Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ο ευγενικός βασιλιάς


Υπόθεση
Η ιστορία του τελευταίου βασιλιά των Αθηναίων, του ευγενικού Κόδρου, ξεκινάει από την Πύλο της Πελοποννήσου. Όταν εισέβαλαν εκεί οι Δωριείς, ο πατέρας του Μέλανθος επέλεξε για νέα του πατρίδα την Αττική, ακολουθώντας έναν χρησμό του Μαντείου των Δελφών. Πρώτος του σταθμός ήταν η Ελευσίνα, αλλά σύντομα χάρη στην γενναιότητά του, την τύχη, αλλά και τη βοήθεια του θεού Διονύσου, κατάφερε να πάρει τη θέση του γέρου βασιλιά Θυμοίτη στον θρόνο της Αθήνας. Τότε ήρθε στον κόσμο και ο γιος του Κόδρος. Στα 12 του χρόνια, το βασιλόπουλο έζησε μια περιπέτεια που του άλλαξε τη ζωή και του δίδαξε πως αφοβία σημαίνει να νικάς τον φόβο και όχι να μην τον νιώθεις. Αρκετά χρόνια αργότερα, οι Δωριείς έχουν εισβάλλει στην Αττική και ένας νέος χρησμός λέει ότι θα νικήσουν, αρκεί να μην πάθει κακό ο αντίπαλος βασιλιάς. Είναι η στιγμή ο Κόδρος να αποδείξει ότι έχει νικήσει το φόβο, να θυσιαστεί για να σώσει την πόλη του.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Ουρανία Τουτουντζή
Εικονογράφηση: Έβη Κετσέα
ISBN: 978-960-04-4160-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 90
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε'

Κριτική
Χαμηλών τόνων διήγημα με φιλοσοφικές προεκτάσεις, βασισμένο στον αρχαίο μύθο του βασιλιά Κόδρου. Η γραφή είναι αρκετά απλή, υπάρχουν όμως σημεία στο ξεκίνημα όπου οι πιο άπειροι θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν, καθώς (π.χ. μέχρι τη σ. 23) τα πρόσωπα και οι μύθοι αλλάζουν ταχύτατα. Οι μακροσκελείς περίοδοι και οι φιλοσοφικού περιεχομένου προβληματισμοί (που ξανασυναντάμε και στο τέλος του βιβλίου), σίγουρα δεν κάνουν την κατάσταση ευκολότερη. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 5 κεφάλαια με άνισο μέγεθος (το εισαγωγικό έχει έκταση 3 σελίδες και το αμέσως επόμενο 26) με τα ογκωδέστερα να υπάρχει πιθανότητα να κουράσουν. Η εικονογράφηση, παρά το ελκυστικό εξώφυλλο, περιορίζεται εσωτερικά σε ένα απλοϊκό ασπρόμαυρο σκίτσο ανά κεφάλαιο. Το στήσιμο είναι προσεγμένο, με μεγάλα στοιχεία και κενά που επιτρέπουν στο κείμενο να αναπνέει, ενώ η έκδοση φροντίζει για ένα βοηθητικό Γλωσσάριο στις τελευταίες σελίδες (στο οποίο παραπέμπουν αστερίσκοι). Προτείνουμε το βιβλίο περισσότερο σε παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού και βέβαια στους λάτρεις της αρχαίας Ιστορίας και της μυθολογίας.

  • Ενδιαφέρων μύθος, δοσμένος με όμορφο τρόπο
  • Ελκυστικό εξώφυλλο

  • Σημεία με πλατειασμούς και φιλοσοφικές αναζητήσεις που μπορεί να κουράσουν τους μικρούς αναγνώστες

Αξίες - Θέματα
Ιστορία, Μύθος, Φιλοσοφία, Υπευθυνότητα, Αλτρουισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η μονομαχία του Μελάνθου (απόσπασμα) και η εφηβική περιπέτεια του Κόδρου.

Εικονογράφηση
Παρά το ελκυστικότατο εξώφυλλο, στο εσωτερικό του βιβλίου συναντάμε 6 απλοϊκές, στατικές, ασπρόμαυρες ζωγραφιές (μία ανά κεφάλαιο), που τυπικά συνοδεύουν το κείμενο, χωρίς να προσθέτουν κάτι ιδιαίτερο στο τελικό αποτέλεσμα. Στο κλείσιμο του κεφαλαίου θα βρούμε μικρά σχέδια εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, ενώ μπορντούρα συνοδεύει τον τίτλο κάθε κεφαλαίου.
Απόσπασμα
Σιγά σιγά, η καρδιά του Μέλανθου, που από νωρίς είχε γνωρίσει την πίκρα της εξορίας, ηρέμησε στον ιερό τόπο της Ελευσίνας. Τότε έφτασε πια και η στιγμή για το μεγάλο άθλο που ο ίδιος ονειρευόταν για τον εαυτό του. Δεν άργησε να καταλάβει ποιος ήταν ο δρόμος που ανοιγόταν εμπρός του. Ο Μέλανθος, στο διάστημα αυτό που έμεινε στην Ελευσίνα, έβλεπε κάθε τόσο τους νέους του φίλους να αναχωρούν σε μικρές ομάδες και, ακολουθώντας την Ιερά Οδό που οδηγούσε από την Ελευσίνα στην Αθήνα, να πηγαίνουν να βοηθήσουν τους Αθηναίους συμμάχους τους στον πόλεμο που είχαν με τους Βοιωτούς. Βλέποντάς τους να φεύγουν, ο Μέλανθος γνώριζε πως δεν έμελλε να γυρίσουν όλοι τους πίσω. 

Μία μέρα, την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος, μία ομάδα από πενήντα περίπου οπλισμένους Ελευσίνιους ήταν έτοιμη να αναχωρήσει για την Αθήνα. Τότε είδαν να έρχεται προς το μέρος τους, κρατώντας ασπίδα και δόρυ, ο Μέλανθος.

«Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησαν. «Εμείς τώρα φεύγουμε για τη σκληρή μάχη και ούτε που γνωρίζουμε αν θα γυρίσουμε ποτέ πίσω. Είναι καλύτερα για σένα να μείνεις εδώ. Εσύ, ένας Πελοποννήσιος, δεν έχεις καμία υποχρέωση να πάρεις μέρος σε αυτό τον πόλεμο ανάμεσα σε εμάς και στους Βοιωτούς».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο Μέλανθος απάντησε:
«Θα ήμουν δειλός και αχάριστος απέναντι σε εσάς, που τόσο καλά μου φερθήκατε, αν δε σας βοηθούσα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Η αχαριστία είναι στον άνθρωπο το μεγαλύτερο κακό. Μακριά από εμένα κάτι τέτοιο. Θα έρθω μαζί σας στον πόλεμο. Η γη της Αττικής είναι πια η νέα μου πατρίδα».

Έτσι, ο Μέλανθος ακολούθησε τους άνδρες στον πόλεμο.

Αυτός ο πόλεμος διαρκούσε πολύ καιρό. Αιτία του ήταν ότι και οι Αθηναίοι και οι Βοιωτοί ήθελαν δική τους την περιοχή της Οινόης και κάποια άλλα γειτονικά της μέρη.

Η τύχη το θέλησε ώστε την ίδια εκείνη μέρα που ο Μέλανθος έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του ανάμεσα στους Αθηναίους στρατιώτες, να έχει ο Ξάνθος, ο βασιλιάς των Θηβαίων, που πολεμούσαν βέβαια με τους Βοιωτούς, μια ιδέα: Ο Ξάνθος ζήτησε από τους κήρυκες, πρόσωπα ιερά, που είχαν για αποστολή τους να μεσολαβούν ανάμεσα στους εχθρικούς στρατούς όταν επρόκειτο να γίνει μια ανακωχή ή μία συμφωνία, να πουν στους στρατιώτες να σταματήσουν για λίγο τον πόλεμο. Οι στρατιώτες κάθισαν όλοι κάτω, στο πεδίο της μάχης, ακουμπώντας δίπλα τους τα όπλα τους. Τότε, σηκώθηκε και μίλησε ανάμεσά τους ο Ξάνθος:

«Ακούστε με, Βοιωτοί και Αθηναίοι. Τόσο καιρό πολεμάμε μεταξύ μας και κανείς από τους δύο στρατούς μας δεν κατορθώνει να νικήσει τον άλλο. Έτσι, όλο και ανάβουν οι νεκρικές πυρές για τους σκοτωμένους στρατιώτες και πολλές οικογένειες θρηνούν κάθε μέρα τους αγαπημένους τους. Τώρα λοιπό, για να σταματήσει πια η δυστυχία του πολέμου αυτού, εγώ καλώ το βασιλιά των Αθηναίων να μονομαχήσει μαζί μου. Αν νικήσει αυτός, οι Αθηναίοι θα είναι νικητές του πολέμου. Αν όμως νικήσω εγώ, τότε νικητές του πολέμου θα είναι οι Βοιωτοί».

