Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Το Πνεύμα του Βουνού


Υπόθεση
Στην Γερμανία του παλιού καιρού, στα σύνορα της Σιλεσίας με τη Βοημία (σήμερα περιοχές της Πολωνίας και της Τσεχίας αντίστοιχα), υπάρχει η οροσειρά Ριζενγκεμπίργκε (Riesengebirge κορυφή 1.600 μ.). Η λαϊκή παράδοση λέει πως εκεί ζούσε ένα πανίσχυρο πνεύμα, το Πνεύμα του Βουνού, που οι ντόπιοι του είχαν βγάλει το παρατσούκλι Ρίμπετσαλ (Rübezahl), που σημαίνει «αυτός που μετράει τα ραπάνια». Το πνεύμα αυτό συχνά ανακατευόταν στις υποθέσεις των ανθρώπων, είτε για να τιμωρήσει τους κακούς και να προστατεύσει τους καλούς, είτε απλώς για να παίξει, ενώ ο κόσμος το φοβόταν αλλά και το αγαπούσε γιατί ήταν πάντα δίκαιο. Στο βιβλίο αυτό, η Κίρα Σίνου διαλέγει 14 από τους πιο αντιπροσωπευτικούς μύθους της περιοχής και μας τους διηγείται.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Κίρα Σίνου
Εικονογράφηση: Ρωξάνη
ISBN: 978-960-04-3587-0
Έτος 1ης Έκδοσης: 2000
(από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο "Ρίμπετσαλ, αυτός που μετρούσε τα ραπάνια"
και εικονογράφηση Έρσης Σπαθοπούλου - τιμή περίπου 9 ευρώ - ηλ. αγορά εδώ)
Σελίδες: 235
Τιμή: περίπου 14 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ ή εδώ
Τάξεις: Δ', Ε', Στ'


Κριτική
Η γραφή της Σίνου είναι όπως πάντα απλή και κατανοητή, και καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε τα γερμανικά αυτά παραμύθια σαν να ήταν δικά μας. Το βιβλίο μπορεί να έχει πολλές σελίδες, οι ιστορίες ωστόσο που περιέχει είναι αρκετά πιο σύντομες απ' ό,τι θα περιμέναμε. Αυτό συμβαίνει γιατί η επιμέλεια έχει αφήσει στο κείμενο αρκετό χώρο για να αναπνέει, επιλέγοντας διπλό διάστιχο, ώστε η ανάγνωση να γίνεται ξεκούραστα. Η εικονογράφηση, παρότι απλώς διακοσμητική, καταφέρνει σε συνδυασμό με ένα προσεγμένο στήσιμο, να δώσει στο βιβλίο την εικόνα εντύπου παλαιότερης εποχής. Έτσι, η πρώτη σελίδα κάθε ιστορίας περιέχει μόνο τον τίτλο και μια εικόνα σε μετάλλιο, ακολουθεί η αρχή της διήγησης με ένα διακοσμητικό στην κορυφή της σελίδας και στο τέλος την ιστορία κλείνει ένα μικρό μετάλλιο με μια νέα εικόνα. Μέσα σε κάθε ιστορία υπάρχει μια δισέλιδη ζωγραφιά - χαρακτικό, η οποία μπορεί να μην ενθουσιάζει, αλλά συμβάλλει στην αίσθηση του παλιού βιβλίου που αναφέραμε..

Το ανάγνωσμα προτείνουμε σε μαθητές μεσαίων τάξεων που συμπαθούν τα παραμύθια, αλλά σε μεγαλύτερους, που θα έχουν να κερδίσουν περισσότερα από τα διδάγματα των ιστοριών.. 


