Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Πάσχα στη Γλυκομηλίτσα

Υπόθεση
Ο Αντώνης –γνωστός ήρωας από το βιβλίο Το μαρούλι της καλοσύνης– μεγάλωσε πια. Απόδειξη ότι θα κάνει μόνος του το πρώτο του ταξίδι για τη Γλυκομηλίτσα. Μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που θα έρθουν οι γονείς του, θα περάσει όλες τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας με τη γιαγιά του αλλά και τους φίλους του από το χωριό. Θα πάνε στην εκκλησία, θα βοηθήσουν στον στολισμό του Επιταφίου, θα μαζέψουν ξύλα και φρύγανα για το κάψιμο του Ιούδα. Μέχρι που θα φτάσει η Κυριακή του Πάσχα, και τότε ίσως ο χορτοφάγος Αντώνης να δοκιμάσει κάποιο μεζεδάκι.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αγαθή Δημητρούκα
Εικονογράφηση: Σίλβια Μπαροντσέλλι
ISBN: 978-960-16-3585-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ 
Εναλλακτική παρουσίαση εδώ
Τάξεις:Β', Γ'

Κριτική
Μια απλή ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή της Δημητρούκα είναι αρκετά κατανοητή, αλλά το χιούμορ πίσω από ορισμένες φράσεις θα το εντοπίσουν μόνο οι μεγαλύτεροι αναγνώστες. Η επιμέλεια της σειράς είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, αν και η πολύχρωμη εικονογράφηση είναι απλώς συνοδευτική, χωρίς να προσθέτει κάτι το ιδιαίτερο στο κείμενο. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες. Η πρώτη απευθύνεται μάλλον σε μεγαλύτερους μαθητές, αφού τους καλεί να εντοπίσουν μικρές και μεγάλες πόλεις στον χάρτη της Ελλάδας. Η δεύτερη έχει τη μορφή ενός κουιζ 4 ερωτήσεων γύρω από τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, χωρίς δυστυχώς οι πληροφορίες που ζητούνται να έχουν δοθεί προηγουμένως, επομένως ίσως χρειάζεται οι μαθητές να κάνουν έρευνα στο διαδίκτυο για να απαντήσουν.Η επόμενη ζητάει να αντιστοιχίσουμε τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας με τα γεγονότα που τιμά σε αυτές η εκκλησία μας. Η προτελευταία είναι ένα πασχαλινό σταυρόλεξο για τη συμπλήρωση του οποίου απαιτείται ο αναγνώστης να συμβουλευτεί και πάλι το κείμενο. Η πέμπτη δραστηριότητα καλεί τους μαθητές να αθροίσουν ζευγάρια διψήφιων αριθμών για να ανακαλύψουν ένα ξύλινο πασχαλινό αυγό με άθροισμα 100.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Β’ και Γ'  τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μικρότεροι ή μεγαλύτεροι μαθητές που παρακολουθούν τις ιστορίες του Αντώνη.

Από το μάλλον απλοϊκό αυτό διήγημα μπορεί να λείπει η ιδιαίτερη πλοκή, οι μικροί αναγνώστες όμως θα πάρουν σίγουρα μια γεύση από τα έθιμα των ημερών του Πάσχα στην επαρχία (αν και δεν είμαι σίγουρος ότι τη βραδιά του Επιταφίου ο ουρανός γεμίζει πυροτεχνήματα). Στο κάτω κάτω, αυτό είναι και το θέμα της ιστορίας: σε ολόκληρη τη διάρκειά της, παρακολουθούμε νωχελικά τον ήρωα να περνάει τις άγιες εκείνες μέρες ήσυχα, παρέα με τη γιαγιά του. Τα παιδιά της τάξης μου που διάβασαν το βιβλίο το βρήκαν συμπαθητικό, ενώ πέρυσι το κείμενο αποτέλεσε αφορμή για ένα θεατροπαιδαγωγικό βιωματικό εργαστήριο που παρουσιάστηκε στη Δημοτική βιβλιοθήκη Βέροιας.

Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τη Γλυκομηλίτσα της ορεινής Ναυπακτίας, δεν εντόπισα κανένα τέτοιο χωριό στην εν λόγω περιοχή. Μόνο ένα βλαχοχώρι με το όνομα Γλυκομηλιά (πρώην Κάτω Περλιάγκο) κι αυτό πολύ βορειότερα, κοντά στην Καλαμπάκα. Έπεσα ωστόσο πάνω σ' ένα παλιό κρητικό τραγούδι με το ίδιο όνομα.



Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Πάσχα

Απόσπασμα 
Ο Αντώνης μεγάλωσε και πάει Δημοτικό.
Μεγάλωσε στ’ αλήθεια;
Στ’ αλήθεια και στα σίγουρα!
Υπάρχει και απόδειξη γι’ αυτό: έκανε το πρώτο ταξίδι μόνος του.

Τα σχολεία είχαν κλείσει για τις πασχαλινές
διακοπές και στη Γλυκομηλίτσα Ναυπακτίας
η γιαγιά του τον περίμενε από την πρώτη
κιόλας μέρα.

Έτσι, λοιπόν, πρωί πρωί το Σάββατο του
Λαζάρου, πήρε τον Αντώνη η μαμά του και
πήγανε στο πρακτορείο, που δεν ήτανε θολό
και κρύο, γιατί είχε μπει η άνοιξη για τα καλά.

Ο Αντώνης πετούσε από τη χαρά του, κι ας είχε
στην πλάτη του ολόκληρο σακίδιο με ρούχα για
κείνον, ένα δωράκι για τη γιαγιά και μικρο- πράγματα
για τα φιλαράκια του στο χωριό.
Η μαμά του το ακριβώς αντίθετο.
Είχε καμπουριάσει από το φόβο της
και κρατούσε τον Αντώνη από το χέρι σφιχτά,
για να παίρνει δύναμη και να του λέει:

- Αντώνη μου, ζωή μου, να είσαι ήσυχος μέσα
στο λεωφορείο. Να έχεις δεμένη τη ζώνη σου
και να κοιτάζεις έξω κάπου κάπου, για να μη
ζαλιστείς! Θα παρακαλέσω τον οδηγό να σ’ έχει στο νου του.

- Θα τον προσέχω εγώ, Μαράκι μου, είπε
η κυρα-Βασιλική, που γυρνούσε από την Αθήνα
στη Γλυκομηλίτσα και ήταν γειτόνισσα της
κυρα-Παναγιώτας, της γιαγιάς του Αντώνη.

Share/Bookmark

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η ξύλινη κούκλα


Υπόθεση
Η Ζωή και η Χαρά είναι δίδυμες αδερφές. Όπως ακριβώς και οι συνονόματες γιαγιάδες τους που χωρίστηκαν πριν από πολλά χρόνια. Μια ξεχασμένη ξύλινη κούκλα της γιαγιάς Ζωής και η επίσκεψη των δύο μικρών κοριτσιών σε ένα μουσείο με παιχνίδια θα ενώσουν ξανά όλους αυτούς που κάποτε τους χώρισε ο πόλεμος.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Λυρατζή
Εικονογράφηση: Ευγενία Λογκβινόβσκα
ISBN: 978-960-16-1248-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2004
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ', Δ'

Κριτική
Άλλο ένα κείμενο από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, αν και ο λόγος κάποιες φορές μοιάζει λίγο αποσπασματικός. Η επιμέλεια είναι προσεγμένη, και η πολύχρωμη εικονογράφηση παραπέμπει σε παλιότερες εποχές, ίσως για να ταιριάξει με το περιεχόμενο της ιστορίας. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες. Οι δύο πρώτες είναι παρατηρητικότητας (βρες το κομμάτι που λείπει/ ταιριάζει), ενώ η τρίτη απευθύνεται σε μικρότερα παιδιά, καθώς ζητείται να ταιριάξουν τα αντικείμενα με τις ταμπέλες που τα ονοματίζουν. Η τέταρτη κρύβει μια εικόνα που παρουσιάζεται αν κανείς ενώσει τις τελίτσες, ενώ η τελευταία δραστηριότητα απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά με γνώση των τεσσάρων πράξεων.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε κορίτσια Β’ και Γ' τάξης, η πράξη ωστόσο αποδεικνύει ότι θα μπορούσαν να το διαβάσουν ευχάριστα και μεγαλύτερα παιδιά.

Σχόλιο
Χωρίς να διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας ή έκφρασης (βλ. απόσπασμα), με εικονογράφηση μάλλον συντηρητική και με πλοκή που θυμίζει ταινία του Νίκου Ξανθόπουλου, το βιβλίο αυτό καταφέρνει να ενθουσιάσει μαθητές όλων των τάξεων. Στα κορίτσια της δικής μου Ε’ τουλάχιστον, έκανε θραύση! Μας θυμίζει έτσι ότι τα παιδιά συχνά έχουν διαφορετικά κριτήρια από τους μεγάλους, και πολλές φορές ελκύονται από κείμενα βατά, που μπορεί σε μας να φαίνονται απλοϊκά, μελό ή προβλέψιμα, σε εκείνα όμως έχουν κάτι ιδιαίτερο να πουν.

Κατά τα άλλα, το βιβλίο μπορεί να αξιοποιηθεί στην τάξη ως αφορμή συζήτησης για τα δεινά του πολέμου, ή για να καταλάβουν τα παιδιά τη σημασία που έχουν τα μουσεία ως χώροι φύλαξης και μνήμης.



Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Πόλεμος, Νοσταλγία, Μουσείο

Απόσπασμα 
Το όνομά μου είναι Ζωή κι έχω μια δίδυμη
αδερφή, τη Χαρά. Πηγαίνουμε στη δευτέρα
δημοτικού και αγαπάμε πολύ η μία την άλλη.

Μια Κυριακή πήγαμε στο σπίτι της γιαγιάς
Ζωής. Είναι η μαμά του μπαμπά μου κι εγώ
έχω το όνομά της.

- Σήμερα θα ανεβούμε στη σοφίτα, είπε η γιαγιά
κάποια στιγμή. Θα σας αρέσει πολύ.

Στη σοφίτα υπήρχαν μερικά παλιά μπαούλα, ένα
κρεβάτι με ουρανό και διάφορα μικροπράγματα
κρεμασμένα στους τοίχους.

Η γιαγιά άνοιξε ένα μπαούλο και έβγαλε δυο
κούκλες, που φορούσαν δαντελωτά φουστανάκια
και καπελάκια. Η αδερφή μου και εγώ ενθουσιαστήκαμε.

- Κι αυτή, γιαγιά, τι είναι; ρώτησα πιάνοντας
μια ξύλινη κούκλα, που της έλειπε ένα μέρος
από το δεξί της χέρι.

Η γιαγιά την πήρε και την κοίταξε με αγάπη.

- Τη λένε Χαρά, είπε και δάκρυσε.

Η γιαγιά, που της αρέσει να λέει ιστορίες,
άρχισε τη διήγησή της.

- Έτσι έλεγαν τη δίδυμη αδερφή μου.
Την έχασα πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Ζούσαμε κάποτε στη Σάμο, σε ένα πολύ όμορφο
σπίτι. Η μαμά έφτιαχνε δαντελωτά φουστάνια
για τις κούκλες μας και ο μπαμπάς ξύλινα παιχνίδια.

Η γιαγιά έβγαλε από ένα μπαούλο ένα χρωματιστό ξύλινο
τρενάκι και δύο σβούρες.

- Ο μπαμπάς μου τα έφτιαξε, είπε κοιτώντας τα με αγάπη.

Κάποτε έφτιαξε δυο κούκλες από ξύλο,
που στη μέση ήταν ενωμένες με ένα σταυρό.

«Για να μη χωρίσετε ποτέ!» μας είπε.

