Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Λουκής Λάρας

Υπόθεση  
Βρισκόμαστε στο 1821, και ο εικοσάχρονος Χιώτης Λουκής Λάρας ζει μαζί με τον πατέρα του στη Σμύρνη, ασχολούμενος με το εμπόριο. Όταν ξεσπάει η επανάσταση γυρίζουν στη Χίο για να γλιτώσουν τη σφαγή, και συναντιούνται με την υπόλοιπη οικογένεια. Καθώς όμως τον επόμενο χρόνο οι Τούρκοι αποφασίζουν να σφάξουν και τους κατοίκους της Χίου, η οικογένεια κατατρεγμένη το ξανασκάει. Βρίσκεται πρώτα στη Μύκονο, έπειτα στις Σπέτσες και καταλήγει στην Τήνο, όπου ο Λουκής θα δοκιμάσει να ξαναρχίσει τη δική του επιχείρηση. Σε μια διακοπή του εμπορίου (λόγω εμφάνισης πανώλης στη Σύρο) επιστρέφει κρυφά στη Χίο, για να ξεθάψει τα ασημικά και τα κοσμήματα που με τον πατέρα του είχαν κρύψει στον κήπο του σπιτιού φεύγοντας. Θα τα καταφέρει άραγε να βγει ζωντανός απ' αυτή την περιπέτεια; Και τι θα κάνει με τον μεγάλο αυτό θησαυρό;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ηλιοτρόπιο (εξαντλημένο)
επανακυκλοφορεί από εκδόσεις Καλοκάθη (αναπαραγωγή από Σμυρνιωτάκη)
Συγγραφέας: Δημήτριος Βικέλας
Εικονογράφηση: Σταύρος Σαπλαούρας
ISBN: 960-342-053-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 1879 (παρούσα έκδοση 1998)
Σελίδες: 175
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο στις μαρτυρίες του Χιώτη ομογενή Λουκά Τζίφου, που παρέδωσε στο συγγραφέα τις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις. Με πρώτη ύλη αυτές, και χρησιμοποιώντας (σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό Απ. Σαχίνη) ως πρότυπο το μυθιστόρημα The Vicar of Wakefield (1766) του Oliver Goldsmith, ο Δημήτριος Βικέλας συνέγραψε ένα από τα πιο επιτυχημένα αφηγήματα της εποχής του. Δυστυχώς, η γλώσσα του αυθεντικού κειμένου (όσο κι αν θα επιθυμούσαμε το αντίθετο) δεν είναι καθόλου οικεία προς τους μικρούς μαθητές. Για το λόγο αυτό διαλέξαμε μια έκδοση με απόδοση στη νεοελληνική που μετατρέπει το 

"Ὅθεν εὑρισκόμεθα συντροφευμένοι εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον εὐχάριστον νὰ βλεπώμεθα μετὰ τῶν οἰκείων, καθ' ὅσον ἐν τῇ τρομοκρατίᾳ ὑπὸ τὴν ὁποίαν, ἐσχάτως μάλιστα, διεβιοῦμεν εἰς τὴν πόλιν, οὔτε τῶν οἰκιῶν μας ἐξηρχόμεθα οὔτε ἐπισκέψεις ἀντηλλάσσομεν. Αἱ θύραι ἔμενον κλεισταὶ καὶ ἡμίκλειστα τὰ παράθυρα. Προσπαθῶ ἤδη νὰ ἐνθυμηθῶ, ἐὰν ἐπὶ μῆνας εἶδα ξένον ἀναβαίνοντα τὴν κλίμακά μας καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰμὴ μόνον τὸ κατηφὲς τοῦ Ζενάκη πρόσωπον."

σε κάτι τέτοιο:

"Βρισκόμασταν λοιπόν με συντροφιά στην εξοχή. Κι ήταν τόσο πολύ ευχάριστο να βλεπόμαστε με τους συγγενείς, μια και στις συνθήκες τρομοκρατίας που ζούσαμε στην πόλη, τελευταία κυρίως, ούτε βγαίναμε απ' τα σπίτια μας, ούτε ανταλλάσσαμε επισκέψεις. Οι πόρτες έμεναν κλειστές και τα παράθυρα μισόκλειστα. Προσπαθώ τώρα να θυμηθώ αν είδα, για μήνες ολόκληρους, κάποιον ξένο ν' ανεβαίνει τη σκάλα μας και δεν θυμάμαι παρά μόνο το κατσουφιασμένο πρόσωπο του Ζενάκη."

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και πολύ ζωντανή, ενώ συχνά πυκνά, ο συγγραφέας παγώνει την πλοκή για να απευθυνθεί ευθέως στον αναγνώστη ως γηραιότερος, κάτι που αναδύει μεν άρωμα διδακτισμού, διαμορφώνει ωστόσο μια ιδιαίτερα φιλική ατμόσφαιρα διήγησης. Η συγκεκριμένη έκδοση απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, αφού κάθε κεφάλαιο αποτελείται από περίπου 15 σελίδες, και η εικονογράφηση (μάλλον παράθεση εικόνων της εποχής θα την χαρακτηρίζαμε) περιορίζεται συνολικά σε περίπου 20 σελίδες (οι 4 έγχρωμες).

Το κλίμα τρόμου και απόγνωσης που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, καθώς και τα ίδια τα γεγονότα των σφαγών, λεηλασιών και ατιμώσεων που περιγράφονται, θα έπρεπε φυσιολογικά να μας αποτρέπουν από το να θεωρούμε το κείμενο κατάλληλο για παιδιά. Παρόλαυτά, το νεαρό της ηλικίας του πρωταγωνιστή, αλλά κυρίως η ευγένεια της γραφής του Βικέλα, καθιστούν τελικά το ανάγνωσμα και ενδιαφέρον αλλά και χρήσιμο για τα παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Ας ελπίσουμε πως όπως ο συγγραφέας βρήκε στη συνάντησή του με τον Νέγρη (σ.114) την αφορμή να ασχοληθεί με τα γράμματα, έτσι και κάποιο απ' τα βιβλία που παρουσιάζουμε θα συγκινήσει τους μαθητές ώστε να αγαπήσουν το διάβασμα.


Το βιβλίο μπορεί να ενημερώσει τους μαθητές για πολλά θέματα σχετικά με την καθημερινή ζωή την εποχή της επανάστασης. Και καθώς βασίζεται σε αληθινή μαρτυρία, (μεταφερμένη μόλις 60 χρόνια μετά τα γεγονότα), έχουμε ένα λόγο παραπάνω να το αντιμετωπίζουμε ως πηγή. Περισσότερα στην ενότητα Προβληματισμοί για συζήτηση, λίγο πιο κάτω.

