Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Τρεις λεύκες στην αυλή μας

Υπόθεση
Όταν τα 12 παιδιά της έκτης τάξης ξεκινάνε την τελευταία τους χρονιά στο δημοτικό σχολείο, τίποτα δεν τα προϊδεάζει ότι θα είναι τόσο περιπετειώδης. Διάφορα όμως γεγονότα στην προσωπική τους ζωή και στη σχολική καθημερινότητα, όπως και οι νέες σχέσεις που θα διαμορφωθούν αναμεταξύ τους, θα δοκιμάσουν τις αντοχές τους, θα αναπλάσουν τους χαρακτήρες τους και θα τα οδηγήσουν τελικά στην ωρίμανση, μετασχηματίζοντάς τα στο τέλος της χρονιάς από νεαρές προνύμφες, σε πεταλούδες έτοιμες να πετάξουν προς την εφηβεία.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Άγκυρα
Συγγραφέας: Χρύσα Κοζανιτά 
Εικονογράφηση: Θανάσης Τσίτσικας
ISBN: 978-960-422-826-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 2010
Σελίδες: 132
Τιμή: περίπου 8 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’, Γυμνάσιο

Κριτική
Συγκινητικό διήγημα που απευθύνεται περισσότερο σε παιδιά της τελευταίας τάξης του δημοτικού ή και μεγαλύτερα. Η γραφή του είναι σχετικά απλή, αλλά τα γεγονότα που διαδραματίζονται σε πολλαπλά επίπεδα και το πολυπρόσωπο του πράγματος, ίσως μπερδέψουν κάποιους αναγνώστες. Στα θετικά η ευαίσθητη πένα της συγγραφέως, που θα μεταφέρει τους τυχερούς αναγνώστες που θα της το επιτρέψουν, σε έναν κόσμο γεμάτο με πλούσια συναισθήματα. Εικονογράφηση δυστυχώς δεν υπάρχει, ενώ το μήκος των περισσοτέρων κεφαλαίων κυμαίνεται μεταξύ 10-15 σελίδων με στοιχεία κανονικού μεγέθους και απλό διάστιχο. Όσοι λοιπόν μαθητές αποφασίσουν να διαβάσουν το βιβλίο, καλό είναι να έχουν ήδη κάποια αναγνωστική εμπειρία, ώστε να καταφέρουν να το ολοκληρώσουν χωρίς δυσκολία.

Εμείς θα το προτείναμε περισσότερο σε κορίτσια αλλά και αγόρια της Στ’ τάξης, που ίσως ευκολότερα ταυτιστούν με τη μικρή Νένη, τη Φιλομήλα ή τον Χάτσι.

Το διήγημα είναι πυκνογραμμένο, με πλοκή που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για περισσότερα από ένα βιβλία. Θίγονται πάρα πολλά ζητήματα της καθημερινής σχολικής πραγματικότητας, όπως οι σχέσεις δασκάλων – μαθητών και το πώς αυτές επηρεάζουν τη διαδικασία αλλά και το περιεχόμενο της διδασκαλίας, οι επεμβάσεις των γονέων στο έργο του δασκάλου, η αντιμετώπιση της συμπεριφοράς των «δύσκολων» παιδιών, ο τρόπος που η εξωσχολική καθημερινότητα των μαθητών επηρεάζει τις επιδόσεις τους, κ.ά. Προσωπικά μάλιστα υπήρχαν σημεία που θα προτιμούσα η διήγηση να σταθεί περισσότερο σε κάποια θέματα και να τα αναλύσει σε βάθος, παρά να προχωρήσει βιαστικά σε επόμενα.

Αν τα παραπάνω δεν σας φάνηκαν αρκετά, εκτός από καταστάσεις που αφορούν αποκλειστικά το σχολείο, το κείμενο θίγει και άλλα ευρύτερα θέματα, όπως π.χ. ο ανταγωνισμός μεταξύ φύσης και οικιστικής ανάπτυξης, ο ρατσισμός, αλλά και ηθικά διλήμματα που συχνά απασχολούν τα παιδιά: π.χ. Είναι η φιλία ιερή ακόμα και όταν οι φίλοι μας παρανομούν;

Υπάρχουν λοιπόν πολλοί λόγοι να ασχοληθεί ένα νεαρό παιδί με το παρόν βιβλίο, μια και θα συγκινηθεί με τις ιστορίες των πρωταγωνιστών, θα προβληματιστεί, αλλά και θα γνωρίσει τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπίσει καταστάσεις που το απασχολούν. Αρκεί να έχει την ωριμότητα να αναγνωρίσει, να αντιπαραβάλει με τη δική του πραγματικότητα και να αφομοιώσει με τον τρόπο του, τα όσα συναντήσει στην ιστορία.

Στο σημείο αυτό να παρατηρήσουμε ότι παρότι οι συνθήκες, οι διάλογοι, τα σχόλια και οι αντιδράσεις των μαθητών συμβαδίζουν τις περισσότερες φορές με την πραγματικότητα, η συγγραφέας σε κάποια σημεία -θέλοντας ίσως να δώσει έμφαση- μοιάζει να ζηλεύει τον κόσμο των παραμυθιών και να πετάγεται ως εκεί χρησιμοποιώντας φαντασιακά στοιχεία. Έτσι ο ρεαλισμός ανατρέπεται και διάφορα υπερφυσικά συμβαίνουν: (α) Από τον κομμένο κορμό μιας λεύκας ξεπετάγεται μια καινούρια, τόσο δυνατή που τρυπάει το πάτωμα της σχολικής αίθουσας. (β) οι μαθητές στην τάξη κάθονται ήσυχοι, ακούνε και καταλαβαίνουν τη δασκάλα που τους απαγγέλλει ποιήματα και ιστορίες στα αγγλικά, απογειώνονται με τα φτερά της φαντασίας και συμμετέχουν σιωπηλά στο μύθο, κρέμονται εκστασιασμένοι απ’ τα χείλη της, αδιαφορούν για το κουδούνι που καλεί σε διάλειμμα, και στο τέλος την χειροκροτούν! Δυστυχώς τέτοιες καταστάσεις βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μόνο όταν κοιμούνται ή βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών... :-)

Η νέγρα, εύθραυστη και γητεύτρα κυρία Φιλομήλα, είναι μια από τις προσωπικά αγαπημένες μου ηρωίδες, και ίσως κατά βάθος η πραγματική πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Δυστυχώς, οι φήμες λένε ότι δεν υπάρχουν σχέδια για συνέχεια στην επαγγελματική της σταδιοδρομία.

Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Εκπαίδευση, Φιλία, Συνεργασία, Επιμονή, Περιβάλλον

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Την άλλη μέρα, ο κύριος Θωμάς ενημέρωσε τους μαθητές του ότι την τελευταία ώρα θα έκαναν μάθημα στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων. Τι μάθημα, δηλαδή! Θα τους έδινε τους ρόλους τους και θα συζητούσαν για την παράσταση πάλι.

Τους το ανακοίνωσε την πρώτη ώρα, αμέσως μόλις μπήκε στην τάξη και όλη αυτή η αναμονή έχει ανάψει για τα καλά τα αίματα των παιδιών. Ας ήταν και για την παράσταση, τι να γίνει! και μόνο που θα άλλαζαν περιβάλλον και δε θα χρειαζόταν να λύνουν ασκήσεις ή να λένε το μάθημα απ’ έξω, τους ήταν αρκετό.

Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να περάσει ακόμα μια ώρα, η Πέμπτη, και για την πέμπτη ώρα το σημερινό πρόγραμμα έγραφε Αγγλικά. Τα παιδιά δεν είχαν μέχρι εκείνη τη μέρα κάνει καθόλου Αγγλικά στο σχολείο, γιατί το υπουργείο δεν είχε στείλει καθηγήτρια.

Ο δάσκαλός τους, όμως, σήμερα τους ανακοίνωσε ότι η καθηγήτρια Αγγλικών είχε παρουσιαστεί επιτέλους και πως το σημερινό πρόγραμμα θα γινόταν κανονικά.

«Μα δεν έχουμε φέρει βιβλία», είχε διαμαρτυρηθεί ο Σωτήρης.

«Νομίζω ότι η κυρία Φιλομήλα θα δείξει κατανόηση».

«Φιλομήλα! Τι σόι όνομα είναι αυτό;» πετάχτηκε ο θανάσης, που σπάνια έχανε ευκαιρία για πείραγμα.

«Μήπως είναι πραγματική Αγγλίδα;» πρόσθεσε ο Σωτήρης και όλη η τάξη έσκασε στα γέλια.

«Ή μήπως είναι φίλη με τα μήλα;» συνέχισε την πλάκα ο Θανάσης.

Αυτά είχαν ειπωθεί την πρώτη ώρα και τώρα, που το κουδούνι είχε σημάνει την αρχή της πέμπτης, τα παιδιά περίμεναν με περιέργεια την έλευση της κυρίας Φιλομήλας.

Η έκπληξη που περίμενε τα παιδιά ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορούσαν να φανταστού. Ξαφνικά είδαν στην πόρτα τη διευθύντρια, με ένα αμήχανο χαμόγελο κολλημένο στα χείλη. Δίπλα της ερχόταν…

Η Νένη ανοιγόκλεισε με δύναμη τα βλέφαρα, σίγουρη ότι τα μάτια της της παίζουν παιχνίδια. Αλλά το απίστευτο δίδυμο που έμπαινε δειλά - δειλά στην αίθουσα, δεν έλεγε να εξατμιστεί. Το κορίτσι ασυναίσθητα στράφηκε στους συμμαθητές της, να καταλάβει αν όλοι έβλεπαν αυτό που έβλεπε κι η ίδια. Το αποσβολωμένο ύφος ολωνών τη διαβεβαίωσε ότι τα μάτια της ήταν μια χαρά και ότι… ότι… αυτή η νεαρή νέγρα που στεκόταν δίπλα στη διευθύντρια, πρέπει να ήταν η καινούρια καθηγήτρια των Αγγλικών.

Η διευθύντρια έκανε στη σκουρόχρωμη κοπέλα νόημα με το χέρι της να περάσει πρώτη. Εκείνη χαιρέτησε τα παιδιά και κατευθύνθηκε προς την έδρα. Η διευθύντρια την ακολούθησε μέχρι το κέντρο της αίθουσας. Εκεί κοντοστάθηκε και κοίταξε τους μαθητές με τα γκρινιάρικα μάτια της, που σήμερα είχαν πάρει μια ψεύτικα γλυκερή έκφραση. Με τη γνωστή τσιριχτή φωνή της και χωρίς να εγκαταλείπει το αμήχανο χαμόγελο, είπε στα παιδιά που την κοιτούσαν σαν χαμένα:

«Όπως θα καταλάβατε, η κυρία Φιλομήλα Λυκούδη είναι η καινούρια καθηγήτρια Αγγλικών του σχολείου μας. Είμαι σίγουρη ότι εσείς, που είστε οι μεγαλύτεροι μαθητές του σχολείου μας, θα τη βοηθήσετε να κατατοπιστεί και θα έχετε μια άψογη συνεργασία μαζί της».

Η διευθύντρια δεν περίμενε για απάντηση. Γύρισε κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην κυρία Φιλομήλα, μουρμούρισε ότι τους αφήνει τώρα να γνωριστούν καλύτερα και αποχώρησε.

