Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ο Σιγανός που μιλάει με τα πράγματα

Υπόθεση
Ο μικρούλης Σιγανός διαπιστώνει ένα πρωινό ότι μπορεί να συνομιλεί με τα αντικείμενα, κάτι που αλλάζει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο και του επιτρέπει να ζήσει μια όμορφη περιπέτεια.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης : Πατάκης
Συγγραφέας: Παυλίνα Παμπούδη
Εικονογράφηση: Μαρία Κωνσταντακάκη
ISBN: 960-600-508-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 1982
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε'

Κριτική
Ένα πολύ συμπαθητικό και καλογραμμένο διήγημα για μικρά παιδιά, μια ιδιαίτερη ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από τον κόσμο των κινουμένων σχεδίων, δοσμένη με όμορφη γλώσσα ώστε να ωφελεί, αλλά και με έξυπνο χιούμορ ώστε να διασκεδάζει.

Στα αρνητικά η απουσία εικονογράφησης, παρότι το βιβλίο απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες, και ενώ σίγουρα το κείμενο προσφέρει ζωντανές εικόνες και χρώματα απλόχερα. Ευτυχώς, και παρότι τα κεφάλαια αποτελούνται από περίπου 10 σελίδες το καθένα, η ροή του λόγου, η ενδιαφέρουσα πλοκή και τα διάσπαρτα ποιηματάκια, δεν αφήνουν τον μικρό αναγνώστη να βαρεθεί εύκολα.

Προτείνεται για παιδιά Γ’, Δ’ αλλά και Ε’ τάξης, αγόρια και κορίτσια, που μας ενδιαφέρει να μάθουν πως ο κόσμος μπορεί να ειδωθεί και από άλλες οπτικές γωνίες.

Χωρίς να επιδιώκει να ξεφύγει από την απλότητα στον τρόπο γραφής, η συγγραφέας καταφέρνει να εισάγει τους μικρούς αναγνώστες στη λογική της ενσυναίσθησης, στο να μπορούν δηλαδή να βλέπουν τον κόσμο από οπτικές γωνίες πέραν της προσωπικής τους. Οι εναλλακτικές οπτικές που προσφέρονται είναι μάλιστα πάμπολλες, όσα και τα αντικείμενα που πιάνουν την κουβέντα στον μικρό και του εξηγούν πώς βλέπουν τον κόσμο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και μια απόπειρα να γεφυρωθεί το χάσμα των γενεών, αφού μια από τις ιστορίες που ανακαλύπτει ο μικρός Σιγανός έχει να κάνει με κάποια περιπέτεια του πατέρα του όταν ήταν μικρός. Μπαίνοντας στη λογική ότι και οι γονείς τους κάποτε ήταν παιδιά, οι μικροί αναγνώστες ίσως να έχουν μια ευκαιρία να τους αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη συμπάθεια.

Αξίες - Θέματα
Χιούμορ, Διαφορετικότητα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
- Τι φωνούλα λες πως ακούς; Ποιος σου μιλά; Ρώτησε η Άννα.
- Το βρακάκι του μωρού των απέναντι, είπα. Αυτό που εκεί, που είναι απλωμένο στο σκοινί και στεγνώνει. Κάντε ησυχία, γιατί δεν ακούγεται καλά. Ναι, βρε βρακάκι, μίλα!
- Τι θες να σου πω; ρώτησε το βρακάκι.

