Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Η κούκλα που ήθελε ν` αποκτήσει ένα μωρό

Υπόθεση
Η ιστορία ενός μαραγκού που η αγαπημένη του κούκλα του ζητάει να της φτιάξει ένα μωρό. Μόλις πραγματοποιείται η ευχή της, η νέα κούκλα - κόρη ζητάει και εκείνη ένα δικό της μωρό. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται, μέχρι που ο μάστορας φτάνει να κατασκευάσει ένα ολόκληρο σετ από ματριόσκες, κούκλες δηλαδή που μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ντιμίτερ Ινκιόφ (Димитър Янакиев Инкьов)
Μετάφραση: Ρένα Καρθαίου
Εικονογράφηση: Τράουντι και Βάλτερ Ράινερ, Καίτη Ντόγκα
Χειρόγραφο κείμενο: Ωρίωνας Αρκομάνης
ISBN: 978-960-16-0743-6
Τίτλος πρωτοτύπου: Die Puppe die ein baby haben wollte
Έτος 1ης Έκδοσης: 1974 (στα ελληνικά 1983)
Σελίδες: 69
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’

Κριτική
Ένα χαριτωμένο παραμυθάκι, που απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού. Γραμμένο με απλό και κατανοητό τρόπο, στολισμένο με έγχρωμες ζωγραφιές σε κάθε σελίδα και με αρκετά περιορισμένη έκταση, ώστε να μην κουράζει τους μικρούς αναγνώστες. Ο τρόπος γραφής ακολουθεί το πρότυπο του παραμυθιού και έτσι δεν μοιάζει ξεπερασμένος, παρά τις τέσσερις δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει από τη συγγραφή του βιβλίου. Δεν μπορούμε δυστυχώς να πούμε το ίδιο και για την εσωτερική εικονογράφηση, στην οποία κυριαρχούν το πράσινο, το κόκκινο και το καφέ και η οποία κατά ένα τρόπο μοιάζει βγαλμένη από παλιό αναγνωστικό.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η επιλογή του εκδότη να αποδώσει το κείμενο με χειρόγραφη γραφή. Και αυτό επειδή θεωρώ ότι οι μαθητές της Α’ τάξης ενδέχεται να μπερδευτούν από τον τρόπο που αποδίδεται το πεζό γράμμα «τ», ιδιαίτερα αν η συγκεκριμένη ιστορία αποτελέσει ένα από τα πρώτα τους αναγνώσματα. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι κακό τα παιδιά να συνηθίζουν να διαβάζουν και λίγο διαφορετικά στυλ γραφής ή κείμενα γραμμένα στο χέρι.
Το πρώτο σετ από κούκλες ματριόσκα που κατασκευάστηκε
Αν προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το μικρό αυτό παραμύθι φιλοσοφικά, θα δούμε να αναπαράγεται στο πρόσωπο του γερο-μαραγκού το κλασικό σχήμα του γενειοφόρου πατέρα – δημιουργού του κόσμου. Μέσα από την οπτική αυτή, ο μάστορας αναδεικνύεται σε παντοδύναμο Master, που ορίζει το ποιος θα γεννηθεί, πότε, αλλά και με ποια μορφή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον κουκλόκοσμο. Αν μάλιστα θυμηθούμε την έκτη ημέρα της Δημιουργίας, στην οποία ο Θεός δίνει ζωή στο τελειότερο δημιούργημά του, τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν άνθρωπο, δεν είναι δύσκολο να κάνουμε τον παραλληλισμό: Ο τεχνίτης επιλέγει το καλύτερο υλικό του, το τελειότερο ξύλο που βρήκε στο δάσος, για να κατασκευάσει την ομορφότερη κούκλα του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ανθρώπινο ομοίωμα που ονόμασε «μάνα», μια μέρα αποκτά ζωή και αρχίζει να μιλάει…

Για την ιστορία, οι κούκλες ματριόσκα κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά το 1890 από τον ξυλογλύπτη Βασίλι Πέτροβιτς Ζβιγιοζντότσκιν (Василий Петрович Звёздочкин) σε σχέδιο του Σεργκέι Μαλιούτιν (Сергей Малютин) που επιπλέον τις ζωγράφισε. Παρουσιάστηκαν στην έκθεση των Παρισίων το 1900 όπου κέρδισαν το χάλκινο βραβείο. Λογισμικά, βίντεο και κατασκευές με κούκλες ματριόσκα, μπορείτε να βρείτε στο ιστολόγιο "Πάω ακόμα στο Νηπιαγωγείο".
Το δίδυμο των δημιουργών της κούκλας (αριστερά ο γλύπτης, δεξιά ο σχεδιαστής / ζωγράφος) Πηγή
Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Χιούμορ

Απόσπασμα 
Τον πολύ παλιό καιρό στη Ρωσία ζούσε ένας μάστορας που έφτιαχνε κούκλες από ξύλο. Τις έκανε όλες πολύχρωμες με μεγάλα μάτια και χαρούμενα πρόσωπα. Λίγο κατεργάρες, λίγο χοντρούλες, λίγο αστείες.

Ο κουκλομάστορης κάθε Κυριακή πήγαινε στην εκκλησία. Ύστερα τραβούσε για το δάσος, όπου έψαχνε να βρει ξύλα κατάλληλα για τις κούκλες του.

Έψαχνε για παλιά και σκληρά ξύλα. Ξύλα από τις ρίζες εκατόχρονων δέντρων.

Καμιά φορά όμως έψαχνε ώρες ολόκληρες, χωρίς να κατορθώσει να βρει ούτε ένα ξύλο κατάλληλο.

Μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα όμως ανακάλυψε ένα ξύλο εξαιρετικό. Βαρύ, ξερό και πολύ παλιό. «Μωρέ, μπράβο ξύλο!» σκέφτηκε. «Από αυτό θα φτιάξω την πιο όμορφη κούκλα που έχω φτιάξει ως τα τώρα».

Σήκωσε το ξύλο σα μωρό στην αγκαλιά και το φόρτωσε στο έλκηθρό του. Ύστερα ανέβηκε κι αυτός απάνω και πέρασε τρέχοντας το δάσος το σκεπασμένο με πυκνό χιόνι, ώσπου έφτασε στο σπίτι του.

Από αυτό το ξύλο λοιπόν ο μάστορας έφτιαξε μια πολύ πολύ όμορφη κούκλα. Ήταν τόσο όμορφη, που δεν του έκανε καρδιά να την πουλήσει. Την έβαλε πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι του και κάθε μέρα τη ρωτούσε:

- Ε, καλή μου Μάνουσκα, τι κάνεις; Είσαι καλά;

Την έβγαλε Μάνουσκα, γιατί αυτό το όνομα του θύμιζε λίγο τη λέξη «μάνα».

Τα παιδιά του χωριού που πήρανε χαμπάρι την κούκλα, μαζεύονταν έξω από το παράθυρό του, κολλούσαν τα προσωπάκια τους στο τζάμι και με πλακουτσωμένες τις μύτες κοίταζαν μέσα. Θαύμαζαν την όμορφη κούκλα.

Ο μάστορας, καθώς εργαζόταν στο εργαστήρι του, έβλεπε τα παιδιά και γελούσε. Παρατηρούσε τα γεμάτα περιέργεια πρόσωπά τους και τέτοια πρόσωπα ζωγράφιζε στις κούκλες του.

Στο τέλος οι κούκλες μοιάζαν με τα παιδιά του χωριού και τα παιδιά του χωριού μοιάζαν με τις κούκλες.

Και οι μέρες περνούσαν, ίδια η μία με την άλλη.

Share/Bookmark

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Ο μικρός Ντουπ

Υπόθεση
Ένα μικροκαμωμένο μυρμήγκι νιώθει από την πρώτη στιγμή που γεννιέται ότι ολόκληρη η φωλιά του το περιγελά για την απροσεξία του. Έτσι περιθωριοποιείται βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Την ώρα όμως που όλα μοιάζουν τόσο μαύρα, από το τέλμα θα τον βγάλει ένα φιλικό χέρι που θα τον οδηγήσει σε ένα στάδιο. Μπορεί ο αθλητισμός να αλλάξει τη ζωή του;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ειρήνη Μάρρα
Εικονογράφηση: Έρση Σπαθοπούλου
ISBN: 960-600-866-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1992
Σελίδες: 34
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α’, Β’, Γ'

Κριτική
Η γραφή του βιβλίου ίσως να μην είναι η απλούστερη δυνατή και σίγουρα τα παιδιά θα χρειαστούν κάποιον δίπλα τους για να τους εξηγεί τις άγνωστες λέξεις, ωστόσο η περιπέτεια του Ντουπ θα λέγαμε ότι είναι αρκετά συμπαθητική και μπορεί να προσελκύσει τους μικρούς αναγνώστες.

Η ιστορία δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, καθώς είναι ιδιαίτερα σύντομη, ενώ τα γράμματα είναι σε μεγάλο μέγεθος  για να μην κουράζουν κατά το διάβασμα. Ταυτόχρονα, έγχρωμες συνοδευτικές εικόνες υπάρχουν σχεδόν σε κάθε σελίδα, ενώ όμορφες ζωγραφιές με σκηνές από την ιστορία καταλαμβάνουν κάμποσα δισέλιδα προσθέτοντας επιπλέον χρώμα στο βιβλίο.   

Το ανάγνωσμα προτείνεται για παιδιά της Α’, Β’ και Γ' τάξης και πιθανόν να φανεί ελκυστικότερο σε αγόρια (και δη μικροκαμωμένα), καθώς θα μπορούν να ταυτιστούν ευκολότερα με τον ήρωα.

Τα μεγαλύτερα παιδιά, αν δεν σταθούν στα χαρούμενα χρώματα της έκδοσης και δώσουν την απαραίτητη προσοχή στο κείμενο, ίσως ανακαλύψουν την πιο σκοτεινή εκδοχή μιας ιστορίας βαθιά κοινωνικής.