Τα περισσότερα παιδιά έμειναν για λίγες στιγμές με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Γιατί πού να κοίταζαν, αλήθεια; Ότι υπήρχαν και μαύρες καθηγήτριες, αυτό πια ξεπερνούσε τη φαντασία και του πιο απίστευτου σεναρίου.

«Το Λυκούδη ελληνικό δεν είναι;» ρώτησε ο Θανάσης τη Λουκία δίπλα του.

το κορίτσι αρκέστηκε σε ένα σήκωμα των ώμων.

Ο Σωτήρης έσκυψε στο αυτί της Γιώτας:
«Να δεις που θα είναι Αμερικάνα».

Η Γιώτα συνέχισε να μουντζουρώνει το τετράδιό της αμίλητη. Δεν ακουγόταν το παραμικρό. Τα λεπτά , όμως  περνούσαν και αναγκαστικά ένα - ένα τα παιδιά άρχισαν α σηκώνουν το κεφάλι και να κοιτάζουν τη νεοφερμένη δασκάλα, που έδειχνε ότι προσπαθεί να τακτοποιήσει τα πράγματά της στην έδρα.

Έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της και το ακούμπησε σε μια γωνιά της έδρα. Δίπλα, ακριβώς, τοποθέτησε δύο –τρεις φωτοτυπημένες σελίδες. Στο τέλος, κρέμασε την τσάντα της στην πλάτη της καρέκλας της. Όταν, πια, σήκωσε το κεφάλι, τα περισσότερα παιδιά την κοιτούσαν εξεταστικά.

«Έχω μια φοβερή δυσκολία», ήταν οι πρώτες λέξεις που άρθρωσε σε άψογα ελληνικά. «Δεν συγκρατώ εύκολα ονόματα. Θα με διευκολύνετε λοιπόν πολύ αν γράψετε το όνομά σας σε ένα χαρτί. Εγώ θα περάσω να το καρφιτσώσω στην μπλούζα σας».

Αμέσως έχωσε το χέρι στην τσάντα της και έβγαλε από μέσα ένα σακουλάκι με παραμάνες. Ο Αλέξανδρος την είδε να έρχεται στο θρανίο του. βιάστηκε να γράψει το όνομά του, αλλά το χαρτάκι που είχε σκίσει απ’ το τετράδιό του ήταν μικρό και το πολυσύλλαβο όνομα δεν χωρούσε. Το τσαλάκωσε βιαστικά.

«Με την ησυχία σου», του είπε η κυρία Φιλομήλα, έτσι που τον είδε αγχωμένο.

«Κυρία, είστε Ελληνίδα;» άκουσαν όλα τα παιδιά τον Θανάση να ρωτάει.

Ο Γιώργος έκρυψε με το χέρι του το γέλιο που του ανέβηκε αυθόρμητα στο στόμα. Η Νένη και ο Χάτσι κοιτάχτηκαν και σιωπηλά έδειξαν την έκπληξή τους για το θράσος του Θανάση. Όλη η τάξη ήξερε ότι αυτό που πραγματικά ήθελε να μάθει ο Θανάσης δεν ήταν αν η καθηγήτριά τους ήταν Ελληνίδα, αλλά γιατί ήταν μαύρη.

Share/Bookmark

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Επίθεση στην Πομπηία


Υπόθεση
Το έτος 62 μ.Χ. ένας αρχιτέκτονας στην Πομπηία λαμβάνει μια απειλή για επίθεση στο υδραγωγείο της πόλης. Οι δίδυμοι γιοι του Κάιος και Μάριος αποφασίζουν να εξιχνιάσουν το μυστήριο και να αποκαλύψουν τον εκβιαστή, ακολουθώντας μια σειρά από στοιχεία. Θα τα καταφέρουν άραγε να σώσουν τη φήμη του πατέρα τους και την πόλη όπου ζουν;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Φάμπιαν Λενκ (Fabian Lenk)
Μετάφραση: Γρηγόρης Αθανασίου 
Εικονογράφηση: Άννε Βόστχαϊνριχ (Anne Wöstheinrich) 
ISBN: 960-04-3207-4
Τίτλος πρωτοτύπου: Anschlag auf Pompeji
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2006)
Σελίδες: 124
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’, Ε’

Κριτική
Συμπαθητική αστυνομική περιπέτεια ιστορικής μυθοπλασίας, που μπορεί να ξυπνήσει το ενδιαφέρον των παιδιών για τη ρωμαϊκή εποχή και να τους δώσει αρκετές σχετικές γνώσεις με ευχάριστο τρόπο. Η γραφή είναι απλή, αν και σε κάποια σημεία το κείμενο μοιάζει λίγο στατικό, κάτι που ίσως οφείλεται στη μετάφραση. Η στοιχειοθεσία είναι κατάλληλη, καθώς τα γράμματα έχουν μέτριο μέγεθος και το διάστιχο είναι αραιό. Γενικά, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η επιμέλεια είναι πολύ προσεγμένη, αφού εκτός των άλλων, σχεδόν σε κάθε δισέλιδο συναντάμε την πρόσχαρη (παρότι ασπρόμαυρη) εικονογράφηση της κυρίας Wöstheinrich που επεξηγεί τα τεκταινόμενα και βοηθάει τους αναγνώστες να προχωρήσουν. Επίσης, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, ένα μικρό αίνιγμα (στη συγκεκριμένη περιπέτεια τα περισσότερα είναι quiz παρατηρητικότητας) περιμένει τα παιδιά για να το λύσουν, τέχνασμα που κάνει τους αναγνώστες συμμέτοχους στην πλοκή, και ανεβάζει το ενδιαφέρον τους, παρακινώντας τους να προχωρήσουν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα κεφάλαια, που χάρη στους εντυπωσιακούς τους τίτλους καλούν τα παιδιά να τα ξεκινήσουν, ενώ το μέτριο μέγεθός τους (γύρω στις 9 σελίδες πραγματικού κειμένου το κάθε ένα) επιτρέπει να διαβαστούν εύκολα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο τέλος του βιβλίου συναντάμε και bonus γλωσσάριο (που επεξηγεί τις λατινικές λέξεις και φράσεις που συναντάμε στο κείμενο), χρονολογικό πίνακα 50-100 μ.Χ., ενημερωτικές πληροφορίες και διάφορα σχεδιαγράμματα.

Το βιβλίο προτείνεται τόσο σε παιδιά της Ε’ τάξης, που στην αρχή της σχολικής χρονιάς ασχολούνται με τη ρωμαϊκή ιστορία, όσο και σε μικρότερα των Γ’ και Δ’ τάξεων, που ενδιαφέρονται για περιπέτειες, για την επιστήμη της αρχαιολογίας, ή απλώς τους αρέσει ο Αστερίξ και θα ήθελαν να δουν έναν γαλατικό καυγά να ζωντανεύει σε κείμενο παιδικής λογοτεχνίας.
Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η επιμέλεια έκδοσης είναι υποδειγματική. Δυστυχώς το περιεχόμενο δεν φτάνει σε αντίστοιχο επίπεδο ποιότητας. Όχι ότι είναι βαρετό, καθώς όπως είπαμε η ιστορία διαβάζεται με αρκετό ενδιαφέρον· περιλαμβάνει άλλωστε κυνηγητά, μυστήρια, ίντριγκες και κινδύνους για τους ήρωες. Θα το χαρακτηρίζαμε όμως περισσότερο σαν κείμενο - πασατέμπο (για να περνάει η ώρα), παρά σαν κάτι που μπορεί να «σημαδέψει» τους αναγνώστες ή να αλλάξει τη σχέση τους με το διάβασμα. Τα μόνα διδάγματα που μπορούμε μετά βίας να στραγγίξουμε από το κείμενο είναι: (α) το δόγμα «δεν διαλεγόμαστε με εκβιαστές και τρομοκράτες» που στις μέρες μας έχει έτσι κι αλλιώς μεγάλη πέραση, και (β) αν δοκιμάσεις να πιάσεις έναν εγκληματία χωρίς να το πεις στους γονείς σου, μπορεί να αντιμετωπίσεις κινδύνους. Θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι στο φινάλε της ιστορίας εντοπίσαμε και (γ) ένα κερασάκι φεμινισμού, αφού η επέμβαση της από μηχανής μαμάς ταιριάζει περισσότερο με κάτι του στυλ «αν δεν βγει να τραγουδήσει η χοντρή» παρά με την αναγνώριση του ρόλου της γυναίκας στη ρωμαϊκή κοινωνία.

Ας το διαβάσουν λοιπόν οι μικροί μας φίλοι το βιβλίο, αφού εκτός από μια καλή εξάσκηση στο διάβασμα θα τους προσφέρει ψυχαγωγία και γνώσεις, ενώ με τα φτερά της φαντασίας, θα τους ταξιδέψει πίσω στα ρωμαϊκά χρόνια. Αλλά ας μην ελπίζουμε για πολλά περισσότερα.

Οφείλουμε στο σημείο αυτό να σταθούμε σε ένα δύο ζητήματα. Πρώτον, καλό είναι να γνωρίζουν τα παιδιά ότι η νοοτροπία των Ρωμαίων το 62 μ.Χ. δεν περιείχε και πολλά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας. Έτσι, σπανιότερα θα περίμενε κανείς να συναντήσει ανθρώπους που οι αρχές τους απαγόρευαν την τιμωρία των δούλων -σαν τον μπαμπά Αυρήλιο-, και συχνότερα εργοδηγούς που τιμωρούσαν τους δούλους όταν έκαναν λάθη (βλ. και J. Bingham, Roman World, σ.45). Ανθρώπους σαν τον βοηθό Βρούτο δηλαδή, παρότι στο κείμενο παρουσιάζεται ως καρικατούρα που επιδιώκει να μαστιγώνει τους πάντες και τα πάντα!

Ένα άλλο στοιχείο σύγχρονης νοοτροπίας που έχει διεισδύσει στο κείμενο, είναι η σχέση των ανθρώπων με τα θεία. Το να αποφασίσει ένας Ρωμαίος να ρωτήσει τους μάντεις ή τους ιερείς για το πώς θα προχωρήσουν οι εργασίες του ή για το τι απόφαση θα έπρεπε να πάρει σε ένα σημαντικό δίλημμα, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά. Λιγότερο συχνά αντίθετα, θα βλέπαμε κάποιον να χαρακτηρίζει την πίστη στις μαντείες ως «βλακείες» δημοσίως, όπως συμβαίνει και πάλι με τον μπαμπά Αυρήλιο (σελ. 28), που τελικά αποδεικνύεται αρκετά προοδευτικός για την εποχή του.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με τις αρκετές συμβάσεις του κειμένου· παρότι τα μεγαλεπήβολα σχέδια των κακών πάντοτε εξυπηρετούν καλύτερα την πλοκή των διηγημάτων, εξυπακούεται ότι η δηλητηρίαση ενός και μόνο ανθρώπου που στέκεται εμπόδιο θα ήταν κάτι πολύ πιο απλό και λογικό (ακόμα και στην αρχαία Ρώμη) απ’ ό,τι η απόφαση να δηλητηριαστεί μια ολόκληρη πόλη για να καταστραφεί η φήμη του ανθρώπου αυτού, ώστε εκείνος να αναγκαστεί σε παραίτηση. Δεν υποστηρίζω κάποια λακωνική προσέγγιση για τη λογοτεχνία, απλώς η τελευταία αυτή εκδοχή στερείται ρεαλισμού και παραπέμπει περισσότερο σε παρανοϊκό αρχικακό της D.C. Comics (π.χ. Joker, Πιγκουίνο). Οι συμβάσεις ωστόσο δεν περιορίζονται εδώ. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας θα παρακολουθήσουμε τους δύο 12χρονους πρωταγωνιστές να καλπάζουν ξέφρενα με τα άλογά τους κυνηγώντας κακούς, να μπαινοβγαίνουν στα δημόσια λουτρά αναζητώντας στοιχεία και να γρονθοκοπούνται από έναν μεγαλόσωμο άντρα (βλ. απόσπασμα) χωρίς να ανοίξει μύτη· τέλος, το ένα από τα δύο αδέλφια μοιάζει να ενοχλείται περισσότερο από τις τσουκνίδες που το τσιμπάνε, παρά από ένα βέλος που έχει μόλις δεχθεί στον ώμο του, στο τέλος της περιπέτειας. Αυτά βέβαια φαντάζομαι ότι συγχωρούνται ποιητική αδεία. Λιγότερο ωστόσο θα συγχωρούσα στον μεταφραστή την απόδοση του ονόματος Caius στο (γερμανοπρεπές αλλά ανύπαρκτο) «Κάιος» αντί για το «Γάιος» που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά εδώ και κάτι χιλιάδες χρόνια.

