Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ο πειρατής Περπερούα και οι δεκαπέντε γόνδολες

Υπόθεση
Ο πειρατής Περπερούα λατρεύει τις Απόκριες. Γι' αυτό ντύνεται Αρλεκίνος και πηγαίνει στη Βενετία να διασκεδάσει... Εκεί συναντά ένα γονδολιέρη και οι δυο τους βάζουν ένα παράξενο στοίχημα. Τι θα συμβεί άραγε; Μα τι μπορεί να συμβεί όταν ένας ξακουστός πειρατής ντύνεται Αρλεκίνος;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Μπίζη
Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
ISBN: 978-960-16-2932-2
Έτος 1ης Έκδοσης: 2008
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β', Γ'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο Δελφινάκια - 800 λέξεις). Η γραφή είναι απλή και τα νοήματα κατανοητά, ώστε να μην δυσκολεύουν τους μικρούς μας φίλους. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και η πανταχού παρούσα πολύχρωμη εικονογράφηση κάνει την ανάγνωση ξεκούραστη, σαν να ήταν το βιβλιαράκι ένα κόμικ. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες. Η πρώτη είναι κατάλληλη για μαθητές της Α', καθώς τους καλεί να βρουν αντικείμενα που αρχίζουν από Κ και να τα γράψουν σε μια λίστα. Η δεύτερη είναι ένας απλός αναγραμματισμός και η τρίτη ένα κρυπτόλεξο με θέμα την πειρατεία. Στην τελευταία δραστηριότητα, οι αναγνώστες πρέπει να παρατηρήσουν μια εικόνα πειρατικού πλοίου και να σημειώσουν τα λάθη που βλέπουν, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται πόσα είναι αυτά.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Α’ και Β’ τάξης, θα μπορούσαν όμως να το διαβάσουν και μεγαλύτεροι μαθητές που συμπαθούν τον Περπερούα.

Δεν συναντά κανείς εύκολα κείμενα παιδικής λογοτεχνίας με θέμα τις Απόκριες, γι’ αυτό χάρηκα όταν έπεσα πάνω σε τούτο το βιβλίο. Πιστεύω ότι εξίσου θα χαρούν και όσα παιδιά αποφασίσουν να το διαβάσουν, αφού είναι πολύ γιορτινό και αρκετά δροσερό.

Ξαναδιαβάζουμε την υπόθεση με άλλο μάτι:
Ο πρωταγωνιστής, παρότι εξ επαγγέλματος διαθέτει μια από τις πιο αγαπημένες μεταμφιέσεις, διεκδικεί το δικαίωμά του στη διασκέδαση και την υποκρισία (με την καλή έννοια) των ημερών και αποφασίζει να ντυθεί αρλεκίνος. Βολτάροντας στη γιορτινή Βενετία, συναντά έναν πάμπλουτο έμπορο ντυμένο γονδολιέρη, που φροντίζει να μας γίνει αντιπαθής με το καλημέρα σας. Οι δύο τους ξεκινούν μια έντονη στιχομυθία, αφού μπορεί οι μάσκες να καλύπτουν τα πρόσωπα, δεν κουκουλώνουν όμως και τα ήθη: έμποροι και πειρατές θυμίζουμε πως είναι φυσικοί εχθροί.
Με μεγάλη μαεστρία (που σε κάποιους θα θυμίσει συνομιλία Καραγκιόζη - Ταχήρ), ο μεταμφιεσμένος Περπερούα καταφέρνει να παγιδεύσει τον έμπορο της Βενετίας, οδηγώντας τον σε ένα στοίχημα που δεν χάνεται με τίποτα. Έτσι, σε απλές (στερεοτυπικές) γραμμές ο «πονηρός ήρωας» νικάει τον «κακό πλούσιο» και η τιμή των πειρατών αποκαθίσταται. Στο κλείσιμο της ιστορίας, ο πρωταγωνιστής επιλέγοντας να δωρίσει στους καλούς γονδολιέρηδες τα κέρδη του από το στοίχημα, ταξιδεύει τους συνειρμούς μας σε άλλες κλασικές μεταμφιέσεις όπως του Ρομπέν ή του Ζορρό. (Μόνο τον καουμπόη αφήσαμε απ’ έξω δηλαδή - o Batman είναι έτσι κι αλλιώς εκτός συναγωνισμού).

Το στοιχείο της απόστασης που παίρνει η διήγηση από το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς ο ίδιος ο Περπερούα υποτίθεται ότι "βγαίνει" από τις σελίδες και προσπαθεί να αποδείξει στον αναγνώστη-έμπορο ότι δεν είναι απλώς λογοτεχνικός χαρακτήρας αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Καλό θα είναι ωστόσο να συζητήσουμε το συγκεκριμένο θέμα με τα μικρότερα παιδιά και να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τη λογοτεχνία από την πραγματικότητα, ώστε το βράδυ να μην τα βρούμε να περιμένουν τον Σρεκ να εμφανιστεί πίσω απ’ το ψυγείο.

Με αφορμή την εξαπάτηση του σιόρ Μπούσολα από τον ήρωα, ένα άλλο θέμα που μπορούμε να συζητήσουμε είναι το τι εννοούμε με τις λέξεις εξυπνάδα, πονηριά, ψέμα, ανειλικρίνεια, κλπ. Είναι σωστό να εξαπατούμε τους άλλους; Και αν ναι, επιτρέπεται να το κάνουμε σε όλους ή μόνο στους «κακούς»; Και παίζει ρόλο το αν έχουμε καλές προθέσεις ή όχι; Και μπορούμε να το κάνουμε συνέχεια ή μόνο όταν προκύπτει «ανάγκη» ή όταν το λέει το έθιμο; (βλ. Πρωταπριλιά) Το τι θα κάνουν τελικά τα παιδιά είναι βέβαια θέμα προσωπικότητας, συγκυριών και περιβάλλοντος, αλλά η στάση που αρχικά θα διαμορφώσουν εξαρτάται και από εμάς. Σκεφτείτε λοιπόν.

Όσοι τελικά δεν επιλέξουν να προχωρήσουν «με το σταυρό στο χέρι», θα βρουν αρκετούς συμπαραστάτες: 
- Στη φύση, όπου τα ανώτερα θηλαστικά (βλ. χιμπατζήδες) συνειδητά εξαπατούν για να γλιτώσουν από κινδύνους ή να εξασφαλίσουν τροφή.
- Στην ιστορία, όπου οι πόλεμοι δεν κερδίζονται πάντα με τη δύναμη των όπλων. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικές πονηριές στα Στρατηγήματα του Πολυαίνου (βιβλίο, αρχαίο κείμενο, αγγλικά). Και αν τα Απατούρια των αρχαίων Αθηναίων σας ακούγονται ξεπερασμένα, μην πάτε τόσο μακριά: απλώς θυμηθείτε πώς η πατάτα έφτασε στο τραπέζι των παππούδων μας.
- Στη μυθολογία και τη λαϊκή παράδοση, όπου ο Οδυσσέας, η Αλεπού, ο Καραγκιόζης και αρκετοί ήρωες παραμυθιών (Παπουτσωμένος Γάτος), επιβιώνουν χάρη στην ικανότητά τους να εξαπατούν τους αντιπάλους τους.