Οι στρατιώτες άκουσαν τα λόγια αυτά με κομμένη την ανάσα. Είναι αλήθεια πως, αν και ήταν όλοι τους γενναίοι, ήθελαν πια να σταματήσει ο πόλεμος. Λαχταρούσαν τις χαρές της ειρήνης, τα ήσυχα βράδια με τις οικογένειές τους κοντά στην αναμμένη φωτιά της εστίας,  τα παιχνίδια με τα παιδιά τους, τις αγροτικές εργασίες, τα θαλασσινά ταξίδια και το εμπόριο. Λαχταρούσαν τις συγκεντρώσεις στις πλατείες για ν να ακούν τους ραψωδούς να ψάλλουν τα έπη τους και τις χαρούμενες πάνδημες γιορτές, τις γιορτές εκείνες που έπαιρναν μέρος όλοι οι πολίτες, και τώρα κόντευαν πια να τις ξεχάσουν Λαχταρούσαν τη μυρωδιά του ψημένου κρέατος και του αχνιστού ψωμιού, και τη γεμάτη γεύση των ώριμων φρούτων, και τα γλυκά με το μέλι, αντί για τα βιαστικά, άνοστα γεύματα στις σύντομες ανάπαυλες του πολέμου. Λαχταρούσαν ακόμη τις χαρές του θερισμού και του τρύγου, και είχαν μεγάλη στενοχώρια για τα χωράφια τους, που έμεναν ακαλλιέργητα και τα αμπέλια που έμεναν ατρύγητα. Τόσα και τόσα δώρα της γης που ο πόλεμος τα άφηνε να πηγαίνουν χαμένα!

Ο Ξάνθος ήταν νέος και δυνατός. Αν και ο βασιλιάς της Αθήνας ήταν το ίδιο νέος και το ίδιο δυνατός, η πρόταση του Ξάνθου θα ήταν δίκαιη. Όμως, βασιλιάς τα Αθήνας ήταν ο Θυμοίτης, τρισέγγονος του Θησέα και πολύ γέρος πια. Η αντίθεση ανάμεσα στα κατάλευκα μαλλιά του Θυμοίτη και στα σκούρα γένια και μαλλιά του Ξάνθου έκανε τους Αθηναίους να λυπηθούν βαθιά. Ήξερα καλά πως ο βασιλιάς του ήταν γενναίος και υπήρξε κάποτε άξιος πολεμιστής. Τώρα όμως τα χρόνια είχαν περάσει από πάνω του και του είχαν πάρει τη δύναμη και το σφρίγος του. Όσο και να το ήθελε ο βασιλιάς της Αθήνας, δε θα μπορούσε να νικήσει σε έναν τέτοιο αγώνα. Δεν τον ένοιαζε που θα έχανε ο ίδιος τη ζωή του σε αυτή τη μάχη, δεν άντεχε όμως στη σκέψη ότι εξαιτίας του θα έχανε η Αθήνα τη νίκη.

Ο γέροντας Θυμοίτης σκέφτηκε πολύ προτού απαντήσει στον Ξάνθο. Ύστερα, κάλεσε το δικό του στρατό να συγκεντρωθεί ολόγυρά του και ακουμπισμένος επάνω στο χρυσό του σκήπτρο τούς είπε αυτά τα λόγια:

«Γενναίοι μου στρατιώτες, ακούσατε όλοι σας την πρόταση του Ξάνθου. Όλοι γνωρίζετε ότι εγώ, γέρος πια και ανήμπορος, δεν μπορώ να νικήσω ένα νέο και δυνατό άνδρα. Θα θυσίαζα με χαρά τη ζωή μου, αν ήταν να νικήσει έτσι η πατρίδα μου στον πόλεμο. Τώρα όμως, που η θυσία της ζωής μου δεν μπορεί να βοηθήσει, είμαι έτοιμος να κάνω μία άλλη θυσία. Για χρόνια πίστευα ότι θα είχα την τιμή να πεθάνω σαν βασιλιάς. Η τιμή αυτή είναι το μόνο που μου έχει απομείνει να περιμένω και το μόνο που έχω πια να θυσιάσω για εσάς. Όποιος λοιπόν από εσάς, τα νέα παλικάρια, προσφερθεί τώρα να μονομαχήσει με τον Ξάνθο, θα γίνει βασιλιάς στη θέση μου».

Έτσι μίλησε ο βασιλιάς των Αθηναίων και οι στρατιώτες του τον άκουσαν συγκινημένοι. για ώρα πολλή δε μιλούσε κανείς. Δεν ήταν ότι φοβόντουσαν για τη ζωή τους αν μονομαχούσαν με τον Ξάνθο. Όλοι όμως σκέφτονταν μέσα τους πόσο βαριά, πόσο ανείπωτα μεγάλη ήταν μία τέτοια ευθύνη. Αν κάποιος έχανε στον αγώνα με τον Ξάνθο, θα ήταν μόνος αυτός υπεύθυνος για την ήττα της πατρίδας του στον πόλεμο.

Μια παγωμένη σιωπή είχε απλωθεί ολόγυρα.

Ο Μέλανθος ένιωθε μέσα του θυμό. Καταλάβαινε πως αυτό που είχε προτείνει ο Ξάνθος στους Αθηναίους δεν ήταν τίμιο και δίκαιο, αφού όλοι γνώριζαν πόσο γέρος ήταν πια ο Θυμοίτης. Αλλά ένιωθε και βαθιά συγκίνηση, γιατί αυτός ο βασιλιάς με τα λευκά μαλλιά και το γλυκό βλέμμα που πρόσφερε τώρα το θρόνο του στο σωτήρα της πατρίδας του ήταν ο τρισέγγονος του Θησέα, του ήρωα που είχε τόσο αγαπήσει από τα πρώτα χρόνια της ζωής του! Χωρίς να διστάσει, ο Μέλανθος σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στο Θυμοίτη. 
Σχόλια
Ο μύθος του Κόδρου συνδέεται με την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας στην Αθήνα, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τα μυκηναϊκά χρόνια. Μετά τον θάνατό του από τους Δωριείς, οι Αθηναίοι δεν επέτρεψαν σε κανέναν άλλον να φέρει τον τίτλο του βασιλιά. Τι όμως ακολούθησε μετά τη θυσία που περιγράφει το βιβλίο; Η ιστορία λέει πως οι γιοι του μάλωσαν για τη διαδοχή και τη λύση έδωσε για μια ακόμη φορά το μαντείο των Δελφών. Ο μικρότερος γιος του Νηλεύς έφυγε από την πόλη: μπήκε επικεφαλής των Ιώνων που ίδρυσαν τη Μίλητο στα πλαίσια του Α' Ελληνικού Αποικισμού. Ο μεγαλύτερος γιος του Μέδων, έμεινε στην Αθήνα και έγινε ισόβιος άρχοντάς της, ενώ οι απόγονοί του ονομάστηκαν κι εκείνοι άρχοντες (και ήταν αρχικά ισόβιοι, μετά με θητεία δεκαετή και τελικά ετήσια). Περισσότερα για την ιστορία της Αθήνας εδώ.
Πώς έμοιαζε άραγε ο Κόδρος; Ένα άγαλμά του, έργο του Φειδία, λέγεται πως στάλθηκε στους Δελφούς μετά τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα, δυστυχώς όμως δεν σώθηκε ως τις μέρες μας -εκτός αν βρίσκεται σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Έτσι, η μόνη απεικόνιση που μας μένει για τον μυθικό βασιλιά, βρίσκεται σ' ένα αγγείο που εκτίθεται στη Μπολόνια της Ιταλίας.
Δημοτικό Μουσείο της Bologna PU 273 - λεπτομέρεια από την "κύλικα του Κόδρου"
Ο βασιλιάς αποχαιρετά πάνοπλος τον φίλο του Αίνετο, πριν προχωρήσει στην ηρωική του πράξη
Κανονικά, "ευγενής" όπως τον θέλει ο τίτλος του βιβλίου, δεν χαρακτηρίστηκε από την Ιστορία ο Κόδρος, αλλά ένας άλλος βασιλιάς, ο Κάρολος Η' της Γαλλίας (Charles VIII l' Affable). Έζησε και εκείνος λίγα χρόνια (1470-1498), πρόλαβε όμως ν' αδειάσει τα ταμεία του κράτους του και να εκστρατεύσει ανεπιτυχώς κατά της Ιταλίας μετά από πρόσκληση του Λουδοβίκου Σφόρτσα -που τον ξεγέλασε. Η στρατιωτική του αποτυχία ζημίωσε τη Γαλλία, ενέπνευσε όμως τον συνομήλικό του Νικολό Μακιαβέλι και την πολιτική του θεωρία. Η βασιλεία του Καρόλου δεν ήταν λοιπόν επιτυχημένη όπως αυτή του Κόδρου· ούτε και ο θάνατός του όμως ήταν εξίσου ένδοξος, αφού ο Γάλλος βασιλιάς πήγε από κουτουλιά! ...καθώς έτρεχε να δει έναν αγώνα τένις, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του στο ανώφλι μιας πόρτας και λίγες ώρες αργότερα έπεσε σε κώμα· εγκατέλειψε έτσι τον μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας στον θρόνο τον "πατέρα του λαού", Λουδοβίκο ΙΒ'.
Στη σελ. 63 διαβάζουμε λίγες γραμμές αφιερωμένες στην αρχαία ελληνική δίαιτα. [Ο Κόδρος είχε] πάντοτε στο παλάτι νόστιμο κατσικίσιο τυρί και καλοζυμωμένο ψωμί, και υπήρχαν ακόμη ελιές και μελόπιτες και γλυκό κρασί από τα αμπέλια της Αττικής. Ένα μέρος κρασιού και ένα μέρος νερού ανακατεύτηκαν σε βαθύ κύπελλο για τον ξένο, γιατί έτσι συνήθιζαν οι αρχαίοι Έλληνες...