Για όσους τέλος ενδιαφέρονται, η ιστορία περιλαμβάνει και έναν Έλληνα που εκτελεί χρέη γραμματέα, τον Περικλή, ο οποίος παρά την εικονογράφηση που τον αποδίδει σαν Αιγύπτιο και τους χαρακτηρισμούς «σπασίκλας», «πολυλογάς», «φαφλατάς», κ.ά. που τον συνοδεύουν αρχικά, καταφέρνει τελικά να διατηρήσει έναν μάλλον αξιοπρεπή δευτερεύοντα ρόλο στην περιπέτεια.

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Συνεργασία, Επιμονή, Παρατηρητικότητα

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Τα δύο αδέρφια ακολούθησαν στις μύτες των ποδιών τους τα υγρά ίχνη, που οδηγούσαν σε μια πόρτα που με την πρώτη ματιά δε φαινόταν.

«Πάμε στοίχημα πως ο τύπος είναι εκεί μέσα;» ψιθύρισε ο Μάριος. «Μας άκουσε να ερχόμαστε και γλίστρησε εκεί μέσα για να κρυφτεί!»

«Σωστή παρατήρηση!» τον παίνεψε ο Κάιος. «Και τώρα;»

«Θα ορμήσουμε μέσα φυσικά!» είπε μέσα από τα δόντια του ετοιμοπόλεμος ο Μάριος. «Τι άλλο;»

«Κι αν ο τύπος είναι οπλισμένος;» ρώτησε ο Κάιος.

Όμως, ο Μάριος βρισκόταν ήδη μπροστά στην πόρτα. Την έσπρωξε με προσοχή. Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Πίσω της βρισκόταν ένα μικρό δωμάτιο, στο οποίο υπήρχε κάθε είδους σαβούρα. Προφανώς επρόκειτο για μια αποθήκη. Από ένα υπερβολικά μικρό παράθυρο έμπαινε λίγο φως.

Ο Μάριος τόλμησε ένα βήμα προς τα μπρος. Ο αδερφός του στάθηκε ακριβώς από πίσω του. Βήμα βήμα προχώρησαν προς τα μέσα με τις καρδιές τους να χτυπάνε δυνατά και τις γροθιές τους σφιγμένες.

Ξαφνικά η πόρτα έκλεισε πίσω τους με θόρυβο. Πριν το πάρουν είδηση τα δίδυμα, η επίθεση ήρθε από τα νώτα.

Ο δυνατός άντρας, που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα μεγάλο αμφορέα ακριβώς δίπλα στην είσοδο, χτύπησε τον Κάιο δυνατά στην πλάτη. Ο Κάιος έπεσε πάνω στον αδερφό του, ο οποίος βρέθηκε στο πάτωμα.

Το πρόσωπο του αντιπάλου τους ήταν καλυμμένο με ένα μαντίλι που άφηνε να φαίνονται μόνο τα μάτια. Ο ογκώδης άντρας ξυλοκοπούσε τώρα το Μάριο, που τον άκουγε να αγκομαχά από πάνω του καθώς προσπαθούσε να καλυφθεί. Κατάφερε να αρπάξει το  πόδι ενός καθίσματος που βρέθηκε εκεί μέσα και χτύπησε με αυτό τον άντρα με το καλυμμένο πρόσωπο. Ακούστηκε μια κραυγή. για μια στιγμή φάνηκε ο αντίπαλος να έχει βγει εκτός μάχης. Όμως αμέσως ακολούθησε η επόμενη επίθεση: ο Μάριος εισέπραξε μια κλοτσιά στην κοιλιά και διπλώθηκε στα δύο.

Ο Κάιος έτρεξε να βοηθήσει τον αδερφό του. Άρπαξε το δεξί χέρι του άντρα και το πίεσε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω. Ο άντρας τον έσπρωξε μακριά βρίζοντας και ελευθερώθηκε. Ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος· κάτι είχε πέσει στις πέτρινες πλάκες του πατώματος.

Ο άντρας έψαξε για μια στιγμή με το βλέμμα του το πάτωμα. Έπειτα, έριξε μια μπουνιά στο στήθος του Κάιου, ο οποίος τρίκλισε προς τα πίσω. Ο άντρας με το καλυμμένο πρόσωπο άνοιξε απότομα την πόρτα και έφυγε από την αποθήκη.

Με τα πρόσωπά τους αλλοιωμένα από τον πόνο, τα δυο αδέρφια σηκώθηκαν σιγά σιγά.

«Όλα εντάξει;» αναστέναξε ο Μάριος. Κρατούσε την κοιλιά του.

Ο Κάιος έγνεψε καταφατικά. «Παίξαμε ένα χέρι ξύλο. Εκτός αυτού, ο τύος έχασε κάτι», είπε και σήκωσε από κάτω ένα χρυσό δαχτυλίδι.

«Άσε με να το δω», τον παρακάλεσε ο Μάριος και άρχισε να παρατηρεί προσεκτικά το κόσμημα.

«Μα το Δία, Κάιε, πέτυχες διάνα! Είναι ένα δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο. Έχει ρία γράμματα πάνω του:ένα Μ, ένα Α και ένα Π!»

«Αυτά είναι σίγουρα τα αρχικά του εκβιαστή!» είπε θριαμβευτικά ο Κάιος. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή, η οποία τους έφερνε στο νου κάτι κακό.

«Πάλι εσείς!»έσκουξε ο τετράγωνος επιστάτης των λουτρών με το κατακόκκινο κεφάλι που έμοιαζε με κεφάλι γαλοπούλας. «Το ήξερα πως θα δημιουργούσατε μόνο προβλήματα. Δρόμο και μη σας ξαναδώ εδώ, μα τον Ιανό!»

Τα αδέρφια υπάκουσαν, πέρασαν δίπλα από τον επιστάτη, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο των λουτρών και έφτασαν στα άλογά τους.

Αμέσως μετά έκαναν μια στάση σε ένα θερμοπόλιουμ και αγόρασαν λίγα γκέρες, παστά ψάρια συντηρημένα στην άλμη, και ψωμί.

«Μπόρεσες να αναγνωρίσεις τη φωνή του εγκληματία;» ρώτησε ο Μάριος μασουλώντας.

«Όχι, όχι ακριβώς», απάντησε ο αδερφός του. Αλλά δε μου φαίνεται και εντελώς άγνωστη. Κάπου την έχω ξανακούσει, αλλά πού;»

«Κρίμα..», είπε ο Μάριος. «Όμως ίσως κι έτσι ανακαλύψουμε το όνομά του. Γιατί, πρώτα πρώτα, γνωρίζουμε πως πρόκειται για κάποιον έμπιστο του πατέρα μας. Δεύτερον, γνωρίζουμε τα αρχικά του ονόματός του. Αν…»

Ο Κάιος τον διέκοψε: «Ίσως ο προδότης να εργάζεται στο εργοτάξιο!»

«Αυτό ακριβώς θα έλεγα», είπε αναστενάζοντας ο Μάριος. «Αν είχαμε έναν κατάλογο όλων όσων δουλεύουν εκεί, ίσως και να μπορούσαμε να ανακαλύψουμε το όνομα. Είμαι σίγουρος πως ο πανέξυπνος ο Περικλής θα έχει ακριβώς αυτό τον κατάλογο. Καταγράφει, βλέπεις, τα πάντα!»

«Μα το Δία, κατ’ εξαίρεση, να και μια έξυπνη ιδέα από σένα!» είπε κοροϊδευτικά ο Κάιος. «Ίσως θα έπρεπε να ενημερώσουμε τον μπαμπά. Θα μπορούσε να μας βοηθήσει!»

«Δεν το συζητάω καν!»του αντιμίλησε ο Μάριος. «Θα του σερβίρουμε το δράστη σε ασημένιο δίσκο! Μόνοι μας!»

«Μάριος ο ήρωας!»τον ειρωνεύτηκε ο Κάιος. «Όμως έχεις δίκιο. Και τι δεν κάναμε για να λύσουμε την υπόθεση. Όλα τα κόκαλά μου με πονάνε!»

«Μην αλλάζεις θέμα, φοβητσιάρη! Δε βρίσκεται εδώ καμία Λίβια για να σε λυπηθεί!»είπε γελώντας ο Μάριος.

Ο Κάιος μισόκλεισε τα μάτια. «Θέλεις ακόμα ένα ψάρι;» ρώτησε με υπερβολικά φιλική φωνή.

Ο Μάριος τον κοίταξε με απορία. Όταν ο αδερφός του ήταν τόσο στοργικός, τις περισσότερες φορές κάτι δεν πήγαινε καλά. Και ενώ ο Μάριος ακόμα αναρωτιόταν, ένα ψάρι τον χτύπησε στη μύτη!
Ο Βεζούβιος και η γύρω περιοχή, όπως φαίνονται από το δορυφόρο


Share/Bookmark

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαίρι της Αβίγια

Υπόθεση
Η μικρή Αβίγια, ορφανή από πατέρα, ζει σε ένα οικοτροφείο στο Ισραήλ, κάπου στη δεκαετία του 1950. Η μητέρα της πάσχει από νευρολογικά προβλήματα και γι’ αυτό σπάνια απαντάει στα γράμματα της κόρης της. Όταν όμως επισκέπτεται το οικοτροφείο για να την δει σε μια παράσταση, αποφασίζει να την πάρει μαζί της στο σπίτι. Το καλοκαίρι που περνάνε μάνα και κόρη είναι γεμάτο γεγονότα που θα δοκιμάσουν τη σχέση τους και θα κάνουν την Αβίγια να βιώσει πολλά και αμφίρροπα συναισθήματα.