Η ίδια η παράδοση, ωστόσο, με τον μύθο του ψεύτη βοσκού, μας υπενθυμίζει ότι σε όλα, ακόμα και στην απάτη, χρειάζεται σύνεση και μέτρο. Για όσους το αγνοούν, λύκοι, τρόικες και άλλα τέρατα καραδοκούν.
 

Ολοκληρώνοντας τον σχολιασμό, να αναφέρω τη μικρή μου ένσταση σχετικά με την εικονογραφική απόδοση της Ευτυχίας, της μαϊμούς. Προσωπικά μου θυμίζει περισσότερο κορίτσι από την Αφρική παρά πίθηκο, κάτι που μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητο από τους μικρούς αναγνώστες.

Αξίες - Θέματα
Απόκριες, Ανισότητα

Απόσπασμα 
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα ο ξακουστός
πειρατής Περπερούα Πόντε Πούντα Ντε Τόρμες
ο Άτρωτος έφτασε στην πόλη της Βενετίας.

Ήταν Απόκριες και ο Περπερούα, που λάτρευε τις Απόκριες
από τότε που ήταν παιδί, αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε φτωχό Αρλεκίνο.
Φόρεσε ρούχα φτιαγμένα από πολύχρωμα
κομμάτια ύφασμα και μια μάσκα που έκρυβε
 το μισό του πρόσωπο.

Στόλισε το πειρατικό του καράβι με σερπαντίνες
και έκρυψε την πειρατική σημαία στο αμπάρι.

- Λοιπόν, σήμερα θα διασκεδάσω!
Σήμερα δε θα είμαι ο ξακουστός πειρατής,
σήμερα θα είμαι ο Αρλεκίνος και θα φέρομαι σαν Αρλεκίνος.


Κατέβηκε, λοιπόν, στην πόλη της Βενετίας,
περπάτησε στα στενά δρομάκια της, θαύμασε
τα παλάτια, τις πλατείες και τα κανάλια της και,
όταν βαρέθηκε να τριγυρνάει μόνος, πλησίασε,
σφυρίζοντας ανέμελα, ένα γονδολιέρη.

- Καλημέρα, κύριε, μπορώ να μπω στη γόνδολά σας;

- Πού θέλεις να σε πάω Αρλεκίνε;

- Μια βόλτα στο μεγάλο κανάλι.

- Πενήντα χρυσά δουκάτα.

- Δεν έχω τόσα χρήματα, κύριε.
Μπορώ απλώς να καθίσω μέσα στη γόνδολα να ξεκουραστώ;

- Τριάντα χρυσά δουκάτα.

- Αποκλείεται! Είμαι πάμφτωχος.
Δε βλέπετε, κύριε; Ένας φτωχός Αρλεκίνος είμαι!

Ο γονδολιέρης τον κοίταξε και έσμιξε θυμωμένος τα φρύδια του.

- Ένας παλιομασκαράς είσαι! Αν δεν έχεις πενήντα χρυσά δουκάτα, δε σε πάω πουθενά. Και αν δεν έχεις τριάντα χρυσά δουκάτα, δε σ' αφήνω να κάτσεις στη γόνδολά μου!

Share/Bookmark

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Το ζωντανό ρομπότ

Υπόθεση
Μπορεί ένας άνθρωπος να γίνει ρομπότ; Φαίνεται πως μπορεί, αν αγαπάει, αν βοηθάει κάποιον που τον χρειάζεται, αν είναι καλός φίλος, αν γίνεται η δύναμη για κάποιον αδύνατο. Τότε, ναι, γίνεται ένα «ζωντανό ρομπότ». Έτσι και ο μικρός Σέργιος έγινε ο σύντροφος του παιχνιδιού αλλά και ο φύλακας άγγελος του ξαδέρφου του Δημήτρη, που γεννήθηκε ανάπηρος και ποτέ δεν θα σηκωθεί από το αναπηρικό του καρότσι.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Ναννίνα Σακκά -Νικολακοπούλου
Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
ISBN: 978-960-16-3995-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 33
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’- Γ’

Κριτική
Ένα ακόμη απλό διήγημα από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 2 – ψαράκια), που απευθύνεται σε νέους αναγνώστες και με την ευαίσθητη γραφή του καταφέρνει να μας συγκινήσει, παρά το περιορισμένο μέγεθος των 400 λέξεων. Η επιμέλεια είναι όπως πάντα πολύ προσεγμένη, και το κείμενο δεν ξεπερνά τις 6-7 σειρές σε κάθε δισέλιδο – τον υπόλοιπο χώρο καταλαμβάνει η όμορφη εικονογράφηση.

Στο τέλος του βιβλίου, μας περιμένουν τρεις δραστηριότητες: Στην πρώτη (αρκετά απαιτητική για παιδιά Α’- Β’ δημοτικού) παρακολουθούμε τις κινήσεις των δύο πρωταγωνιστών σε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, προσπαθώντας να υπολογίσουμε ποιος θα νικήσει. Στη δεύτερη, καλούμαστε να εντοπίσουμε και να σημαδέψουμε τα σημεία μιας ζωγραφισμένης διαδρομής που μπορεί να αποδειχθούν προβληματικά για ένα άτομο με προβλήματα κίνησης. Στην τελευταία, οι ίδιοι οι αναγνώστες περνούν στη δράση: πρέπει να ελέγξουν το χώρο του σχολείου τους, ώστε να συμπληρώσουν μια λίστα με σημεία που θα μπορούσαν να δυσκολέψουν την κίνηση ενός μαθητή με αναπηρικό καροτσάκι.

Το βιβλίο προτείνεται αρχικά σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει πολύ καλό υλικό ευαισθητοποίησης και για άλλες τάξεις, ή για γονείς που επιθυμούν να ενημερώσουν τα παιδιά τους πάνω στο ζήτημα της αναπηρίας και να τους διαμορφώσουν σωστές στάσεις.

Θέμα του βιβλίου είναι η αναπηρία δίπλα μας και το με πόση φυσικότητα θα μπορούσε να την αντιμετωπίζει κάθε παιδί. Η ευαίσθητη πένα της συγγραφέως που γνωρίζει το θέμα από πρώτο χέρι, μας δίνει μια ιστορία που μπορεί να μιλήσει σε παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Μας προσφέρει έτσι ένα χρήσιμο αν μη τι άλλο εργαλείο, καθώς η σχολική καθημερινότητα δείχνει ότι οι μαθητές μας είναι πολύ σκληροί όταν συναντούν τη διαφορετικότητα.  Κείμενα λοιπόν σαν και το Ζωντανό Ρομπότ, σε συνδυασμό με ανάλογες συζητήσεις στην τάξη και με επιλογή κατάλληλων δραστηριοτήτων, διευκολύνουν την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και μπορούν να προβάλλουν με πιο ελκυστικό τρόπο τις αξίες του ανθρωπισμού. Όλα αυτά φυσικά, εφόσον γονείς και εκπαιδευτικοί γινόμαστε και οι ίδιοι παράδειγμα προς μίμηση και δεν ακυρώνουμε με τη συμπεριφορά μας τα όσα θεωρητικά διδάσκουμε. 

