Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Το Βροχοπούλι

Υπόθεση
Ο δωδεκάχρονος Αποστόλης ζει στο ορεινό χωριό ενός νησιού και λατρεύει τη θάλασσα. Η ισχυρή φιλία που αναπτύσσει με έναν γλάρο, το Βροχοπούλι όπως το βαφτίζει, θα γίνει αφορμή να αναστατωθεί η τοπική κοινωνία. Θα επικρατήσει τελικά η κοινή λογική ή η άποψη του κοινοτάρχη που θέλει να διώξει το πουλί για να μην του κουτσουλάει την προτομή που πρόσφατα έστησε στην πλατεία του χωριού;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Παπαδόπουλος
Συγγραφέας: Χρήστος Δεσύλλας 
Εικονογράφηση: Εύα Καραντινού
ISBN: 960-412-3846-Χ
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 78
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Δ’

Κριτική
Μικρό διήγημα σε τρίτο πρόσωπο, με γραφή απλή, γραμμική πλοκή και έμμεσο διδακτισμό που παραπέμπει σε περασμένες δεκαετίες. Στα αδύναμα σημεία του έργου και η έκφραση, που κινείται σε επίπεδα απλοϊκότητας, αλλά και κάποια "επιχειρήματα" που δικαιολογούν τις πράξεις του ήρωα, τα οποία φλερτάρουν με την αφέλεια. Η εικονογράφηση είναι δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτη, αφού σε όλο το βιβλίο συναντάμε μόλις 3 ολοσέλιδες ζωγραφιές. Το μέγεθος της γραμματοσειράς που έχει επιλεγεί είναι σχετικά μικρό, αλλά το διάστιχο μάλλον επαρκές ώστε η ανάγνωση να γίνεται χωρίς τα μάτια να κουράζονται πολύ. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάποια κεφάλαια φτάνουν μέχρι και τις 17 σελίδες, δεν βοηθάει ιδιαίτερα τους μικρούς αναγνώστες.

Το βιβλίο μοιάζει καταλληλότερο για παιδιά της Δ’ τάξης, καθώς τα μικρότερα παιδιά ίσως δυσκολευτούν, ενώ τα μεγαλύτερα υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να βαρεθούν. Περισσότερο θα μπορούσαμε να το προτείνουμε σε αγόρια που συμπαθούν ιδιαίτερα τα ζώα.

Οι προθέσεις του συγγραφέα κατά πάσα πιθανότητα είναι αγνές, αφού προσπαθεί με το έργο του να μεταδώσει ένα μήνυμα αγάπης και συμφιλίωσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο τρόπος ωστόσο που το κάνει, όπως και οι συμβάσεις που χρησιμοποιεί για να πείσει τους αναγνώστες, μου δημιούργησαν προσωπικά αρκετές ενστάσεις.

Καταρχάς, η περιβαλλοντική προσέγγιση που υιοθετεί, αφορά την παλιά, γνωστή και ξεπερασμένη «ανθρωποκεντρική» οικολογία· αυτήν που το πρωί της Κυριακής μας ζητάει να αγαπήσουμε ένα γλάρο επειδή καταλαβαίνει τι του λέμε και κάθεται να τον χαϊδέψουμε, και το μεσημέρι της ίδιας μέρας μας σερβίρει να φάμε κόκορα κρασάτο. Λες και ο γλάρος δεν θα άξιζε τον σεβασμό μας αν δεν χώνευε τους ανθρώπους, ή λες και ο κόκορας δεν αξίζει να ζει, επειδή κάνει καλύτερη σούπα από τον γλάρο.