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Κέδρος
Συγγραφέας: Γκίλα Αλμαγκόρ (Gila Almagor –Alexandrowitz-)
Μετάφραση: Στέλλα Κουτσούκαλη 
Εικονογράφηση: - 
ISBN: 978-960-04-3496-5
Τίτλος πρωτοτύπου: Ηa-Kayitz Shel Aviya (הקיץ של אביה)
Έτος 1ης Έκδοσης: 1985 (στα ελληνικά 2002)
Σελίδες: 107
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Στ’

Κριτική
Μια αληθινή ιστορία βγαλμένη από τα παιδικά χρόνια της ισραηλινής ηθοποιού, που γυρίστηκε και σε ταινία (1988), με την ίδια στο ρόλο της ψυχωτικής μητέρας.
Η Αβίγια στην ομώνυμη ταινία (πηγή)
Η γραφή της Αλμαγκόρ είναι απλή και κατανοητή και η μετάφραση μέσω αγγλικών δεν φαίνεται να βλάπτει ιδιαίτερα τη ροή του κειμένου. Η στοιχειοθεσία όμως δεν θυμίζει καθόλου βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, αφού τα γράμματα είναι μικρά και τα κεφάλαια εκτείνονται από 5 μέχρι και 17 σελίδες το ένα, χωρίς κανένα σωσίβιο εικονογράφησης.

Το γεγονός ότι τα όσα περιγράφονται είναι πραγματικά, βοηθάει βέβαια στο ρεαλισμό της αφήγησης και στην πληρότητα των χαρακτήρων, από την άλλη όμως επιτρέπει την παρουσία σκληρών σκηνών (π.χ. η μητέρα σε κρίση) και δεν διασφαλίζει το σύνηθες λογοτεχνικό happy end που δυστυχώς η ζωή σπάνια μας επιφυλάσσει.

Το βιβλίο απευθύνεται σε ώριμους αναγνώστες, ενώ από το δημοτικό θα το προτείναμε κυρίως σε μαθήτριες της Στ’ τάξης, που ίσως θα ήταν ευκολότερο να ταυτιστούν με την μικρή Αβίγια.

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ προτείνει να διδάσκουμε την ιστορία με τα δεινά της και από την οπτική γωνία των ηττημένων, αν θέλουμε να αναπτύξουμε στα παιδιά τη συμπάθεια (On Education, 1926). Αν αυτό όντως ισχύει, διαβάζοντας ένας μαθητής το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την ενσυναίσθησή του για τους άτυχους αυτού του κόσμου. Θα γνωρίσει τα μελανά χρώματα που συνθέτουν τον πίνακα της δυστυχίας· μιας δυστυχίας απ’ την οποία η συγκεκριμένη ηρωίδα δεν μπορεί να ξεφύγει, καθώς την έχει μέσα στο ίδιο της το αίμα. Θα μάθει για τις ασχήμιες, στις οποίες καμιά φορά οδηγεί η απομόνωση που επιφυλάσσουμε στους παραμελημένους. Ίσως επίσης αντιληφθεί, το πώς και λίγη ακόμα αγάπη αντί για περιφρόνηση, μπορεί να δώσει στους ανθρώπους αυτούς ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, ή έστω για μερικά εφήμερα όνειρα. Τέλος, μπορεί να επανεξετάσει από μια διαφορετική οπτική τις (τόσο εύθραυστες) σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αρκετά λοιπόν τα διδάγματα από το κείμενο, που για εμάς τους Έλληνες επιφυλάσσει μια επιπλέον έκπληξη: μας αποκαλύπτει ότι στις σχολικές εορτές (βλ. Χανούκα) κάποιων άλλων λαών, μπορεί να είμαστε οι μοχθηροί της υπόθεσης! Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, δεν έχει παρά να διαβάσει την ιστορία σχετικά με τον ειδωλολάτρη μακεδόνα Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή και το πώς η διοίκησή του οδήγησε στην επανάσταση των Μακκαβαίων.

Τέλος να αναφέρουμε ότι όπως είναι φυσικό, στο κείμενο περνάνε αρκετές από τις αξίες της εβραϊκής κουλτούρας, όπως η αναγνώριση και ο σεβασμός στον πλούτο, η οικονομία, το κυνήγι της επιτυχίας, η εκπλήρωση του ηθικού χρέους, κ.ά.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Υπευθυνότητα, Ανθρωπισμός

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Καθώς πλησίαζα στο σπίτι άκουσα τον ήχο ενός πιάνου και μου φάνηκε ότι οι νότες που έβγαιναν με έσπρωχναν προς τα σκαλιά. ήλπιζα να έρχονται από το σπίτι της κυρίας Άμπραμσον, και πραγματικά, καθώς πλησίαζα στην πόρτα, κατάλαβα ότι από εκεί έρχονταν. Ποτέ δεν είχα ξανακούσει τέτοια μουσική στη γειτονιά μας. Στάθηκα έξω από την πόρτα και άκουγα. Στην πόρτα υπήρχε μια μικρή ταμπελίτσα που έλεγε «Ρουθ & Μάγια Άμπραμσον». Το σκυλί της κυρίας Άμπραμσον κατάλαβε ότι στεκόμουν εκεί και άρχισε να γαβγίζει. Μετά ακούστηκαν φωνές και, πριν ακόμα προλάβω να χτυπήσω το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και η κυρία Άμπραμσον στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν ψηλή και χλομή, με ένα πρόσωπο που έλαμπε σαν να είχε βάλει λιπαρή κρέμα, και φορούσε κάτι μακριά γάντια στα χέρια της. Αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν καλοκαίρι και έκανε ζέστη. Αργότερα έμαθα ότι τα φορούσε παντού και πάντα.

Στεκόμουν στην πόρτα κρατώντας το καλάθι με την μπουγάδα και εκείνη με κοίταζε από πάνω ως κάτω καταλαβαίνοντας σίγουρα ότι κάτω από το χαζό μαντίλι το κεφάλι μου ήταν φαλακρό. Μου ψιθύρισε: «Σσστ, μην κάνεις φασαρία. Άσε το καλάθι εδώ. Θα έρθω να πληρώσω τη μαμά σου αύριο. Δεν μπορώ να διακόψω τώρα, η τσάντα μου είναι στο δωμάτιο της μουσικής».

Δωμάτιο μουσικής! Αναρωτιόμουν ποιος μπορεί να είχε δωμάτιο μουσικής. Και τι έκανε κανείς σε ένα δωμάτιο μουσικής; Μου άρεσε τόσο πολύ η μουσική που δεν ήθελα να φύγω. Μακάρι να μπορούσα να κάνω τη στιγμή να διαρκέσει για πάντα.

«Όμως η μαμά μου χρειάζεται τα χρήματα», ψιθύρισα.
«Τότε θα πρέπει να περιμένεις», απάντησε.
Αυτό ήθελα κι εγώ:Να χρειαστεί να περιμένω για ν’ ακούσω κι άλλο.
Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο.

Όταν τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι του διαμερίσματος της κυρίας Άμπραμσον, κατάλαβα ότι δεν έμοιαζε με κανένα άλλο διαμέρισμα απ όσα είχα πάει. Υπήρχαν σκούρα και όμορφα έπιπλα, μικρά πορτατίφ που ανάδιναν ένα απαλό κίτρινο φως και κάδρα με χρυσές κορνίζες στον τοίχο. Όλα ήταν τόσο διαφορετικά!

Ύστερα η μουσική σταμάτησε. Η κυρία Άμπραμσον χτύπησε ελαφρά την πόρτα, ζήτησε συγγνώμη και μπήκε μέσα. Κρυφοκοίταξα μέσα και είδα μερικά κορίτσια στην ηλικία μου με πανέμορφα φορέματα. Αντί για μαντίλια στα κεφάλια τους φορούσαν αληθινές κορδελίτσες που έμοιαζαν με λουλούδια.

Τότε πρωτοείδα τη Μάγια. ήταν γύρω στα είκοσι, πολύ ψηλή και υπερβολικά αδύνατη, και φορούσε ένα παράξενο φουστάνι. Η κυρία Άμπραμσον βγήκε έξω, έβαλε τα χρήματα για τη μαμά στο χέρι μου και είπε: «Λυπάμαι που δεν έχω ένα γλυκό να σε κεράσω. Κάποια άλλη φορά, εντάξει;».

Ξαφνικά ένιωσα να παραλύω και να μην μπορώ να κουνηθώ. Ήθελα να πάω στο δωμάτιο της μουσικής μαζί με τα άλλα κορίτσια. «Δεν μπορώ να μείνω;», άκουσα τον εαυτό μου να λέει. «Μήπως θα μπορούσα; Υπόσχομαι να μην κάνω καθόλου φασαρία.»

«Ε, καλά», απάντησε, «εφόσον θα κάθεσαι ήσυχη». Άνοιξε την πόρτα και είπε:»Μάγια, αυτή είναι η κόρη  της Χένιας της πλύστρας… θέλω να πω, η κόρη της Χένιας της μοδίστρας. Άσ’ τη να καθίσει και να παρακολουθήσει για λίγο».

Πριν ακόμα βρω ένα μέρος να σταθώ κοντά στον τοίχο, είδα τα άλλα κορίτσια να με κοιτούν και να χαχανίζουν. Ήξερα ότι γελάνε επειδή ήμουν φαλακρή και ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Η Μάγια σηκώθηκε με μια μεγαλειώδη κίνηση από το πιάνο. Τώρα μπορούσα να τη δω καλύτερα. Ήταν ψηλή και πολύ λεπτή. Το δέρμα της ήταν υπερβολικά λευκό, σχεδόν διάφανο, και έμοιαζε σαν περίεργο πουλί. Είχε μεγάλα καστανά μάτια και κόκκινα μαλλιά, και φορούσε κάτι μαύρο και στενό κάτω από ένα μακρύ γυαλιστερό μαύρο φόρεμα με ένα τεράστιο πολύχρωμο παγόνι κεντημένο επάνω του. Χτύπησε τα χέρια και είπε: «Κορίτσια, το μάθημα δεν τελείωσε ακόμα. Σταματήστε τα χάχανα! Θέλω να συγκεντρωθείτε».

Το γέλιο σταμάτησε. Τράβηξε τις βαριές κουρτίνες στα παράθυρα και το δωμάτιο λούστηκε στο κίτρινο φως μιας μικρής λάμπας. Ύστερα είπε με χαδιάρικη φωνή που έμοιαζε με ψίθυρο:»Κορίτσια, θέλω να κοιτάξετε την εικόνα που βρίσκεται πάνω από το πιάνο. Κοιτάξτε την προσεκτικά. Θα παίξω κάτι, και η μια μετά την άλλη θα μου πείτε τι βλέπετε». Γύρισε στο πιάνο και έπαιξε μια υπέροχη μελωδία. Συγκινήθηκα τόσο πολύ, που έτρεμα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ντράπηκα, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και κανείς δε με πρόσεξε.

Ύστερα από μερικά λεπτά η Μάγια γύρισε στα κορίτσια και ρώτησε την καθεμιά τους τι είχε δει στην εικόνα. Ήταν ένα περίεργο μαγικό τοπίο με πολλά νερά και παράξενα φυτά. Κύκνοι κολυμπούσαν στα νερά που στην πραγματικότητα ήταν μια λίμνη –μια λίμνη με κύκνους. Άκουγα τα κορίτσια να απαντούν. Έλεγαν πράγματα όπως: «Πάπιες που κολυμπάνε στα νερά», «Οικογένεια κύκνων σε μια λίμνη», και άλλα τέτοια. Η Μάγια έμοιαζε να απογοητεύεται. Ήταν φανερό ότι ήλπιζε να ακούσει κάτι διαφορετικό. Ήθελε μια ολόκληρη ιστορία και η φαντασία μου άρχισε να καλπάζει.