Αυτή η χαριτωμένη και καλογραμμένη σύντομη ιστορία, με έναν ιδιαίτερο και οπωσδήποτε περιληπτικό τρόπο, καταφέρνει να αναφερθεί στα θέματα της κοινωνικής απομόνωσης, των ναρκωτικών, αλλά και του αθλητισμού ως παράγοντα ψυχικής ανάτασης και αυτοβελτίωσης.
Όχι και πολύ κατάλληλη θεματολογία για παιδιά Α’ Δημοτικού, θα σκεφτόταν κανείς…

Ωστόσο, τα μηνύματα αυτά εκφράζονται στο έργο καλυμμένα καλά, πίσω από την περιπέτεια του μικρού, ατσούμπαλου μυρμηγκιού, με το οποίο αν το παιδί βρει κοινά σημεία, ίσως διαμορφώσει από νωρίς θετική άποψη για τον κόσμο του αθλητισμού και τις προοπτικές που μπορεί να προσφέρει στους νέους.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αθλητισμός, Ναρκωτικά, Φιλία

Απόσπασμα 
Μόλις βγήκε απ’ τ’ αυγό, έκανε «ντουπ!» κι απλώθηκε στο δάπεδο της φωλιάς.
Ακούστηκαν κάτι γελάκια.

Το νεογέννητο μυρμήγκι δε φαντάστηκε πως ήταν γι’ αυτό. Στερέωσε τα δύο μπροστινά του πόδια, τίναξε τα μεσαία και προσπάθησε να περπατήσει με τα πίσω.

Ντουπ! Ξαναβρέθηκε φαρδύ πλατύ κάτω.
Τα γέλια έγιναν πιο δυνατά.

Το μυρμήγκι άρχισε να υποψιάζεται πως γελούσαν γι’ αυτό. Πήρε τότε φόρα και προσπάθησε για μια ακόμα φορά να στηθεί στα πόδια του.

Ντουπ! Αυτή τη φορά το πέσιμό του ήταν χειρότερο.

- Χιχιχιχι… ξέσπασαν από παντού τα γέλια. Χιχιχι!...

Κι ένας γερο-μέρμηγκας με στριφτά μουστάκια ξεφώνησε μέσα από τα χαχανητά του:
- Μωρέ γι’ αυτόν, μάτια μου, δε χρειάζεται να ψάξουμε να βρούμε όνομα. Το βρήκε μόνος του. «Ντουπ!», το πιο ταιριαστό.

Να πώς, μέσα σε χάχανα και κοροϊδίες, τον βάφτισαν Ντουπ.
Κι επειδή ήταν και μικροκαμωμένος μια σταλιά, του ‘μεινε πια να τον φωνάζουν «ο μικρός Ντουπ».

Μπορεί να φαίνεται αστείο, μα για το μικρό Ντουπ δεν ήταν καθόλου έτσι.
Οι κοροϊδίες και το παρατσούκλι που συνόδεψαν τη γέννησή του τρύπωσαν μέσα στο κεφάλι του, έπιασαν όλο τον τόπο και δεν άφησαν καθόλου χώρο στο μυαλό.

Γι’ αυτό το μικρό μυρμήγκι δυσκολευόταν πολύ να σκεφτεί. Δουλειές που για τα άλλα μυρμήγκια ήταν απλές και εύκολες, για το μικρό Ντουπ φαίνονταν τεράστιες και ακατόρθωτες.

Για να καταλάβετε, δεν κατάφερε να μάθει ποια πόδια κουνάμε πρώτα και ποια δεύτερα.

Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα χρειαζόταν για να φτάσει στη μυρμηγκο-αγελάδα, με αποτέλεσμα να φτάνει πάντα τελευταίος και να μένει νηστικός.

Αν του έδιναν να κουβαλήσει κάτι, δεν ήξερε από πού να το πιάσει, κι όσο προσπαθούσε να φτάσει τους άλλους στις πορείες τόσο σκόνταφτε κι έπεφτε σε κάθε δύο βήματα.

Τα σχόλια στη γειτονιά έδιναν κι έπαιρναν:
- Αυτό το μυρμήγκι είναι ολότελα άχρηστο.
- Άχυρα έχει στο κεφάλι του!
- Σίγουρα θα καταλήξει στο στομάχι κάποιας κότας…

Έτσι, μαζί με τα χάχανα και τα μπουμ, στο κεφάλι του μικρού μυρμηγκιού φώλιασαν και τα άχυρα και ο φόβος της κότας.


Share/Bookmark

Πώς γεννιούνται τα παιδιά;

Υπόθεση
Ο Κωνσταντής είναι περίεργος. Ο Κωνσταντής έχει απορίες. «Πώς γεννιούνται τα παιδιά, κυρία;» ρώτησε μια μέρα τη δασκάλα, όταν πήγαινε ακόμα νηπιαγωγείο. Η απάντησή της, όμως, δεν τον ικανοποίησε.«Πώς γεννιούνται τα παιδιά, μαμά;» ρώτησε το ίδιο βράδυ τη μαμά του, αλλά η απάντησή της και πάλι δεν τον ικανοποίησε. Κάτι του έκρυβαν, αλλά δεν ήξερε τι. Έτσι, ξεκινά με το φίλο του, το Θοδωρή, μια έρευνα για να βρει απάντηση στο καυτό αυτό ερώτημα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού
ISBN: 978-960-16-2627-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες: 55
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’

Κριτική
Μια χαριτωμένη ιστορία για ένα παιδί που θέλει να μάθει πώς γεννήθηκε, αλλά οι συνήθεις απαντήσεις των μεγάλων δεν τον καλύπτουν. 

Με μια μικρή επιφύλαξη για τους μάλλον «προχωρημένους» όρους που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου, θεωρώ ότι αν κανείς θέλει να μιλήσει στα παιδιά του για την αναπαραγωγή και δεν ξέρει πώς, αυτή η ιστορία θα του δώσει μια σημαντική βοήθεια. Πλησιάζοντας το θέμα με την οπτική της παιδικής αθωότητας, καταφέρνει να εξηγήσει από τη μία στους μικρούς αυτά που πρέπει να ξέρουν και από την άλλη στους μεγάλους ότι οι μικροί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν να ήταν χαζοί.

Τα κεφάλαια είναι ιδιαίτερα μικρά όπως και το ίδιο το βιβλίο. Τα γράμματα είναι μεγάλου μεγέθους για να μην κουράζουν, και η εικονογράφηση, παρότι ασπρόμαυρη, είναι παρούσα και ξεκουράζει το βλέμμα των μικρών αναγνωστών. 

Το βιβλίο προτείνεται στις τάξεις Β’και Γ’, παρότι θα πρόσφερε μια καλή εισαγωγή στο ερώτημα της αναπαραγωγής ακόμα και παιδιά της Δ’.

Ο συγγραφέας προσεγγίζει με αρκετό χιούμορ ένα ομολογουμένως δύσκολο θέμα, δημιουργώντας τον χαρακτήρα του Κωνσταντή, ο οποίος δεν πτοείται με τίποτα προκειμένου να βρει την αλήθεια πίσω από τους μύθους και τα μισόλογα: συζητάει με φίλους και συγγενείς, παρακολουθεί ζευγαράκια, σκαρφαλώνει σε καμπαναριά και κυρίως ρωτάει. Ρωτάει ανηλεώς τον οποιονδήποτε πιστεύει ότι ξέρει αυτό που θέλει να μάθει.

Πώς θα μας φαινόταν ένα παιδί που παίρνει παράδειγμα από τον χαρακτήρα του βιβλίου και αρχίζει να αναζητά την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος; Στην καλύτερη περίπτωση θα είχαμε έναν παθιασμένο ερευνητή… την χειρότερη την αφήνω στη φαντασία σας.

Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να τονίσουμε, είναι ότι τις απαντήσεις γύρω από το πώς γεννιούνται τα παιδιά, ο μαθητής δεν θα πρέπει να αφεθεί μόνος του να τις αναζητήσει μέσα από βιβλία, εκπομπές ή σχολικές παρέες. Το παιδί είναι καλό να ενημερωθεί (και μάλιστα από μικρή ηλικία), μέσα από συζητήσεις με τους γονείς του, και θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό έναυσμα για μια τέτοια συζήτηση.

Αξίες - Θέματα
Επιμονή, Αναπαραγωγή

Απόσπασμα 
Η ώρα περνούσε, εμείς ξεπαγιάζαμε, αλλά δε συνέβαινε τίποτα. Ο πελαργός καθόταν μέσα στη φωλιά και δεν το κουνούσε.

«Εγώ λέω να περιμένουμε ως τα μεσάνυχτα» είπε η Μάρθα. «Τότε φέρνουν τα παιδιά οι πελαργοί».

Πράγματι, την ώρα που το ρολόι χτυπούσε δώδεκα φορές, ένας πελαργός φάνηκε από μακριά.

«Κοίτα αν κρατάει κάτι στο ράμφος του» είπα στη Μάρθα.

«Κρατάει!» ψιθύρισε αυτή, τρέμοντας σχεδόν από συγκίνηση.

Της πήρα τα κιάλια για να δω κι εγώ.
Πράγματι, ο πελαργός κρατούσε ένα μωρό!
«Αδύνατο!» είπα, βλέποντας τη θεωρία μου με τα σποράκια να καταρρέει. «Θα πάω να δω!»

«Τι; Θ’ ανέβεις στο καμπαναριό τέτοια ώρα; Δε φοβάσαι;» με ρώτησε φοβισμένη η Μάρθα.

«Θ’ ανέβω να δω το μωρό με τα μάτια μου, αλλιώς θα σκάσω» απάντησα αποφασισμένος.

