Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Μουμού

 
Υπόθεση
Ο κωφάλαλος χωρικός Γκαράσιμ (Γεράσιμος - Герасим), γιγαντόσωμος και χειροδύναμος, δουλεύει στον κήπο μιας γριάς αρχόντισσας στη Μόσχα. Ερωτεύεται την ντροπαλή πλύστρα της Τατιάνα· πριν όμως προλάβει να τη ζητήσει σε γάμο, η πλούσια γριά αποφασίζει να τη δώσει γυναίκα σε έναν μεθύστακα τσαγκάρη. Απογοητευμένος ο γίγαντας, βρίσκει παρηγοριά στη φροντίδα της Μουμού, μιας σκυλίτσας που σώζει από πνιγμό και που γίνεται η καλύτερη φίλη του. Όμως η αρχόντισσα παρεμβαίνει και πάλι: τσαντισμένη που το σκυλάκι δεν τη συμπαθεί, διατάζει να το διώξουν από το σπίτι. Θα υπακούσει άραγε ο καλόκαρδος γίγαντας στις προσταγές της κυρίας του;
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ωκεανίδα
Συγγραφέας: Ιβάν Τουργκένιεφ (Иван Сергеевич Тургенев)
Τίτλος Πρωτοτύπου: Mymy
Μετάφραση: Πέτρος Ανταίος
Εικονογράφηση: Σ. Μπόημ (ίσως εννοείται η  Elizaveta Merkurievna Boehm 1843-1914)
ISBN: 960-410-003-3
Έτος 1ης Έκδοσης: 1854 (στα ελληνικά 1996)
Σελίδες: 66
Τιμή: περίπου 6 ευρώ (δεμένο)
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Άλλη κριτική εδώ
Τάξεις: Στ', Γυμνάσιο
Για τους γλωσσομαθείς, το διήγημα διατίθεται για ανάγνωση ή ακρόαση δωρεάν (στα ρωσικά)!

Κριτική
Δραματικό διήγημα με κοινωνικές προεκτάσεις και ζωοφιλικά μηνύματα. Λόγω του σοβαρού ύφους και της απουσίας αίσιας κατάληξης, μπορούμε να το προτείνουμε μόνο σε εφήβους. Η κάποιες φορές απαιτητική του γλώσσα απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού και του γυμνασίου. Θα το εκτιμήσουν ιδιαίτερα όσοι αναζητούν μια ήπια εισαγωγή στην κλασική ρωσική λογοτεχνία (Αντίστοιχα θα μπορούσαμε να προτείνουμε τη "Μύτη" και τον "Τάρας Μπούλμπα" του Γκόγκολ, όπως και τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι). Η ανάρτησή μας αφιερωμένη στην Οκτωβριανή επανάσταση, που θέριεψε τέτοιες μέρες (7 Νοεμβρίου 1917), πριν εκατό περίπου χρόνια. Τα παιδιά της τάξης το διαλέγουν συχνά από τη βιβλιοθήκη, χάρη στο ελκυστικό του εξώφυλλο, το μικρό του μέγεθος και τον χαριτωμένο τίτλο. Καμιά φορά όμως το επιστρέφουν απογοητευμένα: "Δεν μου άρεσε, έχει λυπητερό τέλος", είπε προχτές η Αλεξάνδρα και το έβαλε στη θέση του.

  • Συγκινητική ιστορία 
  • Αυθεντικοί χαρακτήρες
  • Λογοτεχνικότητα

  • Υπάρχουν σημεία στην πλοκή (όπως η συνάντηση οικονόμου - τσαγκάρη) που οι μαθητές μπορεί να βρουν στατικά / βαρετά
  • Κάποιες φορές η μετάφραση μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή (σ.13 διασαλευόμενη ηθική υπόσταση σ.27 δήλωσε εις επήκοον όλων) και δυσκολεύει τους πιο μικρούς

Αξίες - Θέματα
Ζωοφιλία, Αναπηρία, Διαφορετικότητα, Ανισότητα, Αγάπη

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η τελευταία νύχτα της σκυλίτσας, όπου ο γίγαντας την περιποιείται, την βγάζει βόλτα φορώντας τα καλά του, της κάνει το δείπνο και αφού την αποχαιρετήσει με δυο δάκρυα, την οδηγεί στο ποτάμι.

Εικονογράφηση
Προσεγμένη και σίγουρα μέσα στο κλίμα, αλλά λίγο "παλαιού τύπου"
Απόσπασμα 
Σε κάποιον απόμακρο δρόμο της Μόσχας, σ’ ένα γκρίζο σπίτι με λευκές κολόνες, ζούσε μια αρχόντισσα, χήρα, τριγυρισμένη από ένα πλήθος υπηρετικό προσωπικό.

Οι γιοί της εργάζονταν στην Πετρούπολη και οι κόρες της είχαν παντρευτεί. Έβγαινε σπάνια και ζούσε μοναχικά τα στερνά χρόνια από τα φειδωλά και βαρετά γερατειά της.

Απ’ όλους εκείνους τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες το πιο αξιόλογο πρόσωπο ήταν ο θυρωρός-φύλακας, ο Γκαράσιμ, ένας γίγαντας δυο μέτρα ψηλός, κωφάλαλος από γεννησιμιού του.  Η αρχόντισσα τον είχε πάρει απ’ το χωριό του, όπου ζούσε απομονωμένος σε μια καλύβα χώρια από τ’ αδέρφια του∙ τον θεωρούσαν εκεί τον πιο άξιο δουλοπάροικο – δουλευτή στα χωράφια του τσιφλικά. 

Προικισμένος με ασυνήθιστη δύναμη, δούλευε όσο τέσσερις, βγάζοντάς τα πέρα και με την πιο δύσκολη δουλειά. Και ήταν χάρμα να τον βλέπεις όταν όργωνε, κι έλεγες, καθώς έγερνε με τις τεράστιες παλάμες του στο αλέτρι, πως μόνο του αυτός, δίχως τη βοήθεια του εξαντλημένου αλόγου, έμπηγε το υνί στο στήθος της γης∙ ή όταν θέριζε το κατακαλόκαιρο και νόμιζες πως το δρεπάνι του δούλευε έτσι που θα μπορούσε να θερίσει ένα νεαρό δάσος από σημύδες. Κι έβλεπες ν’ αναδεύονται οι μακρουλοί και σκληροί μύες στις πλάτες του σαν μοχλοί.

Η αδιάκοπη βουβαμάρα του προσέδιδε κάποια επισημότητα στον ακαταπόνητο μόχθο του. Κοντολογίς ήταν ένας σπουδαίος άντρας κι αν δεν τον βάραινε αυτή η κακοτυχία του, θα τον παντρευόταν πρόθυμα οποιαδήποτε κοπέλα του χωριού…

Και να που κουβάλησαν τον Γκαράσιμ στη Μόσχα, του αγοράσανε μπότες, του ράψανε καφτάνι (είδος πουκαμίσας) για το καλοκαίρι, κάπα από προβιά για το χειμώνα, του δώσανε σκούπα με μακρύ σκουπόξυλο και φτυάρι και τον βάλανε να καθαρίζει απ’ τα χιόνια ή απ’ τα χόρτα την αυλή.

Στην αρχή δεν του άρεσε καθόλου αυτή η καινούρια του ζωή. Είχε συνηθίσει από παιδί την δουλειά στα χωράφια, τη ζωή του χωριού. Αποξενωμένος εξαιτίας της κακοτυχίας του από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, μεγάλωσε έτσι μουγκός και ρωμαλέος σαν δέντρο σ’ εύφορη γη… Μεταφυτεμένος τώρα στην πόλη, ένιωθε στενόχωρα κι απορούσε, το ίδιο όπως δεν θα καταλάβαινε τι του συμβαίνει ένας νεαρός ταύρος, γερός, που τον πήρανε απ’ το χωράφι με το ολόχυμο χορτάρι που του ‘φτανε ως την κοιλιά, τον ρίξανε σ’ ένα βαγόνι τρένου όπου τύλιγε το κορμί του καπνός και σπίθες και τον τρέχανε τώρα με χτύπους και βουητό, και πού τον πήγαιναν, ένας Θεός ξέρει.

Η καινούρια δουλειά του Γκαράσιμ του φαινόταν παιχνιδάκι μετά τις βαριές αγροτικές δουλειές∙ σε μισή ώρα τα τέλειωνε όλα, και είτε στεκόταν καταμεσής στην αυλή και κοίταζε μ’ ανοιχτό το στόμα τους περαστικούς, λες και περίμενε απ’ αυτούς να του εξηγήσουν πώς βρέθηκε σ’ αυτή την αινιγματική κατάσταση, είτε κατέφευγε σε κάποια γωνία και, πετώντας πέρα τη σκούπα και το φτυάρι, έπεφτε με το πρόσωπο στη γη κι έμενε ώρες ξαπλωμένος έτσι μπρούμυτα ακίνητος, σαν αιχμαλωτισμένο αγρίμι.

Σε όλα όμως συνηθίζει ο άνθρωπος και στο τέλος ο Γκαράσιμ συνήθισε τη ζωή στην πόλη. Όλη κι όλη η έγνοια του ήταν να κρατάει καθαρή την αυλή, να κουβαλάει δυο φορές την ημέρα το βαρέλι με το νερό, να φέρνει καυσόξυλα και να τα πελεκάει για την κουζίνα και για τα τζάκια, να μην αφήνει τους ξένους να μπαίνουν στην αυλή και να φυλάει τη νύχτα. Οφείλουμε να πούμε πως εκπλήρωνε με ζήλο όλες του τις υποχρεώσεις… Μάλιστα όταν μια νύχτα έπιασε δύο κλέφτες, τσούγκρισε τον ένα με τον άλλο έτσι που σπάσανε τα μούτρα τους τόσο άσχημα, που δε χρειάστηκε να τους παραδώσουν στην αστυνομία. Μετά απ’ αυτό το περιστατικό άρχισαν να τον σέβονται πολύ στη γειτονιά.  Ακόμα κι εκείνοι που περνούσαν τη μέρα απ’ το δρόμο, δίχως να ‘ναι απατεώνες, βλέποντας την αγριάδα του έκαναν πέρα και του ‘βαζαν τις φωνές, λες και μπορούσε να τους ακούσει.

Με όλο το άλλο προσωπικό ο Γκαράσιμ είχε σχέσεις, δε θα λέγαμε φιλικές, απλώς κανονικές. Τους θεωρούσε πάντως δικούς του ανθρώπους. Εκείνοι συνεννοούνταν μαζί του με χειρονομίες, αυτός τους καταλάβαινε κι εκτελούσε με ακρίβεια τις εντολές τους. Γνώριζε όμως και τα δικαιώματά του∙ κανείς δεν τολμούσε να καθίσει στη θέση του στο τραπέζι.

Γενικά ο Γκαράσιμ ήταν τύπος αυστηρός και σοβαρός και αγαπούσε σε όλα την τάξη. Ακόμα και τα κοκόρια δεν κόταγαν να τσακωθούνε μπροστά του, αλλιώς τα περίμενε συμφορά! Τα’ άρπαζε απ’ τα πόδια μεμιάς, κι αφού τα στριφογύριζε καμιά δεκαριά φορές στον αέρα, τα πέταγε χωριστά το ένα από τ’ άλλο.