Στην πραγματικότητα, αυτό που συνήθιζαν οι αρχαίοι Έλληνες για να μη μεθούν (και να μην προκαλούν ύβρη), ήταν να φτιάχνουν το κρασί τους αραιώνοντας ένα μέρος οίνου με τρία μέρη νερού, όπως πρότεινε ο Ησίοδος και πολλοί άλλοι (βλ. Αθηναίου Ναυκρατίτου Δειπνοσοφισταί β. ΙΕ' - εικόνα κάτω αριστερά)· λιγότερο συχνά, μπορούσε κανείς να συναντήσει αναλογίες 2/5 ή 1/4, ενώ ο Πολυδεύκης θεωρεί ως ιδανική αναλογία την 1/2 ή αλλιώς 5 κυάθους οίνου σε δέκα κυάθους νερού (για το τι είναι ο κύαθος, βλ. διάγραμμα δεξιά). Ο λόγος κρασιού προς νερό μπορούσε φυσικά να επηρεαστεί από το γούστο του (οικοδεσ)πότη, το πόσο δυνατό ήταν το κρασί, αλλά και την περίσταση. Έτσι, παρότι η ακρατοποσία θεωρούταν συνήθεια βαρβαρική (Ηρόδοτος 6.84) και επικίνδυνη (εάν ίσον ίσω προσφέρει, μανίαν ποιεί, αν δ' άκρατον, παράλυσιν σωμάτων), υπήρχαν περιπτώσεις που οι αρχαίοι ζητούσαν το κρασί τους δυνατότερο -Ἐπισκύθισον! παράγγελναν τότε οι Σπαρτιάτες στον οινοχόο- ή έπιναν τον οίνο ανέρωτο. Μια σχετική ιστορία συναντήσαμε και στο πρώτο μέρος του Οι Χρυσοφύλακες Γρύπες.

Σε διάφορες ιστοσελίδες διαβάζουμε την υπόθεση ότι οι αρχαίοι Έλληνες (και άλλοι λαοί) όχι μόνο νέρωναν το κρασί, αλλά και «κράσωναν το νερό» για να το απολυμάνουν, αφού μια αναλογία 1/9 αρκεί, ώστε οι πολυφαινόλες να σκοτώσουν τυχόν κολοβακτηρίδια, σαλμονέλα και χολέρα.
http://books.google.gr/books?id=lXchAAAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q&f=false
Χρήση στην Τάξη
Στις μέρες μας δεν υπάρχουν ηγέτες σαν τον Κόδρο (που να θυσιάζονται δηλαδή για τον λαό τους), ούτε και εισβολείς σαν τον Αλήτη του Ιππότη (αλήτες όμως υπάρχουν), τον αρχηγό των Δωριέων που επιτέθηκαν στην Αθήνα, αλλά υποχώρησαν μόλις «υπερέβησαν τα εσκαμμένα». Ο μύθος ωστόσο του ευγενικού βασιλιά, ίσως σταθεί δυνατό να μας εμπνεύσει δίνοντάς μας ένα μάθημα υπευθυνότητας. Όπως εκείνος έκανε κάτι για να σώσει την πόλη του, έτσι και εμείς ίσως θα μπορούσαμε να ενεργήσουμε για να προστατεύσουμε το μέλλον των επόμενων γενεών. Οι μαθητές βέβαια δεν χρειάζεται ούτε να ντυθούν ξυλοκόποι, ούτε να δώσουν τη ζωή τους· μπορούν όμως να υιοθετήσουν υγιείς καταναλωτικές συνήθειες που προάγουν την αειφορία και δείχνουν έμπρακτα σεβασμό προς τους φυσικούς πόρους. Το να μάθουν να προτιμούν προϊόντα τοπικά (αντί των ενεργοβόρων εισαγόμενων) και υπηρεσίες μη εμπορευματοποιημένες, το να αποφεύγουν τη σπατάλη και να νοιάζονται για τα δάση, τις θάλασσες και τον αέρα μας, είναι πιστεύω αρκετό. Όσοι φροντίζουν ήδη για τα παραπάνω και επιθυμούν να προσφέρουν κάτι περισσότερο, μπορούν να δραστηριοποιηθούν ενημερώνοντας τους συνομηλίκους τους, να αρχίσουν να εφαρμόζουν στην πράξη την αξία της αλληλεγγύης, ή να εμπλακούν εθελοντικά σε κάποια οργάνωση (όπως ο Παύλος).

Εδώ συναντάμε μια άλλη εκδοχή του μύθου του Κόδρου. Μπορείτε να εντοπίσετε διαφορές σε σχέση με την αφήγηση του βιβλίου; Αν θα θέλαμε να προσαρμόσουμε την ιστορία στη σύγχρονη πραγματικότητα, ποιος θα ήταν ο εισβολέας που μας απειλεί; Και ποιος ο ήρωας που με την αυτοθυσία του θα μας έσωζε από το κακό; Ελάτε να γράψουμε μια δική μας ιστορία!
http://www.pankoland.com/baoulo/Yper_96.pdf
Ο Σιμούν και ο Υπερέλληνας σώζουν τα παιδιά από τους Ινδούς Αμπντουλέ
και παραδίνουν τον σατανικό μάγο Γκουάρ στην Παγκόσμια Κυβέρνηση!  (Πηγή)

Share/Bookmark

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Η μηχανή στο υπόγειο

Υπόθεση
Αύγουστος στην άδεια Αθήνα και παρά τα γενέθλιά του, ο Ίωνας βαριέται αφόρητα. Οι γονείς του λείπουν συνεχώς και νιώθει μοναξιά, μέχρι που γνωρίζεται με τον Ανδρέα, έναν συνομήλικο γείτονα. Μαζί αρχίζουν να συζητάνε για το αγαπημένο τους θέμα, τους δεινοσαύρους, αλλά και το βιβλίο «Η Μηχανή του Χρόνου» του H.G. Wells. Σε μια τους εξερεύνηση στο υπόγειο της πολυκατοικίας, «ξεθάβουν» την παλιά μηχανή του παππού και επιχειρούν να ταξιδέψουν μαζί της, συγκρούονται όμως με τον τοίχο! Ξυπνούν σε ένα περίεργο νοσοκομείο, περιτριγυρισμένοι από αλλόκοτα πλάσματα με ουρές. Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι έχουν κάνει ένα άλμα πίσω στην Ιουρασική περίοδο, ή μάλλον ότι έχουν απαχθεί από τους παρανθρώπους που ζουν σε αυτή! Θα καταφέρουν άραγε τα δύο παιδιά να γυρίσουν στις οικογένειές τους ή θα μείνουν για πάντα στην εποχή των δεινοσαύρων;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Σόνια Μητραλιά
ISBN: 978-960-04-0539-5
Έτος 1ης Έκδοσης: 1991 (επανέκδοση 2008)
Σελίδες: 220
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ (εξαντλημένο)
Τάξεις: Ε', Στ'
Ακούστε ένα μικρό απόσπασμα με τη φωνή του Σταύρου Κώττα εδώ

Κριτική
Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας και περιβαλλοντικών προβληματισμών, που απευθύνεται στους φίλους των δεινοσαύρων. Η γλώσσα της Σίνου είναι όπως πάντα απλή και καθημερινή, με λιτές περιγραφές και έκφραση σαφή. Η ιστορία όμως είναι αρκετά εκτενής και η δράση περιορίζεται μόλις στις τελευταίες σελίδες. Έτσι, τα περισσότερα από τα συνολικά 18 κεφάλαια (το καθένα με έκταση 8 - 30 σελίδων), αναλώνονται σε περιπλανήσεις των πρωταγωνιστών στο χώρο ενός άδειου νοσοκομείου, όπως και σε σκέψεις ή περιγραφές του προϊστορικού κόσμου στον οποίο έχουν βρεθεί. Η «κοιλιά» στην πλοκή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εικονογράφηση δεν εκμεταλλεύεται αρκετά το θέμα, δεν συμβάλλουν στην ξεκούραστη ανάγνωση. Δεδομένου μάλιστα του ότι η βιομηχανία του θεάματος έχει επενδύσει αρκετά στους δεινοσαύρους τα τελευταία 25 χρόνια, οι πιθανότητες το συγκεκριμένο βιβλίο να συγκινήσει τα σύγχρονα παιδιά είναι αρκετά περιορισμένες. Η μηχανή στο υπόγειο παραμένει ωστόσο μια κλασική ιστορία φαντασίας, από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να κερδίσει κάποιες ευχάριστες στιγμές. Εμείς θα την προτείναμε περισσότερο σε παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού.

  • Συνδυασμός φαντασίας και περιβαλλοντικών προβληματισμών

  • Κεφάλαια με μεγάλη έκταση που μπορεί να κουράσουν
  • Η δράση συγκεντρώνεται στο τέλος του βιβλίου
  • Εικονογράφηση που δύσκολα συγκινεί

Αξίες - Θέματα
Επιστήμη - Τεχνολογία, Προϊστορία, Δεινόσαυροι, Φαντασία, Φιλία, Ταξίδια

Εικονογράφηση
Παρότι παρούσα με 1-2 ολοσέλιδα σκίτσα ανά κεφάλαιο, μοιάζει να μην εκμεταλλεύεται αρκετά το θέμα, με αποτέλεσμα δύσκολα να μπορεί να συγκινήσει τα σύγχρονα παιδιά.
 