Έγιναν αμέσως το αγαπημένο μας παιχνίδι.

Share/Bookmark

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Πώς να περιποιηθείς το τερατάκι που θα βρεις



Υπόθεση
Βρήκες ξαφνικά ένα τέρας στο δωμάτιο σου; Κανένα πρόβλημα! Διαβάζοντας αυτόν τον πλήρη οδηγό για την περιποίησή του, δε θα βρεθείς απροετοίμαστος! Θα περιποιηθείς το τερατάκι σου όπως του αξίζει!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Ρουσάκη
Εικονογράφηση: Έκτορας Αποστολόπουλος
ISBN: 978-960-16-2403-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2007
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Μια χαριτωμένη και λίγο τρελούτσικη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και χιουμοριστική και τα νοήματα κατανοητά, οπότε δεν θα δυσκολέψουν τους μικρούς αναγνώστες. Η επιμέλεια της σειράς είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η ζωηρή πολύχρωμη εικονογράφηση θυμίζει κινούμενα σχέδια για μικρά παιδιά. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες. Η πρώτη και η δεύτερη είναι παρατηρητικότητας κατάλληλη για όλους. Η τρίτη ζητάει από τους αναγνώστες να απαντήσουν Σωστό ή Λάθος σε μερικές ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου, ενώ η τέταρτη απαιτεί φαντασία και συνδυαστικότητα, ώστε να σκεφτεί το παιδί τι θα έπρεπε να πάρει στη βαλίτσα του ένα τερατάκι αν ταξίδευε. Η τελευταία δραστηριότητα καλεί τους αναγνώστες να ζωγραφίσουν το δικό τους τερατάκι.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α',  Β’ και Γ' τάξης, ειδικά σε όσα αντιμετωπίζουν προβλήματα στο να κοιμηθούν μόνα τους..

Σε πρώτη ανάγνωση το κείμενο μοιάζει να ασχολείται με το πρόβλημα της νυχτερινής φοβίας πολλών παιδιών, που φαντάζονται τέρατα κάτω από το κρεβάτι και μέσα στην ντουλάπα. Η συγγραφέας καλεί τα μικρά παιδιά να σταματήσουν να φοβούνται το άγνωστο (που τα φοβάται κι αυτό), να πλησιάσουν και να αγκαλιάσουν τα πλάσματα αυτά, αντιμετωπίζοντάς τα ως κατοικίδια. Έτσι μας δίνει μια πολύ χαριτωμένη ιστορία που ουσιαστικά μιλάει για τη διαφορετικότητα, εξηγώντας την απλή και γνωστή σε όλους μας αλήθεια: Ότι κάθε πλάσμα στον κόσμο έχει πάνω κάτω ανάγκη από τα ίδια πράγματα… λίγο φαγητό, πολλή αγάπη και συντροφιά - ψυχαγωγία.

Το μόνο πρόβλημα που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από την ανάγνωση της ιστορίας, είναι τα παιδιά που δεν αντιμετώπιζαν φοβίες, να αρχίσουν να αναζητούν τέρατα κάτω από το κρεβάτι τους! Μια σχετική λοιπόν συζήτηση με κάποιον ενήλικο ή και ο σχολιασμός πάνω σε κάποιο σχετικό φίλμ (βλ. Μπαμπούλες Α.Ε.), ίσως θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να μην προκύψει τέτοιο ζήτημα.


Αξίες - Θέματα
Φιλία, Φαντασία, Διαφορετικότητα, Χιούμορ

Απόσπασμα 
Μπορεί να σου έχει ήδη συμβεί, μπορεί και όχι.
Όμως, όταν συμβεί, θα είσαι προετοιμασμένος
με αυτό τον πλήρη οδηγό για την καλή περιποίηση
του τέρατός σου.

Διάβασε προσεκτικά αυτό το βιβλίο και δε θα έχεις
κανένα πρόβληαμ, όταν θα βρεις ένα τέρας στο δωμάτιό σου.

Πολλές φορές θα το έχεις ψάξει κάτω
απ' το κρεβάτι σου ή μέσα στη ντουλάπα.
Όμως, μπορεί από φόβο το τέρας να εξαφανίστηκε.

Ακολούθησε, λοιπόν, τις παρακάτω οδηγίες
και βοήθησε το τερατάκι σου να βγει απ' τη φωλιά του,
να γίνει ο καλύτερός σου φίλος και ο προστάτης σου τη νύχτα,
αφού μαζί σου ούτε εκείνο θα φοβάται το σκοτάδι.

Βήμα 1ο
Πριν πέσεις γυα ύπνο, κοίταξε καλά κάτω απ' το
κρεβάτι σου. Έλα, μη φοβάσαι! Βλέπεις ένα
τριχωτό τέρας με μεγάλα γουρλωτά μάτια και
κοφτερά δόντια; Μη φωνάξεις! Γιατί θα το
τρομάξεις και ίσως εξαφανιστεί.

Δώσ' του ένα μπισκότο, ώστε να ξέρει ότι έχεις
φιλικές διαθέσεις. Την επόμενη μέρα, αν ακόμα
κρύβεται κάτω απ' το κρεβάτι, δώσ' του ένα
πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό: ρεβίθια με
σάλτσα σοκολάτας δηλαδή!

Share/Bookmark

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Η μαμά δε θέλει να μου πάρει ζωάκι


Υπόθεση
H μαμά μου δε θέλει να μου πάρει ζωάκι! Kι εγώ είμαι πολύ θυμωμένος! Tης ζήτησα ένα σκυλάκι, ένα γατάκι, ένα παπαγαλάκι, ένα χρυσόψαρο έστω! Αλλά αυτή τίποτα! Μόνο τρώει και χαμογελάει. Kάποιο μυστικό μού κρύβει. Tι να είναι άραγε; Kαι γιατί παχαίνει, παχαίνει, παχαίνει;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Πέτρος Χατζόπουλος (Αύγουστος Κορτώ)
Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός
ISBN: 978-960-16-1249-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 32
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Ψαράκια - 400 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, έτσι ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς μας φίλους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πραγματικά χαρούμενη έγχρωμη εικονογράφηση σε συνδυασμό με το περιορισμένο κείμενο (μέχρι 8 σειρές στο δισέλιδο) κάνει το βιβλίο να μοιάζει με κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι πολύ απλή και διασκεδαστική, κατάλληλη για μαθητές της Α', αφού τους ζητάει να ακολουθήσουν μια μπερδεμένη γραμμή και να σχηματίσουν μια λέξη από τα γράμματα που θα βρουν στην πορεία. Η δεύτερη είναι εξίσου απλή, και καλεί τα παιδιά να αποκρυπτογραφήσουν δύο κείμενα στα "κορακίστικα" για να καταλάβουν τι συζητάνε μια γάτα με ένα χρυσόψαρο. Η τρίτη δραστηριότητα είναι μια σπαζοκεφαλιά (βρες τον αριθμό) που τα παιδιά της Β' δεν θα δυσκολευτούν να απαντήσουν, ενώ η τελευταία, ζητάει από τους αναγνώστες να μετρήσουν τα προβατάκια που σκέφτεται στο κρεβάτι του ο ήρωας.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’, Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που ενδιαφέρονται (ή πρόκειται) να αποκτήσουν αδέλφια.

Ένα κείμενο γεμάτο αγάπη, από τα πιο απλά και χαριτωμένα που έχουμε συναντήσει στη σειρά. Η εικονογράφηση, παρότι κατά βάση συνοδευτική, είναι εξαίσια και κάνει εμάς τους αναγνώστες να συμπαθούμε τον ήρωα άμεσα και να συμπάσχουμε μαζί του. Το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί βέβαια και στην τάξη, για να μιλήσουμε για τη διαδικασία της αναπαραγωγής ή της τεκνοποίησης, αν τα παιδιά έχουν σχετικές απορίες.

Ένα ζήτημα στο οποίο θα μπορούσαμε να σταθούμε, είναι η επιμονή που δείχνει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, όταν ζητάει από τη μητέρα του να του αγοράσει κάποιο ζωάκι. Έχουν πάντοτε δίκιο οι γονείς όταν αρνούνται κάτι στα παιδιά τους; Τι λόγοι μπορεί να υπάρχουν που να τους προβληματίζουν; Οικονομικοί; Λόγοι Υγείας; Ίσως ο σεβασμός προς ένα ζωάκι που θα έπρεπε να ζει ελεύθερο και όχι φυλακισμένο σε κάποιο διαμέρισμα;

Από την άλλη, ποιος είναι ο σωστός τρόπος αντίδρασης για ένα παιδί, όταν οι γονείς του αρνούνται κάτι; Ο συγκεκριμένος ήρωας φαίνεται να αντιδρά με ρεαλιστικό τρόπο:
Πρώτα εξαντλεί την επιμονή του, έπειτα –βλέποντας πως με την επιμονή δεν πέτυχε τίποτα- κρατάει μούτρα, και τέλος-αφού υποθέτει ότι η μαμά του αρρώστησε εξαιτίας του-, προχωράει στη μετάνοια.

Τα παιδιά έχουν βέβαια και χίλιους άλλους τρόπους να πείσουν τους μεγαλύτερους για κάτι που θέλουν, αλλά καλό είναι να ξέρουν ότι οι επιθυμίες τους δεν είναι δυνατό ή σωστό πάντοτε να γίνονται πραγματικότητα. Θα μπορούσε το συγκεκριμένο κείμενο να γίνει αφορμή για μια συζήτηση γύρω από τις πραγματικές ανάγκες και τις επιθυμίες των παιδιών. (βλ. Αγωγή του Πολίτη Ε’ Δημοτικού).

Αξίες - Θέματα
Αναπαραγωγή, Επιμονή, Ζωοφιλία, Οικογένεια.

Απόσπασμα 
Η μαμά δε θέλει να μου πάρει ζωάκι!
Έτσι μου ‘ρχεται να σκάσω!

Πρώτα της ζήτησα ένα σκυλάκι.
Αχ, πόσο θα ‘θελα να είχα ένα σκυλάκι,
που θα το βγάζω βόλτα και θα παίζω μαζί του
και θα μ’ αγαπάει και θα τα’ αγαπάω κι εγώ!

Αλλά η μαμά χαμογέλασε και είπε: Όχι!

Λοιπόν, κι εγώ ζήτησα να μου πάρει ένα γατάκι.
Αχ, πόσο θα ‘θελα να είχα ένα γατάκι και να το
χαϊδεύω και να του παίρνω παιχνιδάκια
και να μ’ αγαπάει και να τα’ αγαπάω κι εγώ!

Αλλά η μαμά χαμογέλασε πάλι και είπε: Όχι!

Σκέφτηκα ότι και μ’ ένα παπαγαλάκι
ευχαριστημένος θα ήμουν.
Αχ, ναι, πόσο θα ‘θελα ένα παπαγαλάκι,
να του μαθαίνω λέξεις και τραγουδάκια
και να μ’ αγαπάει και να τα’ αγαπάω κι εγώ!

Αλλά η μαμά ούτε που να τ’ ακούσει.