Στην αυλή του αρχοντικού περιφέρονταν επίσης και χήνες∙ αλλά, ως γνωστό, οι χήνες είναι πτηνά σοβαρά και λογικά. Ο Γκαράσιμ τους φερόταν με σεβασμό, πήγαινε και τις τάιζε, κι έμοιαζε κι ο ίδιος με επίσημο αρχιχήνο.

Του είχανε δώσει μια καμαρούλα πάνω από την κουζίνα και τη συγύριζε σύμφωνα με τα γούστα του. Είχε φτιάξει το κρεβάτι του από σανίδες βαλανιδιάς στηριγμένες σε τέσσερα κούτσουρα, κρεβάτι γίγαντα, στ’ αλήθεια. θα μπορούσες ν’ αποθέσεις πάνω του πάνω από εκατόν πενήντα κιλά και να μη λυγίσει∙ κάτω απ’ το κρεβάτι βρισκόταν ένα βαρύ σεντούκι∙ στη γωνιά έστεκε ένα τραπέζι το ίδιο βαρύ, και πλάι του μια καρέκλα με τρία πόδια, τόσο κοντόχοντρη και στραβοπόδα, που κι ο ίδιος ο Γκαράσιμ όταν πήγαινε να τη μετακινήσει, του έπεφτε κι εκείνος χαμογελούσε. η καμαρούλα έκλεινε μ’ ένα λουκέτο που θύμιζε κουλούρι, μόνο που ήταν μαύρο∙ το κλειδί του λουκέτου το κρέμαγε στη ζώνη του∙ δεν του αρέσανε οι επισκέψεις…

Κύλησε έτσι ένας χρόνος, κι εκεί προς το τέλος του συνέβη ένα μικρό περιστατικό.

Σχόλιο
O Iβάν Tουργκένιεφ έγραψε το μικρό αυτό αριστούργημα στη διάρκεια ενός μήνα που παρέμεινε φυλακισμένος στην Aγία Πετρούπολη από τις τσαρικές αρχές εξαιτίας προηγούμενων έργων του. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Ο Σύγχρονος τον Μάρτιο του 1854, προκαλώντας προβλήματα στον λογοκριτή που το άφησε να περάσει, καθώς για κάποιους το αλληγορικό μήνυμα είναι σαφές: η άρχουσα τάξη παρουσιάζεται ως πλούσια αλλά άκαρδη και ανεύθυνη γριά αρχόντισσα, ενώ ο λαός ως ένας απλοϊκός χωρικός που μπορεί να μην έχει φωνή (βλ. και σύγχρονα ΜΜΕ), έχει όμως αξιοπρέπεια και τεράστια δύναμη. Η εικόνα που παρουσιάζεται στο κείμενο (σ. 53), με τον τεράστιο χωρικό ντυμένο στα κόκκινα να κλείνει την είσοδο στους λακέδες της εξουσίας (εδώ της αρχόντισσας) απλώς τα λέει όλα. Οι αξίες που προβάλλονται είναι η ανθρωπιά, η φιλία, η ειλικρίνεια και βέβαια η αξιοσύνη του εργάτη, για την οποία ο κόσμος τον θαυμάζει (σ.67).

Αρκετά χρόνια αργότερα (1937), ο Στάινμπεκ θα μας μιλήσει κι εκείνος για έναν ήρωα με απλοϊκή σκέψη, τεράστια δύναμη και αγάπη για τα ζώα∙ τον Λένι από το Άνθρωποι και Ποντίκια, που επίσης αντιμετωπίζεται με μίσος από τους άλλους εργάτες της φάρμας και επίσης σκοτώνει μόνος του τον σκύλο του, χωρίς ωστόσο να το θέλει.

Χρήση στην τάξη
Μέσα από το κείμενο, μπορούμε να ταξιδέψουμε στη Ρωσία του 1850, την εποχή όπου οι μεγάλοι γαιοκτήμονες εξακολουθούν να καταπιέζουν τους δουλοπάροικους που ζουν στα κτήματά τους. Αναπαριστώντας με παντομίμα το απόσπασμα στη σελ. 37, τα παιδιά μπορούν να πάρουν μια γεύση από τις συνήθειες και τα ήθη της άρχουσας τάξης της εποχής. Αν υπάρχει διαδραστικός πίνακας στην τάξη, μπορούμε επίσης να προβάλουμε μια παρουσίαση του βιβλίου μέσω slideshare.

Το κείμενο προσφέρεται επίσης για να μιλήσουμε για τις σχέσεις ανθρώπου και ζώων. Γιατί ο γίγαντας Γεράσιμος καταφεύγει στη φιλία της Μουμού; Τι βρήκε σε μια σκυλίτσα και δεν μπορούσε να έχει από τους συνεργάτες του; Παίρνοντας ιδέες από το διδακτικό σενάριο  Λογοτεχνία και Οικολογία: Άνθρωποι και ζώα (σελ.26) του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά να κατασκευάσουν μια ενημερωτική αφίσα για τον σεβασμό και την προστασία των αδέσποτων σκυλιών, χρησιμοποιώντας ιδέες και φράσεις από το κείμενο.

Κλείνοντας, να επισημάνουμε ότι στο κείμενο γίνεται αναφορά σε αρκετά στοιχεία της ρωσικής κουλτούρας (τριπλός ασπασμός, νεόνυμφοι με χήνες στις μασχάλες) και ιστορίας (Μίνιν και Παζάρσκι (σ.23 Минин и Пожарский) ή το τραγούδι των βαρκάρηδων του Βόλγα (σ. 29), τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε πολύ αποτελεσματικά αν υπάρχει μαθητής από τη Ρωσία στο τμήμα μας. Στη γνωριμία με τον ρωσικό πολιτισμό, ίσως θα είχε νόημα και η προβολή του διηγήματος σε κινούμενα σχέδια στη ρώσικη γλώσσα (με αγγλικούς υποτίτλους) από το Dailymotion.

Share/Bookmark

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Η Κίκο ταξιδεύει και γνωρίζει τον κόσμο

Υπόθεση
Η Κίκο ξεκινάει το μακρύ της ταξίδι και γνωρίζει πολλούς νέους φίλους που την βοηθούν: τον Θόδωρα το Λαγό, το Μήτσο τον κυρ πελαργό, τον μπαρμπα-Νικόλα τον γλάρο, αλλά και τον Ίωνα, επίσης γλάρο, που της μαθαίνει πώς να κάνει τις πτήσεις της τέλειες. Και πάλι με μεγάλο της όπλο τη θέληση για μάθηση, αλλά και τις ιστορίες που διηγείται, καταφέρνει να προχωρήσει, αναζητώντας τον Κίκι, το νεραϊδοπούλι με το σημάδι στο μέτωπο, από το οποίο ξεκίνησαν όλα. Θα καταφέρει άραγε να τον βρει;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μανόλης Μαυρολέων
Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός
ISBN: 978-960-16-3263-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2009
Σελίδες:138
Τιμή: περίπου 3 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ'

Κριτική
Η πολύ συμπαθητική συνέχεια της ιστορίας της Κίκο, της κότας που χάρη στη δύναμη της θέλησης, αλλά και των παραμυθιών, έμαθε να πετάει. Το δεύτερο μέρος μπορεί να μη φτάνει το πρώτο σε έμπνευση, ίσως όμως γι' αυτή την εντύπωση να φταίνε απλώς οι αυξημένες μας προσδοκίες. Σε κάθε περίπτωση, ολοκληρώνεται με συγκινητικό τρόπο μια όμορφη ιστορία που είχαμε αφήσει στη μέση! Καλό είναι όσοι θέλουν να τη διαβάσουν, να ρίξουν προηγουμένως μια ματιά στο πρώτο βιβλίο, καθώς οι αναφορές στους χαρακτήρες του είναι αρκετές. Το ανάγνωσμα προτείνεται κυρίως σε παιδιά μεγαλύτερων τάξεων (καθώς γλώσσα, σύνταξη και περιεχόμενο δεν είναι στην απλούστερη δυνατή μορφή) και φυσικά στους πιστούς φίλους της Κίκο, που θέλουν να μάθουν τι απέγινε η αγαπημένη τους ιπτάμενη κοτούλα.

Ακριβώς τρία χρόνια πριν (5 Νοε 2010), το ιστολόγιο αυτό ξεκίνησε τη διαδρομή του με το πρώτο βιβλίο της Κίκο. Περίπου 150 τίτλους αργότερα, εξακολουθεί να πονοκεφαλιάζει τον διαχειριστή και τους αναγνώστες του. Η παρουσίαση της δεύτερης περιπέτειας της Κίκο, αφιερώνεται στους συγγραφείς που συνεχίζουν να γράφουν καταπληκτικές ιστορίες, αλλά και σε όλους εσάς που τις απολαμβάνετε μαζί με τα παιδιά! Χρόνια μας πολλά!

  • Χαριτωμένοι χαρακτήρες
  • Ανάλαφροι διάλογοι
  • Συγκινητικό τέλος

  • Η σκηνή με τον βραδύγλωσσο πελαργό ίσως παρεξηγηθεί 
  • Κάποιες λέξεις (σ.46 βλάκα, ηλίθιος) θα μπορούσαν να λείπουν χωρίς να ζημιωθεί η ζωντάνια του κειμένου 
  • Έμμεσος διδακτισμός σε κάποια σημεία (π.χ. σ.110)

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Φιλία, Παραμύθι, Ταξίδια, Περιβάλλον, Χιούμορ, Διαφορετικότητα

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Εκτός από το συγκινητικό τέλος της ιστορίας, σίγουρα μένει στο μυαλό και η αερομαχία ανάμεσα στην Κίκο, τον Πέτρο το γεράκι και τον από μηχανής θεό, Κίκι (σ. 90-94)

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
«Ε! ΔΕΝ ΜΟΥ ΛΕΣ ΕΣΥ, ό,τι πουλί κι αν είσαι, τέλος πάντων, με ποιο δικαίωμα κοιμάσαι στο σαλόνι μου;»

Άκουσε κάποιον να της φωνάζει σκουντώντας τη δυνατά. Η Κίκο ξύπνησε φοβισμένη κι ετοιμάστηκε να πετάξει αμέσως, όταν είδε μπροστά της ένα μεγάλο καφέ κουνέλι. Ο ήλιος έβγαζε ήδη τις πρώτες του αχτίνες.

«Ω! Γεια σου κουνέλι, να με συγχωρείς, αλλά δεν είδα κανέναν χθες που ήρθα και δεν ήξερα ότι το μέρος αυτό ανήκει σε κάποιον. Είμαι η Κίκο, είμαι κότα. Αλλά μια κότα που πετάει…» συστήθηκε με καμάρι η Κίκο.

«Κι εγώ είμαι ο Θόδωρας και δεν είμαι κουνέλι, αλλά λαγός των αγρών. Εδώ που κοιμάσαι είναι το σπίτι μου. Ή… τουλάχιστον ένα μέρος από αυτό… Μένω μόνος μου εδώ από τότε, που, σε κάποιο άλλο μέρος, μια καταραμένη αλεπού, καθώς είχα βγει ένα βράδυ να βρω τροφή για την κυρά Θοδώρα τη γυναίκα μου, που μόλις είχε γεννήσει 13 Θοδωράκια… τα καημένα τα παιδάκια μας… Όταν γύρισα, η καταραμένη Αλεπού τους είχε φάει όλους! Φαίνεται πως η γλυκιά μου Θοδώρα είχε αντισταθεί όσο καλύτερα μπορούσε… γιατί ανάσαινε ακόμη! Όταν την πλησίασα, με κοίταξε λυπημένη με τα θλιμμένη τα μάτια και ξεψύχησε στην αγκαλιά μου!»