Σκίτσο του Ρίμπετσαλ από τον γεωγράφο Martin Helwig, το 1561
Η πλειονότητα των διηγημάτων είναι και διασκεδαστικά (με κάποιες εξαιρέσεις που τείνουν προς το μακάβριο), και μπορούν να αξιοποιηθούν στην τάξη. Τι κι αν απέχουμε τόσο από τη γερμανική κουλτούρα του 17ου αιώνα; Αξίες όπως η δικαιοσύνη και πρακτικές όπως αυτή της εκμετάλλευσης του συνανθρώπου (βλ. αποσπάσματα), αποτελούν έννοιες κλασικές και παναθρώπινες, τις συναντάμε σε λαϊκούς μύθους από τα αρχαία χρόνια και προφανώς έχουν σε όλους μας κάτι να πουν. Γι' αυτό και θεωρώ ότι οι μικροί αναγνώστες δεν θα έχουν πρόβλημα να κατανοήσουν τις ιστορίες, αλλά και να ταυτιστούν με κάποιες από τις καταστάσεις ή τους ήρωες.

Στα περισσότερα από τα διηγήματα το δίδαγμα είναι προφανές, σε κάποια ωστόσο μάλλον αγνοείται. Προσωπικά, η ιστορία που μου άρεσε περισσότερο ήταν η χριστουγεννιάτικη με τίτλο "Οι μάγοι με τα δώρα", ενώ σε εκείνη με τίτλο "Οι τρεις φοιτητές", είχε ενδιαφέρον η μεταφορά σε μύθο της αντιπαράθεσης Επιστήμης - Παράδοσης. Τα αποσπάσματα ωστόσο που παρατίθενται, έχουν να κάνουν με την εκμετάλλευση των αδυνάτων, και συνειρμικά μου θύμησαν την εξάρτηση της χώρας μας από τους δανειστές της.

Εκτός από τα όποια διδάγματα, ένα άλλο θετικό που μπορεί να προκύψει από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, είναι ότι οι μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν μια ιδέα για το κλίμα που επικρατούσε στην Κεντρική Ευρώπη κατά τους περασμένους αιώνες. Τότε, που ακόμα και πολλά χρόνια μετά το τέλος του Μεσαίωνα, η σκοτεινή εποχή είχε αφήσει τη σφραγίδα της έντονη πάνω στη λαϊκή παράδοση: Αλχημιστές, Δεισιδαιμονίες, Ανισότητα... ακόμα και δοξασίες για θαυματουργά φυτά, όπως ο Μανδραγόρας. Απ' όλα έχουν οι 14 ιστορίες της Κίρας Σίνου. Προσοχή όμως, γιατί πέρα από το γνωστικό του πράγματος, μέσα από τις ιστορίες περνάει έντονη και η λογική της αυτοδικίας (το πανίσχυρο Πνεύμα δεν αφήνει τίποτα να περάσει έτσι), που μπορεί τον 16ο αιώνα να ήταν πιο διαδεδομένη, σήμερα ωστόσο έχουμε αποφασίσει να την αφήσουμε πίσω μας. Μια σύντομη συζήτηση λοιπόν για το πώς θα αντιμετωπίζαμε σήμερα καταστάσεις όπως αυτές του κάθε παραμυθιού, ίσως βοηθούσε τα παιδιά να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους και να μην περιμένουν λύσεις από πνεύματα - τιμωρούς ή υπερήρωες.

.
Ολοκληρώνοντας, να παρατηρήσουμε ότι ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, το Πνεύμα του Βουνού, μπορεί να συνδεθεί άμεσα με τη φιγούρα του Διαβόλου, μια και διατηρεί το βασίλειό του στον κάτω κόσμο, αγαπάει τα βασανιστήρια με κάρβουνα σε υπόγεια καμίνια και αλλάζει συνεχώς μορφή. Από την άλλη, σε μια ιστορία δείχνει να μην έχει καν ακούσει για τον Χριστό ή την Αγία Γραφή, οπότε ίσως πιο επιτυχημένο θα ήταν να τον συνδέσουμε με έναν χαρακτήρα ανάμεσα στον Άδη, τον Πάνα και μια γερμανική παραλλαγή του Τομ Μπόμπαντιλ, υπερασπιστή της μητέρας Φύσης και διώκτη των εκμεταλλευτών της. Σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή που η Σίνου επιλέγει να μας δώσει για την ονοματοδοσία του, είναι αυτή που μας παραδίδει ο γερμανός λαογράφος Johann Karl August Musäus (1735-1787).

