Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Ελληνικές γιορτές

Υπόθεση
Δεκατρία μικρά διηγήματα με θέματα από τις γιορτές του τόπου μας. Τα περισσότερα αφορούν τα Χριστούγεννα, ενώ υπάρχουν ορισμένα και για την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, τις Απόκριες, την 25η Μαρτίου, το Πάσχα, ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο!

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Νέστορας Μάτσας
Εικονογράφηση: Βιολέττα Διαμαντή - Μελετίου
ISBN: 960-600-040-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1997
Σελίδες:140
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ', Δ', Ε' 

Κριτική
Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας και λαογράφος Νέστορας Μάτσας, μας δίνει μια σειρά από μικρές ιστορίες διαποτισμένες από το χριστιανικό πνεύμα, που μπορεί να καλύπτουν τις γιορτές όλου του χρόνου παρέχοντάς μας ένα πλήρες βοήθημα για την τάξη, μοιάζουν όμως αρκετά ξεπερασμένες από τα σύγχρονα δεδομένα, κι έτσι μάλλον δεν ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντα των παιδιών του 21ου αιώνα. Τα κείμενα είναι γραμμένα με τρυφερότητα και σε γλώσσα απλή, όμως σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στη δεύτερη ιστορία) το βασικό νόημα παραμένει ασαφές. Η έκταση των ιστοριών είναι περιορισμένη (5-7 σελίδες η κάθε μία) κι έτσι δεν κουράζει, φοβάμαι ωστόσο ότι δε συμβαίνει το ίδιο και με το περιεχόμενό τους, που όπως αναφέραμε ήδη, δύσκολα θα συγκινήσει τους μικρούς αναγνώστες της εποχής μας. Η (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση περιορίζεται σε συνοδευτικό ρόλο και είναι μάλλον επαρκής (2-3 ολοσέλιδες εικόνες ανά ιστορία), μοιάζει ωστόσο κι αυτή βγαλμένη από παλαιότερες δεκαετίες. Θα προτείναμε το βιβλίο περισσότερο σε μαθητές Δ' και Ε' τάξης, ιδιαίτερα σε όσους ενδιαφέρονται για αντιπολεμικές ιστορίες.


  • Ανθρώπινα μηνύματα, μεταφερμένα με τρυφερότητα
  • Ιστορίες για όλες τις μεγάλες γιορτές του χρόνου

  • Περιεχόμενο που δύσκολα συγκινεί σύγχρονα παιδιά
  • Ασάφειες σε κάποιες από τις ιστορίες

Αξίες - Θέματα
Ανθρωπισμός, Παραμύθια, Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, 25η Μαρτίου, Δεκαπενταύγουστος.

Εικονογράφηση
 
Απόσπασμα
Μια φορά κι έναν καιρό – όπως αρχίζουν όλα τα παλιά γοητευτικά παραμύθια…- σε κάποια πολύ μακρινή πολιτεία, τυλιγμένη στ’ όνειρο και στο μύθο, ζούσαν τα Τσιλικροτά.

Τα ξέρετε τα Τσιλικροτά; Είναι οι καλικάντζαροι, οι μικροί διάβολοι που με τα καμώματά τους τρελαίνουν τις νοικοκυράδες και τα κορίτσια τις άγιες τούτες μέρες της χριστιανοσύνης…

Τα Τσιλικροτά ήταν κι αυτά κάποτε όμορφα πριγκιπόπουλα και είχαν στην πιο ψηλή κορφή ενός καταπράσινου λόφου της μαγικής τούτης πολιτείας ένα θαυμάσιο πύργο, που όμοιός του δεν υπήρχε σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν όλος από κρύσταλλο και στο μεγάλο πάρκο του πετούσαν πολύχρωμα παραδείσια πουλιά κι όμορφες νύμφες κρύβονταν πίσω απ’ τους κορμούς των αιωνόβιων δέντρων του…

Τα Τσιλικροτά είχαν ξανθά και πυκνά μαλλιά σαν τα ώριμα στάχυα του θέρους και τα μάτια τους ήταν γαλάζια και φωτεινά…

Η ομορφιά τους όμως ήταν μόνο εξωτερική. Ήταν κακά κι αχάριστα και ένιωθαν βαθιά χαρά όταν σκόρπιζαν τον πόνο και τα δάκρυα.