Σε λίγο σκαρφάλωνα την κάθετη, στενή σκάλα που ήταν καρφωμένη στον τοίχο του καμπαναριού. Ήξερα ότι η Μάρθα με παρακολουθούσε με τα κιάλια και αυτό με ηρεμούσε λίγο, γιατί φοβόμουν μήπως μου επιτεθούν οι πελαργοί και μου βγάλουν κανένα μάτι με το ράμφος τους.

Για καλή μου τύχη, όμως, στη μέση της διαδρομής, τους είδα να σηκώνονται και οι δύο και να πετάνε προς τη λίμνη. Δεν κρατούσαν τίποτα στο στόμα τους. Άρα, το μωρό θα ήταν στη φωλιά.

Προσπάθησα να ακούσω τα κλάματα του μωρού, αλλά τίποτα. Ησυχία.
Γύρισα προς τη μεριά που βρισκόταν το σπίτι μας και είδα το φως του δωματίου ανοιχτό. Αυτό μου έδωσε δύναμη και συνέχισα την ανάβαση ώσπου έφτασα στη φωλιά.

Κοίταξα μέσα διστακτικά, αλλά στην αρχή δεν είδα τίποτα.
Κοίταξα καλύτερα και τότε, στην άλλη άκρη της φωλιάς, ξεχώρισα έναν όγκο.

«Μπλιάξ!» έκανα με αηδία. «Ένας αρουραίος!»
Αυτό που λέγαμε μωρό ήταν ένας τεράστιος, ψόφιος αρουραίος!

Γύρισα το πρόσωπό μου αηδιασμένος και κοίταξα κάτω. Εκεί τα χρειάστηκα. Καλά είχα ανέβει ως εκεί πάνω. Πώς θα κατέβαινα τώρα, που φοβόμουν τα ύψη και μου ερχόταν ζαλάδα όταν κοίταζα κάτω;

Έκανα νόημα στη Μάρθα, που ήμουν σίγουρος ότι με κοιτούσε με τα κιάλια, να έρθει να με βοηθήσει.

«Τι έγινε;» μου φώναξε με αγωνία μόλις έφτασε.

«Το βρήκες το μωρό;»

«Δεν είχε μωρό. Αρουραίος ήταν. Θέλω όμως να με βοηθήσεις να κατέβω. Φοβάμαι!» είπα.

Η Μάρθα φοβήθηκε πιο πολύ από μένα όταν άκουσε ότι φοβάμαι και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Τότε της είπα να πάει να ξυπνήσει τους μεγάλους.

«Θα μας μαλώσουν» μου είπε μυξοκλαίγοντας.

«Εμένα θα μαλώσουν» της απάντησα θαρραλέα. «Εσύ δε φταις σε τίποτα».

Τέλος πάντων, μου πήρε πάνω από μία ώρα για να πατήσω το πόδι μου στη γη, και αυτό έγινε με τη βοήθεια του μπαμπά που ανέβηκε στη σκάλα και με βοηθούσε σε κάθε μου βήμα, της μαμάς, της Φιλίτσας και του Αντρέα, που μου έδιναν θάρρος από κάτω, κι ενός γείτονα που είχε φέρει έναν δυνατό φακό και μας φώτιζε. Η Μάρθα είχε κάτσει σε μια γωνία, είχε κλείσει τα μάτια με τα χέρια της κι έλεγε διαρκώς «μην πέσεις, μην πέσεις, μην πέσεις». Μετά μου είπε ότι μισόβλεπε κιόλας, γιατί ήθελε να ξέρει αν είμαι καλά και δεν έχω πέσει.

«Μπορείς τώρα να μας πεις τι σε έπιασε κι ανέβηκες στο καμπαναριό μέσα στη νύχτα;» με ρώτησε ο μπαμπάς, όταν πια βρισκόμασταν στο σπίτι και μου είχε φύγει η τρομάρα.

«Ανέβηκα να δω αν οι πελαργοί είχαν μωρό στη φωλιά τους» είπα.

«Τι;» έκανε η μαμά που ήταν η μόνη από τους μεγάλους που κατάλαβε αμέσως τι εννοούσα. «Μη μου πεις ότι έχει πάλι σχέση με το πώς γεννιούνται τα παιδιά;» ρώτησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει το γέλιο της.


Share/Bookmark

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Παίξε το ανάποδα

Υπόθεση
Ένας νεαρός αναλαμβάνει να βρει τα ίχνη του πατέρα του, για την εξαφάνιση του οποίου η μητέρα και η γιαγιά του δεν είχαν αποφασίσει μέχρι τότε να του αποκαλύψουν και πολλά. Ο νεαρός, σταχυολογώντας τα διάφορα στοιχεία που του αποκαλύπτονται ένα προς ένα, φτάνει μέχρι την Ιταλία, τόπο καταγωγής του παππού του.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Στέφανος Ρόκος
ISBN: 978-960-16-2205-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 141
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Μια μικρή ιστορία μυστηρίου που θα αρέσει ιδιαίτερα στους φίλους της μουσικής, μια και το κύριο θέμα είναι η εξαφάνιση ενός πατέρα – dj που ο γιος του αναζητεί σε ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού, με το κάθε στοιχείο να οδηγεί στο επόμενο.

Τα κεφάλαια είναι ιδιαίτερα μικρά, κάποια με έκταση μόλις 2 σελίδες, κι έτσι οι αναγνώστες δεν είναι εύκολο να κουραστούν. Το ενδιαφέρον τους κρατούν ζωντανό κατά καιρούς και η σχετική πλοκή, οι διάλογοι και οι γρίφοι. Ωστόσο, η εικονογράφηση είναι ανύπαρκτη, ενώ σε κάποια σημεία η γραφή μοιάζει βιαστική (π.χ. κεφ.25) ή πρόχειρη. Ίσως έτσι να ερμηνεύονται κάποιες αλλαγές στον τρόπο ομιλίας και το ύφος του ήρωα κατά τη διάρκεια του έργου, οι ημιτελείς χαρακτήρες, αλλά και κάποιες ιδιαίτερα περιληπτικές περιγραφές, όπως όταν οι πρωταγωνιστές φτάνουν για πρώτη φορά στην Ιταλία: «Το χωριό ήταν ένα τυπικό χωριουδάκι της Καμπανίας.» (σ. 104)

Θα προτείναμε το βιβλίο σε μεγαλύτερες τάξεις καθώς ο ήρωας είναι έφηβος και οι μαθητές της Ε’ και Στ’ ίσως μπορούν να ταυτιστούν ευκολότερα μαζί του.

Παρότι βραβευμένο από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, προσωπικά βρήκα το μυθιστόρημα μάλλον μέτριο. Το πλέον ελκυστικό του στοιχείο, είναι ίσως ότι καταφέρνει σε κάποιες στιγμές της αφήγησης να μας μεταφέρει στο κλίμα μιας καρτουνίστικης περιπέτειας τύπου Τεν-Τεν: Μυστήριο μέσα στο μυστήριο, γρίφοι που λύνονται μάλλον αβίαστα αλλά οδηγούν σε νέους γρίφους, συμπτώσεις που προχωρούν τον μύθο και ένα τέλος ενδεχομένως ξεφουσκωμένο, βγαλμένο ωστόσο σαν από φιλμ νουάρ!

Ένα χρήσιμο δίδαγμα που θα μπορούσε να εξαχθεί από την ιστορία, είναι ότι η αναζήτηση για κάτι που πραγματικά μας ενδιαφέρει, μπορεί να μας οδηγήσει σε νέα μονοπάτια και να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Όπως και τον ήρωα, που μέσα από την επίμονη προσπάθειά του να πλησιάσει τον πατέρα του, έμαθε να αυτενεργεί, ήρθε σε επαφή με την ιταλική κουλτούρα και γνώρισε ένα σωρό πράγματα γύρω από τη μουσική βιομηχανία.

Ολοκληρώνοντας, να αναφέρουμε ότι μέσα σε όλα αυτά, ο συγγραφέας κάνει σαφή και τη θέση του περί πνευματικών δικαιωμάτων και εκμετάλλευσης των μουσικών από τις δισκογραφικές εταιρίες.

Αξίες - Θέματα
Επιμονή, Μουσική, Νοσταλγία

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Στο δωματιάκι της ταράτσας υπήρχαν τα σημάδια του ραδιοφωνικού σταθμού του μπαμπά. Ήξερα πια και τα αναγνώριζα. Παλιά ούτε που φανταζόμουν σε τι χρησίμευαν όλα αυτά τα καλώδια. Ακόμη και μια κεραία που η γιαγιά την είχε κάνει απλώστρα για ρούχα δε μου είχε κινήσει την παραμικρή υποψία.

Όλα άλλαξαν όμως και μπόρεσα πια να δω με τη φαντασία μου ακόμη και αντικείμενα που δεν υπήρχαν, είτε γιατί τα μάζεψε η αστυνομία είτε γιατί τα πέταξε η γιαγιά. Να ο σταθμός Q.G.P., να κι ο μπαμπάς νεαρός, όπως τον έχω δει σε φωτογραφίες, να παίζει στα πικάπ τις αφιερώσεις των ακροατών του.

«Τηλέφωνο» μου φώναξε η γιαγιά μόλις είχα ανέβει και τοποθετούσα το πικάπ στο τραπέζι.

«Ναι, για την αγγελία;»

«Είμαι καθηγητής ιταλικών»

«Ακούγατε Q.G.P.

«Όχι, άλλα…»

«Ευχαριστώ που πήρατε, όμως δεν είστε αυτό που ψάχνουμε.»

«Γιαγιά, μη μου ξαναδώσεις να μιλήσω αν δεν είσαι σίγουρη ότι έχει όλα τα προσόντα που ζητάω» είπα αυστηρά, λες και απευθυνόμουν στη γραμματέα μου, και ανέβηκα ξανά στο δωματιάκι. «Κι αν πάρει κάποιος που μου κάνει, φέρε το ασύρματο επάνω»φώναξα από τη σκάλα.