Με συμπάθεια παρατηρούμε τον προβληματισμό του συγγραφέα σχετικά με το αν οι επόμενες γενιές των Ελλήνων θα αναγνωρίσουν τις θυσίες των προγόνων τους (σελ. 97). Φαίνεται ωστόσο ότι τα βάσανα που εκείνοι πλήρωσαν για την αναγέννηση του έθνους, περνούν πλέον στα ψιλά γράμματα και συχνά η αναφορά σ' αυτά  παρεξηγείται, λόγω ιδεολογικών αντιδικιών και προκαταλήψεων. Όσο για τις ελπίδες του Βικέλα να μην υπάρξουν περισσότερα μαρτύρια και δοκιμασίες για τους Έλληνες, κατά την περίοδο 1913-1922 διαψεύσθηκαν οικτρά.

Ολοκληρώνοντας το σχολιασμό, να επισημάνουμε ότι η ηθικοπλαστική πρόθεση του συγγραφέα τον οδηγεί να καταγράψει παράλληλα με την πλοκή τις προσωπικές του θέσεις για ζητήματα όπως η ανθρώπινη καλοσύνη (107), η ανάγκη για ευθυμία (105), η δύναμη της ελπίδας (80-81), όπως επίσης να δώσει διάφορες συμβουλές και να επιβεβαιώσει συμπεράσματα όπως "σ' όλα συνηθίζει ο άνθρωπος και μ' όλα εξοικειώνεται σταδιακά".  Αν σκεφτούμε ότι την εποχή εκείνη η Ψυχολογία ως επιστήμη δεν είναι ακόμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένη (ο πατέρας της ψυχανάλυσης Freud το 1879 που εκδίδεται το βιβλίο, υπηρετεί ακόμα τη στρατιωτική του θητεία), η προσπάθεια του Βικέλα μοιάζει αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διαφορετικότητα, Ανισότητα, Απώλεια, Ιστορία, Περιπέτεια, Ταξίδια, Ειρήνη, Επιμονή, Γενναιότητα.

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
Για τη Φιλική Εταιρεία και την προετοιμαζόμενη επανάσταση δεν ξέραμε απολύτως τίποτα. Συναισθανόμασταν βέβαια κάπως αόριστα κι εμείς, μ’ όλους τους τότε Έλληνες, τον οργασμό για την ελευθερία· βλέπαμε στη Σμύρνη Ευρωπαίους που κρατούσαν ψηλά το κεφάλι και, μ’ ενδόμυχη πικρία, μακαρίζαμε τα αυτόνομα χριστιανικά έθνη· είχαμε κάποιες αμυδρές ιστορικές γνώσεις για τη γαλλική επανάσταση και κάποιες νεφελώδεις ελπίδες για εθνική αποκατάσταση, που στηρίζονταν κυρίως στη βοήθεια που προσδοκούσαμε από την «Αρκούδα» (τη Ρωσία)· τέλος, στις γιορτές, όταν συγκεντρωνόμασταν, ψέλναμε κι εμείς τα τραγούδια του Ρήγα, χωρίς όμως, σε καμία περίπτωση, να μπορούμε να φανταστούμε πως βρισκόμασταν σε παραμονές εθνικής έκρηξης.

Περνούσαμε ήσυχοι τη ζωή μας μέσα στο χάνι, τη μέρα ανάμεσα στα ποικίλα εμπορεύματά μας, ενώ τη νύχτα μέσα στο μικρό δωμάτιο, πάνω από την αποθήκη, όπου κοιμόμασταν ο πατέρας μου κι εγώ. Τις Κυριακές λειτουργούμασταν τακτικά στην Αγία Φωτεινή και πότε – πότε επισκεπτόμασταν μια οικογένεια Χιωτών που ζούσε στη  Σμύρνη. Σπάνια, μια ή δυο φορές το χρόνο, κυρίως γύρω στο Πάσχα, πηγαίναμε γι’ αναψυχή στα κοντινά χωριά, και τότε, αναπνέοντας καθαρό αέρα και βλέποντας δέντρα κι αγρούς, θυμόμασταν τη Χίο, τον πύργο και τον κήπο μας και τότε μας φαινόταν βαρύτερος ο χωρισμός από την οικογένεια.

Έτσι περνούσαν οι μέρες κι έφευγε ο καιρός κι η κύρια σκέψη μου ήταν γύρω από τη μελλοντική αποδημία στην Αγγλία. Τα όνειρά μου περιστρέφονταν γύρω απ’ αυτό το ζήτημα κι ήταν όνειρα χρυσά, από κάθε άποψη. Αλλά ξαφνικά, κι η ησυχία, κι η δουλειά, και τα σχέδια, και τα όνειρα, τα πάντα ανατράπηκαν.

Μια νύχτα γύρω στις αρχές του Μαρτίου ξύπνησα έντρομος. Είχα ακούσει αλλεπάλληλες ντουφεκιές στον ύπνο μου. Ανακάθισα στο στρώμα, μ’ αφτιά προσεχτικά και μάτια προσηλωμένα στο σκοτάδι.

Ο πατέρας μου κοιμόταν βαθιά. Μην ήταν όνειρο; Όχι. «Πιφ, παφ» πάλι και ταυτόχρονα άγριες κραυγές! Ξύπνησα τον πατέρα μου κι ακούγαμε κι οι δύο.

Όλη τη νύχτα εξακολούθησαν, με διαλείμματα, ο κρότος κι η ταραχή. Δεν μπορούσαμε να υποθέσουμε τι συμβαίνει .

Και πώς να το μάθουμε; Είχαμε την περιέργεια να βγούμε αλλά ο φόβος ήταν ισχυρότερος και μέναμε μέσα στο δωμάτιο.

Γύρω στα ξημερώματα κατεβήκαμε στην πλατεία του χανιού, όπου βρήκαμε κι άλλους απ’ τους κατοίκους του να ‘ναι συγκεντρωμένοι σ’ αυτήν, όπως εμείς, με την ίδια απορία κι ανησυχία.

Τα χάνια, όπως ίσως ξέρεις, αναγνώστη, είναι συνήθως οικοδομημένα σαν φρούρια. Απέξω ψηλοί και στερεοί τοίχοι, στη μέση μια τετράγωνη ή μακρόστενη υπαίθρια αυλή, στην αυλή οι πόρτες και τα παράθυρα των αποθηκών και των άλλων οικοδομών, κι η επικοινωνία με τον έξω κόσμο μέσα από μια σιδερένια πύλη, που κλεινόταν τη νύχτα.
Άποψη της Σμύρνης (φαίνονται κάποια χάνια) από το όρος Πάγος (πηγή)
Όταν οι φύλακες άνοιξαν την πύλη την αυγή, μάθαμε ότι το απόγευμα είχε έρθει διαταγή να οπλιστούν οι Τούρκοι· γι’ αυτό κι οι νυχτερινές ντουφεκιές κι οι αλαλαγμοί τους. Αλλά για ποιο λόγο αυτός ο εξοπλισμός; Από πού προερχόταν ο κίνδυνος που προκάλεσε τη διαταγή; Τέτοιου είδους ερωτήσεις απευθύναμε σ’ αυτούς που έρχονταν απ΄ έξω, χωρίς όμως να μαθαίνουμε κάτι συγκεκριμένο. Ο ένας έλεγε ότι έγινε στάση των Γενιτσάρων· ο άλλος έλεγε ότι έγινε πόλεμος με τη Ρωσία· μερικοί ψιθύριζαν ότι έγινε επανάσταση των χριστιανών.