Όσοι λοιπόν μπουν στον κόπο να διαβάσουν το μικρό αυτό βιβλίο, ίσως να μη συναντήσουν κάποια σπουδαία πλοκή. Θα δροσιστούν όμως με ένα απλό κείμενο γνήσιας ανθρωπιάς και ίσως μόλις το τελειώσουν, νιώσουν να βρίσκονται ένα βήμα πιο κοντά στα άτομα με κινητικές αναπηρίες.

Κάπως οξύμωρη φαντάζει η επιλογή του χαρακτηρισμού «ρομπότ», που χρησιμοποιείται για τον φιλόστοργο αφηγητή της ιστορίας. Γιατί ακόμα κι αν ως λέξη ενθουσιάζει τα παιδιά, όταν αναφέρεται σαν προσδιορισμός σε ανθρώπους γίνεται συνήθως για να αποδώσει μάλλον έλλειψη ευαισθησίας και πλούτου συναισθημάτων και όχι το αντίθετο. Προφανώς όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται εκεί για να τονίσει το πόσο ακούραστος και θωρακισμένος πρέπει να είναι (ή τουλάχιστον να μοιάζει) όποιος αποφασίζει να θέσει τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση ατόμων με δυσκολίες. Ίσως μια μικρή συζήτηση με τα παιδιά που θα διαβάσουν το βιβλίο, φωτίσει περισσότερο το πώς το βλέπουν τα ίδια.

Για όσους εκπαιδευτικούς ενδιαφέρονται να εργαστούν με τις αξίες στο τμήμα τους, θυμίζουμε τα βήματα μιας προτεινόμενης μεθόδου (περισσότερες λεπτομέρειες εδώ)
  1. Ερωτήσεις Αφόρμησης
  2. Αφήγηση σχετικής με την Αξία ιστορίας
  3. Μεταναγνωστικές Ερωτήσεις
  4. Ερωτήσεις κατανόησης της Αξίας
  5. Ερωτήσεις οικειοποίησης της Αξίας
  6. Διάλογος
  7. Δραστηριότητες στην Τάξη
  8. Δραστηριότητες για το Σπίτι
  9. Αλληλεπίδραση με Γονείς
Αξίες - Θέματα
Διαφορετικότητα, Αλληλεγγύη, Ανθρωπισμός, Αναπηρία

Απόσπασμα  
Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος, αλλά έγινα ρομπότ.
Αυτό το οφείλω στον ξάδερφό μου τον Δημήτρη,
που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου
κι είναι σοφός. Θα μου πείτε, πώς να μην ξέρει
περισσότερα πράγματα αφού είναι πιο μεγάλος!

Με τον Δημήτρη είμαστε πρώτα
ξαδέρφια από τις μαμάδες μας,
που είναι αδερφές. Μένουμε
στο ίδιο σπίτι πάνω κάτω.

Όταν ήρθα στον κόσμο, μ’ ακούμπησαν με
προσοχή στην αγκαλιά του ξαδέρφου μου.
Εκείνος με κρατούσε τρυφερά κι ένιωσε
πολύ χαρούμενος που απέκτησε ένα μικρό
ξαδερφάκι και μάλιστα αγοράκι.

Όταν περπάτησα, ήμουν πολύ μικρός
για να καταλάβω πως ο Δημητράκης μας
δεν περπατούσε και θα ήταν πάντα καθισμένος
σ’ ένα καρότσι. Αυτό εμένα δε μου έκανε
εντύπωση, γιατί κι εγώ καθόμουνα σε καρότσι
όταν βγαίναμε βόλτα στο πάρκο.

Όταν άρχισα να τρέχω, εκείνος έμενε πάντα
στο καρότσι του. Αυτό δε μας εμπόδιζε να
παίζουμε μπάλα. Μου την πετούσε, την έπιανα,
του την ξανάδινα, κι όταν την έριχνε μακριά,
έτρεχα και την έφερνα πίσω.

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως ο ξάδερφός μου
δε θα περπατούσε ποτέ! Γεννήθηκε μ’ ένα
πρόβλημα και δε θα μπορούσαμε να τρέξουμε
μαζί.



Share/Bookmark

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Μυστήριο στη Βιβλιοποντικοθήκη

Υπόθεση
Στη Βιβλιοθήκη συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Η Τίτα Γραβιέρα προσπαθεί να βρει το δράστη και ο Βιβλιοπόντικας σφυρίζει αδιάφορα. Ώσπου ένα βράδυ βλέπουν μέσα στη βιβλιοθήκη πρίγκιπες, νεράιδες, ιππότες και μάγισσες να χορεύουν και να διαβάζουν! Τι να έχει συμβεί άραγε;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Κιάρα Φεντέλε
ISBN: 978-960-16-1934-7
Έτος 1ης Έκδοσης: 2006
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Β’, Γ’


Κριτική
Η τρίτη συνέχεια στις περιπέτειες του Βιβλιοπόντικα. Τα παιδιά που τον παρακολούθησαν στις προηγούμενες ιστορίες του έχουν μεγαλώσει λίγο, και καλούνται πλέον να διαβάσουν ένα κείμενο 800 περίπου λέξεων, για να μάθουν τι σκαρώνει πάλι ο αγαπημένος τους ήρωας. Η γραφή του Ηλιόπουλου είναι όπως πάντα στρωτή και κατανοητή. Η επιμέλεια παραμένει ιδιαίτερα προσεγμένη, και μια πολύ έξυπνη, έγχρωμη εικονογράφηση δένει σε κάθε σελίδα με το κείμενο που ποτέ δεν ξεπερνάει τις 9-10 σειρές. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι παρατηρητικότητας, και τα παιδιά θα χρειαστούν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο για να τα χρονομετρήσει. Στη δεύτερη καλούνται να ενώσουν τις αριθμημένες τελείες ώστε να σχηματιστεί ένας αγαπημένος τους ήρωας. Στην τρίτη δραστηριότητα πρέπει να ακολουθήσουν ένα μπερδεμένο νήμα που θα τους οδηγήσει στη σωστή απάντηση και στην τέταρτη τους ζητείται να τοποθετήσουν τις σωστές ταμπελίτσες στο ωράριο λειτουργίας μιας βιβλιοθήκης, κάτι που για να κάνουν σωστά, οφείλουν να ξέρουν να διαβάσουν την ώρα από ψηφιακό ρολόι (κάτι που επισήμως μαθαίνουν στην ύλη της Δ’ Δημοτικού). Στην τελευταία δραστηριότητα, παρατηρούμε τα παιδιά του Βιβλιοπόντικα να παίζουν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι... οι αναγνώστες καλούνται να μελετήσουν προσεκτικά τους κανόνες, και να βρουν το νικητή.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε παιδιά Β’ και Γ’ τάξης, και βέβαια στους κάθε ηλικίας φανατικούς φίλους του Βιβλιοπόντικα.