«Ω! Λυπάμαι! Ειλικρινά, λυπάμαι πολύ για αυτά που σου τύχανε κύριε Θόδωρα!» είπε η Κίκο κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του για να του δείξει τη συμπάθειά της.

«Μη με πλησιάζεις!» έκανε θυμωμένος και φοβισμένος ο Θόδωρας ο λαγός, ενώ είχε σηκωθεί στα πισινά του πόδια κι έδειχνε τα μεγάλα του μπροστινά δόντια, προσπαθώντας, αν και λαγός, να γίνει όσο μπορούσε πιο απειλητικός!»

«…δεν…ξέρω καν με τι τρέφεσαι…»

«Μη φοβάσαι, καλέ μου λαγέ, δεν είμαι παρά μια φιλήσυχη κότα που τρώει σπόρους και σκουλήκια της γης και το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να πετάω και να ταξιδεύω. Στο αγρόκτημα από το οποίο έφυγα, υπήρχαν κάτι ζώα που σου μοιάζουν πολύ, μόνο που είναι πιο μικρόσωμα και τα λένε "κουνέλια"…»

«Είμαστε από το ίδιο σόι, αλλά δεν είμαστε παρά μακρινά ξαεφέρφια. Αυτά ζουν σκλαβωμένα αλλά ασφαλή κοντά στους ανθρώπους. Εμείς οι λαγοί ζούμε ελεύθεροι, αλλά πληρώνουμε την ελευθερία μας με τον κίνδυνο να μας φάει κάποιο άγριο ζώο…»

«Χα…!» φώναξε κάπως ειρωνικά η Κίκο.

«Πιστεύεις δηλαδή ότι τα κουνέλια αλλά και τα άλλα ζά που τρέφουν οι άνθρωποι το κάνουν για να τα φροντίζουν και να είναι ασφαλή;»

«Μα τότε… τότε γιατί τα φροντίζουν;»

«Γελιέσαι, καημένε μου κυρ Θόδωρα! Γελιέσαι πολύ! Οι άνθρωποι τρέφουν τα ζώα ή για να τα τρώνε ή για να τους  βοηθάνε στις δουλειές τους!»

«Πω! Πω!» είπε έκπληκτος ο λαγός.

«Κι εγώ που νόμιζα…»

«Ό, τι κάνει μια αλεπού ή ένα άλλο άγριο ζώο στις κότες, τα κουνέλια, τους λαγούς, το ίδιο κάνουν και οι άνθρωποι! Και μάλιστα με μεγαλύτερη υποκρισία γιατί, μερικοί από αυτούς, κάνουν κιόλας πως μας αγαπούν! Οι ψεύτες!...»

«Ομολογώ ότι… ότι δεν τα ήξερα όλ’ αυτά…» είπε κάπως πιο ήσυχος τώρα ο Θόδωρας, ξαναπέφτοντας και στα τέσσερα πόδια του. Αν και αυτά που άκουγε δεν ήταν καθόλου ευχάριστα, κατάλαβε ότι από την Κίκο, τουλάχιστον, δεν κινδύνευε…

«Κι εσύ τώρα τι σκέφτεσαι να κάνεις; Πότε θα… φύγεις από το σπίτι μου;» ρώτησε δείχνοντας πως δεν ανησυχούσε πια για την ασφάλειά του, αλλά ήθελε την ησυχία και τη γαλήνη της μοναξιάς του.

«Άκουσε, κύριε Θόδωρα, έχω να σου κάνω μια πρόταση: όπως σου είπα, αν και είμαι κότα, έχω μάθει να πετάω. Είμαι όμως πολύ κουρασμένη και είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα ένα τόοοοοοσο μεγάλο ταξίδι! Θα ήθελα να μείνω μια δυο μέρες εδώ, που είναι ένας ήσυχος και ασφαλής τόπος, και να εξερευνήσω την περιοχή για να δω προς τα πού θα πάω. Σου ζητάω να με φιλοξενήσεις για δυο νύχτες, αν δε σου γίνομαι μεγάλο βάρος…»

«Δεν σε ξέρω καθόλου. Είπες ότι τρως σπόρους και σκουλήκια, αλλά ούτε αυτό ξέρω αν είναι αλήθεια. Κι έπειτα, πώς να πιστέψω μια κότα που… λέει ότι πετάει;»

Αντί να πει τίποτε άλλο η Κίκο, έβγαλε από το σακίδιό της μερικούς σπόρους, του έφαγε, κι έπειτα έκανε ένα μικρό πέταγμα για να ξεμουδιάσει. Όταν ξαναγύρισε στο… σαλόνι του κυρ Θόδωρα, του είπε με ηρεμία για να τον καθησυχάσει:

«Πείστηκες τώρα;»

«ναι, αλλά…» ξανάπε ο δύσπιστος λαγός, κοιτώντας τη σκεφτικός αλλά και έκπληκτος μετά την πτήση που είχε κάνει.

«Εσύ θα έχεις από μένα δυο τρεις βραδιές φιλοξενίας. Εγώ τι θα πάρω;»

«Ξέρεις ιστορίες;»

«Ιστορίες; Τι είναι πάλι αυτό;» ρώτησε ο λαγός γεμάτος απορία.

«Ιστορίες; Παραμύθια; Μύθους;»

«Και σαν τι είν’ αυτά τα πράγματα; Τρώγονται;»

«Δεν τρώγονται, αλλά είναι η καλύτερη τροφή για τη φαντασία μας!»

Σχόλιο
Στο βιβλίο συναντάμε τρεις "λυπητερές" σκηνές:  το ξεκλήρισμα της οικογένειας του λαγού από μια αλεπού (σ.18), τον πυροβολισμό ενός πουλιού από κυνηγούς (σ.26) και τον θάνατο της κυρα-Καλής (σ.136), στο τέλος της ιστορίας. Ο συγγραφέας προσπαθεί να μη σταθεί σε αυτές τις εικόνες, αλλά δείχνει τους ήρωες να προχωρούν πέρα από τις απώλειες, συνεχίζοντας τις ζωές τους με ελπίδα. 

Ειδικά για το επεισόδιο με την αλεπού, βλέπουμε προς το τέλος της ιστορίας ο λαγός να εκφράζει στην Κίκο κάποιες μεταναγνωστικές ανησυχίες του σχετικά με τα στερεότυπα των παραμυθιών. Γιατί πάντα το καλό να είναι και όμορφο ενώ το κακό να είναι και άσχημο; Αναρωτιέται. Εμείς, αν μπορούσαμε, θα του απαντούσαμε ότι ούτε καλό, ούτε και κακό υπάρχει στη φύση. Όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν. Το ίδιο και η αλεπού, που και αν έφαγε την οικογένεια του λαγού, δε σημαίνει ότι έτρεφε κακία γι' αυτήν.

Χρήση στην τάξη - Δραστηριότητες
Το βιβλίο προσφέρεται για παρουσίαση σε βιβλιόκουτο (βλ. εδώ πρώτη επαφή - book slam), καθώς η Κίκο κουβαλάει μαζί της ένα σωρό αντικείμενα-κλειδιά που μπορούμε να τοποθετήσουμε σε ένα κουτί παπουτσιών: (σ. 15) σπόρους, ένα γαλάζιο κουμπί, ένα άσπρο φτερό, μια μικρή κόκκινη κλωστούλα, μπορούν να βρεθούν εκεί μαζί με άλλα αντικείμενα που προκύπτουν από την εξέλιξη της ιστορίας  Βγάζοντας τα αντικείμενα από το κουτί ένα - ένα, ζητάμε από τους μαθητές να ανασυνθέσουν την ιστορία, ή να δημιουργήσουν βασιζόμενοι σε αυτά ένα δικό τους παραμύθι από την αρχή.

Πολύ εύκολα επίσης, μια και η (γραμμική) εξέλιξη της πλοκής στηρίζεται στους νέους φίλους που η Κίκο κάθε φορά γνωρίζει, μπορούμε να κατασκευάσουμε μαζί με τα παιδιά ένα νοητικό χάρτη της ιστορίας (βλ. εδώ παράγραφος 22) τόσο απλό όπως στο προσχέδιο της εικόνας ή και πιο περίπλοκο.


Κάπως διασκεδαστικότερο ίσως αποδειχθεί το να προσπαθήσουμε να κατασκευάσουμε μέσα στην τάξη κάποια λίμερικς σχετικά με την ιστορία. Περισσότερες λεπτομέρειες για τη δομή των λίμερικς εδώ (παράγραφος 24ε). Το επεισόδιο με τον κυρ-πελαργό, θα μπορούσε π.χ. να μας δώσει κάτι σαν:

 
Ο Μήτσος ο κυρ πελαργός
στην ομιλία ήταν αργός
μα η Κίκο τονε παίδεψε
κι η γλώσσα του ξεμπέρδεψε
κι έγινε ο Μήτσος πιο γοργός





Αν ωστόσο αναζητούμε εγγυημένη διασκέδαση στην αίθουσα, και εφόσον έχουμε ήδη ξεκαθαρίσει ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν κρύβει κάποια προσβολή προς τα άτομα με προβλήματα λόγου, μπορούμε να αναπαραστήσουμε τη σκηνή με τον πελαργό που γιατρεύεται από το τραύλισμα μέσα από τον καβγά του με την Κίκο (σ.29-34)!

Share/Bookmark

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Έρχεται ο Ίνξορ!

Υπόθεση
Ο μικρός Πετιλανδός Ίνξορ Αχουνόδ, ζει με την οικογένεια και τη νούρα του (ιπτάμενο ομιλούν αλεπουδογατόσκυλο) μια ήσυχη ζωή, κάνοντας στην πόλη του την Κροαλία, ό,τι περίπου κάνει και ένα παιδί της ηλικίας του στη Γη. Ονειρεύεται μια μέρα να ακολουθήσει τα χνάρια της διάσημης εξερευνήτριας Έλια Κίντιβα και να φτάσει μέχρι τον δικό μας πλανήτη. Έτσι, μετά από έναν καβγά με την αδελφή του, βρίσκει αφορμή να ξεκινήσει το ταξίδι του... το μέρος όμως στο οποίο θα βρεθεί είναι διαφορετικό (και πολύ πιο εχθρικό) από εκείνο που περίμενε. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ως κατάσκοπος και όλα δείχνουν ότι οι περιπέτειες που τον περιμένουν είναι πολλές. Θα καταφέρει άραγε να ξεφύγει και να επιστρέψει στην οικογένειά του;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αμάντα Μιχαλοπούλου
Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου
ISBN: 978-960-16-4724-1
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 173
Τιμή: περίπου 10 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Εξαιρετική, παρότι εντελώς ανορθόδοξη, διαστημική περιπέτεια με κοινωνικές προεκτάσεις, που μας διηγείται την ιστορία ενηλικίωσης ενός νεαρού εξωγήινου. Η γραφή είναι αρκετά απλή, το βιβλίο ωστόσο απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, ακόμα και σε ενήλικες. Η διήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και θυμίζει ταξιδιωτικό ημερολόγιο, χωρισμένο σε 53 μικρά κεφάλαια με έκταση από μισή έως 5 σελίδες το καθένα. Το βιβλίο μπορεί να μη συναρπάζει, διαβάζεται όμως πολύ ευχάριστα και η πλοκή προσφέρει διαρκείς εκπλήξεις που κρατάνε το ενδιαφέρον μας ζωντανό ως το τέλος. Η έκδοση είναι περιποιημένη, με σκληρό εξώφυλλο και πλούσια - αν και ασπρόμαυρη - εικονογράφηση. Προτείνεται κυρίως σε μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, ενώ περισσότερο θα την απολαύσουν όσοι αγαπούν την επιστημονική φαντασία, τους εξωγήινους και τα παράξενα ταξίδια!