Απόσπασμα
- Εδώ είναι που αρχίζει η ιστορία μου, είπε η Τίσα και εγκαταστάθηκε στη φτωχική σκιά μιας κυκάδας ακουμπώντας την πλάτη της στο στρογγυλό σαν βαρέλι κορμό του δέντρου. Καθίστε και βολευτείτε, γιατί έχουμε αρκετά να πούμε. Θ’ αργήσω στη βάρδια μου, μα δεν πειράζει, αυτά που έχουμε να πούμε είναι πολύ σοβαρά. Καλά θα κάνετε λοιπόν να με ακούσετε προσεκτικά, πρόσθεσε, τελείως περιττά βέβαια, αφού τα δυο αγόρια είχαν κιόλας τεντώσει τ’ αυτιά τους.

Η Τίσα χάιδεψε αφηρημένη το κεφάλι του κυνόγναθου που καθόταν κοντά στα πόδια της και ξεκίνησε.

- Ο Σόμο σας είπε κιόλας ότι σας έχουμε φέρει από μια εποχή που εσείς ονομάζετε εικοστό αιώνα και που βρίσκεται για μας στο πολύ μακρινό μέλλον. Έγινε δηλαδή μια μεταφορά στο χρόνο και σας μεταφέραμε από τον Καινοζωικό στο Μεσοζωικό αιώνα και μάλιστα στην Ιουρασική περίοδο.

- Το καταλάβαμε, είπε ο Ανδρέας. Ξέρουμε πια πού βρισκόμαστε.

- Θυμάσαι, Ίωνα, συνέχισε η Τίσα, ότι αναρωτήθηκες τότε στα γενέθλιά σου, όταν σου χάρισε ο πατέρας σου εκείνο το βιβλίο για την ιστορία της Γης που τόσο σου άρεσε, πού θα βρισκόταν άραγε ο άνθρωπος αν δεν παρουσιάζονταν οι δεινόσαυροι και δεν εξαφάνιζαν τα παραθηλαστικά;

- Και συ πού το ξέρεις; Ρώτησε ξαφνιασμένος ο Ίωνας.

- Καταγράφηκε στην ταινία του χρόνου, που τη μελετήσαμε αφού σας φέραμε εδώ, εξήγησε σοβαρή η Τίσα. Ήταν σωστή αυτή η απορία σου. Αν δεν παρεμβαίνανε οι δεινόσαυροι η εξέλιξη των πρωτευόντων θηλαστικών και σε συνέχεια των ανθρώπων, θα ήταν οπωσδήποτε πολύ πιο γρήγορη. Μα προτού ακόμα τα παραθηλαστικά εξελιχθούν και γίνουν τα πρώτα πραγματικά θηλαστικά, απ’ αυτά είχε ξεκινήσει ένας άλλος κλάδος που κατέληξε σε μας, πες μας όπως θέλεις, τα ανθρωποειδή, τους ανθρώπους, δεν έχει σημασία.

- Παρανθρώπους, πέταξε την κουβέντα του ο Ανδρέας.

- Δεν έχω αντίρρηση. Ας πούμε πως είμαστε παράνθρωποι, χαμογέλασε η Τίσα.

- Αν δεν είχατε ουρές, δε θα διαφέρατε από μας καθόλου, είπε λίγο ντροπαλά ο Ίωνας.

- Δεν είναι η μόνη μας διαφορά, κούνησε το κεφάλι της η κοπέλα. Υπάρχουν πολλές διαφορές, αλλά και πολλές ομοιότητες. Πάντως εμείς, ζώντας στη δική μας εποχή, όχι μόνο φτάσαμε στο δικό σας πολιτιστικό επίπεδο, αλλά σας ξεπεράσαμε κιόλας σε πολλά, Θα σου πω άλλη φορά σε ποια σημεία. Κινδυνέψαμε όμως και μεις όταν εμφανίστηκαν οι δεινόσαυροι.

- Και πώς μπορέσατε και γλιτώσατε απ’ αυτούς; Ρώτησε ο Ανδρέας.

- Καταφύγαμε σ’ αυτό το νησί όπου δεν ήταν τόσο εύκολο στους δεινόσαυρους να φτάσουν. Όταν εγκατασταθήκαμε εδώ, οι πρόγονοί μας εν είχαν ακόμα τις τεχνικές, μα και γενικά τις γνώσεις που έχουμε σήμερα. Μόνον όταν βρέθηκαν εδώ σε ασφάλεια κατάφεραν να προοδεύσουν.

- Έλα τώρα, Τίσα, γέλασε ο Ανδρέας, κι αυτό το πετύχατε σ’ ένα τόσο δα νησάκι;

- Το νησάκι εκείνο τον καιρό δεν ήταν τόσο δα, όπως το λες εσύ. Η μορφή της Γης αλλάζει συνέχεια και στο Τριαδικό, όταν καταφύγαμε εδώ, η περιοχή αυτή δεν ήταν έτσι όπως τη βλέπεις τώρα που είμαστε πια στο Ιουρασικό. Το πέλαγος γύρω ήταν ανοιχτό και το νησί πολύ μεγαλύτερο. Σιγά σιγά όμως κομμάτια από το νησί καταποντίστηκαν και συνάμα τραβήχτηκε και η θάλασσα για να καταλήξει σ’ αυτούς τους στενούς όρμους. Τότε ήταν που οι τεχνικοί μας αναγκάστηκαν να κατασκευάσουν αυτόν τον γυάλινο τοίχο που μας προστατεύει από τους δεινόσαυρους.

- Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, Τίσα, έκανε ο Ίωνας. Μου λες ότι φτάσατε σ’ ένα πολύ υψηλό πολιτιστικό επίπεδο. Είχατε καμιά πόλη τότε;

- Πόλη; Μόνο μία; Είχαμε πολλές πόλεις και χωριά.

- Και τι έγιναν; Οι παλαιοντολόγοι μας σκάβουν συνέχεια, μα ποτέ και πουθενά δε βρέθηκαν ερείπια από πόλεις που ν’ ανήκουν στο Ιουρασικό.

Δε σας είπα ότι εμείς, οι παράνθρωποι όπως μας είπες, του Τριαδικού και του Ιουρασικού αναγκαστήκαμε να περιοριστούμε σ’ αυτό το νησί; Για να καταλάβετε, παιδιά, πρέπει να ξέρετε ότι πολύ παλιά ολόκληρη η στεριά ήταν συγκεντρωμένη σε μία και μόνη ήπειρο, την Πανγαία. Σιγά σιγά η στεριά μετατοπιζόταν και κομματιαζόταν και χωρίστηκε σε δύο ηπείρους, τη Βορειοατλαντική, στα βόρεια και την Γκοντβάνα στα νότια. Η θάλασσα που τις χωρίζει και που βλέπετε τώρα μπροστά σας είναι η Τηθύς. Βρίσκεται περίπου στη θέση όπου είναι στην εποχή σας η Μεσόγειος, μόνο που είναι πολύ μεγαλύτερη. Πώς λοιπόν να βρουν οι παλαιοντολόγοι σας το νησί και τις πόλεις μας, αφού είναι καταποντισμένες και θαμμένες κάτω από τη Μεσόγειο; Μόνο αυτό το κομμάτι του νησιού μας αποτελεί σήμερα το υπέδαφος της στεριάς που εσείς ονομάζετε Αττική. Γι’ αυτό και προτιμήσαμε να φέρουμε εδώ ανθρώπους από την Αθήνα. Θα ήταν πιο εύκολη η χρονική μεταφορά τους.

- Μάλιστα, είπε σκεφτικός ο Ίωνας προσπαθώντας να χωνέψει τις εξηγήσεις της κοπέλας. Μπορεί δηλαδή να βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή κάτω ακριβώς από την πολυκατοικία μας;

 - Ή κάπου εκεί κοντά. Κατάλαβες λοιπόν τι θέλω να σας πω;

- Πήρα μια ιδέα, είπε ο Ίωνας, και ο Ανδρέας κούνησε κι εκείνος το κεφάλι του, μόλο που δεν τα είχε χωνέψει όλα.

- Αυτός είναι ο λόγος που δεν βρέθηκε μα ούτε και θα βρεθεί ποτέ τίποτα που θα σας δώσει να καταλάβετε ότι εσείς, οι άνθρωποι του Καινοζωικού αιώνα, δεν είστε οι πρώτοι άνθρωποι της Γης.

- Να κάνω και εγώ μια ερώτηση; είπε ο Ανδρέας. Είναι κάπως χοντρή, μα δε θέλω να σας προσβάλω.

- Λέγε, είπε η Τίσα και τον κοίταξε περίεργη και λίγο επιφυλακτική.

- Έχετε ουρά δηλαδή επειδή η καταγωγή σας είναι από τα παραθηλαστικά;

Η Τίσα τόσο ξαφνιάστηκε από την ερώτηση, που στην αρχή δεν την κατάλαβε. Τον κοίταξε σαστισμένη. Ύστερα όμως, όταν μπήκε στο νόημα, έβαλε τα γέλια.