«Μάλιστα»απάντησε η γιαγιά ειρωνικά. «Αν κάνω αλλιώς, μπορεί να με απολύσεις! Θα μιλήσω εγώ και θα κρίνω…»

Άκουσα σχεδόν όλα τα δισκάκια προσπαθώντας να μαντέψω το νόημα των τίτλων τους. Μήπως κι έτσι ανακάλυπτα κάτι και για το δισκάκι με όλα τα σύμβολα που έλειπε. Μάταια όμως, δε βρήκα τίποτα.

Έβαλα και το τελευταίο. Στην ετικέτα του φαίνονταν μόνο κάτι ξεθωριασμένες γραμμές.

Ακούμπησα τη βελόνα, που άρχισε να τρέχει στα αυλάκια του.
Δεν ήταν μουσική αυτό που ακούστηκε, αλλά κάτι επιβλητικοί ήχοι.
Ξαφνικά, ένιωσα σαν να υπήρχε κάποιος πίσω μου.
Γύρισα έντρομος.

Η γιαγιά μου έδινε το τηλέφωνο λέγοντας: «Μίλησε με την κυρία. Της είπα να έρθει αύριο. Έχει όσα ζητάς».

«Να αρχίσουμε αύριο κιόλας. Αφού ακούγατε Q.G.P., σίγουρα αγαπάτε τη μουσική και θέλω μέσα στο μάθημα να μεταφράζουμε τραγούδια».
«Βέβαια! Μου αρέσουν τα παλιά ιταλικά τραγούδια. Εσύ πού ξέρεις τον Q.G.P.;»

«Ελάτε αύριο και θα τα πείτε με τη μαμά μου. Γεια σας. Α! Μην κλείσετε. Μήπως ξέρετε τι σημαίνει: Fallo girare alla rovescia?»

«Παίξε το ανάποδα. Πού το γράφει;»

«Στη θήκη ενός παλιού δίσκου βινιλίου. Τώρα το πρόσεξα και σκέφτηκα να σας ρωτήσω».
«Ξέρεις, εννοεί να τον γυρίσεις σε αντίθετη φορά απ’ ό, τι τον γυρίζει το πικάπ».

Το δάχτυλό μου είχε ήδη σταματήσει το δισκάκι κι είχε αρχίσει να το γυρίζει ανάποδα. Έβαλα δύναμη. Μέχρι να βρω τις στροφές που έπρεπε, ακούστηκαν πάλι κάτι περίεργοι ήχοι, σαν ψαλμωδία. Όταν όμως κούνησα το χέρι μου γρηγορότερα, ακούστηκε μουσική, μια παράξενη μουσική. Το δάχτυλό μου δεν το όριζα πια εγώ. Λες και το γύριζε μια δύναμη έξω από μένα. Τότε το πρόσεξα! Στην ετικέτα σχηματιζόταν ένα σύννεφο. Ένα σύννεφο που κουνιόταν. Και μεγάλωνε. Όλο μεγάλωνε. Και με τραβούσε από το δάχτυλο στο κέντρο του. Γύριζε γύρω μου. Με τύλιγε, με ρουφούσε. Δεν είχα κουράγιο να φωνάξω. Ήμουν μαγεμένος. Αφέθηκα στη δίνη της μουσικής και μιας φωνής…


Share/Bookmark

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Ο ΜΦΓ - ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας


Υπόθεση
Η μικρή Σόφη ζει σε ένα αυστηρό ορφανοτροφείο, από το οποίο ένα βράδυ την απαγάγει ένας μεγάλος καλός γίγαντας για να μην τον μαρτυρήσει. Την πηγαίνει στη χώρα του και την φιλοξενεί στο σπίτι του, μια σπηλιά γεμάτη όνειρα κλεισμένα σε γυάλες. Μαζί θα καταστρώσουν ένα ευφάνταστο σχέδιο για να σταματήσουν τις επιδρομές των κακών γιγάντων που κάθε βράδυ έρχονται στον κόσμο μας και τρώνε αθώα παιδιά!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ψυχογιός
Τίτλος πρωτοτύπου: The BFG
Συγγραφέας: Ρόαλντ Νταλ (Roald Dahl)
Εικονογράφηση: Quentin Blake
Μετάφραση: Βούλα Μάστορη
ISBN: 978-960-702-167-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1990 (στα ελληνικά)
Σελίδες: 230
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’, Στ’ 

Κριτική
Ένα από τα κορυφαία έργα ενός μεγάλου δημιουργού, που διαθέτει σε αφθονία το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα αυθεντικά παραμύθια, εκείνα που όσο κανείς μεγαλώνει, διαπιστώνει ότι μένουν αναλλοίωτα στον χρόνο. Μοναδικοί χαρακτήρες και μια ιστορία χωρίς κενά ή συμβάσεις, με πλοκή που κρατάει το ενδιαφέρον του μικρού αναγνώστη αμείωτο και χιουμοριστικούς διαλόγους που τον διασκεδάζουν.

Η διήγηση είναι τόσο καλογραμμένη, που ο αναγνώστης διαβάζοντας συμμετέχει στην περιπέτεια και συμπάσχει με τους ήρωες: κινείται μαζί τους στις σκιές, κρύβεται στους θάμνους και βιάζεται να ολοκληρώσει την αποστολή προτού να είναι πολύ αργά. Έτσι ρουφάει λαίμαργα τις 200 σελίδες του βιβλίου και βρίσκεται στο τέλος ενός παραμυθιού που εύχεται να μην τελείωνε ποτέ. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις σπουδαίες ιστορίες.

Τα κεφάλαια είναι σύντομα σε διάρκεια ώστε να μην κουράζουν και η εικονογράφηση, παρότι ασπρόμαυρη, είναι αρκετά πυκνή και βοηθητική.

Η Βούλα Μάστορη μεταφράζει και ακολουθεί με μαεστρία τον τρελό καλπασμό του συγγραφέα, κρατώντας το κείμενο ζωντανό, πλάθοντας νέες λέξεις και ανακατεύοντας τα λόγια του φιλικού γίγαντα.

Το βιβλίο προτείνεται ανεπιφύλακτα σε παιδιά Δ’, Ε’ και Στ’ τάξης. Τα κορίτσια πιθανότατα θα ταυτιστούν ευκολότερα με την ηρωίδα, αλλά και τα αγόρια θα απολαύσουν την περιπέτεια καθώς είναι γεμάτη παράξενα όντα και δράση.

Ένα υπέροχο δημιούργημα του Νταλ, στο οποίο βγάζει την ψυχή του και αφήνει πάμπολα στοιχεία από την προσωπική του ζωή να ντύσουν τους ήρωες και να τους κάνουν πραγματικούς. Στο αυστηρό ορφανοτροφείο της Σόφης καθρεφτίζει τα δύσκολα σχολικά του χρόνια στο Saint Peters και το Repton, στη γλώσσα του γίγαντα αναθυμάται τη lingua franca των ιθαγενών κατά τη θητεία του στην Αφρική, ενώ σε πολλά σημεία αφήνει να φανερωθεί η νοσταλγία του για την πατρική φιγούρα, τον πρόωρα χαμένο γονιό-προστάτη: Ξαφνικά και απροσδόκητα, ο ΜΦΓ έγειρε μπρος και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. Η Σόφη συγκινήθηκε και παραλίγο να βάλει τα κλάματα. Όταν γύρισε για να τον κοιτάξει, εκείνος ήταν ήδη φευγάτος. Είχε απλά γίνει ένα με το σκοτάδι στον κήπο. (σελ. 163)

Να ενημερώσουμε όσους αγαπήσουν το βιβλίο, ότι το 2016 έρχεται κινηματογραφική μεταφορά του με την 10χρονη Ruby Barnhill στον ρόλο της Σοφίας.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Ανθρωπισμός, Υπευθυνότητα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 1
- Είναι εσύ έτοιμη να ξεκινήσει; ρώτησε ο ΜΦΓ.
- Είμαι έτοιμη! Φώναξε η Σόφη κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στη σκέψη του τι επρόκειτο να κάνουν. Ήταν πραγματικά ένα άγριο και τρελό πράγμα. Ίσως να τους έριχναν και στη φυλακή.

Ο ΜΦΓ έβαλε τη μεγάλη του μαύρη κάπα.
Στρίμωξε τη γυάλα μέσα σε μια τσέπη της κάπας του. Σήκωσε  τη μακριά σαν τρομπέτα ονειροφυσήχτρα. Έπειτα γύρισε και κοίταξε τη Σόφη που ήταν ακόμα πάνω στο τραπέζι.

- Το ονειρομπούκαλο είναι μες στην τσέπη μου, είπε. Θα καθίσει εσύ μαζί του μέσα κει στο ταξίδι;
- Ποτέ! Κραύγασε η Σόφη. Αρνούμαι να καθίσω δίπλα σ’αυτό το κτηνώδες πράγμα!
- Τότε πού θα καθίσει εσύ; τη ρώτησε ο ΜΦΓ.
- Η Σόφη τον κοίταξε για λίγο από πάνω ως κάτω.

Έπειτα είπε:
- Εάν είχες την καλοσύνη να στρίψεις ένα από τα ωραία μεγάλα αφτιά σου έτσι που να είναι ίσιο σαν πιάτο, θα γινόταν μια πολύ άνετη θέση να καθίσω.
- Μα το γυάλινο το μάτι, αυτή είναι απίθανα καλή ιδέα! Είπε ο ΜΦΓ.
Αργά άρχισε να γυρίζει το τεράστιο δεξιό του αφτί μέχρι που αντίκρισε τα ουράνια σαν ένα μεγάλο κοχύλι. Σήκωσε τη Σόφη και την τοποθέτησε μέσα του. Το αφτί, που είχε το μέγεθος ενός μεγάλου δίσκου σερβιρίσματος, ήταν γιομάτο με τις ίδιες αυλακιές και πτυχές που έχει ένα ανθρώπινο αφτί. Ήταν εξαιρετικά αναπαυτικό.