Share/Bookmark

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Ο Τραμ

Υπόθεση
Έγινα αδέσποτος χωρίς να το θέλω. Kανείς σκύλος δε θέλει να είναι αδέσποτος. Στην αρχή δεν ήξερα πού να πάω, πού να ψάξω για φαγητό, πού να ξαπλώσω για να κοιμηθώ. Μέχρι που μια μέρα συνάντησα τυχαία το μεγαλύτερο και το πιο παράξενο «ζώο» του κόσμου. Μερικές συναντήσεις αλλάζουν τη ζωή μας. Αυτή ήταν μια τέτοια συνάντηση.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Κώστας Μάγος
Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός
ISBN: 978-960-16-3315-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'


Κριτική
Μια όμορφη απλή ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Όπως πάντα, η γραφή είναι απλή, ώστε να μην δυσκολεύει τους νέους αναγνώστες. Η επιμέλεια είναι πολύ προσεγμένη, και η πολύχρωμη εικονογράφηση με κολάζ και μεικτές τεχνικές, δείνει στο κείμενο επιπρόσθετη ζωντάνια και το συνδέει με την καθημερινότητα της πόλης. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τρεις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι μια άσκηση κυκλοφοριακής αγωγής που δεν είναι δυστυχώς πολύ σαφής, καθώς ζητάει από τους αναγνώστες να "βρουν τα λάθη στην εικόνα" χωρίς να προσδιορίζει ούτε πόσα, ούτε τι είδους λάθη πρέπει να αναζητήσουν. Η δεύτερη είναι πιο χαριτωμένη και τους καλεί να βάλουν λόγια στα συννεφάκια ομιλίας του ήρωα Τραμ, καθώς ξαναζεί διάφορες περιστάσεις από την ιστορία. Η τελευταία δραστηριότητα είναι ένα σταυρόλεξο με ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α', Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές, είτε ως αφόρμηση για συζήτηση σε θέματα ζωοφιλίας ή κυκλοφοριακής αγωγής, είτε για να τονώσουν την αναγνωστική τους αυτοπεποίθηση με ένα κείμενο εύκολο και ευχάριστο.

Η ιστορία είναι πολύ απλή και ο χαρακτήρας του Τραμ ιδιαίτερα ευχάριστος, παρά τα όσα έχει τραβήξει από τους ανθρώπους. Το κείμενο αποπνέει ευγένεια ψυχής και ανθρωπιά και συνδυάζεται εξαιρετικά με την καλαίσθητη εικονογράφηση. Τα δύσκολα νοήματα απουσιάζουν, χωρίς όμως να λείπει και η ουσία. Αντίθετα, το κεντρικό μήνυμα της ιστορίας εμφανίζεται φωτισμένο και αισιόδοξο: "Η φιλία είναι το πιο όμορφο σπίτι".

Κάποιες μικρές συμβάσεις δεν ενοχλούν, μια και εξυπηρετούν τον μύθο. Δικαιολογημένα όμως κάποιος μικρός αναγνώστης θα απορήσει: Πώς γίνεται και όλοι οι άνθρωποι που συναντάει ο Τραμ στην ιστορία είναι τόσο φιλικοί, εκτός από εκείνους που τον εγκατέλειψαν;

Μια εξαιρετική ανάλυση που φωτίζει περισσότερο τις κοινωνικές πτυχές του κειμένου θα βρείτε εδώ

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Διαφορετικότητα, Ζωοφιλία, Κυκλοφοριακή Αγωγή

Απόσπασμα 
Ο Τραμ είναι ένας σκύλος χωρίς ιδιοκτήτη.
Είναι ένας σκύλος αδέσποτος.

Ο Τραμ δεν ήταν πάντα αδέσποτος.
Έγινε αδέσποτος όταν ο ιδιοκτήτης του τον
εγκατέλειψε μια μέρα στον δρόμο. Στην αρχή
ο Τραμ ήταν πολύ λυπημένος και φοβισμένος.
Σιγά σιγά όμως συνήθισε. Σ’ αυτό τον
βοήθησαν και οι καινούριοι φίλοι του:
ο Μπριζόλας, ο Χουζούρης και η Σουρτουκού.
Αυτοί ζούσαν εδώ και καιρό στον δρόμο.

Μαζί τους ο Τραμ έμαθε πολλά. Απ‘ τον
Μπριζόλα έμαθε τα καλύτερα μέρη για να
αναζητά το φαγητό του. Απ’ τον Χουζούρη τις
πιο ήσυχες γωνίες για να κοιμάται και από τη
Σουρτουκού έμαθε πώς να περνά απέναντι
τους μεγάλους δρόμους χωρίς να κινδυνεύει.

Έτσι, ο Τραμ συνήθισε να ζει στον δρόμο.
Τώρα πια δε φοβόταν όπως φοβόταν στην αρχή,
όμως τα μάτια του ήταν ακόμη λυπημένα.
Ίσως γιατί ο Τραμ θα ήθελε να έχει ένα σπίτι.
Ο Τραμ όλη τη μέρα τριγυρνούσε στους δρόμους.
Ήξερε τα μικρά δρομάκια και τις μεγάλες
λεωφόρους, ήξερε τα πάρκα και τις πλατείες,
τις στοές και τις υπόγειες διαβάσεις. Ήξερε καλά
την αγορά, μα καλύτερα απ’ όλα ήξερε…

…τη διαδρομή του τραμ.

Την πρώτη φορά που ο Τραμ συνάντησε το
τραμ ένιωσε μεγάλο φόβο.
«Τι τεράστια κάμπια είναι αυτή;» αναρωτήθηκε
και άρχισε να της γαβγίζει δυνατά.

Share/Bookmark

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν είμαι καρφί!

Υπόθεση 
Τον τελευταίο καιρό στο σχολείο χάνονται αντικείμενα. Και ο Λεωνίδας ξέρει τον ένοχο.Τι να κάνει άραγε; Να το πει στη δασκάλα ή να κρατήσει το μυστικό; Να γίνει το "καρφί" της τάξης ή να αφήσει τον ένοχο να συνεχίσει το "έργο" του; Ο Λεωνίδας παίρνει με κόπο τη σωστή απόφαση. 

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Ρουσάκη
Εικονογράφηση: Μαντλέν Φροσό
ISBN: 978-960-16-3604-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα αρκετά κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς αναγνώστες. Η επιμέλεια της σειράς φροντίζει και πάλι, ώστε η ανάγνωση να γίνεται ξεκούραστα χάρη στη γραμματοσειρά και ευχάριστα, χάρη στη συνοδεία της πολύ χαρακτηριστικής έγχρωμης εικονογράφησης. Με τόσα χρώματα, και το κείμενο να περιορίζεται συνήθως σε 4-5 γραμμές ανά δισέλιδο, το μικρό βιβλίο θυμίζει περισσότερο κόμικ. Στις τελευταίες σελίδες, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη αφορά στη συμπλήρωση ενός κειμένου με κενά (εγώ προσωπικά δυσκολεύτηκα!) και η δεύτερη καλεί τους μαθητές να εκφράσουν γραπτά πώς θα αντιδρούσαν αν ήταν στη θέση του κεντρικού ήρωα. Η πιο ενδιαφέρουσα είναι η τρίτη δραστηριότητα, όπου ζητάει από τον αναγνώστη να μπει στα όνειρα των δύο πρωταγωνιστών και να συμπληρώσει τα συννεφάκια με τις σκέψεις τους. Η τελευταία δραστηριότητα είναι μάλλον λεξιλογίου / ορθογραφίας, αφού αφορά καταγραφή σε λίστα διαφόρων αντικειμένων από μια ντουλάπα απολεσθέντων.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε μαθητές Β’ και Γ' τάξης, θα μπορούσε ωστόσο λόγω του θέματος να απασχολήσει και μαθητές μεγαλύτερων τάξεων.
Το θέμα των μικροκλοπών στο σχολείο, γύρω από το οποίο χτίζεται η ιστορία, είναι σίγουρα πολύ ενδιαφέρον και το συναντάμε συχνά στη σχολική καθημερινότητα. Το πώς το αντιμετωπίζει κανείς όταν παρουσιάζεται, είναι φαντάζομαι ζήτημα αξιών, ηθικής καλλιέργειας, ειδικών συνθηκών αλλά και ρόλου. Η θέση π.χ. του εκπαιδευτικού είναι ξεκάθαρη: Οφείλει να είναι τυπικός (έστω και με διακριτικό τρόπο) στην εφαρμογή των σχολικών κανονισμών.

Τι συμβαίνει όμως όταν ένας μαθητής ανακαλύπτει τον δράστη; Και πολύ περισσότερο, τι συμβαίνει αν ο δράστης είναι φίλος του; Άραγε προηγείται η φιλία ή ο νόμος; Το δίλημμα είναι κλασικό και έχει απασχολήσει γενιές και γενιές, με τη Φιλία συνήθως να υπερισχύει ως αξία, τουλάχιστον πάνω σε νόμους (ή άρχοντες) μη σεβαστούς.

από την ταινία "το μπλόκο" (1964)
Ποια όμως είναι η σωστή αντίδραση; Στο διήγημα Τρεις Λεύκες στην Αυλή μας, όταν η έφηβη ηρωίδα ανακαλύπτει τα κλοπιμαία στο δωμάτιο της φίλης της, σοκάρεται, ντρέπεται και αποφεύγει να της μιλήσει· αργότερα όμως αποκαλύπτει την αλήθεια στην αγαπημένη της καθηγήτρια μέσα από μια έκθεση. Προδοσία ή Υπευθυνότητα;

Ο ήρωας της ιστορίας αυτής, παρότι μικρότερος, αντιδρά εξαρχής με μεγάλη ωριμότητα και δίνει στους αναγνώστες ένα πολύ καλό πρότυπο αντίδρασης σε αντίστοιχες περιπτώσεις: Συζητάει με τον ίδιο του το φίλο και τον καλεί να επιστρέψει τα κλεμμένα αντικείμενα, δίνοντάς του ευκαιρία να επανορθώσει. Ταλαιπωρείται ωστόσο από νυχτερινές τύψεις, μήπως και δεν έκανε το σωστό.

Ζητάμε από τα παιδιά να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, να μάθουν να μπαίνουν στη θέση των άλλων και να νιώθουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ποια οπτική είναι άραγε σωστότερο να προσπαθήσουμε να υιοθετήσουμε; 
- Μήπως του «θύτη» φίλου μας και να νιώσουμε το άγχος της τιμωρίας που καραδοκεί; 
- Ή του «θύματος» και να συναισθανθούμε την αδικία και τη στεναχώρια της απώλειας;

Το τέλος της ιστορίας μπορεί να φανεί κάπως απότομο σε ορισμένους αναγνώστες, μας βοηθάει ωστόσο να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, κάνοντας έναν σαφή διαχωρισμό. Όταν είναι ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ συμφέροντα που θίγονται, τότε δεν τίθεται δίλημμα: ο κλέφτης πρέπει να καταγγελθεί!

Στην τάξη, το διήγημα μπορεί να αξιοποιηθεί δίνοντας αφορμή για ωραία συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων. Ειδικά στις μέρες μας, που ανακαλύπτουμε ότι ανεχόμενοι κακές συνήθειες των γύρω μας φτάσαμε να θεωρούμαστε και οι ίδιοι συνένοχοι (βλ. μαζί τα φάγαμε), το ζήτημα είναι επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μπορεί μάλιστα ο εκπαιδευτικός να μην σταθεί αποκλειστικά στο πρόβλημα της κλοπής, αλλά να θέσει θέμα ευρύτερο, για το τι θεωρείται προδοσία, πότε λέμε κάποιον καρφί, κλπ. Διαθεματικά, μπορεί να αντλήσει στοιχεία από το μάθημα της Γλώσσας, των Θρησκευτικών (τι κάνει ο καλός χριστιανός;), της Αγωγής (ο σωστός πολίτης ελέγχει τους συμπολίτες του σε μια δημοκρατία;) της Ιστορίας (Αρχαία Ελλάδα και Εφιάλτης*, Βυζάντιο και Αλέξιος Δ’ Άγγελος, Γερμανική κατοχή και δοσίλογοι), κλπ.

