεμένοι ή φοβόμαστε τις συνέπειες μιας πιθανής αποχώρησης; Ο μικρός ήρωας μπορεί να βλέπει ότι γίνεται καλύτερος μέρα με τη μέρα στη δουλειά που τον τοποθέτησαν άθελά του, αλλά αυτό δεν αρκεί να τον ναρκώσει. Ανοίγει τα φτερά του, συγκρούεται με τη μοίρα, και πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, καταφέρνει τελικά να πετάξει προς το όνειρό του.

Αξίες - Θέματα
Επιμονή, Εκπαίδευση, Αντίδραση στη μοίρα, Πίστη στο Όνειρο, Απεξάρτηση από την οικογένεια.

Απόσπασμα
- Και τώρα τι θα κάνεις; με ρώτησε στο τέλος ο θείος μου.

Του απάντησα πως θα πάω και θα παρακαλέσω τον πατέρα μου να με στείλει, έστω και για μια χρονιά ακόμα, στο ημιγυμνάσιο.

- Και, ξέρεις, ο παπα-Νικόλας πολύ που θα σ' ακούσει, παρατήρησε η θεία μου.

- Αν δε μ' ακούσει, της απάντησα, θα πάω μόνος μου.

Κι όχι στο Δομοκό, αλλά στη Λαμία. Θα πιάσω ένα κασελάκι και θα κάνω το λούστρο. Κάτι θα βγάζω. Το πρωί σχολείο, το απόγευμα δουλειά.

- Από λούστρους η Λαμία δεν έχει και λίγους, παρατήρησε πάλι η θεία μου.

- Ε, κάτι θα περισσεύει και για μένα, είπα στενοχωρημένος.

Βέβαια, τώρα το έβλεπα κι εγώ πως τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα. Μάλιστα σκέφτηκα πως μπορεί οι λούστροι να μου κηρύξουν και τον πόλεμο πουθα τους κόβω το ψωμί, μπορεί να περνούνε μέρες που κανένας δε θ' απλώνει τα πόδια του να του γυαλίσω τα σκονισμένα ή λασπωμένα παπούτσια. Αλλά πάλι έλεγα μέσα μου πως τίποτα δε γίνεται αν παίρνει κανένας υπόψη του μόνο τις άσχημες πλευρές.

- Λοιπόν, κοίτα..., μου λέει κάποια στιγμή ο θείος μου. Θα πας τώρα στον πατέρα σου. Θα του γράψω κι εγώ ένα γράμμα και θα του το δώσεις. Κι από κει και πέρα βλέπουμε...

Κι όταν η θεία μου μάζεψε το τραπέζι και πήγε να μου στρώσει να κοιμηθώ, μου λέει πιο σιγά, για να μην τον ακούσει εκείνη.

- Θα του γράψω πως θα βοηθήσω κι εγώ.

Και με χτύπησε χαϊδευτικά κι ενθαρρυντικά στην πλάτη.

- Σε χαίρομαι, μου λέει, που αγαπάς τόσο πολύ τα γράμματα. Ήταν ο καημός μου. Ας όψεται η φτώχεια και ο πόλεμος....

Τη στιγμή εκείνη  ήρθε κι η θεία μου και στάθηκε δίπλα.

- Διάβασέ το να τ' ακούσω κι εγώ, λέει εκείνη.

Ο θείος μου άρχισε να διαβάζει. Μα σαν έφτασε εκεί που έλεγε: "και μη φοβάσαι, παπα-Νικόλα, θα βοηθήσω κι εγώ", δε διάβασε αυτές τις λέξεις, τις πήδησε. Το 'ξερα πως η θεία μου δεν ήξερε γράμματα και δε θα μπορούσε να κάμει έλεγχο. Εκείνη όμως τη στιγμή κατάλαβα σε τι μπελάδες θα μπορούσα να βάλω το θείο μου κι από μέσα μου τον λυπήθηκα βαθιά. Και πιο πολύ κατάλαβα τις διαθέσεις της θείας μου, όταν την άκουσα να μου λέει:

- Δεν καθόσουν εκεί στ' αυγά σου; Γιατί, καλά δεν είναι ράφτης;

- Καλά είναι, θεία, της απάντησα, μα εγώ θέλω να πάω στο σχολείο.

Κι εκείνη θυμόσοφα:

- Καλά είν' τα φαρδομάνικα, αλλά... τα φορούν οι δεσποτάδες....

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...