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Δικαιοσύνη, Αξιοπρέπεια, Αλτρουισμός, Ανισότητα, Ιστορία

Εικονογράφηση


Απόσπασμα  
(1)  
Αυτό που μισούσε περισσότερο απ’ όλα στον κόσμο ο Ρίμπετσαλ ήταν η τσιγκουνιά και η εκμετάλλευση. Περιφρονούσε με όλη του την καρδιά τους ανθρώπους που γύρευαν σε βάρος των άλλων να γεμίσουν τη δική τους τσέπη.

Εκείνο τον καιρό, σε μια μικρή πόλη κοντά στους πρόποδες του Ρίζενγκεμπίργκε, ζούσε ένας πλούσιος φούρναρης ήταν ο πρόεδρος των αρτοποιών της περιοχής και είχε μεγάλη θέση στο δημοτικό συμβούλιο. Όμως το μόνο που τον ενδιέφερε στη ζωή ήταν το χρήμα. Δεν το έφτανε πως ήταν πλούσιος, πάσχιζε κιόλας να αυξήσει με κάθε τρόπο την περιουσία του.

Εκείνοι που υπέφεραν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι ξυλοκόποι, που του φέρνανε τα ξύλα για το φούρνο. Διάλεγε πάντα τους φτωχότερους και τους έκανε φοβερά παζάρια, κι επειδή αυτοί οι φουκαράδες είχαν απόλυτη ανάγκη τη δουλειά, δέχονταν να την κάνουν κοψοχρονιά, μόνο και μόνο για να μην την χάσουν.

Κάποια μέρα, είχε συμφωνήσει μ’ έναν ξυλοκόπο για ένα φορτίο καυσόξυλα. Ο ξυλοκόπος οδήγησε την άμαξά του στην αυλή του φούρναρη και την ξεφόρτωσε. Χτύπησε ύστερα την πόρτα και μπήκε στο σπίτι για να πληρωθεί. Το αφεντικό καθόταν στο τραπέζι κι έτρωγε με πολλή όρεξη ένα πλούσιο κολατσιό. Μπροστά του είχε ένα μεγάλο χοιρομέρι, που το κρέας του φάνταζε τόσο ρόδινο και ζουμερό ώστε ο ξυλοκόπος ένιωσε να του τρέχουνε τα σάλια. Πιο πέρα βρισκόταν ένα παχύ σαλάμι και μια αφράτη φραντζόλα άσπρο ψωμί. Δίπλα του άφριζε ένα μεγάλο κύπελλο μπίρα. Όσο τσιγκούνικα φερόταν στους άλλους τόσο ανοιχτοχέρης ήταν για τον εαυτό του, και το ολοστρόγγυλο κόκκινο πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι δεν του αρνιόταν απολύτως τίποτα.

Ο χωρικός του ζήτησε ευγενικά να πληρωθεί. Ο φούρναρης τράβηξε από την τσέπη του ένα παραφουσκωμένο πέτσινο πορτοφόλι, έβγαλε από κει μερικά ασημένια νομίσματα και τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. Ο χωρικός τα μέτρησε και είδε ότι λείπανε δέκα από το συμφωνημένο ποσό.

- Αφεντικό, παρακάλεσε ο χωρικός, μη μου κόβεις κι άλλα λεφτά. Αφού την έχουμε συμφωνήσει την τιμή, που είναι ήδη πολύ χαμηλή. Δέχτηκα μόνο και μόνο γιατί έχω πολλά στόματα να θρέψω.
- Τόσα έχω να σου δώσω, δήλωσε ο αρχιτσιγκούναρος. Αν νομίζεις πως είναι λίγα, δεν έχεις παρά να ξαναφορτώσεις τα ξύλα σου και να φύγεις.