Εντάξει, το μυστήριο της ιστορίας μπορεί να μην είναι από τα άλυτα... και μπορεί επίσης οι αναγνώστες να καταλαβαίνουν αρκετά γρήγορα ότι ο Βιβλιοπόντικας βρίσκεται και πάλι πίσω από τα όσα περίεργα συμβαίνουν... όλα αυτά ωστόσο δεν σημαίνουν ότι οι μικροί μας φίλοι δεν θα διασκεδάσουν με αυτή τη συνέχεια των περιπετειών του πονηρού ποντικού. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που τον βλέπουν να μετατρέπεται πλέον σε έναν κανονικό οικογενειάρχη, αφού αποκτάει δύο (υγιέστατα) τρισχαριτωμένα ποντικάκια. Παρά τα χρόνια βέβαια δεν βάζει μυαλό (εδώ δεν βάζουμε εμείς οι άνθρωποι), και επιστρέφει στις παλιές ατασθαλίες, αυτή τη φορά μασουλώντας όσα βιβλία του φέρνουν ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του στη βιβλιοθήκη. Παρατηρούμε έτσι να εκδηλώνεται για πρώτη φορά μια (ίσως έμφυτη, αφού μιλάμε για τρωκτικό) τάση του ήρωα να κάνει «υπόγειες ζαβολιές» κρυφά από τη γυναίκα του, τάση που στην επόμενη ιστορία κάνει ακόμα πιο έντονη την εμφάνισή της.

Κατά τα άλλα, η ιδέα για μια δανειστική βιβλιοθήκη που παραμένει ανοιχτή 24 ώρες το 24ωρο δεν είναι καθόλου κακή. Μακάρι να είχαμε μια και στην πόλη μας, όπως συμβαίνει ας πούμε με ορισμένα βιντεοκλάμπ ή σουβλατζίδικα. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα βρισκόταν κάποιος ήρωας αντίστοιχος με τον Βιβλιοπόντικα για να δουλέψει σε αυτήν υπό τις παρούσες συνθήκες…

Ολοκληρώνοντας, ας ελπίσουμε ότι το (αυτοανατρεπτικό;) μήνυμα στο τέλος της ιστορίας θα μπολιάσει τα παιδιά με κάποια ψήγματα ενσυναίσθησης, ώστε να αρχίσουν να νοιάζονται και για τα λιγότερο γνωστά βιβλία, αυτά που μένουν αδιάβαστα και σκονισμένα στο ράφι της βιβλιοθήκης· ίσως έτσι σκεφτούν κάποια φορά να πρωτοτυπήσουν, να ξεφύγουν από την πεπατημένη των διαφημισμένων και πολυδιαβασμένων χαρακτήρων, και να δοκιμάσουν να απλώσουν το χέρι τους προς τον άγνωστο κόσμο κάποιων παραπονεμένων, αφανών ηρώων.

Αξίες - Θέματα
Φιλαναγνωσία, Οικογένεια

Απόσπασμα  
Ο Βιβλιοπόντικας και η Τίτα Γραβιέρα δούλευαν
αγαπημένοι στη βιβλιοθήκη του σχολείου.
Εκεί είχαν στήσει και το σπιτικό τους κι όλη
μέρα δάνειζαν βιβλία στα παιδιά, μέχρι που
η Τίτα ανακοίνωσε πως περιμένει μωρό.

Ο Βιβλιοπόντικας τότε έφτιαξε το σπιτάκι τους στη
σκεπή και η βιβλιοθήκκη άνοικγε πια μόνο το πρωί.
Εκεί, στη σκεπή, γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους,
ο Χαρτοπόντικας, κι αργότερα κι ο μικρότερος
γιος τους, ο Μίμης Κασεράκης, ένα κλαψιάρικο
κι ανήσυχο μωρό που δεν άφηνε κανέναν να
κοιμηθεί.

Τον τελευταίο καιρό η Τίτα ανακάλυψε
πως κάτι περίεργο γινόταν στη βιβλιοθήκη,
μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι.

-    Μήπως λείπουν βιβλία; Πάντως, εγώ δεν έχω φάει βιβλίο της βιβλιοθήκης.

-    Όχι, δε λείπουν βιβλία.

Την άλλη μέρα την είδε πάλι αναστατωμένη.

-    Μήπως βρήκες ανακατεμένα τα βιβλία; τη ρώτησε

-    Όχι, όλα είναι στη θέση τους.

Οι μέρες περνούσαν. Εκείνος έδειχνε αδιάφορος.
Η Τίτα όμως δεν ησύχαζε.

-    Τι έχεις πάλι;

-    Να, το πρωί που ερχόμαστε βρίσκω στη θέση τους ακόμη και τα βιβλία που δεν είχα προλάβει να τακτοποιήσω στα ράφια και τα είχα αφήσει στο καλάθι πάνω στο γραφείο μου!

-    Ε! και τι μ’ αυτό;



Share/Bookmark

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Τ + Υ = Αγάπη για πάντα

Υπόθεση
Η τηλεόραση και ο υπολογιστής ερωτεύτηκαν κι αποφάσισαν να κλεφτούν! Όμως, πριν εγκαταλείψουν για πάντα το σπίτι, αφήνουν πίσω τους ένα γράμμα για τις απλές χαρές της ζωής, προτρέποντας τα μέλη της οικογένειας να βρουν άλλους τρόπους εκτόνωσης και διασκέδασης. Θα τα καταφέρουν άραγε χωρίς σίριαλ και ηλεκτρονικά παιχνίδια; Και τι μπορεί να κάνει κάποιος αντί να βλέπει όλη τη μέρα τηλεόραση;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Αμάντα Μιχαλοπούλου
Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου
ISBN: 978-960-16-4012-9
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Δ’, Ε’


Κριτική
Μια νέα ιστορία από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 – Δελφινάκια) με κείμενο 800 περίπου λέξεων. Η γλώσσα της συγγραφέως δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, παρότι τα μικρότερα παιδιά θα έχουν σίγουρα άγνωστες λέξεις (όπως περισυλλογή, διαμεσολαβούμε, σύμπαν, δέκτης, κ.ά.). Ένα ζήτημα ωστόσο υπάρχει με το περιεχόμενο του διηγήματος, το οποίο όλα δείχνουν ότι απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερα του δημοτικού. Κατά τα άλλα, η επιμέλεια είναι προσεγμένη, και το κείμενο σε κάθε σελίδα δεν ξεπερνάει τις 10-12 σειρές, ενώ δένει με μια ιδιαίτερη εικονογράφηση που βαδίζει ανάμεσα στο ροζ και το μαύρο, ίσως επιχειρώντας να μας δείξει τη διαφορά μεταξύ του ζωντανού κόσμου των ανθρώπων και του σκοτεινού των μηχανών. Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τα παιδιά πέντε δραστηριότητες: Η πρώτη είναι ένα κρυπτόλεξο με ηλεκτρικές συσκευές και η δεύτερη τους ζητά να συμπληρώσουν διάφορες φράσεις χρησιμοποιώντας τη φαντασία τους. Στην τρίτη, οι μαθητές καλούνται να αλλάξουν οπτική γωνία και να μπουν στη θέση της τηλεόρασης, περιγράφοντας αυτά που συμβαίνουν στο ίδιο τους το σπίτι (κάτι που δεν μπορούμε να ζητήσουμε από παιδιά 7 ετών). Η προτελευταία δραστηριότητα, προκαλεί τα παιδιά να «βγουν έξω και να ζήσουν», αναφέροντας τι θα μπορούσαν να κάνουν αντί για να δουν διάφορες εκπομπές στην τηλεόραση. Το χορό κλείνει μια άσκηση ζωγραφικής και φαντασίας.

Το βιβλίο θα το προτείναμε περισσότερο για μαθητές Δ’ και Ε’ τάξης, αφού παρά την περιορισμένη έκταση του κειμένου, τα παιδιά μικρότερων ηλικιών θα δυσκολευτούν να κατανοήσουν το περιεχόμενο και ίσως βαρεθούν.


