Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Ένα παιδί από σίδερο

Υπόθεση
Τέλη του χειμώνα του 481 π.Χ. Πάνω σ' ένα εμπορικό που αποπλέει από την Κόρινθο, τρεις εθελοντές σταλμένοι από το συνέδριο των Ελλήνων, ταξιδεύουν με προορισμό τη Μίλητο. Είναι ο Διηνέκης από τη Σπάρτη, ο Αδείμαντος ο Θεσπιέας και ο Διόφαντος ο Αθηναίος, και σκοπό έχουν να κατασκοπεύσουν το μέγεθος του στρατού που ετοιμάζει ο Ξέρξης. Για να περάσει ο χρόνος πιο ευχάριστα, ο Διηνέκης αρχίζει να διηγείται στους συνταξιδιώτες του ιστορίες από τη μυστηριώδη Λακωνία και να τους αποκαλύπτει τα στάδια που ορίζουν την αυστηρή σπαρτιατική αγωγή.

Παρά τις δυσκολίες, η αποστολή των τριών φίλων στέφεται τελικά με επιτυχία, κυρίως εξαιτίας της σιγουριάς που νιώθει ο Πέρσης βασιλιάς για την υπεροχή του. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την προετοιμασία των 300 οπλιτών του Λεωνίδα, την πορεία τους προς τις Θερμοπύλες και τη συγκλονιστική τους αναμέτρηση με την τεράστια ασιατική στρατιά τον Αύγουστο του 480 π.Χ.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ευάγγελος Μόκας - Μορφωτική
Συγγραφέας: Χάρης Σακελλαρίου
Εικονογράφηση: Άκης Αβαγιανός
ISBN: 978-960-215-023-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 1988
Σελίδες: 170
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'

Κριτική
Επική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας γύρω από την ανατροφή των Σπαρτιατών και τη θυσία του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Με γλώσσα απλή αλλά ταυτόχρονα πλούσια σε καλολογικά στοιχεία, ο συγγραφέας καταφέρνει για μια ακόμη φορά να μας συμπαρασύρει σε μια αφήγηση που ρέει, βιογραφώντας τον χαρακτήρα του Σπαρτιάτη Διηνέκη (του στρατιώτη που είπε το περίφημο "τότε θα πολεμήσουμε υπό σκιά"). Η χαρισματική γραφή του Σακελλαρίου ζωντανεύει ξανά τη θυσία του Λεωνίδα και μας συναρπάζει, ακόμα και αν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται είναι χιλιοειπωμένα. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο νοηματικές ενότητες. Στην πρώτη, που καταλαμβάνει περίπου τις εκατό πρώτες σελίδες (μέχρι τη σ. 114), παρακολουθούμε τα στάδια της σπαρτιατικής αγωγής με τη μορφή διήγησης από τον ίδιο τον Διηνέκη. Στη δεύτερη, περιγράφονται η σύντομη περιπέτεια των τριών φίλων στη Μικρά Ασία και τα γεγονότα στις Θερμοπύλες όπως παραδίδονται από τον Ηρόδοτο. Το κείμενο χωρίζεται σε 24 πολύ μικρά κεφάλαια με έκταση που κυμαίνεται μεταξύ 2-15 σελίδων (γύρω στις τέσσερις το καθένα). Παρά την πολύ αραιή εικονογράφηση διαβάζεται ξεκούραστα και με ενδιαφέρον. Το προτείνουμε σε έμπειρους αναγνώστες της Δ' τάξης και σε μαθητές της Ε' και Στ', που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν από κοντά τη σπαρτιατική αγωγή ή περισσότερες λεπτομέρειες για την αναμέτρηση των 300 με τους Πέρσες.

  • Ενδιαφέρουσα ιστορία
  • Καλογραμμένη αφήγηση
  • Πληροφορίες για την αγωγή στην αρχαία Σπάρτη

  • Συμβάσεις εξυπηρετούν τη διήγηση αλλά μειώνουν τον ρεαλισμό

Αξίες - Θέματα
Ιστορία - Αρχαιολογία, Εκπαίδευση, Γενναιότητα, Φιλία

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Εκτός από την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών, πολύ ιδιαίτερη είναι η διήγηση της πρώτης φοράς που η μητέρα του μικρού Διηνέκη τον αφήνει μόνο του έξω από την πόλη.

