Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η Ζωή του Πι

Υπόθεση
Ο Πι μεγαλώνει με την οικογένειά του στην Ινδία και περνάει αρκετό χρόνο στον ζωολογικό κήπο που διευθύνει ο πατέρας του. Μαθαίνει να κολυμπάει χάρη στον θείο του Μαματζί, που ευθύνεται και για το περίεργο όνομα που του δίνουν: Πισίν Μολιτόρ Πατέλ. Στο σχολείο το αλλάζει σε "Πι" για να γλιτώσει από τα πειράγματα των συμμαθητών του. Τα χρόνια περνούν και ως νεαρός έφηβος πλέον, συνδέεται με τη θρησκεία με έναν αρκετά περίεργο τρόπο, αφού τον γοητεύουν ταυτόχρονα η αθεΐα, ο χριστιανισμός, ο ινδουισμός και το ισλάμ. Όμως μια μέρα η πολιτική αβεβαιότητα στην Ινδία, υποχρεώνει την οικογένειά του να μεταναστεύσει στον Καναδά. Το ταξίδι που ξεκινάει το πλοίο τους, φορτωμένο με τα ζώα του πάρκου, δεν είναι γραφτό να ολοκληρωθεί, καθώς πέφτει σε καταιγίδα και βυθίζεται. Μόνος επιζώντας ο Πι, που μας περιγράφει τις 227 απίστευτες μέρες που πέρασε στη βάρκα του, μέχρι να ξεβραστεί σε κάποια όχθη του Μεξικού.
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Γιαν Μαρτέλ (Yann Martel)
Τίτλος Πρωτοτύπου: Life of Pi
Μετάφραση: Μπελίκα Κουμπαρέλη
ISBN: 960-274-690-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001 (στα ελληνικά 2002)
Σελίδες: 444
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο+

Κριτική
Βραβευμένο δραματικό μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε ενήλικες. Το παρουσιάζουμε εδώ μόνο και μόνο επειδή αρκετοί μαθητές ζητούν πληροφορίες σχετικά με την ιστορία, από τη στιγμή που κυκλοφόρησε ως 3D ταινία στους κινηματογράφους. Οι λόγοι που καθιστούν το βιβλίο ακατάλληλο για παιδιά συμπεριλαμβάνουν: έναν τεράστιο όγκο σελίδων, απουσία εικονογράφησης, απαιτητικό λεξιλόγιο, περίπλοκη συντακτική δομή, μη γραμμική εξέλιξη της πλοκής, σκηνές με αγριότητες (κανιβαλισμός, αποκεφαλισμοί, δολοφονίες), θέματα που δεν θα κατανοήσουν όπως οι προσεγγίσεις στη συγκριτική θρησκειολογία, αλλά και φιλοσοφικούς μονολόγους του πρωταγωνιστή που απλώνονται σε όλο το β' μέρος. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη και 100 κεφάλαια! Δύσκολα θα το προτείναμε ακόμα και σε μαθητές γυμνασίου, εκτός αν πρόκειται για πολύ έμπειρους αναγνώστες που ενδιαφέρονται ζωηρά για ιστορίες ναυαγίων και ναυαγών.

  • Ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Αξιόλογες περιγραφές σκηνών και χαρακτήρων

  • Ακατάλληλο μέγεθος και θεματική
  • Περίπλοκη σύνταξη, απαιτητική ορολογία
  • Σκηνές με αγριότητες

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Θρησκεία, Περιβάλλον, Ζωοφιλία, Ταξίδι, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η σκηνή με το πλοίο που πέφτει σε καταιγίδα και τον μικρό Πι που μέσα στον πανικό του καταφέρνει να βρεθεί σε μια βάρκα.

Εικονογράφηση
-

Απόσπασμα
Το όνομά μου δίνει πάντα αφορμές για διάφορες παρεξηγήσεις. Όταν το όνομά σου είναι Μπομπ κανείς δε σε ρωτάει: «Και Πώς το γράφεις;» Δε συμβαίνει το ίδιο αν σε λένε Πισίν Μολιτόρ Πατέλ.

Μερικοί δεν το άκουγαν σωστά απ΄την αρχή και, νομίζοντας ότι ονομάζομαι Πι-Σιν, μπέρδευαν το Σιν με το μουσουλμανικό Σιχ, κι αναρωτιόνταν γιατί δε φοράω τουρμπάνι.

