Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Τότε που χτιζόταν ο Παρθενώνας

Υπόθεση
Αθήνα, 433 προ Χριστού. Καθώς τα έργα κατασκευής των νέων μνημείων της Ακρόπολης προχωρούν, η 9χρονη Μερόπη ζει μέρα με τη μέρα τη χαρά όλων των Αθηναίων. Όλων, εκτός από τον παππού του φίλου της του Άγη, που νιώθει ακόμα πόνο και νοσταλγία για την παλιά, «τη δική του Ακρόπολη» που οι Πέρσες έκαψαν πριν 40 χρόνια. Ψάχνοντας έναν τρόπο να πείσουν τον γέρο μαραθωνομάχο να ανέβει στον ιερό βράχο και πάλι, τα παιδιά συζητούν με τους φίλους τους στην πλατεία. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί την περιπέτεια που τα περιμένει σύντομα...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Ουρανία Τουτουντζή
Εικονογράφηση: Σοφία Παπαδοπούλου
ISBN: 978-960-04-4316-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες:162
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Συμπαθητικό διήγημα ιστορικής μυθοπλασίας που (όπως λέει και ο τίτλος) μας γυρίζει στην εποχή που χτιζόταν ο Παρθενώνας. Η γλώσσα είναι απλή και σαφής, το κείμενο όμως παρουσιάζει αδυναμίες. Η πλοκή κινείται γύρω από μια χαριτωμένη ιδέα (τα παιδιά βοηθούν έναν ηλικιωμένο ήρωα να ξεπεράσει τον ψυχικό του πόνο) που όμως αρχίζει να ξεδιπλώνεται αρκετά αργά - περίπου στη σελίδα 100. Μέχρι τότε, το κείμενο μας συστήνει τους ήρωες, κάνει μια περίληψη των περσικών πολέμων και μας ξεναγεί στον ιερό βράχο με τη βοήθεια του Ικτίνου. Το βιβλίο χωρίζεται σε 7 κεφάλαια (6-34 σελίδων) δύο από τα οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλα, και καθώς οι ρυθμοί είναι αργοί, ίσως κουράσουν τους λιγότερο αποφασισμένους. Η εικονογράφηση είναι αραιή αλλά παρούσα, χωρίς να αλληλεπιδρά ιδιαίτερα με το κείμενο. Λόγω θεματικής, θα το προτείναμε περισσότερο σε μαθητές της Δ', αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά που ενδιαφέρονται για την αρχαία Αθήνα και την Ακρόπολη.

  • Απλή και κατανοητή γραφή
  • Χαριτωμένη ιδέα
  • Πληροφορίες για την Ακρόπολη

  • Κείμενο με αδυναμίες 
  • Απλοϊκές προσεγγίσεις
  • Μεγάλα κεφάλαια που μπορεί να κουράσουν

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Ιστορία - Αρχαιολογία, Τέχνη, Απώλεια, Περιπέτεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν η παρέα της πλατείας δείχνει την αλληλεγγύη της και αποφασίζει να βοηθήσει τον Άγη και τη Μερόπη.

Εικονογράφηση
Ένα δισέλιδο σκίτσο του Παρθενώνα, 3-4 ολοσέλιδα όπως αυτό της εικόνας και περίπου 10 μικρά, εμβόλιμα στο κείμενο, το συνοδεύουν, προσθέτοντας στην αισθητική αξία του βιβλίου.

Απόσπασμα
Συνεχίζοντας έπειτα να προχωρά στο βορινό φρύδι του λόφου, πρόσθεσε:

«Λίγο πιο πέρα ήταν ο παλιός ναός του Ηφαίστου. Είναι πολλά ακόμη αυτά που μένει να οικοδομήσουμε από την αρχή… κι εδώ ήταν ο βωμός του Ερεχθέα, δίπλα σε αυτήν εδώ τη σπηλιά όπου ακόμα φωλιάζει το ιερό του φίδι. Εδώ ήταν και το ιερό του Ποσειδώνα, εδώ και το παλιό Ερέχθειο, που και αυτό κάηκε από τους Πέρσες. Κι εδώ ακριβώς, καθώς έχουμε αποφασίσει να σεβαστούμε τη θέση των παλιών ιερών, πρόκειται να χτιστεί το νέο Ερέχθειο. ένας ναός αφιερωμένος στον Ερεχθέα, στον Ποσειδώνα και στην Αθηνά, ακριβώς στο σημείο όπου ο θεός και η θεά αγωνίστηκαν κάποτε για την αγαπημένη τους Αθήνα. Κοιτάξτε, το έχετε δει ποτέ αυτό;