Εικονογράφηση
Οι επτά ασπρόμαυρες εικόνες είναι καλοδουλεμένες, όμως σ' ένα βιβλίο των 170 σελίδων δύσκολα κάνουν την παρουσία τους αισθητή, ενώ κατά βάση λειτουργούν απλώς συνοδευτικά. Τα σκίτσα αντλούν από την ηρωικότητα των μορφών, όμως η λακωνική λιτότητα του θέματος δεν τα αγγίζει. Στην εικόνα, ο Διηνέκης "ντυμένος" περίπου όπως οι 300 που ο Frank Miller θα σχεδιάσει δέκα χρόνια αργότερα (1998).
Απόσπασμα
Έτσι άρχισε η ζωή στο στρατόπεδο, κι έτσι συνεχίστηκε, ώσπου όλοι της σειράς μας συμπληρώσαμε τα έντεκά μας χρόνια. Όλη τη μέρα, από την αυγή ως το σούρουπο, μέναμε στο στρατόπεδο και μόνο το βράδυ γυρίζαμε και κοιμόμασταν στα σπίτια μας. Η ζωή μας μπήκε στο ορισμένο από τους νόμους της Σπάρτης δρόμο και τίποτα δεν μπορούσε να τη βγάλει απ’ αυτόν.

Η πρώτη χρονιά πέρασε με κοντινούς περιπάτους γύρω στη Σπάρτη, με παιγνίδια και τραγούδια. Από τα παιγνίδια μού άρεσαν πιο πολύ η σχοινοφιλίνδα, η αποδιδρασκίνδα, η κρικηλασία και η διελκυστίνδα. Βάζαμε όλη μας την δύναμη σ’ αυτά κι όλη μας την εξυπνάδα να ξεπεράσουμε ή να νικήσουμε τους άλλους, είτε καθένας μας ξεχωριστά, είτε σαν ομάδα, σαν βούα.

Αλλά κι όταν εμείς δεν παίζαμε ή δεν κάναμε κάτι, παρακολουθούσαμε σιωπηλοί τα παιγνίδια ή τ’ αγωνίσματα των άλλων τάξεων. Και συχνά, στο τέλος της μέρας, την ώρα του δείπνου, ο πρωτείρας, εκεί που τρώγαμε ήσυχοι, ρωτούσε ξαφνικά κάποιον απ’ όλους μας: Ποιος ήταν ο καλύτερος παίκτης στο τάδε αγώνισμα. Έπρεπε να δοθεί γρήγορα μια απάντηση, αλλά όχι τυχαία κι επιπόλαια. Γιατί ο πρωτείρας ρωτούσε ευθύς αμέσως: «Γιατί ήταν καλός;» Κι έπρεπε κι η αιτιολόγηση να δοθεί κι αυτή σύντομα και με λίγα λόγια.

Όποιος δεν έδινε σωστές απαντήσεις έδειχνε πως δεν είχε προσέξει όσο έπρεπε τους αγώνες. Και τότε ο πρωτείρας του έπιανε το χέρι και του έδινε μια γερή δαγκωματιά στο μεγάλο δάχτυλο, στον αντίχειρα.

Αργότερα, όταν μεγαλώσαμε πιο πολύ, οι ερωτήσεις δεν ήταν μόνο για τ’ αγωνίσματα, αλλά και για άλλα ζητήματα της Σπάρτης. Έπρεπε σε κάθε στιγμή να ‘χουμε γνώμη για όλα και για το καθετί. Και γνώμη αιτιολογημένη. ΄

Έπρεπε ν’ ακούμε προσεχτικά τι λένε οι μεγαλύτεροι και ποτέ να μη μιλούμε χωρίς να μας ρωτήσουν. Αλλά και τότε τα λόγια μας έπρεπε να είναι λίγα, μια- δυο λέξεις, όσες χρειάζονται για να καταλάβει ο άλλος την απάντησή μας.

- Το «λακωνίζειν», λέει ο Αδείμαντος.
- Έπρεπε, ακόμα, να σηκωνόμαστε όταν περνούσε από μπροστά μας μεγαλύτερός μας ή να δίνουμε τη θέση μας πρόθυμα σε κάθε ανώτερο ή μεγαλύτερό μας.