Σου φαίνεται αστεία η ουρά μου; Δε σκέφτηκες ποτέ ότι και σεις μας φαίνεστε αστείοι γιατί δεν έχετε ουρά; ξέρω ότι τα πρωτεύοντα τις έχουν χάσει πολύ πριν παρουσιαστείτε εσείς οι άνθρωποι. Εμείς όμως διατηρήσαμε τις χοντρές ουρές των παραθηλαστικών. Και να σου πω κάτι, Ανδρέα; Εσείς χάνετε. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι, αργά ή γρήγορα, έχετε προβλήματα με τη μέση ή με τα πόδια σας. Και φταίει ότι δεν έχετε παρά δυο πόδια για να στηρίξετε το σώμα σας. Αυτό είναι το τίμημα που πλήρωσε ο άνθρωπος για την όρθια στάση του. Ενώ εμείς, που έχουμε σαν τρίτο πόδι τις ουρές μας, δεν έχουμε ποτέ αυτά τα προβλήματα.

- Χάνουμε δηλαδή, που δεν έχουμε ουρές; ρώτησε ο Ίωνας προσπαθώντας να διατηρήσει τη σοβαρή του έκφραση.

Ο Ανδρέας όμως δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έσκασε στα γέλια.

- Φαντάζεσαι, Ίωνα, τον εαυτό σου με ουρά; έκλαιγε σχεδόν από τα πολλά γέλια κρατώντας την κοιλιά του. Ξέρεις τι χαριτωμένος θα είσαι; Οχ, βαστάτε με, θα πέσω.

- Εσένα σίγουρα θα σου πήγαινε πολύ καλά, είπε παγερά ο φίλος του.

Ξαφνικά ένιωσε πολύ θυμωμένος και με το χοντρό αστείο του Ανδρέα, αλλά και με την προσβολή που κάνανε δίχως να το θέλουν στην Τίσα, που πραγματικά δεν της άξιζε… Μα η κοπέλα δε φάνηκε να στενοχωριέται καθόλου, τόσο σίγουρη ήταν για τα πλεονεκτήματα της ουράς.
Σχόλια
Με αφορμή την φανταστική περιπέτεια του Ίωνα και του Ανδρέα, συμπληρώσαμε τη Γραμμή του Χρόνου με δύο τελευταίους πίνακες που επιχειρούν να καλύψουν τα 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια από τον σχηματισμό της Γης μέχρι την Παλαιολιθική Περίοδο. Σχόλια και διορθώσεις, όπως πάντα ευπρόσδεκτα!
Χρήση στην τάξη
Οι παράνθρωποι έχουν καταφέρει με την τεχνολογία τους να δαμάσουν τον χρόνο. Ταξιδεύουν στο μέλλον και αόρατοι παρατηρούν τους πάντες. Όταν όμως ο Ίωνας και ο Ανδρέας ρωτούν τι θα συμβεί στη γη μετά την εποχή μας (σ. 140-1) η Τίσα (και μαζί και η συγγραφέας), αποφεύγουν να μας απαντήσουν. Τι πιστεύετε ότι θα βλέπαμε, αν καταφέρναμε να ταξιδέψουμε στο μέλλον αόρατοι;

Αν δεν ήταν καλοκαίρι, θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε με κάποιες δεινοσαυρο-δραστηριότητες στην τάξη ή να περιηγηθούμε εικονικά σε μουσεία Φυσικής Ιστορίας για ν' απολαύσουμε από όσο πιο κοντά γίνεται, τα τεράστια θηρία του Ιουρασικού. Πατώντας στην εικόνα, θα μεταφερθείτε για μια βόλτα στο Smithsonian της Washington (ευχαριστούμε την αναπληρώτρια συνάδελφο Άννα για τον σύνδεσμο). Οι δεινόσαυροι σας περιμένουν υπομονετικά στον πρώτο όροφο!
http://www.mnh.si.edu/vtp/1-desktop/

Share/Bookmark

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Ένα παιδί από σίδερο

Υπόθεση
Τέλη του χειμώνα του 481 π.Χ. Πάνω σ' ένα εμπορικό που αποπλέει από την Κόρινθο, τρεις εθελοντές σταλμένοι από το συνέδριο των Ελλήνων, ταξιδεύουν με προορισμό τη Μίλητο. Είναι ο Διηνέκης από τη Σπάρτη, ο Αδείμαντος ο Θεσπιέας και ο Διόφαντος ο Αθηναίος, και σκοπό έχουν να κατασκοπεύσουν το μέγεθος του στρατού που ετοιμάζει ο Ξέρξης. Για να περάσει ο χρόνος πιο ευχάριστα, ο Διηνέκης αρχίζει να διηγείται στους συνταξιδιώτες του ιστορίες από τη μυστηριώδη Λακωνία και να τους αποκαλύπτει τα στάδια που ορίζουν την αυστηρή σπαρτιατική αγωγή.

Παρά τις δυσκολίες, η αποστολή των τριών φίλων στέφεται τελικά με επιτυχία, κυρίως εξαιτίας της σιγουριάς που νιώθει ο Πέρσης βασιλιάς για την υπεροχή του. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την προετοιμασία των 300 οπλιτών του Λεωνίδα, την πορεία τους προς τις Θερμοπύλες και τη συγκλονιστική τους αναμέτρηση με την τεράστια ασιατική στρατιά τον Αύγουστο του 480 π.Χ.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ευάγγελος Μόκας - Μορφωτική
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Άκης Αβαγιανός
ISBN: 978-960-215-023-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 1988
Σελίδες: 170
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Επική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας γύρω από την ανατροφή των Σπαρτιατών και τη θυσία του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Με γλώσσα απλή αλλά ταυτόχρονα πλούσια σε καλολογικά στοιχεία, ο συγγραφέας καταφέρνει για μια ακόμη φορά να μας συμπαρασύρει σε μια αφήγηση που ρέει, βιογραφώντας τον χαρακτήρα του Σπαρτιάτη Διηνέκη (του στρατιώτη που είπε το περίφημο "τότε θα πολεμήσουμε υπό σκιά"). Η χαρισματική γραφή του Σακελλαρίου ζωντανεύει ξανά τη θυσία του Λεωνίδα και μας συναρπάζει, ακόμα και αν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται είναι χιλιοειπωμένα. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο νοηματικές ενότητες. Στην πρώτη, που καταλαμβάνει περίπου τις εκατό πρώτες σελίδες (μέχρι τη σ. 114), παρακολουθούμε τα στάδια της σπαρτιατικής αγωγής με τη μορφή διήγησης από τον ίδιο τον Διηνέκη. Στη δεύτερη, περιγράφονται η σύντομη περιπέτεια των τριών φίλων στη Μικρά Ασία και τα γεγονότα στις Θερμοπύλες όπως παραδίδονται από τον Ηρόδοτο. Το κείμενο χωρίζεται σε 24 πολύ μικρά κεφάλαια με έκταση που κυμαίνεται μεταξύ 2-15 σελίδων (γύρω στις τέσσερις το καθένα). Παρά την πολύ αραιή εικονογράφηση διαβάζεται ξεκούραστα και με ενδιαφέρον. Το προτείνουμε σε έμπειρους αναγνώστες της Δ' τάξης και σε μαθητές της Ε' και Στ', που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν από κοντά τη σπαρτιατική αγωγή ή περισσότερες λεπτομέρειες για την αναμέτρηση των 300 με τους Πέρσες.

  • Ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Καλογραμμένη αφήγηση
  • Πληροφορίες για την αγωγή στην αρχαία Σπάρτη

  • Συμβάσεις εξυπηρετούν τη διήγηση αλλά μειώνουν τον ρεαλισμό

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Εκπαίδευση, Γενναιότητα, Φιλία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Εκτός από την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών, πολύ ιδιαίτερη είναι η διήγηση της πρώτης φοράς που η μητέρα του μικρού Διηνέκη τον αφήνει μόνο του έξω από την πόλη.

Εικονογράφηση
Οι επτά ασπρόμαυρες εικόνες είναι καλοδουλεμένες, όμως σ' ένα βιβλίο των 170 σελίδων δύσκολα κάνουν την παρουσία τους αισθητή, ενώ κατά βάση λειτουργούν απλώς συνοδευτικά. Τα σκίτσα αντλούν από την ηρωικότητα των μορφών, όμως η λακωνική λιτότητα του θέματος δεν τα αγγίζει. Στην εικόνα, ο Διηνέκης "ντυμένος" περίπου όπως οι 300 που ο Frank Miller θα σχεδιάσει δέκα χρόνια αργότερα (1998).
Απόσπασμα
Έτσι άρχισε η ζωή στο στρατόπεδο, κι έτσι συνεχίστηκε, ώσπου όλοι της σειράς μας συμπληρώσαμε τα έντεκά μας χρόνια. Όλη τη μέρα, από την αυγή ως το σούρουπο, μέναμε στο στρατόπεδο και μόνο το βράδυ γυρίζαμε και κοιμόμασταν στα σπίτια μας. Η ζωή μας μπήκε στο ορισμένο από τους νόμους της Σπάρτης δρόμο και τίποτα δεν μπορούσε να τη βγάλει απ’ αυτόν.

