Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαίρι της Αβίγια

Υπόθεση
Η μικρή Αβίγια, ορφανή από πατέρα, ζει σε ένα οικοτροφείο στο Ισραήλ, κάπου στη δεκαετία του 1950. Η μητέρα της πάσχει από νευρολογικά προβλήματα και γι’ αυτό σπάνια απαντάει στα γράμματα της κόρης της. Όταν όμως επισκέπτεται το οικοτροφείο για να την δει σε μια παράσταση, αποφασίζει να την πάρει μαζί της στο σπίτι. Το καλοκαίρι που περνάνε μάνα και κόρη είναι γεμάτο γεγονότα που θα δοκιμάσουν τη σχέση τους και θα κάνουν την Αβίγια να βιώσει πολλά και αμφίρροπα συναισθήματα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Γκίλα Αλμαγκόρ (Gila Almagor –Alexandrowitz-)
Μετάφραση: Στέλλα Κουτσούκαλη 
Εικονογράφηση: - 
ISBN: 978-960-04-3496-5
Τίτλος πρωτοτύπου: Ηa-Kayitz Shel Aviya (הקיץ של אביה)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (στα ελληνικά 2002)
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’

Κριτική
Μια αληθινή ιστορία βγαλμένη από τα παιδικά χρόνια της ισραηλινής ηθοποιού, που γυρίστηκε και σε ταινία (1988), με την ίδια στο ρόλο της ψυχωτικής μητέρας.
Η Αβίγια στην ομώνυμη ταινία (πηγή)
Η γραφή της Αλμαγκόρ είναι απλή και κατανοητή και η μετάφραση μέσω αγγλικών δεν φαίνεται να βλάπτει ιδιαίτερα τη ροή του κειμένου. Η στοιχειοθεσία όμως δεν θυμίζει καθόλου βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, αφού τα γράμματα είναι μικρά και τα κεφάλαια εκτείνονται από 5 μέχρι και 17 σελίδες το ένα, χωρίς κανένα σωσίβιο εικονογράφησης.

Το γεγονός ότι τα όσα περιγράφονται είναι πραγματικά, βοηθάει βέβαια στο ρεαλισμό της αφήγησης και στην πληρότητα των χαρακτήρων, από την άλλη όμως επιτρέπει την παρουσία σκληρών σκηνών (π.χ. η μητέρα σε κρίση) και δεν διασφαλίζει το σύνηθες λογοτεχνικό happy end που δυστυχώς η ζωή σπάνια μας επιφυλάσσει.

Το βιβλίο απευθύνεται σε ώριμους αναγνώστες, ενώ από το δημοτικό θα το προτείναμε κυρίως σε μαθήτριες της Στ’ τάξης, που ίσως θα ήταν ευκολότερο να ταυτιστούν με την μικρή Αβίγια.

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ προτείνει να διδάσκουμε την ιστορία με τα δεινά της και από την οπτική γωνία των ηττημένων, αν θέλουμε να αναπτύξουμε στα παιδιά τη συμπάθεια (On Education, 1926). Αν αυτό όντως ισχύει, διαβάζοντας ένας μαθητής το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την ενσυναίσθησή του για τους άτυχους αυτού του κόσμου. Θα γνωρίσει τα μελανά χρώματα που συνθέτουν τον πίνακα της δυστυχίας· μιας δυστυχίας απ’ την οποία η συγκεκριμένη ηρωίδα δεν μπορεί να ξεφύγει, καθώς την έχει μέσα στο ίδιο της το αίμα. Θα μάθει για τις ασχήμιες, στις οποίες καμιά φορά οδηγεί η απομόνωση που επιφυλάσσουμε στους παραμελημένους. Ίσως επίσης αντιληφθεί, το πώς και λίγη ακόμα αγάπη αντί για περιφρόνηση, μπορεί να δώσει στους ανθρώπους αυτούς ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, ή έστω για μερικά εφήμερα όνειρα. Τέλος, μπορεί να επανεξετάσει από μια διαφορετική οπτική τις (τόσο εύθραυστες) σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αρκετά λοιπόν τα διδάγματα από το κείμενο, που για εμάς τους Έλληνες επιφυλάσσει μια επιπλέον έκπληξη: μας αποκαλύπτει ότι στις σχολικές εορτές (βλ. Χανούκα) κάποιων άλλων λαών, μπορεί να είμαστε οι μοχθηροί της υπόθεσης! Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, δεν έχει παρά να διαβάσει την ιστορία σχετικά με τον ειδωλολάτρη μακεδόνα Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή και το πώς η διοίκησή του οδήγησε στην επανάσταση των Μακκαβαίων.