Τα παιδιά έσκυψαν και κοίταξαν προς το μέρος του βράχου που τους έδειχνε ο Ικτίνος: τρεις ακανόνιστες τρύπες, που ήταν τα σημάδια τα οποία είχε αφήσει επάνω στο βράχο η τρίαινα του Ποσειδώνα.

«Όπως κι αν διαμορφωθούν στο τέλος τα σχέδια του ναού που θα χτιστεί εδώ», είπε ο Ικτίνος, το σίγουρο είναι πως θα υπάρχει σε αυτό ακριβώς το σημείο μια στοά χωρίς στέγη ή με κάποιο ειδικά μελετημένο άνοιγμα από πάνω, ώστε πάντοτε το φως του ήλιου και των νυχτερινών άστρων να χαιρετίζουν το σημάδι που άφησε η τρίαινα του θεού».

Τα παιδιά έσκυψαν περισσότερο, ψηλάφησαν με τα χέρια τους τις τρεις τρύπες κι ένιωσαν να κυριεύονται από δέος. Εκεί, δίπλα τους, ήταν η πηγή με το αλμυρό νερό, το δώρο που ο Ποσειδώνας δεν πήρε ποτέ πίσω από τους πολίτες της Αθήνας, κι ας είχαν διαλέξει εκείνοι για προστάτιδά τους τη θεά Αθηνά. Λίγο πιο πέρα, μια άλλη σπηλιά μέσα σχεδόν στο βράχο μαρτυρούσε την πανάρχαιη τοποθεσία του ιερού του Κέκροπα. Κι όλα αυτά τα ιερά, όλα αυτά τα σημεία του βράχου με την τόσο ιδιαίτερη σημασία που είχε το καθένα για τους Αθηναίους και τις Αθηναίες, έμελλε να ενωθούν αρμονικά στο καινούριο Ερέχθειο που θα χτιζόταν αργότερα. Πώς θα ήταν άραγε; Αυτό αναρωτιόνταν τώρα τα παιδιά, που δυσκολεύονταν να φανταστούν τη μορφή που θα είχε ο ναός. Πώς θα ενώνονταν όλα αυτά τα ιερά σε ένα, που θα σεβόταν τη σημασία και την προϊστορία του καθενός ξεχωριστά; Τα παιδιά δεν είχαν προλάβει το παλιό Ερέχθειο, και δεν είχε ακόμα φτάσει η στιγμή που θα αντίκριζαν το καινούριο.

«Κι έτσι τώρα», είπε ο Ικτίνος σαν να μάντευε τις σκέψεις τους, «δεν μπορούμε παρά να κλείνουμε τα μάτια μας και να προσπαθούμε να δούμε με τα μάτια της καρδιάς μας αυτό που πρόκειται να υπάρξει εδώ αργότερα».

Τώρα, χωρίς να έχουν συνεννοηθεί, αλλά σαν αυτό να αποτελούσε την κορύφωση αυτής της περιήγησης στον ιερό βράχο, σαν να υπάκουαν, θα ‘λεγες, σε μια δύναμη που τους οδηγούσε και τους ξεπερνούσε, βάδισαν και οι τρεις προς το μέρος όπου βρισκόταν η ιερή ελιά, πολύ κοντά στο μέρος που είχε στηθεί τα πανάρχαια χρόνια ο βωμός του Ερκείου Διός, και στάθηκαν κάτω από τη σκιά της.

«Αυτό, παιδιά μου, που μας έδωσε το κουράγιο να ξεκινήσουμε να χτίζουμε πάλι ναούς και ιερά εδώ πάνω στο βράχο ήταν ετούτο εδώ το δέντρο», τους είπε ο Ικτίνος.

«Η ελιά της Αθηνάς», ψιθύρισε η Μερόπη.