Φαντάστηκα μια μαγική λίμνη και έναν κύκνο που κάποτε ήταν κορίτσι. Το κορίτσι αυτό μισούσε τόσο πολύ τη ζωή του, που ήθελε να πεθάνει. Πήδησε στο νερό, αλλά κάποιος που δεν ήθελε να την αφήσει να πνιγεί τη μεταμόρφωσε σε κύκνο μέχρι να περάσουν τα δύσκολα. Της υποσχέθηκε ότι κάποια μέρα θα γινόταν ένα όμορφο και χαρούμενο κορίτσι. αυτή ήταν η ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό, και ήμουνα ακόμα αφοσιωμένη στους κύκνους μου, όταν η Μάγια γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε:

«Πώς σε λένε;»
«Ποιον, εμένα;», είπα. «Αβίγια.»
«Ωραία λοιπόν, Αβίβα», είπε η Μάγια. «Εσύ τι βλέπεις στην εικόνα;»
«Όχι Αβίβα», είπα. «Αβίγια. Το όνομά μου είναι Αβίγια».
Τα κορίτσια χαχάνισαν, αλλά η Μάγια τις έκανε να ησυχάσουν και είπε ξανά: «Λοιπόν εσύ τι βλέπεις;»

Είπα την ιστορία μου και εκείνη με άκουγε.
Όταν τα κορίτσια άρχισαν να μου κάνουν γκριμάτσες, τους είπε να ησυχάσουν. Όταν τελείωσα εκείνη είπε:»Το Αβίβα είναι γνωστό όνομα, το Αβίγια τι σόι όνομα είναι;»

«Είναι απλώς ένα όνομα», είπα.
«Είναι ένα παράξενο όνομα», είπε η Μάγια.
Ύστερα έπεσε σιωπή. Η Μάγια άρχισε να παίζει ξανά και ενώ έπαιζε μου είπε: «Συνέχισε να λες την ιστορία σου, Αβίγια».

Διηγήθηκα την ιστορία καθώς έπαιζε πιάνο, αλλά ήξερα ότι με παρακολουθεί, γιατί όταν σταμάτησε το πιάνο, με κοίταξε σιωπηλά για μια στιγμή και είπε: «Τι ωραία ιστορία! Έχεις διαβάσει πολλά βιβλία;»

Έγνεψα καταφατικά. Στ’ αλήθεια διάβαζα πολύ. Μου άρεσε το διάβασμα. Ένιωθα τα άλλα κορίτσια να με κοιτάνε και χαμήλωσα τα μάτια στο πάτωμα ντροπιασμένη.

Share/Bookmark

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η Αλίκη στη χώρα της περιέργειας

Υπόθεση
Η μικρή -πολύ μικρή- Αλίκη πέφτει παντού και πάντα, γι’ αυτό και την φωνάζουν Πεφτίτσα. Η ιδιότητά της αυτή την οδηγεί συνέχεια σε απλές αλλά μοναδικές περιπέτειες, απ’ τις οποίες βγαίνει ευτυχώς αλώβητη και συνήθως σοφότερη!

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Μεταίχμιο
Συγγραφέας: Τζάνι Ροντάρι (Gianni Rodari)
Μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας 
Εικονογράφηση: Αλτάν (Francesco Tullio Altan)
ISBN: 978-960-455-398-3
Τίτλος πρωτοτύπου: Le favolette di Alice
Έτος 1ης Έκδοσης: 1995 (στα ελληνικά 2008)
Σελίδες: 60
Τιμή: περίπου 6 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: A’, B

Κριτική
Οκτώ αυτοτελείς μίνι ιστοριούλες που θα ψυχαγωγήσουν τα μικρά παιδιά  αλλά και θα τα βοηθήσουν στην ενίσχυση των αναγνωστικών τους δεξιοτήτων.

Η γραφή του Ροντάρι είναι απλή και κατανοητή, και η μετάφραση κρατάει το κείμενο ζωντανό και ευχάριστο. Τα στοιχεία είναι μεγάλα και το διάστιχο ανάμεσα στις γραμμές διπλό, ώστε το βιβλίο να διαβάζεται ξεκούραστα. Την ίδια λογική εξυπηρετεί και η έγχρωμη εικονογράφηση του Altan, διάσημου τόσο για παιδικά θέματα (Πίμπα) όσο και για χαρακτήρες που απευθύνονται σε ενήλικες (Τρίνο). Σαν αποτέλεσμα της προσεγμένης έκδοσης, καθεμιά από τις ιστορίες αποτελείται από 3 σελίδες κειμένου (περίπου 400 λέξεις) και μία ολοσέλιδη εικόνα, χαρακτηριστική της πλοκής.

Το βιβλίο προτείνεται ανεπιφύλακτα σε μαθητές της Α’ και Β’ τάξης που αρέσκονται σε σύγχρονα παραμύθια και εκτιμούν τη φαντασία.  

Δεν μπορούμε παρά να βγάλουμε το καπέλο στον μαέστρο της φαντασιακής γραφής Ροντάρι, που επινοεί άλλη μια ηρωίδα ουσιαστικά από το πουθενά. Μια απλή ιδέα, ένα κορίτσι που πέφτει παντού, αρκεί για να αρχίσει το μυαλό του ιταλού παραμυθά να γεννάει περιπέτειες! Αν μάλιστα οι γονείς ή δάσκαλοι αποφασίσουν να ασχοληθούν περισσότερο, το κουβάρι της φαντασίας δεν χρειάζεται να σταματήσει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου· τα παιδιά μπορούν να αλλάξουν το τέλος στις ιστορίες, να δοκιμάσουν να τις συνεχίσουν, να σκεφτούν καινούριες περιπέτειες με πρωταγωνίστρια τη μικρή Αλίκη, ή ακόμα και να επινοήσουν νέους, δικούς τους ήρωες, βγαλμένους από την καθημερινότητά τους.

Έτσι, ακόμα και αν οι περισσότερες από τις ιστορίες δεν έχουν ιδιαίτερη διδακτική αξία (στις εξαιρέσεις ανήκει ίσως αυτή που περιλαμβάνεται στο απόσπασμα), η πραγματικά μεγάλη ωφέλεια που μπορεί να προσφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο είναι στην κατάλληλη εκμετάλλευσή του από εκείνους που ενδιαφέρονται για το παιδί. Τι πολυτιμότερο άλλωστε μπορεί να μας προσφέρει ένα κείμενο, αν όχι μια γνήσια πνοή δημιουργικότητας σε έναν κόσμο που βιάζεται να περιορίσει τα παιδιά σε ρόλο παθητικού καταναλωτή; Αν αντίστοιχα αναγνώσματα αξιοποιηθούν συστηματικά στην αγωγή του παιδιού, είναι σαφές ότι μπορούν να ανοίξουν τους ορίζοντες της φαντασίας του και να του επιτρέψουν να γίνει δημιουργός αλλά κυρίως κύριος της σκέψης του.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Περιέργεια

Απόσπασμα 
Ένα βράδυ, η Αλίκη Πεφτίτσα επισκέφτηκε την πόλη, για να τη δει φωτισμένη. Ξαφνικά είδε μια πυγολαμπίδα που τριγυρνούσε πάνω από τους φράχτες με τους θάμνους, αναβοσβήνοντας το μικρό πράσινο φωτάκι της.

- Τι ενδιαφέρον, είπε η Αλίκη και προσπάθησε να πιάσει την πυγολαμπίδα.

Αντί όμως να την πιάσει, έπεσε μες στο φωτάκι της. Υπήρχε φως παντού. Λες και βρισκόταν μέσα σε λάμπα. Μετά, το φως έσβησε και νόμιζε πως βρισκόταν στην καμπίνα ενός αεροπλάνου. Ήταν κατασκότεινα.

Η πυγολαμπίδα πετούσε χωρίς προορισμό.

- Μα πού πηγαίνεις; τη ρώτησε η Αλίκη.

Η πυγολαμπίδα δεν είχε καταλάβει ακόμη πως μετέφερε κάποιον επιβάτη. Όταν άκουσε χτύπους, τρόμαξε και κάθισε γρήγορα γρήγορα σε ένα κανόνι που διακοσμούσε την πόλη.

- Ποιος βρίσκεται μες στο φωτάκι μου; ρώτησε.

- Εγώ. Με λένε Αλίκη.

- Και πώς βρέθηκες εδώ;

- Έπεσα!

- Πού θέλεις να σε πάω;

- Όπου θέλεις εσύ.

Η πυγολαμπίδα την πήγε να γνωρίσει τη βασίλισσα των πυγολαμπίδων, η οποία έμενε στην κορυφή του πιο ψηλού αγάλματος της πόλης.

- Έχουμε επισκέψεις.

- Άσε με να δω, είπε η βασίλισσα. Χμμ…. Είναι ένα μικρό κορίτσι. Εμείς ποτέ δεν είχαμε παιδιά. Άραγε τι τρώει;

- Τρώω απ’ όλα, κυρία. Παγωτά, σαλάμι, πατάτες, αρκεί να ‘ναι τηγανητές…

- Εδώ δεν έχουμε τίποτε απ’ αυτά. Μπορώ να σου δώσω λίγη δροσιά να πιείς, μόνο που πρέπει να περιμένεις να πέσει.

- Θα περιμένω.

Όταν έπεσε η δροσιά, της έδωσαν να πιει λίγη. Έμοιαζε με νερό, αλλά ήταν πιο νόστιμη. Στο μεταξύ η βασίλισσα, αναστενάζοντας, της μίλησε για τα προβλήματά της.

- Κάποτε τα φωτάκια μας βοηθούσαν. Οι άνθρωποι έβγαιναν τα βράδια να μας δουν. Τώρα όμως κυκλοφορούν πολλά αυτοκίνητα και αναβοσβήνουν συνέχεια τα φώτα τους. Δε δίνει κανείς σημασία στις πυγολαμπίδες. Θα πρέπει να βάλουμε κι εμείς ηλεκτρικά φώτα, αλλιώς καλύτερα να φύγουμε μακριά.

- Και να πάτε πού;

- Δεν ξέρουμε!

- Εγώ ξέρω ένα καλό μέρος, είπε η Αλίκη. Θέλετε να σας δείξω;

Έτσι οδήγησε τις δύο πυγολαμπίδες μέχρι το σπίτι της, στο δωμάτιό της. Δεν άναψε το φως. Βολεύτηκε στο κρεβάτι κι άφησε τις πυγολαμπίδες να τριγυρνούν στο δωμάτιο και να πηγαίνουν όπου θέλουν: από τη θήκη για τις οδοντόβουρτσες μέχρι το γραφείο της.

Σε λιγάκι, παρόλο που δεν ήθελε, αποκοιμήθηκε. Πού και πού νόμιζε ότι ξυπνούσε κι έβλεπε ακόμη τις πυγολαμπίδες. Αλλά ήταν μόνο τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν από το δρόμο και το φως έπεφτε στο ταβάνι και τους τοίχους του δωματίου.

Οι πυγολαμπίδες είχαν γυρίσει στην πόλη για να απολαύσουν τις τελευταίες στιγμές της νύχτας, όταν τα αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν πια στους δρόμους.