Έτσι πέρασε η μέρα εκείνη. ήταν Σάββατο. Εμείς δεν βγήκαμε απ’ το χάνι, αλλά από την πύλη βλέπαμε ένοπλους κι άγριους τους Τούρκους, να περιφέρονται στους δρόμους.

Την επόμενη μέρα πήγαμε, όπως συνήθως, στη λειτουργία. Εκείνη την Κυριακή δεν επρόκειτο να μιλήσει ιεροκήρυκας, κι έτσι το πλήρωμα της εκκλησίας είδε μ’ απορία τον ιερέα ν’ ανεβαίνει στον άμβωνα. Δεν ανέβηκε να μας διδάξει το λόγο του θεού, αλλά για να διαβάσει τον πατριαρχικό αφορισμό.

Ακούγαμε όλοι εμβρόντητοι αυτόν που διάβαζε τις φοβερές εκείνες κατάρες και τους φριχτούς εξορκισμούς. Ακούσαμε τα ονόματα του Σούτσου και του Υψηλάντη, που παρουσιάζονταν ως ένοχοι και προδότες. Καταλάβαμε ότι πρόκειται για επαναστατικά κινήματα στη Βλαχία και για μυστικές συνωμοσίες· και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο μέσα στην εκκλησία, και ανταλλάσσονταν ψίθυροι κι ερωτήσεις κι απορίες. Τι σήμαινε άραγε η αφοριζόμενη επανάσταση; Ποια ήταν η πηγή του κινήματος; ξέραμε μόνο ότι ο Υψηλάντης ήταν μέγας και τρανός στη Ρωσία και κάπως υποθέσαμε ότι επρόκειτο για κάποια ρωσική υποκίνηση, ότι έγινε κάποια αρχή ρωσοτουρκικού πολέμου. Αλλά όλ’ αυτά διατυπώνονταν περίπου ως αόριστα και συγκεχυμένα συμπεράσματα, πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να παραστήσω σήμερα εδώ.

Αλλά κι οι Τούρκοι της Σμύρνης ήταν ακόμα στο σκοτάδι για όσα συνέβαιναν και δεν είχαν ακριβώς καταλάβει ότι οι ραγιάδες επαναστάτησαν μόνοι τους. Νόμιζαν ότι ο κίνδυνος έρχεται απ’ τη Ρωσία. Έτσι, ευθύς εξαρχής, φούντωσε ο φανατισμός τους. Επρόκειτο γι απόλεμο εναντίον των απίστων· οπότε κάθε χριστιανός ήταν εχθρός και κάθε ραγιάς ήταν πρόχειρο θύμα! Από την πρώτη λοιπόν ημέρα μαύρισε για μας ο ορίζοντας και μας καταπλάκωσαν την ψυχή η ανησυχία κι ο φόβος.

Οι λέξεις αυτές – ανησυχία, φόβος- πολλές φορές μέχρι τώρα ξέφυγαν απ’ τη γραφίδα μου. Αλλά για ποιο σκοπό να επιδείξω γενναιότητα, που δεν είχαμε, ούτε και μπορούσαμε να έχουμε; Και μη χαμογελάσεις, αναγνώστη, με τη σκέψη ότι είμαι από τη Χίο και ν’ αποδώσεις την ατολμία μου αυτή σε κάποια φυλετική ιδιοσυγκρασία. Ήθελα να σ’ έβλεπα τότε στη θέση μου, όσο γενναίος κι αν πιστεύεις ότι είσαι. Άοπλοι, απροστάτευτοι, ταπεινωμένοι από τη δουλειά, εκτεθειμένοι στην οργή ή και στη μάχαιρα του πρώτου εξαγριωμένου Τούρκου, χωρίς την ελάχιστη ελπίδα ότι θα είχαμε κάποτε την ευκαιρία για δικαιοσύνη ή για εκδίκηση, πώς ήταν δυνατόν εμείς, οι ταπεινοί έμποροι του χανιού της Σμύρνης, να διαθέτουμε γενναιότητα; Σε τι θα μπορούσε να μας χρησιμεύσει η γενναιότητα; Μόνο υπομονή είχαμε και μας χρειαζόταν πολλή υπομονή, γιατί από τότε η ζωή μας ήταν μια διαρκής αγωνία κι ένα παρατεταμένο μαρτύριο. Αλλά έχει κι η υπομονή τα όριά της. Ορισμένες φορές εξαντλούνταν και την διαδεχόταν τότε είτε η απόγνωση, είτε εκείνη η απελπισία που οδηγεί στον ηρωισμό. Πολλά παραδείγματα ηρωισμού, και κατά την ελληνική επανάσταση αλλά και γενικότερα στην ανθρώπινη ιστορία, τη γραπτή και την άγραφη, έχουν ίσως γεννηθεί από τέτοιου είδους απελπισία. Εμένα ο Θεός με φύλαξε από την απόγνωση κι η φύση δεν με προετοίμασε για την απελπισία του ηρωισμού. Αλλά όμως ποτέ δεν εξαντλήθηκαν η υπομονή κι η ελπίδα μου και πολλές φορές δόξασα γι’ αυτό τον Ύψιστο.

Λίγες μέρες μετά την Κυριακή εκείνη του αφορισμού πήγα ένα πρωί στο χάνι των Εβραίων, για να συγκεντρώσω (σ.σ. χρωστούμενα) χρήματα. Είχα εισπράξει κάποιο ποσό κι έβαζα το σακούλι με τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν στον κόρφο μου, όταν ακούω ξαφνικά κραυγές και ποδοβολητό και βλέπω ένα χείμαρρο χριστιανών κι Εβραίων, να τρέχουν γρήγορα προς τη δική μας κατεύθυνση. Πριν ο Εβραίος μου προφτάσει να κλείσει την πόρτα, η σκοτεινή αποθήκη είχε γεμίσει από έντρομους ομόθρησκούς του. Οι κομμένες φράσεις που ψιθύριζαν στην ισπανική διάλεκτό τους, δεν με φώτισαν, ούτε με καθησύχασαν· δεν γνώριζαν κι αυτοί τι συνέβη και γιατί έφευγαν.

Αφού κόπασε ο θόρυβος και ξανάρθε έξω η ησυχία, ανοίξαμε με προσοχή την πόρτα. Σιγά – σιγά άνοιγαν κι οι υπόλοιπες αποθήκες κι αυτοί που είχαν καταφύγει μέσα σ’ αυτές, έβγαιναν έξω αναθαρρυμένοι· κι από στόμα σε στόμα έγινε γνωστή επιτέλους η πραγματική αιτία του τρόμου εκείνου.