Το διήγημα αποτελεί μια σφοδρή κριτική στην τηλοψία και το σύστημα που την υποστηρίζει και τρέφεται από αυτήν· ένα «κατηγορώ» που απευθύνει στους αναγνώστες μια μπουχτισμένη τηλεοπτική συσκευή που δεν αντέχει άλλο τις ανοησίες που προβάλλονται διαμέσου της. Αφού λοιπόν πέσει σε περισυλλογή και αναλογιστεί το γιατί υπάρχει, η τηλεόρασηαποφασίζει να κλεφτεί με τον (επίσης μπαϊλντισμένο) υπολογιστή.

Φράσεις όπως «Χωρίς εμάς ίσως πάρετε καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή σας» μάς κάνουν να πιστεύουμε ότι η συγγραφέας μάλλον απευθύνεται σε εφήβους ή ενηλίκους. Όχι ότι διαφωνούμε με το παραπάνω μήνυμα ή με το «βγείτε έξω και ζήστε λιγάκι επιτέλους!», απλώς θεωρούμε ότι το υπόλοιπο στήσιμο του βιβλίου δεν υποστηρίζει την κατηγορία αυτή του κοινού. Ένα παρόμοιο μήνυμα θα μπορούσε πιθανότατα να περάσει στα παιδιά με πιο ταιριαστό για την ηλικία τους τρόπο. (βλ. π.χ ο Άλκης και ο λαβύρινθος).

Αξίες - Θέματα
Τεχνολογία, Τηλεόραση

Απόσπασμα

Αγαπητοί μας,
Υπαγορεύω αυτό το γράμμα στον φορητό
υπολογιστή, γιατί, αν περιμένω από εκείνον,
ζήτω που καήκαμε.

Θα το πω, γιατί να μην το πω; Ο υπολογιστής
μια ζωή ξενυχτάει γράφοντας ποιήματα.
Και μετά ζητάει από μένα να βγάλω το φίδι
απ’ την τρύπα. Λέει ότι ξέρω από ανακοινώσεις,
επειδή συνέχεια εκπέμπω δελτία ειδήσεων.

Δεν έχω να σας ανακοινώσω κάτι. Μάλλον
για εξομολόγηση πρόκειται. Πριν σας γράψω,
δοκίμασα όλους τους άλλους τρόπους.
Χάλασα μια φορά την οθόνη μου.
Κατέστρεψα την κεραία μου.

Και χάρηκα πολύ όταν το τηλεκοντρόλ έπεσε
από τα χέρια του μικρού Απόστολου κι άνοιξε
στα δύο σαν καρπούζι.
Κάνατε σαν να συνέβη κάποια τρομερή
καταστροφή. Τότε κατάλαβα πως είναι άσκοπο
να προσπαθώ να σας πείσω.

Λοιπόν, η ουσία είναι μία: αποφάσισα
να φύγω μαζί με τον υπολογιστή.
Και να ζήσουμε κάτι που δε συνηθίζεται
στην οικογένεια των ηλεκτρονικών – μια
αγάπη για πάντα. Ξέρω, ξέρω. Σας φαίνεται
τρελό να παίρνει η τηλεόρασή σας
τον υπολογιστή αγκαζέ και να τρέχουν
νυχτιάτικα. Νομίζετε ότι μόνο οι άνθρωποι
φεύγουν, όχι οι συσκευές.

Θα σας πω ένα μυστικό: όταν ο αποχυμωτής
χαλάει, σημαίνει πως κουράστηκε να στύβει.
Όταν η τηλεόραση δεν ανάβει, σημαίνει πως
διαμαρτύρεται. Ξέρω καλά τι είμαι: μια κοινή
οθόνη, ένας δέκτης κινουμένων εικόνων.



Share/Bookmark

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Η Μιλένα και το φρικτό ψάρι


Υπόθεση 
Τι γίνεται όταν η Μιλένα αρνείται να φάει το ψάρι που τής σερβίρει η μητέρα της; Στην αρχή αποφάσισε να ακούσει μουσική για να ξεχάσει την πείνα της, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και έπεσε με τα μούτρα στο σοκολατούχο γάλα και τα ντόνατς. Μέχρι που το στομάχι της δεν άντεξε... Ποιος είναι τελικά πιο δυνατός και ποιος πρέπει να υποχωρήσει; Η μαμά που σερβίρει ψάρι ξανά και ξανά, ή η Μιλένα που το σιχαίνεται;

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
ISBN: 978-960-16-4026-6
Έτος 1ης Έκδοσης: 2011
Σελίδες: 38
Τιμή: περίπου 5 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Γ’, Δ’


Κριτική
Συμπαθητική ιστορία από τη σειρά Δελφινάκια (χωρίς σωσίβιο 3 – μέχρι 800 λέξεις) που ασχολείται με το ζήτημα της σωστής διατροφής και της υπακοής στις μητρικές επιταγές. Η γραφή σε κάποια σημεία δεν μοιάζει ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται η σειρά (η ηρωίδα χαρακτηρίζει τα αδέλφια της «ηλίθια» (σελ. 15) και «βλαμμένα» (σελ.21) και γενικά τους σούρνει τα εξ αμάξης) αλλά σε γενικές γραμμές είναι απλή και κατανοητή. Η επιμέλεια της σειράς είναι όπως πάντα άψογη, και η εικονογράφηση ακολουθεί το κείμενο για να διαμορφώσει έναν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα σχετικά ασυνήθιστο σε παιδικά διηγήματα: Η Μιλένα είναι σκληρή, παραπονιάρα και επαναστάτρια και τούτο περνάει στους αναγνώστες και από το εικαστικό μέρος, που επιπλέον μας αποδίδει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της ιστορίας.

Στο τέλος του βιβλίου, περιμένουν τους μαθητές τέσσερις δραστηριότητες: Η πρώτη μας θυμίζει άσκηση φυσικής της Ε’ δημοτικού, αφού ζητάει από τα παιδιά να διαμορφώσουν ένα ημερήσιο πρόγραμμα σύμφωνο με τη μεσογειακή πυραμίδα της διατροφής. Η δεύτερη καλεί τους αναγνώστες να αντιστοιχήσουν φράσεις από το κείμενο με τα πρόσωπα που τις είπαν, ενώ η επόμενη είναι ένα κρυπτόλεξο με λέξεις από την οικογένεια «ψάρι». Η τελευταία δραστηριότητα απευθύνεται και πάλι σε μεγαλύτερα παιδιά και περιέχει ένα παιχνίδι που απαιτεί καλή γνώση της αλφαβήτου, αλλά και ουσιαστικών και επιθέτων.

Ο συνδυασμός των ιδιαίτερων στοιχείων του κειμένου και των απαιτητικών δραστηριοτήτων στο τέλος του, δεν μας επιτρέπουν να προτείνουμε το βιβλίο για τάξεις μικρότερες της Γ’. Ίσως λοιπόν η συγκεκριμένη ιστορία να απευθύνεται σε παιδιά 8-10 ετών που δυσκολεύονται με μεγαλύτερα κείμενα και επιθυμούν κάτι σύντομο και ευχάριστο που θα τονώσει την  αναγνωστική τους αυτοπεποίθηση.