- Και αν δεν σηκωνόσαστε; ρωτά ο Διόφαντος.

- Ήταν πολύ πιθανό να γίνεται κι αυτό. Αλλά οι νόμοι μας το έχουν προβλέψει. Και διορίζουν για τούτο τον «παιδονόμο», που γυρίζει όλη τη μέρα στους δρόμους της Σπάρτης με δυο μαστιγοφόρους στο πλευρό του. Όποιος δε σηκώνεται με δική του θέληση και πρόθυμα, σηκώνεται με το μαστίγιο.

Και δε φτάνει το ξύλο που τρώει απ’ τους μαστιγοφόρους, έχει έπειτα και την τιμωρία απ’ τον πρωτείρα, έχει τον εξευτελισμό μπροστά στη βούα, μπροστά σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο. Για δέκα μέρες δεν τον αφήνουν να πάρει μέρος στα παιγνίδια, δεν παίρνει επιδόρπιο μετά το δείπνο – σύκα, μύγδαλα ή οπωρικά – όλοι τον αποφεύγουν και τον δείχνουν με το δάχτυλο λέγοντας περιφρονητικά:
- Μικρός το δέμας αλλ’ ου την αναισχυντίαν…

Έτσι, με το να σηκωνόμαστε μπρος στους μεγαλυτέρους μας γίνεται πια μια συνήθεια, που οι ίδιοι το θαρρούμε ντροπή να μην την ακολουθήσουμε.

- Το ίδιο κι εμείς, λέει κοροϊδευτικά και λίγο πικρά ο Διόφαντος.

- Όσο γι’ αυτό, μη χειρότερα να λέμε, παρατηρεί ο Αδείμαντος. Βλέπεις κάτι παιδαρέλια να παίζουν στους δρόμους ή να κάθονται στην αγορά και σημασία να μη δίνουν, αν περνά δίπλα τους κάποιος μεγαλύτερος ή στέκεται όρθιος ένας γέρος. Τι κρίμα, το καλό ν’ αποτελεί εξαίρεση… Και μήπως να πεις δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε; Δε ας τα λένε οι γονιοί μας ή δεν μας τα δασκαλεύουν οι παιδαγωγοί μας;

- Μας έλεγε κάτι σχετικό ο γέρο – Αλκιδάμας. Ένας γέρος, θαρρώ Θηβαίος, είχε πάει κάποτε στην Ολυμπία, στους αγώνες. Πλησίαζε μεσημέρι όταν έφτασε εκεί. Οι αγώνες είχαν αρχίσει κι όλα τα καθίσματα στις κερκίδες ήταν πιασμένα. Οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν σαν καυτά βέλη πάνω στα κεφάλια κι είχε μια ζέστη φοβερή.

Πέρασε ο γέρος μπροστά απ’ όλες τις κερκίδες, μα κανένας δε σηκώθηκε να του δώσει τη θέση του. Ούτε απ’ τους συμπατριώτες του. Μα σαν έφτασε στις κερκίδες, όπου ήταν καθισμένοι οι Σπαρτιάτες, όλοι, σαν κάποιος να τους πρόσταξε, σηκώθηκαν και τον κάλεσαν να καθίσει στη θέση τους. Τότε ο γέρος δε βάσταξε κι είπε δυνατά, για να τον ακούσουν όλοι:

- Όλοι οι Έλληνες ξέρουν ποιο είναι το καλό, αλλά μόνο οι Σπαρτιάτες το κάνουν!...

- Όλοι οι Έλληνες το ξέρουν… επανέλαβε, σα να μονολογούσε πικρά, ο Αδείμαντος.

- Αλλά και σε κάτι άλλο έπρεπε, ακόμα, να συνηθίσουμε, συνέχισε ο Διηνέκης. Στην πείνα και στη δίψα. Έρχονταν μέρες που δε μας έδιναν ούτε μια σταλιά νερό.
- Ούτε νερό; ρωτά παραξενεμένος ο Διόφαντος.
- Ναι, ούτε νερό. Έπρεπε να συνηθίσουμε ν’ αντέχουμε ακόμη και στη δίψα. Είναι κι αυτό κάποτε τόσο απαραίτητο. Μας έλεγε σχετικά μιαν ιστορία ο γέρο – Αλκιδάμας.