Την εποχή που σπούδαζα στο πανεπιστήμιο, επισκέφτηκα με φίλους το Μόντρεαλ. Ένα βράδυ ήρθε η σειρά μου να κεράσω πίτσες. Δεν άντεχα να υποστώ έναν ακόμα Γαλλοκαναδό να ταλαιπωρεί το όνομά μου κι έτσι, όταν με ρώτησε στο τηλέφωνο: «Πώς λέγεστε;» είπα: «Είμαι αυτός που είμαι». Μισή ώρα αργότερα κατε΄φθασαν δύο πίτσες για τον «Ιμαφτός Πουίμ».

Είναι αλήθεια ότι αυτοί που συναντάμε μπορεί να μας επηρεάσουν τόσο ριζικά στη ζωή μας, που ποτέ πια να μην είμαστε ίδιοι. Μέχρι και τα ονόματά μας αλλάζουν εντελώς. Θυμηθείτε τους Αποστόλους: Ο Σίμων ονομάστηκε Πέτρος, ο Ματθαίος Λεβί, ο Ναθαναήλ Βαρθολομαίος, ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης, ονομάστηκε Θαδδαίος, ο Συμεών ήταν γνωστός και ως Νέγρος, ο Σαούλ έγινε Παύλος.

Συνάντησα τον δικό μου Ρωμαίο φρουρό στα δώδεκα χρόνια μου, ένα πρωί στην αυλή του σχολείου. Μόλις είχα καταφθάσει. Με είδε, και μια λάμψη δαιμονικής έμπνευσης φώτισε το θαμπό του χαμόγελο. Ύψωσε το χέρι, με έδειξε και ξεφώνισε: «Ο Πιπί-Πιπίνος ο Πατέλ!»

Σ’ ένα δευτερόλεπτο είχαν όλοι ξεσπάσει σε γέλια. Τα έχασα απ’ την ταραχή καθώς μπαίναμε στις τάξεις μας. Μπήκα τελευταίος, με το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι μου.

Όλοι ξέρουμε πόσο σκληρά είναι τα παιδιά. Οι προσβολές τους με ακολουθούσαν στην αυλή. Το’ καναν έτσι, για το κέφι τους, χωρίς να τα έχω πειράξει ποτέ: «Πού κάνουμε πιπί; Θέλω πιπί μου, Πιπίνο!» Ή «Γιατί κοιτάς τον τοίχο; Κάνεις πιπί σου, Πιπίνο;» Και διάφορα παρεμφερή. Άλλοτε έμενα άγαλμα κι άλλοτε παρίστανα τον κουφό και συνέχιζα να απασχολούμαι μ’ αυτό που έκανα, δήθεν αδιάφορος. Τα λόγια έσβηναν μα η πληγή έμενε, σαν τη δυσοσμία των ούρων που παραμένει ακόμα κι όταν έχουν εξατμιστεί.

Άρχισαν να κάνουν τα ίδια και οι δάσκαλοι. Έφταιγε η ζέστη. Καθώς προχωρούσε η μέρα, το μάθημα της γεωγραφίας που το πρωί ήταν δροσερή όαση, καταντούσε σαν την έρημο Σαχάρα. Το μάθημα της ιστορίας ξεκινούσε με κέφι και κατέληγε ανιαρό. Τα μαθηματικά, τόσο σαφή στην αρχή, γίνονταν ένα κουβάρι.  Μπαϊλντισμένοι απ’ την απογευματινή κούραση, ενώ σκούπιζαν με τα μαντίλια τους τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο και το σβέρκο, χωρίς να θέλουν να με προσβάλουν ή να με περιγελάσουν, ακόμα και οι δάσκαλοι λησμονούσαν τη δροσερή υδάτινη υπόσχεση του ονόματός μου και το αλλοίωναν με εξευτελιστικό τρόπο. Αντιλαμβανόμουν τη μετατροπή ακόμα και στα πιο αδιόρατα σαρδάμ. Κρατούσαν με δυσκολία τη γλώσσα τους, σαν άγρια άλογα που θέλουν να λυθούν από την άμαξα. Τα πήγαιναν αρκετά καλά με την πρώτη συλλαβή, το Πι, αλλά η ζέστη ήταν υπερβολική και τελικά αδυνατούσαν να ελέγξουν το στόμα τους που έβγαζε αφρούς, δεν κρατούσαν πια τα ηνία ώστε να σκαρφαλώσουν στη δεύτερη συλλαβή, το Σιν, και κατέληγαν πάντα σε Σιχ.
Σήκωνα το χέρι για να απαντήσω στην ερώτησή τους ενώ το όνομά μου είχε ήδη ακουστεί ως Πι-Σιχ. Πολλές φορές ούτε ο δάσκαλος καταλάβαινε τι έλεγε. Μου έριχνε μια κουρασμένη ματιά, απορημένος γιατί δεν απαντούσα. Μερικές φορές ούτε οι συμμαθητές μου, εξαντλημένοι απ’ τη ζέστη, καταλάβαιναν τι είχε λεχθεί, γι’ αυτό και δεν αντιδρούσαν. Εγώ όμως πάντα έπιανα στον αέρα το ανατριχιαστικό μπέρδεμα.