Μια καμήλα, που κουβαλούσε ένα φορτίο βαμβάκι, γλίστρησε στο στενό δρόμο της αγοράς και πέφτοντας έσπασε την πόρτα ενός εργαστηρίου. Ο κρότος της γκρεμισμένης πόρτας, οι κραυγές που έβγαλαν οι αγωγιάτες κι οι Εβραίοι που ήταν μέσα στο εργαστήριο, η συγκέντρωση κόσμου γύρω από την πεσμένη καμήλα, όλ’ αυτά θεωρήθηκαν σε μια στιγμή σαν απαρχή οχλαγωγίας και προκλήθηκαν γενική παραζάλη, φυγή και τρόμος.
Δρόμος της Σμύρνης κατά το 1840 (πηγή)
Όταν υπάρχει η απαιτούμενη δόση ψυχολογικής προδιάθεσης, δεν απαιτείται και πολύ για να σκορπιστεί φόβος, μέχρι σημείου πανικού. και δυστυχώς υπήρχε σπουδαίος λόγος για την ύπαρξη τέτοιας προδιάθεσης. Γιατί ο ερεθισμός των Τούρκων κάθε μέρα αυξανόταν κι ήταν γνωστές οι συγκεντρώσεις στη συνοικία τους, ενώ είχαν ακουστεί κι απειλές για επικείμενη επίθεση. Εγώ όμως δεν γνώριζα ακόμα τίποτα γι’ αυτά, ούτε και προέβλεπα νέες συγκινήσεις την ημέρα εκείνη.

Αποχαιρέτησα λοιπόν τους Εβραίους, δίπλωσα στο στήθος το φόρεμά μου, για μεγαλύτερη προφύλαξη του σακουλιού που βρισκόταν στον κόρφο μου, και κίνησα για να επιστρέψω στα δικά μου. Αλλά, μόλις μπήκα στην κεντρική οδό της αγοράς, ακούω ξανά κραυγές κι αλαλαγμούς και πριν ακόμα προλάβω να φύγω ή να προφυλαχτώ, βρίσκομαι μέσα σ’ ένα σμήνος από Τούρκους, που έτρεχαν με τα ξίφη γυμνά στα χέρια, Πώς δε με καταπάτησαν, πώς δε με σκότωσαν, δεν μπορώ ακόμα και τώρα να καταλάβω!

Το ρεύμα με παρέσυρε. Έτρεχα και εγώ μ’ αυτούς. Άρπαζα εδώ κι εκεί κλοτσιές και γροθιές, αλλά έτρεχα, έτρεχα κατατρομαγμένος, μη γνωρίζοντας ούτε πού πηγαίνω, ούτε τι θ’ απογίνω, αλλά ούτε και που σκεφτόμουν γι’ αυτό. Ήταν σαν ένα φριχτό όνειρο! Γνώριζα πολύ καλά τους δρόμους της Σμύρνης, αλλά δεν έβλεπα ποιους δρόμους περνούσα, ούτε και τώρα θυμάμαι.

Θυμάμαι μόνο ότι σε μια στροφή του δρόμου είδα αντίκρυ μου την πόρτα του χανιού μας και την αναγνώρισα. ήταν μισόκλειστη. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα μέσα στο χάνι, στο δωμάτιό μου, κοντά στον πατέρα μου. Όλα αυτά έμειναν συγκεχυμένα στη μνήμη μου.

Θυμάμαι ότι βρέθηκα ανάσκελα πεσμένος στο στρώμα, ασθμαίνοντας, κι από πάνω μου, γέρνοντας το κεφάλι, ο πατέρας μου με ράντιζε με κρύο νερό.

Θυμάμαι ότι αισθάνθηκα μεγάλο βάρος στο στήθος, και τότε μόνο, αφού σκέφτηκα το σακούλι, έφερα το χέρι στον κόρφο μου και το σήκωσα απ’ το στήθος.

Θυμάμαι το χαμόγελο του πατέρα μου, όταν του παρέδωσα το σακούλι. Το χαμόγελο εκείνο το πέρασα τότε σαν έκφραση ευχαρίστησης για τη διάσωση των χρημάτων. Αλλά όταν απέκτησα κι εγώ παιδιά, τότε μόνο κατάλαβα την αληθινή του σημασία.

- Τι με μέλει τώρα για τα χρήματα; Για σένα, γιε μου, με μέλει!

Να η ουσία του πατρικού εκείνου χαμόγελου. Με αγαπούσε ο πατέρας μου, με αγαπούσε με πάθος. Ποτέ δεν μου το έδειξε με διαχύσεις ή μ ‘επιδείξεις τρυφερότητας. Μόνο όταν πέθανε και δεν τον είχα κοντά μου κι αναπολούσα τις περιπέτειες και τα μικρότερα περιστατικά της πολύχρονης συμβίωσής μας, τότε μόνο κατάλαβα κι εκτίμησα με ακρίβεια τον βαθμό της στοργής του για μένα. Γιατί να συμβαίνει έτσι;  Γιατί, άραγε, απαιτείται να χάσουμε κάτι για να αισθανθούμε όλη του την αξία; μήπως γιατί οι συμφορές και τα δεινοπαθήματα μου άνοιξαν αργότερα τον νου και μου πλάτυναν την καρδιά;
Πανιώνιοι Αγώνες (1896-1904). Στάδιο του Μπουρνόβα (συνοικία ευγενών και ξένων) στη Σμύρνη
Πού έτρεχαν, στο μεταξύ, εκείνοι οι Τούρκοι; Κατόπιν το ‘μαθα. Κατευθύνονταν στη συνοικία των Φράγκων, με κακούς σκοπούς για όσους κατοικούσαν εκεί. Ευτυχώς, ο πασάς τους πρόλαβε και κατόρθωσε να τους κατευνάσει και δεν συνέβη τη μέρα εκείνη τίποτα τραγικό. Δεν είχε όμως έρθει η απαρχή της αληθινής τρομοκρατίας. Κι όμως, η οχλαγωγία εκείνη, η πρώτη διαδήλωση των Τούρκων ενόπλων εναντίον χριστιανών, η πρώτη συναίσθηση του πραγματικού κινδύνου, έμεινε χαραγμένη στ μνήμη μου ζωηρότερα ίσως απ’ όσα είδα κι έπαθα αργότερα.