Κάποτε ο Σόος που, όπως ξέρετε, θεωρείται απ’ τους πιο δοξασμένους απογόνους του Ηρακλή, βρέθηκε πολιορκημένος με τους στρατιώτες του από τους Κλειτορίους, τους σκληροτράχηλους αυτούς Αρκάδες, σ’ ένα μέρος πολύ επικίνδυνο, όπου δεν υπήρχε καθόλου νερό. Η πολιορκία κράτησε μέρες και μέρες και ούτε οι δικοί μας μπορούσαν να τη σπάσουν ούτε οι Κλειτόριοι να καταφέρουν να νικήσουν τους γενναίους αγωνιστές μας. Τα τρόφιμα σώθηκαν, σώθηκε και το νερό. Κι όσο για την πείνα, μπορούσαν να κρατήσουν για μέρες. Τι θα έκαναν όμως για νερό;

Κατάλαβε ο Σόος ότι έπρεπε, το λιγότερο, να βρεθεί τρόπος να πιουν νερό. Γι’ αυτό πρότεινε στους Κλειτορίους τούτα δω: Να τους αφήσουν να πιουν νερό από την κοντινή πηγή κι αυτός για αντάλλαγμα θα έδινε πίσω όσο μέρος από την Αρκαδία εκυρίευσε.

Βγήκαν μπροστά οι αντιπρόσωποι των Κλειτορίων, βγήκε κι ο Σόος κι έκαμαν τους ορισμένους όρκους και τις σπονδές κι έκλεισαν τη συμφωνία. Κι η συμφωνία έλεγε ότι τότε μόνο θα έδινε πίσω ο Σόος όσα μέρη εκυρίευσε, όταν έπιναν νερό όλοι οι Σπαρτιάτες.

Αμέσως τότε γυρίζει πίσω στους στρατιώτες του ο Σόος, τους μαζεύει ολόγυρά του και τους λέει:
- Πρέπει κάποιος απ’ όλους μας να μην πιει ούτε σταγόνα νερό, ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε τα μέρη που πήραμε. Σε όποιον το μπορέσει θα δώσω τη βασιλεία μου.

Μεγάλη η υπόσχεση και το αξίωμα κι αυτό μεγάλο. Για λίγο έγινε σιωπή. Μα κανένας δε βγήκε μπροστά να πει πως δέχεται να μην πιεί νερό. Η δίψα τους είχε ξεράνει τα σωθικά, τους στέγνωσε το στόμα. Και τι δε θα ‘διναν για λίγο νερό!

Γι’ αυτό και πήραν ένας – ένας γρήγορα το δρόμο για την πηγή. Δεν έμεινε κοντά στο Σόο ούτε ένας. Ήπιαν νερό όσο μπορούσαν, ξεδίψασαν για καλά κι ύστερα γύρισαν στη θέση τους. Ο Σόος τους βλέπει και κουνά θλιμμένα το κεφάλι.

Τελευταίος τράβηξε κατά την πηγή κι αυτός. Διψούσε φοβερά! Και σαν είδε το δροσερό ολογάργαρο νερό να κελαρύζει, σαν να του αηδονολαλεί, προσκαλώντας τον να πιει, για μια στιγμή του ήρθε η βαθιά, η λάμια η όρεξη να ριχτεί κι αυτός πάνω της και να πιεί, να πιεί, να δροσίσει τα φρυγμένα του χείλια, να σβήσει τη φωτιά, που είχε ανάψει μέσα του. Θυμήθηκε όμως τη Σπάρτη. Έτσι λοιπόν θ’ άφηνε στα χέρια των εχθρών ό, τι με τόσους κόπους και θυσίες κέρδισε; Όλους τους στρατιώτες του τους συγχωρεί για ό, τι έκαμαν, μα πώς είναι δυνατό να συγχωρήσει για τούτη του την αδυναμία τον εαυτό του;

Γι’ αυτό και δεν έσκυψε να πιει. Πήρε μόνο – σ’ αυτό δεν άντεξε – μια χούφτα νερό με το χέρι του και ραντίστηκε στο πρόσωπο και στο λαιμό του. Κι αμέσως ξαναγύρισε στη θέση του.