Πέρασα την τελευταία χρονιά στο σχολείο Σεν Ζοζέφ, με την εντύπωση ότι είμαι ο κυνηγημένος προφήτης Μωάμεθ στη Μέκκα, ευλογημένο το όνομά του. Κι όπως κι εκείνος σχεδίαζε να το σκάσει για τη Μεδίνα, στην Εγίρα που θα σηματοδοτούσε τη μουσουλμανική χρονολόγηση, έτσι κι εγώ σχεδίαζα την απόδρασή μου και την έναρξη μιας νέας εποχής για μένα.

Μετά το Σεν Ζοζέφ, γράφτηκα στο Πτι Σεμινέρ, το καλύτερο ιδιωτικό αγγλικό γυμνάσιο του Ποντισερί. Ο Ραβί φοιτούσε ήδη εκεί και, όπως όλα τα μικρότερα αδέλφια, υπέφερα επειδή βάδιζα στα χνάρια του μεγαλύτερου. Ήταν ο καλύτερος αθλητικής ανάμεσα στους συνομηλίκους του στο σχολείο, ένας ατρόμητος επιθετικός του κρίκετ, αρχηγός της διασημότερης ομάδας της πόλης, ο ήρωας της οικογένειάς μας. Το ότι εγώ ήμουν άριστος κολυμβητής δεν τάραξε τα νερά. Μάλλον κάποιος νόμος της ανθρώπινης φύσης κάνει όσους ζουν κοντά στη θάλασσα να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τους κολυμβητές, όπως όσοι ζουν στα βουνά αντιμετωπίζουν με καχυποψία τους ορειβάτες. Ζούσα πάντα στη σκιά του αδελφού μου, αν και τώρα πια αντί για «Πι-Σιχ» έγινα «ο αδελφός του Ραβί». Έχοντας καλύτερη ιδέα για το άτομό μου, οργάνωσα ανάλογα το σχέδιό μου.

Το έβαλα σε εφαρμογή απ’ την πρώτη κιόλας μέρα στο σχολείο, απ’ το πρώτο κιόλας μάθημα. Γύρω μου βρίσκονταν και παλιοί συμμαθητές μου, απόφοιτοι του Σεν Ζοζέφ. Το μάθημα ξεκίνησε όπως ξεκινά σε όλες τις τάξεις στην αρχή της χρονιάς: με την ανακοίνωση και επαλήθευση των ονομάτων. Όποιος άκουγε το όνομά του σήκωνε το χέρι απ’ το θρανίο όπου είχε καθίσει.

«Γκαναπάθι Κουμάρ», είπε ο Γκαναπάθι Κουμάρ.
«Βαϊπίν Ναθ», είπε ο Βαϊπίν Ναθ.
«Σαμσούλ Χουντχά», είπε ο Σαμσούλ Χουντχά.
«Πίτερ Νταρμαράτζ», είπε ο Πίτερ Νταρμαράτζ.

Σε κάθε όνομα ο καθηγητής έβαζε ένα σημαδάκι στον κατάλογο και έριχνε μια σύντομη ματιά απομνημόνευσης στο μαθητή. Ήμουν τρομερά νευρικός.