«Ούτε για μια στιγμή μετά την πυρκαγιά δεν απέμεινε αυτό το δέντρο κούτσουρο καμένο», είπε ο Ικτίνος. «αμέσως η αρχαία ρίζα πέταξε νέο βλαστό. Κι αν το δέντρο που βλέπετε τώρα εδώ είναι νεαρό, ρίζα πανάρχαιη το δένει με τη γη καθώς η ελιά είναι αιωνόβιο δέντρο».

Ο Ικτίνος σταμάτησε, πήρε βαθιά ανάσα, κι έπειτα συνέχισε: «γι’ αυτό και είναι ετούτη εδώ η ελιά που θα κάνει να αναγεννηθεί και η ελπίδα στην καρδιά του παππού σου, Άγη. Και μη νομίζεις πως ο παππούς σου είναι μόνος του…»

«Α, μα όχι», βιάστηκε να αποκριθεί ο Άγης. «Ο παππούς έχει βέβαια εμάς, έχει τους γονείς μου, εμένα, τους φίλους μας…»

«Σίγουρα έχει εσάς», είπε χαμογελώντας ο Ικτίνος, «όμως άλλο εννοούσα εγώ. Σαν τον παππού σου, Άγη, υπάρχουν, κι άλλοι πολλοί ακόμη. Τι νομίζεις, ότι είναι ο μόνος απ’ όσους πολέμησαν στο Μαραθώνα κι απ’ όσους πολέμησαν στη Σαλαμίνα που ζει ακόμα;»

«Δεν το είχα άλλοτε σκεφτεί αυτό, Ικτίνε», είπε ξαφνιασμένος ο Άγης. «Ήταν πάντα τόσο μεγάλη η έγνοια μου για τον παππού μου, που δε σκέφτηκα πως… πως δεν είναι ο μόνος, πως είναι κι άλλοι που μοιράζονται τις σκέψεις του κι όλα αυτά που νιώθει…»

«Κι άλλοι που είδαν την Ακρόπολή τους ερειπωμένη», πρόσθεσε ο Ικτίνος κοιτώντας τον Άγη.

«Και είναι όλοι τους… σαν τον παππού του Άγη;» ρώτησε η Μερόπη. «Κανείς τους δεν έρχεται εδώ πάνω να θαυμάσει τους καινούριους ναούς;»

«Είναι κάποιοι που ανεβαίνουν», αποκρίθηκε ο Ικτίνος. «Έρχονται εδώ πάνω, και τους αναγνωρίζεις από μακριά ότι ανήκουν σ’ εκείνες τις γενιές… όχι μονάχα από τα άσπρα τους μαλλιά, γιατί τέτοια έχουν κι άλλοι, νεότεροί τους. Αλλά τους αναγνωρίζεις από μια σκιά που σκοτεινιάζει το βλέμμα τους ακόμη και την ίδια τη στιγμή που θαυμάζουν όσα βλέπουν ολόγυρά τους. Κι έπειτα, βέβαια, είναι κι εκείνοι που, σαν τον παππού του Άγη, δε θέλησαν ποτέ να ανεβούν και να δουν».

Ο Ικτίνος σώπασε για λίγο κι ύστερα εξακολούθησε από εκεί που είχε σταματήσει:

«Άνθρωποι τίμιοι όλοι τους, που αγωνίστηκαν με υπερηφάνεια, όχι επειδή κάποιος άλλος τους πρόσταζε να το κάνουν , μα επειδή τους πρόσταζε η καρδιά τους. κι επειδή ήξεραν πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος όχι μονάχα για κείνους τους ίδιους. Γιατί, αν μας είχαν νικήσει οι Πέρσες, θα ζούσαμε πια κάτω από την πιο σκληρή μοναρχία, κι αυτοί, περνώντας από τη χώρα μας, θα κατευθύνονταν προς τις πιο δυτικές χώρες ανεμπόδιστοι και θα υποδούλωναν κι άλλους λαούς. Εμείς όμως δεν τους νικήσαμε απλώς, αλλά μετά απελευθερώσαμε και τις πόλεις τη Ιωνάς από το ζυγό τους».