Η πρώτη χρονιά πέρασε με κοντινούς περιπάτους γύρω στη Σπάρτη, με παιγνίδια και τραγούδια. Από τα παιγνίδια μού άρεσαν πιο πολύ η σχοινοφιλίνδα, η αποδιδρασκίνδα, η κρικηλασία και η διελκυστίνδα. Βάζαμε όλη μας την δύναμη σ’ αυτά κι όλη μας την εξυπνάδα να ξεπεράσουμε ή να νικήσουμε τους άλλους, είτε καθένας μας ξεχωριστά, είτε σαν ομάδα, σαν βούα.

Αλλά κι όταν εμείς δεν παίζαμε ή δεν κάναμε κάτι, παρακολουθούσαμε σιωπηλοί τα παιγνίδια ή τ’ αγωνίσματα των άλλων τάξεων. Και συχνά, στο τέλος της μέρας, την ώρα του δείπνου, ο πρωτείρας, εκεί που τρώγαμε ήσυχοι, ρωτούσε ξαφνικά κάποιον απ’ όλους μας: Ποιος ήταν ο καλύτερος παίκτης στο τάδε αγώνισμα. Έπρεπε να δοθεί γρήγορα μια απάντηση, αλλά όχι τυχαία κι επιπόλαια. Γιατί ο πρωτείρας ρωτούσε ευθύς αμέσως: «Γιατί ήταν καλός;» Κι έπρεπε κι η αιτιολόγηση να δοθεί κι αυτή σύντομα και με λίγα λόγια.

Όποιος δεν έδινε σωστές απαντήσεις έδειχνε πως δεν είχε προσέξει όσο έπρεπε τους αγώνες. Και τότε ο πρωτείρας του έπιανε το χέρι και του έδινε μια γερή δαγκωματιά στο μεγάλο δάχτυλο, στον αντίχειρα.

Αργότερα, όταν μεγαλώσαμε πιο πολύ, οι ερωτήσεις δεν ήταν μόνο για τ’ αγωνίσματα, αλλά και για άλλα ζητήματα της Σπάρτης. Έπρεπε σε κάθε στιγμή να ‘χουμε γνώμη για όλα και για το καθετί. Και γνώμη αιτιολογημένη. ΄

Έπρεπε ν’ ακούμε προσεχτικά τι λένε οι μεγαλύτεροι και ποτέ να μη μιλούμε χωρίς να μας ρωτήσουν. Αλλά και τότε τα λόγια μας έπρεπε να είναι λίγα, μια- δυο λέξεις, όσες χρειάζονται για να καταλάβει ο άλλος την απάντησή μας.

- Το «λακωνίζειν», λέει ο Αδείμαντος.
- Έπρεπε, ακόμα, να σηκωνόμαστε όταν περνούσε από μπροστά μας μεγαλύτερός μας ή να δίνουμε τη θέση μας πρόθυμα σε κάθε ανώτερο ή μεγαλύτερό μας.

- Και αν δεν σηκωνόσαστε; ρωτά ο Διόφαντος.

- Ήταν πολύ πιθανό να γίνεται κι αυτό. Αλλά οι νόμοι μας το έχουν προβλέψει. Και διορίζουν για τούτο τον «παιδονόμο», που γυρίζει όλη τη μέρα στους δρόμους της Σπάρτης με δυο μαστιγοφόρους στο πλευρό του. Όποιος δε σηκώνεται με δική του θέληση και πρόθυμα, σηκώνεται με το μαστίγιο.

Και δε φτάνει το ξύλο που τρώει απ’ τους μαστιγοφόρους, έχει έπειτα και την τιμωρία απ’ τον πρωτείρα, έχει τον εξευτελισμό μπροστά στη βούα, μπροστά σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο. Για δέκα μέρες δεν τον αφήνουν να πάρει μέρος στα παιγνίδια, δεν παίρνει επιδόρπιο μετά το δείπνο – σύκα, μύγδαλα ή οπωρικά – όλοι τον αποφεύγουν και τον δείχνουν με το δάχτυλο λέγοντας περιφρονητικά:
- Μικρός το δέμας αλλ’ ου την αναισχυντίαν…

Έτσι, με το να σηκωνόμαστε μπρος στους μεγαλυτέρους μας γίνεται πια μια συνήθεια, που οι ίδιοι το θαρρούμε ντροπή να μην την ακολουθήσουμε.

- Το ίδιο κι εμείς, λέει κοροϊδευτικά και λίγο πικρά ο Διόφαντος.

- Όσο γι’ αυτό, μη χειρότερα να λέμε, παρατηρεί ο Αδείμαντος. Βλέπεις κάτι παιδαρέλια να παίζουν στους δρόμους ή να κάθονται στην αγορά και σημασία να μη δίνουν, αν περνά δίπλα τους κάποιος μεγαλύτερος ή στέκεται όρθιος ένας γέρος. Τι κρίμα, το καλό ν’ αποτελεί εξαίρεση… Και μήπως να πεις δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε; Δε ας τα λένε οι γονιοί μας ή δεν μας τα δασκαλεύουν οι παιδαγωγοί μας;

- Μας έλεγε κάτι σχετικό ο γέρο – Αλκιδάμας. Ένας γέρος, θαρρώ Θηβαίος, είχε πάει κάποτε στην Ολυμπία, στους αγώνες. Πλησίαζε μεσημέρι όταν έφτασε εκεί. Οι αγώνες είχαν αρχίσει κι όλα τα καθίσματα στις κερκίδες ήταν πιασμένα. Οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν σαν καυτά βέλη πάνω στα κεφάλια κι είχε μια ζέστη φοβερή.

Πέρασε ο γέρος μπροστά απ’ όλες τις κερκίδες, μα κανένας δε σηκώθηκε να του δώσει τη θέση του. Ούτε απ’ τους συμπατριώτες του. Μα σαν έφτασε στις κερκίδες, όπου ήταν καθισμένοι οι Σπαρτιάτες, όλοι, σαν κάποιος να τους πρόσταξε, σηκώθηκαν και τον κάλεσαν να καθίσει στη θέση τους. Τότε ο γέρος δε βάσταξε κι είπε δυνατά, για να τον ακούσουν όλοι:

- Όλοι οι Έλληνες ξέρουν ποιο είναι το καλό, αλλά μόνο οι Σπαρτιάτες το κάνουν!...

- Όλοι οι Έλληνες το ξέρουν… επανέλαβε, σα να μονολογούσε πικρά, ο Αδείμαντος.

- Αλλά και σε κάτι άλλο έπρεπε, ακόμα, να συνηθίσουμε, συνέχισε ο Διηνέκης. Στην πείνα και στη δίψα. Έρχονταν μέρες που δε μας έδιναν ούτε μια σταλιά νερό.
- Ούτε νερό; ρωτά παραξενεμένος ο Διόφαντος.
- Ναι, ούτε νερό. Έπρεπε να συνηθίσουμε ν’ αντέχουμε ακόμη και στη δίψα. Είναι κι αυτό κάποτε τόσο απαραίτητο. Μας έλεγε σχετικά μιαν ιστορία ο γέρο – Αλκιδάμας.

Κάποτε ο Σόος που, όπως ξέρετε, θεωρείται απ’ τους πιο δοξασμένους απογόνους του Ηρακλή, βρέθηκε πολιορκημένος με τους στρατιώτες του από τους Κλειτορίους, τους σκληροτράχηλους αυτούς Αρκάδες, σ’ ένα μέρος πολύ επικίνδυνο, όπου δεν υπήρχε καθόλου νερό. Η πολιορκία κράτησε μέρες και μέρες και ούτε οι δικοί μας μπορούσαν να τη σπάσουν ούτε οι Κλειτόριοι να καταφέρουν να νικήσουν τους γενναίους αγωνιστές μας. Τα τρόφιμα σώθηκαν, σώθηκε και το νερό. Κι όσο για την πείνα, μπορούσαν να κρατήσουν για μέρες. Τι θα έκαναν όμως για νερό;

Κατάλαβε ο Σόος ότι έπρεπε, το λιγότερο, να βρεθεί τρόπος να πιουν νερό. Γι’ αυτό πρότεινε στους Κλειτορίους τούτα δω: Να τους αφήσουν να πιουν νερό από την κοντινή πηγή κι αυτός για αντάλλαγμα θα έδινε πίσω όσο μέρος από την Αρκαδία εκυρίευσε.

Βγήκαν μπροστά οι αντιπρόσωποι των Κλειτορίων, βγήκε κι ο Σόος κι έκαμαν τους ορισμένους όρκους και τις σπονδές κι έκλεισαν τη συμφωνία. Κι η συμφωνία έλεγε ότι τότε μόνο θα έδινε πίσω ο Σόος όσα μέρη εκυρίευσε, όταν έπιναν νερό όλοι οι Σπαρτιάτες.

Αμέσως τότε γυρίζει πίσω στους στρατιώτες του ο Σόος, τους μαζεύει ολόγυρά του και τους λέει:
- Πρέπει κάποιος απ’ όλους μας να μην πιει ούτε σταγόνα νερό, ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε τα μέρη που πήραμε. Σε όποιον το μπορέσει θα δώσω τη βασιλεία μου.