Κατά δεύτερον, το διήγημα αναπαράγει τέτοια στερεότυπα, που, πασπαλισμένα με διδακτισμό και σερβιρισμένα με απλοϊκότητα, μας δυσκολεύουν να πιστέψουμε ότι διαβάζουμε όντως κείμενο του 21ου αιώνα: Ο πατέρας φέρνει το φαγητό στο σπίτι, η μητέρα καθαρίζει τα ψάρια με ευκολία γιατί έτσι έχει συνηθίσει, τα ψάρια είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν ω3 και φώσφορο. Έτσι απλά και όμορφα. Η αυθεντία ξαναζεί όταν ο γηραιότερος του καφενείου αποφασίζει να μιλήσει, καθώς όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, τόσο σοφά λόγια δεν είχαν ξανακούσει… (σ.61), ενώ ρίγη εθνικής υπερηφάνειας κατακλύζουν τον μικρό πρωταγωνιστή όταν ακούει τον πανηγυρικό του γυμνασιάρχη… Στοιχεία που αν τα συναντούσαμε σε κείμενο της Π. Δέλτα δεν θα μας ξένιζαν καθόλου, εκατό χρόνια μετά φαντάζουν λίγο εκτός κλίματος. Τα παιδιά βέβαια δεν αποκλείεται να διασκεδάσουν, διαβάζοντας την εμβόλιμη ιστορία ενός ηρωικού κομάντο [που μεταμφιεσμένος σε καλόγερο ανατινάζει μια γερμανική κεραία και «ξαπλώνει» κάμποσους αγουροξυπνημένους ναζί, πριν τον φάει μπαμπέσικα σαν την υπολοχαγό Νατάσσα – ή μάλλον τον Ορέστη της – ο τελευταίος ετοιμοθάνατος γερμανός], αλλά στις μέρες μας συνιστώνται λιγότερο αιμοβόρικες και πολεμοχαρείς προσεγγίσεις για τα παιδιά.

Τη χαριστική βολή έρχονται να δώσουν οι συμβάσεις, η απολυτότητα και οι αφορισμοί. Ο μικρός αναγνώστης θα διδαχθεί ότι οι άνθρωποι είναι καθάρματα, άσπλαχνοι και μαύρες ψυχές και ότι μόνο τα μικρά παιδιά που είναι αγνά μπορούν να δώσουν λύση στα μεγάλα προβλήματα. Θα μάθει ότι το άγρυπνο μάτι του Θεού τα παρακολουθεί όλα, και πως η τιμωρία χτυπάει τους κακούς για τις πράξεις που κάνουν, ειδικά στα κρυφά. Αν ωστόσο η τιμωρία δεν έρθει από τον ίδιο το Θεό, τότε υπάρχει πάντοτε και η αυτοδικία, η οποία επιτρέπει σε όμορφα και ευγενικά πουλιά όπως οι γλάροι, να δώσουν «ένα μάθημα» στον κακό (στην περίπτωσή μας κοινοτάρχη), ακόμα και αν αυτό σημαίνει να του καταστρέψουν το σπίτι. Όντως σας θυμίζει ξανά κινηματογράφο, αυτή τη φορά κάτι από Χίτσκοκ.

Για να μην αφήσουμε παραπονεμένο τον μοντέρνο αμερικανικό κινηματογράφο, προσθέτουμε και μια πινελιά από Dr. Doolittle. Το δίδυμο των πρωταγωνιστών συμπληρώνει, εκτός από τον μικρό Αποστόλη, ένας γλάρος αλλιώτικος από τους άλλους. Το πουλί αυτό, όχι μόνο καταλαβαίνει αυτά που ακούει από τα κοινοτικά μεγάφωνα ή εκείνα που του λέει το παιδί, αλλά ξέρει να διαβάζει και τα όσα γράφουν οι ταμπέλες. Επιπλέον διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, αφού κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη αυτούς που το ταΐζουν και με απειλητικό ύφος εκείνους που τον εκνευρίζουν. Τέλος να προσθέσουμε ότι τα «κρω-κρω» με τα οποία εκφράζεται, διαφέρουν σε χροιά, ανάλογα με αυτό που θέλει να πει. Στα θετικά να αναφέρουμε ότι είναι ένας θεοσεβούμενος γλάρος, οπότε όταν ο μικρός του εκμυστηρεύεται ότι κάνει σκασιαρχείο από την εκκλησία για να τον συναντήσει, το πτηνό τον οδηγεί χωρίς δεύτερη κουβέντα πίσω στο ναό.

Αν με τα παραπάνω σχόλια, το βιβλίο έχει αρχίσει να σας θυμίζει ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου (όχι του καλού, εκείνου της επταετίας) διαβάστε το απόσπασμα, ώστε να κρίνετε και μόνοι σας.