Σκέφτηκα λίγο.
- Να μου πεις… Να, πες μου: Γιατί μόνο εγώ σ’ακούω που μιλάς; Γιατί δε σ’ακούνε κι οι άλλοι;
 - Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα, είπε το βρακάκι. Αγκού! Αγκού!
 - Τι «αγκού αγκού»;
 - Συγνώμη, μου ξέφυγε. Μ’ έχει κολλήσει το μωρό μου. Αυτό μιλάει έτσι. Ξέρεις, για να ευχαριστήσει τους μεγάλους, που του μιλάνε έτσι.
 - Α, είπα. Ώστε μιλάς και με το μωρό σου!
 - Φυσικά. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αν δεν ήμασταν εμείς, νομίζεις πως τα μωρά θα λέγαν ποτέ τίποτ’ άλλο εκτός από αγκού, μαμ, τσιτσί, κοκό, άτα; Οι μεγάλοι μόνο τέτοια χαζά μαθαίνουν στα μωρά τους. Εμείς είμαστε που τους μαθαίνουμε τον κόσμο.
 - Εσείς; Ποιοι εσείς;
 - Τα βρακάκια, τα ζιπουνάκια, οι κουδουνίστρες, τα καθικάκια, τα καροτσάκια –όλοι εμείς τέλος πάντων!
 - Γι’ αυτό λοιπόν, είπα σκεφτικά. Γι’αυτό είναι τα μωρά έτσι, σαν αφηρημένα. Και βγάζουν και κάτι ήχους σαν τριξίματα… Κουβεντιάζουν με τα πράγματά τους…
 - Ναι, μαζί μας κουβεντιάζουν!
 - Κι οι μεγάλοι; ρώτησα. Οι μεγάλοι δεν το μπορούν αυτό; Γιατί;
 - Πφ, είπε το βρακί περιφρονητικά. Αυτοί ούτε μεταξύ τους καλά καλά δεν κουβεντιάζουν. Να κουβεντιάζουν και με τα πράγματα; Αστεία πράγματα! Καλοί είναι πάντως, οι καημένοι. Μας φροντίζουν, μας πλένουν, μας ράβουν, μας σιδερώνουν – υπηρέτες μας είναι…
 - Ε, όχι και υπηρέτες, είπα πειραγμένος. Όταν παλιώσετε, σας πετάνε με το έτσι θέλω! Αυτό ξέρω εγώ! Δεν έχουμε την ανάγκη σας!
 -Τι λες που δεν έχετε την ανάγκη μας! Για σκέψου:Πιο πολλές φορές θα δεις βρακί χωρίς άνθρωπο, παρά άνθρωπο χωρίς βρακί. Και, γενικά, άνθρωπο χωρίς πράγματα δε θα δεις ποτέ. Όσο για το άλλο, αν θες να ξέρεις, συνήθως εσείς παλιώνετε πιο γρήγορα από μας. Δεν το λέω για τον εαυτό μου… Εγώ, εντάξει, έχω κάνει κιόλας μια τρυπίτσα. Αλλά να, η γιαγιά σου, για παράδειγμα, πάλιωσε πιο γρήγορα απ’ την πολυθρόνα της. Δε σου ‘χει πει πως δεν μπορεί πια να σε σηκώνει; Ε, λοιπόν, η πολυθρόνα της σε σηκώνει ακόμα μια χαρά!
 - Πώς μιλάς έτσι για τη γιαγιά μου; Είπα έξω φρενών. Δε νομίζεις πως έχεις πάρει πολύ αέρα; Για μαζέψου!
 - Πραγματικά, είπε το βρακί. Πολύς αέρας. Κι έχω στεγνώσει τελείως. Να, έρχεται η κυρία Βαγγελίτσα να με μαζέψει. Γεια! Πάω άτα, πάω άτα!
-Το μαζεύουν το βρακάκι, είπε η Άννα. Δηλαδή η κουβέντα σας –αν μπορούμε να το πούμε κουβέντα αυτό- τελείωσε. Πες μας λοιπόν κι εμάς τι σου ‘λεγε. Τι λέγατε τόση ώρα;

Δεν πρόφτασα να τους πω. Εκείνη τη στιγμή η μαμά έβγαλε το κεφάλι της απ’την πόρτα και μας φώναξε.
- Παιδιά, ελάτε! Είπε.
 - Πάμε μέσα, παιδιά, είπα κι εγώ. Να δείτε πλάκα που έχει να γίνει με την τούρτα. Πάμε και σας λέω μετά για το βρακί.

Μπήκαμε λοιπόν πάλι στο σαλόνι. Είχαν έρθει θείες και θείοι. Μου ‘παν χρόνια πολλά, πήρα και δώρα, έσβησα τα κεράκια μου, κόψανε την τούρτα –και φυσικά δεν τρωγόταν! Ήταν λύσσα. Όλοι άρχισαν να κάνουν γκριμάτσες. Η καημένη η μαμά πολύ στενοχωρήθηκε. Γέλασε όμως μετά και φάγαμε κάτι άλλα γλυκά απ’ το ζαχαροπλαστείο. 

Το βράδυ πάντως με μάλωσε πολύ. Ήταν σίγουρη πως είχα δοκιμάσει την τούρτα, αλλιώς πώς ήξερα για το αλάτι; Δε με πίστευε που της έλεγα και της ξανάλεγα για την κουβέντα μου με την πιατέλα. Ούτε κανείς άλλος μεγάλος με πίστεψε ποτέ, αν τύχαινε καμιά φορά να πω πως μπορώ και μιλάω με τα πράγματα. Κι απ’ τα παιδιά μόνο η Σοφία κι η Άννα με πίστευαν –μετά απ’ την ιστορία με το βρακί. Αλλά αυτές πιστεύουν πάντα ό,τι τους πεις, και δεν πιάνονται.