*Ίσως με λίγο κόπο και κάμποσους συνειρμούς, τα παιδιά οδηγηθούν στην υπόθεση ότι το όνομα Λεωνίδας δεν δίνεται τυχαία στον πρωταγωνιστή.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Αξιοπρέπεια, Εκπαίδευση, Υπευθυνότητα, Κλοπή

Απόσπασμα 
Πού να φανταστεί ο Λεωνίδας πως θα έμπλεκε έτσι.
Πως η φιλία μετριέται έτσι και όχι αλλιώς.
Όλα ξεκίνησαν μια μέρα στο σχολείο, όταν φώναξε
η Βαλεντίνα πως της έκλεψαν την κασετίνα.

- Κι εμένα μου πήραν το αγαπημένο μου στιλό!
φώναξε η Κλειώ.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως
υπήρχε κλέφτης μες στην τάξη.
Η κυρία Δόμνα τους καθησύχασε.

- Δεν υπάρχει κλέφτης. Μήπως τα ξεχάσατε κάπου;

Όλοι ήθελαν να την πιστέψουν,
όμως την επόμενη μέρα τους
περίμενε κι άλλη έκπληξη.

- Κάποιος μου πήρε το σημειωματάριό μου!
φώναξε ο Λουκάς.

- Μήπως θα έπρεπε να ψάξεις καλύτερα;
ρώτησε η κυρία Δόμνα.

- Όχι, είμαι σίγουρος ότι το είχα εδώ, κάτω
από το θρανίο, είπε ο Λουκάς με μεγάλο παράπονο.

Εκείνη την ώρα ο Λεωνίδας έσκυψε το κεφάλι του.
Δεν ήθελε να διαβάσουν οι υπόλοιποι
στα μάτια του αυτό που σκεφτόταν.
Στο διάλειμμα, όταν όλοι είχαν βγει απ’ την τάξη,
ο Λεωνίδας μπήκε μέσα κρυφά.

- Ώστε εσύ είσαι ο ένοχος;

Είχε ανακαλύψει κάποιον μες στην τάξη
να ψάχνει τα πράγματα των παιδιών.

Όμως δεν ήταν ένας
συνηθισμένος κλέφτης,
με γάντια και κουκούλα
στο πρόσωπο.

 
Θέμης Ανδρεάδης - η Βούρτσα (Πηγή)

Share/Bookmark

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και οι δεκαπέντε γόνδολες

Υπόθεση
Ο πειρατής Περπερούα λατρεύει τις Απόκριες. Γι' αυτό ντύνεται Αρλεκίνος και πηγαίνει στη Βενετία να διασκεδάσει... Εκεί συναντά ένα γονδολιέρη και οι δυο τους βάζουν ένα παράξενο στοίχημα. Τι θα συμβεί άραγε; Μα τι μπορεί να συμβεί όταν ένας ξακουστός πειρατής ντύνεται Αρλεκίνος;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-2932-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς μας φίλους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πανταχού παρούσα πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να ήταν το βιβλιαράκι ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι κατάλληλη για μαθητές της Α', καθώς τους καλεί να βρουν αντικείμενα που αρχίζουν από Κ και να τα γράψουν σε μια λίστα. Η δεύτερη είναι ένας απλός αναγραμματισμός και η τρίτη ένα κρυπτόλεξο με θέμα την πειρατεία. Στην τελευταία δραστηριότητα, οι αναγνώστες πρέπει να παρατηρήσουν μια εικόνα πειρατικού πλοίου και να σημειώσουν τα λάθη που βλέπουν, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται πόσα είναι αυτά.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα.

Δεν συναντά κανείς εύκολα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας με θέμα τις Απόκριες, γι’ αυτό χάρηκα όταν έπεσα πάνω σε τούτο το βιβλίο. Πιστεύω ότι εξίσου θα χαρούν και όσα παιδιά αποφασίσουν να το διαβάσουν, αφού είναι πολύ γιορτινό και αρκετά δροσερό.

Ξαναδιαβάζουμε την υπόθεση με άλλο μάτι:
Ο πρωταγωνιστής, παρότι εξ επαγγέλματος διαθέτει μια από τις πιο αγαπημένες μεταμφιέσεις, διεκδικεί το δικαίωμά του στη διασκέδαση και την υποκρισία (με την καλή έννοια) των ημερών και αποφασίζει να ντυθεί αρλεκίνος. Βολτάροντας στη γιορτινή Βενετία, συναντά έναν πάμπλουτο έμπορο ντυμένο γονδολιέρη, που φροντίζει να μας γίνει αντιπαθής με το καλημέρα σας. Οι δύο τους ξεκινούν μια έντονη στιχομυθία, αφού μπορεί οι μάσκες να καλύπτουν τα πρόσωπα, δεν κουκουλώνουν όμως και τα ήθη: έμποροι και πειρατές θυμίζουμε πως είναι φυσικοί εχθροί.
Με μεγάλη μαεστρία (που σε κάποιους θα θυμίσει συνομιλία Καραγκιόζη - Ταχήρ), ο μεταμφιεσμένος Περπερούα καταφέρνει να παγιδεύσει τον έμπορο της Βενετίας, οδηγώντας τον σε ένα στοίχημα που δεν χάνεται με τίποτα. Έτσι, σε απλές (στερεοτυπικές) γραμμές ο «πονηρός ήρωας» νικάει τον «κακό πλούσιο» και η τιμή των πειρατών αποκαθίσταται. Στο κλείσιμο της ιστορίας, ο πρωταγωνιστής επιλέγοντας να δωρίσει στους καλούς γονδολιέρηδες τα κέρδη του από το στοίχημα, ταξιδεύει τους συνειρμούς μας σε άλλες κλασικές μεταμφιέσεις όπως του Ρομπέν ή του Ζορρό. (Μόνο τον καουμπόη αφήσαμε απ’ έξω δηλαδή - o Batman είναι έτσι κι αλλιώς εκτός συναγωνισμού).

Το στοιχείο της απόστασης που παίρνει η διήγηση από το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς ο ίδιος ο Περπερούα υποτίθεται ότι "βγαίνει" από τις σελίδες και προσπαθεί να αποδείξει στον αναγνώστη-έμπορο ότι δεν είναι απλώς λογοτεχνικός χαρακτήρας αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Καλό θα είναι ωστόσο να συζητήσουμε το συγκεκριμένο θέμα με τα μικρότερα παιδιά και να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τη λογοτεχνία από την πραγματικότητα, ώστε το βράδυ να μην τα βρούμε να περιμένουν τον Σρεκ να εμφανιστεί πίσω απ’ το ψυγείο.

Με αφορμή την εξαπάτηση του σιόρ Μπούσολα από τον ήρωα, ένα άλλο θέμα που μπορούμε να συζητήσουμε είναι το τι εννοούμε με τις λέξεις εξυπνάδα, πονηριά, ψέμα, ανειλικρίνεια, κλπ. Είναι σωστό να εξαπατούμε τους άλλους; Και αν ναι, επιτρέπεται να το κάνουμε σε όλους ή μόνο στους «κακούς»; Και παίζει ρόλο το αν έχουμε καλές προθέσεις ή όχι; Και μπορούμε να το κάνουμε συνέχεια ή μόνο όταν προκύπτει «ανάγκη» ή όταν το λέει το έθιμο; (βλ. Πρωταπριλιά) Το τι θα κάνουν τελικά τα παιδιά είναι βέβαια θέμα προσωπικότητας, συγκυριών και περιβάλλοντος, αλλά η στάση που αρχικά θα διαμορφώσουν εξαρτάται και από εμάς. Σκεφτείτε λοιπόν.

Όσοι τελικά δεν επιλέξουν να προχωρήσουν «με το σταυρό στο χέρι», θα βρουν αρκετούς συμπαραστάτες: 
- Στη φύση, όπου τα ανώτερα θηλαστικά (βλ. χιμπατζήδες) συνειδητά εξαπατούν για να γλιτώσουν από κινδύνους ή να εξασφαλίσουν τροφή.
- Στην ιστορία, όπου οι πόλεμοι δεν κερδίζονται πάντα με τη δύναμη των όπλων. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικές πονηριές στα Στρατηγήματα του Πολυαίνου (βιβλίο, αρχαίο κείμενο, αγγλικά). Και αν τα Απατούρια των αρχαίων Αθηναίων σας ακούγονται ξεπερασμένα, μην πάτε τόσο μακριά: απλώς θυμηθείτε πώς η πατάτα έφτασε στο τραπέζι των παππούδων μας.
- Στη μυθολογία και τη λαϊκή παράδοση, όπου ο Οδυσσέας, η Αλεπού, ο Καραγκιόζης και αρκετοί ήρωες παραμυθιών (Παπουτσωμένος Γάτος), επιβιώνουν χάρη στην ικανότητά τους να εξαπατούν τους αντιπάλους τους.

Η ίδια η παράδοση, ωστόσο, με τον μύθο του ψεύτη βοσκού, μας υπενθυμίζει ότι σε όλα, ακόμα και στην απάτη, χρειάζεται σύνεση και μέτρο. Για όσους το αγνοούν, λύκοι, τρόικες και άλλα τέρατα καραδοκούν.
 

Ολοκληρώνοντας τον σχολιασμό, να αναφέρω τη μικρή μου ένσταση σχετικά με την εικονογραφική απόδοση της Ευτυχίας, της μαϊμούς. Προσωπικά μου θυμίζει περισσότερο κορίτσι από την Αφρική παρά πίθηκο, κάτι που μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητο από τους μικρούς αναγνώστες.

Αξίες - Θέματα
Απόκριες, Ανισότητα

Απόσπασμα 
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα ο ξακουστός
πειρατής Περπερούα Πόντε Πούντα Ντε Τόρμες
ο Άτρωτος έφτασε στην πόλη της Βενετίας.

Ήταν Απόκριες και ο Περπερούα, που λάτρευε τις Απόκριες
από τότε που ήταν παιδί, αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε φτωχό Αρλεκίνο.
Φόρεσε ρούχα φτιαγμένα από πολύχρωμα
κομμάτια ύφασμα και μια μάσκα που έκρυβε
 το μισό του πρόσωπο.

Στόλισε το πειρατικό του καράβι με σερπαντίνες
και έκρυψε την πειρατική σημαία στο αμπάρι.

- Λοιπόν, σήμερα θα διασκεδάσω!
Σήμερα δε θα είμαι ο ξακουστός πειρατής,
σήμερα θα είμαι ο Αρλεκίνος και θα φέρομαι σαν Αρλεκίνος.


Κατέβηκε, λοιπόν, στην πόλη της Βενετίας,
περπάτησε στα στενά δρομάκια της, θαύμασε
τα παλάτια, τις πλατείες και τα κανάλια της και,
όταν βαρέθηκε να τριγυρνάει μόνος, πλησίασε,
σφυρίζοντας ανέμελα, ένα γονδολιέρη.

- Καλημέρα, κύριε, μπορώ να μπω στη γόνδολά σας;

- Πού θέλεις να σε πάω Αρλεκίνε;

- Μια βόλτα στο μεγάλο κανάλι.

- Πενήντα χρυσά δουκάτα.

- Δεν έχω τόσα χρήματα, κύριε.
Μπορώ απλώς να καθίσω μέσα στη γόνδολα να ξεκουραστώ;

- Τριάντα χρυσά δουκάτα.

- Αποκλείεται! Είμαι πάμφτωχος.
Δε βλέπετε, κύριε; Ένας φτωχός Αρλεκίνος είμαι!

Ο γονδολιέρης τον κοίταξε και έσμιξε θυμωμένος τα φρύδια του.

- Ένας παλιομασκαράς είσαι! Αν δεν έχεις πενήντα χρυσά δουκάτα, δε σε πάω πουθενά. Και αν δεν έχεις τριάντα χρυσά δουκάτα, δε σ' αφήνω να κάτσεις στη γόνδολά μου!