«Ελπίζω να μην πέσω μέσα στην τρύπα του αφτιού σου», σκέφτηκε η Σόφη κι απομακρύνθηκε από το μεγάλο στόμιο που ήταν ακριβώς δίπλα της.

-Πρόσεξε μην πέσει μές στην τρύπα του αφτιού μου, της είπε ο ΜΦΓ. Θα μου ’δινε τρομοφοβερό αφτίπονο. Το ωραίο μ’αυτή τη θέση ήταν ότι μπορούσε η Σόφη να του μιλάει κατευθείαν στ’ αφτί. Εσύ με γαργαλάει λιγάκι, είπε ο ΜΦΓ. Μην πολυκουνιέται παρακαλώ.

- Θα προσπαθήσω, είπε η Σόφη. Είσαι έτοιμος;
- Άιιιι! Κραύγασε ο ΜΦΓ. Μην κάνει αυτό.
- Δεν έκανα τίποτα, είπε η Σόφη.
- Άιιιι! Εσύ μιλάει πάρα πολύ δυνατά! Εσύ ξεχνάει ότι εγώ ακούει κάθε μικρό τζιτζιμιτζιπραγματάκι πενήντα φορές δυνατότερα από το συνηθισμένο. Φαντάσου τι γίνεται σαν φωνάζει εσύ δίπλα στ’αφτί μου!

«Στο καλό», σκέφτηκε η Σόφη. «Το ξέχασα αυτό»
- Η φωνή σου ακούγεται σαν σεραυνός και κάλιπιγγες!
- Συγνώμη! Ψιθύρισε η Σόφη. Είναι καλύτερα έτσι;
- Όχι! Φώναξε ο ΜΦΓ. Ακούγεται σαν να ρίχνει πυροβολαρχία!
- Τότε πώς να σου μιλάω;ψιθύρισε η Σόφη.
- Μη! Φώναξε ο φτωχός ΜΦΓ. Μη σε παρακαλώ! Κάθε λέξη σου είναι σαν να μου ρίχνεις μπαζουκοβόμβες μες στην τρύπα του αφτιού μου!

Η Σόφη δοκίμασε να μιλήσει μέσα απ’τα χείλια της.

- Καλύτερα; Ρώτησε.
Μίλησε τόσο σιγανά που κι αυτή η ίδια δεν μπόρεσε ν’ακούσει τη φωνή της.

- Καλύτερα, είπε ο ΜΦΓ. Τώρα εγώ σ’ακούει πολύ όμορφα. Τι ήθελε να μου πει μόλις τώρα;
- Ρωτούσα αν είμαστε έτοιμοι.
- Εμείς έφυγε! Φώναξε ο ΜΦΓ κατευθυνόμενος προς την έξοδο της σπηλιάς. Έφυγε για να συναντήσει την Αυτής Μεγαλειώδη τη Βασίλισσα!

Έξω από τη σπηλιά κύλησε τη μεγάλη στρογγυλή κοτρόνα πίσω στη θέση της και ξεκίνησε μ’ ένα καταπληκτικό καλπασμό.
Κρυπτόλεξο για το μάθημα των αγγλικών (πηγή)
Απόσπασμα 2
- Μα τι εννοεί; Ρώτησε τη Σόφη η Βασίλισσα σουφρώνοντας τα φρύδια της. Τι είναι οι αεροστρακαστρούκες;

Η Σόφη έκανε πως δεν άκουσε την ερώτηση και στράφηκε στο γίγαντα.

- ΜΦΓ, του είπε, εδώ δεν υπάρχει μπουρμπουλάδα και οι αεροστρακαστρούκες απαγορεύονται αυστηρά!
- Τι! Φώναξε ο ΜΦΓ. Όχι μπουρμπουλάδα; Όχι αεροστρακαστρούκες; Όχι θεσπέσια μουσική; Όχι μπαμ μπουμ μπαμ;
- Όχι και πάλι όχι, του είπε σταθερά η Σόφη.

- Εάν θέλει να τραγουδήσει, μην τον σταματάς σε παρακαλώ, είπε η Βασίλισσα.
- Δε θέλει να τραγουδήσει, είπε η Σόφη.

- Είπε πως θέλει να κάνει μουσική, συνέχισε η Βασίλισσα. Να στείλω να φέρουν ένα βιολί;
-΄Όχι, Μεγαλειοτάτη, είπε η Σόφη. Αυτός αστειεύεται μόνο.

Ένα πονηρό μικρό χαμόγελο αυλάκωσε το πρόσωπο του ΜΦΓ.
- Άκου, είπε κοιτάζοντας τη Σόφη, εάν αυτοί δεν έχει μπουρμπουλάδα εδώ στο Παλάτι, εγώ μπορεί να κάνει αεροστρακαστρούκα πολύ καλά και χωρίς αυτή. Εάν εγώ προσπαθήσει αρκετά.
- Όχι! Φώναξε η Σόφη. Μη! Μην το κάνεις! Σε ικετεύω!

- Η μουσική είναι πολύ καλή για τη χώνεψη, είπε η Βασίλισσα. Όταν πάω στη Σκοτία, παίζουν πίπιζες έξω από το παράθυρο όσο τρώω. Έλα, παίξε κάτι.
- Εγώ έχω την άδεια της Μεγαλειώδη! Φώναξε ο ΜΦΓ κι αμέσως άφησε μια αεροστρακαστρούκα που ακούστηκε σαν να έσκασε βόμβα μες στο δωμάτιο.

Η Βασίλισσα αναπήδησε. Γιούπιιιι! Φώναξε ο ΜΦΓ. Αυτό είναι καλύτερο από παρλαπίπιζες, δεν είναι Μεγαλειώδη;

Της Βασίλισσας της πήρε κάμποσα δευτερόλεπτα για να συνέλθει από την έκπληξη.

- Προτιμώ τις πίπιζες, είπε στο τέλος, χωρίς να μπορέσει να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
Ο μεγαλύτερος από τους 9 κακούς γίγαντες (πηγή)


Share/Bookmark

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Ο αυτοκράτορας και ο υπήκοος

 Υπόθεση
Ένας αυτοκράτορας εγκαταλείπεται από όλους τους υπηκόους του και ξεκινάει μια αναζήτηση που θα τον οδηγήσει σε μια νέα αρχή. Για την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της εξουσίας και των ανθρώπων μιλάει αυτή η ιστορία, με πρωταγωνιστές έναν αυτοκράτορα χωρίς υπηκόους, έναν υπήκοο χωρίς αυτοκράτορα, ένα ζευγάρι ληστών χωρίς μυαλό, μια θανατηφόρα ορχήστρα και δύο ερασιτέχνες ιστορικούς.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Κώστας Χαραλάς
Εικονογράφηση: Μαρία Τσαφαντάκη
ISBN: 960-16-1618-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2005
Σελίδες: 94
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Διασκεδαστική κατά στιγμές, αλλά δυστυχώς όχι σε όλη της τη διάρκεια, η κατά τα άλλα συμπαθητική και ανατρεπτική αυτή ιστορία. Χωρίς να διεκδικεί δάφνες για τη μαεστρία της γραφής, ο συγγραφέας καταφέρνει ως ένα βαθμό να πραγματευτεί το περίπλοκο ζήτημα των σχέσεων εξουσίας, σχέδιο έτσι κι αλλιώς φιλόδοξο, ιδιαίτερα σε μια εποχή μη – προβληματισμού των νέων παιδιών σαν τη δική μας.

Οι συμβάσεις είναι αρκετές και η πλοκή όχι πάντα αρκετή, για να κρατήσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών αμείωτο. Το μέγεθος ωστόσο του βιβλίου είναι μικρό και το τέλος μη προβλέψιμο, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες τα παιδιά που έχουν φτάσει ως ένα σημείο της ιστορίας, να θελήσουν να την ολοκληρώσουν. Στα αρνητικά θα προσθέταμε την απουσία εικονογράφησης, παρότι η έκταση κάθε κεφαλαίου κυμαίνεται γύρω στις 10 σελίδες.

Αν θα έπρεπε να το προτείνουμε, θα το κάναμε για παιδιά Ε’ και Στ’ τάξης, αρκεί αυτά να έχουν ήδη αναγνωστική εμπειρία, να ενδιαφέρονται για το θέμα και φυσικά να διαθέτουν ανεπτυγμένη σκέψη ώστε να μπορέσουν να ανακαλύψουν τον υποβόσκοντα προβληματισμό και να ωφεληθούν από αυτόν.

Οι ήρωες – αντιήρωες στην πραγματικότητα - του έργου, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ολοκληρωμένοι, ενώ θεωρώ ότι τα παιδιά θα δυσκολευτούν να ταυτιστούν με κάποιον από αυτούς, μιας και οι περισσότεροι κουβαλούν ένα σωρό «κουσούρια»: Ο ένας είναι υπερφίαλος μονάρχης, ο άλλος κουφός μα τίμιος αλλοτριωμένος γερο-σιδεράς, δυο άλλοι είναι αρχικλέφτες εκ των οποίων ο ένας θεόχαζος, άλλος ένας παρανοϊκός και εντελώς φάλτσος βιολιστής, κ.λ.π. Αυτοί είναι και οι κύριοι πρωταγωνιστές της ιστορίας, ενώ στο απυρόβλητο μένει ο ίδιος ο συγγραφέας, που κρατάει για τον εαυτό του το ρόλο του αφηγητή και παρεμβαίνει ενεργά στην πλοκή του έργου. Αυτό που δεν μπορούμε να του αρνηθούμε, είναι πως σίγουρα το δημιούργημά του είναι ιδιαίτερο και ξεχωριστό.