Share/Bookmark

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Τελικά, υπάρχει ο Αϊ - Βασίλης;


Υπόθεση
Η Κιτρί τσακώνεται με τον 9χρονο ξάδελφό της Αλέξανδρο, όταν αυτός προσπαθεί να πείσει μερικά μικρότερα παιδιά ότι ο Αϊ Βασίλης είναι μια απάτη. Πάνω στον θυμό της, συμφωνεί να στείλει ένα γράμμα στον Άγιο χωρίς να το δουν οι μεγάλοι, ώστε να αποδείξει την ύπαρξή του. Το γράμμα όμως παραπέφτει και το ανακαλύπτει ο Νιλς, ένας νευρικός αρχιεπιστάτης του Αϊ Βασίλη, την ώρα που η διανομή των δώρων ήδη ολοκληρώνεται. Το ξωτικό, που δεν αγαπάει καθόλου τα παιδιά και τα παιχνίδια, βρίσκεται σε δίλημμα… τι θα συμβεί τελικά στην ιστορία;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Κριστιάν Λεμάν (Christian Lehmann)
Μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εικονογράφηση: Βίλλι Γκλαζάουερ
ISBN: 978-960-600-202-1
Τίτλος πρωτοτύπου: Le Père Noël n'existe même pas
Έτος 1ης Έκδοσης: 1996 (στα ελληνικά 1997)
Σελίδες: 58
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’

Κριτική
Μια αρκετά χαριτωμένη ιστορία με ορισμένα λίγο «προβληματικά» στοιχεία, που όμως μάλλον θα αρέσει στους φίλους των χριστουγεννιάτικων διηγημάτων.

Η γραφή είναι απλή και κατανοητή, αν και η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι πάντα η ενδεδειγμένη για παιδιά 6-7 ετών. Εκφράσεις όπως «ξεβουλώνοντας λεκάνες», «θα ταιριάζει με τη συλλογή μου από ξεραμένες μύξες» κ.ά., μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον «κακό» της υπόθεσης, αλλά σίγουρα μπορεί να επηρεάσουν τους αναγνώστες. Όχι ότι οι ίδιοι οι μαθητές δεν χρησιμοποιούν αντίστοιχο λεξιλόγιο στο προαύλιο, αλλά πολλές φορές η λογοτεχνία δημιουργεί πρότυπα και καλό είναι να είμαστε προσεκτικοί.

Το διήγημα δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, είναι όμως αρκετά σύντομο, με γράμματα μεγάλου μεγέθους και διπλό διάστιχο, οπότε ίσως οι μικροί αναγνώστες καταφέρουν να το ολοκληρώσουν χωρίς να δυσκολευτούν πολύ. Η ασπρόμαυρη βοηθητική εικονογράφηση μπορεί να μη χαρακτηρίζεται από εξέχουσα έμπνευση, ωστόσο είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε δισέλιδο. Στα θετικά μετράμε και το ότι παρά το σύντομο του κειμένου, οι χαρακτήρες είναι αρκετά ολοκληρωμένοι και αφοσιωμένοι ολόψυχα στις αξίες τους: Ο Αλέξανδρος είναι ο θρασύδειλος νταής, η Κιτρί υπερασπίζεται τους αδύναμους και δεν λέει ποτέ ψέματα, και ο Νιλς είναι ο στριμμένος νάνος που η αγκαλιά ενός κοριτσιού τον μετατρέπει σε αγαπησιάρη κούκλο. Αρκετά ενδιαφέρον και αντισυμβατικό για μια ιστορία Χριστουγέννων γεμάτη με τα γνωστά παράδοξα.

Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε μαθητές της Β’ και Γ’ τάξης και καλό θα ήταν να διαβαστεί με τη συνοδεία κάποιου μεγαλυτέρου, που θα μπορεί με τις εξηγήσεις του να αμβλύνει κάποιες λανθασμένες εντυπώσεις που μπορεί να δημιουργηθούν στο παιδί, ειδικά στο πρώτο μέρος.

Ο (μάλλον όχι τυχαία) γάλλος συγγραφέας με τις φράσεις που διαλέγει να βάλει στο στόμα των ηρώων του, δεν δείχνει να τρέφει ιδιαίτερη αγάπη προς τον Αϊ Βασίλη. Ακόμα και ο ίδιος ο αρχιεπιστάτης του αγίου, τον αποκαλεί «ο γέρος» (σελ. 31). Προφανώς σκοπός του βιβλίου δεν είναι να καλλιεργήσει ιδιαίτερο σεβασμό προς τα θεία, αλλά απλώς να επιτρέψει στα παιδιά να συνεχίσουν να ονειρεύονται. Μπορεί να συμβεί το ένα χωρίς το άλλο; Γιατί όχι;

Στο κύριο ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το ξωτικό: «Να εξαφανίσω το γράμμα που οφείλω να παραδώσω χωρίς να το μάθει κανείς;» συναντάμε την ενδιαφέρουσα απάντηση «Όχι, γιατί θα το γνωρίζω ο ίδιος» (σελ.30), που φανερώνει ότι ο ήρωας (μάλλον αντιήρωας) βρίσκεται στο στάδιο της αυτόνομης ηθικής κατά Kohlberg. Ένα πολύ καλό πρότυπο για τους αναγνώστες, ακόμα και αν σε αυτή την ηλικία αδυνατούν να το υιοθετήσουν. Ίσως αξίζει να κάνουμε και μια νύξη στην καθήλωση στο πρωκτικό στάδιο που φαίνεται να απασχολεί τον bully της ιστορίας, τον Αλέξανδρο. Δεν συναντάμε συχνά τόσο εμφανείς αναφορές σε βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, όμως εδώ ο συγγραφέας θέλει να είναι σαφής (σελ. 13-14-51). Δεν μπορούμε να ξέρουμε για ποιο λόγο, όμως με αυτό τον τρόπο δίνει μια χρήσιμη οπτική αντιμετώπισης των ανθρώπων που αναφέρονται συνέχεια στο πεπτικό τους σύστημα, είτε για να βρίσουν, είτε για να κοροϊδέψουν τους άλλους.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την αντιπαράθεση μεταξύ της παραδοσιακής οπτικής (ο άγιος υπάρχει) και ρασιοναλισμού (δεν υπάρχει) με κάθε ρεαλισμό: Ως κακοήθης Αλέξανδρος, δε φοβάται να χρησιμοποιήσει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο επιχειρημάτων (λογική, προσωπικές επιθέσεις, σοφιστίες), προκειμένου να κλονίσει την πίστη των υπόλοιπων παιδιών, συμπεριλαμβανομένων δυστυχώς και των μικρών αναγνωστών, οι οποίοι στιγμιαία δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να νιώσουν περίεργα, ως οπαδοί της παραδοσιακής προσέγγισης. Αντίθετα, οι αμφισβητίες του εθίμου θα χαρούν, αφού θα βρουν στο σημείο αυτό αρκετά επιχειρήματα, αν τυχόν θελήσουν να επαναλάβουν τον διάλογο του βιβλίου με κάποιους φίλους, συγγενείς ή και συμμαθητές τους. Το να εμφανιστεί κάποιος καλικάντζαρος για να τους βάλει στη θέση τους (όπως στο έργο), φαντάζει πιθανότατα απίθανο.

Αξίες - Θέματα
Αγάπη, Φαντασία, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα 
- Ε, στ’ αλήθεια είσαστε κούτσουρα!

Περίεργη η Κιτρί προχώρησε στο διάδρομο για ν’ ακούσει χωρίς να τη δουν. Ο Αλέξανδρος, εννιά χρονών, ήταν το πιο απαίσιο αγόρι που είχε την ατυχία να ξέρει.

- Εγώ, στην ηλικία σας, επέμεινε ο Αλέξανδρος, είχα σταματήσει από πολύ καιρό να πιστεύω τέτοιες βλακείες!

Τη σιωπή στο δωμάτιο τη διέκοπτε μόνο το ρούφηγμα της μύτης ενός από΄τα πιο μικρά παιδιά. Η Κιτρί τέντωσε τ’ αυτιά της και κατάλαβε ότι το παιδάκι έκλαιγε. Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά στο στήθος της.

- Όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι γονείς αγοράζουν τα δώρα της Πρωτοχρονιάς! συνέχισε ο Αλέξανδρος, απολαμβάνοντας την κατάπληξη των πιο μικρών.

Στο διάδρομο η Κιτρί χλώμιασε. Έκλεισε με τα χέρια τ’ αυτιά της για να μην ακούει τι έλεγε ο ξάδερφός της, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.

- Ο Αϊ –Βασίλης είναι καλός για τα μωρά και τους χαζούς. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι δεν υπάρχει…

Η Μελανί, η μικρότερη ξαδέρφη της Κιτρί, άρχισε να κλαίει, κι αυτό έκανε τον Αλέξανδρο να ξαναβάλει τα γέλια. Η Κιτρί όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Αραγμένος σ’ έναν καναπέ, με τα πόδια πάνω σ’ ένα κεντημένο μαξιλάρι, ο ξάδερφός της παρατηρούσε με περιφρόνηση τα παιδιά που ήταν συγκεντρωμένα γύρω του.

-Δεν είναι αλήθεια αυτό το πράγμα! Ό,τι θέλεις λες! φώναξε, αφήνοντας το θυμό της να ξεσπάσει.

- Ορίστε, να που μας ήρθε κι ο μπελάς…, παρατήρησε ο Αλέξανδρος, χωρίς ν’ αλλάξει την κοροϊδευτική γκριμάτσα του.

- Μην τον ακούτε. Λέει ψέματα, λέει ό,τι θέλει για να σας πειράξει.

Η Κιτρί πήρε τη Μελανί στην αγκαλιά της για να την παρηγορήσει κι έριξε ένα οργισμένο βλέμμα στον ξάδερφό της.

- Μη με κοιτάς έτσι, είπε ειρωνικά αυτός. Τρομάζω τόσο πολύ, που θα τα κάνω στο βρακί μου.

Ήταν καλός σε κάτι τέτοια ο Αλέξανδρος, αυτό το είχε παρατηρήσει κιόλας πολλές φορές η Κιτρί. Όταν δεν ήταν απασχολημένος να βασανίζει τους πιο αδύναμους απ’ αυτόν, δεν άφηνε ποτέ να του ξεφύγει η ευκαιρία να κάνει κουβέντα για το βρακί του και για ό,τι συνέβαινε μέσα σ’ αυτό. Λες και το θέμα τον απασχολούσε σοβαρά.

- Είσαι αηδιαστικός. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά λες και ψέματα. Ο Αϊ –Βασίλης υπάρχει.

Ο Αλέξανδρος ανακάθισε στον καναπέ, σαν να τον τσίμπησε κάποιο αόρατο ελατήριο.

- Ο Αϊ – Βασίλης υπάρχει…, μουρμούρισε με καταχαρούμενο ύφος, λες και το νέο έφτανε μέχρι τα βάθη της καρδιάς του.

Ακούμπησε το χέρι στο στήθος του και ανοιγόκλεισε τα μάτια.

- Ακούσατε τι καλά νέα μας έφερε η δεσποινίς Κυράτσα…

Η Κιτρί δεν ήξερε πού το πήγαινε ο Αλέξανδρος. Έριξε μια ματιά γύρω της. Η Μελανί συνέχιζε να ρουφάει τη μύτη της πάνω στο στήθος της ξαδέρφης της και τ’ άλλα μικρά έριχναν απορημένα βλέμματα το ένα στο άλλο, χωρίς να ξέρουν τι να πρωτοπιστέψουν.