  • Πλούσια φαντασία και δημιουργικότητα, η συγγραφέας γεννάει στο μυαλό της έναν καινούριο κόσμο από την αρχή
  • Θίγονται πολλά και ενδιαφέροντα θέματα που όμως προσεγγίζονται με χιούμορ, έξυπνη ματιά και πολλές φορές έμμεσα, ώστε να αποφεύγονται κουραστικοί μονόλογοι και προβληματισμοί
  • Διαβάζεται εύκολα χάρη στην ανάλαφρη αφήγηση και τα μικρού μεγέθους κεφάλαια

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Χιούμορ, Οικογένεια, Ειρήνη, Διαφορετικότητα, Ζωοφιλία, Ταξίδια, Δημοκρατία, Εγωισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όταν ο Ίνξορ αποχαιρετάει σιωπηλά τους γονείς του (σελ.65-69) πριν να ξεκινήσει το ταξίδι του.

Εικονογράφηση
Ασπρόμαυρη, σκοτεινή και ιδιαίτερη, όπως ακριβώς και το κείμενο! Η παρουσία της έντονη, δίνει στο βιβλίο κάτι από τον χαρακτήρα του, και σίγουρα συμμετέχει στην ιστορία.

Απόσπασμα
Σας γράφω από το δωμάτιό μου, που βρίσκεται στο γκραβίλι 237@ΜΚ (δηλαδή στο σπίτι 237 της οδού Μακαρά στην Κοραλία), με τον Μελφριντάκο να τρίβεται στα πόδια μου. Είμαστε κι οι δύο ξαπλωμένοι στο πανάρ μου, που, όπως όλα τα πανάρ, αιωρείται και μερικές φορές, αν ξεχάσω να κλείσω το παράθυρο, ορμάει έξω την ώρα που εγώ κοιμάμαι και ταξιδεύει στον ουρανό. Λοιπόν, για να τα ξεκαθαρίζουμε ένα ένα: 

Το γκραβίλι είναι ένα κωνικό σπίτι, σαν κυνόδοντας, φτιαγμένο από κρόαλα, με τρύπες ανοιγμένες εδώ κι εκεί (τα δωμάτια) και σήραγγες με σκαλιά για να επικοινωνούν οι τρύπες μεταξύ τους. Κάτω έχουμε την κουζίνα και το καθιστικό, στην τρύπα του δεύτερου ορόφου το δωμάτιο της Φλάρας, αποπάνω το δικό μου και στην κορυφή το δωμάτιο της Μορίζας και τους Καφάλι (εδώ στην Κοραλία τους γονείς τους φωνάζουμε με τα μικρά τους ονόματα).

Ο Μελφριντάκος είναι η νούρα μας (ούτε κι αυτή θα την ξέρετε μάλλον, είναι μια ράτσα που αφθονεί στην Κοραλία και γενικά σε ολόκληρη την Πετιλάνδη). Τέλος πάντων, δώστε βάση: η νούρα είναι κάτι ανάμεσα σε γάτα, σκύλο και αλεπού, μόνο που έχει φτερά. Μιλάει πετιλανδικά, επειδή τα ζώα της Πετιλάνδης εξελίχθηκαν πολύ τους τελευταίους αιώνες. Έφτιαξαν το Σου Ζου Που (Σωματείο Ζώων Πετιλάνδης) και υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους με συνέδρια και εράνους. Όμως, ειδικά στην Κροαλία, ζουν μαζί μας στα γκραβίλια, επειδή δεν έχουν καταφέρει να λύσουν ακόμη τα προβλήματα στέγασης κι επειδή Κροαλοί και ζώα συμπαθιούνται πάρα πολύ.

Το πανάρ είναι ένα από τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή μας. Πώς να το περιγράψω; Είναι σαν μια κάψουλα μακρόστενη, με πάπλωμα στη μέση και τριγύρω ράφια για βιβλία ή ηλεκτρονικά ή επιτραπέζια ή ό,τι άλλο χρειάζεσαι. Στο πανάρ κοιμόμαστε, με το πανάρ πάμε σχολείο (το παρκάρουμε στο προαύλιο), κι αν θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας, η οροφή της κάψουλας κατεβαίνει αθόρυβα μ’ έναν μηχανισμό και τότε δε βλέπουμε ούτε ακούμε κανέναν. Πιστέψτε με, το πανάρ έχει φοβερή ηχομόνωση. Ακόμη κι αν παίζουν απέξω το καινούριο τραγούδι των Σπινατόκο, δεν παίρνεις χαμπάρι.

Τι; Δεν ξέρετε τους Σπινατόκο; Μη με κουρντίζετε τώρα! Οι Σπινατόκο είναι ΤΟ ΚαΛΥΤΕΡΟ συγκρότημα συμπαντικής μουσικής – τουλάχιστον αυτό πιστεύουμε ο Πικασίλι κι εγώ. Η Φλάρα με τις φίλες της ακούνε φανατικά τις Ζαμπλ, δυο Κροαλές που τσιρίζουν:

«Έχασα τη νούρα μου στο δάσος/
Κι όλο αυτό από δικό μου λάθος».
(Μπλιάχ!!!)

Η Μορίζα και ο Καφάλι ζουν στον κόσμο τους, όπως όλοι οι γονείς. Ακούνε μόνο γήινη προϊστορική μουσική –Μπομπ Ντίλαν και Έλβις Κοστέλλο- πίνοντας στραγγάλ και μασουλώντας κροτίλες. (Α, ναι, το στραγγάλ είναι το απόσταγμα της στραγγαλιάς, ενός δέντρου, τέλος πάντων, που θυμίζει κάπως τις αμυγδαλιές σας. Και οι κροτίλες είναι τα δικά μας τσιπς, που αναπηδούν και θρυμματίζονται μόνα τους στο στόμα). Αλλά το εθνικό μας ποτό είναι ο χυμός φραγκούλας. Είναι μοβ, γλυκόξινος και τρομερά νόστιμος, κι όπως λέει η Μορίζα κάθε πρωί που η Φλάρα κι εγώ δεν μπορούμε ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας για να πάμε σχολείο, περιέχει τόσα αντιοξειδωτικά, που σε ξυπνάει στο πι και φι (Δε μας ξυπνάει ο χυμός φραγκούλας, στην πραγματικότητα, μας κάνει να θέλουμε να βυθιστούμε ακόμη πιο βαθιά στα πανάρ μας και να δούμε ένα δυο όνειρα ακόμα. Αυτό που μας ξυπνάει είναι η αγριοφωνάρα της Μαρίζας: «ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ ΑΜΕΣΩΣ, ΕΙΠΑ ΣΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ!!!!» και η μουσική του Καφάλι – μα, καλά, Μπομπ Ντίλαν στις  εφτά το πρωί;

Νομίζω ότι είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει με τα σχολεία, σε όποιν πλανήτη κι αν ζεις. Γιατί, δηλαδή, να αρχίζουν τα μαθήματα στις οχτώ και όχι στις δώδεκα; Και γιατί να γυρνάς το μεσημέρι, αυτή τη βαρετή ώρα που δεν ξέρεις τι να κάνεις και που όλοι οι συμμαθητές σου έχουν ιδιαίτερα μαθήματα πετιλανδικών, ανώτερων μαθηματικών ή τρένις (ξέρετε, αυτή την εξέλιξη του τένις που τρέχεις σε ένα ανοιχτό γήπεδο με μετακινούμενα δίχτυα). Αν ποτέ η Φλάρα γίνει πρωθυπουργός της Πετιλάνδης (αυτό είναι το όνειρό της, εγώ –είπαμε- θα γίνω εξερευνητής και γριφάς), αν γίνει, λοιπόν, πρωθυπουργός, θα της ζητήσω να καταργήσει τα πρωινά μαθήματα στα σχολεία (Στην Πετιλάνδη ψηφίζουν και οι μαθητές, και νομίζω πως, αν το κάνει αυτό, θα επανεκλεγεί πανηγυρικά.) Κι έτσι, όλοι θα είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι και οι γονείς δε θα ταρακουνάνε τα παιδιά τους κάθε πρωί.
Σχόλιο
Η συγγραφέας χτίζει κόσμους μακρινούς και περιπέτειες περίπλοκες, από τις οποίες επιστρέφουμε έχοντας πάρει απλά μαθήματα αγάπης, αντίστασης στην αυταρχική εξουσία, αλλά και στον φόβο που αυτή καλλιεργεί. Μέσα από κάτι το εξωφρενικά εξωγήινο, ξεπροβάλλουν τελικά αξίες ανθρώπινες όπως η ειρήνη και η δημοκρατία. Το έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χιουμοριστική επιστημονική φαντασία της αλληγορίας και αν υπήρχε ως είδος, σίγουρα θα είχε ρίζες στην Αληθή Ιστορία του Λουκιανού. Μάλλον όμως δεν υπάρχει. Οπότε δεν έχει και ρίζες. Αντίστοιχη κριτική από εξωγήινους προς τα στραβά των ανθρώπων έχουμε ξανασυναντήσει πάντως και στον Μικρομέγα του Βολταίρου. Ο Ίνξορ λοιπόν είναι σίγουρα κάτι το διαφορετικό που δεν το συναντάμε συχνά στην παιδική λογοτεχνία, και προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να το εκτιμήσουμε.

Ένα ζήτημα με τη δημιουργία φανταστικών κόσμων είναι η ισορροπία που πρέπει να τηρηθεί ανάμεσα σε «σχήματα» καινούρια - που δίνουν τον αέρα του διαφορετικού- και σε άλλα γνώριμα, μέσα από τα οποία ο συγγραφέας θα καταφέρει να συνεννοηθεί με τους αναγνώστες. Μια και το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά, τα "ξένα" του στοιχεία, όπως οι μορφές ζωής ή οι ασυνήθιστες καταλήξεις λέξεων -π.χ. ο πληθυντικός τα κρόαλα που αναφέρεται σε πέτρωμα- είναι μάλλον περιορισμένα, ενώ τα "οικεία" είναι περισσότερα: γλώσσα, κοινωνικές (οικογένεια) και πολιτικές (πρόεδρος) δομές, αλλά και η οικονομία - όπου παρότι έχει περάσει το έτος 3.000, χρησιμοποιούνται ακόμα νομίσματα. 