Από τη μέρα εκείνη οι Τούρκοι έγιναν επιθετικότεροι. Αίμα δε χυνόταν ακόμα, αλλά οι βρισιές, οι απειλές, τα βλοσυρά βλέμματα, η επίδειξη των όπλων, ήταν επίφοβα προοίμια της επερχόμενης καταιγίδας. Γιατί τα πράγματα χειροτέρευαν κι απλωνόταν η επανάσταση. Και σε κάθε κραυγή ελευθερίας των Ελλήνων, απαντούσε μια νέα έκρηξη του τουρκικού φανατισμού, μέχρι που στο τέλος έλειψε κάθε φραγμός κι οι Τούρκοι αφηνίασαν σαν μανιασμένοι, κι έσφαξαν και λεηλάτησαν κι εξανδραπόδισαν.

Οι ειδήσεις δεν έρχονταν μέχρις εμάς, ούτε τακτικά ούτε με ακρίβεια, αλλά οπωσδήποτε έφτανε μέχρι τα βάθη του χανιού μας ο αντίλαλος των πρώτων εκείνων σεισμών της εθνεγερσίας, Έτσι μαθαίναμε όσα συνέβαιναν στη Βλαχία, έτσι ακούσαμε μια μέρα ότι σηκώθηκε ο Μοριάς, ότι ο αρχιεπίσκοπος Πατρών κι οι προεστώτες της Πελοποννήσου μπήκαν επικεφαλής του κινήματος, ενώ ταυτόχρονα ήρθε κι η φήμη ότι η Ύδρα κι οι Σπέτσες επαναστάτησαν.

Ιπποδρομίες στο στάδιο του Μπουρνόβα
Όταν ανατρέχω με τη μνήμη στο ένδοξο εκείνο παρελθόν, σκέφτομαι τα γεγονότα, κι αναλύοντας τις τότε εντυπώσεις μου, τις εξετάζω σαν αντανάκλαση – ας πούμε – της τότε κοινής γνώμης· καταλήγω έτσι συχνά στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή των ναυτικών μας νησιών στο εθνικό κίνημα, απ’ την αρχή – αρχή του αγώνα, συντέλεσε περισσότερο ίσως απ’ όσο σήμερα πολλοί μπορούν να καταλάβουν, στη στερέωση και τη διάδοση της επανάστασης. Δεν το λέω αυτό αναφερόμενος στην πολύ μεγάλη υλική βοήθεια που πρόσφεραν στο έθνος τα ελληνικά πλοία, αλλά ούτε στα λαμπρά κατορθώματα με τα οποία περιβλήθηκε νέο στέφανο αμάραντης δόξας το ελληνικό όνομα. Όχι· αυτά τα είδαμε και τα καταλάβαμε μετά. Αλλά ευθύς εξαρχής, όταν εμείς που ζούσαμε μακριά από τον κρατήρα της εθνικής έκρηξης, ακούσαμε  ότι οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες κι οι Ψαριανοί ύψωσαν τη σημαία της ελευθερίας, συναισθανθήκαμε ζωηρότερα για τη πράγμα επρόκειτο.

Οι πλοίαρχοι της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών εκπροσωπούσαν, με ορατά – μπορούμε να πούμε- και συγκεκριμένα στοιχεία, τον γενικό, τον πανελλήνιο χαρακτήρα της επανάστασης. Γιατί πολλοί απ’ αυτούς ήταν γνώριμοι, πολλοί θεωρούνταν φίλοι, τα ονόματα και τα πρόσωπά τους ήταν γνωστά σ’ όλα τα λιμάνια, σ’ όλες τις αγορές όπου ζούσαν Έλληνες. Έτσι, όταν ακούσαμε ότι οι άντρες εκείνοι, οι γνώριμο, οι φίλοι μας, αγωνίζονται «υπέρ πίστεως και πατρίδος» κι ορκίστηκαν ή να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν, ηλεκτριστήκαμε όλοι πολύ περισσότερο, απ’ όσο όταν  μάθαμε για το κίνημα του Υψηλάντη ή και γι’ αυτή ακόμα την εξέγερση της Πελοποννήσου.


Προβληματισμοί για συζήτηση
Τα ταξίδια κάποτε
Διαβάζοντας το απόσπασμα (σελ. 109) δείτε τι πίστευαν οι άνθρωποι του 1880 για τα ταξίδια με πλοίο κατά το 1820. Σήμερα πώς ταξιδεύουμε στη θάλασσα; Πόσες μέρες χρειάζεται να περιμένουμε για να έρθει ένα πλοίο; Πιστεύετε ότι σε μερικά χρόνια μπορεί και οι δικοί μας τρόποι να θεωρούνται ξεπερασμένοι; Πώς θα ταξιδεύουν άραγε οι άνθρωποι σε 200 χρόνια από σήμερα;

"Το πώς γίνονταν εκείνη την εποχή τα ταξίδια, δεν το ξέρουν αυτοί που συνήθισαν από παιδιά να διασχίζουν με τον ατμό τη γη και τις θάλασσες (σ.σ. προσέξτε ότι δεν μιλάει για ιπτάμενα ταξίδια, καθώς το αεροπλάνο εφευρέθηκε το 1903). Μόνο στο Αιγαίο Πέλαγός μας αναγκάζεται ακόμα και σήμερα, όποιος δεν μπορεί να περιμένει για δεκαπέντε μέρες το ατμόπλοιο, να εκτίθεται σε περιπλανήσεις όμοιες μ' εκείνες του Οδυσσέα και των συντρόφων του. Αλλά, επιτέλους, σήμερα ο κάτοικος και του πιο απόκεντρου νησιού δεν είναι αιώνια δούλος των ανέμων. Αν έχει την υπομονή, το ατμόπλοιο θα έρθει. Τότε το ατμόπλοιο δεν ήταν γνωστό. Ο ουρανός μας δεν είχε ακόμη μυριστεί τον καπνό του κάρβουνου και τα κύματά μας ήταν παρθένα από το μαστίγωμα πυροκίνητου σκάφους. 
Όταν αποπλεύσαμε από τη Μύκονο (σ.σ προς Ναύπλιο) ο άνεμος έπνεε ούριος, αλλά έπεσε μετά από λίγο κι ήρθε τέλεια νηνεμία. Για πολλές ώρες βλέπαμε μπροστά μας ακίνητους τους βράχους της Σύρου, ενώ το βαρύ σκάφος μας κουνιόταν ανεπαίσθητα από δυο βαριά κουπιά. Επιτέλους, μετά τη δύση του ηλίου, φύσηξε ο άνεμος και ρυτιδώθηκαν τα πανιά· αλλά έπνεε από το νότο και μας έσπρωξε προς την Άνδρο, κι όλη τη νύχτα λοξοδρομήσαμε προσπαθώντας να πέσουμε κάτω από το Σούνιο. Την επόμενη μέρα κατορθώσαμε με κόπο να πιάσουμε Πειραιά για να προμηθευτούμε νερό..."