- Και σίγουρα έχεις αποδείξεις γι’ αυτό που λες…, ψιθύρισε ο Αλέξανδρος μ’ ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Η Κιτρί δίστασε. Τα ικετευτικά βλέμματα των παιδιών ήταν καρφωμένα πάνω της.

- Φυσικά, είπε και σήκωσε τους ώμους της, προσπαθώντας να κρύψει την αβεβαιότητά της.

- Σ’ ακούμε… Σ’ ακούμε με προσοχή…

- Ε, λοιπόν, κάθε χρόνο…, άρχισε η Κιτρί.

Ο Αλέξανδρος κούνησε το κεφάλι του, κάνοντάς την να φανεί από την αρχή σαχλή. Εκείνη ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Με φωνή καθόλου σίγουρη, συνέχισε:
- Κάθε χρόνο γράφω στον Αϊ –Βασίλη για να μου στείλει δώρα…

- Φανταστικό…, είπε ο Αλέξανδρος. Και, κυρίως, φοβερά πρωτότυπο…

- Και την Πρωτοχρονιά μου φέρνει ό,τι του ζήτησα.

Δύο από τα μικρά ξαδέρφια κούνησαν το κεφάλι τους, πρόθυμα να πειστούν.

- Τι πανέμορφο πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, είπε μαγεμένος ο Αλέξανδρος με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. Έχω συγκλονιστεί… Αλλά, για πες μου, σε ποια διεύθυνση στέλνεις το γράμμα;

- Στον Αϊ – Βασίλη, τραύλισε η Κιτρί.

Ο Αλέξανδρος πετούσε από τη χαρά του.

- Στον Αϊ Βασίλη, επανέλαβε η Κιτρί. Δεν ξέρω ακριβώς τη διεύθυνση. Είναι κάπου σε μια χώρα του Βορρά:στη Φινλανδία, στη Νορβηγία, ίσως και στη Γροιλανδία…

- Πολύ συγκεκριμένη διεύθυνση… Αποκλείεται να κάνει λάθος ο ταχυδρόμος! Και τι γραμματόσημο βάζεις στο φάκελο;

- Δεν ξέρω. Το στέλνουν ή ο μπαμπάς ή η μαμά.

- Το στέλνουν ή ο μπαμπάς ή η μαμά, επανέλαβε ο Αλέξανδρος παίρνοντας ένα ύφος επίτηδες χαζό. Εσύ το είπες! Το διαβάζουν για να ξέρουν τι θέλεις για την Πρωτοχρονιά και μετά το κάνουν κομματάκια…

Share/Bookmark

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Μια Σειρά από Ατυχή Γεγονότα: Το Σαρκοβόρο Τσίρκο


Υπόθεση
Τα τρία ορφανά Μποντλέρ συνεχίζουν την προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον καταχθόνιο Όλαφ και τη συμμορία του και να ρίξουν φως σε μια σειρά από σκοτεινά γεγονότα που παραμένουν μυστηριωδώς μυστήρια. Σε αυτή την περιπέτεια μεταμφιέζονται σε φρικιά για να πιάσουν δουλειά σε ένα απαίσιο τσίρκο που διευθύνει η Μαντάμ Λουλού, φίλη του Όλαφ. Θα καταφέρουν άραγε να διατηρήσουν μυστική την ταυτότητά τους και να ανακαλύψουν αν κάποιος από τους γονείς τους επέζησε μετά το ατυχές δυστύχημα του αρχικού βιβλίου;

Χαρακτηριστικά 
Εκδότης: Ελληνικά Γράμματα
Συγγραφέας: Λέμονι Σνίκετ (Lemony Snicket aka Daniel Handler)
Μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου
Εικονογράφηση: Μπρετ Χέλκουιστ
ISBN: 978-960-406-924-8
Τίτλος πρωτοτύπου: The Carnivorous Carnival
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (στα ελληνικά 2005)
Σελίδες: 328
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’

Κριτική
Πρόκειται για την ένατη συνέχεια -από συνολικά δεκατρείς (13)- της συλλογής «Μια σειρά από ατυχή γεγονότα» που υπογράφει ο Λέμονι Σνίκετ (κατά κόσμον Ντάνιελ Χάντλερ) και που κατάφερε να αποκτήσει φανατικό κοινό τόσο μεταξύ μιας μερίδας παιδιών όσο και ανάμεσα στους ενήλικες. Το έργο έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο (με τον Τζιμ Κάρεϊ να ερμηνεύει τον κόμη Όλαφ), ενώ έχει κυκλοφορήσει και ως ηλεκτρονικό παιχνίδι.

Το ύφος του είναι βέβαια πολύ ιδιαίτερο, και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι μπορεί να αρέσει σε όλους τους αναγνώστες. Ένα από τα βασικά συστατικά της παιδικής λογοτεχνίας είναι άλλωστε το ευχάριστο του πράγματος, και οι συγκεκριμένες ιστορίες βρίθουν από δυσάρεστα γεγονότα, όπως ήδη ο τίτλος προειδοποιεί. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να κατηγορήσει τον συγγραφέα ότι στερείται έμπνευσης: Η έκφραση, οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις, η δομή, όλα είναι γεμάτα με φαντασία και δημιουργικότητα, έστω και αν προσεγγίζονται από μια λίγο περίεργη και αρκετά δυσοίωνη οπτική.

Η γραφή είναι σαφής αλλά όχι πάντα απλή, καθώς περιλαμβάνει τμήματα με μονολόγους και σκέψεις του συγγραφέα, οπότε οι επίδοξοι αναγνώστες καλό είναι να έχουν αρκετή εμπειρία πριν ξεκινήσουν να διαβάζουν. Η δομή επίσης ενδέχεται να προβληματίσει κάποιους, καθώς συχνά πυκνά η διήγηση διακόπτεται και παρεμβάλλονται σχόλια, για να συνειδητοποιήσουμε σε κάποια στιγμή ότι το όλο έργο είναι απλώς οι σημειώσεις του Λέμονι Σνίκετ, ενός ερευνητή που συνδεόταν με την μητέρα των τριών ορφανών και τώρα ακολουθεί τα ίχνη τους.

Η ιστορία χωρίζεται σε 13 κεφάλαια (καθόλου τυχαία η επιλογή του αριθμού) με περίπου 25 σελίδες το καθένα. Μην σας τρομάζει ο αριθμός, καθώς τα φύλλα έχουν μικρό μέγεθος (Β6;) και το διάστιχο είναι μεγάλο, έτσι το κείμενο διαβάζεται ξεκούραστα. Η εικονογράφηση δεν προσθέτει κάτι ιδιαίτερο, καθώς συναντάμε ένα ασπρόμαυρο σκίτσο στην πρώτη σελίδα του κάθε κεφαλαίου, και δύο ολοσέλιδα, στην αρχή και το τέλος του βιβλίου.

Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε μαθητές της Ε’ και Στ’ τάξης, αρκεί να έχουν όπως αναφέραμε αρκετή εμπειρία ως αναγνώστες και να μην τους ενοχλεί το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν συμπαθήσουν ένα από τα βιβλία, θα αναζητήσουν και την υπόλοιπη σειρά, οπότε οι γονείς ας είναι προετοιμασμένοι για μια μικρή επένδυση. Ωστόσο τώρα που έκλεισε ο εκδοτικός οίκος, είναι πιθανόν να παρουσιαστεί έλλειψη σε συγκεκριμένα τεύχη, όπως το πρώτο και το τελευταίο.

Αν κανείς δεν ξεκινήσει την ανάγνωση από το πρώτο βιβλίο της σειράς, ίσως δυσκολευτεί κάπως μέχρι να προσαρμοστεί στις καταστάσεις και τα πρόσωπα. Η άκρη ωστόσο βρίσκεται, και για όσους δεν το αντιπαθήσουν εξ αρχής, το χαριτωμένα φρικαλέο (αλλά κατά βάθος εύπεπτο) ύφος γραφής γρήγορα θα γίνει εθιστικό. Κάπως σαν τον πασατέμπο, που υποψιαζόμαστε ότι δεν μας προσφέρει πολλά, αλλά εξακολουθούμε να τον μασάμε. Ισχύει όμως όντως ότι το συγκεκριμένο κείμενο δεν μας προσφέρει αρκετά;

Φαντάζομαι πως έχει να κάνει με τις προσδοκίες του καθενός. Όπως και το "εύπεπτο ύφος", το οποίο σε πολλά παιδιά δεν θα φανεί καθόλου εύπεπτο. Λογικό, αφού ο συγγραφέας απευθύνεται ταυτόχρονα σε μικρούς και λιγότερο μικρούς αναγνώστες. Έτσι, υπάρχουν αναφορές σε έννοιες περίπλοκες (όπως ο χειρισμός πλήθους), χρήση λεξιλογίου κάπως απαιτητικού αλλά και παρουσίαση σκέψεων σύνθετων (βλ. και απόσπασμα). Τόσο οι μικροί όσο και οι μεγάλοι ωστόσο, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το πολύ ιδιαίτερο κράμα χιούμορ του συγγραφέα. - μια και το χιούμορ γεννιέται συνήθως από τραγικά γεγονότα, ίσως αξίζει να αναφέρουμε το ότι ο πατέρας του ήταν γερμανοεβραίος πρόσφυγας. Στα θετικά καταγράφουμε το ότι στο κείμενο παρουσιάζονται αρκετά ηθικά διλήμματα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και ως βάση για δραστηριότητες εκπαιδευτικού δράματος, π.χ. Όταν κανείς συμμετέχει σε κάτι άσχημο ακολουθώντας τις εντολές κάποιου, φέρει ακέραια την ευθύνη των πράξεών του; (σελ. 314)

Να επισημάνουμε ότι οι κακοί είναι περισσότερο καρικατούρες, που με τη συμπεριφορά τους τονίζουν συγκεκριμένα ελαττώματα (όπως συνέβαινε σε ένα βαθμό και με τα παιδιά – επισκέπτες στον Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας) που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο εγωισμός, η αρχομανία, η αδυναμία, η επίδειξη, κ.ά. Στην πορεία ο Χάντλερ, εκτός από την ηθική, ασχολείται και με κοινωνική κριτική, καθώς κοροϊδεύει χωρίς οίκτο τα θύματα της μόδας και στηλιτεύει τη συμπεριφορά των αδηφάγων δημοσιογράφων όπως και τον τρόπο κατασκευής / παραμόρφωσης των ειδήσεων από τα ΜΜΕ.