Για τους περίεργους που αναζητούν ψεγάδια, δεν βρήκαμε κάτι ιδιαίτερο. Το ότι η γήινη συγγραφέας κάνει ορισμένες φορές την εμφάνισή της πίσω από τον εξωγήινο πρωταγωνιστή (βλ. φράσεις όπως τα μάτια και το στόμα μας είναι στη θέση τους), είναι κάτι μάλλον φυσιολογικό, ενώ οι συμβάσεις (όπως οι κατεστραμμένες χειροπέδες του Ίνξορ που ξαναχρησιμοποιούνται λίγο αργότερα στους φρουρούς) είναι ελάχιστες.

Το μάλλον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το μέλλον που παρουσιάζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνο. Εκεί, η διαφορετικότητα είναι υπό διωγμό (οι κάτοικοι της Κροαλίας έχουν εξαφανίσει όλους τους άλλους από τον πλανήτη -σ.41), ο φόβος κυριαρχεί (με τα ζώα τα πάνε αναγκαστικά καλά -σ.17- όμως φοβούνται τους γήινους -σ.10) η φαντασία απαγορεύεται στους καλλιτέχνες (σ.43) και το κράτος πρόνοιας έχει πάει περίπατο, αφού (σ.41) το χειμώνα ο δήμος σφραγίζει τις πόρτες των σπιτιών και όποια οικογένεια δεν έχει μαζέψει αρκετές προμήθειες πεθαίνει! Για να μη μιλήσουμε για το διαβρωμένο σύστημα των πολιτικών και των γραφιάδων που μέσα από τα χρυσά τους κλουβιά, κρατάνε τους πολίτες στην άγνοια. Το μόνο που φαίνεται να λειτουργεί ανθρωπιστικά είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, που, πιστό στη θέση του Αϊνστάιν "σημασία έχει να μη σταματήσεις να ρωτάς" παράγει ανθρώπους με απορίες.

Ωστόσο, μάλλον αυτό είναι και το μήνυμα που θέλει να περάσει η συγγραφέας. Ότι ανεξάρτητα από τον χωροχρόνο που βρισκόμαστε, οι πολίτες δεν πρέπει να υπακούν (σ.98) σε πολεμοχαρείς Αρπατίλαους που τους κάνουν τη ζωή μαύρη, αλλά οφείλουν να αντιστέκονται (σ.43), να ενημερώνονται και να ενεργούν για το κοινό καλό.
Χρήση στην τάξη
Στην τάξη το βιβλίο μπορεί να σταθεί αφορμή για να δημιουργήσουμε δικούς μας φανταστικούς κόσμους όπως η Κροαλία. Τι θα συνέβαινε στον κόσμο που θα γεννούσε το δικό σου μυαλό; Τι θα φορούσαν οι άνθρωποι, πού θα έμεναν; Πώς θα φερόντουσαν ο ένας στον άλλο; Τι θα υπήρχε εκεί που δεν υπάρχει στον δικό μας κόσμο και τι θα έλειπε; Θα ήθελες και συ να ζήσεις εκεί; Και ποιους θα έπαιρνες άραγε μαζί σου; Κάνε μια ζωγραφιά για να μας δείξεις πώς θα έμοιαζε η ζωή στον πλανήτη σου!
Εκτός από το μάθημα της Γλώσσας, μπορούμε να αξιοποιήσουμε την ιστορία και στην Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, μιλώντας για το κράτος πρόνοιας και τα δικαιώματα των πολιτών. Επίσης να συζητήσουμε για τις ευθύνες που απορρέουν από τη θέση των κυβερνητών ενός κράτους και το χρέους τους προς τους πολίτες. Ανεύθυνους πολιτικούς που ενδιαφέρονται να εξυπηρετήσουν το προσωπικό τους συμφέρον ενάντια για το δημόσιο, θα συναντήσουμε εκτός από την ιστορία αυτή -και τα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων- και στο βιβλίο της Κίρας Σίνου οι Χρυσοφύλακες Γρύπες που ακολουθεί τον επόμενο μήνα.
Τέλος, ιστορίες με διαστημικά ταξίδια μπορούν πάντα να γίνουν αφορμή για να μιλήσουμε στην τάξη για το ηλιακό μας σύστημα και τις συνθήκες ζωής στους υπόλοιπους πλανήτες της γειτονιάς μας. Ποιος είναι ο κοντινότερος εξωπλανήτης στη Γη μας; Εσείς θα θέλατε να βρεθείτε εκεί και να ξεκινήσετε μια νέα κοινωνία από την αρχή;
Ο σύνδεσμος οδηγεί στη σελίδα της NASA για παιδιά: Υπολογίστε πόσο θα ήταν το βάρος σας σε άλλους πλανήτες!

Share/Bookmark

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Ο τζίτζικας ο Τζίτζι... τζικ

Υπόθεση
Όλα ξεκινούν όταν ο Τζίτζικας φωτογραφίζει μια κόκκινη πεταλούδα και έπειτα τις φιλενάδες της που ζήλεψαν και έτρεξαν κοντά του για να φωτογραφηθούν κι εκείνες. Πηγαίνει στη συνέχεια στο φίλο του τον Λαγό που έχει εκδοτικό οίκο και του προτείνει να τυπώσουν ένα παιδικό βιβλίο με πεταλούδες. Η γραμματέας μελισσούλα προτείνει το βιβλίο να είναι με μέλισσες, ενώ η θυρωρίνα χρυσόμυγα να είναι με χρυσόμυγες. Και καθώς όλοι θέλουν το δικό τους είδος να απαθανατιστεί, ο Τζίτζικας βρίσκεται ξαφνικά σε δουλειές με φούντες...

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αγαθή Δημητρούκα
Εικονογράφηση: Τατιάνα - Ραΐση Βολανάκη
ISBN: 960-378-903-8
Έτος 1ης Έκδοσης: 2001
Σελίδες: 45
Τιμή: περίπου 0,70 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη μικρή ιστορία από τη συλλογή μικρά σπουργιτάκια, τόσο απλή που δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια σχολιασμού. Προτείνεται περισσότερο σε παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού, που έχουν ήδη κατακτήσει τον μηχανισμό ανάγνωσης.


  • Επιμέλεια: Απλή αλλά πολύχρωμη εικονογράφηση, Πρωτογράμματα, χωρισμός σε μικρά κεφάλαια
  • Υλικό: φυλλάδιο με δραστηριότητες  εδώ


  • Η συντακτική πλοκή είναι κατά σημεία σύνθετη (επαυξημένες προτάσεις, μετοχές) για μικρούς μαθητές, οι οποίοι ίσως χρειαστούν βοήθεια και για να κατανοήσουν κάποιες λέξεις (εσπρέσο στρέτο) έννοιες (οικειότητα) αλλά και το βαθύτερο νόημα της ιστορίας

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Φωτογραφία

Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Τη στιγμή εκείνη άνοιξε
η πόρτα που έγραφε "Διευθυντής"
και βγήκε, ντυμένος ωραία και
αρκετά ευδιάθετος, ο ίδιος ο κύριος
Λαγός. Και, βλέποντας μπροστά του
τον τζίτζικα, του είπε, όχι σαν
βουλευτής σε ψηφοφόρο του,
αλλά σαν φίλος αδελφικός:

- Ω, τον καλό μου, τον αγαπητό
μου φίλο τον κύριο Τζίτζικα!
Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει
στα λημέρια μας;

- Ο άνεμος της καλλιτεχνίας,
απάντησε γελαστός ο τζίτζικας.
Εδώ τις έχω τις πεταλουδίτσες,
εδώ, μέσα στο φάκελο.

- Και δε φοβάσαι να μη σκάσουν,
οι καημένες; ρώτησε ανήσυχος
ο κύριος Λαγός.

Κι ο τζίτζικας, κάνοντας λίγο
χιούμορ κι ελαφρό, απάντησε:

- Για να μη σκάσουνε λοιπόν,
κλεισμένες σ' ένα φάκελο,
μπορούμε να τις βγάλουμε από δω
και να τις βάλουμε σ' ένα βιβλίο!

- Μα... κάτι πήγε να πει
ο κύριος Λαγός.

- Να μη σε ταλαιπωρώ,
τον πρόλαβε και τον καθησύχασε
ο κύριος Τζίτζικας. Οι πεταλούδες
είναι σε φωτογραφίες. Ορίστε,
κοίταξέ τες και πες μου
πώς σου φαίνονται.

- Λέω κι εγώ, είπε
με ανακούφιση ο κύριος Λαγός.
Μα, τότε, δεν είναι καλύτερα
να περάσουμε στο γραφείο μου,
να τις δούμε και να τα πούμε
με ησυχία, πίνοντας το καφεδάκι μας,
όπως πάντα;

- Βεβαίως! αναφώνησε και
με το φίλο του συμφώνησε
ο τζίτζικάς μας και...

- Τι καφέ προτιμάτε να σας
φέρω, κύριε Τζίτζικα; ρώτησε,
σαν καλή γραμματέας, η κυρία
Μέλισσα.

- Έναν ελαφρύ γαλλικό,
παρακαλώ, αν δε σας βάζω σε κόπο,
είπε, γεμάτος ευγένεια, ο τζίτζικας,
και μπήκε πρώτος στο γραφείο.

- Κάθισε, αγαπητέ μου, του είπε
ο κύριος διευθυντής.

- Ευχαριστώ, ψιθύρισε ο κύριος
φωτογράφος μας.

Ώσπου να φέρει η κυρία Μέλισσα
τους καφέδες, τον ελαφρύ γαλλικό
του τζίτζικα και τον εσπρέσο,
ως συνήθως στρέτο, του λαγού,
παρ' όλο που τους έφερε αμέσως
ο κύριος διευθυντής όχι μόνο
πρόλαβε και είδε τις φωτογραφίες
όλες, αλλά πρόλαβε ακόμα και
να ενθουσιαστεί μ' αυτές. Οπότε
γύρισε προς τον τζίτζικα και
του είπε:

- Η δουλειά σου είναι υπέροχη!
Θα φτιάξουμε ένα πολύ όμορφο
παιδικό βιβλίο.

- Έτσι πιστεύω κι εγώ, είπε
ο τζίτζικας, με τα μάτια του και
τα φτερά του να λάμπουνε
από χαρά. Ένα βιβλίο με πεταλούδες
είναι ό,τι πρέπει για τα παιδιά!

Σχόλιο
Η κεντρική ιδέα πίσω από την ιστορία, είναι πως το τερέτισμα των τζιτζικιών, θα μπορούσε να προέρχεται από τη φωτογραφική τους μηχανή. Γι' αυτό λοιπόν μην ξαφνιαστείτε αν ακούσετε κάποια στιγμή κοντά σας αυτό το τζίτζιι...τζικ, τζίτζιιι... τζικ, τζίτζιιι... τζικ. Χαμογελάστε, απλά, και πάρτε πόζα, αναφέρεται στον επίλογο (σ. 45) Στην ψηφιακή ωστόσο εποχή, ο ήχος αυτός είναι ένα απλό ηχητικό εφέ για να συνδέει τα σύγχρονα μοντέλα μηχανών με τα παλαιότερα (πριν το 1994), που χρησιμοποιούσαν φιλμ (λίγα λόγια για την εξέλιξη των φωτογραφικών μηχανών εδώ).
Όπως φαίνεται και στο απόσπασμα, στο κείμενο επιβεβαιώνονται τα κυρίαρχα πρότυπα των φύλων. Διευθυντής είναι ο Λαγός και γραμματέας η Μέλισσα, που φυσικά ψήνει και τους καφέδες. Αντίθετα, άλλα στερεότυπα όπως αυτό του τεμπέλη τζίτζικα (σ.36) βλέπουμε πως ανατρέπονται, αφού ο φωτογράφος εργάζεται πραγματικά σκληρά, μέχρι που φτάνει ο χειμώνας. Πληροφοριακά, τα τζιτζίκια ανάλογα με το είδος τους, ζουν γύρω στα 4 χρόνια κάτω από τη γη και 2 έως 17 χρόνια στα δέντρα.