Τέλος να αναφέρουμε ότι όπως είναι φυσικό, στο κείμενο περνάνε αρκετές από τις αξίες της εβραϊκής κουλτούρας, όπως η αναγνώριση και ο σεβασμός στον πλούτο, η οικονομία, το κυνήγι της επιτυχίας, η εκπλήρωση του ηθικού χρέους, κ.ά.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Υπευθυνότητα, Ανθρωπισμός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Καθώς πλησίαζα στο σπίτι άκουσα τον ήχο ενός πιάνου και μου φάνηκε ότι οι νότες που έβγαιναν με έσπρωχναν προς τα σκαλιά. ήλπιζα να έρχονται από το σπίτι της κυρίας Άμπραμσον, και πραγματικά, καθώς πλησίαζα στην πόρτα, κατάλαβα ότι από εκεί έρχονταν. Ποτέ δεν είχα ξανακούσει τέτοια μουσική στη γειτονιά μας. Στάθηκα έξω από την πόρτα και άκουγα. Στην πόρτα υπήρχε μια μικρή ταμπελίτσα που έλεγε «Ρουθ & Μάγια Άμπραμσον». Το σκυλί της κυρίας Άμπραμσον κατάλαβε ότι στεκόμουν εκεί και άρχισε να γαβγίζει. Μετά ακούστηκαν φωνές και, πριν ακόμα προλάβω να χτυπήσω το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και η κυρία Άμπραμσον στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν ψηλή και χλομή, με ένα πρόσωπο που έλαμπε σαν να είχε βάλει λιπαρή κρέμα, και φορούσε κάτι μακριά γάντια στα χέρια της. Αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν καλοκαίρι και έκανε ζέστη. Αργότερα έμαθα ότι τα φορούσε παντού και πάντα.

Στεκόμουν στην πόρτα κρατώντας το καλάθι με την μπουγάδα και εκείνη με κοίταζε από πάνω ως κάτω καταλαβαίνοντας σίγουρα ότι κάτω από το χαζό μαντίλι το κεφάλι μου ήταν φαλακρό. Μου ψιθύρισε: «Σσστ, μην κάνεις φασαρία. Άσε το καλάθι εδώ. Θα έρθω να πληρώσω τη μαμά σου αύριο. Δεν μπορώ να διακόψω τώρα, η τσάντα μου είναι στο δωμάτιο της μουσικής».

Δωμάτιο μουσικής! Αναρωτιόμουν ποιος μπορεί να είχε δωμάτιο μουσικής. Και τι έκανε κανείς σε ένα δωμάτιο μουσικής; Μου άρεσε τόσο πολύ η μουσική που δεν ήθελα να φύγω. Μακάρι να μπορούσα να κάνω τη στιγμή να διαρκέσει για πάντα.

«Όμως η μαμά μου χρειάζεται τα χρήματα», ψιθύρισα.
«Τότε θα πρέπει να περιμένεις», απάντησε.
Αυτό ήθελα κι εγώ:Να χρειαστεί να περιμένω για ν’ ακούσω κι άλλο.
Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο.

Όταν τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι του διαμερίσματος της κυρίας Άμπραμσον, κατάλαβα ότι δεν έμοιαζε με κανένα άλλο διαμέρισμα απ όσα είχα πάει. Υπήρχαν σκούρα και όμορφα έπιπλα, μικρά πορτατίφ που ανάδιναν ένα απαλό κίτρινο φως και κάδρα με χρυσές κορνίζες στον τοίχο. Όλα ήταν τόσο διαφορετικά!

Ύστερα η μουσική σταμάτησε. Η κυρία Άμπραμσον χτύπησε ελαφρά την πόρτα, ζήτησε συγγνώμη και μπήκε μέσα. Κρυφοκοίταξα μέσα και είδα μερικά κορίτσια στην ηλικία μου με πανέμορφα φορέματα. Αντί για μαντίλια στα κεφάλια τους φορούσαν αληθινές κορδελίτσες που έμοιαζαν με λουλούδια.

Τότε πρωτοείδα τη Μάγια. ήταν γύρω στα είκοσι, πολύ ψηλή και υπερβολικά αδύνατη, και φορούσε ένα παράξενο φουστάνι. Η κυρία Άμπραμσον βγήκε έξω, έβαλε τα χρήματα για τη μαμά στο χέρι μου και είπε: «Λυπάμαι που δεν έχω ένα γλυκό να σε κεράσω. Κάποια άλλη φορά, εντάξει;».

Ξαφνικά ένιωσα να παραλύω και να μην μπορώ να κουνηθώ. Ήθελα να πάω στο δωμάτιο της μουσικής μαζί με τα άλλα κορίτσια. «Δεν μπορώ να μείνω;», άκουσα τον εαυτό μου να λέει. «Μήπως θα μπορούσα; Υπόσχομαι να μην κάνω καθόλου φασαρία.»

«Ε, καλά», απάντησε, «εφόσον θα κάθεσαι ήσυχη». Άνοιξε την πόρτα και είπε:»Μάγια, αυτή είναι η κόρη  της Χένιας της πλύστρας… θέλω να πω, η κόρη της Χένιας της μοδίστρας. Άσ’ τη να καθίσει και να παρακολουθήσει για λίγο».