Δικαιοσύνη για όλους
Στις περιοχές υπό οθωμανική κυριαρχία, οι χριστιανοί δεν ήταν εύκολο να βρουν το δίκιο τους, καθώς ακόμα και στα μάτια της Δικαιοσύνης θεωρούνταν κατώτεροι από τον οποιονδήποτε μουσουλμάνο. Κάποιες φορές οι τελευταίοι το εκμεταλλεύονταν αυτό και εκβίαζαν τους χριστιανούς γείτονές τους είτε τους συκοφαντούσαν στις αρχές για να επωφεληθούν από την καταδίκη τους. Αν εσείς ήσασταν δικαστής και μπροστά σας στεκόντουσαν ένας φίλος και ένας άγνωστος, θα μεροληπτούσατε υπέρ του φίλου σας ακόμα κι αν είχε άδικο; Διαβάστε το σχετικό απόσπασμα (σελ. 153-154) και συζητήστε το.

"Μετά από λίγο με φώναξαν κι ανέβηκα στην αίθουσα που καθόταν ο αγάς. Αριστερά και δεξιά του παρακάθονταν άλλοι Τούρκοι, σύμβουλοι και πάρεδροί του, και στην είσοδο του θαλάμου, κοντά στην πόρτα, στέκονταν όρθιοι οι δημογέροντες και μερικοί άλλοι χριστιανοί.
Έσκυψα ταπεινά τον αυχένα μπροστά στο μεγαλείο του αγά. Με ρώτησε με τον διερμηνέα από πού έρχομαι. 
- Από την Ικαρία.
- Πώς ήρθες; 
- Με πλοιάριο.
- Πότε;
- Πριν τέσσερις μέρες.
- Τι θέλεις;
- Άδεια να πουλήσω στα χωριά την πραμάτεια μου. 

Τότε, ένας οπλοφόρος αράπης πλησιάζει τον αγά, με το χέρι στο στήθος και το κεφάλι σκυμμένο στο έδαφος.
- Αγά μου, λέει, αυτός ο νέος φοράει φράγκικα παπούτσια και θα είναι κατάσκοπος.
Και δείχνει τα πόδια μου με το μαύρο του χέρι. 
Τα μάτια όλων, αλλά ταυτόχρονα και το δικό μου το βλέμμα, στράφηκαν στα πόδια μου. Πραγματικά, δεν ήταν υπόδεση χωρικού τα παπούτσια μου. Τ' αγόρασα στην Τήνο κι έκοψα τα φτερά όπου δένονταν τα λουριά, νομίζοντας ότι έφτανε τόση προφύλαξη. Δεν πρόβλεψα ο δύστυχος ότι το σχήμα τους μπορούσε να με προδώσει, αλλά ούτε και μου 'χε έρθει στο μυαλό ότι θα μ' έπαιρναν ποτέ για κατάσκοπο.

- Βάλτε τον στη φυλακή, διέταξε ο αγάς."


Εμπόριο μαστίχας
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2012), κάηκε από πυρκαγιά το 25% της παραγωγής μαστίχας στη Χίο, κάτι που όλοι θεωρήσαμε μεγάλη καταστροφή. Διαβάζοντας ωστόσο το παρακάτω απόσπασμα (σελ. 154-155) διαπιστώνει κανείς ότι το εμπόριο μαστίχας στο νησί έχει περάσει και χειρότερα. Θυμίζουμε ότι κατά τα άλλα η Χίος ήταν από τις προνομιακές περιοχές επί τουρκοκρατίας, αφού σουλτανικοί αχτναμέδες την απήλλασσαν από αρκετά βάσανα, όπως το παιδομάζωμα ή τη νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας.

"Οι δυο φυλακισμένοι ήταν πατέρας και γιος, και το έγκλημά τους η πώληση μαστίχας. Γιατί το μισό περίπου από τη συνολική παραγωγή του νησιού το κρατούσαν -όπως είναι γνωστό- για τα χαρέμια του σουλτάνου, και δεν επιτρεπόταν στους χωρικούς να πουλήσουν το υπόλοιπο, παρά μόνο στον αγά, ο οποίος καθόριζε μόνος του την τιμή της μαστίχας και την πλήρωνε όπως κι όταν ήθελε."


Ισότητα των δύο φύλων
Διαβάζοντας το απόσπασμα (σελ.117) μπορούμε να αποκτήσουμε μια ιδέα για τους ρόλους που μοιράζονταν οι άνδρες και οι γυναίκες στις αρχές του 19ου αιώνα. Τι πιστεύουμε σήμερα για τις δουλειές του σπιτιού; Μήπως ακόμα θεωρούμε πως είναι κάτι καθαρά "γυναικείο" στο οποίο οι άνδρες απλώς βοηθούν;

"Στις Σπέτσες βρήκα άρρωστους και κρεβατωμένους τους γονείς και τις αδελφές μου. Πόσο μας ήταν αισθητή η απουσία της δύστυχης Ανδριάνας! Πόσες φορές δεν την θυμηθήκαμε όλοι! Ανέλαβα εγώ, από ανάγκη, να υπηρετήσω όλη την οικογένεια που έπασχε. Εγώ ήμουν ο καμαριέρης, ο νοσοκόμος κι ο μάγειρος ακόμα. Κι οι καλές μου γειτόνισσες απορούσαν βλέποντας έναν άντρα να ταπεινώνεται με τέτοιες γυναικείες δουλειές, πράγμα που ήταν αντίθετο με τις συνήθειες όλου του νησιού. Κι η άποψή τους γι' αυτό το πράγμα εκφραζόταν μ'ένα χαμόγελο οίκτου, όταν πρόσφεραν χέρι βοηθείας."
γελοιογραφία του 1887 με τον Χ.Τρικούπη
Ρουσφετολογία
Πολύ συχνά, παραπονιόμαστε ότι για να προχωρήσει μια δουλειά στην χώρα μας, πρέπει να πληρώσουμε "ρουσφέτι" (από το τουρκικό Rüşvet = δωροδοκία) να δώσουμε δηλαδή χρήματα ή δώρα σε κάποιους υπαλλήλους για να προωθήσουν την υπόθεσή μας. Πιστεύετε ότι αυτή είναι μια σωστή πρακτική; Πώς θα νιώθατε αν θα έπρεπε να πληρώσετε κάποιον για να κάνει μια δουλειά για την οποία έτσι κι αλλιώς πληρωνόταν από την υπηρεσία του; Αν από την άλλη βρισκόσασταν στη θέση του υπαλλήλου, πώς θα σας φαινόταν να κερδίσετε κάποια επιπλέον χρήματα με αυτό τον τρόπο; 
Διαβάστε το απόσπασμα (σελ. 146-147) και παρατηρήστε την αλλαγή στη συμπεριφορά των δημογερόντων, όταν ο Λουκής τους δωροδοκεί με χαβιάρι.