Εκείνο το βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων μου λέω, ήμουν πολύ κουρασμένος και κοιμήθηκα αμέσως.

Την άλλη μέρα όμως, μόλις άνοιξα τα μάτια μου, τα θυμήθηκα όλα κι ένιωσα χαρά μεγάλη. Μπορούσα να μιλάω με τα πράγματα! Είχα κιόλας γνωριστεί με την Πιατέλα, με το Κίτρινο Αυτοκίνητο, με τη Μπάλα και με το Βρακάκι του μωρού των απέναντι.

Δε θα ‘πρεπε, σκέφτηκα, δε θα ‘πρεπε τώρα αμέσως να γνωριστώ και με τα πράγματα του δωματίου μου και με τα παιχνίδια μου; Σίγουρα κι αυτά θα το ‘θελαν να γίνουμε φίλοι και να κάνουμε παρέα –μια που, έτσι κι αλλιώς, περνούσαμε μαζί τόσες ώρες της μέρας και της νύχτας.

Αποφάσισα ν’ αρχίσω απ’ το κρεβάτι μου. Ανασηκώθηκα λοιπόν πάνω του και το κοίταξα σοβαρά.

- Κρεβάτι! Ρε κρεβάτι, του είπα. Καλημέρα! Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Άκουσα ένα βαθύ τρίξιμο, κάτι σαν αναστεναγμό, και μετά μια αργή, νυσταγμένη φωνή που την έπνιγαν τα χασμουρητά.

- Όχι… Δε θέλω… Δεν μπορώ… Πρέπει να κοιμηθώ… Όλοι πρέπει να κοιμηθούμε…
 - Ποιοι όλοι; Ρώτησα απορημένος.

Κι αμέσως ακούστηκαν τρεις τέσσερις φωνούλες μαζί, σωστή χορωδία, να τραγουδάνε κάτι σαν όπερα – νανούρισμα.

Α’ Φωνή          Εγώ, ο Τόνι το σεντόνι, Τόνι κάτω.
Β’ Φωνή          Τόνι πάνω!
Α’ Φωνή          Και ποιος είναι πάρα πάνω;
Γ’ Φωνή          Η Ροβέρτα η κουβέρτα!
Α’Β’Γ’Φων.      Με το φίλο μας το Λάρυ…
Δ’ Φωνή          Το χοντρό το μαξιλάρι!

Οι φωνούλες έσβησαν μέσα σ’ απανωτά χασμουρητά. Ένιωσα λίγο απογοητευμένος.

- Χαίρομαι που σας γνωρίζω όλους σας, είπα. Και λυπάμαι που σας ξύπνησα. Γιατί  όμως θέλετε να κοιμηθείτε κι άλλο; Όλη νύχτα δεν κοιμόσαστε;
 - Εσύ κοιμόσουν, είπε το κρεβάτι τρίζοντας γκρινιάρικα. Εμείς, αχ, δουλεύαμε!
 - Δουλεύατε; Τι δουλειά κάνατε;
 - Σου λέγαμε παραμύθια, ουφ.
 -Παραμύθια; Ποτέ δεν άκουσα να μου λέτε παραμύθια. Αφού τώρα μιλάμε για πρώτη φορά. Τι παραμύθια είν’ αυτά που μου λέτε;
 - Δεν τ’ ακούς τα παραμύθια μας, ντε. Τα βλέπεις, μου εξήγησε το κρεβάτι. Τα όνειρα που βλέπεις λέω. Αυτά λέω. Μπαααα

Έμεινα για λίγο σκεφτικός, χωρίς να μιλάω.

Προβληματισμοί για Συζήτηση
Μιλώντας με τα πράγματα
Εσείς θα θέλατε να έχετε κάποια υπερδύναμη, όπως ο ήρωας του βιβλίου; Πώς θα χρησιμοποιούσατε το χάρισμά σας, αν μπορούσατε να δείτε ή να ακούσετε περισσότερα από τους συνανθρώπους σας; Σκέφτεστε τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που και σεις ακούγατε τα πράγματά σας να σας μιλούν; Τι θα σας έλεγαν άραγε τα αντικείμενα που χρησιμοποιείτε καθημερινά στο σχολείο;

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...