«Ο παππούς», ξαναμίλησε ο Άγης και αυτή τη φορά η φωνή του ήχησε πιο δυνατή και χαρούμενη, «μου το έχει πει κι αυτό, ότι δηλαδή όταν νικήσαμε τους Πέρσες δε νικήσαμε μόνο ένα στρατό που ήθελε να μας κατακτήσει, αλλά τον ίδιο το δεσποτισμό, που είναι το αντίθετο της δημοκρατίας».

«Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, παιδιά», είπε κοιτώντας τους πολύ σοβαρά μέσα στα μάτια ο Ικτίνος. «να το θυμάστε πάντα αυτό. Οι άνθρωποι που εμπόδισαν τότε τους Πέρσες εμπόδισαν την εξάπλωση ενός πολιτικού συστήματος που δε γνώριζε το σεβασμό στον άνθρωπο. Δίπλα στην αναγεννημένη ελιά της Αθηνάς αναγεννήθηκε και το δέντρο της δημοκρατίας μας. Οι ρίζες υπήρχαν, οι ρίζες αυτές είναι πανάρχαιες…»

Ο Ικτίνος σταμάτησε πάλι για λίγο. Στέκονταν και οι τρεις τους κάτω από το φύλλωμα της ιερής ελιάς. Ο κορμός του δέντρου ήταν ακόμα λείος, σημάδι πως το δέντρο ήταν νεαρό. Η Μερόπη έσκυψε, άγγιξε με το χέρι της τις ρίζες του δέντρου που απλώνονταν, μισές έξω από τη γη και μισές μέσα, βαθιά ως την καρδιά του βράχου. Ο Άγης τέντωσε λίγο το χέρι του προς τα πάνω, άγγιξε ένα κλαδί, και χάιδεψε κι εκείνος δυο μικρά φύλλα, σαν λόγχες ασημένιες από τη μια μεριά και σκουροπράσινες από την άλλη.

«Καταλάβατε λοιπόν, παιδιά;» ρώτησε στο τέλος στοργικά τα δύο παιδιά ο Ικτίνος.

Εκείνα δεν του απάντησαν. Έμειναν σιωπηλά, για ώρα πολλή, κάτω από την ελιά. Είχαν καταλάβει.
Σχόλιο
Κάποιες εκφράσεις που συναντάμε στο κείμενο, δείχνουν ότι η επιμέλειά του ίσως έγινε βιαστικά. Για παράδειγμα στη σ.92 διαβάζουμε Αλλά βλέποντάς τον τώρα μέσα από τα μάτια αυτών των παιδιών που εκείνα τον έβλεπαν μέσα από τα δικά του μάτια... και λίγο νωρίτερα στη σ. 82 Το όραμά του δε διέφερε από αυτό που είναι τώρα το δικό μας όραμα. Ήταν η ίδια η Αθήνα το όραμά του. Αντίστοιχα, μόνο στο πρώτο κεφάλαιο πληροφορούμαστε τρεις φορές για την ηλικία της μικρής Μερόπης: Η Μερόπη ήταν εννέα χρονών πια (σ.12) Η Μερόπη, στα εννέα της χρόνια (σ.16) Η Μερόπη είχε πια μεγαλώσει, ήταν ήδη εννέα ετών (σ.22).

Πέρα απ' αυτό, κάποιες από τις ιστορικές πληροφορίες που παρατίθενται, δεν είναι ιδιαίτερα ακριβείς. Για παράδειγμα, διαβάζουμε στη σελ. 47 ότι οι Φωκείς που φρουρούσαν την Ανοπαία ατραπό έπεσαν νεκροί από τα όπλα των Περσών, ενώ σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (βιβλίο Ζ' παρ.212 και 213), ανέβηκαν στην κορυφή του βουνού για να προστατευτούν από τους Πέρσες, οι οποίοι τους παρέκαμψαν και κατηφόρισαν βιαστικά για να βρεθούν πίσω από τον Λεωνίδα. Πιο κοντά στα συγκεκριμένα  γεγονότα, φαίνεται να είναι η περιγραφή του Χάρη Σακελλαρίου στο Ένα παιδί από σίδερο.

