Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ιστορίες που κανένας δεν ξέρει

Υπόθεση
Στην πρώτη ιστορία, ο Εργοκλής ζει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποφύγει τους κινδύνους για τους οποίους τον προειδοποίησε ο πατέρας του. Αλλάζει κάθε τόσο στόχους και ταυτότητα, όμως η απειλή επανέρχεται και τον στοιχειώνει ό,τι κι αν κάνει. Στη δεύτερη, τρία αδέρφια αναζητούν το χρυσό κλειδί για το κουτί που περιέχει τις απαντήσεις σε όλα τα γιατί του κόσμου. Στην τρίτη, ο Διοκλής εύχεται να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, και το άλογό του τον βοηθάει να πραγματώσει το όνειρό του.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου 
Εικονογράφηση: Βασίλης Παπατσαρούχας 
ISBN: 978-960-16-1238-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 1984
Σελίδες: 50
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’

Κριτική
Τρεις όμορφες, αυτόνομες ιστορίες, δοσμένες με τη μορφή παραμυθιού. Το κείμενο της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου είναι απλό, σαφές και καλογραμμένο. Η εικονογράφηση όμως είναι σχεδόν απούσα, πέρα από μια μικρή εικόνα στο ξεκίνημα κάθε ιστορίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πυκνή γραφή (γραμματοσειρά και διάστιχο) ίσως δυσκολέψει τους μαθητές στο να διαβάσουν ξεκούραστα τις ιστορίες. Επίσης, το μέγεθος της πρώτης ιστορίας, (20 σελίδες) θα μπορούσε να αποδειχθεί κάπως προβληματικό για τις μικρότερες ηλικίες.

Καθώς μοιάζουν με παραμύθια, οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν και από μικρότερα παιδιά. Εμείς ωστόσο θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές της Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης, οι οποίοι θα μπορούσαν να επεξεργαστούν καλύτερα τα μηνύματα που περιέχονται.

Οι μικροί αναγνώστες που θα ασχοληθούν με τα ελκυστικά αυτά παραμύθια, είναι πολύ πιθανό να προβληματιστούν και να ζητήσουν από εσάς διευκρινήσεις. Μην είστε όμως σίγουροι ότι θα μπορέσετε να βρείτε εύκολα τις κατάλληλες απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Το κείμενο αφήνει ορθάνοιχτα πολλαπλά ενδεχόμενα ερμηνείας.

Στην πρώτη ιστορία, το θέμα μπορεί να είναι η διαρκής αναζήτηση ταυτότητας του νέου ανθρώπου· θα μπορούσε όμως η συγγραφέας να αναφέρεται και στις παράλογες φοβίες που περνάνε από τους γονείς στα παιδιά, στοιχειώνοντάς τα για μια ολόκληρη ζωή, μέχρι και εκείνα να γίνουν γονείς και να τις μεταφέρουν στην επόμενη γενιά. Καθώς, ωστόσο, είναι πιθανό να μην έχουμε ιδέα για το τι ακριβώς θέλει να υπαινιχθεί η συγγραφέας, το κείμενο μας δίνει μια πολύ καλή αφορμή για συζήτηση με τα παιδιά που το διαβάζουν και προβληματίζονται εξίσου.

Η δεύτερη ιστορία είναι πιο μικρή, πιο απλή και μάλλον με λιγότερο ενδιαφέρον. Η συγγραφέας παίζει με το σχήμα του κύκλου και μας εξηγεί μέσα από ένα όμορφο παραμυθάκι το γιατί οι απορίες του ανθρώπου δεν έχουν τέλος. Ένα θέμα που μπορεί να συζητηθεί, είναι το αν ο καθένας επιτρέπεται να εγκαταλείπει μια «σταυροφορία» που έχει αναλάβει, όταν στο δρόμο βρίσκει «λωτούς», θέλγητρα ικανά να τον αποσπάσουν από τον αρχικό του στόχο.

Η τελευταία ιστορία ξεκινάει πολλά υποσχόμενη και με ένα όμορφο τέλος γεμάτο σοφία, αλλά στη μέση μοιάζει να κάνει «κοιλιά». Θεωρώ δηλαδή ότι με το να υπερβαίνει το σχήμα των τριών -ας μας επιτραπεί να εκφραζόμαστε με όρους παραμυθιού- και να επαναλαμβάνει το μοτίβο του ταξιδιού γύρω στις 7 φορές, κάπου μπερδεύει τους αναγνώστες, και ειδικά τους μικρούς: πίσω και πιο πίσω και μετά μπρος και μπρος και μπρος… Σίγουρα πάντως περνάει αρκετά χρήσιμα μηνύματα, όπως το ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών του προτού δράσει, ή το ότι οφείλουμε να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Επίσης, το τελικό δίδαγμα, πως όταν ενεργούμε με ελπίδα και αγάπη καταφέρνουμε πολλά περισσότερα απ’ ό,τι αν απλώς γκρινιάζουμε ευχόμενοι όλα να ήταν διαφορετικά, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Περιέργεια, Δραστηριοποίηση