Όσο και να παρακάλεσε ο κακομοίρης ο χωρικός, ο φούρναρης δεν του έδωσε ούτε δεκάρα παραπάνω. Στο σπίτι τον περίμεναν τα πεινασμένα του παιδιά και η γυναίκα του, που τον καρτερούσε για να πάει να πληρώσει τους βερεσέδες του μπακάλη. Αναγκάστηκε λοιπόν να πάρει τα λεφτά και να φύγει.

Ευτυχώς που τα άλογά του ξέρανε από μόνα τους το δρόμο για το σπίτι, γιατί ο χωρικός ούτε έβλεπε ούτε άκουγε από τη στενοχώρια του. Αλλιώς τα είχε υπολογισμένα, και τώρα σκεφτόταν τι να κάνει για να τα βγάλει πέρα. Μια φωνή τον έβγαλε από τις μαύρες σκέψεις του:

- Καλέ μου κύριε, μπορείτε να με πάρετε μαζί σας για ένα κομμάτι του δρόμου; Περπατώ πολλές ώρες, και δεν τα νιώθω πια τα πόδια μου.

Ο χωρικός γύρισε και είδε να του χαμογελάει ένα νεανικό πρόσωπο.

- Πήδα πάνω, του είπε. Το κάρο είναι άδειο, κι ένας σαν κι εσένα δεν θα βαρύνει τα’ άλογά μου.
***
 (2) 
Τα χρόνια εκείνα όλα τα φάρμακα είχαν για βάση τους τα βότανα και τις ρίζες, κι εκείνοι που τα μάζευαν κάνανε χρυσές δουλειές. Τρέχανε στα λιβάδια, σκαρφάλωναν στα βουνά και κόβανε χόρτα και βότανα, με τα οποία παρασκεύαζαν φάρμακα μόνοι τους ή τα πουλούσαν στους φαρμακοτρίφτες, που παρασκεύαζαν τα δικά τους ιδιοσκευάσματα.

Όσα βότανα είχαν φαρμακευτικές ιδιότητες, όπως το χαμομήλι και το τσάι του βουνού, το φαρμακοβότανο και η ανεμώνη, ήταν περιζήτητα. Μα κανένα γιατρικό δε θεωρούνταν καλό αν δεν περιείχε μανδραγόρα. Ο μανδραγόρας ήταν μια ρίζα με πολύ παράξενο σχήμα. Είχε τη μορφή του ανθρώπινου κορμιού, και λέγανε μάλιστα πως την ώρα που τον τραβάς από τη γη βγάζει μια ανθρώπινη κραυγή πόνου και απόγνωσης.  Οι άνθρωποι λοιπόν πίστευαν πως πρόκειται για ένα φυτό μαγικό κι επομένως θαυματουργό, πως όχι μόνο γιάτρευε τον άρρωστο αλλά τον έκανε και καλά μόλις εκείνος το έβαζε στο στόμα του. Γι’ αυτό και είχε γίνει πανάκριβος, και, καθώς ήταν ένα φυτό πολύ σπάνιο, όλοι ψάχνανε να τον βρούνε με μανία. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι απατεώνες ξεγελούσαν τον κόσμο πουλώντας αντί για μανδραγόρα άλλες ρίζες, ακόμη και σέλινο.

Ο μανδραγόρας είναι ένα φυτό που φυτρώνει από μόνο του και είναι δύσκολο να καλλιεργηθεί. Επομένως οι χορταρούδες ήταν αναγκασμένες να προχωράνε όλο και πιο βαθιά μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια για να τον ανακαλύψουν. Και τότε ακούστηκε ότι βρέθηκε μια μεγάλη φυτεία σ’ ένα λιβάδι στο Ρίζενγκεμπίργκε. Κανένας όμως δεν τολμούσε ν’ ανέβει μέχρι εκεί, γιατί όλοι ξέρανε πως η περιοχή ανήκε στον Αφέντη του Βουνού και δε θέλανε να ριψοκινδυνέψουν μια συνάντηση μαζί του.