Αγαπούσαν να βασανίζουν τα μικρά ζώα του δάσους, να τραβούν τα φτερά των ωραίων παραδείσιων πουλιών και να στήνουν παγίδες στις νύμφες για να τυραννιούνται ώρες, προσπαθώντας να ξεφύγουν απ’ τα μεγάλα σιδερένια δόκανα…

Μια σκοτεινή και παγωμένη νύχτα του χειμώνα έφτασε ως το μακρινό πύργο τους το μεγάλο μήνυμα:

Σε μια μικρή και ταπεινή φάντη είχε γεννηθεί ο μέγας Βασιλιάς του κόσμου, αυτός που ούτε με τη βία ούτε με τη δύναμη, αλλά με την καρτερία και την αγάπη θα γινόταν κύριος του ουρανού και της γης, των ανθρώπων και των πραγμάτων…

Πάγωσαν τα πριγκιπόπουλα. Ποιος ήταν αυτός ο απροσδόκητος εχθρός που  θα βασίλευε σ’ όλο τον κόσμο;

Σκέφτηκαν να στείλουν τους υπηρέτες τους να τον σκοτώσουν ή ακόμη να πάνε οι ίδιοι με τα χρυσά τους τόξα και να καρφώσουν ένα, το πιο όμορφο αλλά και το πιο φαρμακερό, στην καρδιά του μικρού Θεού…


Ετοίμασαν λοιπόν τα πιο δυνατά άλογά τους, ζώστηκαν τ’ άρματά τους και μια νύχτα, βαθιά και κρύα σαν το μίσος που έσερναν στις ψυχές τους, ξεκίνησαν για το μακρινό τους ταξίδι.


Θα ζητούσαν ένα μικρό χωριό, τη Βηθλεέμ, κι εκεί σίγουρα θα ήταν εύκολο να βρουν τη φάτνη του θαύματος…


Κάλπασαν ώρες ατέλειωτες κάτω από έναν ουρανό σκοτεινό και βαθύ, χωρίς ούτ’ ένα άστρο να φέγγει την άδικη πορεία τους… Και δεν έλεγε να ξημερώσει…


Θα πίστευε κανείς ότι η αυγή φοβόταν να προβάλει πίσω απ΄ το πυκνό σκοτάδι της νύχτας κι ότι ποτέ πια δε θα γλιστρούσε στο μαύρο ουρανό λίγο φως… Κι όσο κάλπαζαν με τ’ άλογά τους, τόσο η νύχτα γινόταν πιο βαθιά, τόσο το σκοτάδι τύλιγε τα πάντα μ’ ένα πέπλο πυκνό κι αδιαπέραστο…


Σε μια στιγμή τ’ άλογα σταμάτησαν. Τα πριγκιπόπουλα τα κέντησαν δαιμονισμένα, μα αυτά δε σάλευαν απ’ τη θέση τους.


Κατέβηκαν τότε και συνέχισαν μόνα τους την πορεία. Το μίσος και το κακό που φώλιαζε στις ψυχές τους ήταν δυνατότερο από καθετί άλλο… Τίποτε δεν μπορούσε να τους σταματήσει, αφού ήθελαν με κάθε τρόπο να εξοντώσουν τούτο τον απρόσμενο άρχοντα που – ποιος ξέρει; - μπορεί να τους έπαιρνε τον πύργο τους, τ’ αγαθά τους, τ’ άρματα και τα χρυσάφια τους… Μα δεν έβλεπαν πια να προχωρήσουν.


Ξαφνικά, σαν μεσ’ από κάποια αβυσσαλέα τάρταρα, ακούστηκε μια δυνατή βουή και η γη άρχισε να τρέμει.


Τα πριγκιπόπουλα για πρώτη φορά στη ζωή τους ένιωσαν τόσο δυνατό φόβο. Τίποτε ως τότε δεν τα είχε συγκινήσει, ούτε τα είχε φοβίσει.

Ήταν περήφανα για τη σκληρότητά τους και για το αλόγιστο θάρρος τους…


Ωστόσο, εκείνη η νύχτα, βαθιά κι ατέλειωτη, ήταν τόσο παράξενη!... Κι εκείνο το σκοτάδι τόσο πυκνό!... Κι η αδιαπέραστη σιωπή –θα ‘λεγε κανείς ότι όλα είχαν μαρμαρώσει- τόσο τρομακτική!...