Οι Κλειτόριοι περίμεναν να τους δώσει πίσω τα μέρη που κυρίευσε και να φύγει. Αλλά ο Σόος τους απάντησε ότι η συμφωνία τους είναι πως έπρεπε να πιουν νερό «όλοι». Αλλά… δεν ήπιαν όλοι. Αυτός, ο Σόος, δεν ήπιε ούτε σταλιά. Κι έτσι ο πόλεμος συνεχίστηκε. Οι Σπαρτιάτες με νέα τώρα δύναμη κι ορμή – καθώς τους ζωντάνεψε το δροσερό νερό – ρίχτηκαν πάνω στους Κλειτορίους και τους νίκησαν. Η αντοχή ενός ανθρώπου στη δίψα γλίτωσε την Σπάρτη από μια ταπείνωση.

Αυτά μας έλεγε ο Αλκιδάμας, θέλοντας να μας κάνει να καταλάβουμε πως δεν πρέπει να μας κακοφαίνεται αν από καιρό σε καιρό μας αφήνουν χωρίς νερό ή χωρίς τροφή. Πρέπει σε όλα να συνηθίζουμε από μικρά παιδιά.

Και θυμάμαι που κάποτε έπεσε ο κλήρος και στη δική μας βούα – όπως γινόταν με όλες – να περάσουμε τούτη τη δοκιμασία. Μήτε το πρωί μας έδωσαν τίποτε να φάμε, μήτε το μεσημέρι, μήτε και το βράδυ. Γυρίσαμε στα σπίτια μας θεονήστικοι, ξεθεωμένοι από την κούραση. Καθώς τραβούσα τρέχοντας για το σπίτι μας, έλεγα με το νου μου πως, δε γίνεται, κάτι θα έχει μαγειρέψει η μητέρα μου, κάτι θα βρω στο κελάρι μας να φάω, να μερώσω την πείνα μου.

Αλλά, τι ατυχία! Ατυχία το είπα τότε, αλλά δεν ήταν καμιά τυχαία σύμπτωση. Απλώς ήταν κι αυτό στο πρόγραμμα, μελετημένο από τα πριν. Η μητέρα μου έλειπε. Έβαλα τις φωνές, τα ‘βαλα με τους είλωτές μας. Χαμένος κόπος.

Τότε πλησίασα τον Ευαγόρα.
- Πεινώ, του λέω κρυφά. Πεινώ πολύ. Δε γίνεται τίποτε;

Ο καλός μου Ευαγόρας μου έδειξε τ’ αδειανά του χέρια. Ύστερα με πήγε έξω από το κελάρι.

- Το βλέπεις, μου λέει. Είναι κλειδωμένο. Η μητέρα σου φεύγοντας πήρε μαζί της και τα κλειδιά.

- Και πού πήγε;

- Μακάρι να ‘ξερα…

Τι να γίνει… Έπεσα και κοιμήθηκα νηστικός. Όλη τη νύχτα η κοιλιά μου γουργούριζε και ξύπνησα δυο – τρεις φορές.

Το πρωί πήγα στο στρατόπεδο. Μα εκεί έμαθα πως και των άλλων παιδιών της βούας μου οι μητέρες έλειπαν αυτό το βράδυ από το σπίτι κι ολονών τα κελάρια ήταν κλειδωμένα.

Ο πρωτείρας, μόλις μαζευτήκαμε, μας βάζει αμέσως στη γραμμή και μας οδηγεί έξω από το στρατόπεδο, μακριά από τη Σπάρτη. Ούτε πρωινό, ούτε τίποτε. Και μας έβαλε να μαζεύουμε πέτρες απ’ ολόγυρα και να φτιάνουμε πρόχειρα τείχη!

ήρθε μεσημέρι κι εμείς ακόμα παιδευόμαστε εκεί, νηστικοί και διψασμένοι. Και δεν κατεβήκαμε στο στρατόπεδο παρά αργά το απόγευμα, λίγη ώρα πριν ο αυλητής σημάνει συσσίτιο.