Τον καιρό εκείνο έτυχε να αρρωστήσει πολύ βαριά ένας πλούσιος κτηματίας. Δεν υπήρχε γιατρός που να μην τον είχε φέρει για να τον εξετάσει η γυναίκα του, η Λεονόρε, που τον υπεραγαπούσε. Μα όλοι οι γιατροί σήκωναν τα χέρια ψηλά και λέγανε μ’ ένα στόμα ότι ο ασθενής ήταν καταδικασμένος και ότι η μόνη του ελπίδα ήταν ο μανδραγόρας.

Εντάξει, το ήξερε για το μανδραγόρα, το ήξερε κι από μόνη της η κυρία Λεονόρε πως η ρίζα του έκανε θαύματα, το κακό όμως ήταν πως, όπου και να ρώτησε, όπου και να τον ζήτησε, δεν υπήρχε πουθενά. Είχε γίνει ανάρπαστος.

Η κυρία Λεονόρε έστειλε τους υποτακτικούς της σε όλα τα φαρμακεία, σε όλες τις χορταρούδες, να βρει έστω και μια ξεραμένη ριζούλα. Άδικα όμως. Μόνο ένας υπηρέτης της έφερε την είδηση πως ο Ρίμπετσαλ τον καλλιεργούσε στο βουνό του, σ’ έναν κήπο που τον φύλαγε σαν τα μάτια του, και δεν άφηνε κανέναν να του τον πάρει.

Η γυναίκα του κτηματία ενθουσιάστηκε με την είδηση. Μα ο ενθουσιασμός της πέρασε πολύ γρήγορα. Έμαθε, βέβαια, ότι η ρίζα φύτρωνε στο βουνό, αλλά πού θα έβρισκε άνθρωπο να δεχτεί ν’ ανέβει ίσαμε κει πάνω και να φέρει μερικές ρίζες για τον άντρα της; Ποιος θα ‘χε την αποκοτιά να αναλάβει κάτι τέτοιο με κίνδυνο της ζωής του, ακόμη και για πολλά λεφτά;

Πρώτα ρώτησε τους υπηρέτες της, αλλά εκείνοι της απάντησαν ότι, όσο κι αν επιθυμούσαν να γίνει καλά ο αφέντης τους, ο φόβος τους να συναντηθούν με τον περιβόητο Ρίμπετσαλ ήταν τόσο μεγάλος που δεν τολμούσαν ν’ ανέβουν στο βουνό και να πατήσουν στο λιβάδι του. ύστερα ρώτησε τις χορταρούδες και τους πρόσφερε πολλά λεφτά, αλλά όλες της απάντησαν πως η ζωή τους άξιζε πιο πολλά από τα λεφτά. Ρώτησε άφραγκους φοιτητές, ρώτησε ζητιάνους, μα όλοι τους τρέμανε στη σκέψη και μόνο ότι ίσως έρχονταν αντιμέτωποι με το Πνεύμα του Βουνού, κι αυτό δεν το ‘ θελαν με κανέναν τρόπο.

Είχε πια απελπιστεί, όταν κάποιος της θύμισε τον Πέτερ, ένα φτωχό εργάτη με δώδεκα παιδιά και γονείς γέρους κι άρρωστους, που δυσκολευόταν να τους θρέψει.

- Καλά λες! είπε η κυρία Λεονόρε. Μόνο αυτός μπορεί α δεχτεί, γιατί τα παιδιά του δεν έχουνε ψωμί να φάνε. Ξέρει κιόλας από βότανα, γιατί κάποτε να μάζευε κι εκείνος.