Απόσπασμα 
- Μην τεμπελιάζεις! Απόπαιρνε τον Εργοκλή ο πατέρας του, σαν τύχαινε να τον ιδεί πρωί πρωί να μιλάει στα δέντρα και στα λουλούδια· όταν τον έβλεπε τ’ απομεσήμερο να παίζει και να κουβεντιάζει με τα ζωντανά· σαν τον πετύχαινε το βράδυ να κοιτάζει τ’ άστρα, θαρρείς και πάλευε να βρει τρόπο να τα μετρήσει.

Γιατί όλα αυτά τα ‘χε συνήθειο ο Εργοκλής. κι ας μην έβρισκε άκρη με τ’ άστρα, κι ας μην καταλάβαινε τι έλεγαν τα ζωντανά, κι ας μην του απαντούσαν τα δέντρα και τα λουλούδια.

- Μην τεμπελιάζεις! του φώναζε ο πατέρας του. Μεγάλωσες πια κι ο καιρός περνάει. Μάθε γράμματα, μάθε μια τέχνη να γλιτώσεις από τη φτώχεια, να ξεφύγεις από το γίγαντα, μη σε σκλαβώσει σαν και του λόγου μου. Γιατί, άμα μείνεις φτωχός, θα ‘σαι αδύναμος σαν και μένα. Και τότε θα ‘ρθει μια μέρα το θεριό να σε πιάσει. Σκλάβο του θα σε κάνει, θα σε βάλει στη δούλεψή του κι από τα νύχια του δε θα μπορείς να γλιτώσεις. –και να το ξέρεις.

- Από τα νύχια του δε θα μπορώ να γλιτώσω, το ξέρω, μουρμούριζε ο Εργοκλής, σαν άκουγε του πατέρα του τις ορμήνιες.
Κι ύστερα ρώταγε φοβισμένα:
- Είναι πολύ μεγάλος, πατέρα, ο γίγαντας; Έχει μεγάλο κορμί;
- Και μεγάλο κορμί έχει και δύναμη πολλή έχει, πρόσωπο δεν έχει μονάχα, του αποκρινόταν.

Λαχτάριζε ακόμα πιο πολύ ο Εργοκλής με τούτα τα παράξενα που άκουγε, πιότερο γιατί δεν καταλάβαινε: Πώς και γινότανε δηλαδή να μην έχει πρόσωπο το θεριό; Και γιατί τάχα να λέει ο πατέρας του πως ήταν του λόγου του αδύναμος, αφού και το κορμί και τα μπράτσα του ήταν γερά και δουλειά στο χωριό τους δεν ήταν που να μην μπορεί να την καταφέρει; Κι ύστερα, πώς και γινότανε να ‘ναι ο πατέρας του σκλάβος του γίγαντα και το γίγαντα ο Εργοκλής να μην τον έχει ανταμώσει ποτέ; Για να το λέει όμως εκείνος έτσι θα ήταν. Και σίγουρα ο Εργοκλής καλά θα έκανε το γίγαντα να τον φοβάται.

Τον φοβόταν λοιπόν κι αυτός, τον φοβόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου, σαν πέρασε λίγος καιρός, θαρρούσε πως το πρωί, πίσω απ’ του βουνού την κορφή, ξεμύτιζε του γίγαντα το κεφάλι. Τ’ απομεσήμερο θαρρούσε πως άκουγε τα βήματα του θεριού να σιμώνουν. Και το βράδυ θαρρούσε πως ξεχώριζε στον ουρανό μια μαυριδερή σκιά να πλαταίνει. Παράτησε, λοιπόν, τ’ άστρα και τα μετρήματα, σταμάτησε τις κουβέντες με τα ζωντανά, λησμόνησε τα δέντρα και τα λουλούδια, πήρε βιβλία, μολύβια και χαρτιά κι έτρεξε με τ’ άλλα παιδιά στο σχολειό, για να μάθει γράμματα.

Γραφτό του ήταν, ωστόσο, του Εργοκλή γράμματα πολλά να μη μάθει.

- Χάνει την ώρα του ο γιος σου με το σχολειό και το δάσκαλο, είπε μια μέρα στον πατέρα του ένας τρανός πραματευτής που ‘χε φτάσει στο χωριό με τη φανταχτερή του πραμάτεια. Τα πολλά γράμματα τι να τα κάνει; Πλούσιος γίνεται και με τα λίγα που ξέρει. Δώσ’ μου τον για παραγιό κι αν μάθει τη δουλειά καλά και καταπώς πρέπει, σαν μεγαλώσει, θα ‘χει βιος πιότερο απ’ το δικό μου.