Χαρήκαμε. Είπαμε πως πια το μαρτύριό μας τελείωσε. Μάλιστα μας άφησαν να πάρουμε απ τη θέση τους τα πινάκια και τα κουτάλια μας. Πήρε η μια βούα, πήρε η δεύτερη, πήρε η Τρίτη… Την δική μας την άφησαν τελευταία. Κι όταν έφτασε η σειρά μας, ο μάγειρας αναποδογύρισε τη μεγάλη χύτρα, για να μας δείξει πως δεν έχει πια άλλη σούπα. 
Σχόλια
Ο συγγραφέας, θίγοντας για μια ακόμη φορά το θέμα της δουλείας (βλ. Η φωτιά που δεν σβήνει, Ψηλά το κεφάλι Δούλε), επιδιώκει να ασκήσει κριτική στον τρόπο που η σπαρτιατική κοινωνία αντιμετώπιζε τους είλωτες. Παρουσιάζει για τον σκοπό αυτό τον χαρακτήρα του Διηνέκη να διακατέχεται από πλήρη άγνοια γύρω από τον θεσμό της κρυπτείας, ώστε να του μιλήσει γι' αυτόν ένας Αθηναίος... (σ.84) Έλα, τώρα... Δεν το ξέρεις; λέει ειρωνικά ο Διόφαντος (...) Ο κόσμος το 'χει τούμπανο κι εσύ... εξακολουθεί το ίδιο ειρωνικά ο Διόφαντος. Ο πρωταγωνιστής λοιπόν «πέφτει από τα σύννεφα» ακούγοντας ότι (σ.85) Η Σπάρτη δολοφονεί τις ελεύθερες καρδιές, την ανδρεία και την καλοσύνη. Για να σπάσει το ηθικό των ειλώτων. Αυτή είναι η Σπάρτη σας... και αντιδρά στην αφοριστική αυτή άποψη με τρόπο καθόλου τυπικό για έναν πυθιονίκη πυγχμάχο: Ω, είναι φοβερό... λέει με χείλη που τρέμουν ο Διηνέκης. Δεν το πιστεύω. Δεν μπορεί να 'ναι έτσι. Να θυμίσουμε εδώ ότι τα Κρύπτεια διεξάγονταν μια φορά τον χρόνο και τον ρόλο του κυνηγού αναλάμβαναν πιθανότατα οι ίδιοι οι εκπαιδευόμενοι νέοι, άρα δύσκολα κάποιος μεγαλωμένος στη Σπάρτη (όπως ο Διηνέκης) θα μπορούσε να αγνοεί την ύπαρξή τους. Όσο για την ανδρεία ως αρετή, δεν υπήρχαν πολλοί που την τιμούσαν όσο οι Σπαρτιάτες... αρκεί η ανδρεία αυτή να μην στρεφόταν εναντίον τους!

Από εκεί και πέρα, να επισημάνουμε ότι η σχέση των Σπαρτιατών με τους είλωτες ήταν σύνθετη: προφανώς τους καταπίεζαν και εκμεταλλεύονταν την εργασία τους, ταυτόχρονα όμως τους παρείχαν ελευθερίες και υπήρχε μεταξύ τους αρκετή εμπιστοσύνη ώστε οι δεύτεροι να τους συνοδεύουν στις εκστρατείες και να πολεμούν πλάι τους ελαφρά οπλισμένοι - όπως έγινε και στις Θερμοπύλες. Ο Ηρόδοτος (8.25.1) αναφέρει ότι μετά τη μάχη, μπορούσε κανείς να δει δίπλα στους νεκρούς Θεσπιείς και Σπαρτιάτες και είλωτες... όσους τουλάχιστον δεν το είχαν σκάσει, όπως εκείνος του Ευρύτου (7.229.1). Τελικά, όπως ο Nic Fields αναφέρει (Thermopylae 480: Last Stand of the 300, Osprey Publishing, 2007, σ.85), οι είλωτες δεν ήταν ούτε σκλάβοι ούτε και ελεύθεροι. Με το ζήτημα ασχολείται και το κόμικ του Jacques Martin Ωρίων, Η ιερή λίμνη αλλά εκτροχιάζεται αρκετά, παρουσιάζοντας τους Σπαρτιάτες ως αφελείς, ημιάγριους σατράπες (εικόνα δεξιά).