Share/Bookmark

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Αντίσταση

Υπόθεση
Το βιβλίο αποτελείται από 15 κεφάλαια, το κάθε ένα με κάμποσες σύντομες, συνήθως αυτόνομες ιστορίες γύρω από ένα κύριο θέμα.
1. Η πρώτη σπίθα - Η πρώτη πράξη Αντίστασης, το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη.
2. Οι πιτσιρίκοι - Τέσσερις ιστορίες θάρρους και αυταπάρνησης με πρωταγωνιστές μικρά παιδιά.
3. Ο Αέρας της Αλβανίας - Τρεις ιστορίες για τη νοοτροπία των Ιταλών κατακτητών και τη σχέση τους με τους Γερμανούς.
4. Η δόξα των Γκλοριόζων - Ιστορίες που μιλούν για τη δειλία των Ιταλών κατακτητών, αλλά και για τον τύπο του "συνετού" Έλληνα που "δεν θέλει μπλεξίματα". Αναφορά στον νόμιμο και παράνομο κατοχικό Τύπο.
5. Συλλαλητήρια - Αναφορά στις μεγάλες διαδηλώσεις της 28/10/1942, της 5/3/1943 και της 25/3/1943
6. Το Πνεύμα και το Κτήνος (ακατάλληλο) - 7 Ιστορίες για το πώς ο οπλισμός και τα πολεμοφόδια έφταναν στους αντάρτες, για το τι συνέβαινε στις φυλακές Αβέρωφ και για την χαζή προπαγάνδα των Γερμανών.
7. Οι Βούλγαροι - Δύο ιστορίες για το συλλαλητήριο της 22/7/43 ενάντια στην γεωγραφική επέκταση της ζώνης Βουλγαρικής κατοχής.
8. Πτώση των Γκλοριόζων - Έξι ιστορίες από τις ημέρες της ιταλικής συνθηκολόγησης και τις συνέπειες που είχε αυτή στη συμπεριφορά Ιταλών και Αθηναίων, αλλά και στον αντιστασιακό αγώνα.
9. Στη Μέση Ανατολή - Έξι ιστορίες για τη δράση του Ελληνικού στρατού τον καιρό της συνθηκολόγησης των Ιταλών, και η περιπέτεια της "Λευκής", ενός πλοίου που χάρη στο ελληνικό του πλήρωμα πέρασε σε συμμαχικά χέρια κάτω από τη μύτη των Γερμανών.
10. Κύκλοι της Κόλασης (ακατάλληλο) - Επτά ιστορίες για τις θηριωδίες των Γερμανών σε Χορτιάτη, Καλάβρυτα, Δίστομο, γνωριμία με τα κολαστήρια της Μέρλιν, το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι και το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Αναφορά στην κυβέρνηση Ράλλη.
11. Σκιά του εμφυλίου (ακατάλληλο) - Δεκαοκτώ ιστορίες για την εχθρότητα, τις προκλήσεις και τις συγκρούσεις ΕΑΜιτών και τσολιάδων των ταγμάτων ασφαλείας. Ανακοινώσεις αντιποίνων, οι μάχες στο "κάστρο του Υμηττού" και στο σπίτι της οδού Μπιζανίου, η αδράνεια της αστυνομίας και τελικά η συμφωνία του Λιβάνου που δίνει ελπίδες για εθνική συμφιλίωση.
12. Δροσιά από το Ρίμινι - Ενώ στην Αθήνα τον Αύγουστο του '44 αρχίζουν τα μπλόκα, η Γ' Ορεινή Ταξιαρχία γράφει σελίδες δόξας, καταλαμβάνοντας το Ρίμινι.
13. Τα μπλόκα (ακατάλληλο) - Εννέα ιστορίες με φρικτές περιγραφές των μπλόκων του Παγκρατίου (11 νεκροί), της Κοκκινιάς (200 νεκροί) και της Καλλιθέας (25 νεκροί). Οι κλούβες των Γερμανών ως τελευταίο μέτρο κατά των αντιστασιακών επιθέσεων στις αμαξοστοιχίες.
14. Προς το τέλος - Τέσσερις ιστορίες από τις μέρες αποχώρησης των Γερμανών.
15. Το σπασμένο κοντάρι - Επίλογος - σύντομη αναφορά στο απέραντο φρενοκομείο χαράς της 12ης Οκτωβρίου 1944.
Bégouën, Max

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Μαρία Δ. Ψαθά
Συγγραφέας: Δημήτρης Ψαθάς
Bégouën, Max
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Bégouën
Εικονογράφηση: Φωκίωνας Δημητριάδης
ISBN: 960-7572-28-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2002 (1945)
Σελίδες: 275
Τιμή: περίπου 17 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γυμνάσιο

Κριτική
Συγκλονιστικά χρονογραφήματα της κατοχικής Αθήνας από έναν μεγάλο δάσκαλο του είδους, τον Δ. Ψαθά. Σίγουρα δεν πρόκειται για βιβλίο παιδικής ή εφηβικής λογοτεχνίας, κάποια όμως κεφάλαια που αφορούν τη δράση παιδιών (πιτσιρικαρία, σαλταδόροι, αλάνια, μαρίδα, κλπ.) μπορούν άνετα να χρησιμοποιηθούν στην τάξη ως αποσπάσματα. Προτείνεται κυρίως σε γονείς και συναδέλφους, που ενδιαφέρονται να παρουσιάσουν στους μαθητές την καθημερινότητα των Αθηναίων στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής.

  • Η ματιά του αφηγητή είναι έξυπνη και ζωντανή, ακριβής και απέριττη, μας μεταφέρει μόνο όσα χρειάζεται να μάθουμε
  • Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πραγματικά, πολλές φορές με ημερομηνίες και ονόματα, κάτι που μετατρέπει το βιβλίο σε μια συγκλονιστική μαρτυρία μιας εποχής που ελπίζουμε να μην χρειαστεί να ξαναζήσουμε


  • Οι σκληρές σκηνές είναι αρκετές, πολλές φορές περιγράφονται απάνθρωπα βασανιστήρια και εκτελέσεις. Γι' αυτό και τα κεφάλαια 6, 10, 11 και 13 θεωρούμε ότι είναι εντελώς ακατάλληλα για παιδιά.
  • Οι χαρακτηρισμοί για τους κατακτητές δικαιολογημένοι αλλά αρκετά σκληροί.

Αξίες - Θέματα
28 Οκτωβρίου, Ιστορία, Ανθρωπισμός, Βία, Πατριωτισμός, Περιπέτεια, Ανισότητα, Αλτρουισμός

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Στο συλλαλητήριο της 22/7/43 ενάντια στην επέκταση της ζώνης Βουλγαρικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη, οι ηρωίδες Παναγιώτα Σταθοπούλου και Κούλα Λίλη δεν διστάζουν να επιτεθούν άοπλες σε γερμανικό τανκ! Η δεύτερη, λίγο πριν πέσει νεκρή, χτυπάει με το τσόκαρό της στο κεφάλι τον οδηγό...

Εικονογράφηση
16 χαρακτηριστικές για την εποχή γελοιογραφίες του Φωκίωνα Δημητριάδη, οι τέσσερις συγκεντρωμένες στο τέλος του βιβλίου.

Απόσπασμα 
Εκεί στην οδό Αμερικής είναι το «Κομάντο Πιάτσα». Κι οι δυο σκοποί που στέκονται στην πόρτα του αποτελούν τη μεγαλύτερη απόλαυση του Αθηναίου. Ευτυχώς. Η αυτοκρατορία του Μπενίτο δεν άφησε τίποτα όπου να μην έχει φυσήξει την πνοή της ελαφρής οπερέτας που χαρακτηρίζει ολόκληρο το καθεστώς του φασισμού της Ρώμης. Κρυφογελάνε οι Έλληνες. Γιατί ο τρόπος που χαιρετάνε οι δυο σκοποί καραμπινιέροι της πόρτα του «Κομάντο Πιάτσα» είναι απ’ τα πιο ξεκαρδιστικά πράγματα που μπορεί ν’ αντικρίσει κανένας μες στη βασανισμένη τούτη πόλη. Κάθε τους χαιρετισμός είναι πάταγος σωστός:
Γκράγκ
γκραγκ-γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ!
Χαλασμός. Οι δυο σκοποί έχουν καθένας κάτω απ’ τα πόδια του ένα ξύλινο ανάβαθρο ώστε να κάνει κρότο. Καρφωμένο το κεφάλι. Τα μάτια γουρλωμένα. Τα χείλια τους σφιγμένα. Το στήθος τεντωμένο. Βροντούν λοιπόν πρώτα την αρβύλα. Προσοχή. Φουχτιάζουν ύστερα με πάταγο το όπλο. Το πάνε δεξιά, το πάνε αριστερά, το τινάζουνε μπροστά, το σηκώνουνε ψηλά κι ύστερα το βροντάνε κάτω. Κι αμέσως τινάζουν πάλι την αρβύλα στο σανίδι, γκραγκ! -ανάπαυση. Στην ευθυμότερη οπερέτα η κωμικότερη φαντασία δεν θα μπορούσε να σοφιστεί στρατιωτικό χαιρετισμό πιο διασκεδαστικό:
Γκράγκ
γκραγκ-γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ-γκραγκ
γκραγκ!
Σαρκαστικός στέκεται ο κόσμος και χαζεύει τις βροντερές κινήσεις των σκοπών, που είναι κάτι ανάμεσα σουηδικής γυμναστικής, μπαλέτου επιθεώρησης και στρατιωτικού χαιρετισμού. Σαν συμπλήρωμα, μάλιστα, του κωμικού έρχονται τα γραφικά ναπολεόντεια τρικαντό των δυο καραμπινιέρων και μια ταμπέλα από ΄πάνω τους με την επιγραφή: ΧΑΙΡΕΤΑΤΕ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ. Περνούνε και τ’ αλανάκια:

- Χαιρέτα, ρε!

Και χαιρετά ο γαβριάς φασιστικά. Το λιπόσαρκο κορμί του τσιτωμένο. Το στήθος φουσκωμένο. Το δεξί χέρι απλωμένο μπρος, γυρισμένο το κεφάλι και το μάτι στον σκοπό.  Περνάει έτσι περπατώντας κωμικά, με τον βηματισμό της χήνας. Ένδειξη και φόρος σεβασμού στην αυτοκρατορία του Μπενίτο απ’ τη μαρίδα της Αθήνας, στην οποίαν απαντούν οι Ιταλοί με άγριο κυνηγητό:

- Όστια!