"Επιτέλους, ο πρεσβύτερος από τους δημογέροντες έλυσε τη σιωπή. 
- Τι είναι τούτο που μας έφερες εδώ, Παντελή; Φωτιά έβαλες στο κεφάλι μας! Καλύτερα να χαθεί τούτος, παρά όλοι μας εδώ! (...) Οι δημογέροντες τον άκουγαν κουνώντας το κεφάλι, σαν να μην τους έπειθε, κι όταν έπαψε να μιλάει δεν απάντησαν, αλλά έφυγαν σιωπηλοί, με σκυθρωπό πρόσωπο κι ανήσυχο βλέμμα.
(...)
Μόλις που 'βγαινε ο ήλιος το πρωί, όταν ξαναχτύπησαν οι δημογέροντες την πόρτα και μπήκαν στην καλύβα, σιωπηλοί και κατσουφιασμένοι, όπως και χθες.
Τους είχα προλάβει ξυπνώντας νωρίς, κι ήταν ήδη έτοιμες οι γλώσσες του χαβιαριού, τυλιγμένες σε λαχανόφυλλα. Η προσφορά μου τους καταευχαρίστησε κι άλλαξε αμέσως το ύφος τους απέναντί μου. Με περικύκλωσαν χαμογελώντας και χαϊδεύοντας προστατευτικά τους ώμους μου.
- Μη φοβάσαι, Λουτσή, Είσαι δικός μας άνθρωπος. Εμείς χανόμαστε, κι όχι εσύ!"

χαβιάρι τυλιγμένο σε φύλλο βασιλικού
Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος αχάριστου
Η ρήση αυτή χρησιμοποιείται όταν κάποιος που έχουμε βοηθήσει στο παρελθόν, στρέφεται εναντίον μας. Εσείς πώς πιστεύετε ότι θα νιώθατε αν κάποιος παλιός σας φίλος σας πρόδιδε; Και πώς είναι σωστό να φερόμαστε προς κάποιον που μας έχει βοηθήσει σε μια στιγμή ανάγκης; 
Ο συγγραφέας θυμάται με αγάπη όλους όσους του στάθηκαν αρωγοί στις κρίσιμες στιγμές του. Διαβάστε τα παρακάτω αποσπάσματα και δείτε με τι τρόπο εκφράζεται για τους ανθρώπους που τον τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους:

(σελ. 77)
"- Ελάτε εδώ να σας κρύψω, χριστιανοί
Χυθήκαμε όλοι μέσα στην ανοιχτή πόρτα, ακολουθώντας τη γριά. Ο Θεός την φώτισε! Σ' εκείνη χρωστάμε τη σωτηρία, την ύπαρξή μας. Δεν την είδα από τότε, ούτε ξέρω τ' όνομά της, αλλά ποτέ δεν ξέχασα το αγαθό της πρόσωπο, ούτε έπαψα να ευλογώ τη μνήμη της. Μακάρι να την αντάμειψε ο Θεός και να την ανάπαυσε ειρηνικά!"
(σελ. 113)
"Δεχτήκαμε με συγκίνηση την προσφορά του. Εύσπλαχνος άνθρωπος και γενναίος! Από τη στιγμή εκείνη έγινε ο πιο πιστός φίλος για μένα. Από τότε ήμασταν σαν αδέρφια κι η φιλία μας κράτησε μέχρι το θάνατό του, πριν από λίγα χρόνια."
(σελ. 143)
"Το υποσχέθηκε και τήρησε την υπόσχεσή του και, όσο έμεινα στο νησί, με προστάτευε και μου φάνηκε χρήσιμος σαν αληθινός φίλος. Αυτή ήταν μια νέα προσθήκη στον αριθμό των αγαθών εκείνων ψυχών, που μ' ελέησαν με την παρήγορη συμπάθειά τους, όσο περνούσα τη μικρή κοιλάδα της δυστυχίας."

Δώστου κλώτσο να γυρίσει...
Η ιστορία του Λουκά Τζίφου γίνεται μοναδική, χάρη στο άγγιγμα της τέχνης, χάρη στον τρόπο δηλαδή που μας τη μεταφέρει ο Βικέλας. Οι μαρτυρίες των Χιωτών που υπέφεραν από τους Τούρκους είναι ωστόσο πάρα πολλές, κι ας μην είχαν όλες την τύχη να μετατραπούν σε λογοτεχνικά έργα. Μια αφήγηση που συνάντησα σε ένα άσχετο βιβλίο (Γεωργίου Μπαζίλη, Ανδρέας Συγγρός. Η ζωή του, οι δραστηριότητές του και ο ρόλος του στη διαμόρφωση των εξελίξεων της εποχής του, εκδ. Δημιουργία 1996, σ.125-6) έχει πολλά κοινά με την περιπέτεια του Λουκή Λάρα, και αφορά τον πατέρα του εθνικού ευεργέτη Συγγρού:


"Όταν τελείωσε τις σπουδές του, γαμπρός περιζήτητος στο νησί –δόκτορας, βλέπεις- διάλεξε για σύζυγο τη μοναχοκόρη των Νομικών, Μουδινή ή Νικολέττα, ορφανή από πατέρα, πλούσια κι όμορφη. Παντρεύτηκαν το 1820, εκείνος στα τριαντατέσσερα αυτή μόλις δεκατριών… Του υποσχέθηκαν προίκα 100.000 γρόσια – 33.000 τάλιρα –ποσό κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη.

Από αυτά τα χρήματα δε χάρηκαν σχεδόν τίποτα. Μόλις που ξοφλήθηκε ο Ροδοκανάκης.

Γιατί τον επόμενο χρόνο έγινε η καταστροφή της Χίου. Η τουρκική αρμάδα, για να τιμωρήσει τα επαναστατικά κινήματα των Σαμιωτών που ζητούσαν να ξεσηκώσουν τους Χιώτες, αλλά και για να παραδειγματίσει τους άλλους Έλληνες, ξεμπάρκαρε στην πόλη στρατό και ταγκαλάκια κι άρχισαν οι σφαγές, οι δηώσεις, οι καταστροφές, οι βιασμοί. Μόνο οι χωρικοί εξαιρέθηκαν από αυτή την αιματοχυσία. Κι αυτοί με κίνδυνο της ζωής τους προσπαθούσαν να σώσουν όσους αστούς μπορούσαν.

Ο πατέρας του έφυγε και πήγε σε κάποιο παραλιακό χωριό για να βρει κανένα πλοιάριο μήπως μπορέσουν και αποδράσουν.

Η μητέρα του και η γιαγιά του κρύφτηκαν σε κάποιο φιλικό σπίτι χωρικών. Αλλά ο κίνδυνος ήταν μεγάλος για όλους κι έτσι μετά από λίγες ημέρες αποφάσισαν να φύγουν. Έθαψαν σ’ ένα λάκκο δύο σάκους με τάλιρα –καμιά πεντακοσαριά- και μεταμφιεσμένοι σε χωρικούς, μάνα, κόρη και δυο θείοι προσπάθησαν να διαφύγουν παίρνοντας μαζί τους όσα χρήματα και πολύτιμα είδη μπορούσαν να σηκώσουν.