Η ιστορία μας δίνει μια καλή αφορμή να συζητήσουμε γύρω από τη σωστή διατροφή και να αναρωτηθούμε για το ποια είναι τα δικαιώματα των παιδιών στο οικογενειακό τραπέζι. Μπορούν να αρνηθούν να φάνε το σπιτικό φαγητό και να τρώνε έξω; Επιτρέπεται να αποφεύγουν μια συγκεκριμένη τροφή που απεχθάνονται, ανεξάρτητα από το αν τους κάνει καλό ή όχι; Ποιος είναι ο ρόλος των γονέων στην περίπτωση αυτή;

Βέβαια στο συγκεκριμένο κείμενο, η μορφή του πατέρα απουσιάζει, και η κόντρα μητέρας – κόρης φτάνει από την αδιαλλαξία τους στα ύψη, για να αποκλιμακωθεί στο τέλος από την εμφάνιση ενός απρόσμενου συμμάχου (των διδύμων αδελφών που λένε ψέματα στη μαμά). Στην πραγματική ζωή ωστόσο δεν μπορούμε να περιμένουμε τέτοιες λύσεις. Ούτε και μας βεβαιώνει κανείς ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση το παιδί θα βαρεθεί να τρώει έτοιμες τροφές και γλυκά και θα επιστρέψει στο οικογενειακό τραπέζι. Καλό είναι λοιπόν να έχει γίνει μια προετοιμασία από τους γονείς, ώστε σε περίπτωση που όντως το παιδί ταυτιστεί με την πρωταγωνίστρια και αποφασίσει να κάνει μια μικρή επανάσταση (στον τομέα του φαγητού ή αλλού), να μπορούν να συζητήσουν ήρεμα μαζί του και να οδηγήσουν την κατάσταση σε μια ωφέλιμη και ειλικρινή λύση.

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Διατροφή

Απόσπασμα 
Τα προβλήματα άρχισαν την Κυριακή, που
η Μιλένα έσπρωξε το πιάτο της με το ψάρι
πάνω στο τραπέζι.

- Δε θέλω ψάρι! είπε κάνοντας ένα μορφασμό
αηδίας. Της άρεσαν οι τηγανητές πατάτες, τα
παγωτά με σαντιγί, οι σοκολάτες και τα ντόνατς
τα πασπαλισμένα με ζάχαρη. Όχι τα ψάρια,
που ασήμιζαν με φρικτό τρόπο στα πιάτα.

Τα αδέρφια της – δυο δίδυμα αγόρια, που δεν
της έδιναν σημασία και ήταν τέσσερα χρόνια
μεγαλύτερα και είκοσι πόντους ψηλότερα-
είχαν ήδη αρχίσει να τρώνε το φρικτό ψάρι,
που, εκτός του ότι είχε αλλόκοτη μυρωδιά
και γεύση, έπρεπε να το καθαρίζεις, να βγάζεις
τα κόκαλα και να τα τοποθετείς στην άκρη
του πιάτου.

«Δεν πρέπει να είναι έτσι τα φαγητά» σκέφτηκε
η Μιλένα. «Τα φαγητά πρέπει να είναι μαλακά
και εύκολα. Χωρίς αγκάθια, φλούδες,
κουκούτσια και άλλα εμπόδια. Δε θέλω ψάρι.
Δε μ’ αρέσει το ψάρι.»

Η Μιλένα περίμενε ότι θα έβρισκε στο ψυγείο
κάτι πιο ενδιαφέρον από το ψάρι ή ότι η μαμά
θα της έφτιαχνε μια ωραία ομελέτα με τρία είδη
τυριών, ζαμπόν και κομματάκια ξεροψημένης
πατάτας. Χώνοντας όμως το κεφάλι της στο
ψυγείο, είδε ένα μπουκάλι γάλα, δυο κουτιά
καροτόζουμο, ένα ακόμη ψάρι τυλιγμένο
σε ασημόχαρτο, μερικά μήλα, λίγη μελιτζανοσαλάτα
σε πλαστικό δοχείο, δύο κόκκινες πιπεριές,
δυο ντομάτες και ένα αγγούρι.

- Δεν έχει τίποτα να φάω, παραπονέθηκε η Μιλένα.

- Μα πώς, είπε η μαμά, που έτρωγε με μικρές μικρές μπουκιές, όπως συνήθιζε. Φάε το ψάρι σου.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Τα περισσότερα παιδιά στον κόσμο δεν έχουν τίποτα να φάνε. Φάε το ψάρι.

- Δε μ’ αρέσει το ψάρι.

- Και πεθαίνουν από την πείνα… Φάε, λοιπόν, το ψάρι.

Share/Bookmark

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Η ζωή και οι περιπέτειες του Σάντα Κλάους

Υπόθεση
Ο μικρός Κλάους γεννιέται στο δάσος του Μπαρζί και ανατρέφεται από τις νύμφες. Όταν ενηλικιώνεται και μαθαίνει για την πραγματική του φύση, φεύγει από κοντά τους και χτίζει ένα καλύβι στη Γελαστή Κοιλάδα, ξεπερνώντας διάφορες δυσκολίες χάρη στους αόρατους προστάτες του. Ο καιρός περνάει και αποφασίζει να αφοσιωθεί στην ευτυχία των παιδιών των ανθρώπων. Κατασκευάζει έτσι τα πρώτα του παιχνίδια και τα χαρίζει, κάνοντας τα μικρά των φτωχών να χοροπηδούν από χαρά. Αργότερα, αρχίζει τα ταξίδια με ένα έλκηθρο που το τραβούν τάρανδοι, ώστε να μπορεί να φτάνει μακρύτερα και να κάνει όλο και περισσότερα παιδιά ευτυχισμένα. Κερδίζει έτσι πρώτα την εκτίμηση των ανθρώπων, που τον αναγνωρίζουν ως άγιο και στη συνέχεια την αθανασία, όταν το συμβούλιο των αρχόντων του αόρατου κόσμου αποφασίζει να του χαρίσει αιώνια ζωή, ώστε να συνεχίσει το έργο του ες αεί.

Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Λ. Φρανκ Μπάουμ (Lyman Frank Baum)
Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εικονογράφηση: Ελένη Τσάμπρα
ISBN: 978-960-16-2599-7
Τίτλος πρωτοτύπου: The Life and Adventures of Santa Claus
Έτος 1ης Έκδοσης: 1902 (στα ελληνικά 2007)
Σελίδες: 220
Τιμή: περίπου 7 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Ε’, Στ’


Κριτική
Μία φανταστική βιογραφία του Σάντα Κλάους γραμμένη από το δημιουργό του Μάγου του Οζ, που γνώρισε επιτυχία ως βιβλίο, και μεταφέρθηκε αρκετές φορές στη μικρή οθόνη, πρώτα ως τηλεοπτικό animation – μιούζικαλ το 1985, έπειτα ως  τηλεοπτική μίνι σειρά το 1994 (Shounen Santa no daibôken) και τέλος το 2000 ως βιντεοταινία κινουμένων σχεδίων.