Αξίες - Θέματα
Εγωισμός, Διαφορετικότητα

Απόσπασμα
Το σόι του αυτοκράτορα Ζεβζέκιου είχε γνωρίσει πολύ μεγάλες στιγμές δόξας στο παρελθόν. Τεράστιοι ανδριάντες της γαλαζοαίματης οικογένειας τοποθετούνταν κάθε μέρα και το όνομα της πρωτεύουσας Ανδριαντούπολης είχε γίνει ξακουστό σε όλη την υφήλιο.

«Ενώ αν έχτιζα σχολεία και νοσοκομεία, όπως πρότειναν κάποιοι ηλίθιοι σύμβουλοι, δε θα την ήξερε κανείς» σκέφτηκε με ικανοποίηση ο Ζεβζέκιος, που χωρίς δεύτερη σκέψη τους είχε στείλει όλους στο κάστρο με το βασανιστήριο των φάλτσων μουσικών.

Οι ανδριάντες στην Ανδριαντούπολη ήταν τόσο πολλοί και μεγάλοι, που από μακριά έμοιαζε η πρωτεύουσα σαν ένα τεράστιο σκάκι με μαρμάρινα πιόνια. Μόνο όταν πλησίαζες κοντά σε αυτή την κακόγουστη και μεγαλομανή κατασκευή μπορούσες να καταλάβεις το μέγεθος της παραφροσύνης του μεγάλου μας άρχοντα.

Σαν να μην έφτανε μόνο η παραβίαση των αισθητικών δικαιωμάτων των άμοιρων κατοίκων της Ανδριαντούπολης, ο Ζεβζέκιος τους επέβαλε να χαιρετάνε κάθε προτομή που απεικόνιζε την οικογένειά του σαν να ήταν η ίδια η βασιλική οικογένεια αυτοπροσώπως. Αυτό, φυσικά, ήτανε αδιανόητο, αφού οι προτομές ήτανε τόσο πολλές, που, αν κάποιος ήθελε να βγει από το σπίτι του να ψωνίσει στην αγορά, σύντομα τον έπιανε η μέση του από τις εκατοντάδες επικύψεις που υποχρεούνταν να κάνει στη διαδρομή.

«Πάνε αυτά τα μεγαλεία» κούνησε το κεφάλι του για την κατάντια που τον βρήκε.

«Οι πρόγονοί μου δεν πρέπει να είναι καθόλου ικανοποιημένοι με το πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα».

Ο ποδαρόδρομος μπορεί στους περισσότερους να φαντάζει μια λειτουργία χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, αλλά φανταστείτε έναν αυτοκράτορα να περπατά ολομόναχος πάνω στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς την έφιππη συνοδεία του.

«Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει την επαρχία. Τι άθλιοι δρόμοι είναι τούτοι. Μα το θεό, αν δεν προλάβαινε να φύγει, θα τον εκτελούσα πετώντας του κυδώνια αυτό το χαραμοφάη εργολάβο» μονολογούσε. 
https://www.youtube.com/watch?v=8Gw76N0NWhI

Share/Bookmark

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Ο Σιγανός που μιλάει με τα πράγματα

Υπόθεση
Ο μικρούλης Σιγανός διαπιστώνει ένα πρωινό ότι μπορεί να συνομιλεί με τα αντικείμενα, κάτι που αλλάζει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο και του επιτρέπει να ζήσει μια όμορφη περιπέτεια.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης : Πατάκης
Συγγραφέας: Παυλίνα Παμπούδη
Εικονογράφηση: Μαρία Κωνσταντακάκη
ISBN: 960-600-508-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 1982
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Ένα πολύ συμπαθητικό και καλογραμμένο διήγημα για μικρά παιδιά, μια ιδιαίτερη ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από τον κόσμο των κινουμένων σχεδίων, δοσμένη με όμορφη γλώσσα ώστε να ωφελεί, αλλά και με έξυπνο χιούμορ ώστε να διασκεδάζει.

Στα αρνητικά η απουσία εικονογράφησης, παρότι το βιβλίο απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες, και ενώ σίγουρα το κείμενο προσφέρει ζωντανές εικόνες και χρώματα απλόχερα. Ευτυχώς, και παρότι τα κεφάλαια αποτελούνται από περίπου 10 σελίδες το καθένα, η ροή του λόγου, η ενδιαφέρουσα πλοκή και τα διάσπαρτα ποιηματάκια, δεν αφήνουν τον μικρό αναγνώστη να βαρεθεί εύκολα.

Προτείνεται για παιδιά Γ’, Δ’ αλλά και Ε’ τάξης, αγόρια και κορίτσια, που μας ενδιαφέρει να μάθουν πως ο κόσμος μπορεί να ειδωθεί και από άλλες οπτικές γωνίες.

Χωρίς να επιδιώκει να ξεφύγει από την απλότητα στον τρόπο γραφής, η συγγραφέας καταφέρνει να εισάγει τους μικρούς αναγνώστες στη λογική της ενσυναίσθησης, στο να μπορούν δηλαδή να βλέπουν τον κόσμο από οπτικές γωνίες πέραν της προσωπικής τους. Οι εναλλακτικές οπτικές που προσφέρονται είναι μάλιστα πάμπολλες, όσα και τα αντικείμενα που πιάνουν την κουβέντα στον μικρό και του εξηγούν πώς βλέπουν τον κόσμο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και μια απόπειρα να γεφυρωθεί το χάσμα των γενεών, αφού μια από τις ιστορίες που ανακαλύπτει ο μικρός Σιγανός έχει να κάνει με κάποια περιπέτεια του πατέρα του όταν ήταν μικρός. Μπαίνοντας στη λογική ότι και οι γονείς τους κάποτε ήταν παιδιά, οι μικροί αναγνώστες ίσως να έχουν μια ευκαιρία να τους αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη συμπάθεια.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Διαφορετικότητα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
- Τι φωνούλα λες πως ακούς; Ποιος σου μιλά; Ρώτησε η Άννα.
- Το βρακάκι του μωρού των απέναντι, είπα. Αυτό που εκεί, που είναι απλωμένο στο σκοινί και στεγνώνει. Κάντε ησυχία, γιατί δεν ακούγεται καλά. Ναι, βρε βρακάκι, μίλα!
- Τι θες να σου πω; ρώτησε το βρακάκι.

Σκέφτηκα λίγο.
- Να μου πεις… Να, πες μου: Γιατί μόνο εγώ σ’ακούω που μιλάς; Γιατί δε σ’ακούνε κι οι άλλοι;
 - Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα, είπε το βρακάκι. Αγκού! Αγκού!
 - Τι «αγκού αγκού»;
 - Συγνώμη, μου ξέφυγε. Μ’ έχει κολλήσει το μωρό μου. Αυτό μιλάει έτσι. Ξέρεις, για να ευχαριστήσει τους μεγάλους, που του μιλάνε έτσι.
 - Α, είπα. Ώστε μιλάς και με το μωρό σου!
 - Φυσικά. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αν δεν ήμασταν εμείς, νομίζεις πως τα μωρά θα λέγαν ποτέ τίποτ’ άλλο εκτός από αγκού, μαμ, τσιτσί, κοκό, άτα; Οι μεγάλοι μόνο τέτοια χαζά μαθαίνουν στα μωρά τους. Εμείς είμαστε που τους μαθαίνουμε τον κόσμο.
 - Εσείς; Ποιοι εσείς;
 - Τα βρακάκια, τα ζιπουνάκια, οι κουδουνίστρες, τα καθικάκια, τα καροτσάκια –όλοι εμείς τέλος πάντων!
 - Γι’ αυτό λοιπόν, είπα σκεφτικά. Γι’αυτό είναι τα μωρά έτσι, σαν αφηρημένα. Και βγάζουν και κάτι ήχους σαν τριξίματα… Κουβεντιάζουν με τα πράγματά τους…
 - Ναι, μαζί μας κουβεντιάζουν!
 - Κι οι μεγάλοι; ρώτησα. Οι μεγάλοι δεν το μπορούν αυτό; Γιατί;
 - Πφ, είπε το βρακί περιφρονητικά. Αυτοί ούτε μεταξύ τους καλά καλά δεν κουβεντιάζουν. Να κουβεντιάζουν και με τα πράγματα; Αστεία πράγματα! Καλοί είναι πάντως, οι καημένοι. Μας φροντίζουν, μας πλένουν, μας ράβουν, μας σιδερώνουν – υπηρέτες μας είναι…
 - Ε, όχι και υπηρέτες, είπα πειραγμένος. Όταν παλιώσετε, σας πετάνε με το έτσι θέλω! Αυτό ξέρω εγώ! Δεν έχουμε την ανάγκη σας!
 -Τι λες που δεν έχετε την ανάγκη μας! Για σκέψου:Πιο πολλές φορές θα δεις βρακί χωρίς άνθρωπο, παρά άνθρωπο χωρίς βρακί. Και, γενικά, άνθρωπο χωρίς πράγματα δε θα δεις ποτέ. Όσο για το άλλο, αν θες να ξέρεις, συνήθως εσείς παλιώνετε πιο γρήγορα από μας. Δεν το λέω για τον εαυτό μου… Εγώ, εντάξει, έχω κάνει κιόλας μια τρυπίτσα. Αλλά να, η γιαγιά σου, για παράδειγμα, πάλιωσε πιο γρήγορα απ’ την πολυθρόνα της. Δε σου ‘χει πει πως δεν μπορεί πια να σε σηκώνει; Ε, λοιπόν, η πολυθρόνα της σε σηκώνει ακόμα μια χαρά!
 - Πώς μιλάς έτσι για τη γιαγιά μου; Είπα έξω φρενών. Δε νομίζεις πως έχεις πάρει πολύ αέρα; Για μαζέψου!
 - Πραγματικά, είπε το βρακί. Πολύς αέρας. Κι έχω στεγνώσει τελείως. Να, έρχεται η κυρία Βαγγελίτσα να με μαζέψει. Γεια! Πάω άτα, πάω άτα!
-Το μαζεύουν το βρακάκι, είπε η Άννα. Δηλαδή η κουβέντα σας –αν μπορούμε να το πούμε κουβέντα αυτό- τελείωσε. Πες μας λοιπόν κι εμάς τι σου ‘λεγε. Τι λέγατε τόση ώρα;

Δεν πρόφτασα να τους πω. Εκείνη τη στιγμή η μαμά έβγαλε το κεφάλι της απ’την πόρτα και μας φώναξε.
- Παιδιά, ελάτε! Είπε.
 - Πάμε μέσα, παιδιά, είπα κι εγώ. Να δείτε πλάκα που έχει να γίνει με την τούρτα. Πάμε και σας λέω μετά για το βρακί.