Είχε, λοιπόν, και σήμερα βουτήξει ο Ιταλιάνος έναν αλανάκο και τον έδερνε. Έκλαιγε και τσίριζε ο μικρός, που δεν ήταν ούτε δέκα χρονών. Περνούσε κι ένας κύριος ηλικιωμένος, μ’ άσπρα μαλλιά, που είχε την αφέλεια να πιστέψει πως η ηλικία κι η εμφάνισή του θα ενέπνεαν κάποιο σεβασμό. Έκανε παρατηρήσεις στον Ιταλιάνο:

- Γιατί το δέρνεις;

- Έτσι τέλει!

- Δεν το λυπάσαι; Εσύ, ένας στρατιώτης της ιταλικής αυτοκρατορίας να σκοτώνεις στο ξύλο ένα παιδί που δεν φτάνει ούτε ως το γόνατό σου;

- Πόρκα Μαντόνα!

Αφρίζει ο Ιταλιάνος, αφήνει τον μικρό, βουτά τον άνθρωπο απ’ τον σβέρκο και με κλοτσιές τον οδηγεί παραπέρα, σ’ ένα τοίχο. Όπου ήταν γραμμένη μια απ’ τις χιλιάδες επιγραφές των δρόμων της Αθήνας: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ.

- Σβήσει εσύ!

- Πώς να τα σβήσω;

- Με το γλώσσα!

Κοιτά ο άνθρωπος την επιγραφή. Είναι γραμμένη με μπογιά. Πώς να την εξαφανίσει με τη γλώσσα του; Γυρνά στον Ιταλό με μάτι απορημένο. Μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο είναι η απάντηση. Βροντά το πρόσωπο του ανθρώπου στον τοίχο. Κι ώσπου να ξεζαλιστεί, του ‘ρχεται μια κλοτσιά με την αρβύλα. Σηκώνεται και τ’ όπλο. Δυο-τρεις με τον υποκόπανο μες στα πλευρά του.

- Σβήσει εσύ αυτό!

- ;;;

- Σβήσει με το γλώσσα!

Κι αν δεν σβήσει, λέει, τα γράμματα, θα τον σκοτώσει εκεί μέσα στον δρόμο, μπροστά στον κόσμο που παρακολουθεί από μακριά. Ο άνθρωπος, είπαμε, είναι ηλικιωμένος. Ψηλός. Φαίνεται από σπίτι. Οι τρόποι ευγενικοί. Φορά κοστούμι ριγέ γκρίζο, άσπρο μεταξωτό πουκάμισο και μπλε γραβάτα. Πεντακάθαρος. Πολύ κοκέτης. Α[ τους γέρους, δηλαδή, εκείνους που νομίζεις πως νίκησαν τον χρόνο και που η ζωή, φαίνεται δεν τους πίκρανε πολύ. Σίγουρα έχει γυναίκα και παιδιά. Σε κακοριζικιές της τύχης δεν φαίνεται πολύ συνηθισμένος ούτε σε τραχείς αγώνες. Δυο-τρεις κλοτσιές ακόμα -η κάννη του ντουφεκιού μες στα πλευρά του- και λυγίζει. Κατάχλομος. Τα χάνει. Βγάζει τη γλώσσα κι αρχίζει να γλείφει τον τοίχο.

Κοιτούν οι άλλοι. Ασπρίζουν τα πρόσωπα απ’ το μίσος. Σφίγγονται οι γροθιές. Ποιος όμως να σώσει τον ασπρομάλλη κύριο; Άοπλοι είναι κι έχουν μαζευτεί στο μεταξύ κι άλλοι καραμπινιέροι. Με πιστόλια, με ντουφέκια, με χειροβομβίδες. Τα μάτια τους στον άνθρωπο. Σκυμμένος στον τοίχο εκείνος γλείφει τα γράμματα. Ιδρώτας στάζει απ’ το πρόσωπό του, η γλώσσα του ματώνει. Απελπισμένα μάτια, γυρίζει στους καραμπινιέρους. Έρχεται μια κοντακιά μες στα πλευρά του. Αδύνατο ν’ αντέξει. Παρακαλά. Κλοτσιές βροντούν στα πισινά του.

Και τότε γίνεται τούτο. Μαζεύονται οι γαβριάδες. Μαζί τους κι ο μικρός που έφαγε το ξύλο και στοίχισε στον ασπρομάλλη κύριο την περιπέτεια.

- Απάνω τους!

- Είναι πολλοί, ρε.

- Μακαρονάδες, ρε. Φοβάσαι; Άμα τους φωνάξεις «αέρα», φτάνει. Σαν τα κοτόπουλα ζαλίζονται που τ’ ακούνε μοναχά. Ίσα, ρε μάγκες. Ντου!

Ντου. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται να χυμήξουν σε καμιά αποθήκη. Το «ντου» θα γίνει, όπως και στην Αλβανία. Είναι παιδιά ως δέκα-δώδεκα χρονών, κουρελίδικα, ξυπόλυτα, που άλλο όπλο δεν έχουν απ’ την ψυχή και απ’ τα πόδια τους. Σαν σαΐτες χυμάνε όλα μαζί.

- Αέρρρρρα!

Ακούνε οι Ιταλιάνοι και τρελαίνονται. Σαν παλαβοί χυμούν στα πιτσιρίκια. Σβέλτα εκείνα, γίνονται καπνός. Τρέχουν οι Ιταλιάνοι, βλαστημάνε. Σκορπίζουν εκείνα στις παρόδους. Κι από τη σύγχυσή τους δεν ρίχνουν ούτ’ ένα πυροβολισμό. Ο άνθρωπος εγλύτωσε… 
κεφ.11  Το κάστρο του Υμηττού ήταν αυτό το μικρό σπίτι
Χρήση στην τάξη
Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να προτείνει το βιβλίο αυτό στα παιδιά, μπορεί όμως να το συζητήσει με τους γονείς τους και να επιλέξει συγκεκριμένες ιστορίες -κυρίως από τα κεφάλαια 2 και 3- για να τις παρουσιάσει στην τάξη. Μέσα σε αυτές, τα παιδιά θα γνωρίσουν το αυθεντικό πλαίσιο της εποχής και θα συναντήσουν περιστατικά που αναφέρονται σε άλλα, πιο κατάλληλα βιβλία για την εποχή, όπως στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου (σκηνές από τις πορείες και τα παιδιά με τις μπογιές), τα Παιδιά της Αθήνας (σκηνή με σαλταδόρο που προσπαθεί να ανάψει το τσιγάρο του από το φανάρι του φορτηγού), κ.ά.
Απελευθέρωση: Πλατεία Συντάγματος 12 Οκτωβρίου 1944

Share/Bookmark

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Παιδιά της Αθήνας


Υπόθεση
Στην κατοχική Αθήνα του Απρίλη του 1944, παρακολουθούμε τον Φωτάκη μαζί με μια ομάδα παιδιών να μεγαλώνουν μέσα στις στερήσεις και τους κινδύνους. Παρά τις δυσκολίες, προσπαθούν με τον τρόπο τους και καταφέρνουν να βοηθήσουν τους μεγαλύτερους στην Αντίσταση κατά των Γερμανών.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Σύγχρονη Εποχή
Συγγραφέας: Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής
Εικονογράφηση: Θανάσης Φάμπας
ISBN: 978-960-451-153-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 1952
Σελίδες: 146
Τιμή: περίπου 9 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε', Στ', Γυμνάσιο

Κριτική
Εξαιρετική περιπέτεια αντιστασιακής δράσης, γεμάτη αποστολές, παρακολουθήσεις σπιούνων και ανδραγαθήματα που κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Προτείνεται κυρίως στους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού αλλά και του γυμνασίου, που ενδιαφέρονται για τα χρόνια της κατοχής στην Αθήνα.

  • Ενδιαφέρουσα πλοκή, χωρίς κενά
  • Χαρακτήρες ολοζώντανοι και συγκλονιστικοί
  • Πολύ καλογραμμένο, ακόμα και οι δύσκολες σκηνές (σ.12, 27, 94, 119) δίνονται με ευαισθησία και τρόπο που δεν σοκάρει
  • Περιέχει πολλές πληροφορίες για τη ζωή στην κατοχική Αθήνα
  • Μικρές περιλήψεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου


  • Στην παλιά έκδοση που διαβάσαμε η εικονογράφηση ήταν μάλλον ανεπαρκής και η ορθογραφία ιδιαίτερη (τέτια, δουλιά, να δόσει, κ.ά.)

Αξίες - Θέματα
Υπευθυνότητα, Απώλεια, Κατοχή, Γενναιότητα, Φιλία, Συνεργασία, Ειρήνη, Αξιοπρέπεια

Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Η έφοδος των Χιτών στο σπίτι του Φωτάκη (σ.27-28) κόβει την ανάσα!

Εικονογράφηση
Απόσπασμα 
Η αλήθεια είναι πως η Ρηνούλα ήταν κι ένα χρόνο μεγαλύτερη: στα δεκατρία αυτή. μα τί είναι ένας χρόνος; Άνοιξες τα μάτια – τά ‘κλεισες!

Αυτό, βέβαια, όταν δεν είναι πόλεμος. Τώρα, με την Κατοχή, ο χρόνος είναι μακρύς, πολύ μακρύς... Δε λέει να τελειώσει. Μέτρα, λοιπόν, τους τρεις που έχουνε στην πλάτη τους... Στα 44 βρισκόντουσαν. Τέταρτη Άνοιξη.

Μια άνοιξη που φαινότανε! Τη νιώθανε! τις άλλες, θαρρείς και δεν τις είχε προσέξει ο κόσμος. Τώρα, κάθε βλαστάρι τους τη θύμιζε: άνοιξη!

Θα πεις, επειδή ήταν τώρα πια και οι λεύτερες συνοικίες στην Αθήνα; Η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Κοκκινιά. Για να μπούνε σ’ αυτές οι γερμανοτσολιάδες έπρεπε να δώσουν μάχη, όχι αστεία. Ήταν και τα νέα από τα μέτωπα: ο Κόκκινος Στρατός πολέμαγε τώρα έξω από τη χώρα του, μέσα σε εχθρικό έδαφος.

Το χωνί είχε βγει κιόλας στους δρόμους.

«Πατριώτες! Η Ώρα της λευτεριάς πλησιάζει! Όλοι στ’ Άρματα, όλα για τη Νίκη!»

Τ’ αγιόκλημα είχε ανθίσει στους φράχτες. Κι οι λεμονιές. Είχαν πολλές στη γειτονιά τους, γιατί εκεί, πριν από χρόνια ήταν, λέει, λεμονοδάσος.

Η τέταρτη άνοιξη από τότε που ακούγεται η μπότα του κατακτητή στον τόπο. Ερχόντουσαν και φεύγανε η μια μετά την άλλη άνοιξη μ’ άνοιξη, χωρίς να χαρούνε οι άνθρωποι τα λουλούδια και τον ήλιο. Περάσανε βαριές σαν χειμώνες, κρύες και σκοτεινές, σα να’ τανε όλα τούτα τα χρόνια ένας μεγάλος, μακρύς πικρός χειμώνας. Μόνο χειμώνας. Ατέλειωτος. Και μονάχα ο αγώνας σα να ζέσταινε λίγο τις ψυχές των ανθρώπων.