Πήγαν κάτι να πουν, να βρίσουν θεούς και δαίμονες, δεν πρόλαβαν όμως!... Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Είχαν γίνει πια οι καλικάντζαροι!...


Δεν τελειώνει όμως εδώ το παραμύθι των Τσιλικροτών. Στη γη που βρέθηκαν δε θέλησαν να ησυχάσουν. Για να εκδικηθούν λοιπόν τους ανθρώπους που έμεναν πάνω σ’ αυτήν και χαίρονταν τη ζωή και το φως, άρχισαν με τα δόντια τους – που στο μεταξύ είχαν γίνει μυτερά κι άσχημα σαν των ποντικών – να πριονίζουν τους στύλους της γης για να σωριαστούν κάποτε όλες οι ομορφιές της και οι άνθρωποι μαζί στα σκοτεινά τάρταρα.


Δε φτάνει όμως ως εκεί η δύναμή τους- γιατί κάθε τέτοια περίοδο που κατορθώνουν και γλιστρούν στην επιφάνεια της γης, οι στύλοι ξανάρχονται στη θέση τους, κι όταν φτάσουν τα Φώτα και τα Τσιλικροτά κυνηγημένα από τον αγιασμό γυρίζουν στα τάρταρα, ρίχνονται πάλι απ’ την αρχή στη δουλειά…

Πρέπει, αφού αυτά ζουν στα πυκνά σκοτάδια, όλοι να χαθούν μαζί τους… Όλοι!...


Εδώ κλείνει το παραμύθι των καλικαντζάρων. Άλλωστε, μόλις ακούγεται η πρώτη ευχή του αγιασμού, τρέχουν να κρυφτούν στα βάθη της γης, φωνάζοντας σαν δαιμονισμένα:


Πάμετε να φύγουμε

κι έρχεται ο τρελόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με τη μαγκούρα του.


Και χάνονται στα τάρταρα…
Σχόλιο
Τι κάνει Ηο-Ηο-Ηο στα κεραμίδια;
Στο πιο πάνω απόσπασμα, διαβάζουμε την -θεωρώ- πιο ενδιαφέρουσα ιστορία του βιβλίου, με θέμα τους καλικαντζάρους. Σύμφωνα με την λαϊκή μας παράδοση, τα υποχθόνια αυτά πλασματάκια βγαίνουν από τη γη κατά το 12ήμερο των Χριστουγέννων και μπαίνουν στα σπίτια των πιστών από τις καμινάδες για να κάνουν όσες ζημιές μπορούν. 

Η σύγχρονη παγκόσμια κουλτούρα ωστόσο, θέλει κατά τις μέρες αυτές να περιμένουμε να μας επισκεφθεί κάποιος άλλος, που επίσης κατεβαίνει από τις καμινάδες. Τι μας περιμένει τελικά στο τζάκι; Τα δώρα ή ο Ζονγκ? 

Και τι συμβαίνει όταν η λαϊκή παράδοση ενός τόπου έρχεται σε σύγκρουση με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα της κατανάλωσης; Στην περίπτωση της Πρωτοχρονιάς έχει προς το παρόν επικρατήσει ένας βολικός αχταρμάς, που μπορεί να μπερδεύει τα παιδιά, αλλά τα χωράει όλα. Έτσι, στα κάλαντα ψέλνουμε τον Αϊ Βασίλη από την Καισάρεια, τα γράμματά μας τα στέλνουμε στο επίσημο κατάλυμα του Santa Claus στο Ροβανίεμι (μπορούμε μάλιστα να στείλουμε και email στο site του) ενώ την τάξη τη στολίζουμε με τις φιγούρες του χοντρού παππούλη που επινόησε η Coca Cola... οι καλοί παντού χωράνε. Αν μάλιστα δεν ήταν η κρίση, ίσως ήδη να είχαμε αρχίσει να ανταλλάσσουμε δώρα και την 6η Δεκεμβρίου, ώστε να μην μείνει παραπονεμένος ο Nikolaus (ο για μας Άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων) των Γερμανών. Χρόνια πολλά!

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...