Share/Bookmark

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Το ζωντανό ρομπότ

Υπόθεση
Μπορεί ένας άνθρωπος να γίνει ρομπότ; Φαίνεται πως μπορεί, αν αγαπάει, αν βοηθάει κάποιον που τον χρειάζεται, αν είναι καλός φίλος, αν γίνεται η δύναμη για κάποιον αδύνατο. Τότε, ναι, γίνεται ένα «ζωντανό ρομπότ». Έτσι και ο μικρός Σέργιος έγινε ο σύντροφος του παιχνιδιού αλλά και ο φύλακας άγγελος του ξαδέρφου του Δημήτρη, που γεννήθηκε ανάπηρος και ποτέ δεν θα σηκωθεί από το αναπηρικό του καρότσι.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ναννίνα Σακκά -Νικολακοπούλου
Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
ISBN: 978-960-16-3995-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 33
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’- Γ’

Κριτική
Ένα ακόμη απλό διήγημα από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 2 – ψαράκια), που απευθύνεται σε νέους αναγνώστες και με την ευαίσθητη γραφή του καταφέρνει να μας συγκινήσει, παρά το περιορισμένο μέγεθος των 400 λέξεων. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και το κείμενο δεν ξεπερνά τις 6-7 σειρές σε κάθε δισέλιδο – τον υπόλοιπο χώρο καταλαμβάνει η όμορφη εικονογράφηση.

Στο τέλος του βιβλίου, μας περιμένουν τρεις δραστηριότητες: Στην πρώτη (αρκετά απαιτητική για παιδιά Α’- Β’ δημοτικού) παρακολουθούμε τις κινήσεις των δύο πρωταγωνιστών σε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, προσπαθώντας να υπολογίσουμε ποιος θα νικήσει. Στη δεύτερη, καλούμαστε να εντοπίσουμε και να σημαδέψουμε τα σημεία μιας ζωγραφισμένης διαδρομής που μπορεί να αποδειχθούν προβληματικά για ένα άτομο με προβλήματα κίνησης. Στην τελευταία, οι ίδιοι οι αναγνώστες περνούν στη δράση: πρέπει να ελέγξουν το χώρο του σχολείου τους, ώστε να συμπληρώσουν μια λίστα με σημεία που θα μπορούσαν να δυσκολέψουν την κίνηση ενός μαθητή με αναπηρικό καροτσάκι.

Το βιβλίο προτείνεται αρχικά σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει πολύ καλό υλικό ευαισθητοποίησης και για άλλες τάξεις, ή για γονείς που επιθυμούν να ενημερώσουν τα παιδιά τους πάνω στο ζήτημα της αναπηρίας και να τους διαμορφώσουν σωστές στάσεις.

Θέμα του βιβλίου είναι η αναπηρία δίπλα μας και το με πόση φυσικότητα θα μπορούσε να την αντιμετωπίζει κάθε παιδί. Η ευαίσθητη πένα της συγγραφέως που γνωρίζει το θέμα από πρώτο χέρι, μας δίνει μια ιστορία που μπορεί να μιλήσει σε παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Μας προσφέρει έτσι ένα χρήσιμο αν μη τι άλλο εργαλείο, καθώς η σχολική καθημερινότητα δείχνει ότι οι μαθητές μας είναι πολύ σκληροί όταν συναντούν τη διαφορετικότητα.  Κείμενα λοιπόν σαν και το Ζωντανό Ρομπότ, σε συνδυασμό με ανάλογες συζητήσεις στην τάξη και με επιλογή κατάλληλων δραστηριοτήτων, διευκολύνουν την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και μπορούν να προβάλλουν με πιο ελκυστικό τρόπο τις αξίες του ανθρωπισμού. Όλα αυτά φυσικά, εφόσον γονείς και εκπαιδευτικοί γινόμαστε και οι ίδιοι παράδειγμα προς μίμηση και δεν ακυρώνουμε με τη συμπεριφορά μας τα όσα θεωρητικά διδάσκουμε. 

Όσοι λοιπόν μπουν στον κόπο να διαβάσουν το μικρό αυτό βιβλίο, ίσως να μη συναντήσουν κάποια σπουδαία πλοκή. Θα δροσιστούν όμως με ένα απλό κείμενο γνήσιας ανθρωπιάς και ίσως μόλις το τελειώσουν, νιώσουν να βρίσκονται ένα βήμα πιο κοντά στα άτομα με κινητικές αναπηρίες.

Κάπως οξύμωρη φαντάζει η επιλογή του χαρακτηρισμού «ρομπότ», που χρησιμοποιείται για τον φιλόστοργο αφηγητή της ιστορίας. Γιατί ακόμα κι αν ως λέξη ενθουσιάζει τα παιδιά, όταν αναφέρεται σαν προσδιορισμός σε ανθρώπους γίνεται συνήθως για να αποδώσει μάλλον έλλειψη ευαισθησίας και πλούτου συναισθημάτων και όχι το αντίθετο. Προφανώς όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται εκεί για να τονίσει το πόσο ακούραστος και θωρακισμένος πρέπει να είναι (ή τουλάχιστον να μοιάζει) όποιος αποφασίζει να θέσει τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση ατόμων με δυσκολίες. Ίσως μια μικρή συζήτηση με τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο, φωτίσει περισσότερο το πώς το βλέπουν τα ίδια.

Για όσους εκπαιδευτικούς ενδιαφέρονται να εργαστούν με τις αξίες στο τμήμα τους, θυμίζουμε τα βήματα μιας προτεινόμενης μεθόδου (περισσότερες λεπτομέρειες εδώ)
  1. Ερωτήσεις Αφόρμησης
  2. Αφήγηση σχετικής με την Αξία ιστορίας
  3. Μεταναγνωστικές Ερωτήσεις
  4. Ερωτήσεις κατανόησης της Αξίας
  5. Ερωτήσεις οικειοποίησης της Αξίας
  6. Διάλογος
  7. Δραστηριότητες στην Τάξη
  8. Δραστηριότητες για το Σπίτι
  9. Αλληλεπίδραση με Γονείς
Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αλληλεγγύη, Ανθρωπισμός, Αναπηρία

Απόσπασμα  
Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος, αλλά έγινα ρομπότ.
Αυτό το οφείλω στον ξάδερφό μου τον Δημήτρη,
που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου
κι είναι σοφός. Θα μου πείτε, πώς να μην ξέρει
περισσότερα πράγματα αφού είναι πιο μεγάλος!

Με τον Δημήτρη είμαστε πρώτα
ξαδέρφια από τις μαμάδες μας,
που είναι αδερφές. Μένουμε
στο ίδιο σπίτι πάνω κάτω.

Όταν ήρθα στον κόσμο, μ’ ακούμπησαν με
προσοχή στην αγκαλιά του ξαδέρφου μου.
Εκείνος με κρατούσε τρυφερά κι ένιωσε
πολύ χαρούμενος που απέκτησε ένα μικρό
ξαδερφάκι και μάλιστα αγοράκι.

Όταν περπάτησα, ήμουν πολύ μικρός
για να καταλάβω πως ο Δημητράκης μας
δεν περπατούσε και θα ήταν πάντα καθισμένος
σ’ ένα καρότσι. Αυτό εμένα δε μου έκανε
εντύπωση, γιατί κι εγώ καθόμουνα σε καρότσι
όταν βγαίναμε βόλτα στο πάρκο.

Όταν άρχισα να τρέχω, εκείνος έμενε πάντα
στο καρότσι του. Αυτό δε μας εμπόδιζε να
παίζουμε μπάλα. Μου την πετούσε, την έπιανα,
του την ξανάδινα, κι όταν την έριχνε μακριά,
έτρεχα και την έφερνα πίσω.

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως ο ξάδερφός μου
δε θα περπατούσε ποτέ! Γεννήθηκε μ’ ένα
πρόβλημα και δε θα μπορούσαμε να τρέξουμε
μαζί.



Share/Bookmark

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Μυστήριο στη Βιβλιοποντικοθήκη

Υπόθεση
Στη Βιβλιοθήκη συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Η Τίτα Γραβιέρα προσπαθεί να βρει το δράστη και ο Βιβλιοπόντικας σφυρίζει αδιάφορα. Ώσπου ένα βράδυ βλέπουν μέσα στη βιβλιοθήκη πρίγκιπες, νεράιδες, ιππότες και μάγισσες να χορεύουν και να διαβάζουν! Τι να έχει συμβεί άραγε;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Κιάρα Φεντέλε
ISBN: 978-960-16-1934-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’


Κριτική
Η τρίτη συνέχεια στις περιπέτειες του Βιβλιοπόντικα. Τα παιδιά που τον παρακολούθησαν στις προηγούμενες ιστορίες του έχουν μεγαλώσει λίγο, και καλούνται πλέον να διαβάσουν ένα κείμενο 800 περίπου λέξεων, για να μάθουν τι σκαρώνει πάλι ο αγαπημένος τους ήρωας. Η γραφή του Ηλιόπουλου είναι όπως πάντα στρωτή και κατανοητή. Η επιμέλεια παραμένει ιδιαίτερα προσεγμένη, και μια πολύ έξυπνη, έγχρωμη εικονογράφηση δένει σε κάθε σελίδα με το κείμενο που ποτέ δεν ξεπερνάει τις 9-10 σειρές. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι παρατηρητικότητας, και τα παιδιά θα χρειαστούν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο για να τα χρονομετρήσει. Στη δεύτερη καλούνται να ενώσουν τις αριθμημένες τελείες ώστε να σχηματιστεί ένας αγαπημένος τους ήρωας. Στην τρίτη δραστηριότητα πρέπει να ακολουθήσουν ένα μπερδεμένο νήμα που θα τους οδηγήσει στη σωστή απάντηση και στην τέταρτη τους ζητείται να τοποθετήσουν τις σωστές ταμπελίτσες στο ωράριο λειτουργίας μιας βιβλιοθήκης, κάτι που για να κάνουν σωστά, οφείλουν να ξέρουν να διαβάσουν την ώρα από ψηφιακό ρολόι (κάτι που επισήμως μαθαίνουν στην ύλη της Δ’ Δημοτικού). Στην τελευταία δραστηριότητα, παρατηρούμε τα παιδιά του Βιβλιοπόντικα να παίζουν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι... οι αναγνώστες καλούνται να μελετήσουν προσεκτικά τους κανόνες, και να βρουν το νικητή.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, και βέβαια στους κάθε ηλικίας φανατικούς φίλους του Βιβλιοπόντικα.

Εντάξει, το μυστήριο της ιστορίας μπορεί να μην είναι από τα άλυτα... και μπορεί επίσης οι αναγνώστες να καταλαβαίνουν αρκετά γρήγορα ότι ο Βιβλιοπόντικας βρίσκεται και πάλι πίσω από τα όσα περίεργα συμβαίνουν... όλα αυτά ωστόσο δεν σημαίνουν ότι οι μικροί μας φίλοι δεν θα διασκεδάσουν με αυτή τη συνέχεια των περιπετειών του πονηρού ποντικού. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που τον βλέπουν να μετατρέπεται πλέον σε έναν κανονικό οικογενειάρχη, αφού αποκτάει δύο (υγιέστατα) τρισχαριτωμένα ποντικάκια. Παρά τα χρόνια βέβαια δεν βάζει μυαλό (εδώ δεν βάζουμε εμείς οι άνθρωποι), και επιστρέφει στις παλιές ατασθαλίες, αυτή τη φορά μασουλώντας όσα βιβλία του φέρνουν ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του στη βιβλιοθήκη. Παρατηρούμε έτσι να εκδηλώνεται για πρώτη φορά μια (ίσως έμφυτη, αφού μιλάμε για τρωκτικό) τάση του ήρωα να κάνει «υπόγειες ζαβολιές» κρυφά από τη γυναίκα του, τάση που στην επόμενη ιστορία κάνει ακόμα πιο έντονη την εμφάνισή της.