Παρά τα 110 χρόνια του, το έργο παραμένει χαριτωμένο και ενδιαφέρον και η μετάφραση το κρατάει δροσερό. Η γλώσσα είναι σχετικά απλή, αλλά οι αναγνώστες πρέπει να διαθέτουν αρκετή εμπειρία, καθώς το κείμενο δεν είναι μικρό, ενώ η εικονογράφηση δεν θα τους βοηθήσει ιδιαίτερα: είναι ασπρόμαυρη και με απλώς συνοδευτική παρουσία μιας περίπου ολοσέλιδης εικόνας για κάθε δέκα σελίδες κειμένου. Από την άλλη, τα κεφάλαια έχουν τίτλους που προκαλούν τον αναγνώστη να τα ξεκινήσει, ενώ το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει συνήθως τις 10-12 σελίδες. Ίσως κάποια παιδιά δυσκολευτούν λίγο μέχρι να εξοικειωθούν με τα πλάσματα που τοποθετεί στον κόσμο του ο συγγραφέας, αλλά μόλις το καταφέρουν αυτό, θα διαπιστώσουν ότι το διάβασμα κυλάει γρήγορα και απρόσκοπτα.

Το βιβλίο προτείνεται κυρίως σε αγόρια της Ε’ και Στ’ τάξης, ενώ μπορούν να το διαβάσουν και μικρότερα παιδιά που έχουν ήδη κάποια εμπειρία και ενδιαφέρονται για το θέμα.

Το δημιούργημα δεν έχει χαρακτηριστεί άδικα ως το Lord of the Rings των Χριστουγέννων,  αφού η μυθοπλαστική δεξιότητα του συγγραφέα είναι μεγάλη και δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο που ορίζουν τάξεις φανταστικών πλασμάτων (όπως τα Νουκ και τα Ριλ -Knooks & Ryls-). Πλάσματα που εμφανίζονται και σε επόμενα έργα του (βλ. The Road to Oz). Το βιβλίο λογικά πέρασε και από τα χέρια του Tolkien (ήταν 10 χρονών όταν κυκλοφόρησε), ωστόσο αγνοώ αν του αναγνωρίζεται κάποια επιρροή στο μετέπειτα έργο του. Από τα χέρια των δικών μας παιδιών βέβαια, καλό είναι αφού περάσει το όμορφο αυτό βιβλίο, να κάνουμε και μια μικρή συζήτηση. Θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί.

Όπως αναφέρεται και στο επίμετρο, ο Φρανκ Μπάουμ δεν έλαβε υπόψη του καμία παράδοση σχετικά με την καταγωγή του Σάντα Κλάους, αλλά συνέθεσε μια βιογραφία φανταστική, προσπαθώντας μέσα από αυτή να ερμηνεύσει τις παραδόσεις που σχετίζονται με το πρόσωπο του αγίου. Μοιάζει δηλαδή σαν να είχε μπροστά του μια λίστα με άσχετα μεταξύ τους έθιμα από όλο τον κόσμο (χριστουγεννιάτικο δέντρο, δώρα, ιπτάμενοι τάρανδοι, κάλτσες στο τζάκι, κ.ά.) και να επιχείρησε να τα στεγάσει κάτω από έναν νέο ενιαίο μύθο.

Το πώς τελικά εξηγεί και εκλογικεύει ένα ετερόκλητο πλήθος θρύλων, συνενώνοντάς τους σε έναν φανταστικό δικό του κόσμο κατασκευασμένο πέρα από τη λογική, είναι στη μαγεία της ιστορίας και σας αφήνουμε να το ανακαλύψετε.

Ειδικά για την Ελλάδα, σε περίπτωση που τα παιδιά αρχίσουν να αναρωτιούνται αν τελικά ο Άγιος κατοικεί στην Γελαστή Κοιλάδα, το Ροβανιέμι ή την Καισάρεια, και αν μοιράζει τα δώρα μέσα από τζάκια, σόμπες ή air condition, ωφέλιμο θα ήταν να εξηγήσετε ότι αυτό που διαβάζουν είναι ένα έργο φανταστικής μυθοπλασίας· μπορείτε μάλιστα να τα καλέσετε να γράψουν και τα ίδια δικά τους κείμενα, όπου θα εξηγούν διάφορα φαινόμενα ή έθιμα της εποχής μας με τη δημιουργική τους φαντασία. Έτσι τα καθησυχάζετε και επιπλέον μειώνετε τις πιθανότητες να αρχίσουν να βλέπουν στον ύπνο τους νεράιδες, Ριλ, Νουκ και Ούγκα – Ούγκα.

Το γιατί το έργο δεν μεταφράστηκε νωρίτερα στα ελληνικά δεν το γνωρίζω, σίγουρα πάντως η εποχή που εκδόθηκε δεν θα ήταν η πιο κατάλληλη για να κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Θυμίζω ότι μόλις το προηγούμενο φθινόπωρο (του 1901) είχαν αιματοκυλήσει την πρωτεύουσα τα «Ευαγγελικά», και το γεγονός ότι στο κείμενο η φιγούρα του Αϊ Βασίλη συνδέεται με πλήθος παγανιστικά στοιχεία δεν θα επέτρεπε στο βιβλίο να γίνει αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία εκείνου του καιρού.
το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1902)
Καλό είναι να γίνει κουβέντα με τα παιδιά και σχετικά με τα οικολογικά μηνύματα του κειμένου. Γιατί όσο θετικά και σύγχρονα τα συναντάμε στην αρχή και κατά τη διάρκεια της διήγησης, τόσο ανάποδα τα βλέπουμε να παρουσιάζονται στο τέλος της. Έτσι, από τη μια η δύναμη της φύσης κάνει αισθητή την αρμονική κυριαρχία της σε όλο το έργο, τα ζώα όπως οι τάρανδοι έχουν αυταξία και απαγορεύεται να τα εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους (σελ. 160), ενώ και ο ίδιος ο Κλάους αποφεύγει να καταστρέφει τα μικρά λουλουδάκια και το γρασίδι προκειμένου να βρει κάτι να φάει, οδηγούμενος σε πρακτικές τζαϊνισμού. Από την άλλη, στις τελευταίες σελίδες (σ. 206-208) έρχονται δυο τρεις παράγραφοι να ανατρέψουν τα πάντα και να μας γυρίσουν πίσω, στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Έτσι, ο Ακ παραδέχεται: «Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους ανθρώπους (…) Ο ρόλος μου είναι να φυλάω τα δάση μέχρι τη στιγμή που θα τα χρειαστεί ο άνθρωπος. Είμαι πολύ χαρούμενος που τα γερά μου δέντρα γίνονται σπίτια μέσα στα οποία ξεκουράζονται οι άνθρωποι, γίνονται φωτιά στο τζάκι τους για να ζεσταίνονται τις μέρες του χειμώνα. Ελπίζω μόνο να μην κόψουν όλα τα δέντρα, γιατί πάντα θα χρειάζονται τη δροσιά του δάσους το καλοκαίρι.»