«Θάνατος στους χιτλερικούς που κουβάλησαν το θάνατο!»
Ακούστηκε πάλι το χωνί μέσα στη νύχτα. Πριν σβήσει ο απόηχος, να και ο Λευτέρης στην πόρτα.

- Τ’ άλλα παιδιά δεν τα βρήκα, είπε μόλις μπήκε. Τι λες, πάμε μόνοι μας για γράψιμο; Οι επονίτες βγήκαν κιόλας, τους άκουσες.

- Έχουμε μπογιά; ενδιαφέρθηκε ο Φωτάκης.

- Κάτι γίνεται... Βρήκα ένα μπουγιέλο...

Ο Λευτέρης έφερε νερομπογιά, ξεραμένη μέσα σ’ ένα ντενεκεδάκι από κονσέρβα. Την ανακάτεψαν με ένα πινέλο και νερό και την αραίωσαν. Έγινε όμως πολύ αραιή, ξεπλυμένη – καλή ήταν, από το τίποτα. Τώρα, μπορεί να θύμωνε πάλι η Σόνια, γιατί η μπογιά ήταν κόκκινη, ενώ τα αετόπουλα έπρεπε να γράφουν με πράσινη. Αυτά θα κοιτάξουμε τώρα;

Βάλανε σ’ ένα δίχτυ το μπουγιέλο με την μπογιά και δυο σακούλες με άμμο.

Θα γράφανε απέναντι από το Φάρο, στην οδό Θήρας και Αχαρνών. Είχαν επισημάνει από νωρίς το μέρος, ένα μεγάλο φράχτη με λίγα γραψίματα, που είχε χώρο και για το δικό τους. Μόλις κάνανε να βγούνε στην Αχαρνών, άκουσαν βήματα.

Κόλλησαν στο κούφωμα μιας πόρτας και περίμεναν. Άκουγε ο Φωτάκης την καρδιά του να χτυπάει και αναρωτιότανε μήπως καταλάβουν την παρουσία του από αυτόν τον χτύπο. Θες ν’ ακούγεται η καρδιά του όπως την ακούει αυτός; Αλλοίμονό του!

Μα όχι, δεν ήταν χωροφύλακες, ούτε χίτες. Ήταν από τις ομάδες περιφρούρησης της γειτονιάς: νέοι της ΕΠΟΝ. Μια κοπέλα κράταγε το χωνί: φάνηκε η σκιά της απέναντι, στον τοίχο. Τράβηξαν οι νέοι για τον Άγιο Παντελεήμονα, και βγήκαν τα παιδιά από την κρυψώνα τους.

- Εσύ θα φυλάς στη γωνία! Μόλις ακούσεις κάτι, σφύριξε!

Ένιωθε το χέρι του να τρέμει, ο Φωτάκης. Στα πρώτα γράμματα. ύστερα έγινε πιο σταθερό. ήταν βλέπεις και η φωνή του κοριτσιού που ακουγότανε από μακριά:

- «Πατριώτες! Η ώρα της Λευτεριάς πλησιάζει! Όλοι στ’ Άρματα, όλα για τη Νίκη! Θάνατος στο φασισμό! Λευτεριά στο Λαό!»

Λες και του υπαγόρευε η μακρινή, ζεστή φωνή, ο Φωτάκης έγραφε το σύνθημα κι είχε ξεχαστεί. Σα να’ ταν στο σχολειό, και ο δάσκαλος έκανε υπαγόρευση, για κάποιο διαγωνισμό. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Ο Δάσκαλος!; Όχι, βέβαια...

- Τι κάνεις εδώ, ρε!;

Κοκάλωσε! Δε γύρισε να δει. τι να γυρίσει, τι να δει ;Μη δεν ήξερε ποιος ήταν; Μη δεν κατάλαβε τι έγινε; Εκείνος, ο Λευτέρης, που να τον πάρει και να τον σηκώσει, θα αποκοιμήθηκε στο πόστο του!

Ένιωσε απότομα το λαιμό του να ξεραίνεται και τον έπιασε φαγούρα. Κι άλλη φαγούρα στο δέρμα του, σαν τότε που είχε ιλαρά.

- Τι κάνεις, εδώ, ρε, ανάθεμά σε, ε, μίλα, ρε, μίλα να μη σε κάνω κομματάκια!

Του φάνηκε παράξενη η ερώτηση ! Τι κάνει εκεί. Τι τον ρωτάει, δεν βλέπει τι κάνει; Σαν να μαλάκωσε λίγο ο λαιμός του, κατάφερε να πει:

- Τι να κάνω, θείε, τι να κάνω; Κοιτάω κι εγώ, τι να κάνω!

- Τι κοιτάς, ρε, τι κοιτάς, ποιανού τα λες αυτά, βρε σλάβε, βρε βούλγαρε; Ποιανού τα λες αυτά! Και το μπουγιέλο αυτό που κρατάς τι είναι;

- Αυτό; ρώτησε χαζά ο Φωτάκης, κοιτώντας το πινέλο και το μπουγιέλο.

Ήταν ένας από τους «μπουραντάδες», που είχαν γίνει πια ένα με τους καταχτητές.

- Το βλάκα μου κάνεις;

Ένιωσε δύο χέρια να τον αρπάζουν και να τον σηκώνουν.

Την ίδια στιγμή τον περιέχυσε μια λεπτή άμμος κι άκουσε τον «κοριό» να ουρλιάζει!

Ένα δεύτερο κύμα άμμου, σα να το ‘φερνε δυνατός αέρας, και άκουσε τώρα άλλη φωνή.

- Σκάστο!

Να του το πουν και δεύτερη φορά; Πήρε την οδό Θήρας, έστριψε στον πρώτο δρόμο, αριστερά, ύστερα τον πρώτο δεξιά, και πάλι τα ίδια, και με μια ανάσα, πες, μονάχα έφτασε στο σπίτι.

Δεν πρόλαβε να πάρει αναπνοή, να και ο Λευτέρης!

Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, λαχανιασμένοι, και κοιτιόντουσαν στο σκοτάδι. 

Η άμμος είχε κάνει το θαύμα της πάλι. Ήταν από τα πρώτα "όπλα", που χρησιμοποίησαν οι νέοι της ΕΠΟΝ. Το πρώτο τους "μυστικό αμυντικό όπλο" - όπως το 'λεγαν: μια σακούλα με άμμο στα μάτια εκείνου που άπλωνε το χέρι του απάνω σου και... δρόμο! Ώσπου να φέρει να χέρια του στα μάτια ο γερμανοτσολιάς, ο μπουραντάς, ώσπου να βγάλει την κραυγή, έφτανες στη γωνία!

Μπήκαν στην παράγκα και κάθισαν - έπεσαν πες!- στο κρεβάτι. Δεν μίλαγε κανείς τους. Δεν κοιτιόντουσαν τώρα. Ο Φωτάκης περίμενε ν' αρχίσει πρώτος ο Λευτέρης, γιατί, στο κάτω κάτω, εκείνος έπρεπε να δώσει λόγο. Όσο ξαναρχόταν η κανονική αναπνοή, πέρναγε και ο θυμός του Φωτάκη.
Σχόλιο
Μέσα από το κείμενο, έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε το πώς έβλεπαν την Κατοχή τα παιδιά των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων, εκείνα που ο Πέτρος στον Μεγάλο του Περίπατο είχε συναντήσει ως ξαπλωμένες σκιές πάνω στις σχάρες της Ομόνοιας. Θα τα παρακολουθήσουμε να κάνουν "ντου" επί δικαίων και αδίκων στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, να σνομπάρουν τα "μαμόθρεφτα" των οργανώσεων (σ.71) αλλά και να συμμετέχουν στη μεγάλη διαδήλωση για τα συσσίτια (σ.35), και αργότερα να θυσιάζονται (σ.93) για την Αντίσταση. Παρά τις ακραίες συνθήκες, η Αξιοπρέπεια στην κατοχική Αθήνα καταφέρνει να δώσει το "παρών" (σ.9, 98). Ο πολιτικός προσανατολισμός του συγγραφέα προβάλλει σαφής, αλλά είναι απαλλαγμένος από στόμφο κι έτσι δεν ενοχλεί. Τα γεγονότα εδώ προβάλλονται ρεαλιστικά, ανθρώπινα και καθόλου επικά, ενώ τα απαξιωτικά σχόλια για τους αντιπάλους (σ.112) είναι περιορισμένα.

Διαβάζουμε στη σελ. 35: Τα 'φερνε το πλοίο "Κουρτουλούς" του Ερυθρού Σταυρού. Εκεί πια, συναντιόντουσαν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Κι η γυναίκα του τσιμεντά, κι η μάνα του γιατρού, κι ο δικηγόρος, κι οι μαθητές μαζί με τους δάσκαλους. Με τις κατσαρολίτσες τους, τα δίχτυα τους, την υπομονή τους. Βλέπεις, οι φασίστες κάνανε κι αυτό το καλό, χωρίς να το θέλουν: ενώσανε τον κόσμο. Εδώ, στο συσσίτιο, δεν είχε "εγώ, κύριέ μου είμαι γιατρός!" ή "εγώ κυρία μου είμαι καθηγητής!" Και δεν στραβοκοίταγε κανένας τους εργάτες ή κάποιον από τη φαμίλια τους.  Πεινάγανε όλοι το ίδιο: για ψωμί και για λευτεριά.  Η κυρα - Λένη, που σε όλα έβλεπε το θετικό [σ.σ. και γι' αυτό μας θυμίζει λίγο τον καλότυχο δράκοντα Φούχουρ] έλεγε: Ας είναι καλά οι γερμανοί, οι φασίστες, οι καημένοι! - Ας τους έχει ο Θεός καλά, που μας ενώσανε!
Ουρά κατά τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας από το «Κουρτουλούς» (πηγή). Το ατμόπλοιο είχε μισθώσει η Ερυθρά Ημισέληνος και τις αποστολές χρηματοδοτούσαν κυρίως Έλληνες ομογενείς από τις ΗΠΑ και την Κωνσταντινούπολη.
Χρήση στην τάξη
Όπως και με άλλα αντίστοιχα έργα (επισημαίνονται με την ετικέτα 28 Οκτωβρίου) μπορούμε να αξιοποιήσουμε τούτο το βιβλίο για να συζητήσουμε με τους μαθητές για τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Καθημερινοί κίνδυνοι από τους Γερμανούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους, γκαζοζέν στους δρόμους, συνθήματα στους τοίχους, ελεύθεροι σκοπευτές πίσω από τα παράθυρα, έλλειψη πετρελαίου, νερό με το σταγονόμετρο, σαλταδόροι... Διαβάζοντας  επιλεγμένα αποσπάσματα από το  κείμενο, αλλά και με τη βοήθεια θεατρικών παιχνιδιών και άλλων δραστηριοτήτων, μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε στην τάξη μέρος από το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Αθήνα.

Κατοχικό Συσσίτιο (πηγή)
Το ενδεικτικό κατοχικό μενού, που έχουμε αναφέρει ως δραστηριότητα στον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, μπορεί πλέον (σ.18,20,79) να εμπλουτιστεί με πλιγούρι, μαϊντανό, ντομάτα, πατατόφλουδες, χαρουπόπιτα και φασκόμηλο !

Share/Bookmark