«Ατζίτ Γκιντσάν», είπε ο Ατζίτ Γκιντζχάν, τέσσερα θρανία πιο μπροστά από μένα…
«Σαμπάτ Σαρόγια», είπε ο Σαμπάτ Σαρόγια, τρία θρανία πιο μπροστά…
«Στάνλεϊ Κουμάρ», είπε ο Στάνλεϊ Κουμάρ, δύο θρανία πιο μπροστά…
«Σιλβέστερ Ναβέν», είπε ο Σιλβέστερ Ναβέν, ακριβώς μπροστά μου.

Ήταν η σειρά μου. Ώρα να πατάξω τον Σατανά. Μεδίνα, σου ‘ρχομαι!

Σηκώθηκα απ’ το θρανίο μου και όρμησα στον μαυροπίνακα. Πριν ανοίξει το στόμα του ο καθηγητής, άρπαξα μια κιμωλία και έγραψα, ενώ συγχρόνως ανακοίνωνα:

Το όνομά μου είναι
Πισίν Μολιτόρ Πατέλ
Γνωστόν τοις πάσι ως
Πι* Πατέλ

Και για καλό και για κακό πρόσθεσα:
π = 3,14
Σχόλιο
Το βιβλίο είναι γεμάτο με αναφορές σε ζώα και πολλές από τις σκηνές του εκτυλίσσονται είτε στον ζωολογικό κήπο του Pondichéry, είτε στον ωκεανό, όπου ο ναυαγός Πι προσπαθεί να ταΐσει την τίγρη του (Ρίτσαρντ Πάρκερ) ψαρεύοντας. Όσοι μάλιστα είναι ευαισθητοποιημένοι στα περιβαλλοντικά ζητήματα, θα χαρούν διαβάζοντας το σχόλιο του ήρωα (σ.335) κατά της φαλαινοθηρίας. Η άποψή του ωστόσο για το ζήτημα των ζωολογικών κήπων (σ.40-3), δύσκολα θα τους βρει σύμφωνους. Και αυτό, γιατί ο Πι θεωρεί πως τα ζώα στους κήπους έχουν ό,τι ακριβώς θα είχαν και στη φύση, αλλά χωρίς να κινδυνεύουν: αν ήταν έξυπνο το ζώο, θα επέλεγε τον ζωολογικό κήπο. Τα επιχειρήματά του είναι αρκετά, υπάρχει όμως κάτι που θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε;

Οι φίλοι των χελωνών ίσως μάλιστα να έχουν επιπλέον αντιρρήσεις: ο συγγραφέας περιγράφει σε δύο σημεία (σ.260 και σ.293) πώς οι χελώνες που προσπαθούσε να σκοτώσει κρύβονταν στο καβούκι τους για να γλιτώσουν, ενώ κάτι τέτοιο είναι αδύνατο για τις θαλάσσιες χελώνες. Στο καβούκι τους μπαίνουν μόνο οι χερσαίες.
μόλις όμως την άγγιξα, αποτραβήχτηκε και κρύφτηκε στο καβούκι της. 

Στα κεφάλαια 13 και 14, μαθαίνουμε το μυστικό που κάνει έναν θηριοδαμαστή επιτυχημένο (και τον κρατάει αρτιμελή). Πρέπει να μπει πρώτος στη σκηνή του τσίρκου και να γίνει ο "αφέντης" της, να την καταστήσει δική του περιοχή με κραυγές, χτυπήματα των ποδιών και τινάγματα του μαστιγίου, ώστε να εντυπωσιάσει τα λιοντάρια. Όσο κρατάει το "πάνω χέρι" και δείχνει κυρίαρχος, είναι ασφαλής. Επίσης θα πρέπει ως συνεργάτη του για τα κόλπα να επιλέξει το κατώτερο, το πιο υπάκουο και αδύναμο λιοντάρι (φορτώνουμε μόνο το γαϊδούρι που κάνει τη δουλειά). Μπορεί για το κοινό αυτό να μην ξεχωρίζει σε τίποτα από τα υπόλοιπα λιοντάρια, όμως μόνο εκείνο θα εκτελέσει πιστά και χωρίς προβλήματα το πρόγραμμα που το διατάζουν να ακολουθήσει. Μήπως η παραπάνω εικόνα σας φέρνει συνειρμικά στο μυαλό τα όσα συμβαίνουν στην πολιτική αρένα του τόπου μας; Αν όχι, αντικαταστήστε τον θηριοδαμαστή με κάποιον κυβερνητικό αξιωματούχο, τα λιοντάρια με ψηφοφόρους, και τα ποδοβολητά με τις εντυπώσεις που μας αφήνουν τα ΜΜΕ κάθε που ανοίγουμε την τηλεόραση.