Ολοκληρώνοντας, να αναφερθούμε σε κάποια στοιχεία που περιέχει το βιβλίο και μοιάζουν να παραπέμπουν στον κόσμο της μασονίας (αν και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο συγγραφέας ήταν τέκτονας). Η κλειστή και μυστική στους κοινούς θνητούς αδελφότητα των αθανάτων που αλληλοϋποστηρίζονται και χτυπούν αλύπητα τους κοινούς εχθρούς. Οι τρεις αδιαφιλονίκητοι αρχηγοί της ιεραρχίας, Μεγάλος Δασοκόμος, Μεγάλος Σιτιστής και Μεγάλος Ναυτικός, στους οποίους είναι υποτελή όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Τα τεκτονικά ιδανικά της αγνότητας, της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της προσφοράς, τα οποία ακολουθεί ευλαβικά ο προστατευόμενος ήρωας πριν «προαχθεί» και ο ίδιος σε αθάνατο από το ανώτατο συμβούλιο που παρακολουθεί την πρόοδό του. Τέλος, προς μια τέτοια κατεύθυνση φαίνεται να κινούνται και φράσεις όπως (σελ. 116): «Τα αδέρφια μας στο Μπαρζί έχουν παράξενους φίλους (...) Αυτός όμως που γνωρίζει το μυστικό μας σήμα είναι και δικός μας φίλος και πρέπει να τον βοηθάμε. Κλείσε τα μάτια σου ξένε, και θα σε πάμε στο σπίτι σου».

Κλείνοντας, αν λάβουμε υπόψη μας τις θέσεις που είχε εκφράσει ο συγγραφέας για τους ινδιάνους, μπορούμε να αποτολμήσουμε μια σύνδεση ανάμεσα στα μοχθηρά Ούγκα Ούγκα (Awgwas) του βιβλίου και τους ιθαγενείς της Αμερικής. Τα πρώτα παρενοχλούν τον Κλάους και ζητούν τη δυστυχία του κόσμου, ενώ οι δεύτεροι έβαζαν σε κίνδυνο την ασφάλεια των λευκών και παρενοχλούσαν την πρόοδο του πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Μπάουμ, οι άγριοι έπρεπε «να εξαφανιστούν από προσώπου Γης» και ακριβώς αυτό συμβαίνει στα πολυπληθή Ούγκα και τους συμμάχους τους: απαλλάσσουν τη γη από τη μοχθηρή τους ύπαρξη. Μετά από μια σκληρή, αιματοβαμμένη μάχη (σελ. 131), κατά τη διάρκεια της οποίας παρακολουθούμε διάφορα αντιπαιδαγωγικά να λαμβάνουν χώρα (Γίγαντες παρακαλούν να πεθάνουν για να μην υποφέρουν τόσο, Ανατριχιασμένοι Δαίμονες με κοφτερά νύχια αφήνουν την τελευταία τους πνοή και το αίμα τους ποτίζει την κοιλάδα, Δράκοι κατακαίγονται ζωντανοί από την τρομερή φωτιά τους) όλα τελειώνουν, το καλό επικρατεί και οι εχθροί αποδεκατίζονται.

Καθώς έχουμε ήδη επεκταθεί υπερβολικά, θα αφήσουμε ασχολίαστη την κάπως περίεργη διαχρονικά σχέση του Κλάους με τη νύμφη Νεσίλια.

Αξίες - Θέματα
Φαντασία, Ανθρωπισμός, Περιβάλλον, Αλληλεγγύη, Χριστούγεννα

Εικονογράφηση

Απόσπασμα  
Ο Κλάους πίστευε ότι κανένα από τα παιδιά που θα έβρισκαν την επόμενη μέρα το πρωί το παιχνίδι που τους είχε αφήσει δε θα καταλάβαινε ποιος τους το είχε χαρίσει. Αλλά, αν κάνει κάποιος το καλό, γρήγορα γίνεται γνωστός κι η φήμη του εξαπλώνεται πολύ μακριά – πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος πιστεύει. Έτσι, την επόμενη μέρα, παντού οι άνθρωποι μιλούσαν για τον Κλάους και τα υπέροχα δώρα που είχε κάνει στα παιδιά. Η γενναιοδωρία του έκανε κάποιους εγωιστές να τον σχολιάσουν σαρκαστικά, αλλά ακόμα κι αυτοί υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν την καλοσύνη αυτού του ανθρώπου που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη χαρά και στην ευτυχία των παιδιών.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, οι κάτοικοι κάθε πόλης και χωριού περίμεναν με ανυπομονησία τον ερχομό του Κλάους κι ένα σωρό ιστορίες άρχισαν να διαδίδονται από στόμα σε στόμα για τις καλοσύνες του και τα υπέροχα παιχνίδια που έφτιαχνε για τα παιδιά.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη μέρα μετά το πρώτο ταξίδι του Κλάους με τους τάρανδους. Όταν λοιπόν ξύπνησαν τα παιδιά κι έδειξαν στους γονείς τους τα όμορφα παιχνίδια που είχαν βρει στο προσκεφάλι τους ρωτώντας τους ποιος τους τα είχε φέρει, όλοι σκέφτηκαν αυτόν.

«Ο καλός μας ο Κλάους θα ήταν» έλεγαν. «Μόνο αυτός φτιάχνει παιχνίδια στον κόσμο!»

«Και πώς μπήκε στο σπίτι μας;» ρωτούσαν τα παιδιά.

Στην ερώτηση αυτή οι μπαμπάδες ανασήκωναν τους ώμους τους, μην μπορώντας να καταλάβουν πώς είχε καταφέρει να μπει, αλλά οι μαμάδες, βλέποντας την ευτυχία στα πρόσωπα των λατρεμένων τους παιδιών, τους έλεγαν ότι ο Κλάους δεν ήταν θνητός όπως αυτοί, αλλά αθάνατος. Κάποιος άγιος ίσως. Κι έπειτα τον ευχαριστούσαν μεγαλόφωνα για τη χαρά που είχε φέρει στο κάθε παιδί ξεχωριστά.

«Άγιος;» αναρωτήθηκε σκεφτικό ένα παιδί.

«Σωστά. Γιατί ένας άγιος δε χρειάζεται να χτυπάει την πόρτα για να μπει σε ένα σπίτι».

Έτσι, τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, άρχισαν να αποκαλούν τον Κλάους Σάντα Κλάους, γιατί, αν δεν το ξέρετε, στη γλώσσα τους η λέξη «Σάντα» σημαίνει «άγιος». Κι όταν κάποιο παιδί ήταν άτακτο ή ανυπάκουο, του έλεγε η μαμά του για να το συνετίσει: «Πρέπει να παρακαλέσεις το Σάντα Κλάους να σε συγχωρέσει, γιατί αν δε βάλεις μυαλό, δε θα σου ξαναφέρει παιχνίδι».

Αν όμως άκουγε ο Κλάους τα λόγια των μαμάδων, δε θα συμφωνούσε καθόλου μαζί τους, γιατί αυτός χάριζε παιχνίδια σε όλα τα παιδιά – είτε ήταν φρόνιμα είτε άτακτα- επειδή τα αγαπούσε. Κι ήξερε πολύ καλά ότι ακόμα και τα καλύτερα παιδιά ήταν μερικές φορές άτακτα, όπως κι ότι τα άτακτα ήτανε πολύ συχνά φρόνιμα κι υπάκουα. Γιατί έτσι είναι τα παιδιά όλου του κόσμου κι αυτός δεν ήθελε να τα αλλάξει, ακόμα κι αν είχε τη δύναμη να το κάνει.

Έτσι λοιπόν, ο Κλάους έγινε Σάντα Κλάους, αποδεικνύοντας ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν άγιοι στις καρδιές των ανθρώπων αν κάνουν το καλό δίχως να επιδιώκουν ανταμοιβή.




Share/Bookmark