Μεγάλη η υπόσχεση και το αξίωμα κι αυτό μεγάλο. Για λίγο έγινε σιωπή. Μα κανένας δε βγήκε μπροστά να πει πως δέχεται να μην πιεί νερό. Η δίψα τους είχε ξεράνει τα σωθικά, τους στέγνωσε το στόμα. Και τι δε θα ‘διναν για λίγο νερό!

Γι’ αυτό και πήραν ένας – ένας γρήγορα το δρόμο για την πηγή. Δεν έμεινε κοντά στο Σόο ούτε ένας. Ήπιαν νερό όσο μπορούσαν, ξεδίψασαν για καλά κι ύστερα γύρισαν στη θέση τους. Ο Σόος τους βλέπει και κουνά θλιμμένα το κεφάλι.

Τελευταίος τράβηξε κατά την πηγή κι αυτός. Διψούσε φοβερά! Και σαν είδε το δροσερό ολογάργαρο νερό να κελαρύζει, σαν να του αηδονολαλεί, προσκαλώντας τον να πιει, για μια στιγμή του ήρθε η βαθιά, η λάμια η όρεξη να ριχτεί κι αυτός πάνω της και να πιεί, να πιεί, να δροσίσει τα φρυγμένα του χείλια, να σβήσει τη φωτιά, που είχε ανάψει μέσα του. Θυμήθηκε όμως τη Σπάρτη. Έτσι λοιπόν θ’ άφηνε στα χέρια των εχθρών ό, τι με τόσους κόπους και θυσίες κέρδισε; Όλους τους στρατιώτες του τους συγχωρεί για ό, τι έκαμαν, μα πώς είναι δυνατό να συγχωρήσει για τούτη του την αδυναμία τον εαυτό του;

Γι’ αυτό και δεν έσκυψε να πιει. Πήρε μόνο – σ’ αυτό δεν άντεξε – μια χούφτα νερό με το χέρι του και ραντίστηκε στο πρόσωπο και στο λαιμό του. Κι αμέσως ξαναγύρισε στη θέση του.

Οι Κλειτόριοι περίμεναν να τους δώσει πίσω τα μέρη που κυρίευσε και να φύγει. Αλλά ο Σόος τους απάντησε ότι η συμφωνία τους είναι πως έπρεπε να πιουν νερό «όλοι». Αλλά… δεν ήπιαν όλοι. Αυτός, ο Σόος, δεν ήπιε ούτε σταλιά. Κι έτσι ο πόλεμος συνεχίστηκε. Οι Σπαρτιάτες με νέα τώρα δύναμη κι ορμή – καθώς τους ζωντάνεψε το δροσερό νερό – ρίχτηκαν πάνω στους Κλειτορίους και τους νίκησαν. Η αντοχή ενός ανθρώπου στη δίψα γλίτωσε την Σπάρτη από μια ταπείνωση.

Αυτά μας έλεγε ο Αλκιδάμας, θέλοντας να μας κάνει να καταλάβουμε πως δεν πρέπει να μας κακοφαίνεται αν από καιρό σε καιρό μας αφήνουν χωρίς νερό ή χωρίς τροφή. Πρέπει σε όλα να συνηθίζουμε από μικρά παιδιά.

Και θυμάμαι που κάποτε έπεσε ο κλήρος και στη δική μας βούα – όπως γινόταν με όλες – να περάσουμε τούτη τη δοκιμασία. Μήτε το πρωί μας έδωσαν τίποτε να φάμε, μήτε το μεσημέρι, μήτε και το βράδυ. Γυρίσαμε στα σπίτια μας θεονήστικοι, ξεθεωμένοι από την κούραση. Καθώς τραβούσα τρέχοντας για το σπίτι μας, έλεγα με το νου μου πως, δε γίνεται, κάτι θα έχει μαγειρέψει η μητέρα μου, κάτι θα βρω στο κελάρι μας να φάω, να μερώσω την πείνα μου.

Αλλά, τι ατυχία! Ατυχία το είπα τότε, αλλά δεν ήταν καμιά τυχαία σύμπτωση. Απλώς ήταν κι αυτό στο πρόγραμμα, μελετημένο από τα πριν. Η μητέρα μου έλειπε. Έβαλα τις φωνές, τα ‘βαλα με τους είλωτές μας. Χαμένος κόπος.

Τότε πλησίασα τον Ευαγόρα.
- Πεινώ, του λέω κρυφά. Πεινώ πολύ. Δε γίνεται τίποτε;

Ο καλός μου Ευαγόρας μου έδειξε τ’ αδειανά του χέρια. Ύστερα με πήγε έξω από το κελάρι.

- Το βλέπεις, μου λέει. Είναι κλειδωμένο. Η μητέρα σου φεύγοντας πήρε μαζί της και τα κλειδιά.

- Και πού πήγε;

- Μακάρι να ‘ξερα…

Τι να γίνει… Έπεσα και κοιμήθηκα νηστικός. Όλη τη νύχτα η κοιλιά μου γουργούριζε και ξύπνησα δυο – τρεις φορές.

Το πρωί πήγα στο στρατόπεδο. Μα εκεί έμαθα πως και των άλλων παιδιών της βούας μου οι μητέρες έλειπαν αυτό το βράδυ από το σπίτι κι ολονών τα κελάρια ήταν κλειδωμένα.

Ο πρωτείρας, μόλις μαζευτήκαμε, μας βάζει αμέσως στη γραμμή και μας οδηγεί έξω από το στρατόπεδο, μακριά από τη Σπάρτη. Ούτε πρωινό, ούτε τίποτε. Και μας έβαλε να μαζεύουμε πέτρες απ’ ολόγυρα και να φτιάνουμε πρόχειρα τείχη!

ήρθε μεσημέρι κι εμείς ακόμα παιδευόμαστε εκεί, νηστικοί και διψασμένοι. Και δεν κατεβήκαμε στο στρατόπεδο παρά αργά το απόγευμα, λίγη ώρα πριν ο αυλητής σημάνει συσσίτιο.

Χαρήκαμε. Είπαμε πως πια το μαρτύριό μας τελείωσε. Μάλιστα μας άφησαν να πάρουμε απ τη θέση τους τα πινάκια και τα κουτάλια μας. Πήρε η μια βούα, πήρε η δεύτερη, πήρε η Τρίτη… Την δική μας την άφησαν τελευταία. Κι όταν έφτασε η σειρά μας, ο μάγειρας αναποδογύρισε τη μεγάλη χύτρα, για να μας δείξει πως δεν έχει πια άλλη σούπα. 
Σχόλια
Ο συγγραφέας, θίγοντας για μια ακόμη φορά το θέμα της δουλείας (βλ. Η φωτιά που δεν σβήνει, Ψηλά το κεφάλι Δούλε), επιδιώκει να ασκήσει κριτική στον τρόπο που η σπαρτιατική κοινωνία αντιμετώπιζε τους είλωτες. Παρουσιάζει για τον σκοπό αυτό τον χαρακτήρα του Διηνέκη να διακατέχεται από πλήρη άγνοια γύρω από τον θεσμό της κρυπτείας, ώστε να του μιλήσει γι' αυτόν ένας Αθηναίος... (σ.84) Έλα, τώρα... Δεν το ξέρεις; λέει ειρωνικά ο Διόφαντος (...) Ο κόσμος το 'χει τούμπανο κι εσύ... εξακολουθεί το ίδιο ειρωνικά ο Διόφαντος. Ο πρωταγωνιστής λοιπόν «πέφτει από τα σύννεφα» ακούγοντας ότι (σ.85) Η Σπάρτη δολοφονεί τις ελεύθερες καρδιές, την ανδρεία και την καλοσύνη. Για να σπάσει το ηθικό των ειλώτων. Αυτή είναι η Σπάρτη σας... και αντιδρά στην αφοριστική αυτή άποψη με τρόπο καθόλου τυπικό για έναν πυθιονίκη πυγχμάχο: Ω, είναι φοβερό... λέει με χείλη που τρέμουν ο Διηνέκης. Δεν το πιστεύω. Δεν μπορεί να 'ναι έτσι. Να θυμίσουμε εδώ ότι τα Κρύπτεια διεξάγονταν μια φορά τον χρόνο και τον ρόλο του κυνηγού αναλάμβαναν πιθανότατα οι ίδιοι οι εκπαιδευόμενοι νέοι, άρα δύσκολα κάποιος μεγαλωμένος στη Σπάρτη (όπως ο Διηνέκης) θα μπορούσε να αγνοεί την ύπαρξή τους. Όσο για την ανδρεία ως αρετή, δεν υπήρχαν πολλοί που την τιμούσαν όσο οι Σπαρτιάτες... αρκεί η ανδρεία αυτή να μην στρεφόταν εναντίον τους!