Έστειλε λοιπόν κάποιον να φέρει τον Πέτερ και του έκανε την πρότασή της.

- Ευχαριστώ, κυρία, που με σκέφτηκες, απάντησε ο εργάτης. Το ξέρει δα όλος ο κόσμος πως έχω ανάγκη τα λεφτά που μου προσφέρεις, αλλλά έχω και παιδιά, και τι θα γίνουνε αν πάθω εγώ κάτι; Ποιος θα τα κοιτάξει; Θα μείνουνε στους πέντε δρόμους.

- Εγώ θα τα κοιτάξω, είπε η κυρία Λεονόρε. Σου το υπόσχομαι. Μη φοβάσαι. Θα τα φροντίσω σαν να’τανε δικά μου. Αν είναι να γιάνει ο άντρας μου, δε με νοιάζει τίποτα. Καν’ το για μένα, σε παρακαλώ! τον ικέτεψε και αναλύθηκε σε δάκρυα.

- Έχω και ανήμπορους γονείς, συνέχισε ο Πέτερ, που, μόλο που έτρεμε σαν το ψάρι στην ιδέα και μόνο ότι μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με το Ρίμπετσαλ, είχε ήδη πάρει την απόφαση να πάει, προσπαθούσε όμως να βγάλει από τη γυναίκα όσο περισσότερα λεφτά μπορούσε.

- Ας είναι. Κι αυτούς θα τους φροντίσω, φτάνει μόνο να πας. Αλλά μη φοβάσαι, μπορεί και να μη σε πάρει είδηση ότι θ’ ανέβεις στο βουνό. Έχει κι άλλες δουλειές να κάνει το Πνεύμα του Βουνού από το να παρακολουθεί συνέχεια τον κήπο του.

- Αφού είναι πνεύμα του βουνού, δεν είναι ανάγκη να παρακολουθεί. Τα μαθαίνει όλα χωρίς κανέναν κόπο.

Ύστερα από πολλά παζάρια κλείσανε επιτέλους τη συμφωνία, και ο Πέτερ ξεκίνησε αμέσως, γιατί το είχε σαν αρχή του ότι, αν είναι να κάνεις κάτι δύσκολο που δεν μπορείς να το αποφύγεις, καλύτερα να μην το αναβάλεις, αλλά να το τελειώσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.
τηλεοπτική σειρά από την Τσεχία με τον Krakonoš όπως τον ονομάζουν εκεί (πηγή)

Χρήση στην τάξη
Με αφορμή τον μύθο του Παντζαρομέτρη, παρατηρούμε την καθημερινότητα στη γερμανική επαρχία κατά τον 17ο αιώνα (επηρεασμένη ωστόσο αρκετά από το Μεσαίωνα). Μέσα από τις ιστορίες του, μπορούμε να κάνουμε στην τάξη μια αναφορά στην ευρωπαϊκή κουλτούρα κατά τα χρόνια της Αναγέννησης. Όπως πάντα, συμπληρωματικές δραστηριότητες όπως αναπαράσταση με παντομίμα κάποιων από τους μύθους που θα επιλέξουν τα παιδιά, προβολή φωτογραφιών με ζωγραφική, κτήρια και ρουχισμό της εποχής, ακρόαση μουσικής (τα έργα του Michael Praetorius είναι χαρακτηριστικά), μπορούν να βοηθήσουν τους  μαθητές μας να διαμορφώσουν συνολικότερη άποψη. Προσωπικά, εκτός των άλλων σκέφτομαι να βαφτίσω Μανδραγόρα μια πιπερόριζα (ginger), και να σκαρώσουμε κάτι, αλλά το παιχνίδι είναι ακόμα στο στάδιο του σχεδιασμού (οποιαδήποτε βοήθεια ευπρόσδεκτη).


Share/Bookmark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

διαβάσαμε και σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...σχολιάζουμε...