Δεν τα κατάφεραν. Τους πρόδωσε η απαλότητα του δέρματος των χεριών και των προσώπων τους. Δεν έμοιαζαν να είναι χωρικοί.

Τους σταμάτησαν και τους έψαξαν. Τους δύο θείους, αφού τους αφαίρεσαν ό,τι είχαν, τους αποκεφάλισαν επιτόπου. Την μητέρα του Συγγρού την κράτησαν για να την πουλήσουν σαν δούλα. Τέλος λήστεψαν και τη γιαγιά του και ήταν τόσα πολλά αυτά που βρήκαν και πήραν, ώστε την άφησαν ελεύθερη. Εξ άλλου δεν ήταν νέα –εσύ δεν αξίζεις ούτε ενός λουλέ καπνόν!

Η γιαγιά του έτρεξε τότε και ξέθαψε τα 500 τάλιρα και πήγε και βρήκε κάποιο γνωστό της Άγγλο πρόξενο. Τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για να εξαγοράσουν το παιδί της. Με τα χρήματα αυτά το κατόρθωσε, χωρίς πολλές δυσκολίες. Μητέρα και κόρη βρήκαν ένα πλοίο και πήγαν στην Τήνο.

Ο πατέρας του στο μεταξύ είχε επιστρέψει να τους πάρει αφού, με χίλιες δυσκολίες είχε βρει τρόπο να δραπετεύσουν από εκείνη την κόλαση. Του είπαν πως είχαν ήδη φύγει. Έφυγε κι αυτός.

Τελικά, με τα πολλά, συναντήθηκαν στην Τήνο.
Με μύριους κόπους και θυσίες κατάφεραν να προμηθευτούν ένα ψευτοδιαβατήριο σαν υπήκοοι της Ιονίου Πολιτείας που τότε ήταν κάτω από αγγλική κυριαρχία. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη κι εγκαταστάθηκαν στα Ταταύλα. Εκείνο τον καιρό η Πόλη είχε πάνω από 100.000 Έλληνες.

Ο πατέρας του άρχισε να ασκεί το επάγγελμά του και γρήγορα η φήμη του ως καλού επιστήμονα έφτασε μέχρι το σουλτανικό χαρέμι. Ονομάστηκε προσωπικός γιατρός της αδελφής του Σουλτάνου Μαχμούτ ο οποίος, μάλιστα, του παραχώρησε ένα σπίτι στο Σταυροδρόμι για να βρίσκεται κοντά στο παλάτι.

Τότε ήρθε και το πρώτο παιδί. μετά από δύο χρόνια γεννήθηκε ο Ανδρέας. Αλλά τα βάσανα ξανάρχισαν. Με την κήρυξη του Τουρκοαιγυπτιακού πολέμου, ο Μαχμούτ ήθελε να πάρει μαζί του το γιατρό στην εκστρατεία που θα έκανε στη Συρία. Αυτός βέβαια δεν ήθελε. Φοβήθηκε την εκδίκηση του Σουλτάνου και διέφυγε κρυφά στο Τάγκανρογκ (Таганрог), μια μικρή πόλη στη βόρεια ακτή της Αζοφικής θάλασσας. Ύστερα από λίγο τον αντάμωσε κι η γυναίκα του με τα παιδιά."

Είναι εντυπωσιακό πόσο διαφορετικές μαγευτικές ιστορίες μπορεί να γεννήσει ένα και μοναδικό γεγονός, όσο αναπάντεχο και βίαιο κι αν είναι, όπως η Σφαγή της Χίου (ή το Big Bang).


Χρήση στην τάξη
Έχοντας ολοκληρώσει την εμπειρία της ευρωπαϊκής εξέλιξης μέσα από τα βιβλία του προηγούμενου μήνα, φτάνουμε με τον Λουκή Λάρα στην κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα και τα οθωμανικά Βαλκάνια, κατά τις αρχές του 19ου αιώνα. Εδώ, η ερευνητική διάθεση του Μικρομέγα αντικαθίσταται από φόβο και η εμπιστοσύνη στον ορθολογισμό σε τυφλή υποταγή στους δυνάστες. Η ανάγνωση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων και μια σύντομη συζήτηση, θα δώσει στα παιδιά να καταλάβουν πόσο πίσω πολιτισμικά και ιδεολογικά βρισκόταν η τότε υπόδουλη Ελλάδα από την ελεύθερη Δυτική Ευρώπη. Όπως πάντα, παράλληλα με το κείμενο, μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μια πληρέστερη εμπειρία της εποχής εκείνης μέσα από παιχνίδια, ακρόαση μουσικής, επίσκεψη σε κάποιο μουσείο Εθνικής Ιστορίας ή και προβολές ταινιών / ντοκιμαντέρ.

Αρκετά μέρη του κειμένου προσφέρονται και για θεατρική αναπαράσταση στην τάξη, ώστε τα παιδιά να νιώσουν τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Ξεχωρίζει η σκηνή (σελ. 78-80) όπου η οικογένεια κρύβεται στον σταύλο μιας γριάς γυναίκας, ακούγοντας τους Τούρκους που κάθονται δίπλα να περηφανεύονται για τα "κατορθώματά" τους (το απόσπασμα φιλοξενείται και στα Κείμενα της Α' Λυκείου) και εκείνη (σελ 81-84) όπου οι φυγάδες περπατούν χέρι - χέρι μέσα στη νύχτα για να βρεθούν στην παραλία απ' όπου θα τους παραλάβει κάποιο πλοίο για να σωθούν.

Με αναφορές στη γεωγραφία - λαογραφία, μπορούμε να αξιοποιήσουμε και το απόσπασμα όπου ο νησιώτης Λουκής, αντικρίζει για πρώτη φορά στεριανούς φουστανελλάδες. (σελ. 113) 

"Βρέθηκα μέσα σ' έναν κόσμο εντελώς νέο για μένα. Οι χιλιάδες φουστανελοφόροι μαχητές, το αγέρωχο ύφος και η τραχιά τους γλώσσα, τα περιφρονητικά βλέμματα με τα οποία με ζύγιαζαν, οι απότομες φράσεις με τις οποίες απαντούσαν στις δειλές ερωτήσεις μου, η βοή, η κίνηση κι η σύγχυση του στρατοπέδου, όλα μαζί με καταθορύβησαν." Περαιτέρω ερεθίσματα για συζήτηση μπορεί να προσφέρει η προβολή αποσπάσματος από την ταινία Βαβυλωνία (1970), που πραγματεύεται και σατιρίζει τις διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς του ελληνικού χώρου.
https://www.youtube.com/watch?v=M7P7mXegdXU

Share/Bookmark

1 σχόλιο:

lampros lampinos είπε...

θαυμάσια ανάρτηση... και κλασσικό βιβλίο!!!

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...