Από εκεί και πέρα, να επισημάνουμε ότι η σχέση των Σπαρτιατών με τους είλωτες ήταν σύνθετη: προφανώς τους καταπίεζαν και εκμεταλλεύονταν την εργασία τους, ταυτόχρονα όμως τους παρείχαν ελευθερίες και υπήρχε μεταξύ τους αρκετή εμπιστοσύνη ώστε οι δεύτεροι να τους συνοδεύουν στις εκστρατείες και να πολεμούν πλάι τους ελαφρά οπλισμένοι - όπως έγινε και στις Θερμοπύλες. Ο Ηρόδοτος (8.25.1) αναφέρει ότι μετά τη μάχη, μπορούσε κανείς να δει δίπλα στους νεκρούς Θεσπιείς και Σπαρτιάτες και είλωτες... όσους τουλάχιστον δεν το είχαν σκάσει, όπως εκείνος του Ευρύτου (7.229.1). Τελικά, όπως ο Nic Fields αναφέρει (Thermopylae 480: Last Stand of the 300, Osprey Publishing, 2007, σ.85), οι είλωτες δεν ήταν ούτε σκλάβοι ούτε και ελεύθεροι. Με το ζήτημα ασχολείται και το κόμικ του Jacques Martin Ωρίων, Η ιερή λίμνη αλλά εκτροχιάζεται αρκετά, παρουσιάζοντας τους Σπαρτιάτες ως αφελείς, ημιάγριους σατράπες (εικόνα δεξιά).

Οι ασθενικές αντιδράσεις του Διηνέκη συνεχίζονται, όταν οι δύο ακροατές προσβάλλουν με τα σχόλιά τους τα ιερά και τα όσια των Λακεδαιμονίων. Α, τι στρίγκλα! λέει ο Διόφαντος αναφερόμενος στην ιέρεια της Ορθίας Αρτέμιδας (εικόνες κάτω)... και λίγο αργότερα (σ.99) ρωτάει Η ιέρεια έμεινε πια ευχαριστημένη; Χόρτασε αίμα η λάμια; Στο σημείο αυτό, όσοι περιμένουν τον Σπαρτιάτη να οργιστεί ή έστω να υψώσει το ανάστημά του, θα απογοητευθούν, γιατί απλώς...  Ο Διηνέκης δεν απάντησε. Ξερόβηξε μόνο λίγο, έτριψε τα χέρια του κι ύστερα είπε, σαν να συνέχιζε τη διήγησή του...

Αντίστοιχα συμβαίνουν και όταν στην ίδια σκηνή, τη σκυτάλη των προσβολών παραλαμβάνει ο Θεσπιέας συνομιλητής. Ο Αδείμαντος στρέφει τα βέλη του προς την μητέρα του «Ερμή», του όμορφου νέου που μαστιγώθηκε μέχρι να ματώσει μαζί με τους άλλους μπροστά στο ιερό της Αρτέμιδας:
-Αυτή πια δεν είναι μητέρα, λέει κι ο Αδείμαντος (...) 
-Έτσι είναι οι Λάκαινες, απαντά ο Διηνέκης.  
-Σκύλες δηλαδή...
Η παραπάνω γενίκευση, θίγει όλες τις Σπαρτιάτισσες μάνες, μαζί και εκείνη του Διηνέκη. Προετοιμασμένοι βέβαια από τα προηγούμενα, δεν περιμένουμε κάποια δυναμική αντίδραση σε στυλ Σούπερμαν (you think you can threaten my mother?!), ούτε όμως και μια τόσο ψύχραιμη, σχεδόν αδιάφορη απάντηση:
- Όπως το πάρεις...  


Δυστυχώς, για κάποιες από τις πληροφορίες γύρω από τη ζωή στην αρχαία Σπάρτη που διαβάζουμε στο βιβλίο, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Ένας από τους λόγους, είναι ότι οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες φρόντιζαν να καλύπτεται η πατρίδα τους από έναν πέπλο μυστηρίου, με αποτέλεσμα ακόμα και αρχαίοι συγγραφείς να μη έχουν σαφή άποψη πάνω σε κάποια ζητήματα. Έτσι για παράδειγμα, πάνω στο θέμα των ηλικιακών βαθμών (στο βιβλίο στη σ.48) στους οποίους χωρίζονταν τα παιδιά στην αρχαία Σπάρτη, υπάρχουν διαφορές (βλ. 2ο κεφάλαιο εδώ) τόσο ανάλογα με την ιστορική πηγή που χρησιμοποιούμε (Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Πλούταρχο, κ.ά.) όσο και σε σχέση με την εποχή που εξετάζουμε (κλασική, ελληνιστική, ρωμαϊκή).

Δεν μας βοηθάνε δυστυχώς ούτε τα ευρήματα της περιοχής, μια και είχαμε την ατυχία στα 1730 να περάσει από εκεί ο αχαρακτήριστος αββάς Μισέλ Φουρμόντ (Abbé Michel Fourmont) που, αφού βρήκε και αντέγραψε γύρω στις 300 επιγραφές (εργασία που έγινε μάλλον ερασιτεχνικά - βλ. υποσημείωση 10 στη σ.15 εδώ), στη συνέχεια τις έξυσε (!), απαξιώνοντας το ίδιο του το έργο. Με τα σημερινά δεδομένα βέβαια, ίσως να τον καλωσορίζαμε ως ξένο επενδυτή που ήρθε να  αξιοποιήσει τον πολιτιστικό μας πλούτο, αφού για την καταστροφή των μνημείων ξόδεψε 1.200 ημερομίσθια. Ας πάρουμε όμως μια γεύση από την αρχαιολατρία του:

«επί 30 μέρες και πλέον, 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μόνο πύργοι να καταστρέψω... Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στον κόμη Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω. (...) Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι; (...) Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κάτεσκαψα. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.»

Πηγή: Επαμ. Βρανόπουλος, περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 8, Αύγουστος 1983, σ. 93-94
Ενεπίγραφη στήλη που αφιέρωσε στην Ορθία Αρτέμιδα για τη νίκη του ο Λεοντέας
που ήταν βοαγός, αρχηγός δηλαδή μιας βούας (ομάδας 16 παιδιών ίδιας ηλικίας)
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη οι δραστηριότητες που μπορεί να εμπνεύσει το βιβλίο είναι αρκετές. Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με μια συζήτηση γύρω από τη σπαρτιατική αγωγή, το τι εξυπηρετούσε αλλά και τι τίμημα είχε για τους μικρούς Λακεδαιμόνιους. Θα άρεσε άραγε στα σημερινά παιδιά να μεγαλώνουν με έναν τέτοιον τρόπο;

Ενδιαφέρον ίσως να είχε και η ανάγνωση αποσπασμάτων από το βιβλίο ή τον Ηρόδοτο ακολουθούμενη από προβολή στιγμιοτύπων από τις δύο κινηματογραφικές μεταφορές της μάχης των Θερμοπυλών (The 300 Spartans, 1962 - 300, 2006). Έπειτα οι μαθητές θα μπορούσαν με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού να επισημάνουν και να σχολιάσουν τις πάμπολλες ανακρίβειες σχετικά με την ενδυμασία, τον οπλισμό, τα γεγονότα της μάχης, τα πρόσωπα, το σενάριο, κλπ.
Στα αριστερά ένας δαρεικός αληθινός (εικονίζεται ο Δαρείος με το αγαπημένο όπλο των Περσών)
και στα δεξιά ένας χολιγουντιανός (πώς λέμε αποκριάτικος;) όπως τον είδαμε στην ταινία 300
Είναι βέβαια αλήθεια, ότι οι 300 του Frank Miller έχουν τα τελευταία χρόνια αναθερμάνει το ενδιαφέρον για την αρχαία Σπάρτη (επανέφεραν στη μόδα και το μούσι), προφανώς όμως έθεσαν κάποια πράγματα σε λάθος βάση. Έτσι, στο μυαλό πολλών μαθητών, η φράση «τριακόσιοι του Λεωνίδα», συνδέεται πλέον με ημίγυμνους φουσκωτούς, αλυσοδεμένα τέρατα και μασκοφόρους ninja που χοροπηδάνε στον αέρα. Οι πανίσχυρες εντυπώσεις που αφήνει η 7η τέχνη στα παιδιά είναι σίγουρα δύσκολο να ανατραπούν, αλλά τουλάχιστον για το συγκεκριμένο ζήτημα και ειδικά στη χώρα που ζούμε- νομίζω πως αξίζει να προσπαθήσουμε. Σε όσους θεωρούν ότι ο αγώνας είναι άνισος, να θυμίσουμε ότι με έναν τέτοιο ο 60χρονος Σπαρτιάτης βασιλιάς πέρασε στην αθανασία. 

Αν υπάρχουν οι υποδομές, μια καλή ιδέα θα ήταν να προβάλλουμε στην τάξη κάποιο από τα πολλά ντοκιμαντέρ που βρίσκονται στο διαδίκτυο ή ένα βίντεο που να συνδυάζει εντυπωσιακές εικόνες από την ταινία με πληροφορίες σε υπότιτλους. Ας έχουμε υπόψη μας ότι αν αφήσουμε τους μαθητές να αναζητήσουν μόνοι τους στοιχεία για την αναμέτρηση στις Θερμοπύλες, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουν μπροστά σε κάποιο από τα κακόγουστα, προχειροφτιαγμένα, και κυρίως αιμοβόρα παιχνίδια που κυκλοφορούν (βλ. σύνδεσμος κάτω δεξιά). Εμείς πάντως στην καλοκαιρινή γιορτή του σχολείου, «παίξαμε» πιο παραδοσιακά και μεταξύ άλλων διαγωνιστήκαμε στη διελκυστίνδα... ποιος είπε ότι τα αρχαία παιχνίδια δε συγκινούν τα σύγχρονα παιδιά;
http://www.games.gr/paixnidia/299_the_lost_spartan

Share/Bookmark