Οι ασθενικές αντιδράσεις του Διηνέκη συνεχίζονται, όταν οι δύο ακροατές προσβάλλουν με τα σχόλιά τους τα ιερά και τα όσια των Λακεδαιμονίων. Α, τι στρίγκλα! λέει ο Διόφαντος αναφερόμενος στην ιέρεια της Ορθίας Αρτέμιδας (εικόνες κάτω)... και λίγο αργότερα (σ.99) ρωτάει Η ιέρεια έμεινε πια ευχαριστημένη; Χόρτασε αίμα η λάμια; Στο σημείο αυτό, όσοι περιμένουν τον Σπαρτιάτη να οργιστεί ή έστω να υψώσει το ανάστημά του, θα απογοητευθούν, γιατί απλώς...  Ο Διηνέκης δεν απάντησε. Ξερόβηξε μόνο λίγο, έτριψε τα χέρια του κι ύστερα είπε, σαν να συνέχιζε τη διήγησή του...

Αντίστοιχα συμβαίνουν και όταν στην ίδια σκηνή, τη σκυτάλη των προσβολών παραλαμβάνει ο Θεσπιέας συνομιλητής. Ο Αδείμαντος στρέφει τα βέλη του προς την μητέρα του «Ερμή», του όμορφου νέου που μαστιγώθηκε μέχρι να ματώσει μαζί με τους άλλους μπροστά στο ιερό της Αρτέμιδας:
-Αυτή πια δεν είναι μητέρα, λέει κι ο Αδείμαντος (...) 
-Έτσι είναι οι Λάκαινες, απαντά ο Διηνέκης.  
-Σκύλες δηλαδή...
Η παραπάνω γενίκευση, θίγει όλες τις Σπαρτιάτισσες μάνες, μαζί και εκείνη του Διηνέκη. Προετοιμασμένοι βέβαια από τα προηγούμενα, δεν περιμένουμε κάποια δυναμική αντίδραση σε στυλ Σούπερμαν (you think you can threaten my mother?!), ούτε όμως και μια τόσο ψύχραιμη, σχεδόν αδιάφορη απάντηση:
- Όπως το πάρεις...  


Δυστυχώς, για κάποιες από τις πληροφορίες γύρω από τη ζωή στην αρχαία Σπάρτη που διαβάζουμε στο βιβλίο, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Ένας από τους λόγους, είναι ότι οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες φρόντιζαν να καλύπτεται η πατρίδα τους από έναν πέπλο μυστηρίου, με αποτέλεσμα ακόμα και αρχαίοι συγγραφείς να μη έχουν σαφή άποψη πάνω σε κάποια ζητήματα. Έτσι για παράδειγμα, πάνω στο θέμα των ηλικιακών βαθμών (στο βιβλίο στη σ.48) στους οποίους χωρίζονταν τα παιδιά στην αρχαία Σπάρτη, υπάρχουν διαφορές (βλ. 2ο κεφάλαιο εδώ) τόσο ανάλογα με την ιστορική πηγή που χρησιμοποιούμε (Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Πλούταρχο, κ.ά.) όσο και σε σχέση με την εποχή που εξετάζουμε (κλασική, ελληνιστική, ρωμαϊκή).

Δεν μας βοηθάνε δυστυχώς ούτε τα ευρήματα της περιοχής, μια και είχαμε την ατυχία στα 1730 να περάσει από εκεί ο αχαρακτήριστος αββάς Μισέλ Φουρμόντ (Abbé Michel Fourmont) που, αφού βρήκε και αντέγραψε γύρω στις 300 επιγραφές (εργασία που έγινε μάλλον ερασιτεχνικά - βλ. υποσημείωση 10 στη σ.15 εδώ), στη συνέχεια τις έξυσε (!), απαξιώνοντας το ίδιο του το έργο. Με τα σημερινά δεδομένα βέβαια, ίσως να τον καλωσορίζαμε ως ξένο επενδυτή που ήρθε να  αξιοποιήσει τον πολιτιστικό μας πλούτο, αφού για την καταστροφή των μνημείων ξόδεψε 1.200 ημερομίσθια. Ας πάρουμε όμως μια γεύση από την αρχαιολατρία του:

«επί 30 μέρες και πλέον, 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μόνο πύργοι να καταστρέψω... Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στον κόμη Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω. (...) Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι; (...) Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κάτεσκαψα. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.»