Κατά τα άλλα, η ιδέα για μια δανειστική βιβλιοθήκη που παραμένει ανοιχτή 24 ώρες το 24ωρο δεν είναι καθόλου κακή. Μακάρι να είχαμε μια και στην πόλη μας, όπως συμβαίνει ας πούμε με ορισμένα βιντεοκλάμπ ή σουβλατζίδικα. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα βρισκόταν κάποιος ήρωας αντίστοιχος με τον Βιβλιοπόντικα για να δουλέψει σε αυτήν υπό τις παρούσες συνθήκες…

Ολοκληρώνοντας, ας ελπίσουμε ότι το (αυτοανατρεπτικό;) μήνυμα στο τέλος της ιστορίας θα μπολιάσει τα παιδιά με κάποια ψήγματα ενσυναίσθησης, ώστε να αρχίσουν να νοιάζονται και για τα λιγότερο γνωστά βιβλία, αυτά που μένουν αδιάβαστα και σκονισμένα στο ράφι της βιβλιοθήκης· ίσως έτσι σκεφτούν κάποια φορά να πρωτοτυπήσουν, να ξεφύγουν από την πεπατημένη των διαφημισμένων και πολυδιαβασμένων χαρακτήρων, και να δοκιμάσουν να απλώσουν το χέρι τους προς τον άγνωστο κόσμο κάποιων παραπονεμένων, αφανών ηρώων.

Αξίες - Θέματα
Φιλαναγνωσία, Οικογένεια

Απόσπασμα  
Ο Βιβλιοπόντικας και η Τίτα Γραβιέρα δούλευαν
αγαπημένοι στη βιβλιοθήκη του σχολείου.
Εκεί είχαν στήσει και το σπιτικό τους κι όλη
μέρα δάνειζαν βιβλία στα παιδιά, μέχρι που
η Τίτα ανακοίνωσε πως περιμένει μωρό.

Ο Βιβλιοπόντικας τότε έφτιαξε το σπιτάκι τους στη
σκεπή και η βιβλιοθήκκη άνοικγε πια μόνο το πρωί.
Εκεί, στη σκεπή, γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους,
ο Χαρτοπόντικας, κι αργότερα κι ο μικρότερος
γιος τους, ο Μίμης Κασεράκης, ένα κλαψιάρικο
κι ανήσυχο μωρό που δεν άφηνε κανέναν να
κοιμηθεί.

Τον τελευταίο καιρό η Τίτα ανακάλυψε
πως κάτι περίεργο γινόταν στη βιβλιοθήκη,
μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι.

-    Μήπως λείπουν βιβλία; Πάντως, εγώ δεν έχω φάει βιβλίο της βιβλιοθήκης.

-    Όχι, δε λείπουν βιβλία.

Την άλλη μέρα την είδε πάλι αναστατωμένη.

-    Μήπως βρήκες ανακατεμένα τα βιβλία; τη ρώτησε

-    Όχι, όλα είναι στη θέση τους.

Οι μέρες περνούσαν. Εκείνος έδειχνε αδιάφορος.
Η Τίτα όμως δεν ησύχαζε.

-    Τι έχεις πάλι;

-    Να, το πρωί που ερχόμαστε βρίσκω στη θέση τους ακόμη και τα βιβλία που δεν είχα προλάβει να τακτοποιήσω στα ράφια και τα είχα αφήσει στο καλάθι πάνω στο γραφείο μου!

-    Ε! και τι μ’ αυτό;



Share/Bookmark

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Τ + Υ = Αγάπη για πάντα

Υπόθεση
Η τηλεόραση και ο υπολογιστής ερωτεύτηκαν κι αποφάσισαν να κλεφτούν! Όμως, πριν εγκαταλείψουν για πάντα το σπίτι, αφήνουν πίσω τους ένα γράμμα για τις απλές χαρές της ζωής, προτρέποντας τα μέλη της οικογένειας να βρουν άλλους τρόπους εκτόνωσης και διασκέδασης. Θα τα καταφέρουν άραγε χωρίς σίριαλ και ηλεκτρονικά παιχνίδια; Και τι μπορεί να κάνει κάποιος αντί να βλέπει όλη τη μέρα τηλεόραση;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αμάντα Μιχαλοπούλου
Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου
ISBN: 978-960-16-4012-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’


Κριτική
Μια νέα ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 – Δελφινάκια) με κείμενο 800 περίπου λέξεων. Η γλώσσα της συγγραφέως δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, παρότι τα μικρότερα παιδιά θα έχουν σίγουρα άγνωστες λέξεις (όπως περισυλλογή, διαμεσολαβούμε, σύμπαν, δέκτης, κ.ά.). Ένα ζήτημα ωστόσο υπάρχει με το περιεχόμενο του διηγήματος, το οποίο όλα δείχνουν ότι απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερα του δημοτικού. Κατά τα άλλα, η επιμέλεια είναι προσεγμένη, και το κείμενο σε κάθε σελίδα δεν ξεπερνάει τις 10-12 σειρές, ενώ δένει με μια ιδιαίτερη εικονογράφηση που βαδίζει ανάμεσα στο ροζ και το μαύρο, ίσως επιχειρώντας να μας δείξει τη διαφορά μεταξύ του ζωντανού κόσμου των ανθρώπων και του σκοτεινού των μηχανών. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τα παιδιά πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι ένα κρυπτόλεξο με ηλεκτρικές συσκευές και η δεύτερη τους ζητά να συμπληρώσουν διάφορες φράσεις χρησιμοποιώντας τη φαντασία τους. Στην τρίτη, οι μαθητές καλούνται να αλλάξουν οπτική γωνία και να μπουν στη θέση της τηλεόρασης, περιγράφοντας αυτά που συμβαίνουν στο ίδιο τους το σπίτι (κάτι που δεν μπορούμε να ζητήσουμε από παιδιά 7 ετών). Η προτελευταία δραστηριότητα, προκαλεί τα παιδιά να «βγουν έξω και να ζήσουν», αναφέροντας τι θα μπορούσαν να κάνουν αντί για να δουν διάφορες εκπομπές στην τηλεόραση. Το χορό κλείνει μια άσκηση ζωγραφικής και φαντασίας.

Το βιβλίο θα το προτείναμε περισσότερο για μαθητές Δ’ και Ε’ τάξης, αφού παρά την περιορισμένη έκταση του κειμένου, τα παιδιά μικρότερων ηλικιών θα δυσκολευτούν να κατανοήσουν το περιεχόμενο και ίσως βαρεθούν.


Το διήγημα αποτελεί μια σφοδρή κριτική στην τηλοψία και το σύστημα που την υποστηρίζει και τρέφεται από αυτήν· ένα «κατηγορώ» που απευθύνει στους αναγνώστες μια μπουχτισμένη τηλεοπτική συσκευή που δεν αντέχει άλλο τις ανοησίες που προβάλλονται διαμέσου της. Αφού λοιπόν πέσει σε περισυλλογή και αναλογιστεί το γιατί υπάρχει, η τηλεόρασηαποφασίζει να κλεφτεί με τον (επίσης μπαϊλντισμένο) υπολογιστή.

Φράσεις όπως «Χωρίς εμάς ίσως πάρετε καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή σας» μάς κάνουν να πιστεύουμε ότι η συγγραφέας μάλλον απευθύνεται σε εφήβους ή ενηλίκους. Όχι ότι διαφωνούμε με το παραπάνω μήνυμα ή με το «βγείτε έξω και ζήστε λιγάκι επιτέλους!», απλώς θεωρούμε ότι το υπόλοιπο στήσιμο του βιβλίου δεν υποστηρίζει την κατηγορία αυτή του κοινού. Ένα παρόμοιο μήνυμα θα μπορούσε πιθανότατα να περάσει στα παιδιά με πιο ταιριαστό για την ηλικία τους τρόπο. (βλ. π.χ ο Άλκης και ο λαβύρινθος).

Αξίες - Θέματα
Τεχνολογία, Τηλεόραση

Απόσπασμα

Αγαπητοί μας,
Υπαγορεύω αυτό το γράμμα στον φορητό
υπολογιστή, γιατί, αν περιμένω από εκείνον,
ζήτω που καήκαμε.

Θα το πω, γιατί να μην το πω; Ο υπολογιστής
μια ζωή ξενυχτάει γράφοντας ποιήματα.
Και μετά ζητάει από μένα να βγάλω το φίδι
απ’ την τρύπα. Λέει ότι ξέρω από ανακοινώσεις,
επειδή συνέχεια εκπέμπω δελτία ειδήσεων.

Δεν έχω να σας ανακοινώσω κάτι. Μάλλον
για εξομολόγηση πρόκειται. Πριν σας γράψω,
δοκίμασα όλους τους άλλους τρόπους.
Χάλασα μια φορά την οθόνη μου.
Κατέστρεψα την κεραία μου.

Και χάρηκα πολύ όταν το τηλεκοντρόλ έπεσε
από τα χέρια του μικρού Απόστολου κι άνοιξε
στα δύο σαν καρπούζι.
Κάνατε σαν να συνέβη κάποια τρομερή
καταστροφή. Τότε κατάλαβα πως είναι άσκοπο
να προσπαθώ να σας πείσω.

Λοιπόν, η ουσία είναι μία: αποφάσισα
να φύγω μαζί με τον υπολογιστή.
Και να ζήσουμε κάτι που δε συνηθίζεται
στην οικογένεια των ηλεκτρονικών – μια
αγάπη για πάντα. Ξέρω, ξέρω. Σας φαίνεται
τρελό να παίρνει η τηλεόρασή σας
τον υπολογιστή αγκαζέ και να τρέχουν
νυχτιάτικα. Νομίζετε ότι μόνο οι άνθρωποι
φεύγουν, όχι οι συσκευές.

Θα σας πω ένα μυστικό: όταν ο αποχυμωτής
χαλάει, σημαίνει πως κουράστηκε να στύβει.
Όταν η τηλεόραση δεν ανάβει, σημαίνει πως
διαμαρτύρεται. Ξέρω καλά τι είμαι: μια κοινή
οθόνη, ένας δέκτης κινουμένων εικόνων.



Share/Bookmark

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Η Μιλένα και το φρικτό ψάρι


Υπόθεση 
Τι γίνεται όταν η Μιλένα αρνείται να φάει το ψάρι που τής σερβίρει η μητέρα της; Στην αρχή αποφάσισε να ακούσει μουσική για να ξεχάσει την πείνα της, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και έπεσε με τα μούτρα στο σοκολατούχο γάλα και τα ντόνατς. Μέχρι που το στομάχι της δεν άντεξε... Ποιος είναι τελικά πιο δυνατός και ποιος πρέπει να υποχωρήσει; Η μαμά που σερβίρει ψάρι ξανά και ξανά, ή η Μιλένα που το σιχαίνεται;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
ISBN: 978-960-16-4026-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’


Κριτική
Συμπαθητική ιστορία από τη σειρά Δελφινάκια (χωρίς σωσίβιο 3 – μέχρι 800 λέξεις) που ασχολείται με το ζήτημα της σωστής διατροφής και της υπακοής στις μητρικές επιταγές. Η γραφή σε κάποια σημεία δεν μοιάζει ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται η σειρά (η ηρωίδα χαρακτηρίζει τα αδέλφια της «ηλίθια» (σελ. 15) και «βλαμμένα» (σελ.21) και γενικά τους σούρνει τα εξ αμάξης) αλλά σε γενικές γραμμές είναι απλή και κατανοητή. Η επιμέλεια της σειράς είναι όπως πάντα άψογη, και η εικονογράφηση ακολουθεί το κείμενο για να διαμορφώσει έναν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα σχετικά ασυνήθιστο σε παιδικά διηγήματα: Η Μιλένα είναι σκληρή, παραπονιάρα και επαναστάτρια και τούτο περνάει στους αναγνώστες και από το εικαστικό μέρος, που επιπλέον μας αποδίδει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της ιστορίας.

Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες: Η πρώτη μας θυμίζει άσκηση φυσικής της Ε’ δημοτικού, αφού ζητάει από τα παιδιά να διαμορφώσουν ένα ημερήσιο πρόγραμμα σύμφωνο με τη μεσογειακή πυραμίδα της διατροφής. Η δεύτερη καλεί τους αναγνώστες να αντιστοιχήσουν φράσεις από το κείμενο με τα πρόσωπα που τις είπαν, ενώ η επόμενη είναι ένα κρυπτόλεξο με λέξεις από την οικογένεια «ψάρι». Η τελευταία δραστηριότητα απευθύνεται και πάλι σε μεγαλύτερα παιδιά και περιέχει ένα παιχνίδι που απαιτεί καλή γνώση της αλφαβήτου, αλλά και ουσιαστικών και επιθέτων.

Ο συνδυασμός των ιδιαίτερων στοιχείων του κειμένου και των απαιτητικών δραστηριοτήτων στο τέλος του, δεν μας επιτρέπουν να προτείνουμε το βιβλίο για τάξεις μικρότερες της Γ’. Ίσως λοιπόν η συγκεκριμένη ιστορία να απευθύνεται σε παιδιά 8-10 ετών που δυσκολεύονται με μεγαλύτερα κείμενα και επιθυμούν κάτι σύντομο και ευχάριστο που θα τονώσει την  αναγνωστική τους αυτοπεποίθηση.

Η ιστορία μας δίνει μια καλή αφορμή να συζητήσουμε γύρω από τη σωστή διατροφή και να αναρωτηθούμε για το ποια είναι τα δικαιώματα των παιδιών στο οικογενειακό τραπέζι. Μπορούν να αρνηθούν να φάνε το σπιτικό φαγητό και να τρώνε έξω; Επιτρέπεται να αποφεύγουν μια συγκεκριμένη τροφή που απεχθάνονται, ανεξάρτητα από το αν τους κάνει καλό ή όχι; Ποιος είναι ο ρόλος των γονέων στην περίπτωση αυτή;

Βέβαια στο συγκεκριμένο κείμενο, η μορφή του πατέρα απουσιάζει, και η κόντρα μητέρας – κόρης φτάνει από την αδιαλλαξία τους στα ύψη, για να αποκλιμακωθεί στο τέλος από την εμφάνιση ενός απρόσμενου συμμάχου (των διδύμων αδελφών που λένε ψέματα στη μαμά). Στην πραγματική ζωή ωστόσο δεν μπορούμε να περιμένουμε τέτοιες λύσεις. Ούτε και μας βεβαιώνει κανείς ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση το παιδί θα βαρεθεί να τρώει έτοιμες τροφές και γλυκά και θα επιστρέψει στο οικογενειακό τραπέζι. Καλό είναι λοιπόν να έχει γίνει μια προετοιμασία από τους γονείς, ώστε σε περίπτωση που όντως το παιδί ταυτιστεί με την πρωταγωνίστρια και αποφασίσει να κάνει μια μικρή επανάσταση (στον τομέα του φαγητού ή αλλού), να μπορούν να συζητήσουν ήρεμα μαζί του και να οδηγήσουν την κατάσταση σε μια ωφέλιμη και ειλικρινή λύση.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διατροφή

Απόσπασμα 
Τα προβλήματα άρχισαν την Κυριακή, που
η Μιλένα έσπρωξε το πιάτο της με το ψάρι
πάνω στο τραπέζι.

- Δε θέλω ψάρι! είπε κάνοντας ένα μορφασμό
αηδίας. Της άρεσαν οι τηγανητές πατάτες, τα
παγωτά με σαντιγί, οι σοκολάτες και τα ντόνατς
τα πασπαλισμένα με ζάχαρη. Όχι τα ψάρια,
που ασήμιζαν με φρικτό τρόπο στα πιάτα.

Τα αδέρφια της – δυο δίδυμα αγόρια, που δεν
της έδιναν σημασία και ήταν τέσσερα χρόνια
μεγαλύτερα και είκοσι πόντους ψηλότερα-
είχαν ήδη αρχίσει να τρώνε το φρικτό ψάρι,
που, εκτός του ότι είχε αλλόκοτη μυρωδιά
και γεύση, έπρεπε να το καθαρίζεις, να βγάζεις
τα κόκαλα και να τα τοποθετείς στην άκρη
του πιάτου.

«Δεν πρέπει να είναι έτσι τα φαγητά» σκέφτηκε
η Μιλένα. «Τα φαγητά πρέπει να είναι μαλακά
και εύκολα. Χωρίς αγκάθια, φλούδες,
κουκούτσια και άλλα εμπόδια. Δε θέλω ψάρι.
Δε μ’ αρέσει το ψάρι.»

Η Μιλένα περίμενε ότι θα έβρισκε στο ψυγείο
κάτι πιο ενδιαφέρον από το ψάρι ή ότι η μαμά
θα της έφτιαχνε μια ωραία ομελέτα με τρία είδη
τυριών, ζαμπόν και κομματάκια ξεροψημένης
πατάτας. Χώνοντας όμως το κεφάλι της στο
ψυγείο, είδε ένα μπουκάλι γάλα, δυο κουτιά
καροτόζουμο, ένα ακόμη ψάρι τυλιγμένο
σε ασημόχαρτο, μερικά μήλα, λίγη μελιτζανοσαλάτα
σε πλαστικό δοχείο, δύο κόκκινες πιπεριές,
δυο ντομάτες και ένα αγγούρι.

- Δεν έχει τίποτα να φάω, παραπονέθηκε η Μιλένα.

- Μα πώς, είπε η μαμά, που έτρωγε με μικρές μικρές μπουκιές, όπως συνήθιζε. Φάε το ψάρι σου.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Τα περισσότερα παιδιά στον κόσμο δεν έχουν τίποτα να φάνε. Φάε το ψάρι.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Και πεθαίνουν από την πείνα… Φάε, λοιπόν, το ψάρι.

Share/Bookmark

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Η ζωή και οι περιπέτειες του Σάντα Κλάους

Υπόθεση
Ο μικρός Κλάους γεννιέται στο δάσος του Μπαρζί και ανατρέφεται από τις νύμφες. Όταν ενηλικιώνεται και μαθαίνει για την πραγματική του φύση, φεύγει από κοντά τους και χτίζει ένα καλύβι στη Γελαστή Κοιλάδα, ξεπερνώντας διάφορες δυσκολίες χάρη στους αόρατους προστάτες του. Ο καιρός περνάει και αποφασίζει να αφοσιωθεί στην ευτυχία των παιδιών των ανθρώπων. Κατασκευάζει έτσι τα πρώτα του παιχνίδια και τα χαρίζει, κάνοντας τα μικρά των φτωχών να χοροπηδούν από χαρά. Αργότερα, αρχίζει τα ταξίδια με ένα έλκηθρο που το τραβούν τάρανδοι, ώστε να μπορεί να φτάνει μακρύτερα και να κάνει όλο και περισσότερα παιδιά ευτυχισμένα. Κερδίζει έτσι πρώτα την εκτίμηση των ανθρώπων, που τον αναγνωρίζουν ως άγιο και στη συνέχεια την αθανασία, όταν το συμβούλιο των αρχόντων του αόρατου κόσμου αποφασίζει να του χαρίσει αιώνια ζωή, ώστε να συνεχίσει το έργο του ες αεί.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λ. Φρανκ Μπάουμ (Lyman Frank Baum)
Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Ελένη Τσάμπρα
ISBN: 978-960-16-2599-7
Τίτλος πρωτοτύπου: The Life and Adventures of Santa Claus
Έτος 1ης Έκδοσης: 1902 (στα ελληνικά 2007)
Σελίδες: 220
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’


Κριτική
Μία φανταστική βιογραφία του Σάντα Κλάους γραμμένη από το δημιουργό του Μάγου του Οζ, που γνώρισε επιτυχία ως βιβλίο, και μεταφέρθηκε αρκετές φορές στη μικρή οθόνη, πρώτα ως τηλεοπτικό animation – μιούζικαλ το 1985, έπειτα ως  τηλεοπτική μίνι σειρά το 1994 (Shounen Santa no daibôken) και τέλος το 2000 ως βιντεοταινία κινουμένων σχεδίων.



Παρά τα 110 χρόνια του, το έργο παραμένει χαριτωμένο και ενδιαφέρον και η μετάφραση το κρατάει δροσερό. Η γλώσσα είναι σχετικά απλή, αλλά οι αναγνώστες πρέπει να διαθέτουν αρκετή εμπειρία, καθώς το κείμενο δεν είναι μικρό, ενώ η εικονογράφηση δεν θα τους βοηθήσει ιδιαίτερα: είναι ασπρόμαυρη και με απλώς συνοδευτική παρουσία μιας περίπου ολοσέλιδης εικόνας για κάθε δέκα σελίδες κειμένου. Από την άλλη, τα κεφάλαια έχουν τίτλους που προκαλούν τον αναγνώστη να τα ξεκινήσει, ενώ το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει συνήθως τις 10-12 σελίδες. Ίσως κάποια παιδιά δυσκολευτούν λίγο μέχρι να εξοικειωθούν με τα πλάσματα που τοποθετεί στον κόσμο του ο συγγραφέας, αλλά μόλις το καταφέρουν αυτό, θα διαπιστώσουν ότι το διάβασμα κυλάει γρήγορα και απρόσκοπτα.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε αγόρια της Ε’ και Στ’ τάξης, ενώ μπορούν να το διαβάσουν και μικρότερα παιδιά που έχουν ήδη κάποια εμπειρία και ενδιαφέρονται για το θέμα.

Το δημιούργημα δεν έχει χαρακτηριστεί άδικα ως το Lord of the Rings των Χριστουγέννων,  αφού η μυθοπλαστική δεξιότητα του συγγραφέα είναι μεγάλη και δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο που ορίζουν τάξεις φανταστικών πλασμάτων (όπως τα Νουκ και τα Ριλ -Knooks & Ryls-). Πλάσματα που εμφανίζονται και σε επόμενα έργα του (βλ. The Road to Oz). Το βιβλίο λογικά πέρασε και από τα χέρια του Tolkien (ήταν 10 χρονών όταν κυκλοφόρησε), ωστόσο αγνοώ αν του αναγνωρίζεται κάποια επιρροή στο μετέπειτα έργο του. Από τα χέρια των δικών μας παιδιών βέβαια, καλό είναι αφού περάσει το όμορφο αυτό βιβλίο, να κάνουμε και μια μικρή συζήτηση. Θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί.

Όπως αναφέρεται και στο επίμετρο, ο Φρανκ Μπάουμ δεν έλαβε υπόψη του καμία παράδοση σχετικά με την καταγωγή του Σάντα Κλάους, αλλά συνέθεσε μια βιογραφία φανταστική, προσπαθώντας μέσα από αυτή να ερμηνεύσει τις παραδόσεις που σχετίζονται με το πρόσωπο του αγίου. Μοιάζει δηλαδή σαν να είχε μπροστά του μια λίστα με άσχετα μεταξύ τους έθιμα από όλο τον κόσμο (χριστουγεννιάτικο δέντρο, δώρα, ιπτάμενοι τάρανδοι, κάλτσες στο τζάκι, κ.ά.) και να επιχείρησε να τα στεγάσει κάτω από έναν νέο ενιαίο μύθο.