Οι συμβάσεις βέβαια δεν τελειώνουν εδώ, αλλά θα καταντούσε κουραστικό να τις παραθέσουμε μία προς μία. Ας έχει ωστόσο υπόψη του ο αναγνώστης, ότι περίεργα πράγματα δεν σταματούν να συμβαίνουν οποτεδήποτε αυτό εξυπηρετεί τη ροή του διηγήματος. Ας μου επιτραπεί ένα τελευταίο χαριτωμένο: ο εγγονός φτάνει δώδεκα χρονών για να ακούσει για πρώτη φορά την αγαπημένη ιστορία του παππού του…

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε ενδεικτικά σε κάποια προβλήματα διατύπωσης, που πιθανόν να οφείλονται σε ελλιπή έλεγχο των επιμελητών του κειμένου. Καθώς παρόμοια λάθη τα διορθώνουμε στους μαθητές, θεωρούμε πως οφείλουμε να τα επισημαίνουμε και όταν τα συναντάμε σε κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και μάλιστα έχουν φτάσει ως τις σχολικές βιβλιοθήκες. Έτσι, φράσεις όπως: ένα πρωινό, έκπληκτοι οι χωριανοί, άκουσαν την παρακάτω ανακοίνωση πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας. (σ.47) ή η αντίδραση του Αποστόλη ήταν μεγάλη. (σ.49) κ.ά. θεωρούμε πως θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν ορθότερα..

Για τους οπαδούς της θετικής σκέψης, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα χρήσιμα μηνύματα στο βιβλίο όπως το η ισχύς εν τη ενώσει (ή καλύτερα γλάροι ενωμένοι ποτέ νικημένοι), και διδαχές όπως το οι πολιτικοί ξαναψηφίζονται επειδή οι άνθρωποι ξεχνούν γρήγορα. Επίσης, πληροφορίες που σπάνια συναντάμε σε βιβλία για παιδιά, όπως για  παράδειγμα η έμμεση αναφορά στο θέμα των προσοδοκυνηγών και των ομάδων πίεσης: όταν όλο το χωριό κατακρίνει τη νέα (αντιπουλιτευτική;) πολιτική του κοινοτάρχη, η κυρα Λεμονιά η καθαρίστρια συνεχίζει να τον στηρίζει, καθώς έτσι γλιτώνει το καθάρισμα της πλατείας από τις κουτσουλιές.

Αξίες - Θέματα
Φιλία, Περιβάλλον

Απόσπασμα 
Το μεσημέρι ήλθε και ο πατέρας του απ’ τα χωράφια, κρατώντας στα χέρια δυο σακούλες με φρέσκα ψάρια. Του τα είχε φυλάξει ο καπετάν Αργύρης από την τράτα του, κάτοικος του παραπέρα χωριού.

Μετά το φαγητό, η μητέρα του βάλθηκε να τα καθαρίσει στο νεροχύτη της κουζίνας. ήταν μια εύκολη δουλειά για κείνη, αφού τα ψάρια σπάνια έλειπαν απ’ το τραπέζι. Γνώριζαν πόσο υγιεινά είναι, πλούσια σε πρωτεΐνες, με λίπος που δε βλάπτει τον οργανισμό και φώσφορο.

Ο Αποστόλης την παρακολουθούσε υπομονετικά, κάνοντας τη σκέψη ότι θα έπρεπε να πάρει στα κρυφά μερικά, για να ταΐσει την επομένη το φίλο του. Έτσι κι έγινε. Τα ψάρια ξελεπιάστηκαν, αφαιρέθηκαν τα σπάραχνα απ’ τα κεφάλι, πετάχτηκαν οι κοιλιές, ξεπλύθηκαν και μπήκαν στο ψυγείο.

Στην πρώτη ευκαιρία που βρήκε, όταν η μητέρα του έπιασε την κουβέντα με τη γειτόνισσα, έβαλε μέσα σε μια πλαστική σακούλα μερικά και τα έκρυψε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Το ίδιο βράδυ έμεινε πολλές ώρες ξάγρυπνος στριφογυρνώντας στο κρεβάτι του. Απ’ το μυαλό του δεν έφυγε ούτε στιγμή ο γλάρος. Η μια σκέψη του έφερνε την άλλη και είχε μεγάλη αγωνία αν θα έβρισκε το πρωί το φίλο του στην πλατεία.

Βέβαια, δε θα στενοχωριόταν αν δεν ήταν συνεπής στο ραντεβού του. Εάν όμως ήταν; Αυτό θα σήμαινε πως τα πουλιά καταλαβαίνουν τους ανθρώπους.

Από τα βιβλία που είχε διαβάσει γνώριζε ότι αυτό συμβαίνει με τα πανέμορφα δελφίνια. Γιατί όχι και με τους γλάρους; Δεν είχε λοιπόν παρά να περιμένει μέχρι το πρωί, οπότε και θα είχε μιαν απάντηση στο ερώτημά του.

Το δωμάτιό του φωτιζόταν από τις αστραπές, που δε σταμάτησαν, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τον πήρε το ύπνος με τη σκέψη ότι το Βροχοπούλι μέσα στην κακοκαιρία θα είχε βρει μια ζεστή γωνιά για να κοιμηθεί.