Πηγή: Επαμ. Βρανόπουλος, περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 8, Αύγουστος 1983, σ. 93-94
Ενεπίγραφη στήλη που αφιέρωσε στην Ορθία Αρτέμιδα για τη νίκη του ο Λεοντέας
που ήταν βοαγός, αρχηγός δηλαδή μιας βούας (ομάδας 16 παιδιών ίδιας ηλικίας)
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη οι δραστηριότητες που μπορεί να εμπνεύσει το βιβλίο είναι αρκετές. Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με μια συζήτηση γύρω από τη σπαρτιατική αγωγή, το τι εξυπηρετούσε αλλά και τι τίμημα είχε για τους μικρούς Λακεδαιμόνιους. Θα άρεσε άραγε στα σημερινά παιδιά να μεγαλώνουν με έναν τέτοιον τρόπο;

Ενδιαφέρον ίσως να είχε και η ανάγνωση αποσπασμάτων από το βιβλίο ή τον Ηρόδοτο ακολουθούμενη από προβολή στιγμιοτύπων από τις δύο κινηματογραφικές μεταφορές της μάχης των Θερμοπυλών (The 300 Spartans, 1962 - 300, 2006). Έπειτα οι μαθητές θα μπορούσαν με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού να επισημάνουν και να σχολιάσουν τις πάμπολλες ανακρίβειες σχετικά με την ενδυμασία, τον οπλισμό, τα γεγονότα της μάχης, τα πρόσωπα, το σενάριο, κλπ.
Στα αριστερά ένας δαρεικός αληθινός (εικονίζεται ο Δαρείος με το αγαπημένο όπλο των Περσών)
και στα δεξιά ένας χολιγουντιανός (πώς λέμε αποκριάτικος;) όπως τον είδαμε στην ταινία 300
Είναι βέβαια αλήθεια, ότι οι 300 του Frank Miller έχουν τα τελευταία χρόνια αναθερμάνει το ενδιαφέρον για την αρχαία Σπάρτη (επανέφεραν στη μόδα και το μούσι), προφανώς όμως έθεσαν κάποια πράγματα σε λάθος βάση. Έτσι, στο μυαλό πολλών μαθητών, η φράση «τριακόσιοι του Λεωνίδα», συνδέεται πλέον με ημίγυμνους φουσκωτούς, αλυσοδεμένα τέρατα και μασκοφόρους ninja που χοροπηδάνε στον αέρα. Οι πανίσχυρες εντυπώσεις που αφήνει η 7η τέχνη στα παιδιά είναι σίγουρα δύσκολο να ανατραπούν, αλλά τουλάχιστον για το συγκεκριμένο ζήτημα και ειδικά στη χώρα που ζούμε- νομίζω πως αξίζει να προσπαθήσουμε. Σε όσους θεωρούν ότι ο αγώνας είναι άνισος, να θυμίσουμε ότι με έναν τέτοιο ο 60χρονος Σπαρτιάτης βασιλιάς πέρασε στην αθανασία. 

Αν υπάρχουν οι υποδομές, μια καλή ιδέα θα ήταν να προβάλλουμε στην τάξη κάποιο από τα πολλά ντοκιμαντέρ που βρίσκονται στο διαδίκτυο ή ένα βίντεο που να συνδυάζει εντυπωσιακές εικόνες από την ταινία με πληροφορίες σε υπότιτλους. Ας έχουμε υπόψη μας ότι αν αφήσουμε τους μαθητές να αναζητήσουν μόνοι τους στοιχεία για την αναμέτρηση στις Θερμοπύλες, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουν μπροστά σε κάποιο από τα κακόγουστα, προχειροφτιαγμένα, και κυρίως αιμοβόρα παιχνίδια που κυκλοφορούν (βλ. σύνδεσμος κάτω δεξιά). Εμείς πάντως στην καλοκαιρινή γιορτή του σχολείου, «παίξαμε» πιο παραδοσιακά και μεταξύ άλλων διαγωνιστήκαμε στη διελκυστίνδα... ποιος είπε ότι τα αρχαία παιχνίδια δε συγκινούν τα σύγχρονα παιδιά;
http://www.games.gr/paixnidia/299_the_lost_spartan

Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...