Το ότι οι σύμμαχοι αγκάλιασαν με ενθουσιασμό την ανοικοδόμηση της Ακρόπολης (σ.15), φαίνεται επίσης να μην αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Την εποχή εκείνη, η Αθήνα καταπίεζε τους συμμάχους της, κρατώντας τους με τη βία κάτω από την ηγεμονία της. Ταυτόχρονα, είχε ιδιοποιηθεί το ταμείο της Δήλου και για να χτιστούν οι ναοί της χρησιμοποιούσε το κοινό χρυσάφι, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Οι σύμμαχοι δεν θα μπορούσαν να είναι ενθουσιασμένοι με όλα αυτά. Αντιδράσεις, για να μην ψάξουμε πολύ μακριά, υπήρξαν μέσα στην ίδια την Αθήνα· το 444 π.Χ. ο αρχηγός των συντηρητικών Θουκυδίδης του Μελησία, κατηγόρησε τον Περικλή ότι για τα έργα αυτά κατασπατάλησε το δημόσιο χρήμα - εδώ το πλήρες κείμενο του Πλουτάρχου - και εδώ μπορείτε να διαβάσετε σχετικά με το κόστος ανέγερσης των μνημείων της Ακρόπολης σε σύγχρονα οικονομικά μεγέθη.

Διαβάζουμε στις σ.59-60 «Αλήθεια, Έρση, ο Ερμογένης μου είπε μια μέρα ότι τα πολύ παλιά χρόνια υπήρχαν ξύλινα αγάλματα και ξύλινοι ναοί πάνω στην Ακρόπολη, πολύ απλοί και λιτοί» (...) «Ναι, τα πολύ παλιά χρόνια υπήρχαν πάνω στην Ακρόπολή μας πολλά ξύλινα κτίσματα. Οι τεχνίτες εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν βέβαια και την πέτρα, όμως οι στέγες των ναών, όπως και πολλά από τα αγάλματα, φτιάχνονταν από ξύλο.» Για να μη δημιουργηθούν στους μικρούς αναγνώστες λανθασμένες εντυπώσεις, καλό είναι σχετικά με τα παραπάνω να αναφέρουμε ότι μπορεί στην κλασική εποχή σε αρκετές περιπτώσεις το ξύλο να αντικαταστάθηκε από πέτρα, όμως ως υλικό ούτε ξεχάστηκε (για να μιλούν γι' αυτό οι γηραιότεροι στα παιδάκια), ούτε εγκαταλείφθηκε. Ξύλινα αγάλματα και αγαλμάτια (βλ. φωτογραφία), κτήρια και στέγες εξακολούθησαν να κατασκευάζονται, παρότι δεν σώζονται μέχρι τις μέρες μας λόγω κλιματικών συνθηκών. Να θυμίσουμε π.χ. ότι ο ίδιος ο Παρθενώνας είχε ξύλινη στέγη (καλυμμένη από μαρμάρινα κεραμίδια) αλλά και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού που χτίστηκε 600 χρόνια μετά τα γεγονότα του βιβλίου, διέθετε στέγη από ξύλο κέδρου.
Στο βιβλίο, οι Πέρσες χαρακτηρίζονται σκληροί και άσπλαχνοι (σ.41) και διαβάζουμε ότι το μόνο που ξέρουν είναι να καταστρέφουν ό,τι δεν μπορούν να φτάσουν (σ.43). Πέρα από τις γενικεύσεις και το μισαλλόδοξο του πράγματος, αν δεν θέλουμε οι νεαροί αναγνώστες να διαμορφώσουν την άποψη ότι οι Πέρσες έκαψαν την Αθήνα από κόμπλεξ κατωτερότητας, ίσως θα ήταν καλό να τους ενημερώσουμε ότι στη συγκεκριμένη διαμάχη οι Αθηναίοι ήταν αυτοί που πρώτοι έβαλαν φωτιά (έστω και κατά λάθος) στις περσικές Σάρδεις το 498 π.Χ., όταν τις πολιόρκησαν μαζί με άλλους Ίωνες. Ωστόσο, επειδή η αναφορά σε ανεγκέφαλους βαρβάρους μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν παραδείγματα εισβολέων όπως οι Έρουλοι, που το 267 μ.Χ. ισοπέδωσαν την Αθήνα.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τα παραπάνω, οι χρυσοφόροι Μήδοι περιγράφονται στη σελ. 44 ως ασήμαντοι, με την επιδίωξη να περάσει στους αναγνώστες το μήνυμα ότι το χρυσάφι δεν έχει αξία μπροστά στην αιωνιότητα. Βέβαια, χωρίς το χρυσάφι ούτε και τα αιώνια έργα της Ακρόπολης θα είχαν χτιστεί, αλλά αυτό αφορά μιαν άλλη συζήτηση. Ο λόγος που κάνουμε την αναφορά είναι ότι το παραπάνω συμπέρασμα αγγίζεται μάλλον επιφανειακά και ότι οι λίγες και κάπως βεβιασμένες αναφορές, δύσκολα θα βρουν τον στόχο τους.
Ολοκληρώνοντας τα σχετικά με το κείμενο, να σχολιάσουμε ότι η τρισέλιδη περιγραφή της στενοχώριας των Αθηναίων για την Ακρόπολη που καταστράφηκε (σ.12-14), μπορεί να μοιάζει ελλιπής καθώς δεν περιέχει λέξη για τους ηρωικούς υπερήλικες που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τα ιερά, λειτουργεί όμως όμορφα ως προοικονομία για τα συναισθήματα του παππού, τον οποίο θα γνωρίσουμε αργότερα. Και μια και το μουντιάλ για την ομάδα μας μόλις τελείωσε, να πούμε ότι ο παππούς του Άγη δε θα εκτιμούσε καθόλου το γραφικό που δημοσίευσαν οι Tico Times του Σαββάτου, ενόψει του αγώνα της Εθνικής μας ομάδας με την Κόστα Ρίκα. Ο Sloth Kong, αφού πέρασε από Αγγλία και Ιταλία, κατάφερε τελικά να καταστρέψει και τον Παρθενώνα.
Στη σελ. 78 διαβάζουμε στο όμορφο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδας που είχε οικοδομήσει ο Πεισίστρατος (...) πήγαιναν οι γυναίκες που περίμεναν παιδί για να προσευχηθούν στη θεά Άρτεμη να πάνε όλα καλά. Η Άρτεμη, βλέπεις, είναι η θεά που προστατεύει τη γέννα...