Πριν ακόμα βρω ένα μέρος να σταθώ κοντά στον τοίχο, είδα τα άλλα κορίτσια να με κοιτούν και να χαχανίζουν. Ήξερα ότι γελάνε επειδή ήμουν φαλακρή και ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Η Μάγια σηκώθηκε με μια μεγαλειώδη κίνηση από το πιάνο. Τώρα μπορούσα να τη δω καλύτερα. Ήταν ψηλή και πολύ λεπτή. Το δέρμα της ήταν υπερβολικά λευκό, σχεδόν διάφανο, και έμοιαζε σαν περίεργο πουλί. Είχε μεγάλα καστανά μάτια και κόκκινα μαλλιά, και φορούσε κάτι μαύρο και στενό κάτω από ένα μακρύ γυαλιστερό μαύρο φόρεμα με ένα τεράστιο πολύχρωμο παγόνι κεντημένο επάνω του. Χτύπησε τα χέρια και είπε: «Κορίτσια, το μάθημα δεν τελείωσε ακόμα. Σταματήστε τα χάχανα! Θέλω να συγκεντρωθείτε».

Το γέλιο σταμάτησε. Τράβηξε τις βαριές κουρτίνες στα παράθυρα και το δωμάτιο λούστηκε στο κίτρινο φως μιας μικρής λάμπας. Ύστερα είπε με χαδιάρικη φωνή που έμοιαζε με ψίθυρο:»Κορίτσια, θέλω να κοιτάξετε την εικόνα που βρίσκεται πάνω από το πιάνο. Κοιτάξτε την προσεκτικά. Θα παίξω κάτι, και η μια μετά την άλλη θα μου πείτε τι βλέπετε». Γύρισε στο πιάνο και έπαιξε μια υπέροχη μελωδία. Συγκινήθηκα τόσο πολύ, που έτρεμα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ντράπηκα, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και κανείς δε με πρόσεξε.

Ύστερα από μερικά λεπτά η Μάγια γύρισε στα κορίτσια και ρώτησε την καθεμιά τους τι είχε δει στην εικόνα. Ήταν ένα περίεργο μαγικό τοπίο με πολλά νερά και παράξενα φυτά. Κύκνοι κολυμπούσαν στα νερά που στην πραγματικότητα ήταν μια λίμνη –μια λίμνη με κύκνους. Άκουγα τα κορίτσια να απαντούν. Έλεγαν πράγματα όπως: «Πάπιες που κολυμπάνε στα νερά», «Οικογένεια κύκνων σε μια λίμνη», και άλλα τέτοια. Η Μάγια έμοιαζε να απογοητεύεται. Ήταν φανερό ότι ήλπιζε να ακούσει κάτι διαφορετικό. Ήθελε μια ολόκληρη ιστορία και η φαντασία μου άρχισε να καλπάζει.

Φαντάστηκα μια μαγική λίμνη και έναν κύκνο που κάποτε ήταν κορίτσι. Το κορίτσι αυτό μισούσε τόσο πολύ τη ζωή του, που ήθελε να πεθάνει. Πήδησε στο νερό, αλλά κάποιος που δεν ήθελε να την αφήσει να πνιγεί τη μεταμόρφωσε σε κύκνο μέχρι να περάσουν τα δύσκολα. Της υποσχέθηκε ότι κάποια μέρα θα γινόταν ένα όμορφο και χαρούμενο κορίτσι. αυτή ήταν η ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό, και ήμουνα ακόμα αφοσιωμένη στους κύκνους μου, όταν η Μάγια γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε:

«Πώς σε λένε;»
«Ποιον, εμένα;», είπα. «Αβίγια.»
«Ωραία λοιπόν, Αβίβα», είπε η Μάγια. «Εσύ τι βλέπεις στην εικόνα;»
«Όχι Αβίβα», είπα. «Αβίγια. Το όνομά μου είναι Αβίγια».
Τα κορίτσια χαχάνισαν, αλλά η Μάγια τις έκανε να ησυχάσουν και είπε ξανά: «Λοιπόν εσύ τι βλέπεις;»

Είπα την ιστορία μου και εκείνη με άκουγε.
Όταν τα κορίτσια άρχισαν να μου κάνουν γκριμάτσες, τους είπε να ησυχάσουν. Όταν τελείωσα εκείνη είπε:»Το Αβίβα είναι γνωστό όνομα, το Αβίγια τι σόι όνομα είναι;»

«Είναι απλώς ένα όνομα», είπα.
«Είναι ένα παράξενο όνομα», είπε η Μάγια.
Ύστερα έπεσε σιωπή. Η Μάγια άρχισε να παίζει ξανά και ενώ έπαιζε μου είπε: «Συνέχισε να λες την ιστορία σου, Αβίγια».

Διηγήθηκα την ιστορία καθώς έπαιζε πιάνο, αλλά ήξερα ότι με παρακολουθεί, γιατί όταν σταμάτησε το πιάνο, με κοίταξε σιωπηλά για μια στιγμή και είπε: «Τι ωραία ιστορία! Έχεις διαβάσει πολλά βιβλία;»

Έγνεψα καταφατικά. Στ’ αλήθεια διάβαζα πολύ. Μου άρεσε το διάβασμα. Ένιωθα τα άλλα κορίτσια να με κοιτάνε και χαμήλωσα τα μάτια στο πάτωμα ντροπιασμένη.

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...