Μπήκαμε λοιπόν πάλι στο σαλόνι. Είχαν έρθει θείες και θείοι. Μου ‘παν χρόνια πολλά, πήρα και δώρα, έσβησα τα κεράκια μου, κόψανε την τούρτα –και φυσικά δεν τρωγόταν! Ήταν λύσσα. Όλοι άρχισαν να κάνουν γκριμάτσες. Η καημένη η μαμά πολύ στενοχωρήθηκε. Γέλασε όμως μετά και φάγαμε κάτι άλλα γλυκά απ’ το ζαχαροπλαστείο. 

Το βράδυ πάντως με μάλωσε πολύ. Ήταν σίγουρη πως είχα δοκιμάσει την τούρτα, αλλιώς πώς ήξερα για το αλάτι; Δε με πίστευε που της έλεγα και της ξανάλεγα για την κουβέντα μου με την πιατέλα. Ούτε κανείς άλλος μεγάλος με πίστεψε ποτέ, αν τύχαινε καμιά φορά να πω πως μπορώ και μιλάω με τα πράγματα. Κι απ’ τα παιδιά μόνο η Σοφία κι η Άννα με πίστευαν –μετά απ’ την ιστορία με το βρακί. Αλλά αυτές πιστεύουν πάντα ό,τι τους πεις, και δεν πιάνονται.


Εκείνο το βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων μου λέω, ήμουν πολύ κουρασμένος και κοιμήθηκα αμέσως.

Την άλλη μέρα όμως, μόλις άνοιξα τα μάτια μου, τα θυμήθηκα όλα κι ένιωσα χαρά μεγάλη. Μπορούσα να μιλάω με τα πράγματα! Είχα κιόλας γνωριστεί με την Πιατέλα, με το Κίτρινο Αυτοκίνητο, με τη Μπάλα και με το Βρακάκι του μωρού των απέναντι.

Δε θα ‘πρεπε, σκέφτηκα, δε θα ‘πρεπε τώρα αμέσως να γνωριστώ και με τα πράγματα του δωματίου μου και με τα παιχνίδια μου; Σίγουρα κι αυτά θα το ‘θελαν να γίνουμε φίλοι και να κάνουμε παρέα –μια που, έτσι κι αλλιώς, περνούσαμε μαζί τόσες ώρες της μέρας και της νύχτας.

Αποφάσισα ν’ αρχίσω απ’ το κρεβάτι μου. Ανασηκώθηκα λοιπόν πάνω του και το κοίταξα σοβαρά.

- Κρεβάτι! Ρε κρεβάτι, του είπα. Καλημέρα! Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Άκουσα ένα βαθύ τρίξιμο, κάτι σαν αναστεναγμό, και μετά μια αργή, νυσταγμένη φωνή που την έπνιγαν τα χασμουρητά.

- Όχι… Δε θέλω… Δεν μπορώ… Πρέπει να κοιμηθώ… Όλοι πρέπει να κοιμηθούμε…
 - Ποιοι όλοι; Ρώτησα απορημένος.

Κι αμέσως ακούστηκαν τρεις τέσσερις φωνούλες μαζί, σωστή χορωδία, να τραγουδάνε κάτι σαν όπερα – νανούρισμα.

Α’ Φωνή          Εγώ, ο Τόνι το σεντόνι, Τόνι κάτω.
Β’ Φωνή          Τόνι πάνω!
Α’ Φωνή          Και ποιος είναι πάρα πάνω;
Γ’ Φωνή          Η Ροβέρτα η κουβέρτα!
Α’Β’Γ’Φων.      Με το φίλο μας το Λάρυ…
Δ’ Φωνή          Το χοντρό το μαξιλάρι!

Οι φωνούλες έσβησαν μέσα σ’ απανωτά χασμουρητά. Ένιωσα λίγο απογοητευμένος.

- Χαίρομαι που σας γνωρίζω όλους σας, είπα. Και λυπάμαι που σας ξύπνησα. Γιατί  όμως θέλετε να κοιμηθείτε κι άλλο; Όλη νύχτα δεν κοιμόσαστε;
 - Εσύ κοιμόσουν, είπε το κρεβάτι τρίζοντας γκρινιάρικα. Εμείς, αχ, δουλεύαμε!
 - Δουλεύατε; Τι δουλειά κάνατε;
 - Σου λέγαμε παραμύθια, ουφ.
 -Παραμύθια; Ποτέ δεν άκουσα να μου λέτε παραμύθια. Αφού τώρα μιλάμε για πρώτη φορά. Τι παραμύθια είν’ αυτά που μου λέτε;
 - Δεν τ’ ακούς τα παραμύθια μας, ντε. Τα βλέπεις, μου εξήγησε το κρεβάτι. Τα όνειρα που βλέπεις λέω. Αυτά λέω. Μπαααα

Έμεινα για λίγο σκεφτικός, χωρίς να μιλάω.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Μιλώντας με τα πράγματα
Εσείς θα θέλατε να έχετε κάποια υπερδύναμη, όπως ο ήρωας του βιβλίου; Πώς θα χρησιμοποιούσατε το χάρισμά σας, αν μπορούσατε να δείτε ή να ακούσετε περισσότερα από τους συνανθρώπους σας; Σκέφτεστε τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που και σεις ακούγατε τα πράγματά σας να σας μιλούν; Τι θα σας έλεγαν άραγε τα αντικείμενα που χρησιμοποιείτε καθημερινά στο σχολείο;

Share/Bookmark

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Ο Αιμίλιος και οι ντέτεκτιβ

Υπόθεση
Ο Αιμίλιος ταξιδεύει για πρώτη φορά μόνος του στο Βερολίνο και κάποιος απατεώνας του αρπάζει από την τσέπη του παντελονιού του τα χρήματα που προορίζονταν για τη φτωχή γιαγιά του... Ο νεαρός ήρωας όμως δεν παραιτείται και συνεργάζεται με την τοπική νεολαία για να παγιδεύσει τον κακοποιό. Το πιο αγαπημένο βιβλίο σ' ολόκληρο τον κόσμο, του Γερμανού συγγραφέα, που τιμήθηκε με το βραβείο Άντερσεν.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης : Πατάκης
Συγγραφέας: Έριχ Καίστνερ (Emil Erich Kästner)
Μετάφραση: Άλκη Γουλίμη
Εικονογράφηση: Βάλτερ Τρίερ (Walter Trier)
Τίτλος πρωτοτύπου: Emil und die Detektive
ISBN: 9789602933619
Έτος 1ης Έκδοσης: 1929 (παρούσα έκδοση στα ελληνικά 1986)
Σελίδες: 167
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Αν και λίγο «παλιομοδίτικη» ή ακόμα και ξένη για τα ελληνικά δεδομένα σε ύφος και καταστάσεις (έχουν περάσει και σχεδόν 80 χρόνια), η αστυνομική περιπέτεια που μας διηγείται ο Καίστνερ είναι πολύ συμπαθητική, ευαίσθητη αλλά και διασκεδαστική. Οι χαρακτήρες είναι καλοφτιαγμένοι, το σενάριο μοιάζει ρεαλιστικό και ένας υποβόσκων διδακτισμός που κάποιες φορές διαφαίνεται, μάλλον αντισταθμίζεται από το χιούμορ του συγγραφέα, οπότε ας ελπίσουμε να μην φανεί ανιαρός τους μικρούς αναγνώστες. Για τους φίλους της τηλεόρασης, να ενημερώσουμε ότι το βιβλίο έχει γίνει τρεις φορές ταινία (1931, 1964, 2001) ενώ έχει μεταφερθεί και σε τηλεοπτική σειρά (1952).

Δυστυχώς, ενώ η δράση παρουσιάζει ενδιαφέρον, η (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση είναι αρκετά αραιή και κάπως τυπική (αλίμονο, ο εικονογράφος μας έχει αφήσει από το 1951), ενώ επιπλέον τα κεφάλαια είναι πυκνογραμμένα και με μέγεθος το λιγότερο 7 σελίδες, οπότε αναγνώστες μικρότεροι των 9 ετών, ίσως βρουν το βιβλίο κουραστικό, εκτός αν ήδη αγαπούν το διάβασμα και αναζητούν μια καλογραμμένη περιπέτεια.

Προτείνεται κυρίως για παιδιά Ε’ και ΣΤ’ τάξης, και μάλλον περισσότερο σε αγόρια, τα οποία θα μπορούσαν με μεγαλύτερη ευκολία να ταυτιστούν με τους κεντρικούς χαρακτήρες της υπόθεσης. Εδώ βλέπετε αποσπάσματα από τις κινηματογραφικές μεταφορές του 1931 και του 2001...