Το πώς τελικά εξηγεί και εκλογικεύει ένα ετερόκλητο πλήθος θρύλων, συνενώνοντάς τους σε έναν φανταστικό δικό του κόσμο κατασκευασμένο πέρα από τη λογική, είναι στη μαγεία της ιστορίας και σας αφήνουμε να το ανακαλύψετε.

Ειδικά για την Ελλάδα, σε περίπτωση που τα παιδιά αρχίσουν να αναρωτιούνται αν τελικά ο Άγιος κατοικεί στην Γελαστή Κοιλάδα, το Ροβανιέμι ή την Καισάρεια, και αν μοιράζει τα δώρα μέσα από τζάκια, σόμπες ή air condition, ωφέλιμο θα ήταν να εξηγήσετε ότι αυτό που διαβάζουν είναι ένα έργο φανταστικής μυθοπλασίας· μπορείτε μάλιστα να τα καλέσετε να γράψουν και τα ίδια δικά τους κείμενα, όπου θα εξηγούν διάφορα φαινόμενα ή έθιμα της εποχής μας με τη δημιουργική τους φαντασία. Έτσι τα καθησυχάζετε και επιπλέον μειώνετε τις πιθανότητες να αρχίσουν να βλέπουν στον ύπνο τους νεράιδες, Ριλ, Νουκ και Ούγκα – Ούγκα.

Το γιατί το έργο δεν μεταφράστηκε νωρίτερα στα ελληνικά δεν το γνωρίζω, σίγουρα πάντως η εποχή που εκδόθηκε δεν θα ήταν η πιο κατάλληλη για να κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Θυμίζω ότι μόλις το προηγούμενο φθινόπωρο (του 1901) είχαν αιματοκυλήσει την πρωτεύουσα τα «Ευαγγελικά», και το γεγονός ότι στο κείμενο η φιγούρα του Αϊ Βασίλη συνδέεται με πλήθος παγανιστικά στοιχεία δεν θα επέτρεπε στο βιβλίο να γίνει αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία εκείνου του καιρού.
το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1902)
Καλό είναι να γίνει κουβέντα με τα παιδιά και σχετικά με τα οικολογικά μηνύματα του κειμένου. Γιατί όσο θετικά και σύγχρονα τα συναντάμε στην αρχή και κατά τη διάρκεια της διήγησης, τόσο ανάποδα τα βλέπουμε να παρουσιάζονται στο τέλος της. Έτσι, από τη μια η δύναμη της φύσης κάνει αισθητή την αρμονική κυριαρχία της σε όλο το έργο, τα ζώα όπως οι τάρανδοι έχουν αυταξία και απαγορεύεται να τα εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους (σελ. 160), ενώ και ο ίδιος ο Κλάους αποφεύγει να καταστρέφει τα μικρά λουλουδάκια και το γρασίδι προκειμένου να βρει κάτι να φάει, οδηγούμενος σε πρακτικές τζαϊνισμού. Από την άλλη, στις τελευταίες σελίδες (σ. 206-208) έρχονται δυο τρεις παράγραφοι να ανατρέψουν τα πάντα και να μας γυρίσουν πίσω, στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Έτσι, ο Ακ παραδέχεται: «Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους ανθρώπους (…) Ο ρόλος μου είναι να φυλάω τα δάση μέχρι τη στιγμή που θα τα χρειαστεί ο άνθρωπος. Είμαι πολύ χαρούμενος που τα γερά μου δέντρα γίνονται σπίτια μέσα στα οποία ξεκουράζονται οι άνθρωποι, γίνονται φωτιά στο τζάκι τους για να ζεσταίνονται τις μέρες του χειμώνα. Ελπίζω μόνο να μην κόψουν όλα τα δέντρα, γιατί πάντα θα χρειάζονται τη δροσιά του δάσους το καλοκαίρι.»

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε σε κάποια στοιχεία που περιέχει το βιβλίο και μοιάζουν να παραπέμπουν στον κόσμο της μασονίας (αν και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο συγγραφέας ήταν τέκτονας). Η κλειστή και μυστική στους κοινούς θνητούς αδελφότητα των αθανάτων που αλληλοϋποστηρίζονται και χτυπούν αλύπητα τους κοινούς εχθρούς. Οι τρεις αδιαφιλονίκητοι αρχηγοί της ιεραρχίας, Μεγάλος Δασοκόμος, Μεγάλος Σιτιστής και Μεγάλος Ναυτικός, στους οποίους είναι υποτελή όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Τα τεκτονικά ιδανικά της αγνότητας, της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της προσφοράς, τα οποία ακολουθεί ευλαβικά ο προστατευόμενος ήρωας πριν «προαχθεί» και ο ίδιος σε αθάνατο από το ανώτατο συμβούλιο που παρακολουθεί την πρόοδό του. Τέλος, προς μια τέτοια κατεύθυνση φαίνεται να κινούνται και φράσεις όπως (σελ. 116): «Τα αδέρφια μας στο Μπαρζί έχουν παράξενους φίλους (...) Αυτός όμως που γνωρίζει το μυστικό μας σήμα είναι και δικός μας φίλος και πρέπει να τον βοηθάμε. Κλείσε τα μάτια σου ξένε, και θα σε πάμε στο σπίτι σου».

Κλείνοντας, αν λάβουμε υπόψη μας τις θέσεις που είχε εκφράσει ο συγγραφέας για τους ινδιάνους, μπορούμε να αποτολμήσουμε μια σύνδεση ανάμεσα στα μοχθηρά Ούγκα Ούγκα (Awgwas) του βιβλίου και τους ιθαγενείς της Αμερικής. Τα πρώτα παρενοχλούν τον Κλάους και ζητούν τη δυστυχία του κόσμου, ενώ οι δεύτεροι έβαζαν σε κίνδυνο την ασφάλεια των λευκών και παρενοχλούσαν την πρόοδο του πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Μπάουμ, οι άγριοι έπρεπε «να εξαφανιστούν από προσώπου Γης» και ακριβώς αυτό συμβαίνει στα πολυπληθή Ούγκα και τους συμμάχους τους: απαλλάσσουν τη γη από τη μοχθηρή τους ύπαρξη. Μετά από μια σκληρή, αιματοβαμμένη μάχη (σελ. 131), κατά τη διάρκεια της οποίας παρακολουθούμε διάφορα αντιπαιδαγωγικά να λαμβάνουν χώρα (Γίγαντες παρακαλούν να πεθάνουν για να μην υποφέρουν τόσο, Ανατριχιασμένοι Δαίμονες με κοφτερά νύχια αφήνουν την τελευταία τους πνοή και το αίμα τους ποτίζει την κοιλάδα, Δράκοι κατακαίγονται ζωντανοί από την τρομερή φωτιά τους) όλα τελειώνουν, το καλό επικρατεί και οι εχθροί αποδεκατίζονται.

Καθώς έχουμε ήδη επεκταθεί υπερβολικά, θα αφήσουμε ασχολίαστη την κάπως περίεργη διαχρονικά σχέση του Κλάους με τη νύμφη Νεσίλια.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Ανθρωπισμός, Περιβάλλον, Αλληλεγγύη, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα  
Ο Κλάους πίστευε ότι κανένα από τα παιδιά που θα έβρισκαν την επόμενη μέρα το πρωί το παιχνίδι που τους είχε αφήσει δε θα καταλάβαινε ποιος τους το είχε χαρίσει. Αλλά, αν κάνει κάποιος το καλό, γρήγορα γίνεται γνωστός κι η φήμη του εξαπλώνεται πολύ μακριά – πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος πιστεύει. Έτσι, την επόμενη μέρα, παντού οι άνθρωποι μιλούσαν για τον Κλάους και τα υπέροχα δώρα που είχε κάνει στα παιδιά. Η γενναιοδωρία του έκανε κάποιους εγωιστές να τον σχολιάσουν σαρκαστικά, αλλά ακόμα κι αυτοί υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν την καλοσύνη αυτού του ανθρώπου που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη χαρά και στην ευτυχία των παιδιών.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, οι κάτοικοι κάθε πόλης και χωριού περίμεναν με ανυπομονησία τον ερχομό του Κλάους κι ένα σωρό ιστορίες άρχισαν να διαδίδονται από στόμα σε στόμα για τις καλοσύνες του και τα υπέροχα παιχνίδια που έφτιαχνε για τα παιδιά.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη μέρα μετά το πρώτο ταξίδι του Κλάους με τους τάρανδους. Όταν λοιπόν ξύπνησαν τα παιδιά κι έδειξαν στους γονείς τους τα όμορφα παιχνίδια που είχαν βρει στο προσκεφάλι τους ρωτώντας τους ποιος τους τα είχε φέρει, όλοι σκέφτηκαν αυτόν.

«Ο καλός μας ο Κλάους θα ήταν» έλεγαν. «Μόνο αυτός φτιάχνει παιχνίδια στον κόσμο!»

«Και πώς μπήκε στο σπίτι μας;» ρωτούσαν τα παιδιά.

Στην ερώτηση αυτή οι μπαμπάδες ανασήκωναν τους ώμους τους, μην μπορώντας να καταλάβουν πώς είχε καταφέρει να μπει, αλλά οι μαμάδες, βλέποντας την ευτυχία στα πρόσωπα των λατρεμένων τους παιδιών, τους έλεγαν ότι ο Κλάους δεν ήταν θνητός όπως αυτοί, αλλά αθάνατος. Κάποιος άγιος ίσως. Κι έπειτα τον ευχαριστούσαν μεγαλόφωνα για τη χαρά που είχε φέρει στο κάθε παιδί ξεχωριστά.

«Άγιος;» αναρωτήθηκε σκεφτικό ένα παιδί.

«Σωστά. Γιατί ένας άγιος δε χρειάζεται να χτυπάει την πόρτα για να μπει σε ένα σπίτι».

Έτσι, τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, άρχισαν να αποκαλούν τον Κλάους Σάντα Κλάους, γιατί, αν δεν το ξέρετε, στη γλώσσα τους η λέξη «Σάντα» σημαίνει «άγιος». Κι όταν κάποιο παιδί ήταν άτακτο ή ανυπάκουο, του έλεγε η μαμά του για να το συνετίσει: «Πρέπει να παρακαλέσεις το Σάντα Κλάους να σε συγχωρέσει, γιατί αν δε βάλεις μυαλό, δε θα σου ξαναφέρει παιχνίδι».

Αν όμως άκουγε ο Κλάους τα λόγια των μαμάδων, δε θα συμφωνούσε καθόλου μαζί τους, γιατί αυτός χάριζε παιχνίδια σε όλα τα παιδιά – είτε ήταν φρόνιμα είτε άτακτα- επειδή τα αγαπούσε. Κι ήξερε πολύ καλά ότι ακόμα και τα καλύτερα παιδιά ήταν μερικές φορές άτακτα, όπως κι ότι τα άτακτα ήτανε πολύ συχνά φρόνιμα κι υπάκουα. Γιατί έτσι είναι τα παιδιά όλου του κόσμου κι αυτός δεν ήθελε να τα αλλάξει, ακόμα κι αν είχε τη δύναμη να το κάνει.

Έτσι λοιπόν, ο Κλάους έγινε Σάντα Κλάους, αποδεικνύοντας ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν άγιοι στις καρδιές των ανθρώπων αν κάνουν το καλό δίχως να επιδιώκουν ανταμοιβή.




Share/Bookmark