Τέλος, προσεγγίζει τη διαφορετικότητα με τρόπο που δεν συναντάμε πολύ συχνά στην Παιδική Λογοτεχνία, εκεί όπου το διαφορετικό αναδεικνύεται συνήθως σε κάτι όμορφο, ιδιαίτερο και χρήσιμο. Στο βιβλίο αυτό, το περίεργο είναι απλώς αυτό που ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως περίεργο. Μάλλον κυνική η διαπίστωση, αλλά το δίδαγμα είναι ότι όταν ανήκεις στους ισχυρούς, μπορείς να εξαιρέσεις τον εαυτό σου από το τάγμα των αλλόκοτων.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Εγωισμός, Φαντασία

Εικονογράφηση


Απόσπασμα 
Ξέρω άλλον ένα συγγραφέα για τον οποίο, όπως και για μένα, πολύς κόσμος πιστεύει πως είναι νεκρός. Το όνομά του είναι Γουίλιαμ Σαίξπηρ και έχει γράψει τέσσερα είδη θεατρικών έργων: κωμωδίες, αισθηματικά, ιστορικά και τραγωδίες. Οι κωμωδίες, φυσικά, είναι ιστορίες όπου οι άνθρωποι λένε αστεία και σκοντάφτουν σε αντικείμενα και τα αισθηματικά είναι ιστορίες όπου οι άνθρωποι ερωτεύονται και πολλές φορές παντρεύονται. Τα ιστορικά διηγούνται πράγματα που έχουν συμβεί στ’ αλήθεια, όπως η δική μου ιστορία για τα ορφανά Μποντλέρ, και οι τραγωδίες είναι ιστορίες που συνήθως ξεκινούν σχετικά χαρούμενα και παίρνουν τον κατήφορο, μέχρι που όλοι οι χαρακτήρες πεθαίνουν, τραυματίζονται ή, τέλος πάντων, παθαίνουν διάφορα. συνήθως δεν είναι και πολύ διασκεδαστικό να παρακολουθείς τραγωδία, είτε ανήκεις στο κοινό είτε είσαι ένας από τους χαρακτήρες, ενώ απ’ όλες  τις τραγωδίες του Σαίξπηρ, η μάλλον λιγότερο διασκεδαστική είναι ο Βασιλιάς Ληρ. Διηγείται την ιστορία ενός βασιλιά που τρελαίνεται, ενώ οι κόρες του σχεδιάζουν να δολοφονήσουν η μία την άλλη, όπως και άλλους ανθρώπους που τους σπάνε τα νεύρα. Προς το τέλος του έργου, ένας από τους χαρακτήρες του Γουίλιαμ Σαίξπηρ παρομοιάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά με αυτή των θηρίων και αναφέρει μια φράση που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Πόσο θλιβερό είναι να καταντούν οι άνθρωποι να πληγώνουν ο ένας τον άλλο λες και είναι άγρια θαλάσσια θηρία». Όταν ο χαρακτήρας ξεστομίζει αυτά τα λυπητερά λόγια, οι άνθρωποι που παρακολουθούν το έργο του Σαίξπηρ συνήθως βάζουν τα κλάματα ή αναστενάζουν ή σκέφτονται πως την επόμενη φορά καλύτερα να πάνε να δουν κωμωδία.

Πολύ λυπάμαι που πρέπει να σας πω ότι η ιστορία των ορφανών Μποντλέρ έχει πλέον φτάσει σε ένα σημείο που είναι αρκετά κατάλληλο να δανειστώ την καταθλιπτική φράση του κυρίου Σαίξπηρ, ώστε να περιγράψω το πώς ένιωσαν τα παιδιά όταν απευθύνθηκαν στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην άκρη του λάκκου με τα λιοντάρια και προσπαθούσαν να συνεχίσουν την ιστορία στην οποία βρέθηκαν χωρίς να την κάνουν να καταλήξει σε τραγωδία, τη στιγμή που όλοι φαίνονταν πρόθυμοι να κάνουν κακό ο ένας στον άλλο. Ο Κόμης Όλαφ και οι συνεργοί του ανυπομονούσαν να δουν τη Βάιολετ και τον Κλάους να πηδάνε στο λάκκο, βρίσκοντας έτσι ένα σαρκοβόρο θάνατο, ώστε να γίνει πιο διάσημο το Τσίρκο Καλιγκάρι και να συνεχίσει η Μαντάμ Λουλού να λέει στον Κόμη Όλαφ τη μοίρα του. Η Εσμέ Ελεεινού ανυπομονούσε να δει τη Μαντάμ Λουλού να πέφτει στα λιοντάρια για να έχει εκείνη όλη την προσοχή του Όλαφ και οι συνάδελφοι των παιδιών ήταν πρόθυμοι να τη βοηθήσουν για να βρεθούν στο θίασο του Κόμη Όλαφ. Η δημοσιογράφος από τα Νέα της Ημέρας και τα άλλα μέλη του κοινού ανυπομονούσαν να δουν βία και τσαπατσούλικο φαγητό, ώστε να αξίζει η επίσκεψή τους στο τσίρκο, και τα λιοντάρια λαχταρούσαν ένα γεύμα, αφού εδώ και τόσο καιρό δεν είχαν φάει τίποτα παρά μόνο μαστίγωμα. Όπως φαινόταν, όλοι όσοι είχαν συγκεντρωθεί στο ρόλερ κόστερ ανυπομονούσαν να συμβεί κάτι φριχτό και τα παιδιά ένιωθαν απαίσια, καθώς η Βάιολετ και ο Κλάους πάτησαν το πόδι τους στη σανίδα και προσποιούνταν πως είχαν την ίδια ανυπομονησία και λαχτάρα.

«Ευχαριστούμε, Κόμη Όλαφ, που διάλεξες εμένα και το άλλο κεφάλι μου ως τα πρώτα θύματα της παράστασης με τα λιοντάρια», είπε μεγαλόπρεπα ο Κλάους με τη λεπτή του φωνή.

«Ε… παρακαλώ», απάντησε ο Κόμης Όλαφ κάπως έκπληκτος. «Και τώρα, πηδήξτε στο λάκκο για να δούμε τα λιοντάρια να σας κατασπαράζουν».

«Και γρήγορα!» φώναξε ο σπυριάρης. «Θέλω η επίσκεψή μου στο τσίρκο να αξίζει».

«Αντί να παρακολουθήσετε ένα φρικιό να πηδάει στο λάκκο», είπε η Βάιολετ έπειτα από γρήγορη σκέψη, «δεν είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε κάποιον να σπρώχνει ένα φρικιό στο λάκκο; Θα ήταν πολύ πιο βίαιο».

«Γκρρρ!» γρύλισε η Σάνι συμφωνώντας ψεύτικα.

«Καλή ιδέα», είπε σκεφτικά η μία απ’ τις πουδραρισμένες γυναίκες.
«Αχ, ναι!» φώναξε η γυναίκα με τα βαμμένα μαλλιά. «Θέλω να δω κάποιον να πετάει το δικέφαλο φρικιό στα λιοντάρια!»

«Συμφωνώ», είπε η Εσμέ κοιτάζοντας πρώτα τους δύο Μποντλέρ και μετά τη Μαντάμ Λουλού. «Κι εγώ θέλω να δω κάποιον να πέφτει στο λάκκο».

Το πλήθος φώναζε και χειροκροτούσε, ενώ η Σάνι παρακολουθούσε τα δύο αδέρφια της να κάνουν ένα βήμα στη σανίδα που κρεμόταν πάνω απ’ το λάκκο, όπου περίμεναν πεινασμένα τα λιοντάρια. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως αν βρεθείς σε μια δύσκολη κατάσταση, καλό είναι να σταματήσεις για μια στιγμή και να σκεφτείς τι είναι καλύτερο να κάνεις, αλλά τα τρία αδέρφια ήξεραν ήδη πω το πιο σωστό ήταν να τρέξουν στα βαγόνια, να τοποθετήσουν τον ιμάντα και να αποδράσουν στην ενδοχώρα μαζί με τη Μαντάμ Λουλού και το αρχειοφυλάκιό της, αφού πρώτα θα έχουν εξηγήσει ήρεμα στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι η αιματοχυσία  δεν είναι σωστή μορφή διασκέδασης και ότι ο Κόμης Όλαφ και ο θίασός του θα ‘πρεπε να συλληφθούν αυτή ακριβώς τη στιγμή. Ωστόσο, υπάρχουν φορές στο φύρδην μίγδην κόσμο μας που το να σκεφτείς το σωστό είναι πολύ απλό, αλλά το να το κάνεις πράξη είναι απλώς αδύνατον, οπότε πρέπει να βρεις κάτι άλλο να κάνεις. Οι τρεις Μποντλέρ στέκονταν μεταμφιεσμένοι στη μέση του πλήθους που λαχταρούσε να δει βία και τσαπατσούλκο φαγητό και ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν το σωστό, αλλά σκέφτηκαν να εξοργίσουν όσο πιο πολύ γινόταν το πλήθος, ώστε να το σκάσουν μέσα στη σύγχυση που θα είχαν προκαλέσει. Η Βάιολετ, ο Κλάους και η Σάνι δεν ήταν σίγουροι για το αν ήταν το πιο σωστό να χρησιμοποιήσουν την τεχνική του να στρέψουν αλλού την προσοχή του πλήθους, όπως και την ψυχολογία του όχλου, αλλά τα ορφανά Μποντλέρ αδυνατούσαν να σκεφτούν οτιδήποτε άλλο, οπότε ήταν δεν ήταν σωστό, μάλλον λειτουργούσε το σχέδιό τους.

«Είναι συναρπαστικό!» αναφώνησε εκστασιασμένη η δημοσιογράφος. «Ήδη βλέπω μπροστά μου τον τίτλο: «ΦΡΙΚΙΑ ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΑΚΚΟ ΜΕ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ». Πού να το διαβάσουν αυτό οι αναγνώστες των Νέων της Ημέρας!»

Η Σάνι γρύλισε με όλη της τη δύναμη και έδειξε με το δαχτυλάκι της τον Κόμη Όλαφ.

«Αυτό που προσπαθεί η Τσάμπο να πει στη μισοσκυλίσια γλώσσα της», εξήγησε ο Κλάους, «είναι ότι ο Κόμης Όλαφ πρέπει να μας σπρώξει στο λάκκο. Άλλωστε, η παράσταση με τα λιοντάρια ήταν δική του ιδέα».

«Πράγματι!» αναφώνησε ο σπυριάρης. «Για να δούμε τον Όλαφ να ρίχνει στο λάκκο τη Μπέβερλι και τον Έλιοτ!»

Ο Κόμης Όλαφ στραβοκοίταξε τους Μποντλέρ και μετά χαμογέλασε στο κοινό τόσο πλατιά, που όλοι είδαν κάμποσα απ’ τα θεοβρώμικα δόντια του.

«Μεγάλη μου τιμή που μου ζητάτε κάτι τέτοιο», είπε κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση, «αλλά φοβάμαι πως δε θα ήταν σωστό αυτή τη στιγμή.»

«Γιατί;» απαίτησε να μάθει η γυναίκα με τα βαμμένα μαλλιά.

Ο Κόμης Όλαφ έκανε μια σύντομη παύση και μετά έβγαλε μια μικρή τσιρίδα, τόσο ψεύτικη όσο και το γρύλισμα της Σάνι.

«Είμαι αλλεργικός στις γάτες», δικαιολογήθηκε. «Βλέπετε; Ήδη άρχισαν α φτερνίζομαι και δεν ανέβηκα καν στη σανίδα».

«Οι αλλεργίες σου δε σε ενόχλησαν όταν μαστίγωνες τα λιοντάρια», είπε η Βάιολετ.

«Πράγματι», συμφώνησε ο γαντζοχέρης. «Ούτε που ήξερα πως είχες αλλεργίες, Όλαφ».

Ο Κόμης Όλαφ αγριοκοίταξε το συνεργό του.

«Κυρίες και κύριοι», άρχισε, αλλά το πλήθος δεν είχε όρεξη ν’ ακούσει άλλη μια απ’ τις διαλέξεις του εγκληματία.

«Σπρώξε μέσα το φρικιό, Όλαφ!» φώναξε κάποιος και όλοι ζητωκραύγασαν.

Share/Bookmark