Το πρωί που ξύπνησε άκουσε τη βροχή που συνεχιζόταν αδιάκοπη και χτυπούσε στα κεραμίδια αλλά και στα παράθυρα του δωματίου του. Ανησύχησε. Ήταν βέβαιος πως η μητέρα του δε θα του επέτρεπε να βγει έξω με τέτοιον καιρό. Θυμήθηκε ότι την προηγουμένη την είχε καλέσει να πάνε μαζί στην πλατεία, μα τώρα που το ξανασκεφτόταν κατάλαβε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος. Γιατί πώς θα έπαιρνε τα ψάρια μαζί του που κρυφά είχε βγάλει απ’ το ψυγείο; Όχι, δεν έπρεπε να πάνε μαζί. Και σιγά την όρεξη που είχε η μητέρα του να τρέχει μες στην πλατεία για να δει ένα γλάρο ενώ είχε τόσες δουλειές να κάνει…

Αυτές τις σκέψεις έπλαθε στο μυαλό του για να παρηγορηθεί, μέχρι τη στιγμή που η φωνή της ακούστηκε σε όλο το σπίτι:
«Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Μουχλιάσαμε οι άνθρωποι από τη βροχή. Τι είναι τούτο πάλι φέτος; Δε θα σταματήσει και καμιά φορά;»

Μετά μπήκε σαν σίφουνας στο δωμάτιό του, φανερά εκνευρισμένη.

«Είναι ώρα ν’ αφήσεις το πάπλωμα και να πας στην εκκλησία».

Τι χαρά! Δεν το είχε σκεφτεί πως ήταν Κυριακή. Με ήλιο ή με βροχή, αυτός έπρεπε να πάει στην εκκλησία, έτσι απαιτούσε η μητέρα του, κι ας μην πήγαινε εκείνη, προφασιζόμενη πως είχε να κάνει του κόσμου τις δουλειές, ακόμη και τις Κυριακές.  Χώρια το φαγητό! Έπρεπε να μαγειρέψει τη μακαρονάδα με τον κοκκινιστό κόκορα, που έτρεχαν τα σάλια του κάθε φορά που τον έτρωγε. Ήταν το αγαπημένο γεύμα της οικογένειας, ιδιαίτερα του παππού, ο οποίος επέμενε τα μακαρόνια να είναι χοντρά, αν και οι υπόλοιποι προτιμούσαν τα ψιλότερα, τελικά όμως είχε υπερισχύσει η γνώμη του.

Με πολύ κέφι αλλά και αγωνία ντύθηκε ζεστά και ξεπόρτισε, κρατώντας και την ομπρέλα στο χέρι.

Πέρασε πρώτα από την αυλή κι έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα. Εκεί δίπλα παραμόνευαν και δύο γάτες, οι οποίες, παρά τη βροχή, δεν έφευγαν, επειδή τους μύριζαν τα ψάρια, μόνο που ήταν αδύνατο να τα βγάλουν, αφού ήταν πολύ καλά φυλαγμένα για δύο λόγους:πρώτον για να μην τα βρει κανείς και δεύτερον για να μην τα φάνε οι γάτες.

Ο Αποστόλης γνώριζε πόσο οι γάτες αποφεύγουν το νερό πάνω στη γούνα τους, είναι κάτι που δεν τους αρέσει καθόλου. Η μητέρα του, για να τις διώχνει από την αυλή, τους έριχνε έναν κουβά νερό κι εκείνες εξαφανίζονταν. Για να στέκουν όμως μες στη βροχή, θα πεινούσαν πολύ οι καημένες.

Έβγαλε τα ψάρια από την κρυψώνα και, φωνάζοντάς τους ψι ψι ψι, βγήκε από την αυλή ακολουθούμενος απ’ τα γατιά μέχρι το σοκάκι. Άνοιξε την πλαστική σακούλα και τους έριξε κάτω δυο, που τα έβαλαν στο στόμα τους κι έτρεξαν κάτω από το μπαλκόνι της Κατίνας, για να τ’ απολαύσουν με την ησυχία τους.

Ο Αποστόλης ξεκίνησε όχι για την εκκλησία, αλλά για την πλατεία. ήταν η πρώτη φορά που είπε ψέματα στη μητέρα του. Κι αν το μάθαινε; Ε, θα της έλεγε πως ήταν με το Βροχοπούλι, μα σαν δε τον έβρισκε εκεί, τότε θα πήγαινε οπωσδήποτε στη λειτουργία.

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...