Ο πατέρας του Εργοκλή δεν ήθελε να τον δώσει. Τον πονούσε το γιο του, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Έβαλε ύστερα και τα κλάματα η γυναίκα του, σαν άκουσε πως θα ‘φευγε το παιδί του, κι ο πραματευτής έτοιμος ήταν να ξεκινήσει μονάχος. Όμως ο Εργοκλής, που πες πες για το γίγαντα φοβότανε τώρα πιότερο το θεριό απ’ ό,τι αγαπούσε τα γονικά του, ήθελε σώνει και καλά να φύγει από το χωριό. Αν πήγαινε μακριά, σκέφτηκε, πού ξέρεις; Μπορεί να τον έχανε ο γίγαντας, να μπερδευόταν και να μην μπορούσε ποτέ να τον βρει.

- Αν θέλεις να μη με σκλαβώσει και μένα ο γίγαντας, άσε με, πατέρα, κι ας πάω, του είπε. Προκοπή στο χωριό δε θα δω. Φτωχός θα μείνω, αδύναμος θα ‘μαι και το θεριό θα με πιάσει – δε θα γλιτώσω.

Ο πατέρας του το σκέφτηκε από δω, το ξανασκέφτηκε από κει και τέλος είπε το ναι, κι ας μην το ‘θελε, ας έκλαιγε κι η γυναίκα του. Έδωσε την ευχή του στον Εργοκλή με σφιγμένη καρδιά – θες για να μην του χαλάσει χατίρι, θες για να μη σταθεί εμπόδιο στην προκοπή του παιδιού, θες γιατί καταλάβαινε πως ζύγωνε η ώρα που θα ερχότανε το θεριό, την αλήθεια ποιος να την ξέρει;

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Εργοκλής, με το καινούριο αφεντικό να δουλέψει παραγιός, να μάθει του πραματευτή τη δουλειά, να γίνει πλούσιος και δυνατός, να μην μπορεί μηδέ γίγαντας μηδέ κανένας και τίποτα σε τούτο τον κόσμο να τον σκλαβώσει.

Δεν ήταν όμως κι εύκολη η δουλειά που του ‘λαχε να κάνει. Στιγμή δε στεκόταν, λεπτό δεν του περίσσευε ν’ αναπαυτεί. Χωριό και κεφαλοχώρι δεν άφηναν με τον πραματευτή που να μη σταματήσουν, να μην ξεφορτώσουν, να μην απλώσουνε την πραμάτεια τους και να μην αρχίσουν το πούλημα. Και μόλις τέλειωναν τα καλά που κουβαλούσαν μαζί τους πήγαιναν στη μεγάλη πόλη με τη μεγάλη αγορά και γέμιζαν τη μεγάλη καρότσα τ’ αφεντικού μ’ άλλα καινούρια. Τάιζαν ύστερα καλά τ’ άλογό τους, έπινε τ’ αφεντικό κρασί μπόλικο, καλότρωγε κι ο Εργοκλής κι άρχιζαν πάλι να τριγυρνάνε σε χωριά και κεφαλοχώρια.

- Κουράστηκα, έλεγε ο παραγιός κάθε τόσο, σαν πλήθαιναν οι δουλειές, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα.

Όμως τ’ αφεντικό δεν τον λυπόταν καθόλου.
- Η δουλειά έχει κούραση, του αποκρινόταν. Αν δε δουλέψεις, προκοπή δε θα δεις.

Όσο κι αν δούλευε όμως ο Εργοκλής, την προκοπή δεν την έβλεπε. Πέρασε ένας ολάκερος χρόνος, πέρασε δεύτερος, πέρασε τρίτος, πέρασαν κι άλλοι πολλοί, μα φτωχός ήταν και φτωχός έμενε. Παραγιός ήταν και παραγιός έμενε. Να τρέχει να βοηθάει τ’ αφεντικό, να φορτώνει και να ξεφορτώνει την πραμάτεια στη μεγάλη καρότσα, να φροντίζει το άλογο, κι όλο ν’ αλλάζει τόπο, κι όλο να γυρίζει από χωριό σε κεφαλοχώρι, κι όλο τα ίδια, κι όλο τα ίδια, και τίποτα μα τίποτα να μην αλλάζει, κι ούτε μια νύχτα να μην πέφτει στο στρώμα που να μην είναι ξεθεωμένος από την κούραση και κακιωμένος με τη μαύρη του μοίρα.

Share/Bookmark

1 σχόλιο:

Anastazzzia είπε...

Πολύ όμορφη η ιδέα σου! Μπράβο!

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...