Στη σημερινή εποχή, χιλιάδες χρόνια -και μία θρησκεία- αργότερα, τον ρόλο της βοηθού των μητέρων έχει αναλάβει πλέον η Μεγαλόχαρη. Έτσι, στο μοναστήρι της Παναγίας Τσαμπίκας στη Ρόδο, τα κέρινα ομοιώματα μωρών συνωστίζονται κοντά στην εικόνα της, όπως κάποτε συνέβαινε με τα μαρμάρινα αγαλματάκια που αφιερώνονταν στην Αρτέμιδα της Βραυρώνας (βλ. φωτογραφίες).

Χρήση στην τάξη
Το θέμα του βιβλίου εντάσσεται ιδανικά στα μαθήματα για την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Στις σελίδες 72-73 φαίνεται ο σεβασμός που νιώθει ο Ικτίνος για τους πρώτους ενοίκους της που έζησαν στη Νεολιθική εποχή. Περισσότερα για την ιστορία του ιερού βράχου μπορούμε να διαβάσουμε εδώ ενώ υπάρχουν πολλά σχετικά animations. Μια κομψή 3D παρουσίαση θα βρούμε εδώ ενώ μπορούμε να απολαύσουμε κι ένα από τα πολλά εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Μια εικονική ή (ακόμα καλύτερα) πραγματική επίσκεψη στο μουσείο της Ακρόπολης, θα έκλεινε ιδανικά τις σχετικές δραστηριότητες. Να ενημερώσουμε ότι από σήμερα και για 10 ημέρες (1 έως 10 Ιουλίου 2014), πραγματοποιούνται στο μουσείο καλοκαιρινές αποδράσεις για παιδιά 7-12 ετών ενώ σύμφωνα με αυτό το άρθρο, μέσα στην εβδομάδα θα παραλάβουμε και μια Ακρόπολη φτιαγμένη από LEGO, προσφορά του μουσείου Nicholson του πανεπιστημίου του Σίδνεϊ!
http://www.theacropolismuseum.gr/el/content/ekpaideytiko-yliko

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...