Πολύ ιδιαίτερο το ξεκίνημα του βιβλίου, με μια εισαγωγή σε ύφος παραλόγου (και πιθανότατα δύσκολη για τα παιδιά), που σε γενικές γραμμές εξηγεί το γιατί ο συγγραφέας επέλεξε το συγκεκριμένο θέμα. Ακολουθούν στη συνέχεια δέκα ολοσέλιδες εικόνες που μας εισάγουν στους κεντρικούς χαρακτήρες και στους τόπους της κύριας δράσης, επιτρέποντας στους μικρούς αναγνώστες να συνθέσουν μια δική τους ιστορία, ή να διαμορφώσουν υποθέσεις για την διήγηση που ακολουθεί. Προσωπικά θεωρώ το εύρημα αυτό πολύ έξυπνο και ωφέλιμο, και αναρωτιέμαι γιατί δεν το συναντάμε συχνότερα στην παιδική λογοτεχνία.

Στην  υπόθεση του έργου συναντάμε ένα άρωμα από Όλιβερ Τουίστ, καθώς και εδώ ένας ορφανός από πατέρα (και αγαθός) μικρός ήρωας μπλέκει σε περιπέτειες σε μια ξένη πόλη, αλλά τελικά καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην ανέλπιστη βοήθεια των ντόπιων παιδιών. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, κάποιες καταστάσεις (όπως π.χ. το ότι όλοι οι κρατικοί μηχανισμοί λειτουργούν ρολόι) μπορεί να φαντάζουν ξένες για τα ελληνικά δεδομένα, και το ύφος σε γενικές γραμμές να μοιάζει λίγο παλιομοδίτικο, μάλλον βγαλμένο από μια εποχή αθωότητας, ας μην ξεχνάμε όμως ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι η Ελλάδα του 2011.

Τέλος να αναφέρουμε ότι το ανάγνωσμα είναι πιθανό να φανεί ωφέλιμο σε παιδιά που έχουν προβλήματα συνεργασίας μέσα σε ομάδες ή έλλειμμα υπευθυνότητας, καθώς στην ιστορία συναντάμε έντονο το στοιχείο του καθήκοντος (σε βαθμό που μου θύμισε ακόμα και το Παραμύθι χωρίς Όνομα της Π.Δέλτα), το οποίο τελικά ως αξία εξυψώνεται και ανταμείβεται.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Αξιοπρέπεια, Συνεργασία, Φιλία, Οικογένεια

Εικονογράφηση


Απόσπασμα
Η κυρία Τίσμπαϊν και ο γιος της κατέβηκαν στο σταθμό. Την ώρα λοιπόν που ο Αιμίλιος ακούμπησε στην πλατφόρμα τη βαλίτσα του, άκουσε ξοπίσω του μια χοντρή φωνή:

- Για πού το βάλατε; Για την Ελβετία;

Ήταν ο χωροφύλακας Τζέσκε. Η μητέρα είπε:

- Όχι, ο γιος μου πηγαίνει για μια εβδομάδα στο Βερολίνο, στους συγγενείς μου.

Την ίδια στιγμή ο Αιμίλιος κατακοκκίνισε και ένιωσε να σκοτεινιάζουν όλα τριγύρω του.

Ο λόγος ήταν γιατί είχε τρομερές τύψεις. Πριν από λίγες μέρες, μετά το μάθημα της γυμναστικής, που γινόταν στην ακροποταμιά, καμιά δωδεκαριά παιδιά του γυμνασίου πήγαν κα φόρεσαν στη φαλάκρα του αγάλματος του Μεγάλου Δούκα, που τον λέγανε ο «Κάρολος με το στραβό μάγουλο», ένα παλιό ψαθάκι. Κι επειδή ο Αιμίλιος ήταν πολύ καλός στην ιχνογραφία, τον έβαλαν να ζωγραφίσει κόκκινη τη μύτη του Μεγάλου Δούκα και κατάμαυρο το μουστάκι του. Την ώρα λοιπόν που ήταν ακόμα απασχολημένος με το έργο του, από την άλλη γωνιά του δρόμου ξεπρόβαλε άξαφνα ο χωροφύλακας Τζέσκε.

Μεμιάς εξαφανίστηκαν όλοι σαν τη φωτεινή αστραπή. Είχανε όμως το φόβο μήπως πρόλαβε και τους είδε.

Ωστόσο ο χωροφύλακας δεν είπε τίποτα τώρα. Ευχήθηκε μόνο στον Αιμίλιο καλό ταξίδι κι ύστερα ρώτησε τη μητέρα για την καλή της υγεία και πώς πηγαίναν οι δουλειές.

Παρ’ όλα αυτά ο Αιμίλιος εξακολουθούσε ν’ ανησυχεί. Και την ώρα που σήκωνε τη βαλίτσα του για να τη βάλει στο τρένο, ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν. Περίμενε πως ο χωροφύλακας Τζέσκε θα ‘βαζε τις φωνές ξοπίσω του: «Αιμίλιε Τίσμπαϊν, σε συλλαμβάνω! Ψηλά τα χέρια!»

Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν έγινε.

Μήπως περίμενε ο χωροφύλακας να γυρίσει πρώτα ο Αιμίλιος από το ταξίδι του;

Στο μεταξύ η μητέρα πήγε ν’ αγοράσει το εισιτήριο –Τρίτη θέση, φυσικά- και να πάρουν και αριθμό αποβάθρας. Ύστερα πήγαν στην αποβάθρα Ι (το Νόιστατ, παρακαλώ, έχει τέσσερις αποβάθρες) και περίμεναν το τρένο για το Βερολίνο. Ήθελε δύο τρία λεπτά ακόμα.

- Πρόσεξε, αγόρι μου, μη χάσεις τίποτα. Και κοίτα μην καθίσεις πάνω στα λουλούδια! Και τη βαλίτσα, παρακάλεσε κάποιον να σου τη σηκώσει και να τη βάλει στο δίχτυ. Και προπάντων, σε παρακαλώ πολύ, να είσαι καθώς πρέπει!

- Τη βαλίτσα θα τη σηκώσω μοναχός μου. Δεν είμαι τόσο αδύναμος!

- Καλά! Και μην ξεχάσεις σε ποια στάση θα κατεβείς. Θα φτάσεις στο Βερολίνο στις 18.17’ στο σταθμό της Φρίντριχστρασσε. Κοίτα μην κατεβείς πιο πριν, λόγου χάρη στο σταθμό του Ζωολογικού Κήπου ή σε καμιά άλλη στάση!

- Μη φοβάσαι, ωραία μου κυρία!

- Και φρόντισε να μην είσαι και με τους άλλους τόσο αυθάδης, όπως με τη μητέρα σου. Και να μην πετάξεις κάτω στο πάτωμα τα χαρτιά, όταν θ’ ανοίξεις το πακέτο με τα λουκάνικα. Και… πρόσεξε να μη χάσεις τα λεφτά!

Ο Αιμίλιος έψαξε τρομαγμένος την εσωτερική τσέπη του σακακιού του.

Ύστερα αναστέναξε μ’ ανακούφιση.

- Όλο το πλήρωμα βρίσκεται στο καράβι! είπε.
Έπιασε τη μητέρα του από το μπράτσο κι άρχισε να κόβει μαζί της βόλτες πάνω κάτω στην αποβάθρα.

- Και συ, μητερούλα, κοίτα να μην κουράζεσαι πολύ! Πρόσεξε να μην αρρωστήσεις! Γιατί δεν έχεις κανέναν να σε περιποιηθεί, και τότε εγώ θα πάρω αμέσως το αεροπλάνο και θα γυρίσω στο σπίτι! Και γράψε μου και συ δυο λόγια. Εξάλλου, να το ξέρεις, θα λείψω το πολύ μια βδομάδα!

Έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του τη μητέρα του. Κι εκείνη του έδωσε ένα φιλί στη μύτη.

Ύστερα έφτασε πια το τρένο για το Βερολίνο, βγάζοντας μουγκρητά και σφυρίγματα που σε ξεκούφαιναν.

Ο Αιμίλιος αγκάλιασε σφιχτά ξανά τη μητέρα του. Μετά σκαρφάλωσε με τη βαλίτσα του σ’ ένα βαγόνι. Η μητέρα του του έδωσε τα λουλούδια και το πακέτο με το φαγητό τους και τον ρώτησε αν βρήκε θέση. Της έγνεψε με το κεφάλι.

- Λοιπόν, όπως είπαμε… Θα κατέβεις στη Φρίντριχστρασσε.

Κούνησε το κεφάλι του.

- Κι η γιαγιά θα σε περιμένει μπροστά στο ανθοπωλείο…

Κούνησε το κεφάλι του.

- Και πρόσεξε να φερθείς όπως πρέπει, κακόπαιδο!

Κούνησε το κεφάλι του.

- Και κοίτα να είσαι ευγενικός με την Πόνυ Χύτχεν. Θα δυσκολευτείτε να γνωρίσετε ο ένας τον άλλο!

Κούνησε πάλι το κεφάλι του.

- Και να μου γράψεις!

- Και συ το ίδιο!

Αυτό θα μπορούσε να συνεχιστεί ώρες ολάκερες, αν το τρένο δεν είχε καθορισμένο δρομολόγιο. Ο σταθμάρχης, που κρατούσε την κόκκινη σημαιούλα, φώναξε:

- Ανεβείτε γρήγορα! Ανεβείτε γρήγορα!

Οι πόρτες βρόντηξαν δυνατά. Η ατμομηχανή σείστηκε και το τρένο ξεκίνησε.

Η μητέρα κουνούσε πολλή ώρα το μαντίλι της. Έστριψε ύστερα αργά το κεφάλι της και γύρισε στο σπίτι. Κι επειδή έτσι κι αλλιώς κρατούσε το μαντίλι της στο χέρι έκλαψε και λιγάκι.

Όχι και πολύ όμως. Γιατί στο σπίτι την περίμενε κιόλας η κυρία Αυγουστίνου, η γυναίκα του χασάπη, που ήθελε να λουστεί με ένα καινούριο σαμπουάν με χαμομήλι, που συγχρόνως ξάνθαινε τα μαλλιά. 

Share/Bookmark