Κυρίαρχο μήνυμα στο β' μέρος, όπου βλέπουμε τον Πι να παλεύει μόνος ενάντια στα στοιχεία της φύσης, είναι ο αγώνας για επιβίωση. Ο νεαρός Ινδός κρατιέται στη ζωή κυριολεκτικά με νύχια και με δόντια, ενάντια σε κάθε πεποίθηση που είχε στον πολιτισμένο κόσμο. Η ίδια του η σκέψη, γεννάει μια τίγρη για να του θυμίζει το παρελθόν και να του δίνει ώθηση να ζήσει. Έτσι κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αντιμετωπίσει τις ατυχίες και να καταφέρει να μείνει ζωντανός, ενώ απολαμβάνει κάθε καλοτυχία σαν θεόσταλτο δώρο. Διαβάζοντας τις περιπέτειες τέτοιων ηρώων, σκέφτεται κανείς ότι ίσως θα μπορούσαμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι αν είχαμε διαφορετική νοοτροπία.

Τελευταίο στοιχείο που θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε, είναι η βαρεμάρα του ναυαγού, όπως αυτή εναλλάσσεται με το αίσθημα του τρόμου και της αγωνίας (σ. 316). Όταν λοιπόν ο Πι δεν έχει να αντιμετωπίσει κάποιον άμεσο απειλητικό κίνδυνο, βαριέται τόσο πολύ, που βυθίζεται σε μια ληθαργική κατάσταση απάθειας, κάτι σαν κώμα. Μας θυμίζει λίγο τον Ροβινσώνα όταν παραιτημένος κρυβόταν στα ναρκωτικά λαγούμια του νησιού του και χανόταν σε παραισθήσεις. Και τι άλλο όμως μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος που ζει τελείως μόνος του; Το ερώτημα αυτό θα απασχολήσει τον Ισίδωρο, τον ήρωα στην επόμενή μας ανάρτηση.

Χρήση στην τάξη
Το βιβλίο όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είναι ακατάλληλο ως ανάγνωσμα για μαθητές δημοτικού. Το κείμενό του όμως θα μπορούσε να εμπνεύσει ορισμένες δραστηριότητες στους εκπαιδευτικούς που αγάπησαν το έργο, ώστε να αξιοποιήσουν κάποια τμήματα (ίσως διασκευασμένα) της ιστορίας στη σχολική αίθουσα.

  • Κάτι ευχάριστο και χρήσιμο για την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης στους μαθητές, θα ήταν να δραματοποιηθούν κάποιες χαρακτηριστικές σκηνές με παντομίμα. Πώς θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τις παρακάτω εικόνες χωρίς λόγια; 
- Ο Πι ανακαλύπτει στη βάρκα του προμήθειες και πίνει νερό απελπισμένα διψασμένος (σ. 212-213)

- Ένα μεγάλο ψάρι (ντοράντο) έχει πέσει στη βάρκα. Το θέλουν για δικό τους τόσο ο Πι όσο και η τίγρη. Οι δυο τους αναμετριούνται με το βλέμμα με τον νεαρό να νικάει (σ.324)
- Η βάρκα ξεβράζεται στο Μεξικό και ο Πι σωριάζεται με κόπο στην άμμο (σ. 403)

  • Στο κεφ. 77, το τυποποιημένο φαγητό αρχίζει να τελειώνει, οπότε ο Πι μικραίνει τις μερίδες μπισκότων που τρώει και αρχίζει να πεινάει σαν τρελός. Φαντάζεται τον ποταμό Γάγγη σαν σούπα λαχανικών, τα βουνά σαν ρύζι και την κορυφή του Έβερεστ σαν παγωτό. 
Αν κι εμείς πεινούσαμε τόσο πολύ, ποιο φαγητό θα φανταζόμασταν με το νου μας και με ποια μέρη που συναντάμε καθημερινά θα το παρομοιάζαμε;

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...